Δευτέρα, 4 Μαΐου 2015

1919 - 1945 : Η άνοδος και η πτώση του εθνικοσοσιαλισμού. Τί και γιατί πήγε στραβά, με το ναζιστικό φαινόμενο και το καθεστώς του; (Μια απόπειρα ψύχραιμης αποτίμησης, 70 χρόνια μετά).



70 χρόνια, μετά την στρατιωτική συντριβή του ναζισμού, στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, μέσα από την ήττα της Γερμανίας, η οποία τέθηκε, κάτω από το κατοχικό καθεστώς της 9ης Μαΐου του 1945, το οποίο, ακόμη την ταλαιπωρεί, τα ερωτήματα, που αναδεικνύονται, σταθερά, όλα αυτά τα χρόνια - αν και η αλήθεια είναι ότι, συνήθως, δεν συζητούνται -, όσον αφορά το φαινόμενο του ναζιστικού ολοκληρωτισμού και του πολιτικού καθεστώτος, που αυτό εγκαθίδρυσε, συνοψίζονται, ως εξής :


1) Τι πήγε στραβά, με αυτό το καθεστώς;

2) Ήταν δυνατόν οι εξελίξεις, όσον αφορά το καθεστώς αυτό, να πάρουν έναν άλλον, έναν αντίθετο δρόμο;


Όσο και αν οι απαντήσεις, στα ερωτήματα αυτά, φαίνονται εύκολες, ιδίως, λόγω της μεγάλης ηθικής απαξίας των πεπραγμένων του ναζισμού, στην πραγματικότητα δεν είναι. Αντίθετα, η ηθική απαξία (ή η αξία) των πεπραγμένων, πολλές φορές και μάλιστα τις πλείστες, λειτουργεί, αποπροσανατολιστικά, όσον αφορά την ιστορική κρίση και αποτίμηση ενός καθεστώτος και των πρωταγωνιστών του, αφού το ηθικό στοιχείο απευθύνεται στον και ενεργοποιεί τον συναισθηματικό κόσμο εκείνων, οι οποίοι καλούνται να προβούν στην ιστορική κρίση και αποτίμηση. Και πολύ περισσότερο εκείνων, οι οποίοι καλούνται να ακούσουν και να συζητήσουν τα όποια ιστορικά συμπεράσματα.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, η όποια ιστορική κρίση και αποτίμηση είναι - το λιγότερο - μονομερής και θολή. Και πολύ περισσότερο μονομερή και ως εκ τούτου, θολά είναι τα όποια εξαγόμενα ιστορικά συμπεράσματα, τα οποία, εξ αυτού του λόγου, καθίστανται έρμαια, ή/και προϊόντα διαφόρων προπαγανδιστικών μηχανισμών, για τους οποίους η χρηστική αξία αυτών των θολών και μονομερών ιστορικών κρίσεων και αποτιμήσεων, προσδιορίζεται στην κατασκευή των δικών τους αληθειών και στην διαχρονική τους επικράτηση, ως ιστορικών αληθειών.

Έτσι συμβαίνει και με τον ναζισμό. Πολλά έχουν ειπωθεί, γι' αυτόν, τα πλείστα, εκ των οποίων δεν ελέχθησαν ψύχραιμα και ούτε είναι αληθή. Τις περισσότερες φορές αυτό συμβαίνει λόγω δικής του υπαιτιότητας, αφού σε ένα απεχθές και ηττημένο καθεστώς, όλοι φροντίζουν να χρεώσουν τα πάντα, όμως, μια τέτοια αντιμετώπιση αποτελεί, εκ των πραγμάτων, μια μυθιστορία και είναι προϊόν της παραϊστορίας. Δεν αποτελεί Ιστορία, αφού δεν αφηγείται τα γεγονότα, έτσι όπως αυτά συνέβησαν.


Ας δούμε κάποια πράγματα, γύρω από την ίδια την γέννηση και την άνδρωση του ναζιστικού φαινομένου, για να κατανοήσουμε του λόγου το αληθές.

Η κυρίαρχη πεποίθηση, που επικρατεί είναι ότι η γερμανική ήττα, στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η λεόντια Συνθήκη των Βερσαλλιών, με τις εξωπραγματικές απαιτήσεις, για πολεμικές επανορθώσεις, εις βάρος της Γερμανίας και το καθεστώς της δημοκρατίας της Βαϊμάρης οδήγησαν, αναπόφευκτα, στην άνδρωση και στην επικράτηση του ναζιστικού φαινομένου. Αν δούμε, όμως, τα γεγονότα, από κοντά, θα διαπιστώσουμε ότι αυτά είναι, πολύ διαφορετικά.

Η γερμανική ήττα, στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Συνθήκη των Βερσαλλιών, με τις υπέρογκες αξιώσεις, για αποζημιώσεις και το ασταθές καθεστώς της δημοκρατίας της Βαϊμάρης, προφανώς, υπήρξαν το υπόβαθρο, μέσα στο οποίο ανδρώθηκε το ναζιστικό φαινόμενο. Χωρίς αυτά τα γεγονότα, που συγκροτούν το ιστορικό πλαίσιο του γερμανικού ναζισμού, το ναζιστικό φαινόμενο δεν θα μπορούσε να υπάρξει και να ανδρωθεί και φυσικά, δεν θα είχε επικρατήσει. Γι' αυτό δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία. Όμως, αυτά, όσο και αν ήσαν αναγκαία, δεν υπήρξαν αρκετά, για την άνδρωση και την επικράτηση του ναζισμού.

Αυτό το ιστορικό πλαίσιο, που εκτυλίχθηκε, μετά την ήττα της Γερμανίας, τον Νοέμβριο του 1918, απετέλεσε την αναγκαία συνθήκη, για την ύπαρξη του ναζισμού. Δεν υπήρξε, όμως, ικανή συνθήκη, για την άνδρωση και την επικράτησή του.







Ο ναζισμός, το Κόμμα των Γερμανών Εργατών, γεννήθηκε, τον Ιανουάριο του 1919, από τον κλειδαρά Anton Drexler, ως μια θολή σέκτα, η οποία τσαλαβουτούσε, στους χώρους, μεταξύ της ριζοσπαστικής δεξιάς και της αριστεράς. Αυτό το κόμμα, που την 1η Απριλίου του 1920, μετονομάστηκε, σε Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα των Γερμανών Εργατών (Nationalsozialistische Deutsche Arbeiterpartei - NSDAP), για να περάσει, τον Ιούλιο του 1921, στα χέρια του Adolf Hitler, επί μακρόν, έμεινε ένα μικρό κόμμα, το οποίο δεν μπόρεσε να βρει συμπάθειες, στο εκλογικό σώμα. Έμεινε μια σέκτα.

Προφανώς, αυτή την σέκτα ο Χίτλερ την διαχειρίστηκε, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1920, όσο πιο καλά μπόρεσε, αλλά μέχρι εκεί. Ό,τι και αν έκανε, όποια βοήθεια και αν είχε - και είχε, στον βαθμό, που και ο ίδιος ήταν ένα ενεργούμενο της Reichswehr -, δεν μπόρεσε να υπερβεί τα όρια, που του έβαζε η, επί μακρόν, λιμνάζουσα συγκυρία της γερμανικής πολιτικής ζωής του Μεσοπολέμου, αφού, στην καλύτερη των περιπτώσεων, στις βουλευτικές εκλογές της 20/5/1928, το ναζιστικό κόμμα, σε ένα σύνολο 31.000.000 ψηφοφόρων, εισέπραξε 810.000 ψήφους, οι οποίοι αντιστοιχούσαν, στο πενιχρό ποσοστό του 2,6% και του έδωσαν 12 έδρες, στο Reichstag, σε ένα σύνολο 401 εδρών.

Αυτό, που άλλαξε την πολιτική τύχη του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος και το μετέτρεψε, από ένα μαχητικό γκρουπούσκουλο της ακροδεξιάς, το οποίο ψάρευε, στα νερά της αριστεράς, δεν είχε να κάνει, με την γερμανική ήττα και τις βαριές αποζημιώσεις, που απαιτούσαν οι νικητές. Ήταν ένα άλλο σεισμικό γεγονός, που τάραξε την γερμανική - και την παγκόσμια - κοινωνία.

Η γερμανική ήττα, στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και οι πολεμικές αποζημιώσεις, που πληρώνονταν, με δάνεια, από τις Η.Π.Α., τα οποία ανακούφιζαν τον πενόμενο γερμανικό πληθυσμό, είχαν εξαντλήσει την δυναμική τους. Τα παρελθοντικά αυτά γεγονότα παρέμεναν, βέβαια, ενεργές αιτίες δυσαρέσκειας, που τροφοδοτούσαν, ανάλογα, με την συγκυρία, τον εθνικισμό, ή τον διεθνισμό των μαζών, στην γερμανική κοινωνία, αλλά, στα τέλη της δεκαετίας του 1920, είχαν φθάσει, στα όριά τους.

Το γεγονός, που άνοιξε τον δρόμο, στον γερμανικό ναζισμό, προκειμένου αυτός να καταστεί ο πρωταγωνιστής των πολιτικών εξελίξεων, στην Γερμανία, ήταν η διεθνής οικονομική κρίση του Οκτωβρίου του 1929, που ξεκίνησε, από την κατάρρευση της Wall Street και συγκλόνισε, συθέμελα, τις καπιταλιστικές οικονομίες του αναπτυγμένου κόσμου, σε όλη την δεκαετία του 1930. Αυτή απετέλεσε την ενεργό δύναμη, που προμήθευσε την κοινωνική καύσιμη ύλη, στον Adolf Hitler και στο ναζιστικό κόμμα, με την οποία ο ηγέτης του ναζισμού και το κόμμα του κυριάρχησαν, στην γερμανική πολιτική σκηνή και, μέσα σε τέσσερα χρόνια, εξαφάνισαν όλους τους αντιπάλους τους, επιβάλλοντας ένα ολοκληρωτικό πολιτικό καθεστώς.




Ο παραπάνω πίνακας, που απεικονίζει την εξέλιξη του γερμανικού ΑΕΠ, κατά την περίοδο 1926 - 1939 αποδεικνύει του λόγου το αληθές και την άμεση συσχέτιση της κατακρήμνισης της γερμανικής οικονομίας, αμέσως, μετά την έλευση της οικονομικής κρίσης του 1929 - 1932, με την ραγδαία άνοδο της κοινωνικής και της εκλογικής επιρροής του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, με αποτέλεσμα την άνοδό του, στην εξουσία και την κήρυξη της δικτατορίας, η οποία προσωποποιήθηκε, με επίκεντρο τον Adolf Hitler, ο οποίος ανακηρύχθηκε σε Αρχηγό του Κράτους.

Η οικονομική κρίση το 1929 όχι μόνο ανακόπτει την οικονομική ανάπτυξη στην Γερμανία, αλλά, ήδη, από το έτος αυτό, την οδηγεί, σε μια μικρής έκτασης ύφεση, η οποία το 1930 μεγαλώνει, μειώνοντας το γερμανικό ΑΕΠ, περίπου, κατά 2%, για να καταστεί, στην συνέχεια, τα δύο επόμενα έτη, περίπου, ανεξέλεγκτη, οπότε,  το 1931 και το 1932, η ύφεση μετατρέπεται, σε κρίση και το γερμανικό ΑΕΠ συρρικνώνεται αθροιστικά, κατά την διάρκεια αυτών των δύο ετών, πάνω από το 16%.

Έτσι, στην πραγματικότητα ο ετήσιος παραγόμενος πλούτος της χώρας, σε όλη την περίοδο της οικονομικής κρίσης, που άρχισε το 1929, για να λήξει το 1932, έτσι όπως αυτός ο πλούτος μετριέται, μέσω του ΑΕΠ, μειώθηκε, κατά τι περισσότερο, από το 20%, σε σχέση με το 1928, το οποίο ήταν το τελευταίο έτος ανάπτυξης της γερμανικής οικονομίας, πριν από την άνοδο του Χίτλερ και του κόμματός του, στην εξουσία.




Η πορεία των αριθμητικών μεγεθών της εκλογικής επιρροής του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, πριν, αλλά και αμέσως, μετά το 1928, όταν η διεθνής οικονομική κρίση κτύπησε την πόρτα της Ευρώπης και ιδιαίτερα, της Γερμανίας είναι πλήρως περιγραφική των όσων συνέβησαν και των αιτιών, που οδήγησαν, σε αυτά. Ο παραπάνω πίνακας, ο οποίος, στον αριστερό του άξονα καταγράφει, γραμμικά, την εξέλιξη της ανεργίας, από το 1924, μέχρι το 1932 και στον δεξιό του άξονα καταγράφει, με τα κόκκινα τετράγωνα την εξέλιξη της εκλογικής επιρροής του ναζιστικού κόμματος, είναι χαρακτηριστικός και περιγραφικός, ως προς την άμεση συσχέτιση της ραγδαίας αύξησης της εκλογικής επιρροής του ναζιστικού κόμματος, με την ταχεία μεγέθυνση της ανεργίας, σε συνδυασμό, με την ταχεία πτώση του γερμανικού ΑΕΠ, μετά το 1928 και ενώ όλη την προηγούμενη περίοδο, από το 1924 (αλλά και πριν), βρισκόταν, στα επίπεδα του 2% και ακόμη πιο κάτω.

Έτσι, μετά την έλευση της κρίσης και με την εμφάνιση της κοινωνικής και της πολιτικής αστάθειας, στο καθεστώς της δημοκρατίας της Βαϊμάρης, που, ως πρωτοφανή φαινόμενα οδήγησαν, στις βουλευτικές εκλογές της 14/9/1930, το ναζιστικό κόμμα εκτοξεύεται στις 6.409.000 ψήφους, που αντιστοιχεί, σε ένα ποσοστό, γύρω, στο 20% και καταλαμβάνει 107 έδρες στο Reichstag.

Ακολουθούν οι προεδρικές εκλογές της 13/3/1932, όπου ο Adolf Hitler, ως υποψήφιος των ναζιστών λαμβάνει 11.339.446 ψήφους και ποσοστό 30,1% (ο υποψήφιος των συντηρητικών, ο γηραιός στρατηγός Paul Ludwig Hans Anton von Beneckendorff und von Hindenburg πήρε 18.601.497 ψήφους και 49,6%, ενώ ο Ernst Thälmann υποψήφιος του Κ. Κ. Γερμανίας έλαβε 4.983.341 ψήφους και 13,2%).

Στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών της 10/4/1932, ο Χίτλερ πήρε 13.418.547 ψήφους και 36,8%, ενώ ο Χίντενμπουργκ πήρε 19.309.893 ψήφους και 53%, ενώ ο Ταίλμαν έλαβε 3.706.759 ψήφους και 10,2%.

Η γενίκευση της κοινωνικής αστάθειας, που επέφερε η εμβάθυνση της οικονομικής κρίσης οδήγησε την Γερμανία, σε άλλες δύο εκλογικές αναμετρήσεις, μέσα στο 1932. Η γερμανική βουλή, όσες φορές και αν ανανεωνόταν, παρέμενε θνησιγενής.

Έτσι, στις βουλευτικές εκλογές της 31/7/1932, το ναζιστικό κόμμα, που, πλέον, έχει 1.000.000 μέλη, ενώ τα S.A. του Ernst Julius Röhm αριθμούν στις 400.000 μέλη, καταλαμβάνει την πρώτη θέση, με 13.745.000 ψήφους, ποσοστό 37,5% και 230 έδρες, σε σύνολο 608.

Ακολουθούν νέες βουλευτικές εκλογές, στις 6/11/1932, όπου οι Εθνικοσοσιαλιστές χάνουν, περίπου 2.000.000 ψήφους, λαμβάνοντας 11.740.000 ψήφους, ποσοστό 33,1% και 196 έδρες.

Η υποχώρηση των εκλογικών ποσοστών του ναζιστικού κόμματος, που προξενήθηκε, από τον φόβο των μεσαίων τάξεων ότι το κόμμα αυτό μπορεί να καταλάβει την εξουσία, οδηγεί τον Adolf Hitler, στην πεποίθηση ότι ήταν η στιγμή, για να διεκδικήσει την καγκελαρία, αφού, παρά την μείωση των ψήφων του, παραμένει το πρώτο κόμμα, στο Reichstag. Ο Χίντενμπουργκ ενδίδει και ονομάζει τον Χίτλερ καγκελάριο, στις 30/1/1933.

Από εκεί και πέρα, οι παρακρατικοί μηχανισμοί, με την σαφέστατη καθοδήγηση του Χέρμαν Γκαίρινγκ, ο οποίος ήταν και πρόεδρος του σώματος, αναλαμβάνουν δράση και καίνε το Reichstag, στις 27/2/1933, για να κατηγορηθούν, στην συνέχεια οι κομμουνιστές, τους οποίους, η κυβέρνηση, με διάταγμα του Χίντενμπουργκ, θέτει, εκτός νόμου, στις 23/3/1933.

Μέσα σε αυτό το κλίμα οι βουλευτικές εκλογές της 5/3/1933 θα έπρεπε να αποτελούν περίπατο, για τον Χίτλερ και το κόμμα του, αλλά, παρ' όλ' αυτά, δεν αποσπά την απόλυτη πλειοψηφία. Παίρνει 17.277.180 ψήφους, ποσοστό 43,9% και 288 έδρες, για να συγκυβερνήσει, με το μικρό Εθνικό Λαϊκό Κόμμα και το κόμμα του Κέντρου του Franz von Papen.

Για να έλθει, στην συνέχεια, η επιβολή της απόλυτης δικτατορίας, με τις εκκαθαρίσεις της 1/7/1934, της "Νύχτας των Μεγάλων Μαχαιριών", η οποία, στην πραγματικότητα, κράτησε, επί ένα τριήμερο και οδήγησε, στην εξόντωση των ενοχλητικών και επικίνδυνων, για την γερμανική ελίτ, S.A., αλλά και πολλών άλλων αντιπάλων της ηγετικής ομάδας του Χίτλερ, στον χώρο του κέντρου και της δεξιάς, κατά παρέκκλιση της Συμφωνίας, που έγινε, την περίοδο 10 - 14 Απριλίου 1934, στο μικρό θωρηκτό "Deutschland", ανάμεσα, στον Χίτλερ και την ηγεσία της Reichswehr και η οποία προέβλεπε την εξόντωση των S.A., με αντάλλαγμα την παραχώρηση της προεδρίας του κράτους, στον Χίτλερ, ύστερα από τον αναμενόμενο θάνατο του γηραιού και ετοιμοθάνατου Χίντενμπουργκ.

Η εξόντωση του μαζικού πληβειακού στοιχείου των παραστρατιωτικών ταγμάτων εφόδου, που οργάνωσε το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, υπό την καθοδήγηση του Ερνστ Ραιμ, ήταν προαπαιτούμενο, για την γερμανική  ελίτ, αφού η προπαγάνδιση του μετασχηματισμού της εθνικής επανάστασης, σε σοσιαλιστική, ήταν ένα από τα κύρια συνθήματα των S.A.

Αυτό το ιδεολογικής φύσεως, πολιτικό σύνθημα, ως έκφραση της εφαρμοστέας κοινωνικής πολιτικής, καθίστατο κεντρική επιδίωξη, σε ευρείς κύκλους του ναζιστικού κόμματος, οι οποίοι διακατέχονταν από μια αντικαπιταλιστική νοοτροπία και συλλογιστική, αποβλέποντας, σε μια ενεργή συμμαχία, με την "Σοβιετική Ενωση". Κύριος προπαγανδιστής αυτής της στρατηγικής και ιδεολογικής επιλογής ήταν ο Γιόζεφ Γκαίμπελς, ο οποίος, βέβαια, την τελευταία στιγμή άλλαξε θέσεις, τασσόμενος στο πλευρό του Χίτλερ, με αποτέλεσμα να γλυτώσει το μαχαίρι και να μετατραπεί, σε βασικό συνεργάτη του ηγέτη του ναζισμού.

Ο Χίτλερ, από την δική του πλευρά, ουδέποτε υπήρξε σοσιαλιστής, με οποιαδήποτε έννοια του όρου αυτού. Αν και ο ίδιος προερχόταν από πληβειακά στοιχεία, ουδέποτε εξέφρασε σοσιαλιστικές ανησυχίες. Ήταν, πάνω από όλα, εθνικιστής, με ρατσιστικές εμμονές, όπως όλος ο κύκλος των στελεχών του εθνικοσοσιαλισμού. Ως εκ τούτου, η διάλυση των S.A., δεν ήταν κάτι ξένο από την λογική του, στον βαθμό, που θα τα αφόπλιζε και θα τα αντικαθιστούσε από τα S.S. Πράγμα, που έπραξε, χωρίς δισταγμό, αφού, έτσι, απέφευγε μια εμφύλια σύρραξη και εξασφάλιζε την αποδοχή της Reichswehr, η οποία, αν και φάνταζε, ως ο νικητής της Νύχτας των Μεγάλων Μαχαιριών, στην πραγματικότητα, ήταν και η ίδια ηττημένη.

Ο πραγματικός νικητής εκείνου του αιματηρού τριημέρου ήταν ο Χίτλερ, ο οποίος έβαλε, κυριολεκτικά, την Reichswehr, στο τσεπάκι του, απομάκρυνε από την εξουσία τους παλαιούς αριστοκράτες πολιτικούς και εξουδετέρωσε την ισχυρή πληβειακή βάση του κόμματός του, που εκφραζόταν, μέσα από τα S.A. και μπορούσε να οδηγήσει το κόμμα και την γερμανική κοινωνία, στην οδό ενός ιδιότυπου "μπολσεβικισμού", τον οποίον ο ίδιος, σταθερά και πάντοτε, σιχαινόταν.

Έτσι, μετά από όλα τα παραπάνω, μπορούμε να καταλήξουμε, στο πρώτο συμπέρασμα, γύρω από τον ναζισμό και την σχέση του, με την γερμανική κοινωνία.

Η αλήθεια, η οποία προκύπτει από τους αριθμούς και τα γεγονότα, που εξετέθησαν, είναι ότι ουδέν εξ όσων, παραπάνω, εξιστορίσθηκαν, θα συνέβαινε, εάν δεν είχε μεσολαβήσει, η βαρύτατη και καταστροφική οικονομική κρίση της περιόδου 1929 - 1932. Το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα θα κυμαινόταν, σε έναν αριθμό μελών, μεταξύ των 25.000, που είχε το 1925, των 49.000, που είχε το 1926, των 72.000, που είχε το 1927 και των 108.000, που είχε το 1928. Ακόμη και το 1929 - έτος κατά το οποίο δεν διεξήχθησαν εκλογές - ο αριθμός των μελών του κόμματος δεν ξεπέρασε τις 178.000.






Τούτων δοθέντων, επανερχόμαστε, στην αρχική διαπίστωση του παρόντος κειμένου. Η γερμανική ήττα, στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και η εξοντωτική Συνθήκη των Βερσαλλιών, μπορεί να αποτέλεσαν ένα αναγκαίο ιστορικό πλαίσιο, για την εκτύλιξη του ναζιστικού φαινομένου, αλλά αυτό το πλαίσιο δεν υπήρξε η ικανή συνθήκη, για την ραγδαία ανάπτυξη του ναζισμού και την άνοδό του, στην εξουσία.

Χωρίς την έλευση της οικονομικής κρίσης του 1929 - 1932, το ναζιστικό κόμμα θα ήταν ένα περιθωριακό φαινόμενο, μέσα στην γερμανική πολιτική σκηνή και ανάλογα, με την εκάστοτε συγκυρία, θα ήταν λιγότερο, ή περισσότερο, μικρό. Σε κάθε περίπτωση, όμως, θα ήταν περιθωριακό.

Η γερμανική ήττα και η Συνθήκη των Βερσαλλιών εξήψε τον γερμανικό εθνικισμό και εμπέδωσε ένα έντονο συναίσθημα αδικίας, στον πληθυσμό της χώρας και προφανώς, υπήρξαν εκείνο το υπόστρωμα, πάνω, στο οποίο μπόρεσε να βρει ευήκοα ώτα το ναζιστικό φαινόμενο, αφού η ηττημένη Γερμανία υποχρεώθηκε να αποδεχθεί την καταλήστευση ολόκληρων περιοχών της και την επιβολή πολεμικών αποζημιώσεων, οι οποίες το 1918 ανέρχονταν, στο εξωφρενικό ποσόν των 225 δισ. χρυσών μάρκων, το ύψος του οποίου, το 1920, περιορίστηκε, στα 130 δισ. χρυσά μάρκα.

Αλλά και αυτό το ποσόν των πολεμικών αποζημιώσεων ήταν αδύνατο να το καταβάλει η γερμανική οικονομία (η οποία είχε, ήδη, συρρικνωθεί, κατά την διάρκεια του πολέμου, κατά 20%), αφού αυτή, εκείνη την εποχή, συμποσούνταν, ως μέγεθος του ΑΕΠ, περίπου, στα 42,5 δισ. χρυσά μάρκα, με αποτέλεσμα να απαιτείται η ετήσια καταβολή ενός ποσού της τάξεως του 10% του γερμανικού ΑΕΠ, που έπρεπε να κατευθύνεται, στην πληρωμή τόκων, χρεωλυσίων και διαφόρων εξόδων κατοχής.

Ο νεαρός οικονομολόγος John Maynard Keynes, που, τότε, συμμετείχε, στις συζητήσεις, για την σύναψη της Συνθήκης των Βερσαλλιών, υπήρξε σαφής και κατηγορηματικός, στο βιβλίο του "Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης", που συνέγραψε, αργότερα, για τις θέσεις που ανέπτυξε και οι οποίες δεν υιοθετήθηκαν, από την βρετανική κυβέρνηση, την οποία υπηρετούσε και τους νικητές (πλην των Αμερικανών, οι οποίοι, όπως και ο Κέϋνς, δεν εισακούστηκαν), οι οποίοι αυτό, που απαιτούσαν, ήταν η εκδίκηση και η εξαφάνιση της Γερμανίας, από τον διεθνή ανταγωνισμό.

Ο Κέϋνς υποστήριξε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να μπορέσει η γερμανική οικονομία να αντιμετωπίσει το βάρος ενός τέτοιου ποσού. Πολύ περισσότερο, ήταν αδύνατο να το μπορέσει, μετά την παραχώρηση των ανθρακωρυχείων της, στην περιοχή Σάαρ και Ρούρ, στην Γαλλία. Μόνο αν οι αποζημιώσεις ήταν πολύ μικρότερες και η γερμανική οικονομία εισήρχετο, σε μια ταχύρρυθμη αναπτυξιακή διαδικασία, με την άνοδο των εξαγωγών θα μπορούσε η Γερμανία να ικανοποιήσει τις όποιες απαιτήσεις των νικητών. Αλλά οι νικητές - κυρίως, οι Γάλλοι - ενδιαφέρονταν, για τον περιορισμό των γερμανικών εξαγωγών, υπέρ των δικών τους.

Φυσικά, ο Κέϋνς είχε δίκιο. Αλλά αυτό δεν ήταν εκείνο, που μετρούσε, διότι αυτοί, που έπρεπε να το δουν, αρνούνταν, κατηγορηματικά, να πράξουν κάτι τέτοιο. Αυτοί αυτό, που έκαναν δεν ήταν τίποτε άλλο, από το να βλέπουν αυτό, που οι ίδιοι προσδιόριζαν, ως άμεσο και βραχυπρόθεσμο συμφέρον τους. Τα αποτελέσματα αυτής της στάσης είναι, πλέον, γνωστά.

Το αστείο, μάλιστα είναι ότι, αργότερα, στους κύκλους της γαλλικής ελίτ, κατά την διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Κέϋνς θεωρήθηκε υπεύθυνος, για την αναβίωση του γερμανικού δυναμισμού, αφού ο γνωστός οικονομολόγος Ετιέν Μαντού, στο βιβλίο του "Οι οικονομικές συνέπειες του κ. Κέϋνς", κατηγορούσε τον Κέϋνς ότι, με τις θέσεις του υπέσκαψε τις προσπάθειες, για να τιθασευθεί η Γερμανία και ως εκ τούτου, ευθύνεται, για την άνοδο του ναζισμού.



Ο Adolf Hitler, σε στιγμές δόξας, πλάϊ, στον ιδεολογικό του πατέρα, τον Benito Mussolini.



Όμως, η πολιτική και η οικονομική αναταραχή, στην Γερμανία, που ξεκίνησε το 1919, με την καταστολή της εξέγερσης των Σπαρτακιστών και την δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λήμπκνεχτ, από τα ακροδεξιά Freikorps, που εξαπέστειλαν οι κυβερνώντες σοσιαλδημοκράτες και έληξε, το 1924, με την κοπή νέου νομίσματος, με το οποίο καταπολεμήθηκε ο υπερπληθωρισμός, τελικά, ελέγχθηκε, από τις καθεστωτικές δυνάμεις, χωρίς ο ναζισμός, που ήταν, τότε, παρών, να μπορέσει να καταστεί αξιόλογη δύναμη. Ακόμη και το κίνημα της μπυραρίας, της 8/11/1923, στο Μόναχο, με το οποίο ο Χίτλερ και οι ναζί θέλησαν να μιμηθούν, τον δάσκαλό τους, τον Μπενίτο Μουσσολίνι και την πορεία των φασιστών, προς την Ρώμη (αλλά και τον πρώτο δάσκαλο όλων τους, τον Μουσταφά Κεμάλ) , δεν ήταν κάτι το αξιόλογο. Ήταν κάτι το οπερεττικό, γι' αυτό και κατεστάλη, χωρίς ιδιαίτερο κόπο.

Αλλά αυτό, που δεν κατάφερε η γερμανική ήττα, στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και η επαχθής Συνθήκη των Βερσαλλιών, θα το καταφέρει η οικονομική κρίση του τέλους της δεκαετίας του 1920 και των πρώτων ετών της δεκαετίας του 1930. Η έλευση αυτής της σαρωτικής οικονομικής κρίσης θα αλλάξει το σκηνικό και θα τροφοδοτήσει τους ναζιστές, οι οποίοι και θα καταλάβουν την εξουσία.

Μέσα σε αυτό το, εντελώς, παρακμιακό κλίμα, η άνοδος του ναζισμού, στην εξουσία έφερε, στην Γερμανία, μια μη αναμενόμενη και απίστευτη οικονομική άνθηση, η οποία περιγράφεται, από τον πίνακα, με την εξέλιξη του γερμανικού ΑΕΠ, κατά την χρονική περίοδο 1926 - 1939, που είδαμε παραπάνω. Η αλήθεια είναι ότι το ναζιστικό καθεστώς πραγματοποίησε όλες τις εξαγγελίες, που είχε, ως οικονομικό πρόγραμμα, με αποτέλεσμα να εκμηδενίσει την ανεργία και να οδηγήσει την γερμανική οικονομία, σε μια φρενήρη αναπτυξιακή πορεία, οποία σταμάτησε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος.


Το έχω κάνει και σε άλλα δημοσιεύματα, σε αυτό εδώ το μπλογκ, αλλά χρήσιμο είναι να δούμε την σχετική αναφορά του Αμερικανού οικονομολόγου John Kenneth Galbraith, στο βιβλίο του, με τίτλο "Το Χρήμα", όπου περιγράφει, με γλαφυρό τρόπο, τις μεγάλες οικονομικές επιδόσεις του ναζιστικού καθεστώτος, σε μια εποχή, που όλες οι άλλες οικονομίες του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου, βρίσκονταν, σε μια καθοδική πορεία, ή σε μια βαλτώδη στασιμότητα, μη μπορώντας να αποκολληθούν, από τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης, που ξέσπασε, στα 1929 και συνεχίστηκε, μέχρι την έλευση του πολέμου :


"Ήδη, απ' τα μέσα της δεκαετίας 1930-40, υπήρχε μια προωθημένη επίδειξη του κεϋνσιανού συστήματος. Ήταν η οικονομική πολιτική του Αδόλφου Χίτλερ και του Τρίτου Ράϊχ. Επρόκειτο για δανεισμό, σε μεγάλη κλίμακα, για δημόσιες δαπάνες, και αρχικά, κυρίως, για δημόσια έργα, σιδηροδρόμους, διώρυγες και τους περίφημους αυτοκινητόδρομους. Το αποτέλεσμα ήταν μια πολύ πιο αποδοτική επίθεση, ενάντια στην ανεργία, απ' ότι σε οποιαδήποτε άλλη βιομηχανική χώρα. Από το 1935, η ανεργία, στην Γερμανία, ήταν μηδαμινή. Ο Χίτλερ είχε, ήδη, ανακαλύψει, πώς να γιατρέψει την ανεργία, πριν ο Κέϋνς ολοκληρώσει την εξήγηση, για την εμφάνισή της. Το 1936, όταν οι τιμές και οι μισθοί επηρεάστηκαν, από μια ανοδική πίεση, ο Χίτλερ προχώρησε στο πρόσθετο βήμα του συνδυασμού μιας επεκτατικής πολιτικής, για την απασχόληση, με τον γενικό έλεγχο των τιμών. Η οικονομική πολιτική των ναζιστών πρέπει να σημειώσουμε, πως ήταν μια AD ΗΟC απάντηση, σ' αυτό, που φαίνονταν, πως ήταν μια καταπιεστική περίσταση. Η ανεργία ήταν απελπιστική. Δανείστηκαν, λοιπόν, χρήματα και έβαλαν τους ανθρώπους να δουλέψουν.

Όταν οι ανοδικές τιμές και μισθοί απείλησαν την σταθερότητα, επιβλήθηκε ένα ανώτατο όριο, στις τιμές. Παρ' όλο που είχε συζητηθεί πολύ μια τέτοια πολιτική, στην προχιτλερική Γερμανία, φαίνεται μάλλον απίθανο, πως θα είχε μεγάλη επίδραση. Ο Χίτλερ και οι συνεργάτες του δεν ήταν σχολαστικοί άνθρωποι. Όπως και νάχει το πράγμα, η εξάλειψη της ανεργίας, στην Γερμανία, στο διάστημα του Μεγάλου Μαρασμού, χωρίς ν' ακολουθήσει πληθωρισμός - και με αρχική εξάρτηση, από, ουσιαστικά, μη στρατιωτικές δραστηριότητες, ήταν ένα αξιοσημείωτο κατόρθωμα. Το έχουν, σπάνια, επαινέσει, και δεν αναφέρονται, σ' αυτό, πολύ συχνά. Η αντίληψη, πως ο Χίτλερ δεν μπορούσε να κάνει κάτι καλό επεκτείνεται και στην οικονομία του, όπως, πιο ευκολονόητα, και σ' όλα τα άλλα.

Οι ναζιστές, "πέτυχαν περισσότερο στην θεραπεία των οικονομικών ασθενειών της δεκαετίας του '30, απ' ότι οι Ηνωµένες Πολιτείες. Μείωσαν την ανεργία και έδωσαν κίνητρα στην βιομηχανική παραγωγή, γρηγορότερα, απ' ό,τι το έκαναν οι Αμερικάνοι. Υπολογίζοντας τις πηγές τους, χειρίστηκαν τα νομισματικά και εμπορικά τους προβλήματα, με μεγαλύτερη επιτυχία, ασφαλώς, με μεγαλύτερη φαντασία, Αυτό οφείλεται, ως ένα ορισμένο σημείο, στο ότι οι ναζιστές χρησιμοποίησαν, σε μεγάλη έκταση, ελλειμματικό προϋπολογισμό ... Γύρω στα 1936, η ύφεση είχε, ουσιαστικά, ξεπεραστεί, στην Γερμανία, ενώ βρισκόταν, ακόμη, μακριά, από το τέλος της, στις Ηνωμένες Πολιτείες."



Σεπτέμβριος/Οκτώβριος 1946 : ο Γιάλμαρ Σαχτ, ανάμεσα, στον Hans Fritzsche και στον Franz von Papen, σε στιγμιότυπο, κατά την διάρκεια της δίκης τους, στην Νυρεμβέργη, ως κατηγορούμενων, για εγκλήματα πολέμου. Αθωώθηκαν και οι τρεις.



Αυτή η επιτυχής οικονομική πολιτική έχει συνδεθεί, με τον Horace Greeley Jhalmar Sacht, ο οποίος υπήρξε διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Γερμανίας, κατά την διάρκεια της δημοκρατίας της Βαϊμάρης και υπουργός Οικονομικών των ναζιστικών κυβερνήσεων, μέχρι το 1937, για να διοριστεί, μέχρι το 1939 και πάλι διοικητής της Reichsbank και στην συνέχεια, να παραιτηθεί, επειδή διαφώνησε, με το πρόγραμμα του γερμανικού επανεξοπλισμού, το οποίο, κατά τον ίδιο και σύμφωνα, με το υπόμνημα, που έθεσε, υπόψη του Χίτλερ, θα οδηγούσε σε πληθωρισμό.

Ο John Kenneth Galbraith, ο οποίος, αμέσως, μετά την ήττα της Γερμανίας, διορίστηκε, από την αμερικανική κυβέρνηση, ως σκιώδης υπουργός Οικονομικών της κατεχόμενης χώρας και γνώρισε, εκ των έσω, τις οικονομικές επιδόσεις του ναζιστικού καθεστώτος, αλλά και τον ίδιο τον Σαχτ, τον οποίο ανέκρινε, επί μακρόν, τον περιγράφει, ως έναν στενόμυαλο, έναν ανίκανο να δει, πέρα από την μύτη του, δηλαδή έναν βλάκα και μισό, θεωρώντας ότι ο Χίτλερ τον χρησιμοποιούσε, για να έχει επαφές με το οικονομικό κατεστημένο, στο εσωτερικό και το εξωτερικό, χωρίς να δίνει σημασία τις απόψεις του Σαχτ, οι οποίες ήσαν, στην, εντελώς, αντίθετη κατεύθυνση, από εκείνες του ναζιστικού καθεστώτος.

Με δεδομένες τις συγκρούσεις του Σαχτ, με το ναζιστικό οικονομικό επιτελείο, στο οποίο τον πρώτο λόγο είχαν ο Χέρμαν Γκαίρινγκ και ο Βάλτερ Φουνκ (ο οποίος και διαδέχτηκε τον Σαχτ, ως υπουργός Οικονομικών) και με δεδομένη την πίστη του, στην καταστροφική αντιπληθωριστική πολιτική των προναζιστικών γερμανικών κυβερνήσεων της περιόδου 1929 - 1933, της οποίας πολιτικής ο Σαχτ, ως κεντροτραπεζίτης, ήταν ο βασικός πυλώνας, φαίνεται ότι οι κρίσεις και οι επικρίσεις του Τζων Κέννεθ Γκαλμπραίηθ έχουν βάση.

Είναι πιθανό ότι ο Σαχτ εξέφραζε ένα τμήμα της γερμανικής ελίτ, το οποίο είχε καταλάβει ότι η χώρα έπρεπε να ξεφύγει, από την μέγγενη της Συνθήκης των Βερσαλλιών και ότι οι ναζιστές θα έφραζαν τον δρόμο, στην αριστερά.

Αλλά, μέχρι εκεί. Σε όλα τα άλλα - ή, τουλάχιστον, στα περισσότερα, από αυτά - ο Σαχτ ήταν αντίθετος. Ακόμη και στο πρόγραμμα του γερμανικού επανεξοπλισμού, το οποίο, η αλήθεια είναι ότι υπήρξε πολύ μικρό και δεν ανταποκρινόταν στις φιλοδοξίες του Χίτλερ, για την γερμανική κυριαρχία, στον ευρωπαϊκό χώρο, ο Σαχτ αντιτάχθηκε, για λόγους εξωπραγματικούς και κατά βάση, αστείους, φοβούμενος την έλευση ενός πληθωρισμού, ο οποίος ήταν αδύνατο να προκύψει, αφού οι ναζί εφάρμοζαν το σύστημα του ελέγχου των τιμών, των μισθών και των εισοδημάτων, το οποίο τιθάσευσε, γρήγορα, τις πληθωριστικές πιέσεις, όπως φαίνεται και στον πίνακα, με την εξέλιξη του γερμανικού ΑΕΠ, κατά την περίοδο 1926 - 1939, όπου η κόκκινη γραμμή περιγράφει την πορεία του γερμανικού πληθωρισμού.

Έτσι, λοιπόν, η αλήθεια είναι ότι η, κεϋνσιανής προελεύσεως, οικονομική πολιτική των ναζιστών και οι αναμφισβήτητες επιτυχίες της - οι οποίες επιβραβεύτηκαν, από τον γερμανικό πληθυσμό, ο οποίος τους στήριξε, χωρίς δεύτερες σκέψεις, επιδεικνύοντας μια καταστροφική προσήλωση, στο καθεστώς του Χίτλερ -, ως σύνολο, υπήρξαν κατασκευάσματα των ίδιων των ναζιστών και δεν οφείλονται, στην εντόπια οικονομική και πνευματική ελίτ, η οποία έμεινε προσκολλημένη, στα φιλελεύθερα ιδεολογήματα της εποχής της και τα οποία, αν και ανάγονταν, στους πατέρες της οικονομικής επιστήμης, είχαν, πλέον, ξεπεραστεί και αποδεικνύονταν, αρκούντως, καταστροφικά.




Αλλά, με δεδομένη την οικονομική και κοινωνική επιτυχία του ναζιστικού καθεστώτος, το οποίο στηρίχθηκε, στην βαριά βιομηχανία της Γερμανίας και στο πειθαρχημένο εργατικό δυναμικό της χώρας αυτής, τα ερωτήματα, που, αρχικά, έχουν τεθεί, παραμένουν αναπάντητα.

Τι πήγε στραβά, με αυτό το καθεστώς;

Ήταν δυνατόν, αυτό το καθεστώς να πάρει άλλη οδό;

Για να καταλάβουμε το τι πήγε, στραβά, με το ναζιστικό καθεστώς, απαραίτητο είναι να στραφούμε, στην γερμανική ήττα του 1918 και στην Συνθήκη των Βερσαλλιών.

Εδώ είναι, που το ιστορικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο έδρασε ο ναζισμός, έπαιξε καθοριστικό ρόλο, μέσα από μια έντονα ιδεολογικοποιημένη και συνάμα διαστροφική στρέβλωση των συνειδήσεων ενός μεγάλου κύκλου ατόμων και ευρύτατων κοινωνικών ομάδων, στην γερμανική κοινωνία, μέσα από μάγμα ακραίων εθνικιστικών ιδεών, οι οποίες συνδέθηκαν με την φυλετικότητα και προσέλαβαν ένα επίμονο και έντονο ρατσιστικό περιεχόμενο.

Αυτή η ιδεολογική διαστροφή του μάγματος των εθνικιστικών ιδεών, με τις ρατσιστικές πεποιθήσεις, υπήρξε, απόλυτα, καθοριστική, όταν ο Χίτλερ και το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα κατέλαβαν την εξουσία. Έτσι το μάγμα αυτό συνδεόμενο, άρρηκτα, με το πληγωμένο εθνικό συναίσθημα του γερμανικού λαού και την ρατσιστική ιδεολογία, που εξέπεμπε ο εθνικισμός των ναζιστών και του ηγέτη τους, οδήγησε το ναζιστικό καθεστώς, το γερμανικό κράτος και εν πολλοίς, τον γερμανικό πληθυσμό, να στραφούν, κατά εθνικών, πολιτικών και κοινωνικών ομάδων και υποδιαιρέσεων του γερμανικού πληθυσμού (Εβραίους, κομμουνιστές, πάσχοντες από βαρύτατα και ανίατα νοσήματα, καθώς και άλλους), την ίδια στιγμή, που η ναζιστική ηγεσία εξαπέλυε έναν πόλεμο, χωρίς σοβαρή πολεμική προετοιμασία.

Πράγματι, η μελέτη του σχεδιασμού και της συγκρότησης της γερμανικής πολεμικής μηχανής, αποδεικνύει ότι αυτή άρχισε να συγκροτείται, στα σοβαρά, με την πλήρη κινητοποίηση της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας και του πληθυσμού της χώρας, μόλις, μετά την ήττα, στο Στάλινγκραντ, όπως περιγράφει ο John Kenneth Galbraith, ο οποίος έκπληκτος παρακολούθησε όλη την πορεία του γερμανικού επανεξοπλισμού και την συγκρότηση της γερμανικής πολεμικής μηχανής, εκ του σύνεγγυς, αμέσως, μετά από την γερμανική ήττα.

Όσο και αν φαίνεται απίστευτο το γεγονός αυτό, η αλήθεια είναι ότι ο Adolf Hitler και ο γερμανικός ναζισμός οδήγησαν την Γερμανία, στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, απροπαράσκευη και χωρίς τα απαραίτητα μέσα, για την διεξαγωγή του. Και σε αυτή την πραγματική κατάσταση ήταν που στηρίχθηκε η πολεμική τακτική του blitzkrieg, που διεξήγαγε το γερμανικό γενικό επιτελείο, διαθέτοντας το σύνολο των διαθέσιμων πολεμικών του δυνάμεων, σε ένα μέτωπο.

Το ίδιο απίστευτη είναι και η αρχική επιτυχία αυτής της τακτικής, η οποία, διήρκεσε, επί μακρόν και στηρίχθηκε, στην αφασιακή ανοησία των αντιπάλων των Γερμανών, στα διάφορα πεδία των μαχών, που αποτελούσαν επιλογή του γερμανικού επιτελείου, το οποίο στηρίχθηκε, στην αρχική απροθυμία και στην βραδύτητα της απάντησης των Γάλλων και των Βρετανών, στις γερμανικές πολεμικές επιχειρήσεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την περίπτωση της γερμανικής εισβολής, στην Πολωνία, η οποία αφέθηκε μόνη της, μέσα από την λογική ότι ήταν δυνατόν να υπάρξει συμβιβασμός, με τον Χίτλερ. Ένας συμβιβασμός, ο οποίος ουδέποτε έγινε.

Αυτά ήσαν, που πήγαν στραβά, στο καθεστώς αυτό.

Και αυτά ήσαν, που οδήγησαν το ναζιστικό καθεστώς, στον αφανισμό και την πλήρη απαξίωσή του, με αποτέλεσμα να τεθούν, εκτός συζητήσεως και να εξαφανισθούν τα μεγάλα επιτεύγματά του, στον τομέα της οικονομικής πολιτικής, τα οποία οι Αμερικανοί κεϋνσιανοί και νεοκεϋνσιανοί, μετά τον πόλεμο είχαν την ευθυκρισία να δουν, να αναγνωρίσουν και να διδαχθούν, από αυτά.

Μετά τα παραπάνω, καθίσταται προφανές ότι το ναζιστικό καθεστώς θα μπορούσε να ακολουθήσει μιαν άλλη οδό και να είχε μιαν άλλη τύχη, εάν η ηγεσία του απέφευγε την εμπλοκή της, στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και εφ' όσον δεν εμπλεκόταν, στον απεχθή εφαρμοσμένο ρατσισμό, με τον οποίο καταπιάστηκε και προσπάθησε να φέρει, εις πέρας.

Μπορούσε να πράξει κάτι τέτοιο;

Προφανώς και μπορούσε. Η ύπαρξη και η, επί μακρόν, επιβίωση του ισπανικού φασιστικού καθεστώτος του Francisco Franco, το οποίο επικράτησε, μετά από έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο, αποδεικνύει ότι και το ναζιστικό καθεστώς θα μπορούσε να επιβιώσει, με πολύ καλύτερες προοπτικές, εάν η ηγεσία του διακατεχόταν από ευθυκρισία, είχε γνώση του διεθνούς περιβάλλοντος, μέσα, στο οποίο κινείτο και δεν διακατεχόταν, από ιδεολογικές και προσωπικές εμμονές.

Ο ναζισμός, λοιπόν, θα μπορούσε να επιβιώσει, αν είχε μια προσγειωμένη, στην πραγματικότητα της εποχής της, ηγεσία.

Όμως, η Ιστορία δεν γράφεται, με αν...


2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Εαν δεν ειχαν εμπλακει στο πολεμο θα παρεμεναν στην εξουσια για δεκαετιες τοσο ο Χιτλερ οσο και ο Μουσολινι οπως εγινε με το Φρανκο και το Σαλαζαρ.

Ουτε η πτωση της ΕΣΣΔ ηταν αναποφευκτη.
Το καθεστως της ΕΣΣΔ που δημιουργηθηκε μετα τον Α ΠΠ κρατησε εως το 1991 και κατερρευσε λογω των αστοχων ενεργειων του Γκορμπατσωφ και των λοιπων γραφειοκρατικων ελιτ. Η Κινα παραμενει εως σημερα υπο τον ελεγχο του Κ.Κ οπως και η κουβα, βιετναμ, Λαος, Βορεια Κορεα.

Με την ηττα της Ιταλιας - Γερμανιας το 1945, και τη (αυτο)διαλυση της ΕΣΣΔ το 1991, καταληξαμε σημερα σε ενα μονοπολικο κοσμο υπο τη κυριαρχια των ΗΠΑ που συνεπεσε και με τη γιγαντωση των πολυεθνικων και της οικονομικης παγκοσμιοποιησης.

Ποσο διαφορετικος ηταν ο κοσμος 30-40 χρονια πριν. Φανταζει σουρεαλιστικο στη σημερινη πραγματικοτητα

Οχι μονο υπηρχε ΕΣΣΔ με τη μιση Ευρωπη υπο κομμουνιστικο ελεγχο και αλλες τοσες χωρες υπο σοβιετικη επιρροη σε Μεση Ανατολη, Αφρικη και αλλου να ειναι αδεσμευτες

Και η Μεση Ανατολη ειχε αποτιναξει σε μεγαλο βαθμο το ζυγο των αποικιοκρατων και
εθνικο-απελευθερωτικα καθεστωτα απεκτησαν την εξουσια και εθνικοποιησαν την οικονομια. Η Αιγυπτος του Νασερ, το Μπααθ σε Συρια και Ιρακ, η Αλγερια, η Λιβυη του Κανταφι, η Νοτια Υεμενη με καθεστως παρομοιο της ΕΣΣΔ.

Μετα την πτωση της ΕΣΣΔ, οι ΗΠΑ και οι συμμαχοι τους κατεστρεψαν οποιο μη-πελατειακο καθεστως ειχε απομεινει με επεμβασεις σε Γιουγκοσλαβια, Ιρακ, Λιβυη, Συρια και τωρα εφτασαν με πραξικοπημα στην ουκρανια να τη φερουν υπο αμερικανικη επιρροη.

Και ακομα και κρατη που ηταν μεν υπο δυτικη επιρροη οπως η Ελλαδα, κατεληξαν θλιβερα προτεκτορατα χωρις καμια εθνικη κυριαρχια.

Μια χουφτα χωρες εχουν απομεινει μονο που δεν ειναι πληρως ελεγχομενες απο το συστημα της παγκοσμιοποιησης. Η σημερινη Ρωσια, η Βενεζουελα, Κουβα, Βορεια Κορεα, Λευκορωσια, αντε και η Κινα (που ομως εξαρταται οικονομικα απο τις επενδυσεις των πολυεθνικων) ενω στη Μεση Ανατολη Συρια και Ιραν ειναι τα μονα μη-πελατειακα καθεστωτα που εχουν απομεινει και βρισκονται κατω απο τεραστια πιεση απο τη Δυση μεσω κυρωσεων και ενοπλης συγκρουσης στη Συρια με χρηση χρηματοδοτουμενων απο Σαουδικη αραβια και ΗΠΑ τζιχαντιστων και ανταρτων μισθοφορων

Βαδιζουμε λοιπον προς τη δημιουργια μιας παγκοσμιας νεοφιλελευθερης οικονομικης και πολιτικης διακυβερνησης και ολα θα κριθουν απο το εαν θα αντεξει η Ρωσια και οι φιλικες σε αυτη χωρες τη πιεση ΗΠΑ

TassosAnastassopoulos είπε...

Μια πολύ καλή κριτική, στον εθνικοσοσιαλισμό, στον φασισμό και στους ηγέτες τους, έχει κάνει ο Ιωάννης Μεταξάς, λίγο πριν πεθάνει. Η κριτική αυτή είναι καταγραμμένη, στο ημερολόγιό του και την έχω παρουσιάσει σε αυτό, εδώ, το μπλογκ [ 2/1/1941 : Ο Ιωάννης Μεταξάς και η, υπό μορφή δοκιμίου, συμβολή του στην ανατομία και στην απομυθοποίηση του φασισμού, του ναζισμού και της ιδεολογίας τους. (Η αντίσταση στους ομοϊδεάτες εισβολείς και οι αναπόφευκτες συγκρίσεις ανάμεσα στο τότε και στο σήμερα) ].

Η κριτική αυτή αξίζει να διαβαστεί, διότι έχει γίνει, από έναν ομοϊδεάτη των ηγετών του εθνικοσοσιαλισμού και του φασισμού, τότε, που έπρεπε, δηλαδή την εποχή, που ο Χίτλερ βρισκόταν, στο απόγειο της δύναμής του και ενώ όλη, σχεδόν, η ηπειρωτική Ευρώπη ήταν στα χέρια του.

Η ουσία του πράγματος είναι ότι, τελικά, η ιδεολογία, παρά το γεγονός ότι είναι ψευδής συνείδηση και παρά το ότι τις πλείστες φορές έχει έναν χρηστικό χαρακτήρα, ως μηχανισμός απάτης και εξαπάτησης των ευρύτερων μαζών, λειτουργεί και ως αυταπάτη εκείνων, που την χρησιμοποιούν.

Αυτή η κατάσταση προσδίδει στην εκτύλιξη και στην απεικόνιση των ιστορικών γεγονότων έναν πολύ σημαντικό βαθμό πολυπλοκότητας, καθιστώντας την όλη διαδικασία γριφώδη.

Και φυσικά, ο εθνικοσοσιαλισμός, ο οποίος δεν θα μπορούσε να ξεφύγει, από αυτήν την πραγματικότητα, αποτελεί ένα κλασικό παράδειγμα αυτής της διαπίστωσης...