Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

25/1/2015 - 20/9/2015 : Έγκλημα και τιμωρία, χωρίς άμεσες συνέπειες, για τον ΣΥΡΙΖΑ, που έχασε 320.074 ψήφους. (Η άνετη εκλογική νίκη του Αλέξη Τσίπρα και ο επικείμενος πολιτικός αφανισμός του κόμματος, στο οποίο ηγείται).






Ένας, από τους λόγους, για τους οποίους διαφωνούσα, με πολλούς φίλους μου, σε όλη την προεκλογική περίοδο, που τερματίστηκε την περασμένη Κυριακή, έχει να κάνει, με την πεποίθησή τους ότι ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχαναν τις εκλογές της 20/9/2015. Οι φίλοι μου αυτοί αντιλαμβάνονταν ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν εύκολο, αλλά, όντας θύματα των επιθυμιών τους, διακατέχονταν από ένα έντονο βουλησιαρχικό στοιχείο, το οποίο τους οδηγούσε, στην πίστη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και η ηγεσία του, υπογράφοντας και ψηφίζοντας το 3ο Μνημόνιο, παρά την επικράτηση του ΟΧΙ, στις απαιτήσεις των ξένων δανειστών, στο δημοψήφισμα της 5/7/2015 και εγκαταλείποντας όλες τις υποσχέσεις και τις προγραμματικές δεσμεύσεις, που είχαν δώσει και είχαν αναλάβει, κατά την διάρκεια της περιόδου, που προηγήθηκε, από τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, αλλά και μετά από την μεγάλη νίκη του κόμματος τους και τον σχηματισμό της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, θα τιμωρούνταν, από το εκλογικό σώμα, το οποίο θα τους αποδοκίμαζε, με τόσο μεγάλη ένταση, η οποία θα τους οδηγούσε, στο να χάσουν την πρώτη θέση και τον πρώτο λόγο, στον σχηματισμό της μετεκλογικής κυβέρνησης.

Η δική μου προσέγγιση ήταν διαφορετική και την έχω καταγράψει, σε αυτό εδώ το μπλογκ, κατά την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Ο ΣΥΡΙΖΑ και η ηγεσία του, κατά την γνώμη μου, ήταν δεδομένο ότι θα αποδοκιμάζονταν, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, αλλά αυτό είναι κάτι άλλο και εντελώς, διαφορετικό, από την απώλεια της πρωτοκαθεδρίας του κόμματος αυτού, στον ερειπιώνα της ελληνικής πολιτικής σκηνής.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν πολύ δύσκολο να χάσει την πρώτη θέση, παρά την δραματική συρρίκνωση των εκλογικών του επιδόσεων, που και για μένα, ήταν δεδομένη και αναμενόμενη. Όλα τα δεδομένα, που είχα, στα χέρια μου, από την ιστορία των εκλογικών αναμετρήσεων, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με οδηγούσαν, στο συμπέρασμα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά την εκλογική αποδοκιμασία, που θα υφίστατο και η οποία θα ήταν μεγάλη, εύκολα, ή δύσκολα, θα διατηρούσε την πρώτη θέση και θα είχε τον πρώτο λόγο, στον σχηματισμό της κυβέρνησης, μετά τις εκλογές.

Κατ' αρχήν, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, ήταν μια κυβέρνηση, που άσκησε εξουσία, μόνον, επτά μήνες και προερχόταν, από έναν θρίαμβο, τον οποίο κατήγαγε, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, απέναντι, σε αντίπαλους (Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ), οι οποίοι είχαν απαξιωθεί, πλήρως και δεν είχαν καμμία ελπίδα, οποιασδήποτε ανάκαμψης των δυνάμεών τους, η οποία θα ήταν δυνατόν να απειλήσει την πολιτική κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ.

Το χρονικό διάστημα των 8 μηνών, που μεσολάβησε, ήταν πολύ μικρό, για να μπορέσει να κριθεί το κυβερνητικό έργο του ΣΥΡΙΖΑ και όπως μας διδάσκει η πολιτική ιστορία, κάθε κυβέρνηση, που προκύπτει, μετά από εκλογές διατηρεί την πολιτική της κυριαρχία και απολαμβάνει την ευμένεια των κοινωνιών, που την έχουν εκλέξει, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, με ελάχιστο κατώτατο όριο - και αυτό σε εξαιρετικές περιπτώσεις - τον έναν χρόνο, μετά από την διεξαγωγή των εκλογών, που ανέδειξαν την κυβέρνηση, που έχει προκύψει.

Ως εκ τούτου, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα και των Ανεξαρτήτων Ελλήνων του Πάνου Καμμένου είχε το πολύ σημαντικό πλεονέκτημα της περιόδου ευμενείας, που δείχνει, παραδοσιακά, το εκλογικό σώμα, σε κάθε νεοεκλεγμένη κυβέρνηση, παρά τα όποια σφάλματα και παρά τις όποιες ανεπάρκειές της, ακόμη και όταν αυτά τα σφάλματα και αυτές οι ανεπάρκειες, όπως συνέβη και στην συγκεκριμένη περίπτωση, έχουν ένα μέγεθος, το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Όμως, αυτό, που μετράει, πολύ περισσότερο, από αυτό το δεδομένο της μακράς χρονικής περιόδου χάριτος και ευμένειας του εκλογικού σώματος, προς μια νεοεκλεγμένη κυβέρνηση και το οποίο μέτρησε και στην προεκλογική περίοδο των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015 είναι ένα άλλο κρίσιμο εκλογικό στοιχείο, το οποίο το ευρύ κοινό δεν το λαμβάνει υπόψη του, αν και είναι καθοριστικό και επηρεάζει, άμεσα, την εκλογική συμπεριφορά των ψηφοφόρων και το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα.

Αυτό το εκλογικό στοιχείο είναι η περίφημη "παράσταση νίκης", η οποία είναι ένα δημοσκοπικό μέγεθος, το οποίο καταγράφει την πεποίθηση που έχει σχηματισθεί, στο σύνολο του εκλογικού σώματος, για το ποιό κόμμα θα καταλάβει την πρώτη θέση, στις εκλογές, ανεξάρτητα, από το ποιό κόμμα έχει ψηφίσει ο κάθε ψηφοφόρος.

Αυτό το εκλογικό μέγεθος, που αφορά την πεποίθηση του εκλογικού κοινού, για τον νικητή των εκάστοτε εκλογικών αναμετρήσεων, μέχρι τώρα, ουδέποτε έχει διαψευσθεί και έχει δείξει, ακόμη και στις πιο αμφίρροπες εκλογικές αναμετρήσεις, τους νικητές των αναμετρήσεων αυτών. Δηλαδή έχει καταγράψει, χωρίς να έχει υπάρξει καμμία διάψευσή του, τα κόμματα εκείνα, που έχουν καταλάβει την πρώτη θέση, σε όλες τις βουλευτικές εκλογές, που έχουν διεξαχθεί, είτε στην χώρα μας, είτε στο εξωτερικό.

Σε όλη την προεκλογική περίοδο, την οποία διανύσαμε, μέχρι την διεξαγωγή της ψηφοφορίας της περασμένης Κυριακής, για την ανάδειξη νέας βουλής, το δημοσκοπικό δεδομένο της παράστασης νίκης παρέμεινε, σταθερά, να καταγράφει την πεποίθηση των ψηφοφόρων, οι οποίοι, στην πλειοψηφία τους - η οποία πλειοψηφία ήταν μια άνετη πλειοψηφία -, πίστευαν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα καταλάμβανε και πάλι, την πρώτη θέση και ως εκ τούτου, θα ήταν ο νικητής των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015.

Αυτή η καταγραφή της πεποίθησης των ψηφοφόρων, σε όλη την προεκλογική περίοδο, παρουσίασε πολλές μικρότερες, ή μεγαλύτερες διακυμάνσεις, αλλά ουδέποτε άλλαξε, ως προς το περιεχόμενό της. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και όταν η απόστασή του από την Νέα Δημοκρατία υπέστη μια αξιοσημείωτη μείωση, παρέμενε, στην διανυσματική απεικόνιση του δημοσκοπικού μεγέθους της παράστασης νίκης, άνετα, πρώτος. Και αυτή η άνετη πρωτοπορεία του ΣΥΡΙΖΑ, ουδέποτε κινδύνευσε και συνέχισε να καταγράφεται, μέχρι το τέλος.

Αυτοί οι δύο πολύ ουσιαστικοί και πραγματικοί λόγοι ήσαν εκείνοι, που με έκαναν να πιστεύω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, θα παραμείνει πρώτος, παρά την σφοδρή αποδοκιμασία, που θα υφίστατο, από το εκλογικό σώμα, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015 και έτσι θα πάρει το bonus των 50 βουλευτικών εδρών, που χαρίζει ο εκλογικός νόμος, στο πρώτο κόμμα, παρά την διάψευση όλων των προεκλογικών του υποσχέσεων και την κατάρρευση του προγράμματος, που παρουσίασε, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 και με το οποίο εξελέγη, παρά την ψήφιση του 3ου Μνημονίου, το οποίο ο Αλέξης Τσίπρας και η ηγετική ομάδα του κόμματος έλεγαν ότι αποκλείται να ψηφίσουν και παρά τις παιδαριώδεις διαχειριστικές τους αστοχίες, σε όλα τα επίπεδα, με αποκορύφωμα, το κλείσιμο των τραπεζών, τους ελέγχους, στην κίνηση των κεφαλαίων και την επιβολή ορίων, στις αναλήψεις, από τις τραπεζικές καταθέσεις.

Αυτοί οι δύο λόγοι, που δεν είχαν κανένα υποκειμενικό στοιχείο και οι οποίοι εδράζονταν, στην αντικειμενική βάση των δεδομένων, που είχα μπροστά μου, με έκαναν να πιστεύω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα κατακτούσε την πρώτη θέση, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, εύκολα, ή δύσκολα και πάντως, λιγότερο, ή περισσότερο, άνετα, παρά το γεγονός ότι η αποδοκιμασία, που θα υφίστατο, από το εκλογικό σώμα, για όσα έκανε και δεν έκανε, θα ήταν πολύ μεγάλη, όπως έδειχνε το κλίμα της προεκλογικής περιόδου.

Αλλά εκτός, από τα παραπάνω δύο αντικειμενικά δεδομένα, υπήρχε και ένα επιπρόσθετο προσωπικό βουλησιαρχικό στοιχείο, το οποίο, ναι μεν, υπήρξε δευτερεύον, στον σχηματισμό της πεποίθησής μου ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα κερδίσει την πρώτη θέση, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν μπορεί να αγνοηθεί. Και φυσικά, δεν είναι σωστό να το κρύψω. Ούτε και το έκρυψα, άλλωστε, αφού τοποθετήθηκα, δημόσια.




Προσωπική μου πεποίθηση ήταν (και παραμένει) ότι δεν έπρεπε να επιτραπεί, στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, να αποδράσει, από τις ευθύνες της. Δεν έπρεπε, δηλαδή να της επιτραπεί, με την ψήφο του εκλογικού σώματος, να αποφύγει την εφαρμογή του Μνημονίου. Έπρεπε ο Αλέξης Τσίπρας και η τσιπροπαρέα, δηλαδή η λοιπή ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ (ο Γιάννης Δραγασάκης, ο Γιώργος Σταθάκης, ο Αλέκος Φλαμπουράρης, ο Νίκος Βούτσης  και όλοι οι άλλοι) να εφαρμόσουν, με τα ίδια τους τα χέρια, το 3ο Μνημόνιο, που υπέγραψαν και ψήφισαν και το οποίο αποτελεί δική τους ιδιοκτησία και είναι ένα πνευματικό τους τέκνο, το οποίο συνιστά και την καταστροφική "προσφορά" τους, στην ελληνική κοινωνία.

Έτσι, ο ασφαλέστερος τρόπος, για την αποτροπή της απόδρασης της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, από την ανάληψη των ευθυνών της, για την υλοποίηση των υποχρεώσεων, που ανέλαβε, με την υπογραφή και την ψήφιση του νέου Μνημονίου, ήταν η συμμετοχή της, στην νέα κυβέρνηση, που θα σχηματιζόταν, μετεκλογικά. Και αυτή η συμμετοχή, στην ανάληψη των κυβερνητικών ευθυνών, για την εφαρμογή του Μνημονίου, μπορούσε να εξασφαλιστεί, μόνο, με την εύκολη, ή δύσκολη εκλογική επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Βέβαια, αυτή η τοποθέτησή μου, δεν συνιστούσε δική μου πρόθεση, ή υπόδειξη ψήφου, υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ. Ήταν μια ωμή, μεν, αλλά συνάμα και ρεαλιστική διαπίστωση μιας υφιστάμενης αντικειμενικής πραγματικότητας και τίποτε περισσότερο, από αυτό. Ουδέποτε και σε ουδένα υπέδειξα να ψηφίσει, υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ. Αντίθετα, μάλιστα, η γνώμη μου ήταν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να καταψηφιστεί.

Τελικά, πέρα από το πώς εξελίχθηκαν τα εκλογικά ποσοστά των κομμάτων, στην ψηφοφορία της περασμένης Κυριακής, δεν έπεσα έξω, ως προς την γενική εικόνα αυτών, που ανέμενα να προκύψουν, από τις εκλογές. Ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε, πολύ εύκολα, την πρωτιά επιβεβαιώνοντας την ισχύ των διδαγμάτων της εγχώριας και της διεθνούς πολιτικής και εκλογικής ιστορίας. 

Και φυσικά, με αυτόν τον τρόπο, έκλεισε κάθε δίοδος και απετράπη η διαφυγή του, από την ανάληψη των κυβερνητικών ευθυνών, που του αναλογούν και την εφαρμογή του Μνημονίου, που ψήφισε, η προηγούμενη κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα. Ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας σχηματίζουν κυβέρνηση. Και την σχηματίζουν, μαζύ με τους ΑΝΕΛ του Πάνου Καμμένου, όπως, ακριβώς, συνέβη και τον περασμένο Ιανουάριο.

Βέβαια, υπήρξαν και "εκπλήξεις", αφού το ύψος του ποσοστού του ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε πολύ μεγαλύτερο, από το 29%, που εγώ ανέμενα, ενώ διαφοροποιήθηκε, ως προς την κατανομή του, το αναμενόμενο αυξημένο μέγεθος της αποχής, σε ένα τέτοιο σημείο, που κατέστη κρίσιμο, αφού, μέσω αυτής της διαφοροποιημένης κατανομής της αυξημένης αποχής, στάθηκε δυνατό να καλυφθεί και να αποκρυβεί, η μεγάλη πανωλεθρία και η εκτεταμένη αποδοκιμασία, που υπέστη ο ΣΥΡΙΖΑ, από το εκλογικό σώμα, αλλά η ουσία δεν αλλάζει.

Ας δούμε, όμως, τα κρίσιμα στοιχεία των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015, προκειμένου να καταλάβουμε, το τί συνέβη και το γιατί αυτό συνέβη.

Κρίσιμος και απόλυτα, καθοριστικός παράγοντας, στην διαμόρφωση του τελικού εκλογικού αποτελέσματος της περασμένης Κυριακής υπήρξε το αυξημένο αριθμητικό μέγεθος της αποχής, όχι, μόνο, ως προς το ύψος της, και ως προς την κατανομή της, ανάμεσα, στα κόμματα, που πήραν, μέρος στις εκλογές.

Πράγματι, όπως προκύπτει από τον, παραπάνω, πίνακα των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015, στην ψηφοφορία συμμετείχαν 5.566.295 άτομα, ενώ 8 μήνες πριν, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 είχαν ψηφίσει 6.330.356 άτομα. Αφαιρώντας τα άκυρα 114.654 άκυρα και τα 34.830 λευκά ψηφοδέλτια, που αποτελούν μια ιδιότυπη μορφή αποχής από την ψηφοφορία, βλέπουμε ότι οι ψηφίσαντες τον περασμένο Ιανουάριο, ανέρχονται, στους 6.180.872. Αν, μάλιστα, αφαιρέσουμε τα 70.061 άκυρα και τα 64.384 λευκά ψηφοδέλτια, τότε τα έγκυρα ψηφοδέλτια, που έπεσαν, στην κάλπη της 20/9/2015, ανέρχονται, στα 5.431.850.

Έτσι, το μέγεθος της ολικής αποχής, από την καταμετρούμενη ψηφοφορία της περασμένης Κυριακής, σε επίπεδο αριθμών, ανέρχεται, σε 749.022 ψηφοφόρους. Αυτή η συνδυαστική απόχη, σε σχέση, με τους ψηφίσαντες, στις εκλογές της 25/1/2015, είναι τεράστια, αφού το ποσοστιαίο μέγεθός της, φθάνει, περίπου, στο 12,12%, εάν κάνουμε τον σχετικό υπολογισμό (749.022/6.180.872Χ100).

Και για να γίνει, ακόμη, πιο κατανοητό, αυτό που περιγράφω, αφού κανείς δεν θα το δει, στις αναλύσεις, που θα δημοσιευθούν, από τους δημοσκόπους, πρέπει να το ξαναπώ :

Οι άνθρωποι, που  απείχαν, από την ψηφοφορία, μαζύ με όσους αρνήθηκαν να δώσουν ενεργή και προσμετρούμενη ψήφο την περασμένη Κυριακή, ισοδυναμούν, με το 12,12% όσων έδωσαν έγκυρη ψήφο, τον περασμένο Ιανουάριο, με δεδομένο ότι, από τότε, προστέθηκαν, στο εκλογικό σώμα άλλοι, περίπου, 102.000 νέοι ψηφοφόροι.

Ας δούμε, τώρα, την κατανομή αυτής της αποχής, μέσα από τις μειώσεις των αριθμών των ψήφων, που έλαβαν τα κόμματα, που έθεσαν υποψηφιότητα, στην ψηφοφορία της 20/9/2015.

Πόσες ψήφους έχασαν τα κόμματα, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015 και ποιά είναι τα, σχετικώς, ακριβή ποσοστά τους, αν αναγάγουμε τις ψήφους, που είχαν, την περασμένη Κυριακή, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, προκειμένου να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης των απωλειών τους;

Με βάση αυτόν τον υπολογισμό, στην κυλιόμενη κλίμακα των εκλογικών αναμετρήσεων, ο οποίος, χωρίς να είναι τέλειος, αποτελεί μια περιγραφική αναγωγή των κομματικών απωλειών, σε επίπεδο αριθμών ψήφων της αναμέτρησης της περασμένης Κυριακής, στην εκλογική αναμέτρηση της 25/1/2015, μπορούμε να προσεγγίσουμε και τις απώλειες, σε επίπεδο ποσοστών, με την όμοια αναγωγή τους, στα ποσοστά του περασμένου Ιανουαρίου.

Παρά τις όποιες προσεγγιστικές ατέλειες, αυτός ο τρόπος αναγωγής των εκλογικών αποτελεσμάτων της περασμένης Κυριακής, στα εκλογικά αποτελέσματα της 25/1/2015, είναι και ο ασφαλέστερος, για να μπορέσουμε να δούμε τις πραγματικές απώλειες των κομμάτων, σε επίπεδο αριθμών ψήφων και ποσοστών, σε σχέση, με τον, χωρίς αναγωγή, στα δεδομένα της προηγούμενης εκλογικής αναμέτρησης, υπολογισμό - κυρίως - των ποσοστών, που έλαβαν τα κόμματα, στην τελευταία εκλογική αναμέτρηση, ο οποίος μπορεί να είναι πραγματικός και χρήσιμος, ως απεικονιστικό εργαλείο της τρέχουσας πραγματικότητας, αλλά είναι, απολύτως, στρεβλωτικός, αποπροσανατολιστικός και καθαρά, προπαγανδιστικός, όταν θέλουμε να περιγράψουμε τις απώλειες και τα κέρδη των κομμάτων, συγκριτικά, με την προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση.

Προχωρώντας, λοιπόν, σε αυτή την συγκριτική αποτίμηση, πρωτίστως, των απωλειών, αλλά και των κερδών των κομμάτων, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, βλέπουμε μια, εντελώς, διαφορετική εικόνα, από αυτήν, που έχουμε, όταν παρατηρούμε τα εκλογικά ποσοστά των κομμάτων, έτσι όπως αυτά διαμορφώθηκαν, λαμβάνοντας υπόψη, αυτόνομα και χωρίς βαθύτερη συγκριτική αποτίμησή τους, με την ατελή, μεν, αλλά και πολύ περισσότερο ακριβή, αποτίμησή τους, όταν προσπαθήσουμε να αναγάγουμε τις ψήφους και τα ποσοστά των βουλευτικών εκλογών της περασμένης Κυριακής, στις ψήφους και τα ποσοστά των αντίστοιχων βουλευτικών εκλογών του περασμένου Ιανουαρίου.



Ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα, λαμβάνοντας, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής 1.925.904 ψήφους, έχασε 320.074 ψήφους, σε σχέση, με τις εκλογές της 25/1/2015, όπου είχε πάρει 2.245.978 ψήφους και 36,34%.

Προσομοιώνοντας τις ψήφους που έχασε στην προχθεσινή ψηφοφορία, στα ποσοστά του περασμένου Ιανουαρίου, για να μπορέσουμε να καταγράψουμε αυθεντικότερα τις απώλειες, που έχει, στις εκλογές της 20/9/2015, τότε, βλέπουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει χάσει 5,18 ποσοστιαίες μονάδες (320.074 απωλεσθέντες ψήφοι/6.180.872 έγκυροι ψήφοι των εκλογών του περασμένου ΙανουαρίουΧ100), σε σχέση με τον περασμένο Ιανουάριο και το πραγματικό συγκρίσιμο ποσοστό του, στην κυλιόμενη σειρά των προσομοιούμενων, με τις προηγούμενες, εκλογικών αναμετρήσεων φθάνει, στο 31,16%.

Με αυτόν τον τρόπο, η απεικόνιση των τεράστιων απωλειών του ΣΥΡΙΖΑ, σε επίπεδο ψήφων και ποσοστών, σε σχέση, με τις εκλογές της 25/1/2015, είναι σαφής και φυσικά, δεν μπορεί να κρυφτεί, πίσω, από το ποσοστό του 35,46%, που έλαβε το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής, όταν τα αποτελέσματά τους παρατηρηθούν, αυτόνομα και συγκριθούν, ως έχουν, με τα ποσοστά, που το κόμμα αυτό είχε, στις εκλογές του περασμένου Ιανουαρίου. Όταν συγκρίνουμε το ποσοστό του 36,34%, που έλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ τον περασμένο Ιανουάριο, με το 35,46%, η απώλεια, που προκύπτει είναι αμελητέα, αφού φθάνει, στο 0,88 της μονάδας.

Όμως, οι πραγματικές απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ, σε επίπεδο ποσοστών και κυρίως, σε επίπεδο ψήφων, σε σχέση, με την συνδυαστική αναγωγή του ποσοστού και των ψήφων του Σεπτεμβρίου, στο ποσοστό και στις ψήφους του περασμένου Ιανουαρίου, είναι, απολύτως, αποκαλυπτική της μεγάλης αποδοκιμασίας, που υπέστη το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής, αφού, σε κάθε περίπτωση, η απώλεια 320.074 ψήφων και η πτώση του εκλογικού ποσοστού, περίπου, στα επίπεδα του 31,16%, συνιστά ένα εκλογικό Βατερλώ.

Αυτό το εκλογικό Βατερλώ του ΣΥΡΙΖΑ, βέβαια, μπορεί να συγκαλύφθηκε, επειδή η Νέα Δημοκρατία υπέστη το δικό της Βατερλώ, αφού και αυτή έχασε πολλές ψήφους, αλλά αυτό είναι κάτι, που αφορά την τρέχουσα χρήση των εκλογικών αριθμών και των ποσοστών, από το πολιτικό σύστημα. Δεν αφορά την εκλογική και την πολιτική πραγματικότητα, η οποία είναι απλή και ωμή. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ αποδοκιμάστηκε, από τους ψηφοφόρους του και από το εκλογικό σώμα. Και αυτή η αποδοκιμασία ήταν τεράστια, με δεδομένη την μικρή διάρκεια ζωής της κυβέρνησής του, η οποία στηρίχθηκε, στον εκλογικό θρίαμβο του περασμένου Ιανουαρίου.

Με λίγα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ έφαγε φούμο. Το γεγονός ότι αυτό το φούμο το έφαγε, παρέα με την Νέα Δημοκρατία και τα πλείστα άλλα πολιτικά κόμματα, δεν αλλάζει την δραματική κατάσταση, στην οποία έχει περιέλθει.

Και φυσικά, το μέλλον του κόμματος του Αλέξη Τσίπρα είναι και παραμένει δυσοίωνο, αφού, με την εφαρμογή του 3ου Μνημονίου, το οποίο υπέγραψε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και το οποίο ψήφισε, στην απελθούσα βουλή, ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κόμμα, βρίσκεται ενώπιον του πολιτικού του αφανισμού, όσο και αν η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θέλει να πιστεύει το αντίθετο.

Η εκλογική βάση του κόμματος αυτού είναι και παραμένει ευμετάβλητη και ασταθής, με αποτέλεσμα να είναι πιθανό να διασκορπισθεί, στα 5 σημεία του ορίζοντα, εκεί, που δεν θα το περιμένει κανείς.


Η Νέα Δημοκρατία του "υπηρεσιακού" αρχηγού της Βαγγέλη Μεϊμαράκη, λαμβάνοντας, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής 1.526.205 ψήφους, έχασε 192.489 ψήφους, σε σχέση, με τις εκλογές της 25/1/2015, όπου είχε πάρει 1.718.694 ψήφους και 27,81%.

Προσομοιώνοντας τις ψήφους, που έχασε, στην προχθεσινή ψηφοφορία, στα ποσοστά του περασμένου Ιανουαρίου, για να μπορέσουμε να καταγράψουμε αυθεντικότερα τις απώλειες, που έχει, στις εκλογές της 20/9/2015, τότε, βλέπουμε ότι η Νέα Δημοκρατία έχει χάσει 3,11 ποσοστιαίες μονάδες (192.489 απωλεσθέντες ψήφοι/6.180.872 έγκυροι ψήφοι των εκλογών του Ιανουαρίου Χ100), σε σχέση με τον περασμένο Ιανουάριο και το πραγματικό συγκρίσιμο ποσοστό της, στην κυλιόμενη σειρά των εκλογικών αναμετρήσεων φθάνει, στο 24,70%.

Με αυτά τα δεδομένα, το ποσοστό του 28,10%, που έλαβε, η Νέα Δημοκρατία, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής, δεν απεικονίζει την πραγματικότητα, όσον αφορά τις απώλειες, που υπέστη και οι οποίες υπήρξαν τεράστιες, συνιστώντας, μια ηχηρότατη αποδοκιμασία της, από τους ψηφοφόρους της, οι οποίοι την εγκατέλειψαν, καθώς και από το σύνολο του εκλογικού σώματος.

Βλέποντας αυτή την εξέλιξη, στην εκλογική συμπεριφορά των ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας, αντιλαμβανόμαστε, κάτι, που δεν είναι ορατό, στο ευρύ κοινό, εξ αιτίας του γεγονότος ότι η εκλογική βάση της ναυαρχίδας της συντηρητικής παράταξης του τόπου μας παρουσιάζει, μια σημαντική ανθεκτικότητα, σε σχέση, με τα βασικά κόμματα των άλλων πολιτικών χώρων, εκ των οποίων το ένα - το ΠΑΣΟΚ - έχει οδηγηθεί, στα πρόθυρα της διάλυσης.

Μετά από μια σχετική ανθεκτικότητα, την οποία επέδειξε η Νέα Δημοκρατία, στις εκλογές του περασμένου Ιανουαρίου, τώρα, πλέον, βρίσκεται, ξανά, σε καθοδική πορεία και οδεύει, προς το κατώτερο εκλογικό της σημείο εκκίνησης, το οποίο καταγράφηκε, στις βουλευτικές εκλογές της 6/5/2012, στις οποίες το κόμμα αυτό πήρε 1.192.054 ψήφους και ποσοστό 18,85%. 

Με δεδομένη την αταλάντευτη "ευρωπαϊστική" στάση, που επιδεικνύει η νεοδημοκρατική κομματική νομενκλατούρα και την τεράστια σύγχυση, που έχει ενσπείρει, με την τυφλή πίστη των μελών της, στο ευρώ και την ζώνη του, στους ψηφοφόρους της και στην ελληνική κοινωνία, γενικότερα, το μέλλον του κόμματος αυτού δεν προδιαγράφεται, ως ευοίωνο.

Αυτό συμβαίνει και θα συμβαίνει, παρά τα όποια σκαμπανεβάσματα, διότι οι πολιτικές, τις οποίες στηρίζει, είτε, χθες και τώρα, από την θέση της αντιπολίτευσης, είτε, προχθές και αύριο, από κυβερνητικές θέσεις, δεν μπορούν να γίνουν δεκτές, από τους ψηφοφόρους της και από το εκλογικό κοινό, ευρύτερα, όσο και αν όλοι αυτοί, ευρισκόμενοι, μέσα στο κλίμα και το καλλιεργούμενο περιβάλλον των γενικευμένων συγχυτικών φαινομένων, που εκτρέφει η ανόητη εντόπια "ευρωπαϊστική" ελίτ, θέλουν (όσοι θέλουν) να παραμείνει η χώρα, στην ευρωζώνη, την οποία η ελίτ αυτή έχει επιτύχει να την ταυτίζουν, με την ευρωπαϊκή ταυτότητα του πληθυσμού.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες και το μέλλον της Νέας Δημοκρατίας παραμένει δυσοίωνο, διότι το κόμμα αυτό, με τον όποιον ηγέτη αποκτήσει, θα υποχρεωθεί να ψηφίσει τους εφαρμοστικούς νόμους του 3ου Μνημονίου, που ψήφισε μαζύ με την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, τον περασμένο Αύγουστο και στην πορεία του χρόνου, πιθανότατα, θα υποχρεωθεί να συμμετάσχει, σε μια ευρύτερη συγκυβέρνηση, όταν η νέα κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, αργά, ή γρήγορα, θα έχει εξαντλήσει όλα τα πολιτικά αποθέματα, που της έχουν μείνει, καθώς όλη την περίοδο, που ακολουθεί, θα είναι υποχρεωμένη να εφαρμόζει το Μνημόνιο, που η ίδια ψήφισε.

Υπό το φως αυτών των δεδομένων, η διάλυση της Νέας Δημοκρατίας δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Παραμένει, στην ημερησία διάταξη.


Η Χρυσή Αυγή, του Νίκου Μιχαλολιάκου, λαμβάνοντας, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής 379.581 ψήφους, έχασε 8.806 ψήφους, σε σχέση, με τις εκλογές της 25/1/2015, όπου είχε πάρει 388.387 ψήφους και 6,28%.

Προσομοιώνοντας τις ψήφους που έχασε στην προχθεσινή ψηφοφορία, στα ποσοστά του περασμένου Ιανουαρίου, για να μπορέσουμε να καταγράψουμε αυθεντικότερα τις απώλειες, που έχει, στις εκλογές της 20/9/2015, τότε, βλέπουμε ότι η Χρυσή Αυγή έχει χάσει 0,14 της μονάδας (8.806 απωλεσθέντες ψήφοι/6.180.872 έγκυροι ψήφοι των εκλογών του Ιανουαρίου Χ100), σε σχέση με τον περασμένο Ιανουάριο και το πραγματικό συγκρίσιμο ποσοστό της, στην κυλιόμενη σειρά των εκλογικών αναμετρήσεων φθάνει, στο 6,14%.

Όπως φαίνεται, ούτε και η Χρυσή Αυγή είναι, εντελώς, αλώβητη, από τις εκλογές της περασμένης Κυριακής. Οι απώλειές της είναι ελάχιστες, μεν, αλλά αυτό, που έχει σημασία είναι ότι δεν προσέθεσε ψήφους, παρά την φαινομενική αύξηση του ποσοστού της, στο 6,99%.

Αυτό το φαινόμενο, μπορεί να είναι παροδικό και συγκυριακό, αλλά είναι αξιοσημείωτο, αφού μπορεί να σημαίνει ότι, ίσως, το νεοναζιστικό κόμμα να ασθμαίνει. Όμως, οι μέλλουσες εξελίξεις, έτσι, όπως αυτές καθορίζονται, από την εφαρμογή του 3ου Μνημονίου, είναι ευνοϊκές, για την Χρυσή Αυγή. Πολύ περισσότερο, που στην νέα βουλή, έχει μείνει, μόνον, αυτή και το Κ.Κ.Ε., να αρθρώνουν έναν κάποιον αντιπολιτευτικό λόγο, στο Μνημόνιο.


Το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη, λαμβάνοντας, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής 222.166 ψήφους, έχασε 151.758 ψήφους, σε σχέση, με τις εκλογές της 25/1/2015, όπου είχε πάρει 373.924 ψήφους και 6,05%.

Προσομοιώνοντας τις ψήφους που έχασε στην προχθεσινή ψηφοφορία, στα ποσοστά του περασμένου Ιανουαρίου, για να μπορέσουμε να καταγράψουμε αυθεντικότερα τις απώλειες, που έχει, στις εκλογές της 20/9/2015, τότε, βλέπουμε ότι το Ποτάμι έχει χάσει 2,45 ποσοστιαίες μονάδες (151.758 απωλεσθέντες ψήφοι/6.180.872 έγκυροι ψήφοι των εκλογών του Ιανουαρίου Χ100), σε σχέση με τον περασμένο Ιανουάριο και το πραγματικό συγκρίσιμο ποσοστό του, στην κυλιόμενη σειρά των εκλογικών αναμετρήσεων φθάνει, στο 3,60%.

Το ποσοστό του 4,09%, που εμφανίζεται να έχει το Ποτάμι, επί των ψηφισάντων, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής, στερείται οποιουδήποτε νοήματος. Το κόμμα αυτό, πλέον, εξάντλησε τα καύσιμά του και θα οδηγηθεί, στον πολιτικό του τάφο, αφού, ήδη, έχει αρχίσει η λεηλασία του από το ΠΑΣΟΚ, την Νέα Δημοκρατία και δευτερευόντως, τον ΣΥΡΙΖΑ, διάφορα άλλα κόμματα του νεοφιλελεύθερου χώρου - ακόμη και από την Ένωση Κεντρώων του Βασίλη Λεβέντη, που, με 186.457 ψήφους και ποσοστό 3,43%, εισήλθε, στην Βουλή, με την στήριξη κύκλων, οι οποίοι, έχοντας, ως εκλογική τακτική την διασπορά της λεγόμενης απολίτικης ψήφου, επιδιώκουν την συντήρηση και την διεύρυνση του αποπροσανατολισμού του εκλογικού σώματος.


Το Κ.Κ.Ε. του Δημήτρη Κουτσούμπα, λαμβάνοντας, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής 301.632 ψήφους, έχασε 36.556 ψήφους, σε σχέση, με τις εκλογές της 25/1/2015, όπου είχε πάρει 338.188 ψήφους και 5,47%.

Προσομοιώνοντας τις ψήφους που έχασε στην προχθεσινή ψηφοφορία, στα ποσοστά του περασμένου Ιανουαρίου, για να μπορέσουμε να καταγράψουμε αυθεντικότερα τις απώλειες, που έχει, στις εκλογές της 20/9/2015, τότε, βλέπουμε ότι το Κ.Κ.Ε. έχει χάσει 0,60 της μονάδας (36.556 απωλεσθέντες ψήφοι/6.180.872 έγκυροι ψήφοι των εκλογών του Ιανουαρίου Χ100), σε σχέση με τον περασμένο Ιανουάριο και το πραγματικό συγκρίσιμο ποσοστό του, στην κυλιόμενη σειρά των εκλογικών αναμετρήσεων φθάνει, στο 4,87%.

Το ποσοστό του 5,55%, που έλαβε το Κ.Κ.Ε., στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, δεν απεικονίζει την πραγματικότητα, όσον αφορά τα ανύπαρκτα κέρδη του και τις υπαρκτές απώλειές του, οι οποίες είναι αξιοσημείωτες και για να πούμε την αλήθεια και μη αναμενόμενες, αφού, το Κ.Κ.Ε. είχε αποκτήσει μια σταθερή εκλογική βάση, στον βαθμό, που κατάφερε να μην την επηρεάζει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Ως εκ τούτου, το μέλλον του Κ.Κ.Ε. παρουσιάζει ενδιαφέρον, δεδομένου ότι και  το κόμμα αυτό, όπως και η Χρυσή Αυγή, ευνοείται, από την μακρά μέλλουσα συγκυρία, η οποία θα προσδιοριστεί, από την εφαρμογή του 3ου Μνημονίου, παρά το γεγονός ότι η ηγεσία του Κ.Κ.Ε. δεν φαίνεται διατεθειμένη να εκμεταλλευθεί, σε μεγάλο βαθμό, αυτή την συγκυρία και θα αρκεσθεί, μόνον, να πλαγιοκοπήσει την εκλογική βάση του ΣΥΡΙΖΑ, προκειμένου να τον περιθωριοποιήσει και να τον θέσει, εκτός μάχης.


Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες του Πάνου Καμμένου, λαμβάνοντας, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής 200.423 ψήφους, έχασαν 93.260 ψήφους, σε σχέση, με τις εκλογές της 25/1/2015, όπου είχαν πάρει 293.683 ψήφους και 4,75%.

Προσομοιώνοντας τις ψήφους που έχασαν, στην προχθεσινή ψηφοφορία, στα ποσοστά του περασμένου Ιανουαρίου, για να μπορέσουμε να καταγράψουμε αυθεντικότερα τις απώλειες, που έχουν, στις εκλογές της 20/9/2015, τότε, βλέπουμε ότι οι Ανεξάρτητοι Έλληνες έχουν χάσει 1,51 ποσοστιαία μονάδα (93.260 απωλεσθέντες ψήφοι/6.180.872 έγκυροι ψήφοι των εκλογών του Ιανουαρίου Χ100), σε σχέση με τον περασμένο Ιανουάριο και το πραγματικό συγκρίσιμο ποσοστό τους, στην κυλιόμενη σειρά των εκλογικών αναμετρήσεων φθάνει, στο 3,24%.

Έτσι και το ποσοστό του 3,69%, που έλαβε το κόμμα του Πάνου Καμμένου, δεν απεικονίζει και αυτό την πραγματικότητα. Το κόμμα αυτό είχε απώλειες, οι οποίες ήσαν μεγάλες, αλλά αποτελεί έκπληξη, επειδή οι αναμενόμενες απώλειές του ήσαν πολύ μεγαλύτερες.

Όμως, αυτές οι αναμενόμενες απώλειες δεν ήλθαν. Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες  έκαναν την έκπληξη. Επιβίωσαν, δεν έμειναν, εκτός βουλής και τώρα, βρίσκονται να είναι και πάλι, οι κυβερνητικοί εταίροι του ΣΥΡΙΖΑ.

Στην πραγματικότητα αυτό το κόμμα, απλώς, ανέβαλε την πολιτική του εξαφάνιση. Η εφαρμογή του 3ου Μνημονίου δεν του αφήνει περιθώρια επιβίωσης. Και φυσικά, ο Πάνος Καμμένος και οι συνεργάτες του, δεν μπορεί να είναι, πάντοτε, τυχεροί.


Όλα τα άλλα κόμματα, που έχουν μια αξιοσημείωτη, ορατή και διακριτή παρουσία, στις προχθεσινές εκλογές, είτε παρουσίασαν άνοδο, είτε δεν μπορούν να μετρηθούν, επειδή, στις προηγούμενες εκλογές βρίσκονταν, μέσα σε άλλους εκλογικούς σχηματισμούς, είτε ήσαν νέα και κατέβηκαν για πρώτη φορά.

Από αυτά αξιοσημείωτες είναι οι περιπτώσεις του ΠΑΣΟΚ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, της Λαϊκής Ενότητας και του ΕΠΑΜ.


Το ΠΑΣΟΚ της Φώφης Γεννηματά, που τώρα κατέβηκε, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής, μαζύ με την ΔΗΜΑΡ του Θανάση Θεοχαρόπουλου, πήγε καλά και αύξησε την εκλογική του επίδοση. Αυτά τα δύο κόμματα, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 είχαν πάρει, το, μεν, ΠΑΣΟΚ 289.469 ψήφους και ποσοστό 4,68%, η, δε, ΔΗΜΑΡ (μαζύ με τους Πράσινους) 29.820 ψήφους και 0,48%. Έτσι, το συνολικό άθροισμά τους έφθασε τις 319.289 ψήφους και ποσοστό 5,16%.

Στις εκλογές της 20/9/2015 τα δύο αυτά κόμματα έλαβαν 341.390 ψήφους και ποσοστό 6,28%, αυξάνοντας τις ψήφους τους, κατά 22.101 ψήφους. Οι ψήφοι αυτοί δεν είναι πολλές, αλλά είναι μία αρχή, με δεδομένη την επικείμενη συρρίκνωση του Ποταμιού, το οποίο δεν έχει κανέναν ουσιαστικό λόγο ύπαρξης, στο ευρύτερο χώρο των "ευρωπαϊστών".

Η Λαϊκή Ενότητα αποτελεί μια τραγική περίπτωση, αφού κατάφερε να μείνει έξω από την νέα βουλή, συγκεντρώνοντας 155.242 ψήφους και ποσοστό 2,86%. Προφανώς, δεν είχε τον απαιτούμενο χρόνο, για να οργανωθεί, αλλά η αλήθεια είναι ότι διέπραξε μεγάλα εκλογικά σφάλματα , εκ των οποίων μοιραίο υπήρξε η άρνησή της να πραγματοποιήσει εκλογική συνεργασία, με το ΕΠΑΜ του Δημήτρη Καζάκη, το οποίο, όμως, συγκέντρωσε 41.631 ψήφους και ποσοστό 0,77%.

Εάν ο Παναγιώτης Λαφαζάνης και οι, περί αυτόν, δεν ήσαν τόσο δογματικοί, θα πραγματοποιούσαν αυτή την εκλογική σύμπραξη και η Λαϊκή Ενότητα θα ήταν, σήμερα, στην νέα βουλή. Δυστυχώς, δεν προχώρησαν, σε αυτή την εκλογική συνεργασία και τώρα, είναι όλοι εκτός της βουλής.


Ομοίως και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, (με ηγετική φυσιογνωμία την Δέσποινα Κουτσούμπα), η οποία διασπάστηκε και αρνήθηκε κάθε συνεργασία, με την Λαϊκή Ενότητα, με αποτέλεσμα να προχωρήσει, σε εκλογική συνεργασία, με το Εργατικό Επαναστατικό Κόμμα του Σάββα Μιχαήλ, να λάβει 46.096 ψήφους και 0,85% και να μείνει και αυτή, εκτός της νέας βουλής.


Το αστείο είναι ότι,  οποιαδήποτε από αυτές τις συνεργασίες και να πραγματοποιούνταν, οι εταίροι θα κέρδιζαν την είσοδό τους, στην νέα βουλή και θα έδιναν τον πολιτικό τους αγώνα, κάτω από πολύ ευνοϊκότερες συνθήκες και θα αποκτούσαν ένα πανελλαδικό ακροατήριο, το οποίο, τώρα, δεν έχουν.

Γι' αυτή την δυσμενή εξέλιξη, δεν τους φταίει κανείς άλλος, παρά μόνον ο εαυτός τους...

5 σχόλια:

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ είπε...

Τάσο ξεχνάς το ΚΙΔΗΣΟ του Παπανδρέου που δεν κατέβηκε, και το ΠΑΣΟΚ έχασε ψήφους

TassosAnastassopoulos είπε...

Ο ΓΑΠ παραμένει μια "μαύρη τρύπα", για το ΠΑΣΟΚ. Δεν πρόκειται να τους αφήσει ήσυχους και όσο μπορεί, θα τους κάνει ζημιά. Και την ζημιά, που μπορούσε να κάνει, τους την έκανε και τώρα, αφού ένα πολύ μεγάλο τμήμα των ψηφοφόρων του ΚΙΔΗΣΟ, δεν έδωσε ψήφο, στην εκλογική συμμαχία ΠΑΣΟΚ - ΔΗΜΑΡ.

Όμως, η παλαιά φρουρά και ο Βενιζέλος, που στηρίζουν την Φώφη Γεννηματά, νομίζουν ότι μπορούν να αγνοήσουν τον ΓΑΠ και τους οπαδούς του, εν όψει της πολιτικής κατάρρευσης του Ποταμιού, του οποίου ελπίζουν να κληρονομήσουν το μεγαλύτερο κομμάτι.

Δεν αποκλείεται να έχουν δίκιο...

Vasilis είπε...

Το αποτέλεσμα των εκλογών ηταν απογοητευτικό, και χάθηκε άλλη μια ευκαιρία να χτυπηθεί το σάπιο πολιτικό σύστημα. Πλεον η βουλή ειναι 100% μνημονιακή με εξαιρεση τη ΧΑ και το ΚΚΕ που φαινεται να εχουν πιασει ταβάνι και δεν ειναι παρα η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Δυο τελείως γραφικά κόμματα, καρικατούρες του φασιστικου κομματος και του Σταλινισμου στον 21ο αιώνα. Και με ύποπτη σταση και συναλλαγές με το σύστημα .....

Απο την άλλη, ο Λαφαζάνης και οι συντροφοι του κατάφεραν και γελοιοποίησαν το αιτημα εξοδου απο το ευρω με τα γελοια σποτ που κυκλοφορησαν και την ολη σταση τους. Κατέληξε γραφικός και αλλο ενα γκρουπουσκουλο. Και κακως δεν συνεργάστηκαν με το ΕΠΑΜ. Το αποτέλεσμα ειναι πλεον οτι θα συνεχίσουν να παραμενουν στην αφάνεια εναλλακτικές προτάσεις οπως του Καζάκη αφου τα ΜΜΕ δεν πρόκειται να δώσουν βήμα.

Αυτο που θα ακολουθήσει με το αριστερό ΜΝΗΜΟΝΙΟ 3 θα είναι σίγουρα καταστροφικό και ισως μη-αναστρέψιμο για την οικονομία και τον ελληνικό λαό. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα αφανιστεί εκλογικά τα επόμενα χρόνια, αλλα το ιδιο θα συμβει και στην εκλογική πελατεία του (κυριως πρωην πασοκτζήδες δημόσιοι υπαλλήλοι) που θα απολυθούν κατα δεκαδες χιλιάδες με τα νέα μετρα.

Ο κόσμος σε μεγάλο βαθμό δεν δείχνει να έχει επίγνωση της κατάστασης ενω εχω παρατηρήσει οτι αρκετοί δεν ειναι και πληροφορημένοι για το περιεχόμενο του νεου αριστερου μνημόνιου. Υπάρχουν ακομα και τώρα αφελείς που έχουν αυταπάτες οτι ο ΣΥΡΙΖΑ θα τους σβήσει τα χρέη απο τα στεγαστικά !. Άλλοι πανηγυρίζουν γιατι έχουν και καλα "αριστερή" κυβερνηση, λες και έχει καποια σημασία αυτο.

Οι περισσότεροι απολιτικ βέβαια που είχαν "θεοποιήσει" τους τσιπρο-μπαρουφάκηδες και τελικά απογοητεύτηκαν με το νεο μνημονιο δεν πηγαν να ψηφίσουν. Αυτοι πλεον εχουν πεταξει λευκή πετσέτα. Κακως αφου θα μπορούσαν να ψηφίζαν μαζικά διαφορα μικρά εξωκοινοβουλευτικά κόμματα ωστε να τρολάρουν το σύστημα

KOSTAS ZYRINIS είπε...

Το κείμενό σας είναι ακατανίκητο γιατί είναι τόσο μακροσκελές και ανιαρό ώστε να μην διαβάζεται πέρα από τις πρώτες αράδες. Ελπίζω το σχόλιό μου να ἑγκριθεί από τον "συγγραφέα του ιστολογίου".

TassosAnastassopoulos είπε...

Ότι το κείμενό μου είναι ακατανίκητο, Κωνσταντίνε μου, προφανώς είναι. Και αυτό με κάνει να είμαι υπερήφανος, γι' αυτό.

Ως εκ τούτου, ανιαρό δεν είναι. Απλώς, εσύ είσαι, που πικραίνεσαι, από το περιεχόμενό του και ως εκ τούτου, λες κακιούλες.

(Όσον αφορά, την έγκριση του σχολίου σου - όπως και κάθε άλλου - αυτή είναι δεδομένη).

Φιλιά...