Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

2/1/1941 : Ο Ιωάννης Μεταξάς και η, υπό μορφή δοκιμίου, συμβολή του στην ανατομία και στην απομυθοποίηση του φασισμού, του ναζισμού και της ιδεολογίας τους. (Η αντίσταση στους ομοϊδεάτες εισβολείς και οι αναπόφευκτες συγκρίσεις ανάμεσα στο τότε και στο σήμερα).




"Δεν πρόκειται αν ο Χίτλερ και ο Μουσσολίνι εξεκίνησαν όταν πρωτοανέβηκαν από μια καθαρή και τίμια ιδεολογία. Αυτό μπορεί. Το ζήτημα είναι αν εκρατήσανε αυτή την ιδεολογία στην εξέλιξη του αγώνα. Αν την κρατήσανε, αν έμεινε αυτή η σημαία τους στο κάθε τους βήμα, τότε ο αγώνας τους έμεινε ιδεολογικός και μεγάλος. Αν δεν την κρατησανε, αν δεν έμεινε ορθή και σημαία τους, τότε ήτανε εξ αρχής ψευτιά, μόνο χρήσιμη για να γελάσουν τους λαούς τους. Εκτός και αν ήτανε και οι λαοί τους σύμφωνοι στο βάθος με την ψευτιά.

Λοιπόν στο ζήτημα της Ελλάδος αποδείχτηκε η ψευτιά και των δύο. Πρώτα φυσικά του Μουσσολίνι. Και δεύτερα του άλλου.

Η Ελλάς έγινε από της 4ης Αυγούστου Κράτος αντικομμουνιστικό, Κράτος αντικοινοβουλευτικό, Κράτος ολοκληρωτικό, Κράτος με βάση αγροτική και εργατική, και κατά συνέπεια αντιπλουτοκρατικό. Δεν έχει βέβαια κόμμα ιδιαίτερο να κυβερνά. Αλλά κόμμα ήτανε όλος ο λαός, εκτός από τους αδιόρθωτους κομμουνιστάς και τους αντιδραστικούς παλαιοκομματικούς.

Επομένως, αν ο Χίτλερ και ο Μουσσολίνι αγωνιζότανε πραγματικά για την ιδεολογία που υψώνανε για σημαία, έπρεπε να υποστηρίζουν παντού την Ελλάδα με όλη τους τη δύναμη. Ακόμα και να ανεχότανε αν τα άμεσα συμφέροντα ή και η ανάγκη από τη γεωγραφική της θέση έφερνε την Ελλάδα κοντά στην Αγγλία. Λοιπόν, το εναντίον, η Ελλάδα έμεινε μακριά από την Αγγλία –εκτός από την απαραίτητη και αλλιώς αναγκαία φιλική σχέση. Η Ελλάδα καμιά βοήθεια ούτε έδωσε ούτε υπεσχέθη εις την Αγγλία.

Επομένως η Ιταλία, που ωστόσο ανεγνώριζε την συγγένεια του ελληνικού καθεστώτος προς το δικό της, έπρεπε να είναι φιλικώτατη προς την Ελλάδα, ειλικρινά και πιστά φιλικώτατη. Και όμως ήτανε εχθρική. Από εξ αρχής εχθρική. Και στο τέλος επεζήτησε να την κατακτήση και την υποδουλώση.

Για τον Χίτλερ το πράγμα δεν είναι και τόσο φανερό. Βέβαια δεν περίμενε κανείς να μεταχειριζότανε βία απάνω στην Ιταλία για να την σταματήση. Αλλά περίμενα, εγώ τουλάχιστον, ότι δεν θα είχε ευθύς εξ αρχής ξεπουλήσει την Ελλάδα στην Ιταλία σαν να ήτανε άψυχο αντικείμενο και χωρίς αξία μάλιστα. Επομένως και αυτός πηγαίνει, σχετικά με την Ελλάδα, στην κατηγορία του Μουσσολίνι.

Λοιπόν και ο Μουσσολίνι και ο Χίτλερ απέναντι της Ελλάδος δεν ωδηγηθήκανε από κανένα από τα ιδεολογικά ελατήρια που υψώνανε ως σημαία του αγώνα των. Το εναντίον, κτυπώντας την Ελλάδα, κτυπούσανε τη σημαία αυτή. Ωδηγηθήκανε λοιπόν από άλλα ελατήρια, που αυτά ήτανε τα βαθιά και πραγματικά ελατήρια.

Τί εζητούσε η Ιταλία; Να κατακτήση την Ελλάδα για να καταστήση τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στην Μεσόγειο. Η κατάκτησι ήτανε το ελατήριό της. Δηλαδή έκανε εκείνο για το οποίο κατηγορούσε την Αγγλία. Αν η Γερμανία είχε πραγματική ιδεολογική σημαία, αφήνω που δεν θα έπρεπε να παραδώση την Ελλάδα εις την Ιταλική κατάκτησι, αλλά και αν αυτό το εσκέπαζε από κάτου από τον μανδύα της απλής ιταλικής επιρροής, δεν θα έπρεπε ασφαλώς να αφήση την Ιταλία να την κατακτήση, δεν έπρεπε δια παντός τρόπου. Αλλέως έπεφτε η σημαία του αγώνος της.

Και όμως την άφησε, και όχι μόνον την άφησε, αλλά και μας φοβερίζει κάθε μέρα. Το ότι δεν μας κήρυξε τον πόλεμο, αυτό δεν είναι επιχείρημα, πρώτα γιατί μας φοβερίζει έμμεσα κάθε ημέρα πως θα μας τον κηρύξει αν δεχτούμε από τους Άγγλους αποτελεσματικότερη βοήθεια, και έπειτα γιατί για να μας πολεμήση θα μεταφέρη τον πόλεμο στα Βαλκάνια, και αυτό δεν την συμφέρει.

Για να ενεργήση έτσι η Γερμανία απέναντί μας, θα πη ότι και αυτή σχετικά με την Ελλάδα οδηγείται όχι από τα ελατήρια της ιδεολογικής της σημαίας, αλλά από άλλα. Και αυτό είναι, όπως φαίνεται καθαρά στο Ελληνικό ζήτημα, ο σκοπός να κρημνίση την Αγγλική Αυτοκρατορία και να κληρονομήση τα ερείπιά της.

Επαναλέγω : Μπορεί η Γερμανία πρώτα και η Ιταλία ύστερα να άρχισαν με καθαρά ιδεολογικά ελατήρια φαινομενικά, και να καταλήξανε σε καθαρώτατα κατακτητικά και συμφεροντολογικά. Και αυτό αποδείχνει ότι και τα τελευταία ήσαν τα βαθύτερα, και επομένως τα πραγματικά, και επομένως τα πρώτα μόνον φαινομενικά και κατά συνέπειαν ψεύτικα, και κατά συνέπειαν για εξαπάτησι των λαών τους και του κόσμου.

Ώστε και ο αντικομμουνισμός τους ψεύτικος και η ολοκληρωτικότητά τους η κρατική ψεύτικη, και ο αντικοινοβουλευτισμός τους ψεύτικος, και η αντιπλουτοκρατία τους ψεύτικη, και ό,τι άλλο παρόμοιο ψεύτικο. Αληθινό, δε, είναι ένας διψασμένος ιμπεριαλισμός. Αυτός για τον οποίον κατηγορούνε τους Άγγλους.

Τώρα γιατί μεταχειριστήκανε αυτή την ψεύτικη σημαία και τη βαστάνε ακόμα; Γιατί έχει πέραση στους λαούς τους. Λοιπόν οι λαοί τους, είναι πιο ιδεολόγοι από τους αρχηγούς τους; Τότε γιατί την καταρρίπτουνε οι αρχηγοί την σημαία τους στην Ελληνική υπόθεση και σηκώνουν καθαρά την άλλη; Δεν φέρνει αυτό αντίδρασι στους λαούς των; Ή μήπως με τη σημαία της κατακτήσεως ζητούν να τους κερδίσουν; Τότε και οι λαοί είναι όμοιοι με τους Αρχηγούς;

Ζητήματα που θα λύση το μέλλον. - Γιατί πρέπει να δικαιολογηθή και ο φόνος τόσων άλλων μικρών Κρατών!

Μια φορά είναι όχι μόνον μωρός αλλά και κακόπιστος ο Έλληνας εκείνος που πιστεύει ακόμα τώρα πλέον, με αυτά που βλέπουμε γύρω μας, σε ιδεολογίες του Χίτλερ και πολύ περισσότερο του Μουσσολίνι. Είναι μεγάλοι άνθρωποι αλλά χαμηλοί, πολύ χαμηλοί. Ούτε σε γερμανικές ιδεολογίες και ρομαντισμούς. Ιταλικές δεν υπάρχουνε."

(Κηφισιά 2/1/1941 Ιωάννης Μεταξάς).



video

Η καθημερινή ζωή στην Αθήνα, κατά την διάρκεια της ξενικής Κατοχής. Ένα πολύ καλό κινηματογραφικό βίντεο, το οποίο αποτελεί ένα χρήσιμο ντοκουμέντο, για όσα τράβηξε ο πληθυσμός της χώρας εκείνα τα χρόνια...



Τέτοιες ημέρες, πάντοτε, έρχεται στο μυαλό μου, η εικόνα του μπαρμπα-Γιάννη του Μεταξά. Προφανώς, η επέτειος του ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940 - 1941 και η παράδοξη, για πολλούς, απόφασή του να αντισταθεί, στον Benito Mussolini, στον ομοϊδεάτη εισβολέα του πρωινού της 28ης Οκτωβρίου, έχουν παίξει τον ρόλο τους, αφού η αλήθεια είναι ότι, για πολλά χρόνια, αυτή η ενέργεια του Έλληνα δικτάτορα, ο οποίος ήταν και πεισμένος φασίστας, μου φαινόταν αφύσικη.

Μάλιστα, σε ένα τεράστιο πλήθος ανθρώπων η στάση του Ιωάννη Μεταξά, δηλαδή η άρνησή του να αποδεχθεί τις αξιώσεις του δικτάτορα της Ρώμης, εξακολουθεί να φαίνεται αφύσικη και να "κανονικοποιείται", κατατασσόμενη, ως υποκριτική. Αυτή η κατάταξη μπορεί να είναι - και είναι, όντως, - εσφαλμένη, αλλά, ως προϊόν των διαχρονικών αντιμαχιών, γύρω από μια ιστορική φυσιογνωμία, δεν πρόκειται να σταματήσει να συμβαίνει και στις επόμενες γενιές. 

Αλλά αυτό δεν είναι το κυριότερο. Άλλωστε, είναι και φυσιολογικό, αφού η εμπλοκή του ανδρός, στα πολιτικά πράγματα της χώρας δεν υπήρξε ομαλή, όπως, επίσης και το καθεστώς, το οποίο είχε εγκαθιδρύσει, στερείτο και αυτό ομαλότητας, αφού ήταν ένα, οιονεί, φασιστικό καθεστώς, ως μια μέτρια απομίμιση των καθεστώτων του φασισμού και του ναζισμού, που είχαν εγκαθιδρυθεί, στις δεκαετίες του 1920 και του 1930, στην Ιταλία και στην Γερμανία. (Αν και το γεγονός ότι το καθεστώς της 4ης Αυγούστου του 1936, που είχαν επιβάλει ο Ιωάννης Μεταξάς και ο βασιλιάς Γεώργιος Β', μιμούμενο τα αστικά ολοκληρωτικά καθεστώτα της εποχής, στα όρια του μετρίου, χωρίς να υιοθετήσει τις ακρότητες, που άσκησε, κυρίως, ο γερμανικός ναζισμός και δευτερευόντως, ο ιταλικός φασισμός, δεν είναι κάτι, που μπορεί να προσμετρηθεί, εις βάρος του, αφού το καθεστώς αυτό δεν εξετράπη και δεν προχώρησε, στην άσκηση επίσημων, απροσχημάτιστων και ενεργών ρατσιστικών πολιτικών). 

Στο παραπάνω κείμενο του Ιωάννη Μεταξά, που γράφτηκε, στις 2 Ιανουαρίου 1941 και το οποίο μπορεί να χαρακτηρισθεί, ως ένα πολύ σημαντικό δοκίμιο, το οποίο συμβάλλει, στην ανατομία και στην απομυθοποίηση του φασισμού, του ναζισμού και της ιδεολογίας τους, αυτό, που περιγράφεται, από τον ηγέτη του, οιονεί, φασιστικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, δεν είναι, απλώς και μόνον, η απογοήτευση και η μελαγχολία ενός πεισμένου, αλλά και εξαπατημένου οπαδού των φασιστικών ιδεών. Ο Έλληνας δικτάτορας μπορεί να επιδεικνύει και τα δύο αυτά συναισθήματα, αλλά δεν αρκείται, σε αυτά. Μπορεί να τα ζει και να τα βιώνει, αλλά δεν είναι αυτά, που προσδιορίζουν τον εαυτό του και την πολιτική του δράση, ως πρωθυπουργού. Κάθε άλλο. 

Ο Ιωάννης Μεταξάς, τελικά, περισσότερο, από φασίστας, είναι εθνικιστής και για τον λόγο αυτόν, δεν μένει προσκολλημένος, στις, άλλοτε συνεκτικές και άλλοτε ασύνδετες διαδρομές των ιδεών, που συγκροτούν την φασιστική ιδεολογία, ως ψευδή συνείδηση και ως ψυχολογικό μηχανισμό επίδειξης μιας ομοϊδεατικής αλληλεγγύης και δικαιολόγησης αλλότριων πράξεων, στάσεων και συμπεριφορών, οι οποίες, στα πλαίσια μιας ιδεολογικής ταυτίσεως, εκλαμβάνονται, ως μη αλλότριες, ως οικίες και ως υπερασπίσιμες.




 Ο Ιωάννης Μεταξάς, ανάμεσα στα άλλα, αντιμετώπισε και την προδοσία. Ευτυχώς, οι προδότες, που ήσαν έμμισθα όργανα των, μετέπειτα, κατακτητών, αντιμετωπίστηκαν, γρήγορα και αποτελεσματικά, παρά τους υπολογισμούς του Benito Mussolini, στην βοήθειά τους, η οποία θα ήταν, είτε η ανατροπή του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, είτε η υπονόμευση της ελληνικής αντίστασης, κατά την διάρκεια της ιταλικής εισβολής. Ένας από τους συνεργάτες, που πρόδωσαν τον Ιωάννη Μεταξά, ήταν ο Κώστας Κοτζιάς. Η καταγραφή των έργων και των λόγων του Κοτζιά, από τον αστυνομικό διευθυντή της Αλεξανδρούπολης, όταν, μετά τον θάνατο του ηγέτη του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, ο ισχυρός υπουργός των κυβερνήσεων του Μεταξά, επισκέφθηκε τον Μάρτιο του 1941, την Θράκη είναι χαρακτηριστική. Αλλά, ακόμη και αυτός, όταν η χώρα μας έπεσε στα χέρια των κατακτητών, δεν ετόλμησε να τους υπηρετήσει. Προτίμησε να διαφύγει, μέσω Τουρκίας, στις Η.Π.Α., όπου έζησε, κατά την διάρκεια της τριπλής ξενικής κατοχής...




Μάλιστα, ακριβώς, επειδή, η ωριμότητα των χρόνων και των καταστάσεων, που έχει ζήσει, επιτρέπει, στον Ιωάννη Μεταξά, που ήταν κοντά, στα 70 του, να μπορεί να αποστασιοποιείται, από τον όποιο συναισθηματικό του κόσμο και τους δαίμονες, που τον συγκροτούν, ο, τότε, πρωθυπουργός μπορεί να διακρίνει την διαφορά, ανάμεσα, στην ιδεολογία και στην πραγματική ζωή. 

Έτσι, ο ηγέτης του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου έχει την ικανότητα να βλέπει το κοινωνικό δημιούργημα της όποιας ιδεολογίας, το οποίο έγκειται, στην έμπρακτη/πραγματωμένη κοινωνική κατασκευή, που προκύπτει, από την δράση, που κινητοποιεί και μορφοποιεί η κάθε ιδεολογία (και εν προκειμένω, η φασιστική και η ομοειδής, με αυτήν, ναζιστική ιδεολογία) και έτσι όπως αυτή η κοινωνική κατασκευή αναδιαμορφώνεται και σχηματοποιείται, μέσα από την εμβάπτισή της, στα δεδομένα της καθημερινής ζωής, ως μια πραγματοποιημένη ιδεολογία, δηλαδή, ως ένα ρυθμιστικό πλέγμα ισχυόντων και επικρατούντων κανόνων, που διέπουν (ή επιθυμούν και προσπαθούν, άλλοτε καλύτερα και άλλοτε λιγότερο καλά, να διέπουν) τον πολιτικό, τον κοινωνικό και τον οικονομικό βίο.

Όλα αυτά οδηγούν τον Ιωάννη Μεταξά, σε μια πλήρη ιδεολογική και πολιτική απομυθοποίηση του φασιστικού φαινομένου. Από το σύνολο των φασιστικών ιδεών, των προσώπων και των πρακτικών τους, στο τέλος αυτής της μαστιγωτικής κριτικής, στην οποία επιδίδεται ο Ιωάννης Μεταξάς, δεν μένει τίποτε όρθιο, αφού όλα κατακρημνίζονται. 

Ο φασισμός και η ιδεολογία του, μέσα από το, απολύτως, ρεαλιστικό κείμενο του Ιωάννη Μεταξά, παρουσιάζονται, έτσι όπως ακριβώς είναι. Έτσι, ο έμπρακτος - ο πραγματοποιημένος - φασισμός και η ιδεολογία του ("η σημαία", όπως χαρακτηριστικά, ονομάζει την ιδεολογία ο ηγέτης του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου) εκμηδενίζονται και κονιορτοποιούνται, ως ένα συνονθύλλευμα, το οποίο συγκροτεί και προβάλλει ένα ωμό και απροκάλυπτο ψεύδος, το οποίο χρησιμεύει, σε εκείνους, τους εκπροσώπους των μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών, που το δημιούργησαν (τον Adolf Hitler και τον Benito Mussolini) και το επικαλούνται, μόνον, ως ένα προπαγανδιστικό εργαλείο άσκησης μιας εθνικής ιμπεριαλιστικής πολιτικής, η οποία στοχεύει, στην ωμή και βίαιη κατάκτηση των μικρών κρατών και στην αντικατάσταση και διαδοχή του βρετανικού ιμπεριαλισμού, από τον ιμπεριαλισμό της Ιταλίας και της Γερμανίας.

Ο Ιωάννης Μεταξάς δεν θα μείνει, σε μια επιφανειακή κριτική του φασιστικού φαινομένου και της ιδεολογίας του, ως συνόλου. Επιχειρεί, στο κείμενό του, να ανιχνεύσει τις προθέσεις και τις επιδιώξεις - τις αρχικές και τις μεταγενέστερες - των δημιουργών της φασιστικής ιδεολογίας και των καθεστώτων, που δημιούργησαν. Και με την χρήση της ανατομικής μεθόδου, στην οποία επιδίδεται, οδηγείται, μετά από κάποιες παροδικές επιφυλάξεις, στο αταλάντευτο συμπέρασμα ότι όλα αυτά, που έλεγαν οι Ιταλοί φασίστες του Benito Mussolini και οι Γερμανοί ναζιστές του Adolf Hitler, ήσαν, εξ αρχής, συνειδητά ψεύδη.

Σε γενικές γραμμές, ο Ιωάννης Μεταξάς δεν έχει άδικο. Αν και η αλήθεια είναι ότι, μέσα, από την σαρωτική κριτική την οποία επιφυλάσσει στον φασισμό και τον ναζισμό (ορθότερα : στην ιταλική και στην γερμανική εκδοχή τους, τις οποίες, όμως, εν συνεχεία, συνολικοποιεί και γενικοποιεί), οδηγείται, σε συμπεράσματα, τα οποία αδικούν (ορθότερα : δεν περιγράφουν, με ακρίβεια) τον φασισμό και - πολύ περισσότερο - τον ναζισμό.

Έτσι, η κριτική του Ιωάννη Μεταξά, στον φασισμό και τον ναζισμό, οδηγείται, σε ακραία όρια, σε έναν μηδενισμό, ο οποίος είναι κατανοητός, λόγω της έντασης της απογοήτευσης και της πίκρας του ηγέτη της 4ης Αυγούστου, από την στάση του Benito Mussolini και πολύ περισσότερο, του Adolf Hitler, απέναντι, στον ίδιο και το καθεστώς του. Όμως, αυτή η προσωπική εμπλοκή του, στην αντιπαράθεσή του, με τους δικτάτορες της Ρώμης και του Βερολίνου, καθιστά την απόλυτη και σαρωτική κριτική του, στο φασιστικό και το ναζιστικό φαινόμενο - η οποία, όπως είπαμε, είναι σε γενικές γραμμές, ορθή -, να παρουσιάζει, σε ορισμένα σημεία, σημαντικές αδυναμίες, αφού τα σημεία αυτά της κριτικής του Ιωάννη Μεταξά, στο φασιστικό και το ναζιστικό φαινόμενο, δεν αντέχουν την βάσανο της αντιπαραβολής τους, με την ζώσα πραγματικότητα του φασισμού και του ναζισμού.



Ο Benito Mussolini, σε φωτογραφικό στιγμιότυπο, που τραβήχτηκε το 1943, μετά την απόβαση των Συμμάχων, στην Σικελία. Ο παλαιός αναρχοσοσιαλιστής, που χρημάτισε και πράκτορας των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, για να ιδρύσει, στην συνέχεια, το ιταλικό φασιστικό κόμμα, με το οποίο κατέλαβε, στις 28 Οκτωβρίου 1922, την εξουσία, ύστερα, από την περιβόητη "πορεία προς την Ρώμη", βρίσκεται, πλέον, λίγο πριν το επονείδιστο τέλος του, το οποίο, ακόμη, δεν έχει συνειδητοποιήσει ότι ερχόταν...



Τα σημεία, στα οποία η μηδενιστική κριτική, αδικεί τον φασισμό και τον ναζισμό, ως έμπρακτες/πραγματωμένες ιδεολογίες, δηλαδή, ως εφαρμοσμένα πολιτικά καθεστώτα, είναι τρία. Ας τα δούμε :


Ο Ιωάννης Μεταξάς καταλογίζει, ως ψευδείς, τις διακηρύξεις του φασισμού και του ναζισμού, για τον αντιπλουτοκρατισμό, τον ολοκληρωτισμό και τον αντικοινοβουλευτισμό. Δεν είναι ότι έχει άδικο, σε όλα όσα, εξ αυτών, τους καταλογίζει. Είναι η σφοδρότητα και η απολυτότητα της τοποθέτησής του, που αδικεί (ορθότερα : δεν περιγράφει, με ακρίβεια) και τον ιταλικό φασισμό και τον γερμανικό ναζισμό.


Ας αρχίσουμε από την τελευταία κατηγορία.

Εκεί, που, ο Ιωάννης Μεταξάς σφάλλει, περίπου, πλήρως, είναι, όταν ισχυρίζεται ότι ο αντικοινοβουλευτισμός του φασισμού και του ναζισμού είναι ψευδής. Το σφάλμα του ισχυρισμού αυτού το απέδειξε η ίδια η ζωή, ήδη, από την εποχή εκείνη, που ο, τότε, πρωθυπουργός της χώρας και ηγέτης του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου ήταν, εν ζωή. Η αλήθεια είναι ότι ο ιταλικός φασισμός και ο γερμανικός ναζισμός, κατέλυσαν το κοινοβουλευτικό καθεστώς, το οποίο χρησιμοποίησαν, για την ανοδό τους, στην εξουσία. Και όχι, μόνο, κατέλυσαν το αστικό πολιτικό κοινοβουλευτικό καθεστώς, αλλά, επίσης, ουδέποτε οι ηγέτες τους διανοήθηκαν να το επαναφέρουν.

Και τα δύο αυτά καθεστώτα κατέρευσαν, μετά από την ένοπλη ήττα τους, στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ευκολότερα, το ιταλικό, τον Σεπτέμβριο του 1943, ύστερα, από την εισβολή των Αμερικανών και των συμμάχων τους, στα ιταλικά εδάφη - αν και ο Benito Mussolini, που ανατράπηκε, με πραξικόπημα, προσπάθησε να ανασυστήσει το φασιστικό καθεστώς με την βοήθεια των Γερμανών, με την ίδρυση της "Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας του Σαλό". Απείρως, δυσκολότερα, το γερμανικό, μετά από την, περίπου, απόλυτη στρατιωτική ήττα του, τον Μάϊο του 1945, αφού ο Adolf Hitler αυτοκτόνησε και ενώ οι "Σοβιετικοί" είχαν καταλάβει το Βερολίνο - αν και οι διάδοχοι του Hitler, βέβαια, μπορούσαν, ακόμη, να πολεμήσουν, αλλά το έκριναν, άσκοπο, αφού η χώρα τους είχε γίνει ερείπια. 

Τον κοινοβουλευτισμό, πάντως, ουδείς, εκ των ηγετών και των δύο καθεστώτων, σκέφθηκε να τον επαναφέρει.


Ως προς τον αντιπλουτοκρατισμό του φασισμού και του ναζισμού, ο Ιωάννης Μεταξάς σφάλλει, στον βαθμό, που σκέπτεται, με όρους ψευδούς συνειδήσεως, δηλαδή, με όρους ιδεολογικούς.

Αντιπλουτοκρατικά ουδέποτε υπήρξαν τα καθεστώτα του φασισμού και του ναζισμού (όπως και το δικό του, οιονεί, φασιστικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου). Κάθε άλλο. Ούτε και η ιδεολογία τους - τουλάχιστον, από το σημείο εκείνο και μετά, που, πολύ νωρίτερα, ο Benito Mussolini και πολύ αργότερα, ο Adolf Hitler, ξεκαθάρισαν τους λογαριασμούς τους, με τις λεγόμενες "αριστερές" φράξιες των κομμάτων τους και αποκολλήθηκαν από την επιρροή των πληβειακών τους στοιχείων (ευκολότερα και χωρίς αναταράξεις ο Mussolini, πολύ πιο δύσκολα ο Adolf Hitler).



1900 - 1938 : Η εξέλιξη του ελληνικού Α.Ε.Π., κατά κεφαλήν, σε σταθερές τιμές 1914 και σε δραχμές της Λατινικής Νομισματικής Ένωσης. Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, ώθησε, στα μέγιστα δυνατά, την οικονομική ανάπτυξη της χώρας και το βιοτικό επίπεδο του μέσου Έλληνα, ύστερα από μια υπερεικοσαετή περίοδο μιας επίμονης οικονομικής καχεξίας, που συνοδεύονταν, από συστημικά φαινόμενα υποπαραγωγής. Προφανώς, οι μεγάλες πολεμικές περίοδοι, τις οποίες πέρασε η χώρα έπαιξαν τον ρόλο τους. Όμως, η αλήθεια είναι ότι, επίσης, σημαντικότατο ρόλο έπαιξαν, στην επικράτηση αυτής της οικονομικής καχεξίας και της συνακόλουθης υποπαραγωγής και οι απόπειρες της οικονομικής φιλελευθεροποίησης, που έγιναν, τα χρόνια, που ακολούθησαν, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και την εγκατάσταση του προσφυγικού πληθυσμού, στα εδάφη του ελληνικού κράτους, με αιχμή τα χρόνια της διακυβέρνησης της χώρας, από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, κατά την ύστερη πρωθοπουργία του, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1930. Αυτό που έχει σημασία να παρατηρήσουμε είναι ότι, στην πρώτη περίοδο (1900 - 1912) το, κατά κεφαλήν, Α.Ε.Π. φθάνει στο μεγαλύτερό του σημείο, το 1911, ήτοι, στις 350 δρχ. Λ.Ν.Ε. Σε αυτό το σημείο θα ξαναφθάσει, 26 χρόνια, αργότερα, το 1937, αφού προηγουμένως, θα το αγγίξει και το 1935. Με την δικτατορία της 4ης Αυγούστου η αναπτυξιακή τροχιά της οικονομίας και η άνοδος του μέσου βιοτικού επιπέδου θα αποκατασταθούν, πλήρως, αφού η ελληνική οικονομία θα λειτουργήσει, με ενεργό το σύνολο των παραγωγικών της συντελεστών.



Προφανώς, κατά την ειρηνική περίοδο, η πλουτοκρατία (η καπιταλιστική ελίτ) των χωρών αυτών ετέθη, υπό τον έλεγχο των καθεστώτων, που εγκαθίδρυσαν οι δικτάτορες της Ρώμης και του Βερολίνου (όπως έπραξε, άλλωστε και ο ίδιος ο Μεταξάς) και αυτός ο έλεγχος συνοδεύτηκε, από μια μεγάλη αναδιανομή του κάθε, επί μέρους, ακαθάριστου εθνικού προϊόντος, των χωρών αυτών, υπέρ των εργαζόμενων τάξεων, κυρίως, μέσα από τις μαζικές δημόσιες επενδύσεις, την πλήρη καταπολέμηση της ανεργίας και τον έλεγχο της αλυσίδας τιμών - κερδών - μισθών και εισοδημάτων (λιγότερο, εδώ, και πολύ περισσότερο, στην Γερμανία), αλλά, δεν έχασε το σύνολο της εξουσίας, που ασκούσε, ούτε και το σύνολο από κέρδη της. Κράτησε ένα πολύ σημαντικό κομμάτι και από τα δύο. 

Φυσικά, αυτή η ασκηθείσα κοινωνική και οικονομική πολιτική των καθεστώτων του φασισμού και του ναζισμού δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί, ως, αυθεντικώς, αντιπλουτοκρατική. Κάθε άλλο. Μπορεί να αναδιένειμε τον πλούτο, υπέρ των εργαζόμενων τάξεων, που είχαν καταθλιβεί, από την διεθνή οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1930, αλλά δεν ήταν αντιπλουτοκρατική, αφού η δύναμή του πλούτου, ως ενεργού εξουσιαστικού κοινωνικού στρώματος, παρέμεινε.

Βέβαια, ο Ιωάννης Μεταξάς, όταν προσδιορίζει τον φασισμό και τον ναζισμό, ως ψευδώς, αντιπλουτοκρατικούς, προφανώς, πέρα από την εμπλοκή του, με τα αποπροσανατολιστικά ψευδοσυνειδησιακά στοιχεία της  ιδεολογίας του, προβαίνει, σε αυτόν τον χαρακτηρισμό, σε συνάρτηση, με την προφανή απόδειξη του ιμπεριαλιστικού περιεχομένου της ασκούμενης πολιτικής των δύο αυτών καθεστώτων της εποχής του.

Ο ηγέτης του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, δεν χρειαζόταν να είναι ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, προκειμένου να προσδιορίσει την ασκούμενη κρατική πολιτική της Γερμανίας και της Ιταλίας, ως μιας πολιτικής, η οποία είναι το ίδιο ιμπεριαλιστική και κατακτητική, όπως ήταν και η πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας. Γνώριζε, πάρα πολύ καλά, το περιεχόμενο της πολιτικής όλων αυτών των χωρών και των πολιτικών καθεστώτων τους, είτε αυτά ήσαν κοινοβουλευτικά, είτε όχι και προφανώς, όταν αναφέρεται, στο ψευδές περιεχόμενο του αντιπλουτοκρατισμού του Benito Mussolini και του Adolf Hitler, ο Ιωάννης Μεταξάς συνδυάζει τον ισχυρισμό του αυτόν, με την άσκηση της ιμπεριαλιστικής και κατακτητικής πολιτικής της Ιταλίας και της Γερμανίας, με την συνεπαγόμενη εκμετάλλευση και με την καταλήστευση των παραγωγικών και των λοιπών πόρων των κατακτημένων και των, υπό κατάκτηση, χωρών, για χάρη και σε εκτέλεση των εντολών της πλουτοκρατίας, δηλαδή της ιταλικής και της γερμανικής αστικής τάξης.

Υπό την έννοια αυτή, ο Ιωάννης Μεταξάς μπορεί να διεκδικήσει ένα μερικό και αποσπασματικό δίκιο, ως προς την κατηγορία, για ψευδή αντιπλουτοκρατισμό, που απευθύνει, στις έμπρακτες/πραγματωμένες εκδοχές του φασισμού και του ναζισμού της εποχής του, αφού η άσκηση ιμπεριαλιστικής πολιτικής συνδέεται, με την πλουτοκρατική τάξη της όποιας χώρας ασκεί μια τέτοια πολιτική - αν και τα πράγματα είναι, πολύ περισσότερο, πολύπλοκα, όσον αφορά τις σχέσεις και τις εξαρτήσεις των πλουτοκρατικών ελίτ, με ένα ολοκληρωτικό, ή ημιολοκληρωτικό καθεστώς, σε σχέση με ένα κοινοβουλευτικό καθεστώς. 

Στα κοινοβουλευτικά καθεστώτα, η εκτεταμένη αυτονομία και η δύναμη του χρήματος και των κατόχων του, καθιστούν την κυριαρχία της οικονομικής ελίτ, πάνω στην πολιτική τάξη της χώρας, πολύ ευκολώτερη, από ότι στα ολοκληρωτικά, ή στα ημιολοκληρωτικά καθεστώτα, των οποίων η συνεκτική ηγετική ελίτ και η κομματική και η κρατική γραφειοκρατία είναι, που έχουν τον πρώτο λόγο, στην λήψη των αποφάσεων, για την ασκούμενη κρατική πολιτική - και ιδίως, στα ζητήματα των διεθνών σχέσεων. (Τα καθεστώτα του φασισμού και του ναζισμού δεν πρέπει να συγκρίνονται, με τις διεφθαρμένες στρατιωτικές δικτατορίες, που εμφανίστηκαν και στον Μεσοπόλεμο, αλλά, πολύ περισσότερο, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, στον Τρίτο Κόσμο, ως ενεργούμενα, των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών - και όχι, μόνο αυτών. Είναι άσχετα, με αυτές, ως πολιτική και κοινωνική δομή, διαστρωμάτωση και νομιμοποίηση).

Έτσι, οι, υπό καθεστώς εξαρτήσεως τελούσες, οικονομικές ελίτ των χωρών των ολοκληρωτικών και των ημιολοκληρωτικών καθεστώτων του φασισμού και του ναζισμού, μπορεί, σε έναν βαθμό, να συμπροσδιορίζουν την επεκτατική εξωτερική πολιτική των καθεστώτων αυτών, αλλά η συμμετοχή τους αυτή είναι περιορισμένη, έχοντας έναν καταφανή συμβουλευτικό χαρακτήρα. Οι τελικές και οι οριστικές αποφάσεις, στα ζητήματα αυτά (και όχι μόνον σε αυτά), δεν λαμβάνονται και πολλές φορές, δεν επηρεάζονται, από τις οικονομικές ελίτ των χωρών αυτών. Είναι οι τρέχουσες και ενεργές πολιτικές ηγεσίες των καθεστώτων αυτών, που παίρνουν - ή αρνούνται να πάρουν - τις σχετικές αποφάσεις.

Ως εκ τούτου, η κατηγορία, για ψευδή αντιπλουτοκρατισμό, που απευθύνει ο Ιωάννης Μεταξάς, στον φασισμό και στον ναζισμό, είναι, μεν, ορθή, αλλά εδράζεται, σε αδύναμη βάση, υπό την έννοια ότι ο φασισμός και ο ναζισμός, πέρα από τις όποιες φραστικές διακηρύξεις, ουδέποτε υπήρξαν, ως καθεστώτα, αντιπλουτοκρατικά. Ο όποιος φραστικός αντιπλουτοκρατισμός τους ήταν, περισσότερο ένα ιδεολόγημα, το οποίο εξέφραζε τα μεσαία αστικά στρώματα (αλλά και το προλεταριάτο) των κοινωνιών, στις οποίες ο φασισμός και ο ναζισμός απευθύνονταν. 

Αυτό το "αντιπλουτοκρατικό" ιδεολόγημα, το οποίο οριοθετήθηκε, κοινωνικά και οικονομικά και χρησιμοποιήθηκε, ως ασπίδα ανάσχεσης της απόλυτης κυριαρχίας των ανώτερων οικονομικών ελίτ και ως ιδεολογικός μηχανισμός δικαιολόγησης της σωτηρίας των μεσαίων αστικών και μικροαστικών στρωμάτων, όπως, επίσης και των στρωμάτων των μισθωτών των κοινωνιών αυτών, η αλήθεια είναι ότι ο φασισμός και ο ναζισμός το υπηρέτησαν και το εφάρμοσαν, στην πράξη. Και μάλιστα, πολύ καλύτερα, από όλους, αυτό το έπραξε ο γερμανικός ναζισμός.




Ο Adolf Hitler τον πρώτο καιρό της πρωθυπουργίας του, πολύ πριν, ολοκληρώσει τον μετασχηματισμό της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, σε ένα μονοκομματικό ναζιστικό καθεστώς.



Ας δούμε το πώς το πέτυχε :

Η οικονομική πολιτική του Adolf Hitler και του NSDAP, ήταν, ευθύς εξ αρχής, μια πολύ προωθημένη κεϋνσιανή πολιτική, με κυρίαρχο πυλώνα την εκτεταμένη χρήση της δημοσιονομικής πολιτικής, έτσι, ακριβώς, όπως την πρότεινε, εκείνα τα χρόνια, ο John Maynard Keynes, σε όλες του τις εργασίες, τα δοκίμια και τα άρθρα του, που όλα τους συνολικοποιήθηκαν, στο περίφημο - αν και δυσνόητο - βιβλίο του, με τίτλο "Η γενική θεωρία της απασχόλησης, του τόκου και του χρήματος".

Ο Adolf Hitler και οι ναζιστές, προέβησαν, σε έναν μαζικό δημόσιο δανεισμό, για έργα υποδομής, μεγάλης κλίμακας - και όχι μόνο, με αποτέλεσμα την πλήρη καταπολέμηση της ανεργίας, που μάστιζε την προναζιστική Γερμανία. Έτσι, η ανεργία, στην χώρα αυτή, το 1935, κατέστη, περίπου μηδενική, πριν, ακόμη, ο Keynes δώσει μια ολοκληρωμένη εικόνα και εξήγηση, για τα αίτια και τους λόγους της εμφάνισής της.

Η καταπολέμηση της ανεργίας και το γεγονός ότι η γερμανική οικονομία έφθασε, στο να λειτουργεί, με ενεργό το σύνολο της παραγωγικής της δυναμικότητας, οδήγησαν, στην εμφάνιση των πρώτων πληθωριστικών πιέσεων, εντός του 1936, κατά την περίοδο που όλες οι χώρες του, τότε, αναπτυγμένου και μη αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου υπέφεραν από τον έντονο αποπληθωρισμό, που ήταν απότοκο της GREAT DEPRESSION της εποχής εκείνης.

Οι ναζιστές έλυσαν και αυτό το πρόβλημα, συνδυάζοντας την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, με τον γενικό έλεγχο της αλυσίδας τιμών - μισθών - κερδών - εισοδημάτων, συντηρώντας τους μεγάλους αναπτυξιακούς ρυθμούς της γερμανικής οικονομίας και φυσικά, χωρίς να καταφύγουν, στην χρησιμοποίηση της ύφεσης, ως αντίδοτου, στον πληθωρισμό και στις περικοπές των μισθών και των εισοδημάτων των μισθωτών και του γενικού πληθυσμού, όπως πράττουν, σήμερα, οι σύγχρονοι οπαδοί του νεοφιλελεύθερου δόγματος, στον ευρωπαϊκό χώρο.



 1926 - 1939 : Η ποσοστιαία μεταβολή του γερμανικού ΑΕΠ (μπλε στήλες) και ο αποπληθωριστής του ΑΕΠ αυτού (κόκκινη γραμμή) δείχνουν την δραματική πτώση της γερμανικής οικονομίας, μετά το ξέσπασμα της αμερικανικής οικονομικής κρίσης, τον Οκτώβριο του 1929, η οποία, ταχύτατα, διεθνοποιήθηκε και μεταφέρθηκε, με σφοδρότητα, στην Ευρώπη. Τα μεγέθη αυτά δείχνουν, επίσης και την άμεση απογείωση της γερμανικής οικονομίας και τους φρενήρεις αναπτυξιακούς της ρυθμούς, όταν το ναζιστικό καθεστώς διαδέχτηκε την αυτοδιαλυθείσα δημοκρατία της Βαϊμάρης. (Έως ότου οι επιλογές του Adolf Hitler οδήγησαν, στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, που έφερε την πλήρη καταστροφή)...



Την οικονομική πολιτική των ναζιστών την περιγράφει καλύτερα και αντικειμενικότερα, από όλους ο μακαρίτης Αμερικανός κεϋνσιανός οικονομολόγος John Kenneth Galbraith, στο βιβλίο του, με τίτλο "ΤΟ ΧΡΗΜΑ".

Αξίζει να παρακολουθήσουμε την επιχειρηματολογία του :

"Η οικονομική πολιτική των ναζιστών, πρέπει να σημειώσουμε, πως ήταν μια AD ΗΟC απάντηση, σ' αυτό, που φαίνονταν πως ήταν μια καταπιεστική περίσταση. Η ανεργία ήταν απελπιστική. Δανείστηκαν, λοιπόν, χρήματα και έβαλαν τους ανθρώπους να δουλέψουν. Όταν οι ανοδικές τιμές και μισθοί απείλησαν την σταθερότητα, επιβλήθηκε ένα ανώτατο όριο, στις τιμές. Παρ' όλο που είχε συζητηθεί πολύ μια τέτοια πολιτική, στην προχιτλερική Γερμανία, φαίνεται μάλλον απίθανο πως θα είχε μεγάλη επίδραση. Ο Χίτλερ και οι συνεργάτες του δεν ήταν σχολαστικοί άνθρωποι. Όπως και νάχει το πράγμα, η εξάλειψη της ανεργίας, στην Γερμανία, στο διάστημα του Μεγάλου Μαρασμού, χωρίς ν' ακολουθήσει πληθωρισμός - και με αρχική εξάρτηση από, ουσιαστικά, μη στρατιωτικές δραστηριότητες ήταν ένα αξιοσημείωτο κατόρθωμα. Το έχουν, σπάνια, επαινέσει, και δεν αναφέρονται, σ' αυτό, πολύ συχνά. Η αντίληψη πως ο Χίτλερ δεν μπορούσε να κάνει κάτι καλό επεκτείνεται και στην οικονομία του, όπως, πιο ευκολονόητα, και σ' όλα τα άλλα....

Οι ναζιστές, πέτυχαν περισσότερο, στην θεραπεία των οικονομικών ασθενειών της δεκαετίας του '30, απ' ό,τι οι Ηνωµένες Πολιτείες. Μείωσαν την ανεργία και έδωσαν κίνητρα, στην βιομηχανική παραγωγή, γρηγορότερα απ' ό,τι το έκαναν οι Αμερικάνοι. Υπολογίζοντας τις πηγές τους, χειρίστηκαν τα νομισματικά και εμπορικά τους προβλήματα, με μεγαλύτερη επιτυχία, ασφαλώς, με μεγαλύτερη φαντασία, Αυτό οφείλεται, ως ένα ορισμένο σημείο, στο ότι οι ναζιστές χρησιμοποίησαν, σε μεγάλη έκταση, ελλειμματικό προϋπολογισμό ... Γύρω στα 1936, η ύφεση είχε, ουσιαστικά, ξεπεραστεί, στην Γερμανία, ενώ βρισκόταν, ακόμη, μακριά από το τέλος της, στις Ηνωμένες Πολιτείες". 


Αυτός ήταν και σε αυτό εξαντλήθηκε, στην πράξη - και μάλιστα, στην ιδανικότερη εκδοχή της, εν λόγω, πράξης -, ο αντιπλουτοκρατισμός του φασιστικού φαινομένου, εάν το δούμε, ως εφαρμοσμένη ιδεολογία. Παραπέρα, δεν ήθελε, αλλά, ίσως, από ένα σημείο και πέρα, ούτε και μπορούσε να πάει, διότι οι ηγήτορές του επέλεξαν να μην πάνε, αν και τον πρώτο καιρό της κατάληψης της εξουσίας είχαν όλες τις δυνατότητες να πάνε, προς την κατεύθυνση της απαλλοτρίωσης της παλαιάς πλουτοκρατικής ελίτ. Όμως, το απέφυγαν.

Και το απέφυγαν, όχι, μόνο, λόγω των όποιων δεσμεύσεων είχαν αναλάβει, αλλά και επειδή μια τέτοια ενέργεια (προς την οποία ευεπίφορος ήταν ο Ernst Röhm, ο οποίος, μαζύ με το ηγετικό πληβειακό στοιχείο των S.A., εξοντώθηκε, στην διάρκεια του τριημέρου 30/6/1934 - 2/7/1934 της περιβόητης επιχείρησης, με το όνομα "Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών"), ήταν, για τους ναζιστές ένας καθαρός μπολσεβικισμός, με όλο το βαρύ αρνητικό φορτίο, που περιείχε, μέσα στο ναζιστικό λεξιλόγιο, αυτός ο χαρακτηρισμός. (Άλλωστε και ο ίδιος ο Μεταξάς δεν αποπειράθηκε να πάει, προς αυτή την κατεύθυνση, διότι, προφανώς, δεν ήθελε, αλλά και γνώριζε ότι δεν μπορούσε να πάει)...


Όσον αφορά την άλλη κατηγορία, που απευθύνει, στον φασισμό και στον ναζισμό ο Ιωάννης Μεταξάς, δηλαδή τον ισχυρισμό του ότι ο κρατικός ολοκληρωτισμός τους, ως ιδεολογίας και ως καθεστώτων είναι ψευδής, πρέπει να πω ότι η συγκεκριμένη κατηγορία είναι, τουλάχιστον, δυσνόητη. Θα μπορούσα να πω, μάλιστα, ότι είναι ακατανόητη, διότι δεν παρουσιάζει κάποιο τεκμήριο, που να ενισχύει τον ισχυρισμό του αυτόν.

Πιθανώς, ο Ιωάννης Μεταξάς θεωρεί ότι και στην περίπτωση αυτή, η άσκηση ιμπεριαλιστικής πολιτικής, από τους ηγέτες του ιταλικού φασισμού και του γερμανικού ναζισμού, μια ιμπεριαλιστική πολιτική, που, σύμφωνα, με τις απόψεις του, πραγματοποιείται, για χάρη και υπό τις εντολές των πλουτοκρατικών ελίτ των χωρών αυτών, αποτελεί μια ρηγμάτωση, στον ολοκληρωτικό χαρακτήρα της ιδεολογίας τους. Αυτή του η πεποίθηση τον οδηγεί, στο συμπέρασμα ότι ο φασιστικός και ναζιστικός κρατικός ολοκληρωτισμός είναι ένα ψεύδος, αλλά και εδώ, δογματίζει και φυσικά - όπως πράττει κάθε δογματικός - υπερβάλλει.

Κατ' αρχήν, πλήρως, εφαρμοσμένος κρατικός ολοκληρωτισμός, έτσι όπως θέλει ο Ιωάννης Μεταξάς να τον περιγράψει, σε αυτό το πρόχειρο δοκίμιο της κατακρημνιστικής κριτικής του, στον φασισμό και τον ναζισμό, έχει υπάρξει, μόνο, στα κομμουνιστικά καθεστώτα, έτσι, όπως αυτά προέκυψαν, από την σταλινική εκδοχή της εφαρμογής των ιδεών, που συγκροτούν, ως ένα συνεκτικό και συνάμα, πραγματωμένο ιδεολόγημα, τον μαρξισμό-λενινισμό.

Στις κοινωνίες, που κυριάρχησε η ιδεολογία του φασισμού και του ναζισμού, αν και ο ολοκληρωτισμός διακηρύχθηκε, ως στόχος και ως ιδανικό, στην πραγματικότητα η ιδεολογία αυτή δεν μπόρεσε να περικλείσει το σύνολο των πλευρών της κοινωνικής ζωής και δραστηριότητας.

Οι λόγοι, για τους οποίους δεν έφθασε, έως την πλήρη και ολοσχερή πραγματοποίησή του, το φασιστικό/ναζιστικό ιδανικό της επιβολής του ολοκληρωτισμού, στις κοινωνίες, που τέθηκαν, κάτω από την κυριαρχία της ιδεολογίας του φασισμού και του ναζισμού, δεν έχουν να κάνουν, τόσο, με τις διαθέσεις των ηγετών αυτών των κινημάτων, που εμπνεύστηκαν αυτή την ιδεολογία. Αυτό, που έπαιξε τον κύριο ρόλο, στο ανολοκλήρωτο του φασιστικού και του ναζιστικού ολοκληρωτισμού, ο οποίος έμεινε, να αποτελεί μια κυρίαρχη τάση, που, όμως, παρέμεινε, σε μόνιμη βάση, ως τάση και ως όχι ως πλήρης κοινωνική κατασκευή, είναι το γεγονός της ίδιας της αντιφατικότητας του περιεχομένου των ιδεών της φασιστικής και της ναζιστικής ιδεολογίας.

Αυτή η αντιφατικότητα των ιδεών, που συγκροτούν την φασιστική και την ναζιστική ιδεολογία, μπορεί να επιχειρήθηκε να συγκαλυφθεί από τις αναφορές, σε έναν απροσδιόριστου περιεχομένου αντικαπιταλισμό, που συνοδευόταν από έναν, θολού περιεχομένου, σοσιαλισμό, αλλά αυτή η επιχείρηση συγκάλυψης των αντιφατικών φασιστικών ιδεών και αναφορών υπήρξε ανεπιτυχής, διότι, εν τέλει και ο φασισμός και ο ναζισμός, για να μπορέσουν να τελειώσουν και να πραγματοποιήσουν μια έμπρακτη ολοκληρωτική κρατική (όπως την προσδιορίζει ο Ιωάννης Μεταξάς, εννοώντας την, ως κοινωνική, αλλά με φορέα του ολοκληρωτισμού το κράτος) κατασκευή θα έπρεπε να καταργήσουν την ατομική ιδιοκτησία, προκειμένου να ελεγχθεί και να συγκροτηθεί, ως "όλον", η κοινωνία και οι διάφορες και ποικίλες πλευρές της κοινωνικής ζωής και δραστηριότητας.

Αλλά αυτό, τελικά, εάν τα καθεστώτα του φασισμού και του ναζισμού το επιχειρούσαν, εάν, δηλαδή, καταργούσαν την ατομική ιδιοκτησία, τότε το αποτέλεσμα θα ήταν να μετατραπούν, σε μια ιδιότυπη εκδοχή του μπολσεβικισμού. Και αυτό δεν το μπορούσαν, αφού ο μπολσεβικισμός υπήρξε ένας από τους βασικούς αντιπάλους των καθεστώτων αυτών και της ιδεολογίας τους. 

(Ως εκ τούτου και ένας τέταρτος ισχυρισμός του Ιωάννη Μεταξά , που, προφανώς, έχει να κάνει, με το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ - Μολότωφ, το οποίο ίσχυε εκείνη την εποχή και οδηγεί τον, τότε, πρωθυπουργό, στην διαπίστωση ότι ο αντικομμουνισμός του φασισμού και ο ναζισμού ήταν ψεύτικος, είναι, καταφανώς, εσφαλμένος - αν και αυτός ο ισχυρισμός έχει δευτερεύουσα, ή τριτεύουσα, σημασία και αποτελεί μια ασήμαντη λεπτομέρεια, αφού δεν έχει σχέση, με την εσωτερική πολιτική, που ακολούθησαν αυτά τα καθεστώτα, αλλά εδράζεται, στην εξωτερική πολιτική, που ασκούσαν, εκείνον τον καιρό και η οποία, εκ φύσεως, άπτεται ζητημάτων, που έχουν να κάνουν με εφήμερους και προσωρινούς χειρισμούς, που εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα των κρατών τους και τις ευρύτερες διεθνείς σχέσεις, στις οποίες οι πρόσκαιρες πολιτικές και λοιπές συμμαχίες, ή οι όποιες συμφωνίες, αποτελούν, συνήθως, επιλογές, που ανταποκρίνονται σε ανάγκες, που αφορούν την επίτευξη τακτικών στόχων και όχι - ή σπανίως - στρατηγικές επιλογές αυτών, που πραγματοποιούν αυτές τις συμμαχίες, ή αυτές τις συμφωνίες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, άλλωστε, ότι και ο ίδιος ο ηγέτης του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου ακολούθησε φιλοβρετανική εξωτερική πολιτική, επειδή, ορθά, εκτίμησε ότι η ναζιστική Γερμανία δεν μπορούσε να κερδίσει τον πόλεμο, που η ίδια ξεκίνησε).

Έτσι, λοιπόν, ο φασισμός και ο ναζισμός, μαζύ με το βαρύ φορτίο των ιδεολογικών τους αντιφάσεων δεν μπορούσαν να ολοκληρωθούν. Δεν μπορούσαν να σχηματισθούν, ως πλήρη ολοκληρωτικά καθεστώτα. Ο ολοκληρωτισμός τους, που ήταν σαφής και εμφανής, αλλά και διακηρυγμένος, παρέμεινε μια κυρίαρχη τάση, η οποία ουδέποτε μπόρεσε να ολοκληρωθεί, ως πράξη και ως τρόπος κοινωνικής συγκρότησης, αφού εμπεριείχε εκείνες τις ιδεολογικές ρηγματώσεις, που δεν του επέτρεπαν την ολοκλήρωση.

Ακόμη και σήμερα, μετά την αυτοδιάλυση της "Σοβιετικής Ένωσης" και του "υπαρκτού σοσιαλισμού", όπου και αν δούμε τα - πάντοτε σημαντικά - απομεινάρια της πραγματωμένης μαρξιστικής-λενινιστικής ιδεολογίας, παρατηρούμε, είτε αναφερόμαστε, π.χ., στην "Λαϊκή Δημοκρατία" της Κορέας, είτε στην "σοσιαλιστική" Κούβα, ότι, στις χώρες αυτές, ο ολοκληρωτισμός, ως σύστημα, που επιδιώκει την
μορφοποίηση όλων των πλευρών της κοινωνίας, ως ένα, υπό κομματική ποδηγέτηση, αδιαφοροποίητο όλον, είναι εμφανής και πλήρως, ενεργός.

Παρ' όλ' αυτά, σε κάποια άλλα απομεινάρια του μαρξιστικού-λενινιστικού ολοκληρωτισμού, τα οποία είναι, απείρως, σημαντικότερα και τα οποία, ίσως, οδηγήσουν, στην ολική επαναφορά του έμπρακτου/πραγματωμένου κομμουνισμού, ο εγγενής ολοκληρωτισμός της μαρξιστικής-λενινιστικής εκδοχής, που οικοδόμησαν, ως πράξη και ως ιδεολογία, ο Ιωσήφ Στάλιν και ο σταλινισμός, μέχρι την κατάρρευση της "Ε.Σ.Σ.Δ.", το 1991, ο κλασικός ολοκληρωτισμός, ως κοινωνική κατασκευή, έχει υποστεί - όχι ασήμαντες - ρηγματώσεις.

Κυρίαρχο παράδειγμα είναι η σύγχρονη "Λαϊκή Δημοκρατία" της Κίνας, στην οποία, μέσα από την κατασκευή της εφαρμοσμένης οικονομικής θεωρίας της "σοσιαλιστικής οικονομίας της αγοράς" (την οποία εγκαθίδρυσε ο Ντενγκ Ξιάοπινγκ, ο οποίος επιβίωσε των εκκαθαρίσεων της "Πολιτιστικής Επανάστασης", ως προστατευόμενος της αυλής του Τσου Ενλάϊ, που εκμαίευσε και την εύνοια του Μάο Τσετούνγκ, προς το πρόσωπο του προστατευομένου του), συγκροτείται μια νέα και πληθυσμιακά, αυξανόμενη αστική τάξη, η παρουσία της οποίας ρηγματώνει την δόμηση του ολοκληρωτισμού στην κομμουνιστική κοινωνία της Κίνας, αλλά και του ίδιου του Κομμουνιστικού Κόμματος της χώρας αυτής, ως ενός ολοκληρωτικού, γραφειοκρατικού κόμματος, αφού, εντός αυτού, πέρα από την γραφειοκρατία, που το συγκροτεί, έχουν γίνει δεκτοί και οι νέοι καπιταλιστές της χώρας αυτής, διαφοροποιώντας, με αυτόν τον τρόπο, την ταξική του σύνθεση. 

Φυσικά, αυτά τα νέα δεδομένα, τα οποία προέκυψαν, πολύ μετά το τέλος του βίου του Ιωάννη Μεταξά και τα οποία ρηγματώνουν, ακόμη και τον μονολιθικό ολοκληρωτισμό της κομμουνιστικής ιδεολογίας, έτσι, όπως αυτή εκφράστηκε και μετασχηματίσθηκε, έμπρακτα, ο Ιωάννης Μεταξάς δεν μπορούσε να τα γνωρίζει. Ούτε και μπορούσε να τα προβλέψει, αφού, στην εποχή του, δεν υπήρχαν οι σχετικές ενδείξεις, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν, σε μια τέτοια πρόβλεψη.

Ως εκ τούτου, η κριτική του, στον φασισμό και τον ναζισμό, για την ανυπαρξία του κρατικού ολοκληρωτισμού, μπορεί να έχει πολλά και βάσιμα στοιχεία αλήθειας, αλλά δεν βλέπει - μάλλον δεν θέλει να δει - τις εγγενείς αντιφάσεις του περιεχομένου των ιδεών της φασιστικής και της ναζιστικής ιδεολογίας, οι οποίες, άλλωστε, αφορούν και το, οιονεί, φασιστικό καθεστώς, το οποίο δημιούργησε και ο ίδιος, αφού και το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, στην Ελλάδα, δεν οδήγησε τον κρατικό ολοκληρωτισμό, τον οποίο ο Ιωάννης Μεταξάς ευαγγελιζόταν, στην υλοποίηση των λογικών συνεπαγωγών, που απαιτούσε η ολοκλήρωσή του και οι οποίες, αναγκαστικά, συνέτειναν, προς την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας. Ο ηγέτης του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου δεν ήταν μπολσεβίκος.


Παρ' όλ' αυτά, που ειπώθηκαν, για λόγους, που έχουν να κάνουν με την ιστορική ακρίβεια, ο Ιωάννης Μεταξάς έχει, σε γενικές γραμμές, δίκιο, στην ουσία της αδυσώπητης και αμείλικτης κριτικής του, στον φασισμό, στον ναζισμό, στους ηγέτες τους, αλλά και στο ίδιο το περιεχόμενο της φασιστικής και της ναζιστικής ιδεολογίας. Και αυτό είναι, στα υπέρ του.

Έτσι, προχωρώντας ο Ιωάννης Μεταξάς, σε αυτή την μαστιγωτική (που πολλές φορές είναι και αυτομαστιγωτική) κριτική του, στο φασιστικό και στο ναζιστικό φαινόμενο, αφήνει αιωρούμενο το ερώτημα, που εντοπίζεται, στο τί συμβαίνει και το τί πρέπει να γίνει, ύστερα από αυτή την καταλυτική κριτική, που κατακρημνίζει την φασιστική ιδεολογία, ως έναν σωρό από ψεύδη και απάτες, που αποσκοπούν να ξεγελάσουν τα πλήθη εκείνα, τα οποία, πιθανότατα και να είναι επιρρεπή, σε αυτού του είδους τα ψεύδη και τις απάτες και που οδηγεί, μετά από αυτό το γκρέμισμα των νεόκοπων ολοκληρωτικών ιδεολογιών του Μεσοπολέμου, σε έναν χαώδη ιδεολογικοπολιτικό ερειπιώνα.

Για τον Ιωάννη Μεταξά, δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι το μόνο ασφαλές καταφύγιό του είναι ο εθνικισμός. Αυτός είναι εκείνος, που τον συνέχει και τον συγκροτεί, ως κοινωνικό και πολιτικό άτομο και πρόσωπο, στην δεκαετία του 1930 και πολύ περισσότερο, το 1941, λίγες εβδομάδες πριν από τον θάνατό του.

Αυτός ο εθνικισμός τον οδηγεί, στον δικό του φασισμό, έτσι όπως ο ίδιος ο Ιωάννης Μεταξάς τον κατανοεί και τον αισθάνεται και ο οποίος, μετά την κατάρρευση των ομοϊδεατικών αυταπατών, γύρω από την συγκρότηση ενός ευρωπαϊκού συμμαχικού σχήματος φασιστικών κρατών και την απομυθοποίηση της φασιστικής ιδεολογίας, στρέφεται στον εθνικό - τον ελληνικό - δρόμο, προς τον φασισμό, ο οποίος είναι προσαρμοσμένος, στις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες της χώρας.

Αυτός ο προσαρμοσμένος "ελληνικός δρόμος, προς τον φασισμό" του Ιωάννη Μεταξά, που, εν τοις πράγμασι και χωρίς πολλά λόγια, υιοθετήθηκε από τον ηγέτη του, οιονεί, φασιστικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου - και ο οποίος εθνικός δρόμος, ως έμπρακτη και πραγματωμένη ιδεολογική απόχρωση, δεν αποτελεί κάποια περίεργη ιδιαιτερότητα, αφού συστατικό στοιχείο της φασιστικής ιδεολογίας είναι ο εθνικισμός, χωρίς, φυσικά, να ταυτίζεται, με αυτήν -, ως σχήμα διαφοροποίησής του, εντός των μεγάλων ιδεολογιών του 20ου αιώνα, δεν θα είναι κάτι το μοναδικό, αφού και εντός των άλλων ιδεολογικοπολιτικών ρευμάτων, που συγκλόνισαν τις ανθρώπινες κοινωνίες, στην διάρκεια του περασμένου αιώνα και συνεχίζουν να υπάρχουν και στις ημέρες μας, διαμορφώθηκαν, ύστερα, από την έμπρακτη αποδιοργάνωση και την επακόλουθη απομυθοποίηση των ιδεολογιών αυτών, διάφοροι εθνικοί δρόμοι, που ταίριαζαν, στις επιδιώξεις των εθνικών ελίτ, που είχαν σχηματισθεί, στα πλαίσια της έμπρακτης εφαρμογής των ιδεολογιών αυτών - είτε αναφερόμαστε, στον "γιουγκοσλαβικό δρόμο για τον σοσιαλισμό", είτε στον "ευρωκομμουνισμό", είτε στις ασιατικές εκδοχές του σύγχρονου κομμουνισμού, ή οποιεσδήποτε άλλες.

Το γεγονός ότι ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν ένας από τους πρώτους σκαπανείς τέτοιων ιδεολογικοπολιτικών αποκλίσεων και ιδιαιτεροτήτων, εντός των μεγάλων ψευδοσυνειδησιακών ρευμάτων του Μεσοπολέμου, δεν μπορεί, παρά να υπολογισθεί, ως ιστορικό γεγονός και ως ιστορική αποτίμηση, στα υπέρ του.




 Έφοδος Ελλήνων στρατιωτών, στο αλβανικό μέτωπο, μέσα στο χιονισμένο τοπίο.


Μπορεί να πέρασε πολύς καιρός από τότε, που κατανόησα την στάση του και τα κίνητρα του ηγέτη του, οιονεί, φασιστικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, απέναντι, στον Benito Mussolini και στον ιταλικό φασισμό, όπως, επίσης και απέναντι στον Adolf Hitler και στον γερμανικό ναζισμό, αλλά η έλευση της ελληνικής χρεωκοπίας, μαζύ με το καθεστώς της κατεχόμενης αποικίας χρέους, το οποίο επέβαλαν, στην χώρα μας, οι ελίτ της ευρωζώνης, συνεπικουρούντος του Δ.Ν.Τ. και η απίστευτη ευκολία, με την οποία το ελληνικό πολιτικό προσωπικό έσπευσε, ασμένως, να παραδώσει τα κλειδιά της διακυβέρνησης της χώρας, στους εκπροσώπους των ξένων τοκογλύφων, με κάνουν κάθε φορά, που έρχεται η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου του 1940 να θυμάμαι την πράξη αντίστασης του, τότε, Έλληνα πρωθυπουργού, του πεισμένου αντικοινοβουλευτικού και οπαδού της φασιστικής ιδεολογίας Ιωάννη Μεταξά, απέναντι, στον ισχυρό της ημέρας ομοϊδεάτη του Benito Mussolini, του οποίου υπήρξε και θαυμαστής - αν και οι ακραιφνείς προτιμήσεις του εστρέφοντο, προς τον Adolf Hitler και του οποίου είχε, επίσης, αποφασίσει να αρνηθεί τις όποιες αξιώσεις, τις οποίες και αρνήθηκε, πολλές φορές, δια της διπλωματικής οδού, όταν έπρεπε να το πράξει. 




video

28 Οκτωβρίου 1940 - 27 Απριλίου 1941 : Οι ανακοινώσεις του ελληνικού ραδιοφώνου, για την έναρξη του πολέμου και για την είσοδο, στην Αθήνα, των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής, μετά την προσωρινή ήττα. 




Έτσι, όταν ακούω τους εθελόδουλους και υποταγμένους, στα κελεύσματα των ξένων τοκογλύφων, εκπροσώπους του αστικού πολιτικού προσωπικού της χώρας, με προεξάρχοντα τον Ευάγγελο Βενιζέλο και ως ηχώ και ακόλουθό του, τον θλιβερό Αντώνη Σαμαρά, να ισχυρίζονται, χωρίς ίχνος αιδούς, ότι "η Ελλάδα πρέπει να γίνει μια κανονική χώρα", η πρώτη σκέψη, που μου έρχεται, στον νου, είναι ότι αυτό, που αδυνατούν όλοι αυτοί να παραδεχθούν, είναι το απλούστατο γεγονός ότι αυτό, που είναι αναγκαίο (και μάλιστα, επειγόντως), δεν έχει να κάνει, με την όποια "κανονικότητα" της χώρας και των ανθρώπων της, που δεν έχουν κάποιο τέτοιο πρόβλημα, αλλά με όλους αυτούς, που, θρασύτατα και χωρίς ίχνος ντροπής, εκστομίζουν τέτοιου είδους ανοησιολογήματα και οι οποίοι, χωρίς καθυστέρηση, οφείλουν να γίνουν οι ίδιοι κανονικοί άνθρωποι. Και τούτο διότι κάθε άλλο, παρά κανονικοί είναι.  

Όμως, αυτή η σκέψη, που μου έρχεται, στον νου, δεν είναι και η σημαντικότερη. Πολύ σημαντικότερη είναι η άλλη σκέψη, η δεύτερη, που ακολουθεί την πρώτη και έχει να κάνει, με το περιεχόμενο της εθελοδουλείας της μεγίστης πλειοψηφίας του ελληνικού αστικού (και όχι μόνο του αστικού) πολιτικού κόσμου. Και η δεύτερη αυτή σκέψη συνοψίζεται, στο ερώτημα :


Πώς θα μπορούσε κάποιος παραδοσιακός αστός πολιτικός, που ανήκει στον σκληρό πυρήνα του κυβερνήσιμου στελεχικού δυναμικού του εν λόγω χώρου, στην σύγχρονη Ελλάδα, η οποία τελεί, υπό καθεστώς αποικίας χρέους, να παραμείνει ανυπότακτος, στους μοντέρνους κατακτητές;

Πως θα μπορούσε αυτός ο παραδοσιακός πολιτικός, όντας, ιδεολογικά, συγγενής, με τους ξένους τοκογλύφους, μέσα από αυτό το σύγχρονο πολιτικοϊδεολογικό σύμπλεγμα του νεοσυντηρητικού κεϋνσιανού φιλελευθερισμού, που κυριαρχεί, στις ελίτ της δυτικής εκδοχής του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού (και ιδίως, στις ευρωπαϊκές) να μην γίνει ένας εθελόδουλος δωσίλογος και να αποφύγει την παγίδα της ιδεολογικής ταύτισης, με τους ξένους δανειστές, ασκώντας πολιτικές, οι οποίες θα έρχονταν, σε σύγκρουση, με αυτούς και τις θελήσεις τους;

Μια τέτοια, στοιχειωδώς, πατριωτική στάση, η οποία θα αρνείται και θα αντιμάχεται τον εθελόδουλο δωσιλογισμό, στις σύγχρονες συνθήκες, που ζει η χώρα μας και ο πληθυσμός της, φαίνεται δύσκολη, αλλά δεν είναι αδύνατη, ή ακατόρθωτη. Κάθε άλλο.



 Η γενιά των πολεμιστών του 1940 παίρνει την θέση της, στο πάνθεον των Ελλήνων ηρώων. Μια πολύ καλή απεικόνιση, στον βρετανικό τύπο εκείνης της εποχής...



Η περίπτωση του Ιωάννη Μεταξά αποδεικνύει του λόγου το αληθές, στον βαθμό, που αυτή η στάση επιδείχτηκε, τότε, σε, απείρως, πιο δύσκολες συνθήκες, από τις σημερινές, από έναν οπαδό της φασιστικής ιδεολογίας, όπως ήταν ο ηγέτης του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, απέναντι στον πανίσχυρο Ιταλό ομοϊδεάτη του.

Ο Ιωάννης Μεταξάς δεν δείλιασε. Γνώριζε, πολύ καλά, το μέγεθος της περιπέτειας, στην οποία εισήρχετο η χώρα και ο πληθυσμός της. Γνώριζε ότι η ήττα, αν και προσωρινή, σύμφωνα, με τους υπολογισμούς του, θα ήταν πολυαίμακτη, άκρως οδυνηρή και θα επέφερε πολλά δεινά. Αλλά την απόφασή του την είχε πάρει. Και η απόφασή του συνίστατο, στην άρνηση της υποταγής, απέναντι στις αξιώσεις των ομοϊδεατών του ισχυρών της ημέρας και στην ένοπλη αντίσταση, απέναντι, σε έναν ξιπασμένο δάσκαλο, ο οποίος μετεχειρίζετο την ωμή βία και την υπεροπλία του, προκειμένου να επιβάλει τις όποιες θελήσεις του.



 Έλληνες στρατιώτες μοιράζουν τσιγάρα, στους Ιταλούς αιχμαλώτους. (Εικόνα από τα μετόπισθεν του πολέμου).



Βέβαια, η κυρίαρχη αντίληψη, για τον πόλεμο του 1940, που λέει ότι οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις κατάφεραν να κερδίσουν έναν πόλεμο, στον οποίο υστερούσαν, απέναντι, στους εισβολείς είναι, μερικώς, αληθής. Ο ελληνικός στρατός είναι γεγονός ότι υστερούσε, σε πολλά, αλλά, σε τακτικό επίπεδο και υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες διεξαγωγής των μαχών, είναι αλήθεια ότι τα όποια πλεονεκτήματα των Ιταλών εισβολέων αδρανοποιήθηκαν - ιδίως, τις πρώτες καθοριστικές ημέρες της ιταλικής εισβολής στην ελληνοαλβανική μεθόριο. 

Πρώτ' απ' όλα, οι ιταλικές δυνάμεις, που χρησιμοποιήθηκαν, στην ελληνοαλβανική μεθόριο ήσαν ανεπαρκείς. Οι, μετά βίας, 9 ιταλικές μεραρχίες, που εστάλησαν να πραγματοποιήσουν την επίθεση κατά της Ελλάδας, στην Πίνδο και στα αλβανικά βουνά, ήσαν ανεκπαίδευτες, για μάχη, σε αυτόν τον χώρο, αφού ένα μεγάλο μέρος, από τους Ιταλούς στρατιώτες είχαν, πρόσφατα, μετατεθεί, στην Αλβανία και δεν είχαν εγκλιματισθεί. Έτσι οι δυνάμεις αυτές του εχθρού δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν μιαν οργανωμένη άμυνα, η οποία τον πρώτο καιρό, στηρίχθηκε, στις τοπικές δυνάμεις της Ηπείρου, οι οποίες είχαν πλήρη γνώση του εδάφους, επί του οποίου αμύνοντο.

Η τακτική αναθεώρηση των ελληνικών σχεδίων αμύνης, από τους επιτόπιους στρατιωτικούς ηγήτορες, με επικεφαλής τον Χαράλαμπο Κατσιμήτρο, οι οποίοι κράτησαν την μάχη στα βουνά, δεν έδωσαν χώρο, στους εισβολείς και δεν οπισθοχώρησαν, βοήθησαν, στην ταχεία ανακοπή της εισβολής και με την βοήθεια των επιστρατευμένων δυνάμεων, που, στην συνέχεια, κατέφθασαν, ανέτρεψαν την εισβολή και έθεσαν σε φυγή τις ιταλικές δυνάμεις, τις οποίες τις κυνήγησαν στα αλβανικά εδάφη.

Οι καιρικές συνθήκες, αδρανοποίησαν, στο μέτωπο, το βασικό όπλο των Ιταλών : την ιταλική αεροπορία. Αλλά, επίσης, αδρανοποίησαν και τον ατομικό οπλισμό των Ιταλών στρατιωτών, ο οποίος απετελείτο από μπερέττες, όπλα τα οποία πάγωναν, από το δριμύ ψύχος και αχρηστεύονταν, ενώ τα μάνλιχερ των Ελλήνων στρατιωτών δεν αντιμετώπιζαν τέτοια προβλήματα.

Το ορεινό πεδίο των μαχών εξουδετέρωσε και την ιταλική υπεροπλία, στα τεθωρακισμένα οχήματα, τα οποία δεν μπορούσαν να δράσουν, όπως στους πεδινούς χώρους, ενώ ο πολύ μεγαλύτερος αριθμός των μουλαριών, που χρησιμοποίησε ο ελληνικός στρατός, από τον ιταλικό (οι Έλληνες χρησιμοποίησαν, περίπου, 120.000 μουλάρια περισσότερα), ενίσχυσε, αποφασιστικά, τον κρίσμο τομέα του ανεφοδιασμού των δυνάμεών του. Ακόμη και η μεραρχία των αλπινιστών της "Τζούλια" οδηγήθηκε, στην διάσπαση, λόγω των βραχωδών τοπίων της Πίνδου, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να λειτουργήσει, ως μεραρχία, να διασπαστεί και να αποδεκατισθεί, από τις δυνάμεις του Δαβάκη.

Από την άλλη πλευρά, ο καλύτερος ατομικός ρουχισμός των Ελλήνων, που ήταν περισσότερο κατάλληλος, από εκείνον των Ιταλών, στις συνθήκες του βαρύτατου χειμώνα του 1940 - 1941, που επικράτησε στα αλβανικά βουνά, έπαιξε σημαντικό ρόλο, διότι μπορεί τα κρυοπαγήματα, που υπέστησαν οι στρατιώτες του, να έπληξαν τον ελληνικό στρατό αλλά οι αντίστοιχες απώλειες του ιταλικού εκστρατευτικού σώματος ήσαν πολύ μεγαλύτερες. 

Τέλος, το πολύ καλό - το καλύτερο της εποχής - ορεινό πυροβολικό, που είχαν οι Έλληνες και για το οποίο ο Χίτλερ είχε προειδοποιήσει τον Μουσσολίνι, στην συνάντησή τους, κατά την οποία ο Ιταλός δικτάτορας του ανακοίνωσε την επίθεσή του, κατά της Ελλάδας, υπήρξε αποφασιστικός παράγοντας, για την ελληνική νίκη.



 Τα παθήματα των ιταλικών τεθωρακισμένων, στο αφιλόξενο έδαφος του μετώπου, γελοιογραφούνται, επαρκώς, στον ελληνικό τύπο...




Αλλά όλα αυτά, λίγη, ή ουδεμία σημασία είχαν, αφού ήσαν, είτε άγνωστα, είτε τελούσαν υπό διερεύνηση και προς απόδειξη, όταν ο Ιωάννης Μεταξάς είχε πάρει την απόφασή του να αρνηθεί τις αξιώσεις του υπερφίαλου δικτάτορα της Ρώμης.

Ο ηγέτης του, οιονεί, φασιστικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου είπε το "όχι", την στιγμή, που μπορούσε  και είχε κάθε δικαιολογία και κάθε δυνατότητα να πει το "ναι". Και αυτό είναι που μετράει, αφού απέδειξε ότι μπορεί ένας πολιτικός ηγέτης της χώρας να είναι ομοϊδεάτης, με τον εισβολέα, χωρίς αυτό να τον οδηγεί στην εθελοδουλεία και στον δωσιλογισμό.

Αυτό, που έπραξε ο πεισμένος - αν και απογοητευμένος - φασίστας Ιωάννης Μεταξάς, τον Οκτώβριο του 1940 και το οποίο του επέτρεψε να μην μείνει, σαν δωσίλογος και προδότης, στην συνείδηση και στην μνήμη του πληθυσμού της χώρας, δεν θέλησε - ούτε καν διανοήθηκε - να το πράξει η μεγίστη πλειοψηφία του κοσμοπολιτικού και διακατεχόμενου από μια, αποπνικτικά, δογματική πίστη, στο κενό ιδεολόγημα του σύγχρονου "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", πολιτικού κόσμου της χώρας.

Έτσι, για χάρη αυτού του δόγματος του σύγχρονου "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", που ταυτίζει, ανοήτως και αφελώς, την ευρωζώνη, με την ιδέα της ευρωπαϊκής ενότητας, αυτό το αστικό πολιτικό προσωπικό, αφού χρεωκόπησε το ελληνικό κράτος, μετέτρεψε την χώρα, σε μια αποικία χρέους, μετασχηματίστηκε, σε μια επιτροπή μπράβων των ξένων τοκογλύφων δανειστών της ελληνικής οικονομίας και ανέλαβε την διαχείριση αυτής της χρεωκοπίας, σύμφωνα με τις εντολές των αφεντικών του, αποδεικνύοντας ότι η προδοσία και ο δωσιλογισμός δεν γνωρίζουν πολιτικές παρατάξεις και ιδέες, αφού ευδοκιμούν, όχι μόνο στα αυταρχικά καθεστώτα, αλλά και στα αστικοδημοκρατικά περιβάλλοντα, τα οποία, πολλές φορές, αποδεικνύονται εύκρατα και επιρρεπή, σε τέτοιες εμετικές στάσεις και συμπεριφορές... 

Όποιες και όσες συγκρίσεις και αν γίνουν, μεταξύ της εθελόδουλης στάσης, που επέδειξαν, στους τωρινούς καιρούς, οι παραδοσιακοί και οι όψιμοι οπαδοί των ψευδοσυνειδησιακών δογμάτων του σύγχρονου νεοφιλελευθερισμού και του συντηρητικού κεϋνσιανισμού, απέναντι, στους ομοϊδεάτες τους εκπροσώπους των ξένων τοκογλύφων και της αγέρωχης πατριωτικής στάσης του φασίστα Ιωάννη Μεταξά, απέναντι στις απαιτήσεις του υπερφίαλου Ιταλού ομοϊδεάτη του, οι συγκρίσεις αυτές δεν μπορεί, παρά να είναι, συντριπτικά, καταδικαστικές, για το, κατά την μεγίστη του πλειοψηφία, δουλοπρεπές τωρινό αστικό πολιτικό προσωπικό της χώρας.

Αυτή είναι η πικρή αλήθεια. Και η αλήθεια πρέπει να λέγεται και να ομολογείται, χωρίς περιστροφές...

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Οι δωσίλογοι ολιγάρχες που "κυβερνούν" την Ελλάδα είναι μια μικρή αχρηστη οικογενειοκρατικη κλεπτοκρατική ελίτ πληρως ελεγχόμενη, διαπλεκόμενη και εξαρτώμενη απο τις υπερεθνικές παγκοσμιοποιητικές ελιτ που κυβερνουν το κόσμο. Δεν τους ενδιαφέρει λοιπον καθολου το εθνικό συμφέρον. Τα συμφέροντα και τα λεφτά τους είναι εκτός Ελλαδας σε οφσορ και αλλους φορολογικους παραδείσους ενω τα παιδια τους σπουδάζουν σε ακριβα ιδιωτικά ελιτιστικά κολλέγια των ΗΠΑ και θα γυρίσουν στο μέλλον ως "διαδοχοι".
Γιαυτο και εχουν ως θρησκευτικο δογμα τους τον "ευρωπαικο προσανατολισμο" και την οικονομικη παγκοσμιοποιηση. Κανεις απο αυτους δεν τολμαει να μιλαει για εθνικο προσανατολισμο και εθνικα συμφεροντα διοτι πολυ απλα δεν εχουν ουτε τετοιο συμφερον ουτε τετοιες πεποιθησεις. Ειναι απλα μπραβοι και τοποτορητες των παγκοσμιοποιητων ...

Το ιδιο συμβαινει ομως και στις αλλες χωρες που εχουν πολυ μεγαλυτερη βαρυτητα απο την Ελλαδα. Η Ιταλια και η Ισπανια με πολυ σημαντικοτερη οικονομικη ισχυ εχουν πληρως παραδωσει τα κλειδια και εαν ακουσετε τον ισπανο πρωθυπουργο Ραχοι να μιλαει, λεει ακριβως τις ιδιες σαχλαμαρες με τον μαριονετα Αντωνη Σα(χλα)μαρα.

Στην Ιταλια η ΕΕ ουσιαστικα ανετρεψε το Μπερλουσκονι μετα απο οργανωμενη συκοφαντικη δυσφημιση μεσω των μιντια (υποθεση Ρουμπι, διαφορα σεξουαλικα σκανδαλα κλπ) επειδη που και που αφηνε υπονοιες περι εξοδου απο το ευρω και ειχε στενες σχεσεις με το Πουτιν. Στη θεση του ανεβασαν διαφορες αλλες αχρωμες και αοσμες μαριονετες ....

Οταν λοιπον αυτα γινονται σε μια Ιταλια η σε μια Ισπανια με σημαντικη βιομηχανια που καποτε ηταν Αυτοκρατορια και ακολουθουσε εως σχετικα προσφατα το δικο της ανεξαρτητο δρομο επι φασιστικης δικτατοριας Φρανκο, φανταστειται τι γινεται στην ψωροκωσταινα Ελλαδα....

Τα ιδια και στη Πορτογαλια. Μια χωρα που εως τα 1970'ς ειχε αποικιακη αυτοκρατορια και σχετικη κλειστη οικονομια με τον εξω κοσμο. Τωρα ειναι αποικια των Βρυξελλων...

Η σημερινη οικονομικη κριση θα μπορουσε να λυθει ευκολα εαν οι χωρες ακολουθουσαν πολιτικες με γνωμονα το εθνικο συμφερον και αποχωρουσαν απο την Ευρωζωνη και την ΕΕ. Δεν μπορουν και δεν θελουν να το κανουν ομως οι ελιτ και ετσι τη νυφη θα συνεχισουν να τη πληρωνουν οι διαφοροι ευρωπαικοι λαοι

TassosAnastassopoulos είπε...

Η υπόθεση με την ευρωζώνη έχει μέλλον, μπροστά της, για όσο χρονικό διάστημα θα δέχονται και θα ανέχονται την ύπαρξή της οι ευρωπαϊκοί λαοί.

Οι πιθανότητες επιβίωσής της (με τον έναν, ή τον άλλον τρόπο) είναι, εις βάρος της και ως εκ τούτου είναι λίγες. Ή θα μετασχηματισθεί, σε ένα πλήρες ομοσπονδιακό κράτος, με ισχυρή κεντρική κυβέρνηση, ή θα καταρρεύσει - αργά, ή γρήγορα.

Όμως, αυτό θα το καθορίσουν, σε τελική ανάλυση - οι λαοί των χωρών, που την αποτελούν και οι ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις...