Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

1890 - 2013 : Η ακραία ανισοκατανομή του εισοδήματος, ως αιτία των οικονομικών κρίσεων. Ένα οδοιπορικό στις ακραίες εισοδηματικές ανισότητες στην αμερικανική κοινωνία, πριν και μετά τις κρίσεις του 1929 και του 2008 και η περίπτωση της Ελλάδας.



Η εισοδηματική ανισοκατανομή στην Ελλάδα, όπως απεικονίζεται, κατά την περίοδο 1960 - 2009, σύμφωνα, με τον δείκτη S80/S20, που επεξεργάστηκε, στην πολύτιμη μεταπτυχιακή του εργασία ο κ. Δημήτρης Κιβωτός, δείχνει, με έναν ανάγλυφο τρόπο, το άνοιγμα της ψαλίδας, ανάμεσα στο ανώτερο εισοδηματικά, τμήμα του πληθυσμού, σε σχέση με το κατώτερο 20%. Από το 1997, το άνοιγμα της εισοδηματικής ψαλίδας, ανάμεσα στην βάση και την κορυφή, έλαβε ιλιγγιώδεις διαστάσεις και κατέστη, πρακτικώς, ανεξέλεγκτη. Η γοργή ένταξη της χώρας, στην χαοτική διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, χωρίς καμμία προετοιμασία, χωρίς την αντίστοιχη υποδομή, χωρίς επανορθωτικούς μηχανισμούς προστασίας της εντόπιας παραγωγής και με την επακολουθήσασα κατάργηση του εθνικού νομίσματος της χώρας από το 2002, λόγω της αποσαρθρωτικής ένταξης της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, ήταν επόμενο να προξενήσει, μια ανεξέλεγκτη τεράστια διαφυγή κεφαλαίων και σε συνδυασμό, με το τεράστιο δημόσιο χρέος της χώρας και τις μεγάλες απώλειες των μεριδίων στην εντόπια και την διεθνή αγορά, να οδηγήσει την ελληνική οικονομία στην χρεωκοπία και στην παρούσα καταστροφή, ευθύς ως η διεθνής ύφεση του 2008 εσωτερικεύτηκε στον κομφουζιονιστικό χώρο της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης.




Δεν είναι λίγες οι προσπάθειες που έχω κάνει για να διερευνήσω την έκταση και τις επιπτώσεις της ανισοκατανομής του εισοδήματος στην λειτουργία του σύγχρονου οικονομικού συστήματος του γραφειοκρατικού καπιταλισμού, από την ανάδυσή του, ως διάδοχης κατάστασης, απέναντι στην ολιγοπωλιακή μορφή του κλασικού καπιταλισμού, την οποία - έστω και μετά βίας - περιέγραφαν οι ιδρυτές της οικονομικής επιστήμης από τον Adam Smith, τον David Ricardo και τον Thomas Robert Malthus, μέχρι τον John Stuart Mill, όπως και όλοι όσοι, δημιουργώντας την κρατούσα, μέχρι την έλευση του John Maynard Keynes, κλασική οικονομική σχολή, ακολούθησαν τα βήματα των πατέρων της οικονομικής επιστήμης. Όμως, όσες προσπάθειες και να καταβάλω, το θέμα αυτό παραμένει ανεξάντλητο και από άποψη στοιχείων, αλλά και ως προς την σοβαρότητα των επιπτώσεων του οικονομικού φαινομένου της ανισοκατανομής του εισοδήματος στο σύνολο του πληθυσμού, στην λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος.

Η ανισοκατανομή του εισοδήματος στις διάφορες κατηγορίες του γενικού πληθυσμού, είτε αυτός είναι οικονομικά ενεργός, είτε όχι, δεν είναι καθόλου αδιάφορη, για την οικονομική λειτουργία του συστήματος - εδώ του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, είτε στην κλασική, είτε (και μάλιστα πολύ περισσότερο) στην σύγχρονη γραφειοκρατική του μορφή. Κατέχει έναν κεντρικό ρόλο στην σύγχρονη οικονομική λειτουργία, της οποίας η δυσλειτουργία, ή/και η παράλυση είναι φαινόμενα, τα οποία περιγράφονται, ως οικονομική ύφεση και ως οικονομική κρίση και αποτελούν εκδηλώσεις και αποτελέσματα όχι της ίδιας της παραγωγικής διαδικασίας, όπως πίστευαν ο Karl Marx και οι κλασικοί οικονομολόγοι και όπως εξακολουθούν να πιστεύουν οι μαθητές τους, με προεξάρχοντες τους νεοκλασικούς, αλλά, σε ένα πολύ σημαντικό βαθμό, είναι προϊόντα της σφαίρας της διανομής του οικονομικού προϊόντος και της κατανομής του εισοδήματος, στον συνολικό πληθυσμό.


Βέβαια, τον κυριότερο ρόλο στην έλευση των οικονομικών υφέσεων και κρίσεων, τον έχει η ενεργός συναθροιστική ζήτηση, δηλαδή η κατανάλωση, η οποία είναι εκείνη, που, σε τελική ανάλυση, προσδιορίζει το τί θα αγοραστεί και τι δεν θα αγοραστεί, θέτοντας το βασικό κριτήριο για το τι θα μείνει και το τι δεν θα μείνει στην παραγωγική διαδικασία. Όπως, επίσης και για το τι θα προχωρήσει και τι όχι σε αυτήν, καθώς και σε ποιά γκάμα και σε ποιά ποσότητα προϊόντων θα προσανατολιστεί και θα ισορροπήσει.


Αυτή η πραγματικότητα, αποτελεί - όσο και αν φαίνεται περίεργο - σκάνδαλο, για την παραγωγιστική αντίληψη, που προέκυψε από την συλλογιστική και την ογκώδη εργασία και σχολιογραφία των πατέρων της οικονομικής επιστήμης και των επιγόνων τους, που, επί αιώνες, κυριάρχησαν και εξακολουθούν να κυριαρχούν στα μυαλά και πλείστων, από τους σύγχρονους νεοκλασικούς και μετανεοκλασικούς οικονομολόγους, που θέλησαν να συγκεράσουν την αντίληψη των κλασικών, που έδιναν βαρύτητα στην παραγωγή, με την κεϋνσιανή λογική, που δίνει βαρύτητα στην συνάρτηση της κατανάλωσης, μέσα από την κατασκευή του θεωρητικού σχήματος της ισχύος των κεϋνσιανών ιδεών στις βραχείες χρονικές σειρές, ένα πεδίο στο οποίο η ενεργός συναθροιστική ζήτηση (η κατανάλωση) παίζει ρόλο και επηρεάζει την παραγωγή, λόγω, κυρίως της ακαμψίας των τιμών, κατά την βραχυχρόνια περίοδο και της αντίστοιχης ισχύος των νεοκλασικών αντιλήψεων στις μακροπρόθεσμες χρονικές σειρές, στις οποίες ρόλο παίζει η παραγωγή, λόγω της - υποτιθέμενης - ευκαμψίας των τιμών στην μακροχρόνια περίοδο.


Βέβαια, το σχήμα αυτό, το οποίο αποτελεί μια υποπερίπτωση της κεϋνσιανής θεωρίας, μπορεί να ταιριάζει, ως επιδίωξη για την διαμόρφωση της πραγματικότητας, δεν ταιριάζει, όμως, ως περιγραφή της, αφού άλλο πράγμα είναι το να θελήσεις να προσανατολίσεις την πραγματικότητα σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, κάτι το οποίο, σε τελική ανάλυση, είναι κοινωνική και ταξική επιλογή και άλλο πράγμα είναι να θελήσεις να την περιγράψεις.


Στην πρώτη περίπτωση, οι οικονομολόγοι ασκούν, ή υποστηρίζουν μια εφαρμοσμένη πολιτική, την οποία ενδύουν, με έναν επιστημονικό μανδύα, καθιστώντας την πολιτική αυτή, που έχει συγκεκριμένους κοινωνικούς στόχους και σαφείς ταξικές επιδιώξεις, μια επιστημονικοφανή πολιτική, η οποία χρησιμοποιείται, για να συγκαλύψει και να καταστήσει εύπεπτους και αποδεκτούς τους στόχους και τις επιδιώξεις, που έρχεται αυτή η πολιτική να εξυπηρετήσει. Προφανώς, είναι δικαίωμά τους να ασκούν και να υποστηρίζουν μια οποιαδήποτε οικονομική πολιτική. Αλλά αυτό θα πρέπει να βγουν και να το πουν και όχι να το κρύψουν κάτω από μια θεωρητική επιχειρηματολογία, η οποία δανείζεται επιστημονικούς όρους, προκειμένου να θεμελιώσει ένα επιστημονικοφανές ψεύδος.


Στην δεύτερη περίπτωση, οι οικονομολόγοι ασκούν επιστημονικό έργο, το οποίο, απλούστατα, έρχεται να περιγράψει αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα, χωρίς να εξυπηρετούν τις στοχεύσεις και τις επιδιώξεις των όποιων ασκούντων την οικονομική και κοινωνική πολιτική, χωρίς να αποκλείουν τίποτε, περιγράφοντας, για κάθε θεωρία, το πεδίο και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της και εξετάζοντας, το εάν αυτές οι προϋποθέσεις υπάρχουν, ή όχι, καθώς και το πως θα μπορούσαν αυτές οι προϋποθέσεις να υπάρξουν, ή να διαμορφωθούν, υπό τις δεδομένες συνθήκες, που κάθε φορά υπάρχουν, ή διαμορφώνονται.


Φυσικά, αυτή η άσκηση του επιστημονικού έργου στον χώρο της οικονομίας, δεν είναι ουδέτερη στα αποτελέσματά της. Κάθε άλλο. Δεν θα μπορούσε να είναι και δεν είναι ουδέτερη. Τα όποια συμπεράσματα βγαίνουν από την επιστημονική διερεύνηση στον χώρο της οικονομίας, έχουν άμεσες κοινωνικές επιπτώσεις, όταν τεθούν σε εφαρμογή και οι συνέπειές τους, επίσης, φυσικά, έχουν άμεσο αντίκτυπο και κοινωνικές επιπτώσεις, με ταξικό προσανατολισμό, αφού, σε τελική ανάλυση κάποιοι ωφελούνται, λιγότερο, ή περισσότερο, ή και καθόλου, αφού η οικονομική επιστήμη είναι μια κοινωνική επιστήμη.


Παρ' όλ' αυτά, όμως, υπάρχει διαφορά και μάλιστα, μεγάλη. Διότι άλλο είναι το να ασκεί κάποιος επιστημονικό έργο, στον χώρο της οικονομίας - ακόμη και όταν τα κίνητρά του δεν είναι καθαρά επιστημονικά - και να καταλήγει σε κάποια συμπεράσματα, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν, κατά το δοκούν και σύμφωνα, με τα συμφέροντα των κοινωνικών δυνάμεων, που έχουν την όποια εφήμερη, ή μη, ισχύ και τα οποία έρχονται να εξυπηρετήσουν οι decision makers, μιας κοινωνίας και άλλο πράγμα είναι η εργαλειακή κατασκευή θεωριών, που σκοπό έχουν να εξυπηρετήσουν, εκ των προτέρων, τα όποια συμφέροντα ασκούν, άμεσα, ή επηρεάζουν την εξουσία.


Ως εκ τούτου, στις σχηματισμένες καπιταλιστικές κοινωνίες η κατανάλωση είναι εκείνη που προσδιορίζει τα επίπεδα της παραγωγής. Δεν είναι η παραγωγή εκείνη που προσδιορίζει την κατανάλωση, παρά το αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι παραγωγοί (για την ακρίβεια : οι καπιταλιστές, στην εποχή του κλασικού καπιταλισμού και η γραφειοκρατική τεχνοδομή των επιχειρήσεων, μαζύ με το κράτος, στην σύγχρονη εποχή) καταβάλουν άοκνες προσπάθειες, για να την επηρεάσουν και να την κατευθύνουν, κάτι που, πολλές φορές, πρόσκαιρα, το καταφέρνουν.


Βέβαια, αυτή η διαπίστωση δεν είναι καινούργια. Ούτε αποτελεί κάποια καινοτομία. Όπως έχω αναφέρει, σε αυτήν την διαπίστωση, που είναι αυτονόητη, έχει προβεί ο πατριάρχης της οικονομικής επιστήμης, ο Adam Smith, ο οποίος, όταν δεν επηρεαζόταν από την παραγωγιστική αντίληψη, γύρω από την οικονομία (μια αντίληψη, που, προέκυπτε, εκ των πραγμάτων και από την διαρκή σπανιότητα των αγαθών και δικαιολογημένα, έδινε προτεραιότητα στην παραγωγή), με την φράση του : "Η κατανάλωση είναι ο μοναδικός σκοπός και στόχος όλης της παραγωγής", έχει αποσαφηνίσει, σαφέστατα και απολύτως παραστατικά, τις προτεραιότητες και τις ιεραρχήσεις, μέσα στην πορεία και κατά την διάρκεια των εξελίξεων, που προσδιορίζουν και ποσοτικοποιούν τα συνολικά οικονομικά μεγέθη, αυτά, που ο Ricardo περιέγραψε και πολύ αργότερα, ο Keynes ανέλυσε, ως μακροοικονομικά μεγέθη.

Ο παραγωγισμός, ως αντίληψη για την λειτουργία της οικονομίας (και όχι ως προσανατολισμός, για τα διαρκή και αναγκαία επίπεδα του αποκαλούμενου ως κοινωνικού υπερπροϊόντος, δηλαδή του σχηματισμού των, κάθε φορά, απαραίτητων κερδών και των επακόλουθων επενδύσεων), επέδρασε εσφαλμένα, από επιστημονική άποψη, διότι η αγχωτική και άκρως καταθλιπτική σπάνις των αγαθών προσδιοριζόταν στην εποχή του Adam Smith, όπως και τώρα, από τις ανάγκες των ατόμων και της κοινωνίας, έτσι όπως αυτές προέκυπταν και όπως ακόμη και τώρα, προκύπτουν, ως δυνητική και ως πραγματική κατανάλωση, λαμβανομένων, φυσικά, υπόψη, των πραγματικών περιορισμών της παραγωγής, η οποία, εντός αυτών των περιορισμών, τελικά, είναι υποχρεωμένη να κινείται, μέσα στα πλαίσια της δεδομένης, κάθε φορά και σε κάθε εποχή, συνολικής κατανάλωσης και να προσαρμόζεται, κάθε φορά σε αυτήν. 

Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι εκείνη την εποχή, κατά την οποία η οικονομική επιστήμη βρισκόταν στην διαδικασία οικοδόμησης των κεντρικών της αξόνων, όπως και αρκετά αργότερα, ήταν λογικό να επικρατεί σύγχυση και να μην είναι εύκολο να γίνει το ξεκαθάρισμα των εννοιών και η σαφής διάκριση, ανάμεσα στην λειτουργία της οικονομίας, ως συνόλου, όπου η κατανάλωση επείχε, πάντοτε, κεντρικό ρόλο και στην αναγκαιότητα της διαρκούς αύξησης της παραγωγής, μέσω της κερδοφορίας, ως μηχανισμού σχηματισμού των επενδύσεων, οι οποίες ήσαν και είναι απαραίτητες, για την αύξηση της παραγωγής, με αποτέλεσμα την κυριαρχία του παραγωγισμού και την εσφαλμένη επικράτησή του, ως αντίληψης και ως πρωταρχικού στοιχείου στην λειτουργία του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, ως συνόλου. 

Όμως, αν αυτή η σύγχυση, γύρω από τον προσδιορισμό των εννοιών και την αποσαφήνιση των απαραίτητων διακρίσεων, ως προς την λειτουργία του οικονομικού συστήματος, ως συνόλου και των επί μέρους προσδιοριστικών του στοιχείων, ήταν στην αρχή και αρκετά αργότερα, δικαιολογημένη (αν και αυτό δεν είναι απόλυτα σωστό, διότι, έστω και στρεβλωμένα, μέσα από την θεωρία του για τον υπερπληθυσμό, ο Thomas Robert Malthus είχε κάνει λόγο για την εμφάνιση του φαινομένου της ανεπάρκειας της αγοραστικής δύναμης) , αυτό έπαυσε να συμβαίνει από ένα σημείο και μετά, στον βαθμό που οι κεντρικοί άξονες της οικονομικής επιστήμης είχαν συγκροτηθεί και σίγουρα, έπαυσε να συμβαίνει, από την εποχή της μεγάλης κρίσης της δεκαετίας του 1930 και τον ερχομό του John Maynard Keynes.


Από εκεί και πέρα, με δεδομένη την κυρίαρχη επιρροή της ενεργού συναθροιστικής ζήτησης (της κατανάλωσης), στην λειτουργία του οικονομικού συστήματος και στα επίπεδα της παραγωγής, είναι ο γενικός πλούτος μιας κοινωνίας, που αποτελεί τον βασικό προσδιοριστικό παράγοντα, ως προς το γενικό επίπεδο κατανάλωσης, η οποία προσδιορίζει και το επίπεδο της παραγωγής. Έτσι, στα πλαίσια ενός αρρύθμιστου, ή ενός ατελώς ρυθμιζόμενου καπιταλιστικού (και όχι μόνο καπιταλιστικού) οικονομικού συστήματος ισχύει η παραδοσιακή κεϋνσιανή πρόβλεψη, που λέει ότι όταν μια κοινωνία αυξάνει τον πλούτο της, η εξέλιξη αυτή, από ένα σημείο και πέρα, οδηγεί σε μια φθίνουσα πορεία την ενεργό συναθροιστική ζήτηση, λόγω του ότι πέφτει η οριακή ροπή προς κατανάλωση των νοικοκυριών, με αποτέλεσμα την πτώση της μέσης ροπής προς κατανάλωση του γενικού πληθυσμού.

Δηλαδή, με λίγα λόγια και σε γενικές γραμμές, ο αυξανόμενος πλουτισμός μιας κοινωνίας οδηγεί, όταν έχουμε να κάνουμε με μη ρυθμιζόμενα, ή με ατελώς ρυθμιζόμενα οικονομικά συστήματα (όπως συμβαίνει με την κλασική ανταγωνιστική, ή την ολιγοπωλιακή μορφή του καπιταλισμού, όπως και με την σύγχρονη μικτή γραφειοκρατική μορφή του), από ένα σημείο και πέρα, σε εξασθένιση της κατανάλωσης και σε μείωση των επιπέδων της, γεγονός το οποίο την εισαγάγει στο φαινόμενο της οικονομικής ύφεσης, που, εάν δεν προσεχθεί, μετεξελίσσεται, σε οικονομική κρίση.

Όμως, μιλώντας για τις επιπτώσεις του αυξανόμενου πλουτισμού μιας κοινωνίας στο πεδίο της κατανάλωσης και στην τάση, για πτώση των επιπέδων της, ως αποτέλεσμα αυτού του πλουτισμού, γεγονός το οποίο συναρτάται με την εξάντληση των προτύπων και των ευκαιριών κατανάλωσης, με δεδομένη την κλίμακα της εισοδηματικής κατανομής, ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, κατηγορίες και ομάδες, εντός της κοινωνίας, δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε το γεγονός ότι ιδιαίτερη βαρύτητα, η οποία, μάλιστα, είναι τεράστιας σημασίας, έχει η σύνθεση της κατανάλωσης, όχι τόσο, ως γκάμα προϊόντων, αλλά, πηγαίνοντας ένα βήμα πιο πέρα, ως απεικόνιση της κατανομής του εισοδήματος, ανάμεσα στα άτομα και στις ενεργές και μη ενεργές εισοδηματικές κατηγορίες του πληθυσμού. Δεν μπορούμε, δηλαδή, να μην σταθούμε στην μέγιστη σημασία της κλίμακας των εισοδημάτων και στην έκταση της ανισοκατανομής του εισοδήματος, μέσα στην κοινωνία.

Πράγματι, η διαμόρφωση της κλίμακας της εισοδηματικής κατανομής και των επιπέδων των εισοδηματικών ανισοτήτων, που αυτή προσδιορίζει, μέσα σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό, που διέπεται από τις αρχές λειτουργίας του παλαιού και του σύγχρονου καπιταλισμού προσδιορίζει, καθοριστικά, την εξελικτική πορεία των επιπέδων της συνολικής κατανάλωσης και με αυτόν τον τρόπο, προσδιορίζει και την εξελικτική πορεία των επιπέδων της συνολικής παραγωγής.

 Η μελέτη της οικονομικής ιστορίας δείχνει ότι όσο περισσότερο ανισοκατανέμεται το εισόδημα στον γενικό πληθυσμό μιας χώρας, τόσο περισσότερο ευπαθής καθίσταται, προοδευτικά, με την πάροδο του χρόνου η κατανάλωση, με αποτέλεσμα τα επίπεδά της να είναι ασταθή και να παρουσιάζουν στασιμότητα και μειώσεις, οι οποίες, στην καλύτερη περίπτωση οδηγούν, σε μια μακρά στασιμότητα και από εκεί και πέρα, καθίστανται μεγαλύτερες και απότομες, εφ' όσον οι εισοδηματικές ανισότητες στον γενικό πληθυσμό της χώρας, κινούνται σε πολύ μεγάλα, ή και ακραία επίπεδα. Αυτή η δυσμενής εξέλιξη στα επίπεδα της κατανάλωσης, με την σειρά της, επενεργεί, δυσμενώς, στην παραγωγή και στα δικά της επίπεδα, οδηγώντας την σε συρρίκνωση, με αποτέλεσμα την επέλευση της οικονομικής ύφεσης και της κρίσης.

Ο μηχανισμός αυτός, που περιγράφει την σχέση της έκτασης της εισοδηματικής ανισοκατανομής, με την ευπάθεια των επιπέδων της κατανάλωσης, η οποία προκύπτει από το ότι η αυξητική πορεία της κατανάλωσης είναι διαφοροποιημένη, κινούμενη σε χαμηλότερα επίπεδα, από την αυξητική πορεία του συνολικού εισοδήματος του γενικού πληθυσμού και εξηγεί, πλήρως, την αντίστοιχη ευπάθεια των επιπέδων της παραγωγής, που έρχεται ως αποτέλεσμα αυτών των διαφοροποιημένων και αποκλινουσών μεταβολών στα επίπεδα κατανάλωσης και συνολικού εισοδήματος, μπορεί να είναι, εύκολα, κατανοητός, όμως δύσκολα, γίνεται αποδεκτός, μέσα στα πλαίσια της λειτουργίας του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, το οποίο, εξ ορισμού και εκ συστάσεως, είναι ανταγωνιστικό και πολύ περισσότερο άνισο στην κατανομή του εισοδήματος, που αποκτάται μέσα στα πλαίσια της παραγωγικής διαδικασίας, αφού αυτή η ανισοκατανομή θεωρείται αυτονόητη και αποτέλεσμα της εξατομικευμένης και της συλλογικής (ως οικονομικής τάξης, κατηγορίας, ή ομάδας του οικονομικά ενεργού πληθυσμού) συμμετοχής στην παραγωγική διαδικασία και του μετρήσιμου βαθμού συμβολής των ατόμων και των κοινωνικοοικονομικών ομάδων στην παραγωγή.

Όσο σκανδαλώδης και αν ακούγεται αυτή η διαπίστωση - και για την τυπική καπιταλιστική λογική, γύρω από τους κανόνες και τις διαδικασίες απόκτησης του εισοδήματος, σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο, αποτελεί την πέτρα του σκανδάλου, διότι αμφισβητεί τους κανόνες και τις διαδικασίες αυτές, αφού αποσυνδέει την απόκτηση του εισοδήματος, από την συμμετοχή στην παραγωγική διαδικασία, θέτοντας, ως κριτήρια, για την διανομή του εισοδήματος, εξωοικονομικές παραμέτρους και παραδοχές -, η ωμή και πικρή, για τις εκάστοτε καπιταλιστικές ελίτ, πραγματικότητα έρχεται να την επιβεβαιώσει, έτσι ακριβώς, όπως την περιέγραψε ο John Maynard Keynes, ήδη, από την δεκαετία του 1920, για να τεθεί, εκ των πραγμάτων, το ακανθώδες ζήτημα της αναδιανομής του ανισοκατανεμημένου εισοδήματος, προκειμένου να μην διαταραχθεί, ή προκειμένου να αποκατασταθεί η διαταραγμένη λειτουργία του συστήματος. Ένα ζήτημα, που ο Βρετανός οικονομολόγος το έθεσε, ρητά και κατηγορηματικά.

Αυτή η διαπίστωση, από μόνη της, θα μπορούσε, ίσως, να καταστεί υποφερτή, για την τυπική καπιταλιστική λογική, η οποία, ως παράδοση, έχει ενσωματώσει μέσα της, την φιλανθρωπία, ως χριστιανική αρχή και ως ιδιωτικού χαρακτήρα κοινωνική εκδήλωση, που αποδεικνύει την φιλανθρωπία των πλουσίων και το ενδιαφέρον τους, για τους πτωχούς. Όμως, επειδή αυτού του είδους η φιλανθρωπία, ως ιδιωτική εκδήλωση, είναι μηδαμινή και ο αναδιανεμητικός της ρόλος, απολύτως, αναξιόλογος και ως εκ τούτου μηδαμινός, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να δώσει απαντήσεις, στα προβλήματα, που ανακύπτουν στην λειτουργία του συστήματος, εξ αιτίας του άνισου διανεμητικού του χαρακτήρα και περιεχομένου, εκ των πραγμάτων, προκύπτει η διαρκής και συν τω χρόνω, αυξανόμενη αναγκαιότητα, για μια οργανωμένη και συστηματικοποιημένη  θεσμική πρέμβαση, η οποία πρέπει να φροντίσει για την εκτεταμένη αναδιανομή του εισοδήματος, με ανακατεύθυνση ενός μεγάλου μέρους του από την κορυφή και τα ανώτερα στρώματα της κοινωνικής πυραμίδας, προς τα κατώτερα στρώματα και την βάση της, προκειμένου, αυτή να καταστεί χρήσιμη και λειτουργική, αποκαθιστώντας τις διαταραγμένες ισορροπίες του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, που οφείλονται στην και προξενούνται από την ένταση και την έκταση της εισοδηματικής ανισοκατανομής, μέσα στην κοινωνία, οι οποίες, όσο μεγαλύτερες είναι, τόσο περισσότερα και οξύτερα προβλήματα δημιουργούν, τα οποία, αν αφεθούν χωρίς αντιμετώπιση και για όσο δεν αλλάζουν οι καταναλωτικές συμπεριφορές του πληθυσμού και ιδίως εκείνων των στρωμάτων, που κατέχουν το χρήμα και τον πλούτο, όπως, επίσης και τα σύστοιχα καταναλωτικά πρότυπα, που, σε, κάθε εποχή, επικρατούν μεταπίπτουν σε χρόνια και οδηγούν τις ώριμες καπιταλιστικές κοινωνίες, κάθε εποχής, σε έναν μακρόσυρτο μαρασμό.


Αυτό που ακολουθεί, ως αποτέλεσμα της αδυναμίας και της άρνησης των κυρίαρχων ελίτ, που δραστηριοποιούνται στον χώρο της ιδιωτικής οικονομίας, να δώσουν λύση στο πρόβλημα της αναδιανομής του εισοδήματος, προκειμένου να μπορέσει να ισορροπήσει και να λειτουργήσει, σε συνθήκες ομαλότητας, το οικονομικό σύστημα, στο σύνολό του, είναι η ανάληψη της αρμοδιότητας αυτής από έναν άλλον κοινωνικό μηχανισμό, ο οποίος κινείται, εκτός των πλαισίων της ιδιωτικής οικονομίας και μπορεί να πάρει τις σχετικές πρωτοβουλίες, για την πραγματοποίηση της αναδιανομής του εισοδήματος, από τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό στο γενικό σύνολο του πληθυσμού και από τα πλουσιώτερα οικονομικά στρώματα, στα πτωχότερα, προκειμένου να ισορροπήσουν οι μηχανισμοί εισοδήματος και κατανάλωσης, έτσι ώστε να μην μπλοκαριστεί ο μηχανισμός της μετατροπής των αποταμιεύσεων σε επενδύσεις και να μην επηρεαστεί, δι' αυτού του τρόπου, αρνητικά, η παραγωγική διαδικασία και να μην περιπέσει σε στασιμότητα και σε μια πτωτική διαδικασία, η παραγωγή.

Στις καπιταλιστικές κοινωνίες (και όχι μόνο σε αυτές, αλλά αυτές είναι που τώρα μας ενδιαφέρουν), ο κοινωνικός μηχανισμός, που μπορεί να πάρει αυτές τις πρωτοβουλίες και να προβεί στις ενέργειες που χρειάζονται, για να πραγματοποιηθεί η ευρεία αναδιανομή του ανισοκατανεμόμενου εισοδήματος, το οποίο σχηματίζεται και μοιράζεται, μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας και σύμφωνα, με τα κριτήρια, που επικρατούν σε αυτήν, είναι το κράτος.  

Αυτός, άλλωστε, είναι και ο λόγος της αντιπαράθεσης, που, διαρκώς, υπάρχει και η οποία είναι, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο, οξεία, γύρω από τον ρόλο του και ως την αναγκαιότητα της κρατικής παρέμβασης, στα πλαίσια της λειτουργίας της ιδιωτικής οικονομίας, αφού αυτή η αυξανόμενη - άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο - κρατική παρεμβατική πολιτική  έχει συντελέσει στην γραφειοκρατικοποίηση του καπιταλιστικού συστήματος, λόγω του, διαχρονικά, σωρευτικού σταθεροποιητικού ρόλου του κρατικού μηχανισμού, στον χώρο της οικονομίας, έτσι όπως αυτός ο ρόλος εκφράζεται, όταν παρατηρηθεί, επίσης διαχρονικά, η αύξηση του μεγέθους του κρατικού προϋπολογισμού, μέσα στην οικονομία, σε όλες τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, αφού π.χ. τα επίπεδα των κρατικών δαπανών, από το 10% του ΑΕΠ των αναπτυγμένων χωρών, κατά την δεκαετία του 1890, έχει εκτοξευθεί στις ημέρες μας, σε επίπεδα, που ξεπερνούν το 45% του ΑΕΠ.

Πώς, όμως και γιατί φθάσαμε σε μια τέτοια εξέλιξη, η οποία γραφειοκρατικοποίησε το κλασικό καπιταλιστικό σύστημα - ή, ορθότερα, συνέτεινε και αυτή, μαζύ με άλλες τάσεις, που παρουσιάστηκαν, μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής οικονομίας, στην γραφειοκρατικοποίηση του συστήματος; 

Οι απαντήσεις δεν είναι δύσκολες. Άλλωστε, με όσα έχω, ήδη, γράψει, έχω δώσει το περίγραμμα των απαντήσεων αυτών.

Έτσι, στις καπιταλιστικές κοινωνίες (και όχι μόνο σε αυτές, αλλά, εδώ, αυτές είναι που αποτελούν αντικείμενο εξέτασης), ο αυξανόμενος πλούτος των νοικοκυριών, τα οδηγεί στο να αυξάνουν και την κατανάλωσή τους, αλλά η αυτή αύξηση της κατανάλωσης, προοδευτικά, υπολείπεται από την αύξηση του πλούτου (δηλαδή του εισοδήματος).  

Με άλλα λόγια, η οριακή ροπή προς κατανάλωση, ενός πλουτίζοντος πληθυσμού, προίόντος του χρόνου, φθίνει, διότι οι άνθρωποι των οποίων τα εισοδήματα αυξάνονται, αυξάνουν, μεν, την κατανάλωσή τους, αλλά όχι τόσο όσο αυξάνεται το εισόδημά τους. Την αυξάνουν σε μικρότερο βαθμό, αφού για κάθε μια χρηματική μονάδα, κατά την οποία αυξάνεται το εισόδημά τους, η αύξηση της κατανάλωσής τους δεν ισούται με την μονάδα, όπως θα ήταν απαραίτητο, για να διατηρηθεί η οικονομική (παραγωγική - επενδυτική - εισοδηματική) ισορροπία και να συνεχισθεί, απρόσκοπτα, η οικονομική ανάπτυξη, αλλά κυμαίνεται μεταξύ του μηδενός και της μονάδας.

Η τάση αυτή, που οδηγεί τους ανθρώπους και τις κοινωνίες που πλουτίζουν να αυξάνουν την κατανάλωσή τους, σε μικρότερα επίπεδα από την αύξηση του εισοδήματός τους, έχει σαν αποτέλεσμα την εξασθένιση και της μέσης ροπής προς κατανάλωση, κατευθύνοντας το επι πλέον της κατανάλωσης αποκτώμενο εισόδημα, προς την αποταμίευση, στην οποία καταφεύγουν, συνήθως, σε μεγάλη έκταση και σε υψηλότερα επίπεδα, οι πλουσιότερες εισοδηματικές κατηγορίες του πληθυσμού, οι οποίες αποταμιεύουν, φυσικά, πολύ περισσότερο, από τις λιγότερο πλούσιες και τις πτωχές εισοδηματικές κατηγορίες, καθιστώντας την αποταμίευση ένα είδος πολυτελείας, το οποίο είναι καταστροφικό, για την οικονομική ισορροπία.

Όσο και αν ξενίζει η παραπάνω διαπίστωση, για τον καταστροφικό ρόλο της αποταμίευσης, στην οποία προβαίνουν τα πλουσιότερα στρώματα του πληθυσμού, είναι αυτονόητο ότι η αύξηση της αποταμίευσης και η επακόλουθη εξασθένιση της κατανάλωσης, λόγω της ασυμβατότητας της αύξησης του συνολικού εισοδήματος, με την αύξηση της κατανάλωσης, αφού το συνολικό εισόδημα αυξάνεται, στα μη ρυθμιζόμενα και στα ατελώς ρυθμιζόμενα οικονομικά συστήματα, με μεγαλύτερους ρυθμούς, από την αύξηση της κατανάλωσης, οδηγούν το οικονομικό σύστημα σε εμπλοκή και σε ύφεση, η οποία εξελίσσεται σε κρίση, όταν δεν υπάρξει μαζική ρυθμιστική παρέμβαση, η οποία θα αποκαταστήσει τις ισορροπίες, ανάμεσα στο εισόδημα και στην κατανάλωση, διότι η εξασθένιση της κατανάλωσης οδηγεί στην εμπλοκή του - υποτιθέμενου ως αυτόματου - μηχανισμού της μετατροπής των αποταμιεύσεων σε επενδύσεις (ο οποίος ουδέποτε στην πραγματικότητα, υπήρξε αυτόματος), με αποτέλεσμα την έλλειψη αγοραστικής δύναμης και την έλευση του φαινομένου των οικονομικών κρίσεων, για τις οποίες οι οικονομολόγοι έχουν καταναλώσει τόνους μελάνης και χαρτιού, καθώς και άφθονη φαιά ουσία, χωρίς να καταφέρουν, μέχρι τον ερχομό του John Maynard Keynes, να προβούν σε μια σαφή, επαρκή και περιγραφική ανάλυση των αιτιών τους. Πολλοί, εξ αυτών, μάλιστα, εξακολουθούν να επιμένουν ακόμη, σε ερμηνείες παιδαριώδεις και εξωπραγματικές, όχι γιατί δεν ξέρουν τι συμβαίνει, αλλά επειδή εθελοτυφλούν, ή εξυπηρετούν οργανωμένα συμφέροντα των καπιταλιστικών ελίτ. Ή και για τους δύο αυτούς λόγους, μαζύ.

Με όλα αυτά δεδομένα, γίνεται κατανοητή η τεράστια σημασία του ρόλου της εισοδηματικής κατανομής, για την οικονομική ισορροπία, μέσα σε μια κοινωνία. Και ιδιαίτερα, γίνεται σαφώς και χωρίς περιστροφές, αντιληπτή η κρίσιμη και καθοριστική σημασία του μεγέθους και της έκτασης της εισοδηματικής ανισοκατανομής, στον γενικό και όχι μόνο στον, οικονομικά, ενεργό πληθυσμό της κοινωνίας, καθώς και οι καταστροφικές επιπτώσεις της ανισοκατανομής του συνολικού εισοδήματος, όταν αυτή είναι μεγάλη, επίμονη, διαρκώς αυξανόμενη και καθίσταται ακραία, αφού το μέγεθός της προσδιορίζει και το αντίστοιχο μέγεθος της οικονομικής κρίσης, που θα ακολουθήσει.




1960 - 2009 : Η εισοδηματική ανισοκατανομή στην Ελλάδα, όπως προκύπτει από τους δείκτες Gini και S80/S20, σύμφωνα, με την εξαιρετική μεταπτυχιακή εργασία του κ. Δημήτρη Κιβωτού, η οποία, εξ όσων γνωρίζω, είναι μοναδική και ως εκ τούτου, πολύτιμη. Τον πίνακα αυτόν τον έχω ξαναδημοσιεύσει, στην αρχική μορφή του, η οποία περιείχε κάποια τυπογραφικά λάθη, τα οποία, εδώ, έχω διορθώσει. Συγκεκριμένα, στον δείκτη Gini, στο έτος 1989, η ορθή εγγραφή είναι 0,293 και όχι 0,393, που ανεφέρετο, ενώ στον δείκτη S80/S20, κατά τα έτη 1986, 1987 και 1988, οι ορθές εγγραφές, σύμφωνα με την πορεία του γραφήματος, πρέπει να είναι 9,41 - 9,15 - 9,49 και όχι 9,49 - 9,41 - 9,15, που ανεφέρετο.



Είναι γεγονός ότι, όταν εξετάζουμε την οικονομική ιστορία των χωρών του αναπτυγμένου καπιταλισμού, τα συμπεράσματα, για τον ρόλο της ανισότητας στην εισοδηματική κλίμακα των κοινωνιών τους, είναι σαφέστατα και αποκαλυπτικά, για τον καθοριστικό ρόλο της, ως προσδιοριστικής αιτίας των οικονομικών κρίσεων, που ακολούθησαν, τις περιόδους, κατά τις οποίες είχε προηγηθεί μια αναπτυξιακή διαδικασία, η οποία στηρίχθηκε σε μια ολοένα και αυξανόμενη εισοδηματική ανισοκατανομή. Οι παρουσιαζόμενοι πίνακες, που αφορούν την Ελλάδα και την εντεινόμενη ανισοκατανομή του εισοδήματος, ανάμεσα στις κατηγορίες, τις ομάδες και τις τάξεις του πληθυσμού, ιδιαίτερα, από την δεκαετία του 1990, μέχρι την εσωτερίκευση της διεθνούς οικονομικής ύφεσης, το 2008, είναι απολύτως, παραστατικοί και, σε μεγάλο βαθμό, εξηγούν την πορεία της χώρας προς την χρεωκοπία και την εξελισσόμενη ανθρωπιστική καταστροφή, ιδιαίτερα, αν ληφθεί, υπόψη, η καταστροφική ένταξη της ελληνικής οικονομίας, το 2002, στην ευρωζώνη, η οποία την αφόπλισε και από το τελευταίο όπλο, που είχε στην διάθεσή της και το οποίο ήταν η ύπαρξη του εθνικού νομίσματος, για να αντιπαρέλθει τα οξύτατα προβλήματα, που της δημιούργησε αυτή η διευρυνόμενη ανισοκατανομή του εισοδήματος, η οποία υπήρξε και προϊόν της άκριτης ένταξης της χώρας μας, στην διαδικασία της παγκοσμιοποίησης.

Αλλά, πέρα από το τι συνέβη και συμβαίνει στην Ελλάδα, εάν η έρευνά μας στραφεί, εκτός των συνόρων και της οικονομικής ιστορίας της χώρας μας, θα δούμε ότι και η οικονομική ιστορία και των άλλων χωρών, είτε αυτή η ιστορία είναι πρόσφατη, είτε ανάγεται στο μακρυνό παρελθόν, δεν κάνει τίποτε περισσότερο, απο το να επιβεβαιώσει, με έναν τρόπο μονότονο, την άμεση σύνδεση της αυξανόμενης ανισοκατανομής των εισοδημάτων, με την πτώση της μέσης ροπής προς κατανάλωση και την σύστοιχη εμφάνιση οικονομικών κρίσεων, ως αποτελέσματος, αυτής της ανισοκατανομής και της φθίνουσας καταναλωτικής ροπής.

Έτσι, αν στραφούμε και εξετάσουμε τις Η.Π.Α., πριν από την κρίση της δεκαετίας του 1930 και συγκρίνουμε την αμερικανική οικονομία της δεκαετίας του 1920, με αυτήν, πριν από την βαθιά ύφεση του 2008, η οποία είχε παγκόσμιες επιπτώσεις, οι οποίες, ακόμη, δεν έχουν ξεπεραστεί, θα διαπιστώσουμε ότι οι ομοιότητες, που αφορούν τις αιτίες των κρίσεων, που ακολούθησαν είναι αναμενόμενα πασιφανείς και σαφέστατα, έχουν να κάνουν, με την τεράστια ανισοκατανομή του εισοδήματος, ανάμεσα στις διάφορες κατηγορίες του γενικού πληθυσμού της χώρας και στις δύο εξεταζόμενες χρονικές περιόδους.

Οι Η.Π.Α. και κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1920 και κατά την δεκαετία του 2000, εμφάνισαν ακραίες εισοδηματικές ανισότητες, όπως, επίσης και ακραίες ανισότητες στην κατανομή της ισχύος, ανάμεσα στις τάξεις, τις κατηγορίες και τις ομάδες του πληθυσμού της χώρας. Πράγματι, η ισχύς και ο πλούτος των αμερικανικών ελίτ, που έδρασαν, στις αντίστοιχες ιστορικές περιόδους, που απέχουν, μετάξύ τους, γύρω στα 80 χρόνια, είναι εκπληκτικά όμοιες, όπως προκύπτει από τα συγκριτικά στοιχεία της αμερικανικής οικονομίας, αφού, στην δεκαετία του 1920, ο μέσος όρος του εισοδήματος του εισοδηματικά ανώτερου 1% του πληθυσμού, αντιστοιχούσε στο 17,3% του συνολικού εισοδήματος, χωρίς να υπολογίζονται τα κέρδη του κεφαλαίου, ενώ το 2005 το αντίστοιχο, εισοδηματικά, ανώτερο 1% του πληθυσμού, κατείχε το 17,4% του συνολικού εισοδήματος. Επίσης, στην δεκαετία του 1920, ο μέσος όρος του εισοδήματος του, εισοδηματικά, ανώτερου 10% του πληθυσμού, αντιστοιχούσε στο 43,6% του συνολικού εισοδήματος, χωρίς να υπολογίζονται τα κέρδη του κεφαλαίου, ενώ το 2005 το αντίστοιχο, εισοδηματικά, ανώτερο 10% του πληθυσμού, κατείχε το 44,3% του συνολικού εισοδήματος.

Αυτή η εκπληκτική ταύτιση της αμερικανικής οικονομίας, κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 2000, ως προς το μέγεθος της τεράστιας ανισοκατανομής του εισοδήματος, ανάμεσα στον γενικό πληθυσμό και οι ακραίες διαφοροποιήσεις, στην κλίμακα των εισοδημάτων των πλουσιότερων και των πτωχότερων Αμερικανών, φυσικά, αφορά, τελείως διαφορετικά μακροοικονομικά μεγέθη, άλλα απόλυτα επίπεδα παραγωγής, κατανάλωσης και εισοδήματος. Επίσης, αφορά, τελείως, διαφορετικές κοινωνίες, αφού η κρατική παρέμβαση έχει αλλάξει τα δεδομένα και έχει ενισχύσει τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα του πληθυσμού, γεγονός που έχει κάνει την εισοδηματική ανισότητα, στην σύγχρονη εποχή, περισσότερο ανεκτή, από ό,τι ήταν την εποχή, πριν από την κρίση της δεκαετίας του 1930, μια εποχή, η οποία ξεκινάει λίγο πριν από την έλευση του 20ου αιώνα - ίσως και ακόμη πιο πίσω, κατά την διάρκεια της οποίας εποχής η αμερικανική οικονομία διαμόρφωσε στην αμερικανική κοινωνία, μια, επίμονα, υψηλή άνιση κοινωνικοοικονομική δομή, η οποία παρέμεινε, μέχρι την δεκαετία του 1920. Και ναι, μεν, είναι σαφές και αναντίρρητο ότι η αμερικανική κοινωνία υπήρξε πολύ πλουσιώτερη, στην δεκαετία του 1920, από ό,τι ήταν στα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά ήταν, επίσης και εισοδηματικά ακραία άνιση. Άλλωστε, η ύπαρξη ισχυρών μεσαίων τάξεων, μέσα σε μια κοινωνία ουδέποτε προκύπτει, μέσα από κάποιον αυτοματοποιημένο μηχανισμό, δεν αποτελεί ένα ώριμο φρούτο, μιας κοινωνίας, η οποία, επίσης ωριμάζει, μέσα από την αναπτυξιακή διαδικασία. Οι ισχυρές μεσαίες τάξεις δημιουργούνται, μέσα από κοινωνικούς αγώνες, είναι προϊόν της διαπάλης, που διεξάγεται στην κοινωνία και υποστηρίζονται, μέσα από την ανάληψη συγκεκριμένων πολιτικών δράσεων.



Franklin Delano Roosevelt (30/1/1882 - 12/4/1945) : Ο Αμερικανός πρόεδρος, που ακολούθησε μια αντισυμβατική οικονομική και κοινωνική πολιτική και έσωσε το καπιταλιστικό σύστημα, από την κατάρρευση, με την δραστική μείωση των εισοδηματικών ανισοτήτων, που, ως πολιτική, κράτησε, μέχρι την δεκαετία του 1970, απέδειξε, για μία ακόμη φορά, στην πράξη, ότι στις κοινωνίες δεν αρκεί η ωρίμανση, προκειμένου να γίνουν αποδεκτές και να πραγματοποιηθούν οι όποιες αλλαγές. Χωρίς την ανάληψη πολιτικής δράσης, με πρόγραμμα και οργάνωση, η αναγκαιότητα των αλλαγών αυτών, είτε δεν θα γίνει καν αντιληπτή, είτε θα αυτές θα αγνοηθούν και θα μείνουν στο συρτάρι, ως σχέδια, επί χάρτου.


Αυτήν την ανισότητα ανέτρεψε, με την έλευση της κρίσης στα τέλη του 1929, το New Deal του προέδρου Franklin Delano Roosevelt. Μπορεί, στις εποχές που ακολούθησαν, αυτή η εξέλιξη να φαίνεται σαν φυσιολογική, αλλά δεν ήταν. Η επίμονη παρουσία της ακραίας εισοδηματικής και κοινωνικής ανισότητας, σε όλη την περίοδο που εκτείνεται από την δεκαετία του 1890, μέχρι την έλευση της οικονομικής κρίσης του 1929, δείχνει ότι η αμερικανική κοινωνία δεν οδηγείτο από κάποιον αυτόματο πιλότο, ο οποίος την κατηύθυνε στα επίπεδα της μικρής, έως μέτριας εισοδηματικής ανισότητας, στα οποία έφθασε, κατά την περίοδο, που διοίκησαν τις Η.Π.Α. ο πρόεδρος F. D. Roosevelt και το επιτελείο του. Χωρίς αυτούς, η αμερικανική κοινωνία θα παρέμενε έντονα άνιση και θα εγκλωβιζόταν, σε μια διαρκή στασιμότητα. Και αυτό θα ήταν το μικρότερο, από όσα άλλα κακά θα μπορούσαν να την βρουν, όπως, άλλωστε, μας δείχνει, στις ημέρες μας, αρκετά παραστατικά, η επικρατούσα κατάσταση στην ευρωζώνη.



  J. Bradford DeLong : Ο ιστορικός της οικονομίας και οικονομολόγος, που διαμόρφωσε ένα ενδιαφέρον κριτήριο για προσδιορίσει, σε διαχρονική βάση τους Αμερικανούς δισεκατομυριούχους και για να διαπιστώσει, μέσω της διακύμανσής του αριθμού τους, το μέγεθος και την έκταση της εισοδηματικής ανισότητας στην αμερικανική κοινωνία. 

 

 

Για να μπορέσουμε να παρακολουθήσουμε την έκταση της ανισότητας, που προϋπήρξε της κρίσης της δεκαετίας του 1930, είναι πολύ χρήσιμοι, οι υπολογισμοί και το μέτρο πλούτου, που διαμόρφωσε ο ιστορικός της οικονομίας J. Bradford DeLong, ο οποίος προσδιόρισε, σε διαχρονική βάση, ως δισεκατομμυριούχους, όσους κατέχουν πλούτο, ο οποίος είναι μεγαλύτερος από την παραγωγή 22000 μέσων Αμερικανών εργατών. Τον αριθμό του ενός δισεκατομμυρίου τον διαμόρφωσε στα μέσα της δεκαετίας του 1990, γεγονός, το οποίο σημαίνει ότι τώρα το ποσόν θα έχει υπερδιπλασιαστεί.

 

Έτσι, το 1900 υπήρχαν 22 Αμερικανοί, οι οποίοι υπερέβαιναν τον πλούτο αυτόν, ενώ τρεις δεκαετίες μετά - στα 1932 -, ο αριθμός τους είχε αυξηθεί στους 32, ακολουθώντας την αύξηση του πληθυσμού, δείχνοντας ότι τα επίπεδα της ακραίας εισοδηματικής ανισότητας στην αμερικανική κοινωνία, παρέμειναν άθικτα, σε όλη αυτή την περίοδο.


Η έλευση του New Deal θα κατεβάσει, κατά πολύ τα επίπεδα της εισοδηματικής ανισότητας στην αμερικανική κοινωνία και θα περιορίσει, κατά πολύ, τα φαινόμενα των ακραίων εισοδηματικών διαφορών. Έτσι, ο αριθμός των Αμερικανών δισεκατομμυριούχων, έτσι όπως τους προσδιόρισε ο DeLong, περιορίστηκαν το 1957 στους 16 και το 1968 στους 13.

 

Ο πρόεδρος Ronald Wilson Reagan (6/2/1911 - 5/6/2004), κυβέρνησε τις Η.Π.Α. με την λογική του αγαπημένου του αποφθέγματος :  «Η κυβέρνηση δεν είναι η λύση, αλλά το πρόβλημα», παρά το γεγονός ότι στην νεότητά του, υπήρξε μέλος του Κ. Κ. Η.Π.Α. - ίσως, μάλιστα, ένας από τους λόγους, που τον οδήγησαν, στην ακραία συντηρητική ιδεολογία της δεξιάς πτέρυγας του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος να ήταν και το παρελθόν του αυτό. Με την πολιτική του αυτή, εκτόξευσε στα ύψη τις εισοδηματικές ανισότητες στην αμερικανική οικονομία και έκτισε το ιδεολογικό υπόβαθρο, για την συνέχιση της πολιτικής αυτής και μετά από αυτόν. Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής τα έδρεψε η αμερικανική οικονομία, με την έλευση της χρηματοπιστωτικής κρίσης του Σεπτεμβρίου του 2008 και την βαθιά ύφεση, που ακολούθησε, η οποία έπληξε την διεθνή οικονομία, η οποία, υφίσταται, ακόμη, τις επιπτώσεις της ύφεσης αυτής, με κύρια επίπτωση την παρατεταμένη αστάθεια. Εδώ, είναι με την Margaret Thatcher, η οποία υπήρξε πρωτοπόρος και φανατική υποστηρίκτρια της πολιτικής αυτής, την οποία εφάρμοσε, όσο περισσότερο μπορούσε.


Αυτό, όμως, δεν κράτησε για πάντα. Σήμερα, περίπου 160 Αμερικανοί πληρούν το κριτήριο που έχει θέσει ο DeLong  και κατέχουν πλούτο, ο οποίος υπερβαίνει το ένα δισεκατομμύριο δολλάρια, δείχνοντας την τέραστια εισοδηματική ανισοκατανομή, στην οποία έφθασε και πάλι η αμερικανική κοινωνία, ως αποτέλεσμα των πολιτικών, που ακολουθήθηκαν, από την εποχή του προέδρου Ronald Reagan και στην συνέχεια.

Βέβαια, αυτό που πρέπει να τονισθεί, είναι ότι η ακραία εισοδηματική ανισότητα, η οποία παρατηρείται, από τα τέλη του 19ου αιώνα, μέχρι το 1929, δεν σημαίνει ότι οι κατώτερες εισοδηματικές τάξεις, δεν συμμετείχαν στην γενκή εισοδηματική αύξηση εκείνης της περιόδου. Προφανώς και συμμετείχαν. Αυτό, όμως, έγινε, με την παραμονή του ανοίγματος της ψαλίδας στα ίδια επίπεδα και χωρίς να κλείσει αυτό το άνοιγμα, ούτε στο ελάχιστο. Με μια εξαίρεση, η οποία συνέβη, κατά την δεκαετία του 1920, όταν η εισοδηματική ψαλίδα άνοιξε, λόγω της μεγαλύτερης αύξησης των εισοδημάτων των πλουσίων στρωμάτων της αμερικανικής κοινωνίας, αφού οι εργατικές αμοιβές αυξήθηκαν πολύ λιγότερο, από τα κέρδη των επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα την μεταφορά μεγάλων ποσών από τα κέρδη στις υψηλότερες εισοδηματικές κατηγορίες του πληθυσμού.

Πάντως, στην δεκαετία του 1920, οι Αμερικανοί, που βρίσκονταν στις κατώτερες εισοδηματικές βαθμίδες ζούσαν πολύ καλύτερα, από ό,τι ζούσαν 50 χρόνια νωρίτερα, αφού βελτιώθηκε η ποιότητα της ζωής τους, αν και οι μεγάλες στερήσεις δεν έλειψαν και πολλοί Αμερικανοί ζούσαν σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας, αφού οι άνεργοι έμεναν χωρίς εισόδημα, όπως, επίσης και όσοι γερνούσαν, χωρίς να έχουν παιδιά, για να τους ζήσουν, ή όσοι πάθαιναν κάποιο εργατικό, ή άλλο ατύχημα, ενώ πολλοί άλλοι υποαμοίβονταν, λόγω και της ουσιαστικής ανυπαρξίας των εργατικών συνδικάτων.

Αυτό συνέβαινε διότι, απλούστατα, σε όλη την περίοδο, πριν από την κρίση της δεκαετίας του 1930, ο αναδιανεμητικός ρόλος του κράτους ήταν ανύπαρκτος. Δεν υπήρχαν δημόσιες παροχές, ασφαλιστική κάλυψη, συντάξεις, κοινωνική πρόνοια. Το κράτος ήταν, πρακτικά, ανύπαρκτο, όπως, ουσιαστικά, ανύπαρκτη ήταν και η φορολογία, αφού το 1925, για ένα εισόδημα της τάξης των 10.000 δολλαρίων (το οποίο, σήμερα ισοδυναμεί με την αγοραστική αξία, ενός ποσού, λίγο πιο πάνω από τα 100.000 δολλάρια), οι κάτοχοί του, οι οποίοι ανήκαν στο εισοδηματικά ανώτερο 1% του αμερικανικού πληθυσμού, πλήρωναν φόρο, λιγότερο από το 1%, ενώ τώρα το αντίστοιχο εισόδημα φορολογείται, με 20%.

Εδώ, πρέπει να παρατηρηθεί  ότι, στις μεταγενέστερες εποχές, μεγάλα τμήματα των Αμερικανών , μετά την δεκαετία του 1970, με τον ερχομό της κυβέρνησης προέδρου Ronald Reagan, υπέστησαν πτώση των πραγματικών τους αμοιβών, ένα φαινόμενο, το οποίο πήρε μια τέτοια έκταση, που δεν παρατηρήθηκε στην περίοδο, πριν από την κρίση της δεκαετίας του 1930. Αλλά η αλήθεια είναι ότι ήταν άλλο πράγμα το να είναι κάποιος πτωχός, κατά την διάρκεια εκείνης της εποχής, που προηγήθηκε της μεγάλης κρίσης. Ήταν κάτι το πολύ σκληρό και άγριο, αφού το κράτος έλειπε, παντελώς, από το πεδίο της εισοδηματικής αναδιανομής. Τότε, ήταν πολύ καλό το να είναι κάποιος πλούσιος και φυσικά, το ίδιο συμβαίναι και σήμερα. Όμως, τώρα, είναι, σχετικά, υποφερτό το να είναι κάποιος φτωχός, αφού το 20% των Αμερικανών της σύγχρονης εποχής, έχει, ως βασική εισοδηματική πηγή, τις παροχές του αμερικανικού κράτους, οι οποίες παραμένουν, πάντα, ανεπαρκείς.

Ας δούμε τις εξελίξεις στην αμερικανική οικονομία, από την δεκαετία του 1970, μέχρι σήμερα, για να κατανοήσουμε το ακραίο μέγεθος των εισοδηματικών ανισοτήτων, που καθιερώθηκαν, από την προεδρία Ronald Reagan και μετά.





1900 - 1992 ΗΠΑ : Η εξέλιξη του κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Η διαρκής άνοδος του εν λόγω μεγέθους, συνοδεύτηκε, μετά την δεκαετία του 1970, από μια ακραία ανισοκατανομή του εισοδήματος, που διατάραξε τις ισορροπίες και οδήγησε στην ύφεση του 2008, τα απόνερα της οποίας παραμένουν.



Αποτελεί δεδομένο ότι οι Η.Π.Α., από την πετρελαϊκή κρίση του 1973, μέχρι τώρα, έχουν μια οικονομία, πολύ πιο παραγωγική, από οποτεδήποτε στο παρελθόν, είτε αυτό είναι πρόσφατο, είτε απώτερο. Έτσι, η αξία του, ανά εργατοώρα, παραγόμενου προϊόντος, έχει αυξηθεί κοντά στο 50%, σε σχέση με το 1973, όπως, επίσης, αυξήθηκε και το μέσο συνολικό εισόδημα του γενικού πληθυσμού της χώρας. Αυτό, όμως, από μόνο του δεν λέει τίποτε, για την σύνθεση της εισοδηματικής κατανομής, που έγινε όλες αυτές τις δεκαετίες, που ακολούθησαν την δεκαετία του 1970.

Για να σταθεί δυνατό να καταλάβουμε το μέγεθος της ανισοκατανομής του εισοδήματος, πρέπει να δούμε το διάμεσο των εισοδημάτων. Πρέπει δηλαδή, να σταθούμε στο εισόδημα εκείνο, το οποίο κατέχει όποιος είναι πλουσιότερος από τον μισό πληθυσμό και, παράλληλα, είναι φτωχότερος, από τον άλλο μισό. Ο καλύτερος τρόπος, για να δούμε το διάμεσο των εισοδημάτων είναι ο προσδιορισμός του διάμεσου εισοδήματος των νοικοκυριών, για να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τα προβλήματα, που θέτει η διάκριση του γενικού πληθυσμού, ανάμεσα στο οικονομικά ενεργό και μη ένεργό πληθυσμό.

Με βάση, λοιπόν, την εξέλιξη των εισοδημάτων των αμερικανικών νοικοκυριών από το 1973, μέχρι το 2005, το αποπληθωρισμένο διάμεσο εισόδημα σημείωσε μια μέτρια αύξηση της τάξης του 16%, λαμβάνοντας υπόψη, αυτό που αναφέρω, παραπάνω - ότι, δηλαδή, μεγάλα τμήματων των Αμερικανών υπέστησαν, ακόμη και μείωση των πραγματικών αμοιβών τους. Όμως, κάτω από κανονικές συνθήκες, εάν η αύξηση της παραγωγικότητας είχε κατανεμηθεί, ισορροπημένα, στο εργατικό δυναμικό και στην εργοδοσία, η αύξηση του εισοδήματος του Αμερικανού εργαζόμενου, θα έπρεπε να φθάσει κοντά στο 50%, ανάμεσα στο 1973 και το 2005, όση ήταν, δηλαδή και η αύξηση της παραγωγικότητας, χωρίς να επιβαρυνθεί το κόστος της παραγωγής.

Αλλά και η περιορισμένη αύξηση του εισοδήματος του αμερικανικού νοικοκυριού δεν σημαίνει ότι ήταν αντίστοιχη, με την αύξηση της παραγωγικότητας, αφού, ένα πολύ μεγάλο μέρος της προήλθε από την μεγάλη αύξηση των ωρών εργασίας. Αυτό συνέβη, διότι το 1973 η συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό ήταν πολύ μικρότερη, αφού πολλές από αυτές, είτε είχαν μερική απασχόληση, είτε έμεναν στο σπίτι. Αυτό, τώρα, έχει αλλάξει.

Σε ορισμένες σημαντικές και ευάριθμες κατηγορίες του αμερικανικού πληθυσμού, τα πράγματα πήγαν, πολύ χειρότερα. Πράγματι, στις ηλικίες των ανδρών, ανάμεσα στα 25 έως τα 34,  οι αποπληθωρισμένοι μισθοί, σε σχέση, με το 1973, έχουν μειωθεί, κατά 12%. Αυτό το γεγονός, φυσικά, καθιστά πολύ πιο δύσκολο να να ζήσει κάποιος, σήμερα, μια οικογένεια, σε σχέση με το 1973.

Στην πραγματικότητα, οι εξελίξεις στην εισοδηματική κατανομή πήραν μια, εντελώς, διαφορετική πορεία, σε σχέση με την εποχή, που ακολούθησε τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, έως το τέλος της δεκαετίας του 1970. Το 90% των Αμερικανών, που βρίσκονταν κάτω από το ανώτερο 10% της εισοδηματικής κλίμακας, είδαν τα εισοδήματά τους να αυξάνονται, με ρυθμούς πολύ βραδύτερους, από τον μέσο όρο, ενώ το ανώτερο 10% είδε τα δικά του εισοδήματα να αυξάνονται, με πολύ μεγαλύτερους ρυθμούς από τον μέσο όρο, αφού το τεράστιο περίσσευμα, από την περιορισμένη αύξηση του εισοδήματος του μέσου Αμερικανού, κατευθύνθηκε στα βαλάντια, του εισοδηματικά ανώτερου 10% του πληθυσμού.

Αλλά και σε αυτό το ανώτερο 10% της εισοδηματικής κλίμακας του αμερικανικού πληθυσμού οι διαφοροποιήσεις ήσαν έντονες, αφού είναι οι πολύ πλούσιοι, που ωφελήθηκαν, πολύ - μα πολύ - περισσότερο. Έτσι, κάπου κοντά στα τέλη της δεκαετίας του 1980, στην δύση της προεδρίας Ronald Reagan, οι πλούσιοι διαχωρίζονταν ολοένα και περισσότερο, από τους εύπορους και οι πάμπλουτοι από τους πλούσιους. Όσοι βρίσκονταν στο κατώτερο μισό του ανώτερου 10% της εισοδηματικής κλίμακας (δηλαδή στο δεύτερο 5%), που αντιπροσωπεύει ποσά, ανάμεσα στα 100.000 και στα 150.000 δολλάρια, ενώ τα πήγαιναν πολύ καλύτερα από εκείνους που βρίσκονταν κάτω από αυτούς, δεν τα πήγαιναν καλά, σε σχέση με το ανώτερο 5%.

Πολύ καλύτερα, απ' όλους, τα πήγε το ανώτατο 1% της εισοδηματικής κλίμακας του πληθυσμού. Και ακόμη, καλύτερα, τα πήγε το ανώτατο 0,1% της εισοδηματικής κλίμακας, το οποίο πενταπλασίασε το εισοδημά του, σε σχέση με το 1973, ενώ το ανώτατο 0,01% της εισοδηματικής κλίμακας το επταπλασίασε.

Όλοι αυτοί, που βρίσκονται σε αυτά τα εισοδηματικά κλιμάκια, με τα μυθικά εισοδήματα, δεν είναι μόνον οι κλασικοί καπιταλιστές της παλαιάς εποχής. Προφανώς, είναι και οι κλασικοί καπιταλιστές ανάμεσά τους, αφού τα εισοδήματά τους, προέρχονται από την ιδιοκτησία των επιχειρήσεων. Στις αρχές του 20ου αιώνα, ο τυπικός Αμερικανός πλούσιος ήταν ο ιδιοκτήτης εργοστασίων. Τώρα, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Η οικονομική ελίτ δεν απαρτίζεται μόνον - ούτε κυρίως - από ανθρώπους οι οποίοι στηρίζουν τα εισοδήματά τους, σε τίτλους ιδιοκτησίας.

Στις ημέρες μας οι πλειονότητα των πολυεκατομμυριούχων έχουν, ως πηγή του εισοδήματός τους, την εργασία τους, αφού πρόκειται για μέλη της γραφειοκρατικής ελίτ της τεχνοδομής των επιχειρήσεων, που ασκούν πλήρη διοίκηση, σε αυτές και έχουν την πραγματική εξουσία στα χέρια τους. Αυτοί φθάνουν και στο ανώτερο 0,01% του πληθυσμού, αφού το μισό του πληθυσμού αυτής της εισοδηματικής κατηγορίας, έχει εισοδήματα και από εργασία. Σε αυτούς, δίπλα, συναθροίζονται και κλασικοί καπιταλιστές, αλλά και αστέρες του θεάματος.

Έτσι, η έλευση της ύφεσης του 2008 και η εποχή της αστάθειας, που την ακολούθησε και η οποία εξακολουθεί, έως τις ημέρες μας, δεν αποτελεί καμμία πρωτοτυπία. Ούτε μπορεί να πει κάποιος ότι ήταν πρωτόγνωρη. Έρχεται από πολύ παλιά και οφείλεται στην διατάραξη των ισορροπιών, που διαμόρφωσε η εποχή του New Deal.

Και φυσικά, το μόνο που μπορεί να διαπιστώσει κάποιος ψύχραιμος παρατηρητής των εξελίξεων της τελευταίας εικοσαετίας, είναι ότι η ύφεση του 2008, απλώς, άργησε να έλθει...

Δεν υπάρχουν σχόλια: