Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2018

Αθώο, ή ένοχο, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, για την ελληνική κρατική χρεωκοπία, την κρίση και την κατακρήμνιση της ελληνικής οικονομίας; Προφανώς, ένοχο, αλλά, με ένα τρόπο, που διαφεύγει, από το ευρύ κοινό. (Η ευρωζώνη το PSI, οι τραγικές περιπέτειες και οι βασικές ευθύνες της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας. Πώς, πόσο και γιατί).





Αθώο, ή ένοχο, για την ελληνική κρατική χρεωκοπία, την κρίση και την κατάρρευση, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα;

Και βέβαια, είναι ένοχο, παρά τα όσα θρυλούμενα.

Το πώς, το γιατί και το πόσο, είναι αυτό, που θα εξετάσουμε στο παρόν δημοσίευμα.


Από την αρχή της εισόδου της οικονομίας της χώρας μας και συνακόλουθα, της ελληνικής κοινωνίας στο καθεστώς της σύγχρονης νεοαποικιακής χρεωδουλείας των Μνημονίων, με αφορμή την ελληνική κρατική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010, έχει διατυπωθεί η - πολύ βολική, για την ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία - άποψη, ότι, για όλα αυτά, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν έχει καμμία πραγματική και ουσιαστική ευθύνη. Βέβαια, ο ισχυρισμός αυτός είναι, εξ όψεως, προδήλως, αβάσιμος, αλλά, παρά ταύτα, προβάλλεται, άλλες φορές δίκην προπαγάνδας και άλλες φορές, καλόπιστα, αφού, στην ουσία, αυτό γίνεται, μέσα από μια διαδικασία επιχειρημάτων, που συνιστούν έναν οφθαλμαπατικό αποπροσανατολισμό, ο οποίος, όμως, δεν είναι επουσιώδης. Έχει και ουσία και περιεχόμενο, που πρέπει να καταδείξουμε.

Μάλιστα, η καλλιέργεια αυτή της άποψης έχει επανέλθει, στις ημέρες μας και υποστηρίζεται, από μια επιχειρηματολογία, η οποία δεν μπορεί να αγνοηθεί. Είναι, προφανώς, παραπλανητική η επιχειρηματολογία αυτή, αλλά δεν είναι δυνατόν να μην αντικρουσθεί, διότι οι ισχυρισμοί, στους οποίους επικεντρώνεται, είναι βάσιμοι, αλλά, συγχρόνως, είναι άσχετοι, με τους πραγματικούς, ουσιαστικούς και βαρύτατους λόγους ευθύνης της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας, στην όλη αλύσωση της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας, που ξέσπασε το 2010, προκειμένου να σωθεί το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα (η ευρωμπατιροτραπεζοκρατία), δηλαδή κυρίως, οι γαλλικές, οι γερμανικές και οι ολλανδικές τράπεζες και το σαθρό σύστημα του ευρώ και της ζώνης του.

Φυσικά, στο επίκεντρο των αθωωτικών, για την ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία, συλλογισμών και επιχειρημάτων, βρίσκεται η αδυναμία δανεισμού του ελληνικού κράτους, από την διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία, που εκδηλώθηκε, ως σαφέστατη επιλογή της γερμανικής κυβέρνησης και της Ε.Κ.Τ., τον Νοέμβριο - Δεκέμβριο του 2009 και κλιμακώθηκε, στην συνέχεια, με αποτέλεσμα την ελληνική κρατική χρεωκοπία του Απριλίου - Μαΐου 2010. Αυτό είναι, άλλωστε, πολύ φυσικό, αφού αυτή η αρχική δυσκολία κρατικού δανεισμού, που εξελίχθηκε, σε πλήρη αδυναμία, υπήρξε η λυδία λίθος, για τις καταστροφικές εξελίξεις, που ακολούθησαν.

Έτσι και οι επιχειρηματολογούντες, υπέρ της αθωότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, για την χρεωκοπία της ελληνικής οικονομίας και της μπατιροτραπεζικής ελίτ της χώρας μας, είναι υποχρεωμένοι να αποσείσουν τα βάρη των ευθυνών, από το τραπεζικό σύστημα και την ελίτ του, για την ελληνική κρατική χρεωκοπία και να την μεταφέρουν αλλού - είτε αυτό το αλλού, αφορά, το ίδιο το ελληνικό κράτος (δηλαδή το ελληνικό πολιτικό σύστημα), είτε τους ξένους δανειστές, είτε την ελληνική κοινωνία. Όχι, δηλαδή, ότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα (όχι, όμως, το κράτος) και οι ξένοι δανειστές δεν έχουν τις δικές τους, επίσης βαρύτατες ευθύνες (τις οποίες, βεβαίως, δεν έχει η ελληνική κοινωνία, ως μια κοινωνία διοικουμένων, από την εντόπια ελίτ), αλλά αυτό το αναμφισβήτητο γεγονός δεν απαλλάσσει, από τις δικές της ευθύνες την εντόπια μπατιροτραπεζική ελίτ.

Ας παρακολουθήσουμε την συνάρθρωση της σχετικής επιχειρηματολογίας, για να αντιληφθούμε το περιεχόμενό της και την παραπλάνηση, που, μέσω αυτής της αλύσωσης, γίνεται.

Ο πρώτος κρίκος αυτής της επιχειρηματολογίας επικεντρώνεται, στην άποψη ότι το ιδιωτικό χρέος των ελληνικών τραπεζών δεν μετατράπηκε, πρωτογενώς, σε δημόσιο χρέος και ως εκ τούτου δεν φορτώθηκε, στις πλάτες του πληθυσμού της χώρας.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, αυτή η άποψη, αποδέχεται το αναμφισβήτητο γεγονός ότι το ιδιωτικό χρέος των ελληνικών τραπεζών, μετατράπηκε, μερικώς, σε δημόσιο χρέος, μέσα από τις τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις, που έγιναν, από το 2012 και μετά, αλλά το κύριο σημείο του επιχειρήματος, που προβάλλουν οι υπερασπιστές του, εστιάζεται, στην ανυπαρξία οποιουδήποτε πρωτογενούς επιδραστικού στοιχείου, στην αλληλεπίδραση των ενεργειών του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, στο δημόσιο χρέος της χώρας.

Το επιχείρημα αυτό δεν στερείται βάσεως, όταν επικεντρώνεται, στο γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν είχαν, επισήμως, καταγράψει χρέη, επιπέδου, περίπου, 252 δισ. €, κατά την περίοδο 2008 - 2012 και ως εκ τούτου, ούτε τα δανεικά της τρόϊκας, από το 1ο Μνημόνιο, ύψους 110 δισ. €, και το 2ο Μνημόνιο, ύψους 141 δισ. €, δεν δόθηκαν, για να καλύψουν τις πρωτογενείς ζημιές των ελληνικών τραπεζών. Συνολικά, δηλαδή, ήσαν, προς διάθεση,  251 δισ. €, από τα οποία πρέπει να αφαιρεθούν 35,2 δισ. €, που δεν χρησιμοποιήθηκαν (24,3 δισ. € από το 1ο Μνημόνιο, ενώ, από το 2ο Μνημόνιο, πρέπει να αφαιρεθούν, άλλα 10,9 δισ. €, τα οποία επιστράφηκαν, στις αρχές του 2015, χωρίς να χρησιμοποιηθούν, για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, για την οποία είχαν προβλεφθεί 50 δισ. €). Έτσι, το - πραγματικά διατεθέν - συνολικό ποσόν των δανείων, από τα δύο πρώτα Μνημόνια, φθάνει, στα 215,8 δισ. €, ενώ από το 3ο Μνημόνιο, το διατεθέν, έως το τέλος του 2016, ποσόν των δανείων των ξένων θεσμικών δανειστών φθάνει, στα 38.8 δισ. €.

Ως εκ τούτου, χρήσιμο είναι να δούμε την αιτία της καταστροφής αυτής, η οποία θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, εάν είχαν γίνει οι κατάλληλες ενέργειες, με δεδομένο το γεγονός ότι, μετά την έλευση και την εσωτερίκευση της αμερικανικής χρηματοπιστωτικής κρίσης του φθινοπώρου του 2008, η οποία μετατράπηκε σε μια βαθιά παγκόσμια οικονομική ύφεση, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, στο τέλος του 2009, είχε μια καλή ισορροπία, ανάμεσα στις καταθέσεις (237,5 δισ. €) και στις χορηγήσεις δανείων (240 δισ. €).

Δυστυχώς, αυτές οι ενέργειες, οι οποίες συνοψίζονταν, στην κρατικοποίηση των ελληνικών τραπεζών, δεν έγιναν, με αποτέλεσμα την κατάρρευση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, η οποία, όμως, οφειλόταν, σε δευτερογενείς λόγους και δεν είχαν να κάνουν, με το ίδιο το τραπεζικό σύστημα και την δική του πρωτογενή ευθύνη, η οποία υπήρξε βασικότατη - την οποία, όμως, θα εξετάσουμε αργότερα.

Ας δούμε, τώρα, αυτούς τους δευτερογενείς λόγους της κατάρρευσης της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας.

 Η μπατιροτραπεζοκρατία της χώρας μας κατέρρευσε, λόγω των Μνημονίων και της σαρωτικής οικονομικής κρίσης, που αυτά επέφεραν, με αποτέλεσμα την δραματική πτώση των εισοδημάτων του πληθυσμού, γεγονός, το οποίο, αφ' ενός, μεν, οδήγησε, στην καταστροφική πτώση των τραπεζικών καταθέσεων, αρχικά, το 2010, στα 207 δισ. € (μείωση, κατά 28,5 δισ. €), το 2011, στα 172 δισ. € (μείωση, κατά 35 δισ. €) και το 2012, στα 159 δισ. € (μείωση, κατά 13 δισ. €). Από εκεί και πέρα, υπήρξε μια επανάκαμψη των καταθέσεων, που το 2013 έφθασαν, στο αναιμικό ύψος των 180 δισ. €, για να ξαναπέσουν, το 2014, στα 169 δισ. € και στην συνέχεια να πέσουν, το 2015, κατακόρυφα, στα 123 δισ. €, όπου εξακολουθούν, μέχρι σήμερα, να λιμνάζουν και αφ' ετέρου, δε, να κοκκινίσει ένα τεράστιο μέγεθος των χορηγηθέντων δανείων, με αποτέλεσμα το ελληνικό τραπεζικό σύστημα να φθάσει, στα σημερινά του χάλια, παρά τις τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις, όπως, παραπάνω, περιγράψαμε.

Με δεδομένο το τεράστιο μέγεθος της οικονομικής κρίσης και της ανασφάλειας, που αυτή έφερε, ήταν, απόλυτα, λογικό να συνεχισθεί, με ορμητικό τρόπο, η φυγή των μεγάλων καταθέσεων, στο εξωτερικό, πολύ περισσότερο, που η επιβολή απαγορεύσεων, στην κίνηση των κεφαλαίων, άργησε να γίνει και όταν έγινε, πραγματοποιήθηκε, σε συνθήκες ανοικτής πολιτικής κρίσης και μάλιστα, στο τέλος μιας μακρόσυρτης πολιτικής κρίσης, το καλοκαίρι του 2015, με αποτέλεσμα το ελληνικό τραπεζικό σύστημα να χάσει, πάνω από 115-120 δισ. €.

Η ολοκλήρωση της καταστροφής ήλθε, με το PSI του Φεβρουαρίου του 2012 και τα 27 δισ. €, που απώλεσαν οι ελληνικές τράπεζες, από την όλη διαδικασία, η οποία μείωσε την αξία των ελληνικών κρατικών ομολόγων, που είχαν, στην κατοχή τους (και τα οποία, στην μεγίστη πλειοψηφία τους, υποχρεώθηκαν, από τις κυβερνήσεις των ΓΑΠ και Λουκά Παπαδήμου, καθώς και, ατύπως, αλλά, ουσιαστικά, από τους ξένους θεσμικούς δανειστές, να επαναγοράσουν). Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, έγινε και η πρώτη ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, αμέσως, μετά το PSI.

Αναδιφώντας, μάλιστα, τα σχετικά στοιχεία, μπορούμε να πούμε ότι, παρά τα περί του αντιθέτου λεγόμενα, δεν ήσαν ούτε οι κρατικές εγγυήσεις, που δόθηκαν, υπέρ του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, οι οποίες υποτίθεται ότι συμποσούνται, στα επίπεδα των 250 δισ. €, η αιτία της κατάρρευσης του ελληνικού δημοσίου και του δανεισμού του, από τα Μνημόνια, που στήθηκαν, από τους ξένους θεσμικούς δανειστές. Οι κρατικές εγγυήσεις, οι οποίες θα ρευστοποιούνταν, όταν οι ελληνικές τράπεζες δεν θα μπορούσαν να καλύψουν τις ζημιές, για τις οποίες ήσαν καλυμμένες, ουδέποτε ρευστοποιήθηκαν, διότι η ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία ουδέποτε άφησε ακάλυπτες τις υποχρεώσεις αυτές, για τις οποίες είχε δεχθεί τις κρατικές εγγυήσεις. Έτσι, οι εγγυήσεις αυτές δεν ρευστοποιήθηκαν και δεν επιβάρυναν, φανερά και άμεσα, το δημόσιο χρέος της χώρας.

Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι η ελληνική κρατική χρεωκοπία επιβαρύνθηκε, έμμεσα, από την ύπαρξη αυτών των εγγυήσεων και πριν από το 1ο Μνημόνιο και πολύ περισσότερο, μετά από αυτό και επίσης, αλήθεια είναι ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν έκαναν στάση πληρωμών, λόγω των ανακεφαλαιοποιήσεων, που έγιναν, με τα χρήματα των ξένων δανειστών, που επιβάρυναν το δημόσιο χρέος, αλλά όλα αυτά ήσαν μια έμμεση και δευτερογενής επιβάρυνση, η πρωταρχική αιτία της οποίας βρίσκεται, στην σαφέστατη και πλήρη ανικανότητα του ελληνικού δημοσίου να δανειστεί, από τις χρηματαγορές, με βασική ευθύνη της Ε.Κ.Τ., της γερμανικής κυβέρνησης, του Eurogroup και της Commission, όπως, επίσης και της ελληνικής κυβέρνησης του αχαρικτήριστου ΓΑΠ, που αποδέχτηκε την σαλαμοποίηση της διαδικασίας υπαγωγής της χώρας μας, στο νεοαποικιακό καθεστώς της χρεωδουλείας (μια διαδικασία ξεκίνησε τον Νοέμβριο - Δεκέμβριο του 2009 και ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 2010), που είχαν κατάληξη, την υπογραφή του 1ου Μνημονίου, τον Μάϊο του 2010.

Έτσι, όπως πολλές φορές έχουμε πει, η πραγματική - τοις μετρητοίς - χρηματοδότηση της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας, από τα χρήματα των ξένων θεσμικών δανειστών, η οποία επιβάρυνε το ελληνικό δημόσιο χρέος, κατά την διάρκεια των 3 ανακεφαλαιοποιήσεων των ελληνικών τραπεζών, το 2012, το 2013 και το 2015, έφθασε, κάπου, στα 45, με 47 δισ. €. Βέβαια, οι ελληνικές τράπεζες παραμένουν μπατιριμένες, αλλά αυτό είναι αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης κρίσης, αφού τώρα πλέον, οι μαύρες τρύπες του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, από τα λεγόμενα κόκκινα δάνεια, ανέρχονται, στο 45% του ενεργητικού τους, γεγονός το οποίο είναι, απολύτως, καταστροφικό.

Προφανώς, λοιπόν, όλο αυτό το, πραγματικά διατεθέν, συνολικό ποσόν των 254,6 δισ. €, από τα δάνεια των ευρωθεσμών (Commission, Ε.Κ.Τ., ESM) και του Δ.Ν.Τ., δεν δαπανήθηκε, για τις ελληνικές τράπεζες και τα χρέη τους. Ο όποιος ισχυρισμός, που θέλει να τεκμηριώσει, κάτι το διαφορετικό, είναι αβάσιμος και αστείος. Δεν πήραν, αυτά τα χρήματα οι Έλληνες μπατιροτραπεζίτες και ως εκ τούτου, η επιχειρηματολογία, που θέλει να υπερασπιστεί και να αναδείξει αυτό το γεγονός, είναι ορθή.

Αλλά η συζήτηση, περί της "αθωότητας" της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας, ως προς την ελληνική κρατική χρεωκοπία, σταματάει εδώ, διότι, όπως είπαμε, όλη η επιχειρηματολογία των υπερασπιστών των ενεργειών των μελών της ελληνικής τραπεζικής ελίτ, είναι αποπροσανατολιστική, διότι η χρεωκοπία του ελληνικού δημοσίου, σαφέστατα, οφείλεται και στην ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία, της οποίας οι ευθύνες είναι βαρύτατες, αν και, όπως είναι φυσικό, δεν περιγράφονται.

Αυτές οι ευθύνες της ελληνικής τραπεζικής ελίτ, προφανέστατα, αφορούν τα ελληνικά κρατικά ομόλογα και την - κοινότατα, διαδεδομένη, αν και μη ομολογημένη, προ της οικονομικής κρίσεως του 2008 - τοξικότητά τους. Ως εκ τούτου, η συμπερασματολόγηση των υπερασπιστών της επιχειρηματολογίας, που αθωώνει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, για την ελληνική κρατική χρεωκοπία του 2010, με τον ισχυρισμό ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν κατείχε τοξικά ομόλογα και ως εκ τούτου, δεν φταίει, όπως έφταιγαν τα αντίστοιχα τραπεζικά συστήματα, για τις κρίσεις, σε Ιρλανδία, Ισπανία και Κύπρο, είναι ψευδής και αποπροσανατολιστική. Βέβαια, δεν είναι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, μόνο του, υπεύθυνο, για την χρεωκοπία αυτή, όπως έχουμε πει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αθώο. Κάθε άλλο.

Επίσης, προφανέστατα, τα Μνημόνια έφεραν την κρίση και την κατάρρευση των ελληνικών τραπεζών, όπως, επίσης, το 2013, έφεραν και την κρίση στην κυπριακή οικονομία, η οποία ήταν φορτωμένη με ελληνικά κρατικά ομόλογα, που κουρεύτηκαν, με το ελληνικό PSI, αλλά πριν από αυτή την διαδικασία, είχε προϋπάρξει μια άλλη, πολύ σημαντική αλύσωση γεγονότων, τα οποία οδήγησαν, αναπόφευκτα, στην ελληνική κρατική κατάρρευση του 2010.

Αυτή η αλύσωση των γεγονότων, μπορεί, εσκεμμένα και συστηματικά, να λησμονήθηκε (ορθότερα : να μην επισημάνθηκε, καν), αλλά αυτό δεν αλλάζει το περιεχόμενο αυτών των αλυσιδωτών συμβάντων, ούτε και εξαφανίζει, ή περιθωριοποιεί, την καίρια σοβαρότητα της πρωταρχικής ευθύνης και της καθοριστικής συμμετοχής του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, στην μακρά διαδικασία, που οδήγησε, στην επισημοποίηση της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας, τον Απρίλιο του 2010.

Κάπου εδώ, είμαστε υποχρεωμένοι να πιάσουμε τον ταύρο, από τα κέρατα και να αναφερθούμε, στο ευρώ και την ζώνη του, που, εκ των πραγμάτων, αποτελούν το ύστατο καταφύγιο όσων, εκ των υπερασπιστών του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, προβάλλουν την εξεζητημένη και ορθή επιχειρηματολογία, που αγγίζει τις ευθύνες αυτών των καίριων παραγόντων της ελληνικής κρίσης.

Προφανώς, η ευρωζώνη αποτελεί τον κύριο λόγο της ελληνικής χρεωκοπίας. Αλλά το ευρώ και η ζώνη του, δεν φταίνε, αφ' εαυτών, για την ελληνική κρίση και την κρατική χρεωκοπία της χώρας μας, αφού θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια πολύ καλή ευκαιρία γοργής ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, από την βαθιά ύφεση του 2008, εάν η ελληνική οικονομία δεν είχε ενταχθεί, στην ευρωζώνη. Κάποιοι την έβαλαν, μέσα σε αυτήν, αγνοώντας και παρακάμπτοντας τις τραγικές επιπτώσεις, που όλοι γνώριζαν (και που όφειλαν να γνωρίζουν).

Όπως έχουμε τονίσει, επανειλημμένα, από την αρχή της ελληνικής κρίσης, αλλά και πρόσφατα [δείτε τα δύο τελευταία δημοσιεύματα, σε αυτό εδώ το μπλογκ : (Μια ανασκόπηση του ελληνικού δημόσιου χρέους και των ποσών των δανείων των ευρωθεσμών και του ΔΝΤ κατά την περίοδο 2010 - 2016 και οι αποκλειστικές ευθύνες της εντόπιας ελίτ και των ευρωζωνιτών, μέσα και από τα λόγια του Λουκά Παπαδήμου και 2010 - 2017 : Η ελληνική οικονομία υπό το καθεστώς των 3 Μνημονίων 8 χρόνια, μετά. (Μια ψύχραιμη αποτίμηση των αποτυχιών και των επιτυχιών των μνημονιακών στόχων, που έχουν θέσει οι ξένοι δανειστές και η φιλοτομαριστική συμπεριφορά της εντόπιας ελίτ)], η καταστροφή, που επήλθε, δεν προέκυψε, από μια κάποια μικρή, ή μεγάλη τυχαιότητα. Κάθε άλλο.

Η είσοδος της Ελλάδας, την 1/1/2002, στην ευρωζώνη, συνοδεύτηκε, από μια αφανή, σιωπηρή και υπόκωφη χρεωκοπία του ελληνικού δημοσίου, η οποία, όσο και αν, τότε, κουκουλώθηκε, από το εντόπιο, αλλά και το λοιπό ευρωζωνικό ελιτιστικό κατεστημένο των χωρών της νομισματικής ένωσης (με κυρίαρχες την Γερμανία και την Γαλλία, αλλά και την μπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ.), προέκυψε, από το απλούστατο γεγονός της ύπαρξης ενός μεγάλου δημόσιου χρέους, το οποίο, τότε, αλλά και πολύ πριν, από το 2002 (ήδη, από το 1993) υπερέβαινε το 100% του ελληνικού ΑΕΠ, το οποίο, λόγω της τοκογλυφικής υφής του, σωρευόταν, από χρόνο, σε χρόνο, με σαρωτικούς ρυθμούς και με ταχύτητες πολύ μεγαλύτερες από την αύξηση των δημοσίων εσόδων, η οποία όλα αυτά τα χρόνια, μέχρι το 2010, ήταν, από αρνητική, έως μικρή και σε κάθε περίπτωση, αναιμική.

Όπως, επίσης, έχουμε τονίσει, όλα αυτά συνέβησαν, εξ αιτίας της φύσεως και της δομής της ελληνικής οικονομίας, η οποία είναι, κατά βάση, μια οικονομία μικρομεσαίων επιχειρήσεων και αυτοαπασχολουμένων, με αποτέλεσμα το ελληνικό δημόσιο να μην μπορεί να έχει μια σταθερή βάση εσόδων, πάνω στην οποία να μπορεί να υπολογίζει τις ετήσιες εισπράξεις του και να μην μπορεί ελέγξει τις πηγές των εσόδων του, σε αντίθεση, με τις δαπάνες του, τις οποίες μπορούσε να υπολογίσει, να τις ελέγξει και να τις πραγματοποιήσει - πριν την είσοδο της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, το 2002 -, με την χρήση του χρηματοοικονομικού μηχανισμού του seigniorage, δηλαδή με την χρηματοδότηση των κρατικών εξόδων, με την εκτύπωση χρήματος (της τάξεως του 10% των κρατικών δαπανών, κατά ετήσιο μέσο όρο και όταν χρειαζόταν, κάτι παραπάνω), στο ελληνικό νομισματοκοπείο, μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία ήταν, κάτω από άμεσο κυβερνητικό/κρατικό έλεγχο.

Όμως, αυτός ο μηχανισμός χρηματοδότησης των κρατικών δαπανών της χώρας μας σταμάτησε την 1/1/2002, με την κατάργηση της δραχμής και την υιοθέτηση του ευρώ, αφού το δικαίωμα εκτύπωσης χρήματος πέρασε στα χέρια της Ε.Κ.Τ., παράρτημα της οποίας έγινε και η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία έπαυσε να δέχεται εντολές, από την Αθήνα. Αυτό, αμέσως, με την ένταξη της Ελλάδας, στο ευρώ και την ζώνη του, οδήγησε στην δημιουργία ενός τεράστιου χρηματοδοτικού κενού, ως προς την κάλυψη των κρατικών δαπανών, οι οποίες, στο μέγιστο μέρος τους (κατά 70-75%), κατευθύνονταν, στην αναχρηματοδότηση του ελληνικού δημόσιου χρέους, όπως δείχνει, άλλωστε, σαφέστατα και δίχως κάποια σοβαρή αμφισβήτηση, ο πίνακας, που παρουσιάζω (για πολλοστή φορά) και στην αρχή του παρόντος δημοσιεύματος.

Αυτή είναι και η αιτία της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας, η οποία συνέβη, ήδη, τότε, με την κατάργηση της δραχμής και την υιοθέτηση του ευρώ, δηλαδή ενός νομίσματος, το οποίο, ουσιαστικά, άμεσα και στην πράξη λειτούργησε και λειτουργεί, ως ξένο νόμισμα, για την ελληνική οικονομία, η κυκλοφορία του οποίου δεν ελέγχεται από τα θεσμικά όργανα της χώρας μας, αλλά από την Φραγκφούρτη και τα συμφέροντα, που η ευρωμπατιροτραπεζοκρατία υπερασπίζει και εκπροσωπεί, τα οποία αποσκοπούν, στην διαφύλαξη των κερδών των μεγάλων ελίτ (πρωτευόντως, της γερμανικής, της ολλανδικής και της γαλλικής ελίτ και δευτερευόντως, της ισπανικής και της ιταλικής) και όχι τις ανάγκες αναδιανομής του πλούτου, όπως, εξ ανάγκης και εκ των πραγμάτων, ήταν υποχρεωμένη να πράξει η ελληνική (αλλά και η ιταλική και η ισπανική) ελίτ, με την εκτύπωση χρήματος.

Με αυτόν τον τρόπο, η εντόπια ελίτ μετέτρεψε, βλακωδώς και ηλιθιωδώς, ένα μαλακό και εύκολα, χρηματοδοτίσιμο δημόσιο χρέος, όπως ήταν το ελληνικό δημόσιο χρέος, το οποίο, μάλιστα, ήταν εκφρασμένο, κατά 80-85%, στο τοπικό νόμισμα της χώρας, την δραχμή, σε ένα σκληρό και αδύνατο να χρηματοδοτηθεί, αυτογενώς, από την ελληνική οικονομία, δημόσιο χρέος, εκφρασμένο, σε ένα, οιονεί και εν τοις πράγμασι, ξένο νόμισμα, στο ευρώ. Κάπως, έτσι, το ελληνικό δημόσιο χρεωκόπησε, αφανώς, ήδη, από την 1/1/2002, γεγονός το οποίο κρύφτηκε, τότε, χάριν των ανοήτων και αρχοντοχωριατικών σκοπιμοτήτων, που είχε, τότε, η εντόπια ελίτ, με επί κεφαλής την διεφθαρμένη κυβέρνηση των, από στρατηγική άποψη, βλακών του Κώστα Σημίτη, όπως και η ευρωμπατιροτραπεζοκρατία, μαζί με τις κυβερνήσεις του Lionel Jospin και του Gerhard Schröder, στην Γαλλία και στην Γερμανία.

Και εδώ, είναι, που αρχίζει ο εντοπισμός των πρωτογενών και βαρύτατων ευθυνών της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας, για την έλευση της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας, για τα Μνημόνια της πεονικής Κατοχής και για την ολέθρια οικονομική κρίση, που ακολούθησε.

Η ηγεσία της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας, ο καταστροφικός Λουκάς Παπαδήμος, ο Νίκος Γκαργκάνας, ο Γιώργος Προβόπουλος, ο Γιάννης Στουρνάρας (που ήταν ο επί κεφαλής της ελληνικής διαπραγματευτικήε ομάδας, με τους ευρωζωνίτες) και όλη η ελίτ του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, γνώριζαν, πολύ καλά και από πρώτο χέρι, όσα, παραπάνω, αναφέρονται και περιγράφονται. Μάλιστα, όπως πολλές φορές έχουμε πει, ο, τότε - από το 1994 - Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Λουκάς Παπαδήμος είχε περιγράψει, σαφέστατα, στον έγκριτο δημοσιογράφο και, τότε (το 2002), ευρωβουλευτή Γιάννη Μαρίνο (δείτε, χαρακτηριστικά, το : Μια ανασκόπηση του ελληνικού δημόσιου χρέους και των ποσών των δανείων των ευρωθεσμών και του ΔΝΤ κατά την περίοδο 2010 - 2016 και οι αποκλειστικές ευθύνες της εντόπιας ελίτ και των ευρωζωνιτών, μέσα και από τα λόγια του Λουκά Παπαδήμου), την καταστροφική εξέλιξη, που θα ακολουθούσε την είσοδο της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, αλλά παρά ταύτα, έπραξε ό,τι έπρεπε και ό,τι δεν έπρεπε, για να βοηθήσει την ένταξη της Ελλάδας, στην ζώνη του ευρώ.

Και σε αυτό δεν ήταν μόνος του ο Λουκάς Παπαδήμος, αφού είχε, στο πλευρό του, σύσσωμη, όλη την ελληνική μπατιροτραπεζική ελίτ, η οποία στήριξε την πολιτική επιλογή του Κώστα Σημίτη και του συνόλου, σχεδόν, της εντόπιας ελίτ, η οποία, τότε, διακατεχόταν, από μια αρχοντοχωριατική λογική ενός ξέφρενου και δουλικού ευρωλιγουρισμού και από την άτοπη και ανόητη λογική της, απραγματοποίητης, στα πλαίσια της καπιταλιστικής παραγωγής και  της συναφούς, με αυτήν, χρηματοοικονομίας, "αειφόρας ανάπτυξης", η οποία τσακίστηκε, μέσα στον βάλτο της βαθιάς οικονομικής ύφεσης του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, τον Σεπτέμβριο του 2008.

Αλλά οι βαρύτατες ευθύνες της ελληνικής μπτιροτραπεζικής ελίτ δεν εξαντλούνται, μόνο, στην στήριξη, από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, της καταστροφικής στρατηγικής επιλογής της ένταξης της Ελλάδας, στο ευρώ και την ζώνη του. Πηγαίνουν, πολύ πιο πέρα, από αυτές.

Με δεδομένη την γνώση του γεγονότος ότι η ελληνική κρατική χρεωκοπία είχε, ήδη, την 1/1/2002, άτυπα και υπόκωφα, επέλθει, οι ελληνικές τράπεζες, με την μετατροπή, σε ευρώ, των δραχμικών κρατικών ομολόγων, είχαν καταστεί τοξικές, εξ αιτίας του γεγονότος ότι είχαν φορτωθεί, με αυτά τα άχρηστα και καταφανώς, υπερτιμημένα ελληνικά κρατικά ομόλογα, τα οποία, στην πραγματικότητα, είχαν μηδενική αξία. Αυτό το γεγονός, βέβαια, άργησε να επισημοποιηθεί, αφού άρχισε, σιγά-σιγά, να έρχεται, στην επιφάνεια, από το τέλος του 2008, αλλά αυτή η εξέλιξη δεν επηρεάζει την, ήδη, από το 2002, διαμορφωμένη αντικειμενική πραγματικότητα, που μόλις, περιγράψαμε. 

Για να ξεφορτωθεί αυτά τα τοξικά ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, που είχαν καταστήσει τοξικά και τα δικά του περιουσιακά στοιχεία, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και η μπατιροτραπεζική ελίτ του, προχώρησαν, στην μεταβίβασή τους, στην ευρωπαϊκή και στην διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία (γαλλικές, γερμανικές, ολλανδικές, ιταλικές ισπανικές και κυπριακές τράπεζες, αλλά και αλλού, εκτός ευρωζώνης), με αποτέλεσμα να μεταφέρουν και να συνεχίσουν να μεταφέρουν, στην πορεία των ετών, που ακολούθησαν, μέχρι το 2010, τον συστημικό κίνδυνο της τραπεζικής πτώχευσης, εκτός Ελλάδας.

Αλλά η ευρωπαϊκή και η διεθνής μπατιροτραπεζοκρατία, όταν τα πράγματα, στην ευρωζώνη, έσφιξαν, δεν ήσαν διατεθειμένες να αποδεχθούν, χωρίς να αντιδράσουν, αυτήν την διαρκή μεταφορά του συστημικού κινδύνου των τραπεζικών πτωχεύσεων. Αυτός ήταν και ο λόγος της δημιουργίας του 1ου Μνημονίου, το οποίο αποσκοπούσε, στην διάσωση του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος, της ευρωζώνης και της διεθνούς μπατιροτραπεζοκρατίας, με την μερική επαναφορά του κινδύνου αυτού, που αποτελούσαν τα σκουπίδια των ελληνικών κρατικών ομολόγων, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, δια της άτυπης, μεν, αλλά ουσιαστικής, δε, επαναγοράς των μηδενικής αξίας ελληνικών κρατικών ομολόγων, από την ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία, αλλά και από άλλους ελληνικούς κρατικούς θεσμικούς επενδυτές (νοσοκομεία, ασφαλιστικά ταμεία, πανεπιστήμια κλπ), γεγονός το οποίο έγινε, με την υπογραφή του 1ου Μνημονίου, τον Μάϊο του 2010, όπως και όλων όσων, στην συνέχεια, ακολούθησαν.

Για τον λόγο αυτόν, που, όπως, δείξαμε, είναι η επαναφορά του πρωτογενούς συστημικού κινδύνου, που αποτελούσαν τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, στην ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία, είναι που κατέρρευσε το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, από το 2010 και μετά.

Και αυτό το γεγονός είναι, που δείχνει, πέρα από κάθε αμφιβολία, την πρωτογενή ευθύνη του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, στην έλευση της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας, στην υπογραφή των Μνημονίων και στην σαρωτική οικονομική κρίση, που ακολούθησε, και καλά κρατεί, μέχρι σήμερα και για πολύ χρόνο ακόμη.

Αυτή η βαρύτατη πρωτογενής ευθύνη (και ως συνευθύνη) της ελληνικής μπατιροτραπεζικής ελίτ, μπορεί να έχει - και έχει -, πολύ τεχνηέντως, αποκρυβεί, από το ευρύ, όπως και από το αρκετά, ενημερωμένο κοινό. Όμως, όσο και να κρύβεται αυτή η ενοχή, αυτό δεν σημαίνει ότι έχει παύσει να υπάρχει.

Υπάρχει και παραϋπάρχει. Και όσο περνάει ο καιρός, αποκαλύπτεται.

Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι, λοιπόν, ένοχο, με έναν τρόπο, που διαφεύγει, από το ευρύ κοινό.

Σε αυτή την αποκάλυψη, αυτής της, καλά κρυμμένης, αλήθειας είναι που αποσκοπεί το παρόν δημοσίευμα.

Και νομίζω ότι έκανε καλά την δουλειά του...

2 σχόλια:

NF είπε...

To σέινιορατζ το πληρωναμε με πληθωρισμο αγαπητε. There is no free lunch.
Ωστοσο η νομισματοποιηση του Χρεους επετρεπε την ανακυκλωση του. Εχερε δικιο επι αυτου.

Εκ των πραγματων ηταν ολεθριο λαθος η εισοδος στο ευρω με Χρεος 110 % του ΑΕΠ και τετοιες διαρθρωτικες αδυναμιες. Δυστυχως ο βλαξ Σημιτης ηθελε αρον αρον να μας βαλλει, και ιδου τα αποτελεσματα.

Σε οτι αφορα τους τραπεζιτες, πιθανον εχετε δικιο. Δωσαμε τα σκουπιδια μας στους Ευρωπαιους, και αυτοι μας τα επεστρεψαν οταν αρχισαν να "βρωμουν"......

TassosAnastassopoulos είπε...

Το ουσιώδες, ζήτημα είναι ότι αυτοί (οι ευρωμπατιροτραπεζίτες, αλλά και οι άλλοι), που αγόραζαν τα ελληνικά σκουπίδια των ομολόγων, του ελληνικού δημοσίου - και πριν και μετά το 2002 -, γνώριζαν, πολύ καλά, ότι ήσαν σκουπίδια και μετά έκαναν τους ανήξερους, τους έκπληκτους και τους... εξαπατημένους.