Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

1909 - 1922 Οθωμανική Αυτοκρατορία : Από τους Νεότουρκους, στους Κεμαλιστές. (Από την πολιτική των εκτοπίσεων, στην γενοκτονία και στην ολοκληρωμένη εθνοκάθαρση).






Adolf Hitler (22/8/1939) : "Ποιός θυμάται, σήμερα, την σφαγή των Αρμενίων;"


Τελικά, τί ήταν αυτό, που συνέβη, στους χριστιανικούς - τους μη τουρκικούς - πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (στους Αρμένιους, καθ' ολοκληρίαν, όπως, επίσης και σε εκτεταμένα τμήματα των Ρωμιών), από το 1913, δηλαδή, από την εποχή, που την εξουσία είχαν οι Νεότουρκοι του κόμματος "Ένωση και Πρόοδος", μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1922, όταν, στην Σμύρνη και στα μικρασιατικά εδάφη, από την ανατολή, μέχρι την δύση, παγιώθηκε η κυριαρχία των ανταρτικών μπουλουκιών του Μουσταφά Κεμάλ, ύστερα, από την συντριβή του ελληνικού στρατού, στην Μικρά Ασία;

Ήταν γενοκτονία;

Ήταν εθνοκάθαρση;

Ήταν μια συνήθης - ή, έστω και ασυνήθης - διαδικασία εκτοπισμών, η οποία υπήρξε αποτέλεσμα του πολέμου και των αναγκών του και η οποία ξέφυγε και εξετράπη, κάποιες φορές, σε υπερβολές τοπικού χαρακτήρα;

Ή όσα συνέβησαν, τότε, ήταν ένας συνδυασμός όλων αυτών - και κυρίως των δύο πρώτων;

Δεν είναι ο νομικός χαρακτηρισμός των όποιων εγκληματικών πράξεων, αυτό, που έχει ενδιαφέρον, στην συγκεκριμένη περίπτωση. Εκείνη την εποχή, άλλωστε, οι πράξεις αυτές δεν είχαν το αξιόποινο περιεχόμενο, που τους προσδόθηκε, αργότερα - πολύ αργότερα -, μετά τον δεύτερο ευρωπαϊκό πόλεμο του 20ου αιώνα, ο οποίος, όπως και ο πρώτος, μετεξελίχθηκε, σε παγκόσμιο πόλεμο.

Ως, εκ τούτου, από την άποψη της τυπικής νομιμότητας, η γενοκτονία και η εθνοκάθαρση, εάν καταλογισθούν, στους Οθωμανούς, δεν παράγουν κάποια έννομα αποτελέσματα. Όπως, επίσης και η διαδικασία των εκτοπισμών, σε καιρό και ένεκα του πολέμου, δεν είναι, από μόνη της, αξιόποινη πράξη.

Όμως, οι πράξεις αυτές, μπορεί να μην περιέχουν νομική αξία, αλλά, πέραν, από οποιονδήποτε νομικό φορμαλισμό, η γενοκτονία και η εθνοκάθαρση, ως πράξεις, έχουν μια τεράστια ηθική αξία. Συγκροτούν, δηλαδή, μια τεράστια, βαρύτατη και κυριολεκτικά, ασήκωτη ηθική απαξία. Και αυτή η βαρύτατη ηθική απαξία, ως προσδιορισμός του περιεχομένου των πράξεων της γενοκτονίας και της εθνοκάθαρσης, είναι αυτό, που μας ενδιαφέρει.

Γενοκτονία και εθνοκάθαρση είναι πράξεις, που συμπλέκονται, αφού η εθνοκάθαρση, ως, επί μέρους, σκοπός, εμπεριέχεται, στην γενοκτονία. Η τελευταία, όμως, έχει ένα πολύ ευρύτερο περιεχόμενο, αφού, έκείνοι, που την διαπράττουν - τα κράτη και οι αξιωματούχοι τους - αποσκοπούν και προσανατολίζουν την δράση τους, στην επιδίωξη της συστηματικής και προφανώς, βίαιης εξόντωσης μιας ολόκληρης φυλής, ή ενός έθνους, ή κάποιας κοινωνικής ομάδας, ή, έστω, τμημάτων, αυτών των κοινωνικών σχηματισμών, σε έναν συγκεκριμένο τόπο.

Η γενοκτονία μπορεί να πραγματοποιηθεί, με μαζικούς φόνους, όλων, ή ενός τμήματος των μελών της φυλής, ή του έθνους, σε συνδυασμό, με την οργανωμένη, συστηματική και ποικιλόμορφη, από απόψεως μέσων, εξασθένισή τους, μέχρι το σημείο εκείνο, που οδηγεί, στην ταχεία, αλλά και στην βαθμιαία εξάλειψη της φυλής και του έθνους, από τον τόπο, στον οποίο βρίσκονται τα μέλη τους και στην διαφοροποίηση, στην αλλοίωση και στην εξαφάνισή τους, με την απώλεια των φυλετικών, ή των εθνικών χαρακτηριστικών τους.




Σωροί πτωμάτων, ανεξαρτήτως, ηλικίας και φύλου. Οι Νεότουρκοι και οι κεμαλιστές δεν έκαναν διάκριση. Κτυπούσαν, στο ψαχνό...



Όπως και να εξετάσει κάποιος τις πρακτικές. που εφαρμόστηκαν, από τους Νεότουρκους, από το 1908, που ανέλαβαν την εξουσία και οι οποίες σχεδιάστηκαν και καθοδηγήθηκαν, από Γερμανούς αξιωματικούς, με πρώτον, από όλους, τον στρατηγό Otto Liman von Sanders, αυτές, στην εξέλιξή τους, εμπεριέχουν όλα τα χαρακτηριστικά της γενοκτονίας.
 
Η αλήθεια είναι ότι οι Νεότουρκοι δεν έκρυβαν τις προθέσεις τους, αν και επίσης, αλήθεια είναι και το γεγονός ότι, στην αρχή, υποσχέθηκαν την δημιουργία μιας νέας και ισορροπημένης πολυεθνικής και πολυπολιτισμικής κοινωνίας - πάντοτε, βέβαια, υπό την κυριαρχία των Τούρκων. Πολύ γρήγορα, όμως, οι αυταπάτες, που οι αρχηγοί των Νεοτούρκων καλλιεργούσαν, έγιναν ορατές, ως προς το εξωπραγματικό, ψευδές και υποκριτικό τους περιεχόμενο.

Αυτή η εξέλιξη δεν ήταν, καθόλου, αφύσικη. Το γιατί, η εξέλιξη αυτή ήταν, απολύτως, φυσιολογική, το περιγράφει, καλύτερα, από όλους, η Rosa Luxemburg, η οποία, χαρακτηρίζοντας το νεοτουρκικό κίνημα και την κυβέρνησή του, ως κοινωνικά, ανώριμα και ως εκ τούτου, αντεπαναστατικά σχήματα (σε αντίθεση, με τον Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, που έβλεπε τους Νεότουρκους, ως "υποδείγματα επαναστατών", λέγοντας ότι "εγώ και οι μπολσεβίκοι είμαστε οι Νεότουρκοι της σοβιετικής επανάστασης", τους οποίους, το 1921 και στήριξε, έστω και αν αυτό το έκανε, σε μια διαφοροποιημένη γεωπολιτική συγκυρία, από την εποχή, που η Rosa Luxemburg, είχε προβεί, στις ορθότατες εκτιμήσεις της, για τον Νεοτουρκισμό και την οθωμανική Τουρκία, διακηρύσσοντας ότι : "Καμιά χώρα δεν έχει ελπίδα, για πρόοδο, εφ’ όσον μένει, υπό τουρκική κυριαρχία. Για το ανατολικό ζήτημα, το καθήκον μας είναι να δεχτούμε τον κατακερματισμό της Τουρκίας και να δείξουμε αμέριστη συμπαράσταση, προς τους χριστιανικούς λαούς"), θεωρούσε ότι η Τουρκία ήταν αδύνατο να αναγεννηθεί, διότι δεν αποτελούσε μιαν ενιαία χώρα, αλλά ήταν ένα σύνολο διαφορετικών χωρών - εννοώντας, φυσικά, το απλούστατο και πασιφανές γεγονός ότι η Οθωμανία δεν ήταν μια κοινωνία, την οποία συνάθρωναν λειτουργικοί ενοποιητικοί μηχανισμοί, αλλά ένα ασύνδετο σύνολο διαφορετικών κοινωνιών, τις οποίες ένωνε η σουλτανική αυταρχία, ως ένας μηχανισμός άσκησης της ωμής βίας και της εξουσίας ενός ξένου κατακτητή, που - στην καλύτερη των περιπτώσεων, αν και όχι, πάντα, - εξέφραζε, μόνον μία, από αυτές τις διαφορετικές κοινωνίες/χώρες.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών, σύμφωνα, με την Rosa Luxemburg, δεν ήταν άλλο, από το γεγονός ότι η κρίση της Ιστορίας, για την Τουρκία - δηλαδή, για την Οθωμανική Αυτοκρατορία - είχε βγει. Και αυτή η κρίση, δεν ήταν άλλη, από το ότι η παλαιά και μακραίωνη Οθωμανία βάδιζε, προς την διάλυση, ενώ, η ανάληψη, από την Γερμανία του Κάϊζερ Βίλχελμ Β', της προσπάθειας, για την ανάσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήταν το μακιγιάρισμα ενός νεκρού, τον οποίο προσπαθούσαν να εμφανίσουν, ως ζωντανό.

Φυσικά, η Ρόζα είχε δίκιο. 

Η Οθωμανία κατέρρεε. Αλλά αυτό συνέβαινε, όχι μόνον, επειδή ήσαν τέτοιες οι εσωτερικές δυνάμεις, που την ωθούσαν, προς τον αφανισμό, αλλά και δευτερευόντως, επειδή η ελίτ των Νεότουρκων είχε πάρει μέρος, στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, στο πλευρό της λάθος πλευράς. Έτσι και η ήττα της Γερμανίας, λειτούργησε, ως καταλύτης, για την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η συντριπτική ήττα που υπέστησαν οι Νεότουρκοι, κυρίως, στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο του 1912 - 1913, τους οδήγησε, στο να προσπαθήσουν να πάρουν την εκδίκησή τους, συμμετέχοντας, το 1914, στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, στο πλευρό των Γερμανών. Οι Νεότουρκοι εκτίμησαν ότι νικητές, στον πόλεμο αυτόν, θα ήσαν η Γερμανία και οι Κεντρικές Δυνάμεις και ότι η Αγγλία, η Γαλλία, η Ρωσία και όλοι οι άλλοι σύμμαχοι της Αντάντ θα ηττώντο.

 
Αλλά, πέρα από τις όποιες εκτιμήσεις, για την τελική κατάληξη του πολέμου, οι οποίες, στην πορεία μπορούσαν και να αλλάξουν, ο βασικός πρακτικός λόγος, που οι Νεότουρκοι, πήραν το μέρος των Γερμανών, ήταν το γεγονός ότι η Γερμανία τους υποσχέθηκε ότι θα επανακτούσαν την Αίγυπτο, την Λιβύη και το Σουδάν. Οι εκτιμήσεις, μάλιστα του γαλλικού υπουργείου των Εξωτερικών, ήσαν ότι "όταν οι πολεμικές επιχειρήσεις δεν ήσαν ευνοϊκές, κυρίως, λόγω της ρωσικής προέλασης στην Τουρκία, τότε, οι Γερμανοί, για να συγκρατήσουν την τουρκική αγανάκτηση, τους έστρεψαν εναντίον των Αρμενίων και των Ελλήνων, των οποίων άρχισαν την συστηματική εξόντωση, με κατασχέσεις, βιασμούς, εξορίες, και σφαγές".

Βέβαια, τα πράγματα ήσαν και εξελίχθηκαν, πολύ πιο πολύπλοκα, από όσο έβλεπαν οι Γάλλοι εκείνη την εποχή. Προφανώς, ο Otto Liman von Sanders και το γερμανικό στρατιωτικό επιτελείο έπαιξαν τον ρόλο τους, στον σχεδιασμό στην οργάνωση και στην εκτέλεση των γενοκτονιών, που διέπραξαν οι Νεότουρκοι. Αλλά, ο σχεδιασμός αυτός δεν ήταν εισαγόμενος, στην Οθωμανία εκείνης της εποχής. Ήταν προϊόν των αξιωματικών του τουρκικού στρατού, που ήλθε, ως μια, χωρίς ελπίδα, προσπάθεια διάσωσης της αυτοκρατορίας, που κατέρρεε, αφού - και όσο - δεν μπορούσε να ακολουθήσει τα γοργά βήματα των σύγχρονων καιρών των αρχών του 20ου αιώνα.







Μέσα σε αυτό το μακάβριο σκηνικό, δεν μπορούσαν να λείψουν οι κρεμάλες. Όπως, επίσης, δεν μπορούσαν να λείψουν και οι αναμνηστικές φωτογραφίες των Νεότουρκων και των κεμαλιστών, με τα θύματά τους, μετά την "επιτέλεση του καθήκοντος"...




Όταν, λοιπόν, οι απάτες και οι αυταπάτες έδωσαν, πολύ γρήγορα, την θέση τους, στην σκληρή πραγματικότητα, που βίωνε η Οθωμανία, τότε, ο νεοτουρκικός εθνικισμός έδειξε, εκ των πραγμάτων, το πραγματικό του πρόσωπο, το οποίο δεν ήταν άλλο, από αυτό του απροκάλυπτου ρατσισμού. Μέσα, στα πλαίσια του ασταθούς και ασύνδετου πολυεθνικού και πολυκοινωνικού σχηματισμού του οθωμανικού κρατικού μορφώματος, έτσι, όπως αυτό εξελίχθηκε, μέσα στους αιώνες, με εκκίνηση, πολύ πριν, από την άλωση της Κωνσταντινούπολης, το 1453 και με κατάληξη το οθωμανικό κράτος των δύο πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα, ο ρατσισμός, ως κυρίαρχη κρατική ιδεολογία, του νεοτουρκισμού, ήταν αναπόφευκτος.

Έτσι, οι Νεότουρκοι υπήρξαν καθαροί, ως προς τους στόχους τους, οι οποίοι δεν ήσαν άλλοι, από την μετατροπή της θεοκρατικής αυτοκρατορίας των μουσουλμάνων Οθωμανών, από ένα σύνολο πολυεθνικών και πολυφυλετικών κοινωνιών, σε ένα εθνικό κράτος των Τούρκων. Μπορεί να άργησαν, κάπως, διότι την πρόβα των γενοκτονιών την ξεκίνησαν ενωρίς, δηλαδή από το 1909, να προβούν, στην ιδεολογική διακήρυξη του ρατσιστικού περιεχομένου της ιδεολογίας τους και στην ανάδειξη της πρακτικής πολιτικής τους πλατφόρμας, για την γενοκτονία των μη τουρκικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά, τον Οκτώβριο του 1911, στην Θεσσαλονίκη, οι Νεότουρκοι του κόμματος "Ενωση και Πρόοδος", που κυβερνούσαν την Οθωμανία, αποφάσισαν, στο συνέδριό τους, που έγινε, στην Πλατεία Ελευθερίας, την εξόντωση των μη μουσουλμανικών εθνοτήτων και τον βίαιο εκτουρκισμό των μουσουλμανικών πληθυσμών της χώρας.




Ένα βίντεο, πριν από 30 χρόνια, για την γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και των Αρμενίων, περιγράφει, με μεγάλη ακρίβεια, την παλαιά επίσημη εκδοχή της ελληνικής ιστοριογραφίας, για το τί συνέβη, στην περίοδο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και το οποίο δεν είναι τίποτε λιγότερο, από γενοκτονία. Αυτή η παλαιά ελληνική επίσημη ιστοριογραφική εκδοχή, είναι, προφανώς, συμφεροντολογική, για τους Έλληνες, ως ενοχοποιητική, για την ελίτ της γειτονικής χώρας, μια ελίτ, η οποία είναι η νόμιμη κληρονόμος των κεμαλιστών και των Νεοτούρκων, που έφεραν, εις πέρας, αυτό το αποτρόπαιο γενοκτονικό έργο. Όμως, η διαπίστωση αυτή, που αφορά το εγκαθιδρυμένο συμφέρον των Ελλήνων και του ελληνικού κράτους, στην στήριξη της αφήγησης και της περιγραφής των πράξεων των οργάνων του οθωμανικού κράτους, σε βάρος των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας, ως πράξεων γενοκτονίας, δεν σημαίνει ότι η αφήγηση αυτή είναι ψευδής. Προφανώς, είναι μονομερής, αλλά, στις γενικές της γραμμές, είναι αληθής. Αργότερα, κάπου γύρω στην δεκαετία του 1990, η  επίσημη ελληνική αφήγηση αλλάζει περιεχόμενο και οι σχεδιαστές της νέας ιστοριογραφικής αφήγησης, οι οποίοι εμπνέονται στο σύνολό τους, από κοσμοπολιτικές αντιλήψεις, θέλουν να κρατήσουν τις ισορροπίες και να δικαιώσουν τις όποιες δράσεις των Νεοτούρκων, ως "προϊόντα αμύνης", απέναντι, σε έναν "ελληνικό επιθετισμό", ο οποίος εκδηλώθηκε, με την εισβολή στα μικρασιατικά εδάφη. Οι κοσμοπολίτες ιστοριογράφοι, ουσιαστικά, μέσα από έναν, ελλιπέστατα, τεκμηριωμένο συμψηφισμό βαρβαροτήτων, που διέπραξε το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα, στην Μικρά Ασία, κατά την περίοδο 1919 - 1922, με την γενοκτονική δράση των Νεοτούρκων και των κεμαλιστών, οδηγούνται, στην ανιστόρητη άρνηση της ύπαρξης της γενοκτονίας, που έγινε, σε βάρος των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής και οι οποίοι κατηγορούνται, για το γεγονός ότι δεν επιθυμούσαν να συμμετέχουν, ως υποτελείς, σε ένα κράτος ξένων κατακτητών, στο οποίο δεν ήσαν ενεργά πολιτικά υποκείμενα και το οποίο απέκλειε, κάθε τέτοια δυνατότητα, στους πληθυσμούς αυτούς. Όμως, από την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, ένα πολύ σημαντικό τμήμα της σύγχρονης τουρκικής ιστοριογραφίας, όσο και αν παραμένει μειοψηφικό, μέσα στην χώρα αυτή, με τις εργασίες των ολιγάριθμων, αλλά δραστήριων μελών του και με την αναδίφηση των οθωμανικών αρχείων, ήλθε να ανατρέψει αυτή την κοσμοπολιτική εκδοχή της επίσημης ελληνικής παραμυθολογικής ιστοριογραφίας, φέρνοντας μια ισορροπία, στα πράγματα και αποκαθιστώντας την πραγματική ροή των ιστορικών γεγονότων, γύρω από τις διώξεις των χριστιανικών πληθυσμών, στην Εγγύς Ανατολή, υπό το καθεστώς των Νεοτούρκων και των κεμαλιστών, περιγράφοντας τα γεγονότα αυτά, έτσι, όπως, ακριβώς, είναι. Δηλαδή, ως γενοκτονία.




Η απόφαση του συνεδρίου των Νεοτούρκων ορίζει ότι η Τουρκία πρέπει να γίνει μουσουλμανική χώρα, στην οποία θα κυριαρχούν η μουσουλμανική θρησκεία και οι μουσουλμανικές αντιλήψεις και κάθε άλλη θρησκευτική προπαγάνδα θα καταπνίγεται. Αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να πραγματοποιηθεί ο πλήρης εξοθωμανισμός/εκτουρκισμός όλων των υπηκόων της Τουρκίας. Και αφού είναι ολοκάθαρο ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει, με την πειθώ, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ένοπλη βία. Η μουσουλμανική κυριαρχία είναι αναπόφευκτη και μόνο, στους μουσουλμανικούς θεσμούς και παραδόσεις οφείλεται σεβασμός. Το δικαίωμα των άλλων εθνοτήτων να έχουν δικές τους οργανώσεις πρέπει να αποκλειστεί, όπως και κάθε μορφή αποκέντρωσης και αυτοδιοίκησης θεωρείται προδοσία, προς την αυτοκρατορία. Και αν η διατήρηση των άλλων θρησκειών μπορεί να γίνει ανεκτή, η επικράτηση της τουρκικής γλώσσας είναι απαραίτητη και αποτελεί ένα από τα βασικά μέσα για την διατήρηση της μουσουλμανικής κυριαρχίας.

Έτσι, υπό την αιγίδα αυτού του κρατικού ιδεολογικού ρατσισμού και με την, ανοικτά, γενοκτονική πολιτική πλατφόρμα των Νεοτούρκων, η γενοκτονία, ως πραγματικότητα, επανήλθε, στην πρώτη γραμμή της καθημερινής πολιτικής πρακτικής του οθωμανικού κράτους, όπως συνέβαινε, άλλωστε, στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του, πριν ακόμη, από την μάχη του Ματζικέρτ, η οποία, με την νίκη του Αλπ Ασλάν, επί του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ρωμανού Δ', εμπέδωσε την τουρκική παρουσία, στην Μικρά Ασία.

Η αρχή της γενοκτονίας, στην μικρασιατική ανατολή, έγινε, όπως προανέφερα, το 1909, στην Κιλικία, με θύματα τους Αρμένιους. Οι Αρμένιοι, το 1915, θα ξαναβρεθούν, στο μάτι του κυκλώνα και θα υποστούν ολοκληρωτική εξαφάνιση, από τους Νεότουρκους. Αυτή είναι η σφαγή, για την οποία μίλησε, ο Adolf Hitler, στην χαρακτηριστική φράση του, με την οποία ξεκίνησα το παρόν δημοσίευμα.


Τότε, στις 22 Αυγούστου του 1939, που, ο ηγέτης της ναζιστικής Γερμανίας εκστόμιζε την φράση αυτή ("Ποιός θυμάται, σήμερα, την σφαγή των Αρμενίων;"), ως διαπίστωση και ως αποστομωτικό επιχείρημα, σε όσους έφερναν αντιρρήσεις, σε όσα σχεδίαζε, δεν είχε άδικο. Ουδείς θυμόταν την σφαγή των Αρμενίων, εκτός από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους - όσους, εξ αυτών, ζούσαν στην "σοβιετική" Αρμενία, ή στην παγκόσμια διασπορά.

Βέβαια, την σφαγή αυτή, που έχει, ως πραγματικό περιεχόμενο, όλα τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της γενοκτονίας - εκτός εκείνου, που αφορά την ιδιότητα της, ποινικά, κολάσιμης πράξης, ως ιδιώνυμου αδικήματος του Διεθνούς Ποινικού Δικαίου -, την θυμόταν ο ίδιος ο Adolf Hitler, ως Γερμανός, αφού ο γερμανικός στρατός, δια του Otto Liman von Sanders, είχε εμπλακεί, ως οργανωτής, στην σφαγή αυτή, όπως και σε εκείνες, που διαπράχθηκαν, στον χώρο της Μικράς Ασίας και της ανατολικής Θράκης, κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.

Αλλά, δυστυχώς, την γνώση και την ανάμνηση της σφαγής των Αρμενίων, από τους καθοδηγημένους, από τον γερμανικό στρατό, Νεότουρκους, ο ηγέτης του γερμανικού ναζισμού δεν τις κράτησε, μόνον, ως ιστορικό κειμήλιο. Εκείνη την εποχή, που έλεγε τα παραπάνω, ευρισκόμενος, σε σύσκεψη, με κορυφαίους ναζιστές κρατικούς αξιωματούχους, εκτός από το γεγονός ότι ήταν έτοιμος και αποφασισμένος να εμπλακεί, σε έναν ευρύ ευρωπαϊκό πόλεμο (ο οποίος έγινε και όπως ήταν φυσικό, μετετράπη, σε παγκόσμιο), ήταν έτοιμος να υλοποιήσει τις δικές του σφαγές, οι οποίες ήσαν ένα νοσηρό αποκύημα των προσωπικών του ιδεοληψιών.

Το Ολοκαύτωμα των Εβραίων, των Τσιγγάνων, των Σλάβων και διαφόρων άλλων φυλών, εθνών και κοινωνικών ομάδων, ήταν η μια από αυτές τις σφαγές. Δεν ήταν, όμως, η μόνη.





Η δεύτερη σφαγή, την οποία ο Adolf Hitler είχε, άμεσα, αποφασίσει να πραγματοποιήσει και ήταν έτοιμος να εκδώσει την σχετική διαταγή, περί "ευθανασίας", αποσκοπούσε, στην φυλετική καθαρότητα της γερμανικής φυλής, ήταν μέρος του σχεδίου "Lebensborn" και επιδίωκε την εξαφάνιση όλων εκείνων των Γερμανών, που έπασχαν, από βαριές και ανίατες σωματικές και πνευματικές ασθένειες και αναπηρίες και οι οποίοι, κατά τους ναζιστές, ήσαν ανάξιοι να ζουν μια τέτοια ζωή. Ήταν το "περίφημο" «Πρόγραμμα Τ-4», την πραγματοποίηση του οποίου διέταξε, με το παραπάνω έγγραφο, που φέρει την υπογραφή του, ο ίδιος ο ηγέτης της ναζιστικής Γερμανίας και το οποίο είναι το μόνο έγγραφο, που φέρει την υπογραφή του Adolf Hitler και σχετίζεται, άμεσα, με την πραγματοποίηση μιας γενοκτονίας.

Για την γενοκτονία αυτή, που πραγματοποίησαν οι Γερμανοί ναζιστές, σε βάρος ενός τμήματος του γερμανικού λαού, δεν έχει γίνει, ευρέως, λόγος, αλλά η αλήθεια είναι ότι, μέσα στην Γερμανία, δολοφονήθηκαν κάπου 190.000 Γερμανοί πολίτες, σε συνθήκες μυστικότητας, σε διάφορες νευρολογικές κλινικές, σε νοσοκομεία, σε θεραπευτήρια, σε σανατόρια, σε παιδικές εξοχές και σε άλλους τόπους, όπου τα δυστυχή θύματα στέλνονταν, με την ενθάρρυνση των οικείων τους, από τις αρχές, για να ακολουθήσουν μια θεραπευτική αγωγή, ή να παραθερίσουν. Στην συνέχεια, μετά την "ευθανασία", που υφίσταντο, τα θύματα και αφού οι συγγενείς ενημερώνονταν, για το πόσο καλά περνούν οι άρρωστοι, κάποια στιγμή, ελάμβαναν μια επιστολή, υπό την μορφή ιατρικού πιστοποιητικού θανάτου, με την οποία ελάμβαναν γνώση ότι οι, υπό θεραπεία, ασθενείς είχαν πεθάνει, από αιτίες οι οποίες δεν είχαν καμμία σχέση, με αυτό, που, στην πραγματικότητα, είχε συμβεί.

Αυτoί ήσαν οι λόγοι, που έκαναν τον Adolf Hitler να μην ξεχνάει την σφαγή των Αρμενίων, αφού οι γενοκτονίες, που διέπραξαν οι Νεότουρκοι και ο δάσκαλος του ιδίου (περί του Μουσταφά Κεμάλ, ο λόγος), στην Ανατολή - τις οποίες ονόμαζε, όπως όλος ο κόσμος, σφαγές, επειδή ο όρος "γενοκτονία", δεν είχε, τότε, καθιερωθεί - ήσαν τα πρότυπα των όσων είχε αρχίσει, ήδη, να πράττει, τα οποία και σχεδίαζε να ολοκληρώσει.

Έτσι, λοιπόν, τα πρότυπα του ηγέτη του γερμανικού ναζισμού, οι Νεότουρκοι, υπό την καθοδήγηση του Otto Liman von Sanders, εξόντωσαν όλον τον αρμενικό πληθυσμό της Μικράς Ασίας, το 1915. Αλλά, πριν από αυτό το τελικό ξεκαθάρισμα και τον ξεριζωμό των Αρμενίων, από τα μικρασιατικά εδάφη, την περίοδο 1913 - 1914, ήσαν οι Ρωμιοί (οι νεοέλληνες) της ανατολικής Θράκης και των μικρασιατικών ακτών, στο βόρειο Αιγαίο και στον Ελλήσποντο, που υπέστησαν την υλοποίηση του, γερμανικής εμπνεύσεως, σχεδιασμού του ξερριζωμού και της εξολόθρευσής τους, αφού όλος ο κρατικός μηχανισμός της Οθωμανίας, στα μέρη αυτά, υπό την αρχηγία των στρατιωτικών διοικητών και με την οργανωτική καθοδήγηση του Μαχμούτ Τζελάλ Μπαγιάρ - τον οποίο θα τον ξαναδούμε, σε έναν ανάλογο πρωταγωνιστικό ρόλο, ως πρόεδρο της Τουρκίας, στους καθοδηγημένους, από το βαθύ τουρκικό κράτος, βανδαλισμούς του Σεπτεμβρίου του 1955, οι οποίοι σηματοδότησαν τον ταχύτατο ξερριζωμό των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης - και του Κουστσούμπασι Εσρέφ συμμετείχε, στην πραγματοποίηση των σχεδίων του Otto Liman von Sanders.

Το πρόβλημα, που είχαν να αντιμετωπίσουν οι Νεότουρκοι, είχε, βαθύτατα κοινωνικά αίτια. Η Οθωμανία εστερείτο μιας, έστω και ανώριμης, τουρκικής αστικής τάξης. Βέβαια, η αυτοκρατορία είχε μια ώριμη αστική τάξη. Μόνο, που αυτή ήταν ρωμαίϊκη/ελληνική αστική τάξη. Η δημιουργία και η οργάνωση του νεοελληνικού έθνους - κράτους, μετά την επανάσταση του 1821 και την περιπετειώδη επικράτησή της, κατά την διάρκεια της σουλτανίας του Μαχμούτ Β', προσανατόλισε, στην πορεία του χρόνου, την εθνική συνείδηση των Ρωμιών της Οθωμανίας, προς την εμπέδωση μιας ελληνικής ταυτότητας.

Αυτή η ελληνική ταυτότητα, προφανώς, βέβαια, δεν προέκυψε, εκ του μηδενός, αφού ήταν μετεξέλιξη της παλαιότερης ρωμαίϊκης εθνικής ταυτότητας και είχε, ως βασικό εργαλείο σύνδεσης, την ελληνοφωνία, δηλαδή την ελληνική γλώσσα και τον επανελληνισμό της Ιστορίας του έθνους, ως νεοελληνικού, έτσι, όπως όλη αυτή η διαδικασία προέκυψε, ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης, με τους Λατίνους και με τους Φράγκους, από την εποχή του Βυζαντίου. 

Οι αρχές αυτής της ελληνικής ταυτότητας των Ρωμιών της Οθωμανίας (όπως και των κατοίκων του ελλαδικού χώρου, που για αιώνες ήταν τμήμα της) βρίσκονται, στην συγκρότηση του "Πανελλήνιου", από επιφανή μέλη της αριστοκρατίας της Κωνσταντινούπολης, που συγκροτήθηκε, κάπου, στα τέλη του 4ου αιώνα και είχε έναν σφοδρό αντιγερμανικό προσανατολισμό, λόγω των λεηλασιών, των δηώσεων και των σφαγών, που διενεργούσαν τα βαρβαρικά γερμανικά φύλα των Γότθων, στα εδάφη της ανατολικής αυτοκρατορίας, πριν και μετά την κατάκτηση της Ρώμης. 

Η ταυτότητα αυτή, βέβαια, απέκτησε σαφέστερα εθνικά χαρακτηριστικά, με την καταστροφή του μεσαιωνικού ελληνισμού, από την βαρβαρική επιδρομή των στιφών της ευρωπαϊκής Δύσης, το 1204 και την επανασύσταση της κολοβής, πλέον, βυζαντινής αυτοκρατορίας, το 1261, από την δυναστεία των Παλαιολόγων, για να ενισχυθεί και να κατισχύσει, κάτω από την μακραίωνη εξουσία των Οθωμανών, που διέλυσε όλες τις ανθελληνικές δοξασίες, που καλλιεργούσε, στο παρελθόν, η ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία, με την στερεοποίηση της σύγχρονης νεοελληνικής ταυτότητας. Η ίδρυση του σύγχρονου νεοελληνικού κράτους δεν έκανε τίποτε περισσότερο, από το να ενισχύσει αυτή την ταυτότητα και να της δώσει μια συγκεκριμένη αναφορά και έναν χειροπιαστό προσανατολισμό. 

Αλλά, εκτός από ρωμαΐικη/νεοελληνική, η εντόπια αστική τάξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήταν, επίσης αρμενική και εβραϊκή αστική τάξη, αλλά και ολίγον μουσουλμανική - με την τελευταία να έχει και πλειοψηφικές, εντός αυτής, τουρκικές αναφορές.

Αυτή η αστική τάξη, όμως, στην συντριπτική της πλειοψηφία, δεν ήταν τουρκική. Δεν είχε εθνικές αναφορές, πλην των μουσουλμάνων, στην Οθωμανία - αν εξαιρέσουμε τους Εβραίους, οι οποίοι ήσαν και οι περισσότερο φίλα προσκείμενοι, στην αυτοκρατορία, αφού, ούτε έναν άλλον τόπο και ένα ξένο κράτος, είχαν, ως εθνική τους αναφορά, όπως οι Ρωμιοί, ούτε και απέβλεπαν στην δημιουργία δικού τους κράτους, όπως οι Αρμένιοι.

Αν δούμε τους Έλληνες της Οθωμανίας, τον αριθμό τους και τις δραστηριότητές τους, πριν το 1914, θα διαπιστώσουμε ότι, ο συνολικός τους αριθμός, έφθανε, περίπου, στα 2.200.000 ανθρώπους, οι οποίοι, κατά 1.800.000 κατοικούσαν, στην Μικρά Ασία, ενώ οι υπόλοιποι 400.000 βρίσκονταν, στην Ανατολική Θράκη και στην Κωσταντινούπολη.

Ο αριθμός αυτός, μέσα σε έναν πληθυσμό, γύρω, στα 10.000.000, δεν ήταν, καθόλου, μικρός, ενώ η οικονομική δύναμη του ελληνικού πληθυσμού ήταν μεγαλύτερη της πληθυσμιακής του αναλογίας, μέσα στον γενικό πληθυσμό της Οθωμανίας. Έτσι, το 50% και το 60%, αντιστοίχως, του επενδυμένου κεφαλαίου στην βιομηχανία, και στους κλάδους μεταποίησης βρίσκονταν, στην ιδιοκτησία ανθρώπων, που ανήκαν στις ελληνικές/ρωμαίϊκες κοινότητες της αυτοκρατορίας. 

Για να γίνει, μάλιστα, κατανοητή η εθνική διάρθρωση της αστικής τάξης, στην Οθωμανία, πρέπει να ειπωθεί ότι, το 1912, με το ξέσπασμα των βαλκανικών πολέμων, που είχαν, ως αποτέλεσμα, την απώλεια του μεγαλύτερου μέρους των ευρωπαϊκών εδαφών του κράτους αυτού, από τις 18.063 εμπορικές επιχειρήσεις, που δραστηριοποιούντο, μέσα στα εδάφη του, σε ελληνική ιδιοκτησία ανήκε το 46%, από αυτές, ενώ το 23% ανήκε σε Αρμένιους, το 15% σε μουσουλμάνους και το υπόλοιπο 16% των επιχειρήσεων αυτών ανήκε σε Εβραίους και άλλης εθνικής καταγωγής ιδιοκτήτες.
 
Το 1914, πριν το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, τα πράγματα, μέσα στην αστική τάξη της Οθωμανίας, δεν είχαν άλλάξει. Από τα στοιχεία, που είναι διαθέσιμα, οι 6.507 βιομηχανίες και βιοτεχνίες, ανήκαν, κατά 49%, σε Έλληνες κάτοικους, ενώ και οι τραπεζικές δραστηριότητες ασκούνταν, κατά 46%, από Έλληνες, όπως, επίσης, από Έλληνες αποτελούνταν το 29% των δικηγόρων, το 37% των μηχανικών, το 52% των αρχιτεκτόνων, το 52% των γιατρών και το 49% των φαρμακοποιών.

Τα υπάρχοντα στοιχεία, επίσης, δείχνουν ότι, το 1921, στην Κωνσταντινούπολη, οι 528, από τις 654, επιχειρήσεις χονδρικού εμπορίου και οι 171 από τις 257 επιχειρήσεις εστίασης ανήκαν σε Ρωμιούς, όπως, επίσης και οι 444, από τις 471 επιχειρήσεις ποτοποιΐας.

 

Όλα αυτά οι Νεότουρκοι αποφάσισαν να τα αλλάξουν. Αποφάσισαν να δημιουργήσουν μια τουρκική αστική τάξη, σχεδόν, εκ του μηδενός και να εξαφανίσουν τα άλλα τμήματα της εντόπιας αστικής τάξης, τα οποία, αν και ήσαν, σε συντριπτικό βαθμό, πλειοψηφικά, είχαν άλλες εθνικές και θρησκευτικές αναφορές - εξαιρουμένων, σε έναν σημαντικό βαθμό, των εβραϊκών κοινοτήτων.

Και φυσικά, όλη αυτή η διαδικασία, που έγινε, μέσα, στον πόλεμο, δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά, παρά, μόνο, με τις διώξεις, τους εκτοπισμούς, τις μαζικές σφαγές και την συστηματική λεηλασία των περιουσιών των μελών των χριστιανικών αστικών τάξεων και των αντίστοιχων πληθυσμών. 

Έτσι, το αρχικό κτύπημα, κατά των Ελλήνων, λαμβάνει χώρα, όπως είπαμε, το 1914 με τον ξερριζωμό, περισσότερων, από 250.000 ανθρώπων, από τους τόπους τους, στην Ανατολική Θράκη και στην περιοχή, γύρω από τον Ελλήσποντο, ενώ τον Απρίλιο του 1915, έρχεται η σειρά των Αρμενίων, οι οποίοι αφανίζονται, μέσα από τον εκτοπισμό - το διαβόητο Τεχτζίρ - και την πορεία, προς τον θάνατο, την οποία ακολουθούν και οι Ρωμιοί του Πόντου και της ευρύτερης ανατολής. Και επειδή η δημιουργία μιας εντόπιας τουρκικής αστικής τάξης δεν μπορεί να λάβει σάρκα και οστά, μόνο, με τις σφαγές, την εκδίωξη και την γενοκτονία των μη τουρκικών χριστιανικών πληθυσμών, η λεηλασία των περιουσιών, που οι πληθυσμοί αυτοί, άφηναν πίσω τους, από τους μουσουλμάνους, ακολουθούσε, χωρίς καμμιά καθυστέρηση.

Με την έναρξη του ξερριζωμού των Ελλήνων, το 1913, με την δεύτερη φάση της εθνοκάθαρσης του 1919-1922 και την ανταλλαγή του 1924, ο πληθυσμός, στην Μικρά Ασία και στην ευρύτερη ανατολή, μειώθηκε, περίπου, κατά 25%, αφήνοντας, κατά μέρος, τις απώλειες του τουρκικού πληθυσμού, που και αυτές δεν ήσαν μικρές. Όλος αυτός ο πληθυσμός, βέβαια, δεν ήταν χωρίς περιουσία, είτε αυτή ήταν ιδιωτική, είτε κοινοτική, είτε εκκλησιαστική, είτε ανήκε σε ιδρύματα. Αυτή η περιουσία, στο σύνολό της λεηλατήθηκε. Και φυσικά, άλλαξε χέρια και ιδιοκτήτες.



Η συνεισφορά του Τούρκου ακαδημαϊκού και μελετητή της Ιστορίας Ali Sait Çetinoğlu είναι πολύτιμη, όχι, μόνον, για τον σύγχρονο προσδιορισμό τους, ως μιας σειράς νεοτουρκικών γενοκτονιών, όσων έγιναν στην Μικρά Ασία, καθώς και στην, περαιτέρω, επιστημονική διευκρίνηση των ίδιων των γεγονότων, των δραστών και των κινήτρων τους, που, στο σύνολό τους ήσαν και αποσκοπούσαν, στην εκρίζωση της παρουσίας των μειονοτήτων της Οθωμανίας, από τα ιστορικά τους εδάφη. Η συνεισφορά του Τσετίνογλου είναι τεράστια, αφού, αποδομεί, μέχρι κατακρημνίσεως, την μοντέρνα κοσμοπολιτική ιστοριογραφική μυθογραφία, που θέλει να επιβάλει την άποψη της κοινής υπαιτιότητας θυτών και θυμάτων και μέσω αυτής, την άρνηση της ύπαρξης οποιασδήποτε γενοκτονίας, στην Μικρά Ασία, για χάρη της ιστορικής λήθης και την συνύπαρξης των γειτονικών λαών - των Ελλήνων και των Τούρκων. Ο Τσετίνογλου, έχοντας, ως δεδομένο την απλούστατη παραδοχή ότι η Ιστορία και η αφήγησή της, είναι και έχει να κάνει, πρώτα και πάνω, από όλα, με τα γεγονότα, έτσι, όπως αυτά, συνέβησαν, καταρρίπτει, τον εμπεδωμένο, στην σύγχρονη ελληνική ιστοριογραφία (η οποία θέλει να εμφανίζεται, ως "προοδευτική", ενώ οι παραδοχές της είναι βαθύτατα και βαρύτατα, αντιδραστικές, αφού στηρίζονται, σε συνειδητά, ψευδή ιστορικά δεδομένα), κοσμοπολιτικό μύθο της συνευθύνης, ή της πρωταρχικής ευθύνης των θυμάτων (τα οποία - υποτίθεται ότι - προκάλεσαν την οργή των θυτών), αποδεικνύοντας τον ψυχρό σχεδιασμό, την οργάνωση και την εκτέλεση της γενοκτονίας, στην μικρασιατική και στην ευρύτερη οθωμανική και κεμαλική Ανατολή. Διότι, ναι, μεν, η λήθη είναι απαραίτητη, προκειμένου να παύσουν οι λαοί να μένουν δέσμιοι του παρελθόντος τους, αλλά αυτή η λήθη δεν είναι δυνατόν να οδηγεί, στην αμνησία. Ούτε - πολύ περισσότερο - να οδηγεί, στην παρουσίαση των γεγονότων, σύμφωνα, με το μακιγιάζ, που επιθυμούν οποιοιδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο. Τα γεγονότα είναι αυτά, που είναι και μπορούν να περιγραφούν, με έναν συγκεκριμένο τρόπο : Έτσι, όπως αυτά συνέβησαν...




Για την έκταση, την ένταση και τις, σε βάθος χρόνου, επιπτώσεις, οι οποίες φθάνουν, μέχρι τις ημέρες μας, αυτών των διαρπαγών και των λεηλασιών των περιουσιών των εντόπιων αστικών τάξεων, που δεν είχαν τουρκική καταγωγή και των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανίας, ο Τούρκος ακαδημαϊκός Αλί Σαΐτ Τσετίνογλου είναι, αφοπλιστικά, κατηγορηματικός. Ας δούμε το τί λέει :

"Τουλάχιστον το 30% της σημερινής αξίας της κινητής και ακίνητης περιουσίας της Τουρκίας έχει, ως  προέλευση, την λεηλασία και αυτό σε τί χρηματικό ποσό αντιστοιχεί; Μιλάμε, για αξία τρισεκατομμυρίων δολλαρίων. Η περιουσία αυτή αρπάχτηκε, από κάποιους και την πήραν κάποιοι άλλοι. Διαπιστώνουμε ότι το φαινόμενο, που ονομάζεται ρεπουμπλικανική Τουρκία, έχει, ως θεμέλιο, αυτήν την γιγάντια μεταφορά περιουσίας.

Αν εξετάσουμε την δημιουργία οποιασδήποτε καπιταλιστικής μονάδας, στην σημερινή Τουρκία, βρίσκουμε ελληνική, ή αρμενική περιουσία. Αν εξετάσετε την ηγεσία των κεμαλιστών, βλέπετε ότι όλοι σφετερίστηκαν περιουσίες Ελλήνων και Αρμενίων. Ακόμη και ο ίδιος ο Ατατούρκ δεν αποτελεί εξαίρεση. Σκεφτείτε ότι το Προεδρικό Μέγαρο, στο Τσάνκαγια, είναι του Αρμενιάν Κασαπιάν, που εκτοπίστηκε. Ολα τα θέρετρα του Ατατούρκ είναι αποτελέσματα σφετερισμού περιουσιών, που ανήκαν, σε Αρμενίους και Ελληνες.


Ο αριθμός των Ελλήνων που εκτοπίστηκαν, πριν από την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου είναι 1,5 εκατομμύριο, από τους οποίους οι μισοί έχασαν την ζωή τους. Το μέγεθος της περιουσίας τους, που κατασχέθηκε, είναι πενταπλάσιο του ετήσιου οθωμανικού κρατικού προϋπολογισμού. Στην περίπτωση των Αρμενίων, η περιουσία που χάθηκε, εκτός από την πολιτιστική κληρονομιά, ανέρχεται σε 1,5 δισεκατομμύριο γαλλικά φράγκα της εποχής, χώρια οι καταθέσεις των Αρμενίων, που κατασχέθηκαν.

Μιλάμε, για την πρακτική σφετερισμού τεράστιου πλούτου, που αποτελεί το θεμέλιο της κοινωνικής και οικονομικής υπόστασης ενός σημαντικού μέρους των πλουσίων της Τουρκίας. Η τάξη, που εξουσίασε την Τουρκία, για πολλές δεκαετίες, ήταν αυτή, που ανήλθε στην εξουσία, διά μέσου σφαγών και λαφυραγωγίας. Η σημερινή εξουσία, που είναι οι προύχοντες της Ανατολίας, που πλούτισαν, από την Γενοκτονία, μέχρι την εποχή του Οζάλ, έκρυβε, στο προσκέφαλο, τα προϊόντα αυτής της μεταφοράς πλούτου. Η αλυσίδα συνεχίζεται, χωρίς να σπάσουν οι κρίκοι της και αυτό καθιστά πολύ δύσκολη την αναγνώριση της Γενοκτονίας".
 
Έτσι ξεκίνησε η γενοκτονία των Αρμενίων, των Ελλήνων, των Ασσυρίων και όλων των άλλων χριστιανικών πληθυσμών, υπό την καθοδήγηση και την εποπτεία του Otto Liman von Sanders, που ήταν στρατιωτικός σύμβουλος, έγινε στρατηγός και αρχηγός του τουρκικού στρατού, για να τιμηθεί, στην συνέχεια, με τον τίτλο του πασά. 



Otto Liman von Sanders (17/2/1855 - 22/8/1929) Ο εικονιζόμενος, μαζύ με τον Μουσταφά Κεμάλ, Γερμανός στρατηγός, που ανέλαβε, κατά την διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, την αρχηγία του οθωμανικού στρατού, ήταν ο άμεσος σχεδιαστής των γενοκτονιών, που έκαναν οι Νεότουρκοι, σε όλη την διάρκεια του πολέμου.

 


Οι προτάσεις του Γερμανού στρατιωτικού επιτελούς, προς τους Νεοτούρκους, ήσαν σαφείς και ήσαν, πονηρά διαφοροποιημένες, από τα σχέδια της τριανδρίας των Νεότουρκων πασάδων,  Εμβέρ, Τζεμάλ και Ταλάτ, οι οποίοι ήσαν, αναφανδόν, υπέρ της γενικής σφαγής όλων των μη τουρκικών πληθυσμών της Οθωμανίας. Αξίζει να τις δούμε :

"Επιβάλλεται, για λόγους ασφαλείας, η απομάκρυνση, από τα παράλια, των Ελλήνων και των άλλων χριστιανικών λαών. Οι παγωνιές και το κρύο του χειμώνα, οι βροχές και η μεγάλη υγρασία, ο ήλιος και η τρομερή ζέστη του καλοκαιριού, οι αρρώστιες του εξανθηματικού τύφου και της χολέρας, οι κακουχίες και η ασιτία, θα φέρουν το ίδιο αποτέλεσμα, που λογαριάζετε σεις, με το δικό σας σχέδιο, δηλαδή να τους ξεκαθαρίσετε, με σφαγές. Με το σύστημα, που σας προτείνω, ο θάνατός τους είναι βέβαιος. Αλλά, πριν πεθάνουν, θα μας προσφέρουν τις πολύτιμες, για το έθνος, υπηρεσίες τους.

Επιπλέον, οι γυναίκες τους δεν θα γεννούν, κι έτσι, θα λυθεί το δημογραφικό σας πρόβλημα, ενώ η μισητή κι άτιμη αυτή ράτσα θα ξεκληριστεί και θα χαθεί, για πάντα, μέσα σε μια γενιά, κι εσείς θα αποκτήσετε μια συμπαγή τουρκική ομοιογένεια, που θα δώσει, στο έθνος σας, μια νέα δύναμη. Και μην ξεχνάτε, βέβαια, τις περιουσίες και τα κτήματα, που πρόκειται να αφήσουν οι Έλληνες, μετά τον αφανισμό τους. Όλα αυτά θα περάσουν, στο δημόσιο, δηλαδή σε όλους σας".



Οι παραπάνω προτάσεις του Όττο Λίμαν φον Σάντερς είναι η αλήθεια, ότι είχαν έναν ιδιότυπο χαρακτήρα, ο οποίος - υποτίθεται ότι - ανταποκρινόταν, στον κώδικα τιμής του σώματος των Junkers, δηλαδή των, αριστοκρατικής καταγωγής, αξιωματικών του γερμανικού στρατού και ο οποίος ανταποκρινόταν, στα ευρωπαϊκά στάνταρντς, που απέκλειαν τις σφαγές των αμάχων. Το γεγονός ότι οι προτάσεις αυτές είχαν τον ίδιο στόχο και οδηγούσαν, στο ίδιο αποτέλεσμα, με την βαρβαρική πολιτική του λεπιδιού και των ανηλεών σφαγών, που προτιμούσαν οι Νεότουρκοι, δεν τάραζε, καθόλου, τον ήρεμο ύπνο του εκσυγχρονισμένου Ούνου. Ο ίδιος ο φον Σάντερς δεν θεωρούσε ότι αυτό ήταν κάτι, για το οποίο θα έπρεπε να προβληματίζεται. Αντίθετα, μάλιστα, ήταν, γι' αυτόν, κάτι, για το οποίο ήταν ευχαριστημένος και υπερήφανος, ως πολιτισμένος Γερμανός και Ευρωπαίος.

Στην πράξη, βέβαια, αυτό, που έκαναν οι Νεότουρκοι, ήταν το να εφαρμόσουν, πιστά, όσα τους πρότεινε ο φον Σάντερς. Οι μικρασιατικοί και οι λοιποί χριστιανικοί πληθυσμοί της Οθωμανίας το γνώρισαν, πολύ καλά, αυτό, αφού το έζησαν, στο πετσί τους. Αλλά, οι Νεότουρκοι δεν έμειναν, μόνο, στην εφαρμογή των προτάσεων του ευγενούς Γερμανού αξιωματικού, οι οποίες, όπως είπαμε, εντάσσονταν, πλήρως, στους προσωπικούς κώδικες τιμής, που ακολουθούσε ο ίδιος. Οι Νεότουρκοι είχαν τους δικούς τους κώδικες τιμής, οι οποίοι ελάχιστα είχαν διαφοροποιηθεί, από την εποχή του γενάρχη του οθωμανικού κράτους, του Οσμάν, ή από την εποχή του Μωάμεθ Β' του Πορθητή. Για τον λόγο αυτόν, συνδύασαν την πιστή εφαρμογή των προτάσεων του φον Σάντερς, με τις ανηλεείς σφαγές των χριστιανικών πληθυσμών της Αυτοκρατορίας, τις οποίες και προτιμούσαν, ως γνώριμες, ταχείες και ανέξοδες.

Όσο και αν φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, περίεργο, ο τουρκικός εθνικισμός, δεν ήταν ο κύριος παράγοντας, που εμπόδισε την πραγματοποίηση των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και την μετατροπή της, σε ένα κράτος, το οποίο θα ήταν ένα πολυφυλετικό κράτος, όλων των πολιτών του, ανεξαρτήτως θρησκεύματος και εθνικής καταγωγής, αλλά αυτή η διαπίστωση, δεν σημαίνει ότι η ύπαρξη του τουρκικού εθνικισμού, δεν έπαιξε κανέναν ρόλο, σε αυτή την διαδικασία, ή ότι ο ρόλος, που έπαιξε, ήταν ασήμαντος.

Κάθε άλλο. Ο ρόλος του τουρκικού εθνικισμού, ως εκδήλωση ενός απροκάλυπτου ρατσισμού, ήταν σημαντικός, στην αδυναμία οποιασδήποτε μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, στην Οθωμανία. Με την εμφάνισή του, ως κοινωνικού και ιστορικού υποκειμένου και ιδίως, ως κληρονόμου μιας μακραίωνης αυτοκρατορικής παράδοσης, οι έννοιες του Τούρκου και της Τουρκίας, που επέβαλαν, ως κυρίαρχες, οι Νεότουρκοι, ξεπερνούν, κατά πολύ, τα γεωγραφικά όρια της Οθωμανίας και μέσα, από τις εθνικιστικές απόψεις των Νεοτούρκων, επεκτείνονται, σε μια τεράστια περιοχή, που φθάνει, από το Αιγαίο, έως τις θάλασσες της Κίνας. 


Ο Ziya Gökalp, εκ των πατέρων του τουρκικού εθνικισμού - του παντουρκισμού -, υπήρξε οπαδός της εγκατάλειψης της χαλαρής, πολυεθνικής και θρησκευτικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με την μετατροπή  της και την ένταξη όλων όσων ζούσαν, στον χώρο, που αυτή περιλάμβανε, σε έναν συμπαγή τουρκικό εθνικό σχηματισμό. Ο Gökalp, ο οποίος είχε σαφέστατες και πολλαπλές επιρροές, από τον παγγερμανισμό και την δική του εγγενή επιθετικότητα, διαμόρφωσε, εντός της νεοτουρκικής ελίτ, το πολιτικοϊδεολογικό πλαίσιο, για την ανεξέλεγκτη άσκηση βίας, απέναντι, στις μη τουρκικές εθνικές κοινότητες της Οθωμανίας, αποσκοπώντας, στην δημιουργία μιας λειτουργικής εθνικής οικονομίας, η οποία θα στηρίζεται, στην, εκ των ων, ουκ άνευ, εθνική ομοιογένεια του πληθυσμού του νέου τουρκικού κράτους.



Μια επιτηρούμενη πορεία μελλοθανάτων Ελλήνων του Πόντου, προς το τραγικό τους τέλος. Οι περισσότεροι, από αυτούς, όσο και αν υποψιάζονταν τί τους περιμένει, είχαν την ελπίδα ότι θα γλυτώσουν. Μόνο, που η ελπίδα αυτή υπήρξε φρούδα...




Όλα αυτά, για τον Ζιγιά Γκιοκάλπ και τους Νεότουρκους, δεν έμειναν, στα λόγια και στα χαρτιά. Μετά την οδυνηρή ήττα, στους βαλκανικούς πολέμους, συγκροτήθηκαν συγκεκριμένα θεσμικά και παραθεσμικά όργανα, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν, για την εφαρμογή των αποφάσεων του συνεδρίου του κόμματος των Νεοτούρκων, στην Θεσσαλονίκη, το 1911. Το Γραφείο Εγκατάστασης Φυλών και Μεταναστών, ήταν ένα από αυτά τα όργανα. Ο Τούρκος ιστορικός Taner Akçam κάνει, ρητή μνεία, στις ρατσιστικές δραστηριότητες του Γκιοκάλπ. Ας δούμε κάποια από τα λεγόμενά του :

"Υπάρχουν αποδείξεις ότι ο Γκιοκάλπ συνέταξε ειδικές μελέτες, για τις μειονότητες της αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένων και των Αρμενίων. Αυτές ήσαν μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου να συγκεντρωθεί λεπτομερής γνώση, για την εθνική και θρησκευτική δομή της Ανατολίας. Ενα ειδικό τμήμα, το Γραφείο Εγκατάστασης Φυλών και Μεταναστών, το οποίο συστάθηκε το 1913, ασχολούνταν ειδικά, με ζητήματα διασκορπισμού και επανεγκατάστασης πληθυσμών".


Το έργο όλων αυτών ξεκίνησε, ύστερα, από τις πρόβες του 1909, κατά των Αρμενίων, από το 1913, με τις μαζικές εκτοπίσεις των ελληνικών πληθυσμών, από την περιοχή των Δαρδανελίων, για τις οποίες υπάρχει η ρητή ιστορική αναφορά του John Williams, ο οποίος γράφει ότι μια αποστολή του ανέφερε ότι, στις 7 Ιουλίου, τα οθωμανικά στρατεύματα συνέλαβαν τους Έλληνες της Καλλίπολης και ότι καταστράφηκαν, λεηλατήθηκαν και κάηκαν όλα τα ελληνικά χωριά, στην γύρω περιοχή.


Η πραγματοποίηση των σχετικών σχεδίων, για τους εκτοπισμούς των Ελλήνων και των άλλων μη τουρκικών εθνικών κοινοτήτων, είχε ανατεθεί, σε μια παραθεσμική οργάνωση, την Teskilat i Mahsusa. Αυτή η Ειδική Επιτροπή θα περιλάβει τους Έλληνες των παραλίων του βόρειου Αιγαίου και των Δαρδανελλίων. Ο Τανέρ Ακσάμ είναι και εδώ, επίσης, απολύτως, σαφής :

"Η δράση της εναντίον του “εσωτερικού εχθρού” είχε αρχίσει πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η εκτόπιση του ελληνικού πληθυσμού του Αιγαίου, μέσω τρομοκρατίας και απαλλοτρίωσης των ιδιοκτησιών του, είχε πραγματοποιηθεί ως μέρος του σχεδίου, για την ομογενοποίηση της Ανατολίας".

Και όλα αυτά, πολύ πριν, από την έναρξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και την συμμετοχή της Οθωμανίας, σε αυτόν.


Η έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν, που οδήγησε, όπως λέει ο ίδιος ο Τζελάλ Μπαγιάρ, στην "εκκαθάριση θυλάκων μη τουρκικών πληθυσμών που είχαν συγκεντρωθεί σε στρατηγικά σημεία", με την απόλυτη καθοδήγηση του Otto Liman von Sanders και των Γερμανών επιτελών, που βοηθούσαν τους Νεότουρκους, στην κοινή πραγματοποίηση του σχεδιασμού. O Τανέρ Ακσάμ, είναι και πάλι σαφής : 

"Συντάχθηκαν λεπτομερή σχέδια, για τον εκτουρκισμό της Ανατολίας, μέσω της εκκαθάρισης των χριστιανικών πληθυσμών. Τα ίδια μέτρα εφαρμόστηκαν, στην περιοχή του Αιγαίου, από την άνοιξη του 1914. Η Επιτροπή (το κόμμα των Νεοτούρκων) "Ενωση και Πρόοδος" πήρε μια ξεκάθαρη απόφαση. Η πηγή των προβλημάτων στην δυτική Ανατολία θα απομακρυνόταν, οι Ελληνες θα εκδιώκονταν, με πολιτικά και οικονομικά μέτρα. Πριν από οτιδήποτε άλλο, ήταν ανάγκη να αποδυναμωθούν οι οικονομικά ισχυροί Έλληνες.... Αποφασίστηκε να επικεντρωθούν οι δραστηριότητες, γύρω από την Σμύρνη, που θεωρείτο κέντρο της υπονομευτικής δραστηριότητας".


 
  
Τουρκική αφίσσα, που κυκλοφόρησε και κολλήθηκε, στους δρόμους του Ουσάκ, το 1912 και με την οποία ο πληθυσμός προτρεπόταν, σε μποϋκοτάζ, εις βάρος των μαγαζιών, που ανήκαν, σε Έλληνες. Το αποτέλεσμα ήταν να ακολουθήσουν λεηλασίες, από τους Τσέτες. Και αυτό ήταν το λιγότερο...




Οι Ρωμιοί της Οθωμανίας, τα, κατά τον Τζελάλ Μπαγιάρ, "εσωτερικά καρκινώματα", έπρεπε να ξερριζωθούν. Οι Νεότουρκοι στρατιωτικοί, αποφάσισαν να προχωρήσουν, στην πράξη, με την βοήθεια του πολέμου, το βαρύτατο σχέδιο της δημιουργίας μιας τουρκικής αστικής τάξης, με τα δικά της εθνικά και θρησκευτικά χαρακτηριστικά, πάνω στα ερείπια της υπάρχουσας αστικής τάξης, η οποία μπορεί να ήταν - και ήταν - εντόπια, αλλά δεν ήταν τουρκική, αφού, στην συντριπτική της πλειοψηφία, ήταν αλλοεθνής και κυρίως, ρωμαίϊκη, με ελληνική εθνική συνείδηση. Αυτή η διεκδίκηση των Νεοτούρκων, η οποία εξελίχθηκε, σε σφαγή και λεηλασία, υπήρξε η βασικότερη κοινωνική αιτία της παρέμβασης των Τούρκων αξιωματικών, στο νοτιοανατολικό ευρασιατικό σουλτανάτο των Οθωμανών. 

Το πρόβλημα, με τους Νεότουρκους και τους Γερμανούς επιτελικούς αξιωματικούς, δεν βρίσκεται, απλώς, στις διαταγές, περί εκτοπισμών των πληθυσμών, που κρίνονταν ύποπτοι, για την συνεργασία, με τους εχθρούς, στην διάρκεια του πολέμου. Αυτό το κομμάτι της Ιστορίας, που έχει να κάνει, με τους εκτοπισμούς, είναι, μεν, σημαντικό, αλλά δεν είναι το σημαντικότερο. Όπως είπαμε, άλλωστε, οι εκτοπισμοί των ελληνικών πληθυσμών ξεκίνησαν, πριν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, ενώ οι Αρμένιοι, στην Κιλικία, υπέστησαν τα ίδια - και χειρότερα - το 1909.

Το πρόβλημα, με τους εκτοπισμούς, ήταν ότι οι διοργανωτές τους, δεν έμειναν, μόνο, σε αυτή την πρακτική, η οποία, υπό προϋποθέσεις, σε συνθήκες πολέμου και  με την μορφή της προσωρινότητας, θα μπορούσε να έχει μια κάποια - ολιγότερο, ή περισσότερο ασθενή - δικαιολογητική βάση.

Την πρακτική του εκτοπισμού ακολούθησαν, άλλωστε και οι Η.Π.Α., κατά την διάρκεια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, αφού 120.000 Αμερικανοί πολίτες, ιαπωνικής καταγωγής, υποχρεώθηκαν το 1942, με το διάταγμα, υπ' αριθμ. 9066 της 19ης Φεβρουαρίου, που υπέγραψε ο πρόεδρος Franklin Delano Roosevelt, να εγκαταλείψουν τους τόπους κατοικίας τους, μέσα, σε 48 ώρες και να μεταφερθούν, σε ειδικά κέντρα συγκέντρωσης, λόγω του φόβου, για πιθανή συνεργασία, με τον εχθρό.  




Εκτοπισμένοι Αμερικανοί, με ιαπωνική καταγωγή, σε κέντρο συγκέντρωσής τους, στις Η.Π.Α., σε ώρα φαγητού.


 

Βέβαια, οι άνθρωποι αυτοί, που υπήρξαν νομοταγείς, στην συντριπτική τους πλειοψηφία και ήσαν θύματα του γενικευμένου φόβου, που επικράτησε, στις Η.Π.Α., μετά την ιαπωνική επίθεση, στο Περλ Χάρμπορ, ταλαιπωρήθηκαν, άδικα, αλλά δεν εξοντώθηκαν, ούτε αφέθηκαν, στην κακή τους τύχη. Το αμερικανικό κράτος φρόντισε να πάρει τα πρέποντα μέτρα, γι' αυτό και στην συνέχεια, στις αρχές Ιανουαρίου του 1945, τους επέτρεψε να επιστρέψουν, στα σπίτια τους, με 25 δολλάρια, για κάθε άτομο, συν το εισιτήριο, για την επιστροφή τους. Αργότερα, μάλιστα, οι Η.Π.Α. υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν αποζημιώσεις 2,6 δισ. δολλαρίων, στα θύματα και στους απογόνους τους, για όσα είχαν υποστεί οι, ιαπωνικής καταγωγής, Αμερικανοί και για την μείωση των περιουσιών τους, εξ αιτίας του εκτοπισμού τους.

Μάλιστα, η υπόθεση του εκτοπισμού των ανθρώπων αυτών δεν έμεινε εκεί. Εκ των πραγμάτων, αποδείχτηκε ότι δεν ήταν αναγκαίος, από στρατιωτική άποψη, ο εκτοπισμός τους - κάτι που είχε εκτιμηθεί και πριν από την έκδοση του διατάγματος του Αμερικανού προέδρου, από ειδική επιτροπή, της οποίας η αμερικανική κυβέρνηση είχε ζητήσει την γνώμη. 

Αυτό, άλλωστε, εκτιμήθηκε και το 1983, από επιτροπή του αμερικανικού Κογκρέσου, η οποία αποφάνθηκε ότι : "Η έκδοση του προεδρικού διατάγματος 9066 δεν ήταν επιβεβλημένη, από στρατιωτική αναγκαιότητα. Οι πράξεις, που τελέστηκαν, ως απόρροια του διατάγματος αυτού, στερούνταν στρατιωτικής τεκμηρίωσης. Τα ιστορικά αίτια, που επέβαλλαν τις πράξεις αυτές, ήσαν ο φυλετικός ρατσισμός, η πολεμική υστερία και η αποτυχία της πολιτικής ηγεσίας να σταθεί, στο ύψος των περιστάσεων".  

Και στην Οθωμανία, κατά την διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, επίσης, όπως και στις Η.Π.Α., κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, οι εκτοπισμοί των χριστιανικών πληθυσμών, δεν είχαν κάποια ουσιώδη στρατιωτική λογική. Αυτό, όμως, ήταν, το μόνο κοινό σημείο των αντίστοιχων εκτοπισμών, που διενεργήθηκαν, στις δύο αυτές χώρες.

Από εκεί και πέρα, όλα τα υπόλοιπα, εξελίχθηκαν διαφορετικά, διότι διαφορετικοί ήσαν οι σκοποί και οι στόχοι των ηγεσιών των δύο χωρών. Η αμερικανική ηγεσία δεν είχε κανέναν λόγο, ούτε και σκοπό, να εγκαταλείψει, στην τύχη τους και να εξολοθρεύσει τους, ιαπωνικής καταγωγής, Αμερικανούς πολίτες. 


Οι Νεότουρκοι, όμως,, όπως και οι κεμαλιστές, είχαν, ακριβώς, κάθε λόγο, ενσυνείδητο σκοπό και σχεδιασμένη στόχευση, στην εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Και αυτό είναι, που προσδιορίζει τις πράξεις τους, κατά των Ελλήνων και των Αρμενίων, ως πράξεις, γενοκτονίας. Γι' αυτόν τον λόγο, έχουν υπάρξει και πολύ σημαντικές αποφάσεις διεθνών οργανισμών, όπως αυτή της International Association of Genocide Scholars, που αναγνωρίζει και κατατάσσει τον ξερριζωμό και τον αφανισμό των Ελλήνων της Ανατολής στις μεγάλες γενοκτονίες, που έχουν πραγματοποιηθεί, κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα.


Άλλωστε, οι ίδιοι οι σύμμαχοι των Νεοτούρκων δεν είναι καθόλου φειδωλοί, στους χαρακτηρισμούς και στις περιγραφές των όσων διέπραξε, με τα όργανά της, η οθωμανική κυβέρνηση, εκείνη την εποχή. Η παρακάτω περιγραφή, του αυστριακού υπουργείου Εξωτερικών είναι σαφής και κατηγορηματική :

 "Η τουρκική πολιτική έχει τον χαρακτήρα της ολοκληρωτικής εκδίωξης, από την περιοχή, με σκοπό την πλήρη εξαφάνιση τους, με την δικαιολογία ότι οι Έλληνες της περιοχής αποτελούν κίνδυνο, κατά του κράτους, μια μέθοδος, που εφαρμόστηκε, στο παρελθόν και κατά των Αρμενίων. Οι Τούρκοι, χωρίς να διακρίνουν καμιά διαφορά, στον πληθυσμό και χωρίς να αφήνουν καμιά πιθανότητα, στην επιβίωσή του, με την πρόφαση της μετακίνησης, σε άλλες περιοχές, δηλαδή την μετακίνηση, από τις παραλίες, στα ενδότερα, εγκαταλείπουν τους ανθρώπους αυτούς, σε τραγικές, απάνθρωπες συνθήκες, στην πείνα και τους οδηγούν, προς το θάνατο. Τα, δε, σπίτια τους, αφού καταληφθούν από τους τσέτες, λεηλατούνται, πυρπολούνται και κατεδαφίζονται. Όποια μέτρα εφαρμόστηκαν, κατά των Αρμενίων, εφαρμόζονται και κατά του Πόντου". 

 



Πυραμίδα, από ένα πλήθος, από κρανία θυμάτων των κεμαλικών κρατικών και παρακρατικών συμμοριών, πιθανότατα, στην Νικομήδεια της Μικράς Ασίας. Ανάμεσα, στα άλλα, ο Μουσταφά Κεμάλ και τα "παλικάρια" του κατηγορήθηκαν και για εμπόριο ανθρώπινου λίπους και διαφόρων υπολειμμάτων, από δολοφονημένους Έλληνες και Αρμένιους. Λέγεται, μάλιστα, ότι το 1924, κάπου 400 τόνοι, από ανθρώπινα υπολείμματα, που αντιστοιχούσαν, σε 50.000 ανθρώπους, φορτώθηκαν, στο βρετανικό φορτηγό πλοίο "Ζαν Μ.", για να μεταφερθούν, στις γαλλικές βιομηχανίες καλλυντικών και άλλων παρασκευασμάτων. Οι πολιτισμένοι Ευρωπαίοι αγοραστές δεν είχαν κανένα πρόβλημα και φυσικά, τα αγόρασαν, αρκούμενοι, πιθανώς, σε διαβεβαιώσεις των "αρμοδίων αρχών", ότι τα υπολείμματα αυτά δεν ήσαν ανθρώπινα...





Φυσικά, την ίδια πολιτική, με τους Νεότουρκους, ακολούθησε, μετά, από την ολοσχερή αποτυχία τους, που οδήγησε, στην κατάρρευση της Οθωμανίας και ο διάδοχός τους, ο Μουσταφά Κεμάλ

Για τα όσα έγιναν, εις βάρος του μικρασιατικού ελληνισμού, κατά την διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου, της περιόδου 1919 - 1922, από τις απηνείς σφαγές των Ρωμιών, στον Πόντο, μέχρι το τραγικό τέλος των Ελλήνων και των Αρμενίων της  Σμύρνης, από τα ένοπλα τμήματα του Μουσταφά Κεμάλ, έχω μιλήσει, σε δύο δημοσιεύματά μου [ 31/8/1922 : Ο εμπρησμός της Σμύρνης και η σφαγή. (Tα γεγονότα, όπως αυτά έγιναν και οι παραϊστορικές ψευδοσυνειδησιακές αφηγήσεις) και 1919 - 1922 : Το εθνικοαπελευθερωτικό περιεχόμενο του ελληνοτουρκικού πολέμου στην Μικρά Ασία και η εμπλοκή του στους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς ]. Έτσι, η αναφορά, που κάνω, σήμερα, στο βιβλίο του σύγχρονου Βρετανού ιστορικού Giles Milton, το οποίο εκδόθηκε το 2008, με τίτλο : "Paradise lost. Smyrna 1922" και έχει κυκλοφορήσει και στην Ελλάδα, μπορεί να φαίνεται, ως περιττή, αλλά δεν είναι. Είναι, απολύτως, χρήσιμη.


Για τον Τζάϊλς Μίλτον είναι αυτονόητη η πασιφανής αλήθεια, για την Σμύρνη του 1922, πριν ο Μουσταφά Κεμάλ την μετατρέψει, αρχικά, σε ένα καιόμενο ερείπιο και στην συνέχεια, σε μια αμιγή τουρκική πόλη. Η Σμύρνη, λέει ο Μίλτον, ήταν μια κοσμοπολίτικη ελληνική πόλη, της οποίας η καταστροφή είναι από τις στιγμές, που άλλαξαν τον ρου της ελληνικής ιστορίας και η οποία καταστροφή, ήταν το ίδιο σημαντική και για την Δύση, στην εκπαιδευτική δομή της οποίας, κακώς, δεν έχει ενταχθεί η διδαχή της ιστορίας της Μικράς Ασίας. 

Και φυσικά, το, επίσης, αυτονόητο τελικό συμπέρασμα του Μίλτον είναι ότι, στην Μικρά Ασία, έγινε γενοκτονία, εθνική εκκαθάριση και τεράστιες μετακινήσεις πληθυσμού, με ανάμειξη πολλών κυβερνήσεων.

Όλα τα άλλα, που λέγονται και τα οποία επιχειρούν να αμφισβητήσουν, να αρνηθούν, ή να λειάνουν τα γεγονότα, προκειμένου να τα περιγράψουν διαφορετικά, από έτσι, όπως αυτά έγιναν, δεν είναι τίποτε άλλο, από παραϊστορικές μυθιστοριογραφικές αφηγήσεις, οι οποίες, είτε αποτελούν επίδειξη ενός αφελούς ιστοριογραφικού κοσμοπολιτισμού, είτε αποσκοπούν, στην εξυπηρέτηση συμφερόντων, τα οποία ευρίσκονται, εκτός της επιστήμης της Ιστορίας.

Διότι, όπως έχουμε, επανειλημμένως, πει, ναι, μεν, η Ιστορία δεν έχει νόημα, αφού εμείς είμαστε εκείνοι, που της δίνουμε το νόημα, που επιθυμούμε, αλλά, σε τελική ανάλυση, η Ιστορία είναι τα γεγονότα.

Και τα γεγονότα πρέπει να περιγράφονται, έτσι όπως αυτά συνέβησαν...


Δεν υπάρχουν σχόλια: