Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

Από το φουσκωμένο δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009, στο ψευδεπίγραφο "πρωτογενές πλεόνασμα" του 2013. (Ένα οδοιπορικό στις στατιστικές αλχημείες της Eurostat και στις σπαραξικάρδιες εκκλήσεις των κυβερνητικών εταίρων των Αθηνών, για βοήθεια).



2005 - 2013 : Η εξέλιξη του ελληνικού ΑΕΠ, ανά τετράμηνο, όπως προκύπτει, από το πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, δείχνει το απίστευτο μέγεθος της καταστροφής, που έχει συντελεστεί, σε βάρος της ελληνικής οικονομίας και του πληθυσμού της χώρας, από την ηλιθιότητα του ΓΑΠ και την πλήρη ανικανότητα του οικονομικού του επιτελείου, να διαχειρισθούν το δημοσιονομικό πρόβλημα, που αντιμετώπιζε η χώρα το 2009. Μια ανικανότητα, την οποία διαδέχθηκε η σχεδιασμένη και οργανωμένη καταστροφή των ελληνικών μακροοικονομικών μεγεθών, από την συμμορία των εκτελεστικών οργάνων της ευρωμπατιροτραπεζοκρατίας και του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, με σκοπό την υπαγωγή της ελληνικής οικονομίας, σε καθεστώς χρεωκοπίας και στον ολέθριο "Μηχανισμό διάσωσης της ελληνικής οικονομίας", ο οποίος, στην πραγματικότητα, ήταν και είναι μηχανισμός διάσωσης της διεθνούς μπατιροτραπεζοκρατίας, του ευρώ και της ζώνης του...




Όσο περνάει ο καιρός και όσο πλησιάζουν οι εκλογές του Μαΐου, γίνεται ολοένα και περισσότερο κατανοητό ότι η συγκυβέρνηση Σαμαρά - Βενιζέλου τρώει τα ψωμιά της. Για τον λόγο αυτόν, προσπαθεί από κάπου να πιαστεί, προκειμένου να μπορέσει να κρατηθεί στα πόδια της. Ο κόπος είναι μάταιος, αλλά αυτό δεν είναι και δεν μπορεί, εκ των πραγμάτων, να γίνει αποδεκτό από το παρόν κυβερνητικό σχήμα. Εξ ου και η ανάγκη για την εύρεση μιας σανίδας σωτηρίας, έστω και αν αυτή είναι σάπια.

Μια τέτοια σανίδα σωτηρίας, για την κυβέρνηση, φαίνεται να αποτελεί η επίτευξη του διαβόητου και ανύπαρκτου πρωτογενούς πλεονάσματος, στον κρατικό προϋπολογισμό του 2013, το οποίο οι Αντώνης Σαμαράς και Ευάγγελος Βενιζέλος επιδιώκουν, παρουσιάζοντάς το, ως πραγματικό, να το μοιράσουν, προκειμένου να συγκρατήσουν, από την άτακτη φυγή, κάποιους ψηφοφόρους των κομμάτων τους, τα οποία παραπαίουν και πνέουν τα λοίσθια. Βέβαια, αυτό το πρωτογενές πλεόνασμα, όπως είπαμε, δεν υπάρχει, αφού, στην θέση του αυτό που υπάρχει είναι ένα πρωτογενές έλλειμμα, στον κρατικό προϋπολογισμό του 2013, αλλά αυτό δεν πτοεί τους εντόπιους μπράβους των ξένων δανειστών. Κάθε άλλο.

Παρά τα κακά μαντάτα, οι δύο συνεταίροι της χειρότερης κυβέρνησης, που γνώρισε ο τόπος, από την εποχή της τριπλής ξενικής Κατοχής, επιμένουν να παρακαλούν, φορτικά, τα αφεντικά τους να στέρξουν να υποστηρίξουν - και να χρηματοδοτήσουν - την προπαγάνδιση της ύπαρξης του ανύπαρκτου πρωτογενούς πλεονάσματος, στον κρατικό προϋπόλογισμό του 2013, προκειμένου να μπορέσουν να περισωθούν. Έτσι νομίζουν.

Παράλληλα, οι δύο κλόουνς της συγκυβέρνησης προσπαθούν να "εκβιάσουν" τους ξένους δανειστές, με το επιχείρημα ότι, εάν δεν στέρξουν να βοηθήσουν την παρούσα κυβέρνηση, που τους κάνει όλα τα χατήρια, τότε, στην θέση τους θα έλθει ο Τσίπρας και θα έχουν να κάνουν, με αυτόν.

Παρά τα όποια παρακάλια, τις γονυκλισίες και τις απειλές των συγκυβερνώντων εντόπιων μπράβων των δανειστών, οι ξένοι επικυρίαρχοι δεν είναι καθόλου εύκολοι. Δείχνουν να αδιαφορούν, στις εκκλήσεις των υποτακτικών τους, τους οποίους έχουν γράψει στα παλαιότερα των υποδημάτων τους. Άλλωστε, εν όψει των ευρωεκλογών του Μαΐου, η Angela Merkel και οι άλλοι ηγέτες της ευρωζώνης έχουν τις δικές τους προτεραιότητες και τις δικές τους εκλογικές σκοπιμότητες, αφού λογοδοτούν, σε εκλογικά ακροατήρια, τα οποία δεν διάκεινται, ευμενώς, σε οποιαδήποτε μορφή χρηματοδότησης όχι μόνο της προεκλογικής εκστρατείας των κομμάτων της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά ούτε και της ίδιας της χώρας μας.


Ο Βάλτερ Ραντερμάχερ της Eurostat, αφού διέλυσε, με τις αλχημείες του, την ελληνική οικονομία, πρωταγωνιστώντας, στον σχεδιασμό της καταστροφής της, κάνει τον δύσκολο, στους εκλιπαρούντες, για βοήθεια, συγκυβερνήτες των Αθηνών. Ξέρει, άλλωστε, πολύ καλά, το τι έχουν πράξει...



Έτσι οι ισχυρισμοί του Στουρνάρα και των παρατρεχάμενών του, για την ύπαρξη πρωτογενούς πλεονάσματος, στον κρατικό προϋπολογισμό του 2013, ύψους 2 έως 4 δισ. € απορρίπτονται, ασυζητητί, από τον πασίγνωστο, για τις στατιστικές του αλχημείες, γύρω από το ελληνικό δημόσιο έλλειμμα του 2009, γενικό διευθυντή της Eurostat Walter Radermacher, ο οποίος, ωμά και απερίφραστα δήλωσε ότι : "Εμείς δεν υπολογίζουμε τους αριθμούς όπως θα το επιθυμούσε ο Έλληνας πρωθυπουργός Σαμαράς. Δεν υπάρχουν ακόμη ανθεκτικοί αριθμοί για το ύψος του ελλείμματος και του χρέους του 2013. Δεν έχουμε ακόμη στοιχεία για το δ' τρίμηνο του 2013. Ετήσιος ισολογισμός βγαίνει μόνο όταν υπάρχουν όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για τα τέσσερα τρίμηνα και ότι το δ' τρίμηνο είναι εξαιρετικά σημαντικό, γιατί στο τέλος του χρόνου, πληρώνονται φόροι και άλλες εποχιακές καταβολές. Τότε, θα δημοσιοποιήσουμε αριθμούς επί των οποίων θα μπορούμε να βασιστούμε".

Ο Βάλτερ Ραντερμάχερ ξέρει, για ποιό πράγμα μιλάει.

Οι αριθμοί που ανακοίνωσε ο Αντώνης Σαμαράς και το επιτελείο του, περί πρωτογενούς πλεονάσματος 3,9 δισ. €, είναι, παντελώς, αναξιόπιστοι και αποτελούν πολιτική προπαγάνδα. Με δεδομένη την έναρξη της προεκλογικής περιόδου, η οποία θα επεκταθεί, πέραν των εκλογών του ερχόμενου Μαΐου, αφού, μετά την αναμενόμενη σαρωτική ήττα των κομμάτων της συγκυβέρνησης, θα ακολουθήσει πολιτική και κυβερνητική αστάθεια, εξ αιτίας του γεγονότος ότι, σχεδόν, αμέσως μετά τις εκλογές αυτές, θα αρχίσουν οι συζητήσεις, για την εκλογή του νέου προέδρου της χώρας, μια εκλογή, η οποία θα απαιτήσει 180 ψήφους στην Βουλή, τις οποίες η παρούσα κυβερνητική πλειοψηφία δεν διαθέτει και η οποία θα δυσκολευθεί να τις βρει, με αποτέλεσμα η διενέργεια βουλευτικών εκλογών, από τον Οκτώβριο και μετά, να βρίσκεται, προ των πυλών, αφου ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να συμπράξει σε εκλογή ΠτΔ, από την παρούσα Βουλή.

Με δεδομένη αυτή την δύσκολη πραγματικότητα, η συγκυβέρνηση Σαμαρά - Βενιζέλου, δεν μπορεί παρά να είναι αναγκασμένη να διοργανώσει μια γραμμή άμυνας και επιβίωσης, η οποία, υποχρεωτικά, θα στηριχθεί, στην προπαγάνδιση της ύπαρξης ενός κάποιου "πρωτογενούς πλεονάσματος", το οποίο θα πρέπει και να μοιραστεί, ή, έστω, θα πρέπει να διακηρυχθεί ότι θα μοιραστεί, προκειμένου να αποφευχθεί η κατακλυσμιαία πτώση των ποσοστών των κυβερνητικών εταίρων, ούτως ώστε να σταθεί δυνατό να επιβιώσει το τωρινό κυβερνητικό σχήμα και να βρει κάποιους νέους εταίρους, οι οποίοι να δεχθούν την στήριξή του, ούτως ώστε να μπορέσει να σχηματισθεί η απαραίτητη προεδρική πλειοψηφία των 180 ψήφων, τον Μάρτιο του 2015.

Η αλήθεια είναι ότι τίποτε δεν τους σώζει. Ό,τι και να κάνουν, τα ψωμιά τους είναι μετρημένα και ο βίος της κυβέρνησής τους βραχύς. Αυτό είναι ορατό και από την ευρωπαϊκή γραφειοκρατία και από την γερμανική ελίτ, η οποία ετοιμάζεται, για την αλλαγή του ελληνικού πολιτικού σκηνικού και την επόμενη κυβέρνηση, η οποία θα έχει, ως μοναδικό ή κύριο εταίρο, τον ΣΥΡΙΖΑ. Όλοι αυτοί είναι, σε αναμονή, για το καλύτερο και για το χειρότερο. Ελπίζουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι μια βραχυχρόνια μεταβατική λύση, η οποία θα καταρρεύσει, μέσα σε λίγους μήνες, αλλά ετοιμάζονται και για μια πιθανή μακροημέρευσή του στην εξουσία, με ό,τι συνεπάγεται μια τέτοια εξέλιξη.

Όλα αυτά προϋποθέτουν ότι οι Γερμανοί θεωρούν τους τωρινούς υποτακτικούς τους τελειωμένους και ότι δεν πρόκειται να καταβάλουν οποιαδήποτε προσπάθεια, για να τους σώσουν. Δεν είναι αλήθεια, κάτι τέτοιο. Το γεγονός ότι οι Γερμανοί ετοιμάζονται, για μια κυβερνητική αλλαγή, που θα περιέχει τον ΣΥΡΙΖΑ, ως κύρια συνιστώσα, δεν σημαίνει ότι θα αφήσουν χωρίς καμμία βοήθεια τους τωρινoύς κυβερνήτες. Θα τους βοηθήσουν, χωρίς αυτό, όμως, να σημαίνει ότι θα χρηματοδοτήσουν και την προεκλογική εκστρατεία των Σαμαρά - Βενιζέλου, οι οποίοι επιθυμούν να μοιράσουν ένα πλεόνασμα, το οποίο είναι ανύπαρκτο.

Οι δανειστές, προφανώς, δεν ενδιαφέρονται, για την προεκλογική παρουσιάση ενός ανύπαρκτου πρωτογενούς πλεονάσματος. Μια τέτοια διακήρυξη είναι διατεθειμένοι να την δεχτούν. Ούτε και θα διαφωνήσουν, σε κάποιες προεκλογικές παροχές, που θα αποδοθούν, σε αυτό το "πρωτογενές πλεόνασμα". Μέσα σε λογικά πλαίσια, είναι διατεθειμένοι να δεχθούν και αυτές τις παροχές.

Στους δανειστές αρκεί το να αποσπάσουν τα κατάλληλα ανταλλάγματα, τα οποία συνίστανται, στις θεσμικές απαιτήσεις της τρόϊκας, οι οποίες είναι το σύνολο των "μεταρρυθμίσεων" στην ελληνική οικονομία, από την απελευθέρωση των αγορών, μέχρι την απελευθέρωση των απολύσεων, που βρίσκονται, σε εκκρεμότητα και οι οποίες καρκινοβατούν. Και φυσικά, αυτό που τους ενδιαφέρει είναι το να μην χρειαστεί να χρηματοδοτήσουν τις προεκλογικές εξαγγελίες των τωρινών συγκυβερνητών.

Για να αποφύγουν την χρηματοδότηση του προεκλογικού αγώνα των κυβερνητικών κομμάτων και για τους πιέσουν, ακόμη περισσότερο, οι δανειστές φρενάρουν τις κυβερνητικές εξαγγελίες και τους σχετικούς πανηγυρισμούς, για την ύπαρξη και την έκταση του "πρωτογενούς πλεονάσματος", που διακηρύσσουν οι κυβερνητικοί εταίροι, μέσω του Γιάννη Στουρνάρα. Και φυσικά, είναι έτοιμοι να απαιτήσουν )και να δεσμεύσουν τους εντόπιους μπράβους τους για) την επιστροφή των όποιων ποσών πρόκειται να δαπανηθούν, ως προεκλογικές παροχές.

Αυτό είναι το παιχνίδι, που παίζεται όλον αυτόν τον καιρό, με όλη αυτή την φιλολογία, για το ελληνικό πρωτογενές πλεόνασμα, τό οποίο, όπως είπαμε, δεν υπάρχει.

Θυμίζω, εδώ, ότι ετήσιο πρωτογενές πλεόνασμα ή έλλειμμα έχουμε όταν η διαφορά των κρατικών εσόδων και των κρατικών δαπανών, είναι θετική, ή αρνητική, αφού προηγουμένως, έχουν αφαιρεθεί οι υποχρεώσεις, που έχει ο κρατικός προϋπολογισμός, για την χρηματοδότηση των τρεχόντων, εντός του έτους, τοκοχρεωλυσίων του δημόσιου χρέους του, όπως, επίσης, αφαιρούνται και οι τρέχουσες αποδόσεις του χρέους, που διακρατεί, ή που επιστρέφεται. Με λίγα λόγια, το πρωτογενές αποτέλεσμα ενός προϋπολογισμού αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου μεγέθους, που έχει να κάνει με το ετήσιο δημοσιονομικό αποτέλεσμα (πλεόνασμα, ή έλλειμμα), που παρουσιάζει ο προϋπολογισμός αυτός. Και αυτό το δημοσιονομικό αποτέλεσμα, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι ετήσιες τοκοχρεωλυτικές υποχρεώσεις του κράτους, σχετίζεται με το δημόσιο χρέος της χώρας.

Για το δημόσιο έλλειμμα έχουμε κάνει πολλές φορές λόγο. Και έχουμε κάνει πολλές φορές λόγο, διότι οι ελληνικοί κρατικοί προϋπολογισμοί, εδώ και πάνω από 4 δεκαετίες δεν είναι πλεονασματικοί. Είναι ελλειμματικοί. Αλλά χρήσιμο είναι να ξαναπούμε, εδώ, κάποια πράγματα.

Η άμεση σχέση των δημόσιων ελλειμμάτων, με το δημόσιο χρέος, είναι περισσότερο από σαφής. Είναι σαφέστατη. Το δημόσιο χρέος είναι, πάντοτε και σε κάθε περίπτωση, τα σωρευμένα δημόσια ελλείμματα των προηγουμένων ετών. Έτσι το δημόσιο έλλειμμα του 2013 ισούται με την διαφορά του δημόσιου χρέους του 2013, από το δημόσιο χρέος του 2012. Και επειδή αυτό το μέγεθος, ως ένα απλό αριθμητικό μέγεθος, δεν λέει κάτι, από μόνο του, παρά μόνο, σε σχέση με το ΑΕΠ (και ορθότερα, με τις εισπράξεις του κράτους), για τον λόγο αυτόν, η εξίσωση του δημοσιονομικού αποτελέσματος περιλαμβάνει, ως αριθμητή το αποτέλεσμα της παραπάνω αφαίρεσης και ως παρονομαστή το ετήσιο ΑΕΠ της χώρας, πολλαπλασιασμένο επί το 100, προκειμένου να υπολογισθεί το επί % ποσοστό του εν λόγω αποτελέσματος.

Βέβαια, όσον αφορά την καταγραφή των εσόδων και των δαπανών, που συνθέτουν και προσδιορίζουν το τελικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα (εδώ το δημόσιο έλλειμμα), τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, όσο φαίνονται στην απλουστευτική μορφή της εξίσωσης που, μόλις, παρουσίασα. Κάθε άλλο. Είναι πολύ πιο σύνθετα και μπορούν να καταστρέψουν μια χώρα, εάν αυτοί, χειρίζονται τα μεγέθη αυτά είναι άσχετοι, βλάκες, ή βαλτοί και επιδιώκουν να επιφέρουν αυτό που υποτίθεται ότι κλήθηκαν να αποτρέψουν (εν προκειμένω, στην ελληνική περίπτωση του 2009, την χρεωκοπία του ελληνικού κράτους και της ελληνικής οικονομίας).

'Ετσι, στην σύνθετή της μορφή, η παραπάνω εξίσωση διαφοροποιείται, σημαντικότατα, με την εισαγωγή ενός ρυθμιστικού κονδυλίου των αποθεμάτων ροής (ή του μεγέθους σφάλματος) και στο οποίο δεν προσμετρώνται διάφορα μεγέθη, τα οποία θα μπορούσαν να προσμετρηθούν και τα οποία κάποιες φορές προσμετρώνται και κάποιες άλλες όχι. Με αυτόν τον τρόπο και με την χρήση του ειδικού αυτού κονδυλίου - και όχι μόνον με αυτό - μπορούν τα κράτη να φουσκώνουν, ή να ξεφουσκώνουν, δημόσια ελλείμματά τους (πρωτογενή, ή δημοσιονομικά) και να χειρίζονται την Στατιστική επιστήμη, όχι ως μηχανισμό, ο οποίος θα δώσει από κάποια ανεπαρκή δεδομένα, κάποια, αντικειμενικώς, επαρκή συμπεράσματα, αλλά, ως μηχανισμό, ο οποίος θα δώσει, από τα δεδομένα αυτά, ορισμένα επιθυμητά συμπεράσματα.

Είναι προφανές ότι τα στατιστικά μεγέθη μπορούν να βοηθήσουν, στην κατανόηση της πραγματικότητας και στην λήψη κρίσιμων αποφάσεων, αρκεί αυτοί, που τα χειρίζονται, να ξέρουν και να μπορούν να τα επεργαστούν και να τα διαβάσουν. Πολλές φορές αυτό δεν συμβαίνει, αλλά, ακόμη και όταν συμβαίνει, άλλες είναι οι προτεραιότητες των ενδιαφερομένων - δηλαδή των κυβερνητών του τόπου, της Eurostat και των αφεντικών τους, που χρησιμοποιούν την λεγόμενη "δημιουργική λογιστική", προκειμένου να κρύψουν και να συσκοτίσουν την πραγματικότητα, για να ικανοποιήσουν κάποιες συγκεκριμένες, κάθε φορά, σκοπιμότητες, μετατρέποντας την στατιστική, σε ένα εργαλείο παραπλάνησης και κοροϊδίας.

Έτσι, το δημοσιονομικό έλλειμμα, ως ετήσια στατιστική ροή, μπορεί, εύκολα, να μειωθεί, με την παράκαμψη και την απόκρυψη κάποιων ετήσιων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, ή, με το φούσκωμα των εσόδων, ή με την διόγκωση του ΑΕΠ, στο οποίο μπορούν να ενταχθούν πολλές περίεργες δραστηριότητες, με διάφορα γκρίζα παραγωγικά και άλλα μεγέθη, ακόμη και όταν αυτά δεν αποδίδουν κάποια έσοδα, στο δημόσιο, έτσι όπως επιχείρησε να πράξει, το 2007, επί κυβερνήσεως Κώστα Καραμανλή, ο τότε υπουργός Οικονομικών Γιώργος Αλογοσκούφης.

Ομοίως, το δημοσιονομικό έλλειμμα, ως ετήσια στατιστική ροή, μπορεί, εύκολα, να διογκωθεί, αρκεί να ενταχθούν, στα χρέη της Γενικής Κυβέρνησης, μεγέθη, τα οποία, μέχρι εκείνη την στιγμή, κατά την οποία γίνεται η καταμέτρηση, δεν προσμετρώνταν. Αυτό, ακριβώς, έγινε, εκ των υστέρων, από την κυβέρνηση του ΓΑΠ, τον Γιώργο Παπακωνσταντίνου, τον Όλι Ρεν, τον Βάλτερ Ραντερμάχερ της Eurostat και τον βαλτό Ανδρέα Γεωργίου, με το δημόσιο έλλειμμα του 2009, με τελικό σκοπό, την χρεωκοπία της ελληνικής οικονομίας και την ένταξή της, στο Μνημόνιο του Μαΐου του 2010 - αν και όλα ξεκίνησαν, αμέσως, μετά τις μοιραίες βουλευτικές εκλογές της 4/10/2009 και την ανάληψη της διακυβέρνησης, από τον Γιώργο Παπανδρέου, ως αποτέλεσμα της απίστευτης ηλιθιότητας και της παντελούς διαχειριστικής ανικανότητας του οικονομικού επιτελείου και του ιδίου του ΓΑΠ, το οποίο επιτελείο αποτελούσαν οι Γιώργος Παπακωνσταντίνου, Λούκα Κατσέλη και Φίλιππος Σαχινίδης, που αποφάσισαν την παρουσίαση ενός δημοσιονομικού ελλείμματος, για το 2009, της τάξεως του 12,7% του ΑΕΠ, το οποίο, ψευδώς, ανακοίνωσαν και το οποίο, στην πράξη διόγκωσαν και οι ίδιοι. Ύστερα, από την απίστευτη αυτή βλακεία, τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους και κατέληξαν, στην οργάνωση του σκηνικού της ελληνικής χρεωκοπίας, με τελικό σκοπό, την ένταξη της Ελλάδας, στον μηχανισμό του Μνημονίου.

Ας δούμε το πως έκαναν αυτό το "κατόρθωμα", για το οποίο ο ΓΑΠ, η παρέα του, ο Όλι Ρεν, τα μεγαλοστελέχη της Eurostat, σαν τον Βάλτερ Ραντερμάχερ, όπως και ο Ανδρέας Γεωργίου, που ήλθε πακέτο, από το Δ.Ν.Τ., πρέπει κάποια στιγμή να λογοδοτήσουν.

Η μεγαλύτερη χοντράδα (που δεν ήταν η πρώτη, ούτε και η μόνη) έγινε, εκ των υστέρων, στον προϋπολογισμό του 2009, με τα χρέη 17 ΔΕΚΟ, τα οποία οι Γιώργος Παπακωνσταντίνου και Ανδρέας Γεωργίου, με την καθοδήγηση της Eurostat, ενέταξαν μέσα σε μια νύχτα, στο δημόσιο χρέος της χώρας, εκτοξεύοντας, στα ύψη, το ελληνικό δημόσιο έλλειμμα και το χρέος, χωρίς να εκπονηθούν οι απαραίτητες στατιστικές μελέτες και οι οποίες για να πραγματοποιηθούν, χρειαζόταν, τουλάχιστον, έξι μήνες, προκειμένου να ικανοποιηθούν τα πολύπλοκα και πολλά - τουλάχιστον 15 - κριτήρια, που θέτει το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εθνικών Λογαριασμών, το περίφημο ESA, το οποίο, άλλωστε, αποτελεί προτιμώμενο σχέδιο αναφοράς και μια δέσμη πιθανών σχέδιων δράσης και όχι κάποιον υποχρεωτικό κοινοτικό κανονισμό. Και για τον λόγο αυτόν, δεν ακολουθείται από τις στατιστικές υπηρεσίες των χωρών της Ε.Ε. και της ευρωζώνης, αν και έχει 19 χρόνια ζωής, αφού η εφαρμογή του είναι θέμα πολιτικής επιλογής, την οποία οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αποφεύγουν.

Ετσι, αρχικά, ο Ανδρέας Γεωργίου έκανε λόγο, για την ένταξη, στα δημοσιονομικά στοιχεία της Γενικής Κυβέρνησης, 13 ΔΕΚΟ, τις οποίες, τελικά, τις αύξησε, στις 17, για να επηρεάσει, με τον τρόπο αυτόν, αυξητικά και μάλιστα, κατά πολύ, το μέγεθος του ελλείμματος, χωρίς να προβεί, σε οποιαδήποτε αιτιολόγηση αυτής της επιλογής.

Προφανώς, η πράξη αυτή υπήρξε πολιτική επιλογή, αλλά δεν είναι καθόλου δεδομένη η ορθότητα της πράξης αυτής, ούτε και ο τρόπος, με τον οποίο έγινε, διότι είναι βέβαιο ότι δεν τηρήθηκαν τα πολύπλοκα και πολλά κριτήρια ένταξης, τα οποία θέτει ο ESA95, με πιό γνωστό, το κριτήριο του 50%, σύμφωνα με το οποίο μια επιχείρηση εντάσσεται στην Γενική Κυβέρνηση, όταν τα έσοδα από το εμπορεύσιμο προϊόν, που προσφέρει, δεν καλύπτουν, τουλάχιστον, το 50% του κόστους παραγωγής. 

Αλλά αυτό το κριτήριο δεν είναι το μόνο, αφού χρειάζεται λεπτομερής μελέτη, η οποία να πρέπει να δείξει εάν το κριτήριο αυτό ισχύει, σε βάθος χρόνου, κατά το παρελθόν, ή εάν ισχύει στον τρέχοντα χρόνο και αναμένεται να ισχύσει και στο προσεχές μέλλον.

Κάτι ανάλογο έπραξε ο Διοικητής της ΕΛΣΤΑΤ Ανδρέας Γεωργίου, με την περίπτωση του Αττικό Μετρό, την οποία θεώρησε ζημιογόνα και ένταξε τις αποσβέσεις, που είναι εμπορική λογιστική γραφή, στο κόστος παραγωγής και ως ζημία, μέσα σε ένα έτος, προκειμένου να εντάξει τις αποσβέσεις αυτές, ως ζημιά, στις δαπάνες της Γενικής Κυβέρνησης, παρά το γεγονός ότι το Αττικό Μετρό είναι ένα πρόσφατο έργο, του οποίου οι αποσβέσεις - και οι, εν γένει, δαπάνες - δεν μπορούν να ενταχθούν στις δαπάνες μιας χρονιάς, αντί να τις επιμερίσει, στα επόμενα πολλά χρόνια.

Αυτά, όπως προανέφερα, δεν ήσαν τα μόνα, ούτε τα πρώτα. Ας δούμε και τα υπόλοιπα. Κάποια από αυτά τα έχω γράψει πριν από 4, περίπου, χρόνια, αλλά δεν βλάπτει να τα υπενθυμίσω.


 Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, ως υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης του ΓΑΠ, στην κρίσιμη περίοδο του Οκτωβρίου 2009 - Μαΐου 2010, υπήρξε βασικός υπαίτιος της καταστροφής, που άφησε πίσω του. Μια καταστροφή, την οποία ο πληθυσμός της χώρας θα την πληρώνει, για πολλά χρόνια, ακόμη...



Στις 19 και 20 Οκτωβρίου 2009, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, ως νέος υπουργός Οικονομικών, ανακοίνωσε, στην σύσκεψη της ECOFIN, χωρίς να απαιτείται από οιονδήποτε κανονισμό της Ε.Ε. και της ευρωζώνης, την αναθεώρηση του ελληνικού δημοσιονομικού ελλείμματος του 2009, υπερδιπλασιάζοντας, την πρόβλεψη, για το έλλειμμα αυτό, από το 6% του ΑΕΠ, που είχε ανακοινώσει, στις 2 Οκτωβρίου 2009, ο προηγούμενος υπουργός Οικονομικών Γιάννης Παπαθανασίου, στο 12,5% του ΑΕΠ.

Έτσι, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, με έναν αυτοκτονικό τρόπο και εντελώς, έξω από καθε λογική, σε μια κρίσιμη περίοδο, για την ελληνική οικονομία, φούσκωσε την πρόβλεψη, για το δημόσιο έλλειμμα του 2009, κατά 3,8 δισ. €, αλλά και το δημόσιο έλλειμμα του 2008, αναδρομικά, κατά 2,5 δισ. €, επιμερίζοντας τα 6 δισ. €, του χρέους, που είχε συσσωρευθεί, προς τα νοσοκομεία, μεταξύ των ετών 2008 και 2009, χωρίς την έγκριση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για το ποσό αυτό - μια έγκριση, η οποία ήταν απαραίτητη, προκειμένου να κριθει ποιό μέρος αυτής της δαπάνης ήταν νόμιμο και έπρεπε να ενταχθεί, στις κρατικές δαπάνες και ποιό δεν ήταν νόμιμο και ως εκ τούτου, δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να ενταχθεί, στις δαπάνες αυτές και στο έλλειμμα, που προέκυπτε.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα εμφανιζόμενα χρέη των νοσοκομείων, προς τους ιδιώτες, για προμήθεια νοσοκομειακού υλικού έφθαναν τα 6,2 δισ. € και με δεδομένο ότι οι υπερτιμολογήσεις υπολογίζονταν στο 500% και η ετήσια αύξηση αγορών ορισμένων νοσοκομείων ήταν ίση, με ... 3000%, γίνεται αντιληπτό ότι οπι δαπάνες αυτές δεν μπορούσαν να ενταχθούν στο δημόσιο έλλειμμα. Έπρεπε, πρώτα, να γίνει ένας λεπτομερειακός έλεγχος από το Ελεγκτικό Συνέδριο και στην συνέχεια, να περάσει ένα τμήμα τους, στις κρατικές δαπάνες.

Και όχι μόνον αυτό, αλλά τα χρέη αυτά, σύμφωνα με τα όσα προβλέπει η Eurostat, δεν έπρεπε να καταχωρηθούν, μόνο στο 2009, διότι αφορούσαν χρήσεις παλαιών ετών, ήτοι από το 2005. 

Από το ποσό των 6,2 δισ. €, μόνο, τα 2,2 δισ. € φαίνεται ότι είχαν ελεγχθεί, πολύ αργότερα (το 2010), από το Ελεγκτικό Συνέδριο, ενώ, για τα υπόλοιπα, εκκρεμούσε η εξέταση της νομιμότητάς τους. Με δεδομένο ότι όλες οι σχετικές ροές πρέπει να καταγράφονται στην βάση αυτοτελών χρήσεων, έτσι και οι δημόσιες δαπάνες πρέπει, να καταγράφονται, όταν προκύπτει υποχρέωση πληρωμής, από την παροχή του εμπορεύσιμου αγαθού και όχι κατά τη στιγμή του τελικού διακανονισμού, όπως, τελικά, έπραξαν, κατά το δοκούν και αυθαίρετα, οι Γιώργος Παπακωνσταντίνου - Ανδρέας Γεωργίου - Όλι Ρεν - Βάλτερ Ραντερμάχερ, οι οποίοι ενέταξαν, στο έλλειμμα του 2009, το επίμαχο και μη νομιμοποιημένο, από το Ελεγκτικό Συνέδριο, ποσόν των 3,8 δισ. €, το οποίο δεν υπήρχε καμμία υποχρέωση, από το ESA95, να σωρευθεί ολόκληρο, στο 2009. Και αυτό το έπραξαν, με την συνενοχή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παρά το γεγονός ότι, εκ των υστέρων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέλησε να βγάλει την ουρά της, απ' έξω, χρεώνοντας την συμπερίληψη ολόκληρης της έκτασης των οφειλών, στα δεδομένα του ελλείμματος του 2009, σε επιθυμία και πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης και χωρίς την παρότρυνση της Επιτροπής. Όμως, ο Ανδρέας Γεωργίου, ως Διοικητής της ΕΛΣΤΑΤ, φρόντισε, συνενοούμενος, με τον Βάλτερ Ραντερμάχερ να τις φορτώσει όλες αυτές τις οφειλές, στο έλλειμμα του 2009.

Ανάλογη πρακτική ακολούθησαν και ως προς τον υπολογισμό, στο δημόσιο έλλειμμα του 2009, του SWAP του 2001, με το οποίο η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, προσπάθησε, σε συνεννόηση, με την Goldman Sachs, να κρύψει μέρος του ελληνικού δημόσιου χρέους, προκειμένου να φανεί ότι η Ελλάδα πληροί τα κριτήρια, για την είσοδό της στην ευρωζώνη.

 Είναι γεγονός ότι οι ακριβείς λεπτομέρειες του SWAP του 2001 έχουν κρατηθεί μυστικές, αλλά αυτό που προκύπτει είναι ότι  αυτό υπήρξε και εξακολουθεί να παραμένει υπερβολικά κερδοφόρο, για την Goldman Sachs και ουσιαστική πράξη αυτοκτονίας, για την Ελλάδα, αφού αυτό που έκανε ήταν να καλύψει ένα μικρό μόνο μέρος του ελληνικού δημοσίου ελλείμματος (ήτοι το 2% του ποσοστού του ΑΕΠ) , με σκοπό να ενταχθεί η Ελλάδα στην ευρωζώνη, ενώ, μιλώντας με απόλυτους αριθμούς, η κάλυψη αυτή του δημοσίου ελλείμματος ήταν 1 δισ. €.

 Όταν η κυβέρνηση Σημίτη υπέγραψε την συμφωνία του 2001, με την Goldman Sachs, το ελληνικό δημόσιο χρωστούσε, σε αυτήν, 600 εκατ. € και στο ποσόν αυτό προστέθηκαν τα 2,8  δισ. €. που δανείστηκε, για να καλύψει το δημόσιο έλλειμμα του 1 δισ. €. Η συγκεκριμένη τιμή της συναλλαγής αυτής, η οποία είναι ένα πολύπλοκο χρηματιστηριακό παράγωγο, έφθασε, το 2005, στα 5,1 δισ. €, ενώ το 2010, το κόστος του SWAP του 2001 έφθασε στα 21 δισ. € (2,8 δισ. €, από το αρχικό δάνειο συν 18,2 δισ. €, ως τοκοφορία), σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ΕΛΣΤΑΤ, η οποία ενέταξε αναδρομικά και πέραν πάσης λογικής και δεοντολογίας. το χρέος αυτό, στο δημόσιο χρέος των ετών 2006 - 2009, κατόπιν εισήγησης της Eurostat, αν και σύμφωνα με τον Πρόεδρο της Goldman Sachs, τον γνωστό Gerald Corrigan, Διευθύνονται Σύμβουλο και Πρόεδρο της Goldman Sachs Η.Π.Α και την εκπρόσωπο Τύπου της εταιρείας αυτής Fiona Laffan, η Eurostat γνώριζε όλα όσα αφορούσαν το SWAP του 2001, με κάθε λεπτομέρεια και για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, η Ε.Κ.Τ. αρνείται να δώσει κάθε πληροφορία, γύρω από αυτό. 

Έτσι, για ένα δάνειο του 2001, ύψους 2,8 δισ. €, το ελληνικό δημόσιο πληρώνει, έως το 2017, στην Goldman Sachs, 21 δισ. € και δεν γνωρίζει πόσα, ακόμη, θα πληρώσει, διότι η τιμή της συναλλαγής είναι, αυξητικά, κυμαινόμενη.

Φυσικά, το SWAP του 2001 δεν έπρεπε να ενταχθεί στο δημόσιο χρέος, εάν είχαν ακολουθηθεί όσα ίσχυαν την εποχή, που συνάφθηκε, αφού αυτή η συναλλαγή δεν προβλεπόταν από το ESA95. Όμως η Eurostat εξέδωσε, το 2008, διαφορετική ρύθμιση και η κυβέρνηση του ΓΑΠ και ο Ανδρέας Γεωργίου δέχτηκαν τις υποδείξεις του Ραντερμάχερ, με αποτέλεσμα αυτή η ρύθμιση να εφαρμοστεί, αναδρομικά, στην χώρα μας, ως μη όφειλε. Το αστείο είναι ότι ο Ραντερμάχερ αποδέχτηκε ότι το 2001 δεν υπήρχαν ευρωπαϊκοί κανονισμοί, όπως  επίσης ότι, ούτε το ESA95 προέβλεπε ένταξη του SWAP αυτού στο δημόσιο έλλειμμα, αλλά, η Eurostat κατέφυγε, το 2008, σε ερμηνευτική οδηγία, σύμφωνα με την οποία ο ίδιος θεώρησε ότι το SWAP του 2001 πρέπει να βαρύνει το χρέος και το έλλειμμα, αφού η ελληνική κυβέρνηση, το 2008, δεν έφερε αντίρρηση, ισχυριζόμενος, παράλληλα και φυσικά, ψευδόμενος, ότι η Eurostat δεν είχε ενημερωθεί.

Έτσι, τον Οκτώβριο του 2010, το δημόσιο έλλειμμα, για το 2009, επιβαρύνθηκε, με, επί πλέον, 5,31 δισ. €, ή όπως λέει ο Ανδρέας Γεωργίου, κατά 2,26% του ΑΕΠ του 2009 (το οποίο ο ίδιος είχε αναθεωρήσει, στα 235,03 δισ. €), από το SWAP της Goldman Sachs του 2001.

Πριν από αυτό, η κυβέρνηση του ΓΑΠ, τον Δεκέμβριο του 2009, διόγκωσε, παραπέρα το έλλειμμα του έτους αυτού, κατά 500 εκατ. €, με την χορήγηση του έκτακτου Επιδόματος Αλληλεγγύης, το οποίο επιβάρυνε την κατάσταση.

Και όλα αυτά την στιγμή, που, από το 2009, η Ελλάδα, όπως και η ευρωζώνη, βρισκόταν σε περίοδο μιας οξείας και βαθιάς οικονομικής κρίσης και οιαδήποτε αδικαιολόγητη διόγκωση του ελλείμματος θα ήταν καταστροφική και θα ισοδυναμούσε, με καθαρή αυτοκτονία, αφού η κυβέρνηση του ΓΑΠ δεν ήταν διατεθειμένη να συγκρουστεί, με την μπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ. και την γερμανική - κυρίως - ελίτ και να ζητήσει την άσκηση, ή να απειλήσει να ασκήσει το δικαίωμα του seigniorage, προκειμένου το ελληνικό κράτος να μπορέσει να ανταποκριθεί στις άμεσες και πιεστικές, λόγω της επελθούσας διεθνούς οικονομικής κρίσης, ανάγκες του.

Μέσα σε αυτές τις εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, το έλλειμμα του 2009 είχε αλλάξει πολλές φορές – κατ’ αρχήν, τον Σεπτέμβριο του 2009, η ΕΣΥΕ το τοποθετούσε, γύρω στο 6,5% του ΑΕΠ, ενώ ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιώργος Προβόπουλος το είχε εκτιμήσει, κοντά, στο 9,5% και λίγο αργότερα, στο 10% του ΑΕΠ. 

Κατόπιν, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου το ανακοίνωσε ως ευρισκόμενο στο 12,5%, ενώ, τον Φεβρουάριο του 2010, εκτιμήθηκε, από μια ειδική οικονομική επιτροπή, ότι έφθανε στο 12,7% του ΑΕΠ, για να φθάσουμε, στα τέλη Μαρτίου - αρχές Απριλίου του 2010, οπότε επανεκτημήθηκε, στα 13,6% του ΑΕΠ, με αποτέλεσμα οι αγορές να εκτοξεύσουν τα διαφορικά επιτόκια του ελληνικού δημόσιου δανεισμού, στα ύψη και η χώρα να χρεωκοπήσει, παρά το γεγονός ότι λίγες ημέρες, προηγουμένως, στις 25/3/2010, είχε ληφθεί μια σημαντική απόφαση από την Ε.Κ.Τ., η οποία απόφαση ανακοινώθηκε από τον Jean-Claude Trichet και με την οποία δηλώθηκε καθαρά προς τις διεθνείς αγορές ότι η Ε.Κ.Τ. αναγνώριζε τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, ως μέσα πληρωμής και πέρα της 1/1/2011, ανατρέποντας την προηγούμενη ανακοίνωση του Γάλλου κεντροτραπεζίτη, η οποία είχε γίνει τον Νοέμβριο του 2009 και η οποία όριζε ότι η Ε.Κ.Τ θα αναγνώριζε τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, μέχρι την 31/12/2010. 

Αυτή η επανεκτίμηση του ελληνικού δημοσίου ελλείμματος, που διοργανώθηκε από τους Όλι Ρεν και Γιώργο Παπακωνσταντίνου, με ενορχηστρωτή τον Βάλτερ Ραντερμάχερ ήταν που οδήγησε στην τελική αδυναμια δανεισμού του ελληνικού δημόσίου, με αποτέλεσμα, στις αρχές Απριλίου του 2010, ο ΟΔΔΗΧ να βγει στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, για δανεισμό και να μην μπορέσει να βρει τα απαιτούμενα ποσά, προκειμένου να συνεχίσει να αναχρηματοδοτεί το ελληνικό δημόσιο χρέος.
  
Έτσι φθάσαμε στις 23/4/2010 και στο διάγγελμα του ΓΑΠ, από το Καστελλόριζο, με το οποίο ζητήθηκε η ένταξη της Ελλάδας, στον προχειροφτιαγμένο μηχανισμό στήριξης και από εκεί στο Μνημόνιο της Πρωτομαγιάς του 2010. Για να καταλήξουμε, στην συνέχεια, τον Νοέμβριο του 2010, όταν τα ελληνικά διαφορικά επιτόκια είχαν αρχίσει να αποκλιμακώνονται, σε μια νέα αναθεώρηση του ελληνικού δημοσίου ελλείμματος του 2009, από τα 13,6% του ΑΕΠ, που το είχαμε αφήσει, στα τέλη Μαρτίου, στο 15,4% του ΑΕΠ, ένα μέγεθος το οποίο ανακοινώθηκε, μετά τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, στις 15 Νοεμβρίου 2010.

Όλα αυτά δείχνουν ότι η όλη υπόθεση ήταν στηριγμένη, σε πρόχειρα και αυθαίρετα στοιχεία, ενώ, παράλληλα, λειτουργούσε κάποια ευρωπαϊκή μονταζιέρα, την οποία είχε στήσει η γερμανική ελίτ και η ευρωμπατιροτραπεζοκρατία, που αποσκοπούσαν, από ένα χρονικό σημείο και πέρα, στην οργανωμένη εκτόπιση της Ελλάδας από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, ενώ η αναθεώρηση του ελλείμματος του 2009 δεν σταμάτησε, αφού, πολύ αργότερα, τον Οκτώβριο του 2011, επανεκτιμήθηκε, στο 15,7% του ΑΕΠ, με όλες τις αβαρίες, που προανέφερα.


Είναι προφανές ότι η ανακοίνωση του ελληνικού δημόσιου ελλείμματος στο 13,6% του ΑΕΠ, δεν έγινε, για να στηριχθούν τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, σύμφωνα, με την δήλωση Trichet της 25/3/2010, που προανέφερα, αλλά, για να οδηγηθεί η Ελλάδα, στην ένταξή της στον προχειροφτιαγμένο "Μηχανισμό Διάσωσης", που την ίδια ημέρα είχαν ανακοινώσει την ίδρυσή του, οι ηγέτες της ευρωζώνης, με την βλακώδη αποδοχή της απόφασης αυτής, από τον ΓΑΠ.

Έτσι, τα ελληνικά διαφορικά επιτόκια δανεισμού, στα 10ετή ομόλογα, έφθασαν τις 474 μονάδες βάσης και στην συνέχεια, ξεπέρασαν τις 3000 μονάδες και έκαναν πλέον τελείως αδύνατη την έξοδο του ελληνικού δημοσίου στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, ενώ όσες φορές τα ελληνικά επιτόκια κρατικού δανεισμού, οδεύουν προς κάποια αποκλιμάκωση, οι παρεμβάσεις των ευρωζωνιτών, τα οδήγησαν και πάλι στα ύψη, όπως συνέβη στις 8/9/2010 όταν ένα πολύ αρνητικό δημοσίευμα στο Bloomberg, το οποίο δημοσίευμα ανήκε στον Ραντερμάχερ εμφανίστηκε στο Bloomberg και έθετε θέμα με την καθυστέρηση της Ελλάδος να αποκαλύψει τις μυστικές συμφωνίες για τα swaps (τα οποία, όπως είπαμε, γνώριζε, πολύ καλά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή), αποδίδοντας, σε αυτή την υποτιθέμενη ενέργεια, την απόκρυψη του πραγματικού ελληνικού δημόσιου χρέους!

Το αποτέλεσμα, αυτής της δημοσίευσης, στην οποία προέβη ο Ραντερμάχερ, ήταν να εκτιναχθούν τα ελληνικά επιτόκια κρατικού δανεισμού, στα δεκετή ομόλογα, πάνω από τις 1000 μονάδες βάσης, να διακοπεί δηλαδή η αποκλιμάκωσή τους και η χώρα να παραμείνει, υπό μνημονιακή κατοχή. Κάτι που πάει να συμβεί και τώρα, με τα όσα, επί σκοπώ, πράττουν οι ευρωζωνίτες, με προεξάρχουσα την γερμανική ελίτ και την μπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ. 
Αυτές τις αβαρίες, που φούσκωσαν το ελληνικό δημόσιο έλλειμμα του 2009, δεν τις ανέφερα τυχαία, αφού το δημοσιονομικό έλλειμμα, ως μέγεθος, είναι μια συνεχής στατιστική μεταβλητή ροή και αναφέρεται μέσα στα πλαίσια του ενός έτους. Διαφέρει από το δημόσιο χρέος, το οποίο είναι αποθεματική μεταβλητή και δείχνει το συσσωρευτικό ύψος των ελλειμμάτων, σε διαχρονική βάση.

Αυτή η διαφορά είναι, άκρως, σημαντική, διότι εάν δούμε το σύνολο του ελληνικού δημόσιου χρέους, που είναι υψηλό, δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε συμπέρασμα, για το μέγεθος του δημόσιου ελλείμματος και τούτο διότι πραγματικότητα το δημόσιο έλλειμμα αποτελεί, στην πράξη, το ετήσιο έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης, ως ποσοστό του ΑΕΠ (πάντοτε, όμως, σε συνάρτηση, με το ύψος των δημόσιων εσόδων) και για τον λόγο αυτόν, απαιτείται μεγάλη προσοχή, για το ποιές θεωρούνται και το ποιές δεν θεωρούνται, ως δαπάνες της Γενικής Κυβέρνησης και ως προς το ποιά ετήσια χρέη κατατάσσονται σε αυτές.

Όπως γίνεται αντιληπτό, μια τέτοια προσεκτική εκτίμηση, στην περίπτωση του ελληνικού δημόσιου ελλείμματος του 2009, δεν έγινε. Όλα έγιναν, με προχειροδουλειές, αρχικά, για να δυσφημισθεί η διαχείριση της κυβέρνησης του Κώστα Καραμανλή και να πάρει το ΠΑΣΟΚ, για την απογραφή, στην οποία προέβη ο Γιώργος Αλογοσκούφης, το 2004, με αποτέλεσμα τα πράγματα να πάρουν τον δρόμο τους και μετά την προχειρόλογη δημοσιοποίηση των εκτιμήσεων του Γιώργου Παπακωνσταντίνου, για το ελληνικό δημόσιο έλλειμμα του 2009, να ακολουθήσει ο ευρωδογματισμός της μπατιροτραπεζοκρατίας, δια του Jean-Claude Trichet και ο αντίστοιχος γερμανικός δογματισμός, που οδήγησαν στην μετατροπή της όλης υπόθεσης, σε μια ανεξέλεγκτη χιονοστιβάδα, η οποία έφερε την ελληνική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010, καθώς και την αντίστοιχη χρεωκοπία της ευρωζώνης.

Ένα σήριαλ, το οποίο συνεχίζεται, μέχρι τις ημέρες μας και θα μακροημερεύσει.



Αυτές οι λαθροχειρίες, που συνέβησαν, σε βάρος της χώρας μας, με την διαχείριση του ελληνικού δημόσιου ελλείμματος του 2009, χάρη στις μεθοδευμένες αλχημείες του Βάλτερ Ραντερμάχερ, της Eurostat, της Comission, της μπατιροτραπεζοκρατίας της Ε.Κ.Τ. και της γερμανικής ελίτ, επιθυμούν να επαναλάβουν, τώρα - υπέρ τους -, οι εντόπιοι υποτακτικοί των δανειστών.

 Η επιθυμία τους αυτή, που εκφράζεται, διαρκώς, από τον περασμένο Αύγουστο, όταν ο μπουχέσας Ευάγγελος Βενιζέλος ζήτησε από τον Γιέργκ Άσμουσεν, την αναδιοργάνωση των αριθμών του ελλείμματος, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι, που έχουν τεθεί, σκοπεύει στην επιβεβαίωση και στην πιστοποίηση της ύπαρξης ενός "πρωτογενούς πλεονάσματος", στον κρατικό προϋπολογισμό του 2013. 

Την πιστοποίηση αυτή οι Αντώνης Σαμαράς και Ευάγγελος Βενιζέλος την χρειάζονται, ως προπαγανδιστικό εργαλείο, για να δικαιολογήσουν την επιμήκυνση της παραμονής τους στο κυβερνητικό πηδάλιο της χώρας και φυσικά, για μοιράσουν ένα μέρος, από αυτό το υποτιθέμενο πρωτογενές πλεόνασμα, ως προεκλογική παροχή, σε κάποια στρώματα ψηφοφόρων των δύο κυβερνητικών εταίρων, τα οποία τους έχουν εγκαταλείψει, ή ευρίσκονται καθ' οδόν, προς την στροφή τους, σε άλλες κατευθύνσεις.

Με λίγα λόγια, όπως έχω, ήδη, γράψει, πιο πάνω, οι κυβερνητικοί εταίροι των Αθηνών ζητούν από τους δανειστές να πιστοποιήσουν, το γρηγορότερο, την ύπαρξη αυτού του "πρωτογενούς πλεονάσματος" και ουσιαστικά, να δεχθούν να χρηματοδοτήσουν την προεκλογική τους εκστρατεία, αφού είναι πέρα από σίγουρο ότι πραγματικό πρωτογενές πλεόνασμα δεν υπάρχει στον κρατικό προϋπολογισμό του 2013. Και αυτό το αίτημα, οι δύο συγκυβερνήτες το συνοδεύουν, με την σαφή υπόσχεση ότι θα εξακολουθήσουν να υπερασπίζονται τα συμφέροντα των αφεντικών τους.

Όπως φαίνεται οι δανειστές δεν δέχονται τίποτε, από όλα αυτά και κάνουν τους δύσκολους, στα αιτήματα των εντόπιων μπράβων τους και για λόγους δικών τους εσωτερικών σκοπιμοτήτων, που έχουν να κάνουν, με την εκλογική συγκυρία, εν όψει των ευρωεκλογών, αλλά και για, καθαρά, διαπραγματευτικούς λόγους, αφού αυτοί είναι σε θέση ισχύος, ενώ η θέση της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης είναι, άκρως, επισφαλής.

Φυσικά, οι δανειστές δεν επιθυμούν να ανοίξει, τώρα, προεκλογικά, μια συζήτηση, για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Οποιαδήποτε ελάφρυνση, είτε, με την μείωση των επιτοκίων δανεισμού και την παράταση του χρόνου αποπληρωμής των δανείων (αφού θα χάσουν τους τόκους, που θα χρηματοδοτούσαν τους προϋπολογισμούς των χωρών τους), είτε με άμεση μείωση του όγκου του ελληνικού δημόσιου χρέους (αφού θα χάσουν ένα - μεγάλο ή μικρό - μέρος από το κεφάλαιο, καθώς η πολύ μεγάλη πλειοψηφία των ελληνικών κρατικών ομολόγων έχει περιέλθει, πλέον, στα χέρια των κρατών της ευρωζώνης και των κεντρικών τους τραπεζών), σε αυτή την χρονική συγκυρία, δεν μπορεί να γίνει. Και δεν μπορεί να γίνει, επειδή, απλούστατα, κοστίζει. Κάτι, που δεν θα αρέσει, στους φορολογούμενους των χωρών της ευρωζώνης, οι οποίοι, φυσικά, είναι και ψηφοφόροι. 

Έτσι, οι συζητήσεις, για την όποια "διευθέτηση" του ελληνικού δημόσιου χρέους, θα τραβήξουν για μετά το καλοκαίρι, ενώ είναι σαφές ότι η ανακοίνωση του 3ου Μνημονίου και η εκταμίευση των σχετικών ποσών θα ακολουθήσει την ίδια πορεία και θα πάει, για, μετά τις ευρωεκλογές, ενώ, τον Μάϊο - Ιούνιο του 2013, θα έλθει η σειρά, για την πληρωμή ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, ύψους κοντά, στα 10 δισ. €, τα οποία η ελληνική κυβέρνηση θα υποχρεωθεί να αποπληρώσει, γεγονός το οποίο την καθιστά, για μία ακόμη φορά, ένα άβουλο υποχείριο των δανειστών, οι οποίοι ουδόλως βιάζονται. Απλώς, περιμένουν την ωρίμανση του χρέους αυτού, μια ωρίμανση, που θα οδηγήσει τους κυβερνητικούς εταίρους των Αθηνών, υποτακτικούς, στα κελεύσματα και στις απαιτήσεις των δανειστών.

Οι δανειστές, επί της ουσίας, φαίνεται να μην έχουν άδικο, διότι από τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος προκύπτει η ύπαρξη, στον κρατικό προϋπολογισμό του 2013, ενός εικονικού ρωτογενούς πλεονάσματος" της τάξης των 1,455 δισ. €, σε ταμειακή βάση. Όμως, αυτό το "πρωτογενές πλεόνασμα" προκύπτει, επειδή στους υπολογισμούς, που γίνονται, συμπεριλαμβάνονται και τα έσοδα από τις αποδόσεις ελληνικών ομολόγων που κατέχουν οι κεντρικές τράπεζες των κρατών της ευρωζώνης, αλλά και αφαιρούνται οι δαπάνες, περίπου, 6,1 δισ. €, για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Φυσικά, η Eurostat, η Ε.Κ.Τ. και οι δανειστές δεν πρόκειται, σε καμμία περίπτωση, να αποδεχθούν, ένα τέτοιο, ή ένα ανάλογο "πρωτογενές πλεόνασμα", το οποίο γίνεται με τέτοιους υπολογισμούς, οι οποίοι, από την μια, συμπεριλαμβάνουν και από την άλλη, αφαιρούν μεγέθη, που ουδέποτε συνεκτιμώνται, σε τέτοιου είδους καταμετρήσεις, που αφορούν τα πρωτογενή αποτελέσματα του προϋπολογισμού.


Έτσι, από τα ίδια τα στοιχεία της ΤτΕ, προκύπτει ότι, σε ταμειακή βάση, το πρωτογενές αποτέλεσμα του κρατικού προϋπολογισμού, κατά το 12μηνο του 2013, είναι ελλειμματικό κατά 6,718 δισ. €.

Αλλά και πέρα από τα πρωτογενή στοιχεία, σε δημοσιονομική βάση, δηλαδή εάν  υπολογιστούν και οι δαπάνες, για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, ο κρατικός προϋπολογισμός του 2013, παρουσίασε  ταμειακό έλλειμμα της τάξης των 12,794 δισ. €, το οποίο είναι αυξημένο, κατά 19,6% σε σχέση, με το έλλειμμα των 10,697 δισ. € του 2012.


 Όμως, τα παιχνίδια με τους αριθμούς, στα οποία επιδίδεται ο Γιάννης Στουρνάρας και το επιτελείο του, καθώς και οι αλχημείες, με τα μακροοικονομικά μεγέθη της χώρας, δεν σταματούν στην ταχυδακτυλουργική μεταμόρφωση του πρωτογενούς αποτελέσματος του κρατικού προϋπολογισμού του 2013, από έλλειμμα, σε πλεόνασμα.

Από την επεξεργασία των στοιχείων του πίνακα, με την εξέλιξη του ελληνικού ΑΕΠ, από το 2005 έως το 2013, προκύπτει ότι η πτώση του ΑΕΠ, κατά το 2013, είναι πολύ μεγαλύτερη από το 3,7%, για το οποίο κάνει λόγο η κυβέρνηση της συμφοράς, η οποία προτίμησε, τώρα - σε αντίθεση, με όσα γίνονταν, μέχρι το 2013, οπότε είχαν μετρηθεί τα μακροοικονομικά μεγέθη του 2012 - να μετρήσει το μέγεθος αυτό, σε σταθερές τιμές 2005 και όχι, σε τρέχουσες τιμές, όπως, κανονικά, μετρώνται τα μακροοικονομικά μεγέθη, στα οποία περιλαμβάνεται και το μέγεθος αυτό που αφορά την μεγέθυνση, ή την συρρίκνωση του ΑΕΠ.

Οι στουρνοσαμαράδες και ο μπουχέσας συγκυβερνήτης, προτιμούν να μιλούν, με σταθερές τιμές του 2005 (που και αυτή η μέτρηση, έτσι όπως έγινε, είναι τουλάχιστον, προβληματική, αφού η ίδια η ΕΛΣΤΑΤ αναφέρει ότι υπάρχει εκκρεμότητα, με τον αποπληθωριστή) και όχι σε τρέχουσες τιμές, διότι το τελικό αποτέλεσμα της εξέλιξης του μεγέθους του ΑΕΠ, όταν το μετρήσουμε, σε τρέχουσες τιμές, είναι πολύ χειρότερο, από αυτό το 3,7%, που εμφανίζει η κυβέρνηση, ως ποσοστό συρρίκνωσης του ΑΕΠ, κατά το 2013, σε σχέση, με το 2012.

Πράγματι, σε τρέχουσες τιμές, το ελληνικό ΑΕΠ, συρρικνώθηκε, κατά 6,21% και όχι κατά 3,7%, που θέλει να παρουσιάζει το οικονομικό επιτελείο του Γιάννη Στουρνάρα.

Έτσι, αθροίζοντας το 4 τρίμηνα του 2013, βλέπουμε ότι το ελληνικό ΑΕΠ, σε απόλυτα μεγέθη, μειώθηκε, σε σχέση, με το 2012 και διαμορφώθηκε στα επίπεδα των 181,710 δισ. €, έναντι των 193,749 δισ. €, που ήταν το 2012, συρρικνούμενο, όπως προανέφερα, κατά 6,21%.

Και φυσικά, η μέτρηση αυτή είναι πολύ πιο κοντά, στην πραγματικότητα, διότι, ο πληθυσμός της χώρας διεξάγει τις συναλλαγές του, σε τρέχουσες τιμές, οι οποίες αντιπροσωπεύουν το τωρινό καλάθι της νοικοκυράς και όχι σε σταθερές τιμές του 2005. Πολύ περισσότερο, όταν το 2013, ήταν το πρώτο έτος πραγματικού αποπληθωρισμού, μετά από πολλές δεκαετίες πληθωρισμού.

Από μαγειρέματα και κουτοπονηρίες, ξέρουν πολλά οι στουρνοσαμαράδες. Αλλά αυτά τα μαγειρέματα και αυτές οι κουτοπονηρίες δεν πρόκειται να τους σώσουν, από την κατεδαφιστική σφαλιάρα, που έρχεται...



Το ερώτημα είναι, εάν οι δανειστές, τελικά, θα κάνουν το χατήρι των μπράβων τους και θα πιστοποιήσουν την ύπαρξη ενός περιορισμένου "πρωτογενούς πλεονάσματος", στον κρατικό προϋπολογισμό του 2013.

Οι εκτενείς δηλώσεις του Βάλτερ Ραντερμάχερ, για τα δημοσιονομικά μεγέθη του προϋπολογισμού του 2013 (του οποίου η αξιοπιστία είναι, εντελώς, υπονομευμένη από τα έργα και τις ημέρες του, έτσι όπως αυτές εκτέθηκαν, παραπάνω, με την λεπτομερειακή αναφορά, που έκανα, γύρω από τους χειρισμούς του, όσον αφορά το ελληνικό δημόσιο έλλειμμα και το χρέος του 2009), τις οποίες προανέφερα, δεν είναι ευοίωνες, για την παραπαίουσα ελληνική κυβέρνηση. 

Η Eurostat γνωρίζει, πολύ καλά, ότι πρωτογενές πλεόνασμα δεν υπάρχει και ότι το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης έχει μαγειρέψει, κατά τέτοιον τρόπο τα δημοσιονομικά στοιχεία του 2013, ώστε να φαίνονται σύμφωνα, με το ESA95 και να εξυπηρετούν τις όποιες τρέχουσες και επείγουσες προεκλογικές ανάγκες της ελληνικής κυβέρνησης, μετατρέποντας ένα υπαρκτό πρωτογενές έλλειμμα, σε ένα εικονικό και φυσικά ψευδεπίγραφο "πρωτογενές πλεόνασμα". Ως εκ τούτου, οι προθέσεις της δεν είναι καλές, για τους εντόπιους κυβερνήτες και τις απαιτήσεις τους.

Όμως, παρ' όλ' αυτά, φαίνεται ότι οι δανειστές, έστω και αργά, θα αποδεχθούν να προβούν, σε μια πιστοποίηση ενός μετρημένου και συγκρατημένου, σε μέγεθος "πρωτογενούς πλεονάσματος", ως χείρα βοηθείας και καλής θέλησης, προς τους Σαμαρά και Βενιζέλο, όσο και αν στενεύουν, ασφυκτικά, τα περιθώρια μιας ικανής χρονικά εκλογικής εκμετάλλευσης αυτής της πιστοποίησης, αφού αυτή θα πραγματοποιηθεί, όπως, τώρα, λένε, στα τέλη του Απριλίου και ενώ οι ευρωεκλογές θα γίνουν, στις 25 Μαΐου. Και όλα αυτά τα πράττουν, παρά το γεγονός ότι αυτή η πιστοποίηση του "πρωτογενούς πλεονάσματος" θα έχει μια, ούτως, ή άλλως, περιορισμένη (έως ουσιαστικά ανύπαρκτη) σημασία και δεν πρόκειται να επηρεάσει τα δεδομένα, στην ελληνική πολιτική σκηνή.


Πάντως, ό,τι και να συμβεί, οι δύο συγκυβερνήτες και τα κόμματά τους είναι για κλάματα.

Ούτε φίδι στον κόρφο τους...

Δεν υπάρχουν σχόλια: