Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018

Πού το πάει ο Δονάλδος Τραμπ; (Το ξέσπασμα των ανοικτών εμπορικών πολέμων, ως εργαλείο εμβάθυνσης της ανακοπής της παγκοσμιοποίησης και ως μέτρο ανάταξης της αμερικανικής ισχύος).

















Το αμερικανικό δημόσιο χρέος, το τελευταίο τρίμηνο του 2017, πέρασε το κατώφλι των 20 τρισ. δολλαρίων και ουσιαστικά, διπλασιάστηκε, από την εποχή της αρχής της προεδρίας του Barack Hussein Obama. Αιτία ήσαν - και είναι - τα ελλείμματα των προϋπολογισμών του αμερικανικού ομοσπονδιακού κράτους, όπως και οι όχι αμελητέοι τόκοι, που καλείται να πληρώσει το αμερικανικό δημόσιο, έστω και αν ο βασικός αγοραστής του δημόσιου χρέους των Η.Π.Α. είναι η Fed. Αυτή η εκρηκτική διόγκωση βρίσκεται, επιφανειακά, στο κέντρο της αντιπαράθεσης, στις τάξεις της αμερικανικής ελίτ, αν και οι αιτίες της οξείας διαμάχης, που αφορούν τις πολιτικές του Donald Trump, ο οποίος επιδιώκει την ανάσχεση της ορμητικής ανόδου του αμερικανικού δημόσιου χρέους, ξεπερνούν, κατά πολύ, αυτό το ζήτημα, το οποίο, από μόνο του, δεν σημαίνει τίποτε και στερείται οποιασδήποτε σημασίας. Το πρόβλημα βρίσκεται στην ίδια την διαδικασία της παγκοσμιοποίησης και στον απορφανισμό της αμερικανικής παραγωγής, που, έστω και στρεβλά, απεικονίζεται, στο ύψος και - το κυριότερο - στην εκρηκτική άνοδο του δημόσιου χρέους της χώρας αυτής. Έναν απορφανισμό, τον οποίο ο Αμερικανός πρόεδρος θέλει να αντιστρέψει. Και ξέρει πώς να το καταφέρει...





Τα νέα μέτρα που ανακοινώνει, σταδιακά, ο Αμερικανός πρόεδρος και τα οποία αποσκοπούν, στην προστασία της αμερικανικής παραγωγής χάλυβα και αλουμινίου, αλλά και της εγχώριας αυτοκινητοβιομηχανίας, προφανώς, είναι προπομπός συναφών μέτρων προστασίας της ευρύτερης αμερικανικής παραγωγής, όπως, επίσης και των εισοδημάτων της αμερικανικής μεσαίας τάξης και της απασχόλησης των μέσων και κατώτερων στρωμάτων του πληθυσμού της χώρας του, θέτουν ένα καίριο ερώτημα, σε σχέση με την παρούσα και μέλλουσα κατάσταση των ισορροπιών της παγκόσμιας οικονομίας, η οποία, ούτως, ή άλλως, από την εποχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης και της βαθιάς ύφεσης του 2008, είναι επισφαλής.

Αυτή την επισφάλεια - στην οποία δίνει τεράστιες διαστάσεις - είναι που εντείνει η κυβέρνηση του Donald Trump, αφού η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης οδηγείται, στο να δεχθεί ένα πολύ μεγαλύτερο κτύπημα, από αυτό, που υπέστη τον Σεπτέμβριο του 2008. Και αυτό που συμβαίνει τώρα, δεν είναι τυχαίο. Όπως, άλλωστε, δεν ήταν τυχαία και η βαθιά ύφεση εκείνης της εποχής. Τα κτυπήματα και τότε, ήσαν, όπως και τώρα, είναι, προφανώς, σκοπούμενα και αρκετά, υπολογισμένα.

Πού το πάει ο Δονάλδος Τραμπ;

Η απάντηση δεν είναι δύσκολη. Μπορεί να μην είναι τόσο απλή, όσο φαίνεται, αλλά μπορεί, εύκολα, να εντοπισθεί. Άλλωστε, σε αυτό εδώ, το μπλογκ έχουμε πιάσει το νήμα της πολιτικής της παρούσας αμερικανικής κυβέρνησης, η οποία (σε αντίθεση με την κυβέρνηση του Barack Hussein Obama, αλλά και  τις προηγούμενες) υπηρετεί τα κεντρικά συμφέροντα της βαθιάς κρατικής γραφειοκρατίας και της εθνικής αστικής τάξης των Η.Π.Α. και όχι τα κοσμοπολιτικά συμφέροντα της παγκοσμιοποιημένης τεχνοδομής των αμερικανικών πολυεθνικών, τις οποίες, αν και δεν αντιστρατεύεται, προσπαθεί να τις προσελκύσει στην πολιτική του μερικού, μεν, αλλά και σημαντικού, δε, επαναπατρισμού των παραγωγικών και των λοιπών δραστηριοτήτων τους, στους παραδοσιακούς εσωτερικούς κόλπους της αμερικανικής οικονομίας.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί ο Donald Trump και το επιτελείο του ακολουθούν μια τέτοια πολιτική;

Αυτό συμβαίνει επειδή η, περαιτέρω, ανάσχεση των λειτουργιών και των πρακτικών αποτελεσμάτων της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης, που αντιστρατεύονται τα συμφέροντα της εθνικής αστικής τάξης, της εσωτερικής αμερικανικής παραγωγικής οικονομίας και του αμερικανικού κράτους, αποτελεί βασικό κορμό της πολιτικής του, ομολογουμένως, αντισυμβατικού Αμερικανού προέδρου, ο οποίος, ως businessman, που είναι, γνωρίζει το τί πρέπει και το τί δεν πρέπει να πράξει, προκειμένου να υπηρετήσει τα συμφέροντα, που εκφράζει το σύνθημά του "America First".

Κάπου, εδώ, λοιπόν, ερχόμαστε, στο φρενάρισμα της παγκοσμιοποίησης, για το οποίο έχουμε μιλήσει πολλές φορές και πιάνουμε το νήμα, με τα προηγούμενα δημοσιεύματα, σε αυτό εδώ το μπλογκ, με πιό πρόσφατο δημοσίευμα, αυτό, που έχει καταπιαστεί με τις στρατηγικές ανοησίες των εκφραστών του βαθύτατου αμερικανικού κράτους, με τίτλο : Κίνα : Μια αναλυτική επισκόπηση των στρατηγικών ανοησιών των αμερικανικών ηγεσιών, από το 1990, έως το 2008. (Όταν ενθαρρύνεις την είσοδο μιας χώρας με συγκεντρωτικό κεντρικό σχεδιασμό, στην παγκοσμιοποιητική διαδικασία, είναι πολύ φυσικό και απολύτως αναμενόμενο να την πατήσεις)..., στο οποίο αναδεικνύεται ο πολύ σημαντικός ρόλος της γραφειοκρατίας των πολυεθνικών εταιρειών, στην διαδικασία της αλυσίδας των αποφάσεων, που έλαβαν οι αμερικανικές κυβερνήσεις, από την εποχή του George Bush του πρεσβύτερου και του Bill Clinton, για την θεσμοθέτηση και την πρακτική λειτουργία των κανόνων της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης.

Όπως έχουμε γράψει οι αμερικανικές κυβερνήσεις, μετά την κατάρρευση του "υπαρκτού σοσιαλισμού", λειτούργησαν, ως εκτελεστικά όργανα των πολυεθνικών επιχειρήσεων και εγκαθίδρυσαν το καθεστώς της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης, το οποίο άνοιξε και παράλληλα, δημιούργησε τις παγκόσμιες αγορές, έτσι όπως επιθυμούν οι τεχνοδομικές γραφειοκρατίες αυτών των πολύπλοκων και πολυπλόκαμων υπερεθνικών εταιρειών, με κυρίαρχο στόχο την εξυπηρέτηση του αναδιατυπωμένου και αναβαπτισμένου, στις νέες συνθήκες, που ξεπηδούσαν, μέσα από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την μονοκρατορία της Ουάσινγκτων, αμερικανικού εθνικού συμφέροντος, το οποίο έβλεπε τις πολυεθνικές εταιρείες, ως τα μακριά χέρια και ως ζωτικά εργαλεία της αμερικανικής στρατηγικής πολιτικής. Τα πράγματα, όμως, όπως προέκυψε, από την ίδια τους την φορά και από την ίδια την εξέλιξη της παγκοσμιοποίησης, πήραν έναν, εντελώς, διαφορετικό, από όσα υπολόγιζαν οι σχεδιαστές της αμερικανικής στρατηγικής πολιτικής, δρόμο. 

Και αυτό συνέβη, επειδή, όπως έχουμε γράψει, ούκ ολίγες φορές, ο αμερικανικός σχεδιασμός συμπεριέλαβε, στην διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, μια τεράστια χώρα, που λειτουργεί με μια οικονομία συγκεντρωτικού κεντρικού σχεδιασμού. Την Κίνα, η οποία, από την ίδια την φορά των πραγμάτων, οδηγεί τις εξελίξεις, στον πλανητικό παραγκωνισμό των Η.Π.Α. και της Δύσης. Μια φορά, που ενισχύεται και καθίσταται αναπότρεπτη από την πλανητική επανάκαμψη της Ρωσίας και την δυναμική άνοδο της Ινδίας (αν και ο κοινωνικός χυλός της τελευταίας την καθιστά ευάλωτη, σε μέλλουσες πιέσεις, οι οποίες είναι δυνατόν να φθάσουν, μέχρι την διάσπαση της χώρας αυτής και στον τεμαχισμό της, σε περισσότερα, επί μέρους, κράτη).

Την δυναμική άνοδο της Κίνας, αλλά και την αυξανόμενη δυναμική των μεγάλων των μεσαίων και των μικρότερων δυνάμεων του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου, όπως επίσης την επανάκαμψη της Ρωσίας, στην παγκόσμια σκηνή, ως ενεργοποιημένη υπερδύναμη, είναι που επιχείρησαν να ανακόψουν οι αιφνιδιασμένοι, από τις εξελίξεις, σχεδιαστές της αμερικανικής στρατηγικής πολιτικής, μέσα από το φρενάρισμα της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης. Ένα φρενάρισμα το οποίο έγινε, με μηχανισμό πέδησης τον, βιαστικό, μεν, αλλά και επιτηδευμένο, δε, σχεδιασμό της έλευσης της χρηματοπιστωτικής κρίσης του Σεπτεμβρίου του 2008, αμέσως, μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, στο Πεκίνο και τον ρωσογεωργιανό πόλεμο - αστραπή, που έληξε με την εύκολη ρωσική νίκη, την οποία ο αμερικανονατοϊκός συνασπισμός δεν θέλησε (επειδή δεν μπορούσε) να αποτρέψει.

Με αυτά τα δεδομένα και με υπαρκτά, πλέον, τα απολύτως, ανεπαρκή αποτελέσματα της πρώτης φάσης του όλου σχεδίου, για την ανακοπή της δυναμικής των αντιπάλων της Ουάσινγκτων, που τελείωσε, με την εκλογή του Donald Trump, ο αμερικανικός σχεδιασμός φαίνεται ότι περνάει, σε νέα φάση, η οποία χαρακτηρίζεται, από την, επίσης, μελετημένη ένταση των συνθλιπτικών πιέσεων, πάνω στην παγκοσμιοποιητική διαδικασία. 

Η παγκοσμιοποίηση, σύμφωνα, με τα συμφέροντα του βαθύτατου αμερικανικού κράτους, πρέπει να συμπιεσθεί, έτι περαιτέρω και πολύ περισσότερο, προκειμένου να πληγούν οι αντίπαλοί του, με πρώτη και καλύτερη, την Κίνα. Και το πιό δυνατό και αποτελεσματικό εργαλείο, για την επίτευξη του στόχου αυτού, είναι οι ανηλεείς εμπορικοί πόλεμοι, που εξαπολύει, τώρα, η αμερικανική κυβέρνηση, στα πεδία του χάλυβα, του αλουμινίου και της αυτοκινητοβιομηχανίας, με προοπτική την μεταγενέστερη επέκταση του πολέμου αυτού και σε άλλα πεδία της παγκόσμιας παραγωγής, προκειμένου να προστατευθούν η αμερικανική οικονομία και η παραγωγή, από την μακρά φθίνουσα πορεία, που έχουν ακολουθήσει, κατά την διάρκεια της παγκοσμιοποίησης. 

Έτσι, το πραγματικό τερραίν του λυσσώδους αγώνα, που εξαπολύει η Ουάσινγκτων, αμυνόμενη, προσπαθώντας να ανακτήσει το απωλεσθέν έδαφος και να διατηρήσει την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία της, είναι η επανάκαμψη της  αμερικανικής παραγωγής και η ταχύτατη ανάπτυξη της οικονομίας της, εις βάρος όλων των αντιπάλων της και η ενίσχυση της πλανητικής θέσης και της κυριαρχικής δύναμης των Η.Π.Α., στην υφήλιο, για, μακροχρονίως, απροσδιόριστο χρονικό διάστημα.

Υπό το πρίσμα αυτών των πραγματικών στόχων του αμερικανικού σχεδιασμού και των μέσων και των εργαλείων, που χρησιμοποιεί, προκειμένου να τους πετύχει, η όλη αντιπαράθεση, για το ύψος του αμερικανικού δημόσιου χρέους εκφράζει, με έναν στρεβλωμένο και δυσδιάκριτο τρόπο, το πραγματικό και καίριο ζήτημα της φθίνουσας αμερικανικής παραγωγής και της, αναλόγως, φθίνουσας αμερικανικής ισχύος. Ας κάνουμε μια αναδίφηση, στο ζήτημα αυτό, για να διαυγάσουμε τα πραγματικά δεδομένα και τα συναφή με αυτά στοιχεία.

Ήδη, από τα τέλη του 2017, το αμερικανικό δημόσιο χρέος ξεπέρασε τα 20 τρισ. δολλάρια, όπως προκύπτει, από τον πρώτο πίνακα του παρόντος δημοσιεύματος και η αντιπαράθεση, που έχει ξεσπάσει, για την απονομή των ευθυνών, για την διόγκωσή του, αλλά και για το, κατά πόσον αυτό το χρέος, απειλεί να καταστρέψει την αμερικανική οικονομία (αλλά και την παγκόσμια), καλά κρατεί, αν και από μόνο του, αυτό το γεγονός δεν έχει κάποια ουσιαστική σημασία. Το αμερικανικό δημόσιο χρέος μπορεί να αυξάνεται, όσο θέλει (και όσο επιθυμούν οι, εκάστοτε, ταγοί της Ουάσινγκτων), αρκεί να μπορεί να πληρωθεί και να πληρώνεται, όταν πρέπει.

Για τον Donald Trump και την κυβέρνησή του, το αμερικανικό δημόσιο χρέος απειλεί να καταστρέψει την αμερικανική οικονομία και ως εκ τούτου, πρέπει να αντιμετωπισθεί, αφού ο κάθε Αμερικανός χρωστάει 60.000 δολλάρια, ποσόν το οποίο, προϊόντος του χρόνου, αυξάνεται, με ανεξέλεγκτη δυναμική. 

Φυσικά, η αιτία, για την ορμητική αύξηση του δημόσιου χρέους των Η.Π.Α. βρίσκεται, στην κυβέρνηση του Barack Hussein Obama, η οποία, τον 1/2009, παρέλαβε, ένα δημόσιο χρέος, στα επίπεδα των 10,6 τρισ. $ (87% του αμερικανικού ΑΕΠ) και παρέδωσε, στην κυβέρνηση του Donald Trump, τον 1/2017, ένα δημόσιο χρέος, στα επίπεδα των 19,9 τρισ. $ (105% του αμερικανικού ΑΕΠ), αυξάνοντάς το, περίπου, κατά 89% (ήτοι κατά 9,3 τρισ. $), μέσα, στην οκταετία της διακυβέρνησης του απελθόντος προέδρου των Η.Π.Α.



Το γιατί συνέβη αυτό, δεν είναι δύσκολο να το αντιληφθούμε. Η απόφαση, για την ανάσχεση της παγκοσμιοποίησης, που έλαβε η Ουάσινγκτων, τον Σεπτέμβριο του 2008, κατά την διάρκεια της ύστερης διακυβέρνησης της χώρας, από τον George Bush τον νεώτερο, δεν επηρέασε, απλά και μόνο, τους ανταγωνιστές των Η.Π.Α. Επηρέασε και την ίδια την αμερικανική οικονομία, με αποτέλεσμα, προκειμένου να μην πέσει η αμερικανική οικονομία, σε μια βαθειά κρίση, ανάλογη εκείνης της δεκαετίας του 1930, να υποχρεωθεί η κυβέρνηση του Barack Hussein Obama να ακολουθήσει, μια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, η οποία εκτόξευσε τα ελλείμματα των αμερικανικών κρατικών προϋπολογισμών, επί σειρά ετών, σε δυσθεώρητα επίπεδα, όπως προκύπτει και από τον παραπάνω πίνακα. 

Ως εκ τούτου, η οικονομική πολιτική του απελθόντος Αμερικανού προέδρου, παρά την όποια, επί μέρους, κριτική μπορεί να της γίνει, υπήρξε αναγκαία και ήταν ορθή, αφού ανταποκρινόταν, στα δεδομένα οξύτατα προβλήματα της εποχής του. Το φρενάρισμα της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης έπρεπε να κτυπήσει, τους ανταγωνιστές της Ουάσινγκτων και όχι την ίδια την αμερικανική οικονομία. Και αυτό, σε έναν, όχι ασήμαντο βαθμό, επετεύχθη. Η ορμητική άνοδος της Κίνας μετριάστηκε, η Ρωσία περιορίστηκε, στα του οίκου της, ενώ επλήγη και η "Ευρωπαϊκή Ένωση". Μπορεί, οι επιτυχίες αυτές (ιδιαίτερα, ως προς την Κίνα) να υπήρξαν ανεπαρκείς, αλλά, έστω και έτσι, υπήρξαν. Και για να υπάρξουν, προϋπόθεση ήταν το να αποφευχθεί η είσοδος της αμερικανικής οικονομίας, σε μια κρίση, ως αποτέλεσμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Η κρίση - δηλαδή η βαθειά ύφεση - έπρεπε να μετακυλισθεί, στον υπόλοιπο κόσμο. Όπερ και έγινε.

Βέβαια, αυτή η κεϋνσιανής εμπνεύσεως, ενίσχυση των εισοδημάτων των Αμερικανών, κατά την περίοδο 2009 - 2017, μπορεί να μην ανέκοψε - και δεν ανέκοψε - τον χρόνιο απορφανισμό της αμερικανικής παραγωγής. Πιθανόν είναι να τον ενέτεινε, πιθανόν όχι, αλλά, σε κάθε περίπτωση (είτε τον ενέτεινε, είτε όχι), ήταν απαραίτητη, προκειμένου να μην εισέλθει η αμερικανική οικονομία, στον φαύλο κύκλο του οικονομικού μαρασμού. 

Αυτό, που πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι ότι το αμερικανικό δημόσιο χρέος θα συνεχίσει να αυξάνεται ιλιγγιωδώς, παρά τους όποιους, περί του αντιθέτου, ισχυρισμούς της κυβέρνησης του Δονάλδου Τραμπ, η οποία, άλλωστε, θα κάνει ό,τι μπορεί, για να το μεγαλώσει, αφού και η ίδια θέλει να συνεχίσει την πολιτική των μεγάλων δημοσιονομικών ελλειμμάτων, προκειμένου να εντείνει την ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας και να ενισχύσει την στρατιωτική ισχύ των Η.Π.Α.

Η πεποίθηση της παρούσας αμερικανικής κυβέρνησης είναι ότι, προϊόντος του χρόνου, η ιλιγγιώδης και ανεξέλεγκτη αύξηση του αμερικανικού δημόσιου χρέους θα φθάσει, σε αστρονομικά ύψη, με αποτέλεσμα, από κάποια χρονική στιγμή και μετά, να προκύψει, στις διεθνείς χρηματαγορές, άρνηση, για την αγορά των αμερικανικών κρατικών ομολόγων, γεγονός το οποίο - υποτίθεται ότι - θα καταφέρει ένα τεράστιο σοκ, στην αμερικανική και στην παγκόσμια οικονομία. (Άλλωστε, εδώ και αρκετά χρόνια, όπως, ακόμη και σήμερα, τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, στις διεθνείς χρηματαγορές, δεν είναι φθηνά, αφού το επιτόκιο του διαφορικού δανεισμού τους, διαστήματος 10ετίας, φθάνουν, στο 2,85%, ποσοστό, που αντιστοιχεί, στις 222 μονάδες βάσης).

Με βάση αυτό το σενάριο, όποια αμερικανική κυβέρνηση βρεθεί μπροστά, σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, θα προχωρήσει, στην συμπίεση των πολυπληθών κατώτερων και των μεσαίων εισοδηματικών στρωμάτων του πληθυσμού της χώρας, με περικοπή των δημόσιων δαπανών και αύξηση της φορολογίας, για να αποτρέψει τον πανικό, που θα φέρει μια τέτοια επιδείνωση της δανειοληπτικής ικανότητας των Η.Π.Α. και με δεδομένο το γεγονός ότι οι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις θα μεταφέρουν, στο εξωτερικό, τις δραστηριότητές τους, για να αποφύγουν την φορολογική επιβάρυνση, καθίσταται σαφές ότι είναι η μεσαία τάξη, που θα υποστεί την μεγαλύτερη φορολογική αφαίμαξη.

Στην πραγματικότητα, ο μεσοπρόθεσμος ορίζοντας, για τις Η.Π.Α., δεν είναι τόσο δραματικός. Στην ουσία, δεν είναι, καθόλου, δραματικός. Δεν είναι η υπερβολική δημόσια χρέωση της χώρας αυτή, που διακυβεύει τα βραχυπρόθεσμα και τα μεσοπρόθεσμα αμερικανικά συμφέροντα. Κάθε άλλο.

Το αμερικανικό κράτος ουδεμία ομοιότητα έχει με το ελληνικό και δεν μπορεί να πέσει, στην παγίδα της κρίσης χρέους, που έπεσε το ελληνικό δημόσιο, αφού, από την εποχή της κατάργησης του χρυσού κανόνα και της σύνδεσης του δολλαρίου, με τον χρυσό, το 1971, επί προεδρίας του Richard Nixon, το αμερικανικό νόμισμα κινείται ανεξάρτητα και ανεξέλεγκτα, σε σχέση με οποιαδήποτε ισοτιμία και αυτό το γεγονός έχει γίνει αποδεκτό, από τις παγκόσμιες αγορές. 

Για τις Η.Π.Α., όπως συμβαίνει και με την Ιαπωνία, η οποία έχει ένα δημόσιο χρέος, το οποίο υπερβαίνει το 250% του ΑΕΠ της χώρας αυτής, δεν υφίσταται κάποιο συγκεκριμένο, ή κατά προσέγγιση, κατώφλι δημόσιου χρέους, το οποίο να οδηγεί την οικονομία, σε μια κρίση δανεισμού, αφού το αμερικανικό δημόσιο μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να εξοφλεί τις δανειακές του υποχρεώσεις, έστω και μόνο, με την άσκηση της δυνατότητας εκτύπωσης χρήματος (seigniorage), το οποίο, άλλωστε, πράττει, περιορισμένα, και τώρα.

Σε κάθε περίπτωση, το αμερικανικό κράτος θεωρείται αξιόπιστο στις εκπλήρωση των υποχρεώσεών του (με μόνη εξαίρεση την ύπαρξη ρήτρας οροφής του δημόσιου χρέους, που, μετά από μικροκομματικές αντιπαραθέσεις, στο Κογκρέσσο, η αμερικανική κυβέρνηση αποσπά την έγκριση της απαραίτητης ανόδου του, κάθε φορά, υφιστάμενου ταβανιού. Αλλά και αν, στο μέλλον, υπάρξει κάποιο "ατύχημα", λόγω των αντιπαραθέσεων, στο Κογκρέσσο, αυτό θα αντιμετωπισθεί, άμεσα και η αμερικανική "τεχνική χρεωκοπία" θα είναι βραχυπρόθεσμη και χωρίς ουσιαστική σημασία).

Αυτό συμβαίνει, απλούστατα, επειδή οι αμερικανικές κυβερνήσεις μπορούν να εξυπηρετήσουν το δημόσιο χρέος της χώρας, χωρίς να υπάρξουν πληθωριστικές πιέσεις, με το να τυπώσουν χρήμα και τούτο επειδή η ζήτηση, για το νόμισμα της χώρας αυτής, είναι παγκόσμια, αφού το αμερικανικό δολλάριο είναι το ισχυρότερο αποθεματικό νόμισμα, στον πλανήτη και η ζήτησή του δεν σταματά, εντός των συνόρων της χώρας.

Έτσι, όσο το αμερικανικό δολλάριο παραμένει, ως το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, έχοντας αντίπαλο, μόνο τον χρυσό, το αμερικανικό δημόσιο χρέος και το οποιοδήποτε ύψος του, στερούνται οποιασδήποτε σημασίας. 

Αλλά, εδώ είναι, που εντοπίζεται και ο κίνδυνος, διότι η κυριαρχία του δολλαρίου, ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος, μπορεί να απειληθεί. Προφανώς, βέβαια, δεν μπορεί το δολλάριο να απειληθεί, από οποιοδήποτε νόμισμα, σε μεσοπρόθεσμη βάση. Μπορεί, όμως, να απειληθεί, σε μεσομακροπρόθεσμη βάση. Και σίγουρα, σε μακροπρόθεσμη.

 Αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της, πέραν του Ατλαντικού, υπερδύναμης. Αυτή είναι η αχίλλειος πτέρνα της. Και αυτό το πρόβλημα θέλουν να αντιμετωπίσουν οι σχεδιαστές της αμερικανικής στρατηγικής πολιτικής.

Ας προσπαθήσουμε, τώρα, να περιγράψουμε την ουσία του προβλήματος, που αντιμετωπίζει η Ουάσινγκτων.

Το πρόβλημα του αμερικανικού κράτους βρίσκεται, στα δημόσια ελλείμματα, που αντιμετωπίζει εδώ και πάνω από 30 χρόνια. Και ιδίως, στα δίδυμα ελλείμματα, της αμερικανικής οικονομίας, που συνδυάζει τα δημόσια ελλείμματα, με τα ελλείμματα, στο ισοζύγιο των τρεχουσών συναλλαγών, τα οποία συνδυάζονται, με την γοργή αποβιομηχάνιση της αμερικανικής παραγωγής, την καταιγιστική εκβιομηχάνιση της Κίνας, την μη ουσιώδη αποβιομηχάνιση της Γερμανίας και την άνοδο των χωρών του Τρίτου Κόσμου και της Ρωσίας.

Αυτά τα προβλήματα είναι που θέλει να αντιμετωπίσει ο Donald Trump. Και αυτό είναι, που πράττει, με έναν, ομολογουμένως, "αντισυμβατικό" - δηλαδή με αντιπαγκοσμιοποιητικό - τρόπο. Γι' αυτό, άλλωστε και είναι μισητός, από το παγκοσμιοποιητικό κατεστημένο, που υπηρετεί τα συμφέροντα της ιδιωτικής γραφειοκρατίας των μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων και των ηγετικών ομάδων επιρροής, που αυτή, μαζύ με την μπατιροτραπεζοκρατία, ελέγχει.

Τί έχει συμβεί;

Απλούστατα, η απελευθέρωση των ροών των κεφαλαίων, που έφερε η παγκοσμιοποίηση, επέτρεψε, στην γραφειοκρατία των μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων (και όχι μόνο αυτών), να επενδύσει, μαζικά, στην Κίνα και στην ευρύτερη Ασία, με, ουσιαστικά, ανύπαρκτους περιορισμούς, να μεταφέρει, εκεί, ολόκληρες συμβατικές βιομηχανίες και να δημιουργήσει νέες βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας.

Με αυτόν τον τρόπο, οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, οι οποίες είναι προφανές ότι δεν είναι οι παλαιού τύπου κλασικές ιδιωτικές επιχειρήσεις (αποτελούν ιδιότυπους εταιρικούς γραφειοκρατικούς μηχανισμούς) προχώρησαν, κατά την διάρκεια της παγκοσμιοποιητικής περιόδου 1990 - 2010 και μέχρι τα τελευταία χρόνια, σε μια γοργή και επιταχυνόμενη διαδικασία αποβιομηχάνισης των αναπτυγμένων χωρών του δυτικού κόσμου, με τις Η.Π.Α. να έχουν υποστεί τις μεγαλύτερες απώλειες, όσον αφορά τις ισχυρές χώρες του δυτικού γραφειοκρατικού καπιταλισμού και την Γερμανία να έχει υποστεί τις μικρότερες.




Από την άλλη πλευρά, η παγκοσμιοποίηση είχε δραματικές επιπτώσεις, στον χώρο της εργασίας, αφού η αύξηση της απασχόλησης, συνοδεύτηκε από την διατήρηση της ανεργίας, σε υψηλά επίπεδα, σε σχέση με την παλαιά κεϋνσιανή εποχή και από την μείωση του συνολικού μεγέθους των απαιτούμενων ωρών εργασίας, αφού η τεράστια τεχνολογική ανάπτυξη και η αποβιομηχάνιση απαιτούν λιγότερες εισροές των παραγωγικών συντελεστών (κεφαλαίων και εργασίας), για την παραγωγή προϊόντων, με αποτέλεσμα να μειώνεται η σταθερή εργασία και το μέσο εισόδημα και να αυξάνεται η μερική εργασία, η οποία έχει οδηγήσει, κατά την τελευταία 20ετία, στην πτώση των μέσων εισοδημάτων της μισθωτής εργασίας (και όχι μόνο αυτής) και στην εμφάνιση του φαινομένου των πτωχών εργαζόμενων. Αυτή είναι η κατάσταση, που απεικονίζει ο παραπάνω πίνακας, που αφορά την αμερικανική οικονομία.

 Το άλλο φαινόμενο, που παρατηρήθηκε, είναι η εξαγωγή των θέσεων εργασίας, από τις αναπτυγμένες χώρες, στην Κίνα και στις άλλες χώρες του Τρίτου Κόσμου, που εισήλθαν, στην παγκοσμιοποιητική διαδικασία, με αποτέλεσμα η αποβιομηχάνιση, στις αναπτυγμένες χώρες του γραφειοκρατικού καπιταλισμού, να οδηγήσει στην παραγωγή φθηνών προϊόντων, στην Κίνα και αλλού και στην πώλησή τους, στην αναπτυγμένη Δύση, όπου οι καταναλωτές, μέσω του fiat money και της διόγκωσης του τραπεζικού δανεισμού, αύξησαν, με στρεβλό τρόπο και μέσω μιας οξυμένης εσωτερικής ανισοκατανομής των εισοδημάτων, την αγοραστική τους δυνατότητα, έστω και εάν αυτή έφθινε, προϊόντος του χρόνου, όπως ακριβώς, είχε προβλέψει ο John Maynard Keynes, όταν μιλούσε, για την πτώση της μέσης ροπής προς κατανάλωση, στα πλαίσια μιας τέτοιου είδους στρεβλής καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Κάπως έτσι, οι Η.Π.Α. απέκτησαν τα δίδυμα ελλείμματα (δημοσιονομικά και τρεχουσών συναλλαγών), που προαναφέραμε και, μέσω αυτών, οδηγήθηκαν, στην διόγκωση του δημοσίου χρέους, αφού μετατράπηκαν, μαζύ με την Νότια Ευρώπη, σε καθαρούς καταναλωτές, την ίδια στιγμή, που η Κίνα, η Γερμανία και η Ινδία κατέστησαν χώρες παραγωγοί.

Αυτός είναι και ο λόγος, που οι αμερικανικές κυβερνήσεις προέβησαν στην διαρκή εκτύπωση δολλαρίων, ενισχυμένες, από την ιδιαίτερη θέση του δολλαρίου, στο παγκόσμιο στερέωμα, ως του, σχεδόν, μόνου αποθεματικού νομίσματος, αφού, βασικά, η Fed αγοράζει ομόλογα του αμερικανικού κράτους, κάτι, που, δευτερευόντως, πράττουν και άλλες χώρες και κυριότερα, η Κίνα, η οποία κατέχει τεράστιες ποσότητες αμερικανικών ομολόγων, που πρέπει να ξεπερνούν το 1,5 τρισ. $.

Κάπου εδώ εντοπίζεται και η παρελθούσα, αλλά και η οξυμένη τρέχουσα δυσανεξία των αμερικανικών διοικήσεων, απέναντι, στην Γερμανία και - κυρίως - στην Κίνα, αφού η πολιτική τους απειλεί την θέση του δολλαρίου, ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος. Μια θέση, η οποία είναι η βάση της αμερικανικής ισχύος, αφού, εξ αιτίας αυτής της θέσης, υπάρχει πάντοτε, σε διαρκή και αυξανόμενη βάση, ζήτηση, για το δολλάριο, στις διεθνείς συναλλαγές. Ως εκ τούτου, η Ουάσινγκτων δεν μπορεί να δεχθεί, ούτε να ανεχθεί οποιαδήποτε συζήτηση, που να αφορά την αμφισβήτηση του δολλαρίου, ως παγκόσμιου αποθεματικού και συναλλακτικού νομίσματος.


Και σε αυτήν, ακριβώς την στάση είναι που εμφανίζονται οι τεράστιοι κίνδυνοι, για την παγκόσμια κοινωνία, αφού σε μεσομακροπρόθεσμη βάση (ίσως και νωρίτερα), το αμερικανικό δολλάριο κινδυνεύει να απωλέσει την μονοκρατορία του, ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, από το κινεζικό γουάν, ενώ και η ύπαρξη του ευρώ υπονομεύει το αμερικανικό νόμισμα.

 Ως εκ τούτου, οι εμπορικοί πόλεμοι, που ανοίγει και τους οποίους θα εντείνει ο Donald Trump, έχουν σαφέστατη αιτιολογική βάση και στόχευση, αφού ο Αμερικανός πρόεδρος αποσκοπεί στην επαναφορά των παραγωγικών δραστηριοτήτων των αμερικανικών (και των άλλων) πολυεθνικών επιχειρήσεων, στην εσωτερική αμερικανική αγορά και στην προστασία, την ανασυγκρότηση και την δυναμική ανάπτυξη της αμερικανικής παραγωγής και στην, μέσω αυτών, στήριξη του δολλαρίου και της στρατηγικής και πολιτικής ισχύος των Η.Π.Α., ως πρωτοκαθεδρικής παγκόσμιας υπερδύναμης.

Εξ αιτίας όλων αυτών, η αμερικανική κυβέρνηση αμφισβητεί και θα εξακολουθήσει να αμφισβητεί, κάθε διεθνή συμφωνία, που συνήφθη, στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης και θα υποχρεώσει όλους να προβούν σε νέες διμερείς συμφωνίες, οι οποίες θα είναι συμφέρουσες, για τις Η.Π.Α.

Μάλιστα η ιδιαίτερη εμμονή του Donald Trump, απέναντι στην Γερμανία έχει νόημα, αφού η χώρα αυτή αναπτύχθηκε, με ξένα (και δη αμερικανικά) κόλυβα και δεν έχει υποστεί, όπως είπαμε, εμφανή αποβιομηχάνιση. Αυτό έγινε κατορθωτό, μέσα από την πολιτική του χαμηλού εργατικού κόστους και την παραγωγή επώνυμων προϊόντων, που δεν στηρίζονται, απλώς και μόνο, στις τιμές, αλλά στην επωνυμία των προϊόντων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι γερμανικές πολυεθνικές (και άλλες) επιχειρήσεις δεν επεκτάθηκαν, στον υπόλοιπο κόσμο, στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης. Επεκτάθηκαν, αλλά κράτησαν ένα μεγάλο τμήμα της παραγωγικής διαδικασίας, στην Γερμανία.  

Και φυσικά, οι γερμανικές κυβερνήσεις και η ελίτ, που τις στηρίζει, εκμεταλλεύτηκαν όλα τα χρήσιμα, για τις ίδιες, στοιχεία της "Ευρωπαϊκής Ένωσης" και της ευρωζώνης, αρχικά, με την ενοποίηση της Γερμανίας και την πρόσβαση στις χώρες της Ανατολικής και της Κεντρικής Ευρώπης, με τα χαμηλά κόστη παραγωγής, αλλά και με το, επαρκώς - για την γερμανική οικονομία - υποτιμημένο ευρώ, με δεδομένο ότι οι γερμανικές συναλλαγές πραγματοποιούνται, με την μέση συναλλαγματική αξία του ευρώ, που ισούται, με 1,23 δολλάρια, ενώ το γερμανικό ευρώ (δηλαδή το ευρώ, ως μάρκο) ισούται, με 1,88 δολλάρια, γεγονός, το οποίο καθιστά την γερμανική παραγωγή, άκρως, ανταγωνιστική.

Αυτή η τεράστια τεχνητή υποτίμηση του γερμανικού ευρώ, μάλιστα, συνδυάστηκε, με την απόκτηση μιας μεγάλης αγοράς, για τα γερμανικά προϊόντα, αν και η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών αυτής της αγοράς, δανειοδοτήθηκε, από την Γερμανία, γεγονός, το οποίο αποτελεί και την αχίλλειο πτέρνα της γερμανικής οικονομίας και του οικοδομήματος του ευρώ,  αφού οι χώρες της Νότιας Ευρώπης, με τον έναν, ή τον άλλον τρόπο, δεν πρόκειται να ανταποκριθούν, στις οφειλές τους και οι Η.Π.Α. μπορούν να υπονομεύσουν - και ήδη, το πράττουν - το οικοδόμημα του ευρώ και να βυθίσουν, σε βαθειά κρίση την γερμανική οικονομία, με τους εμπορικούς πολέμους και τους δασμούς, που βάζουν, στα γερμανικά προϊόντα.

Όμως, εάν η Γερμανία είναι, κατά τα φαινόμενα, ισχυρότερη, μέσα στην ευρωζώνη και μπορεί να επιβάλει, στους (με οποιονδήποτε τρόπο) δανειζόμενους, τους πολιτικούς και οικονομικούς ελέγχους, που επιθυμεί, στην άλλη σχέση δανειστή - δανειζόμενου, που υφίσταται, μεταξύ της Κίνας και των Η.Π.Α., ο ισχυρός, επί του παρόντος, δεν είναι ο δανειστής, αλλά ο δανειζόμενος, αφού οι Η.Π.Α. έχουν το πάνω χέρι και μπορούν να εξοφλήσουν, εάν χρειασθεί, τα χρέη τους, προς την Κίνα, με την απλή εκτύπωση δολλαρίων.

Αλλά, υπό το πρίσμα των ισορροπιών, στην κατανομή της παγκόσμιας ισχύος, αν η Γερμανία υποχρεωθεί να υποστεί την μοίρα της και να υποταχθεί, στις αμερικανικές απαιτήσεις, οι οποίες έχουν την δική τους λογική και είναι, σταθερά, θεμελιωμένες, η Κίνα δεν πρόκειται να αποδεχθεί τις αμερικανικές απαιτήσεις και θα αντιδράσει, στις όποιες ενέργειες της Ουάσινγκτων.

Αλλά, για την, παραπέρα, επεξήγηση των πολιτικών και στρατηγικών κρίσεων και την εντατικοποίηση των οικονομικών υφέσεων, που έρχονται, θα χρειασθεί ένα καινούργιο δημοσίευμα, προκειμένου να μην λάβει, ακόμη περισσότερο μάκρος το παρόν άρθρο και για να μην χαθούν, μέσα στην απεραντολογία του κειμένου, όσα, εδώ, αναπτύσσονται.

Ως εκ τούτου, υπομονή...
 



Δεν υπάρχουν σχόλια: