Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

14/3/1883 - 14/3/2013 : 130 χρόνια μετά τον θάνατο του Karl Marx. (Ο Μαρξ σαν επαναστάτης υπερασπιστής της εργατικής τάξης και σαν συντηρητικός θεωρητικός θεμελιωτής της εξουσίας της διευθυντικής ελίτ του γραφειοκρατικού καπιταλισμού).



Karl Heinrich Marx (5/5/1818 - 14/3/1883)



130 χρόνια πέρασαν από τότε, που ο Καρλ Μαρξ πέθανε (στις 14/3/1883) και αναπαύεται στο νεκροταφείο Highgate του Λονδίνου.

Για τον Καρλ Μαρξ υπάρχουν αρκετά άρθρα μου σε αυτό το μπλογκ, τα οποία καλύπτουν πολλά ζητήματα, πολιτικά, φιλοσοφικά, οικονομικά και κοινωνιολογικά, που αφορούν τον τεράστιο αυτόν διανοητή και τα οποία, όποιος ενδιαφέρεται, θα τα βρει συγκεντρωμένα στην ετικέτα, με τον τίτλο : "Karl Marx". Όσα, όμως και να γράψει κάποιος για τον άνθρωπο αυτόν, που άφησε ένα ανεξίτηλο σημάδι στην ανθρώπινη ιστορία και στην ίδια την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, είναι λίγα. Παρ' όλ' αυτά, θα αποπειραθώ να προσθέσω ορισμένα πράγματα, για την σχέση του  ιδίου και της θεωρίας του, με την εργατική τάξη και την ιστορική/πραγματική εξέλιξη και επίπτωση αυτής της θεωρίας, μέσα στην διαδρομή του χρόνου, από την εποχή του, μέχρι τις ημέρες μας - και μετά από αυτές.

Γεννημένος στο Τριρ της Γερμανίας και μεγαλωμένος, μέσα σε μια πλούσια μεσοαστική οικογένεια, επηρεάστηκε, νωρίς, από τις ιδέες του Χέγκελ, για να στραφεί, επίσης, νωρίς στις ριζοσπαστικές ιδέες και στον ενεργό αθεϊσμό, αφού, προηγουμένως, είχε εγκαταλείψει την εβραϊκή πίστη, χάριν του επίσημου λουθηρανικού χριστιανικού δόγματος.

Ο Καρλ Μαρξ, σπούδασε, αρχικά, στην Βόννη, νομικά, για να στραφεί, στην συνέχεια, στην φιλοσοφία, σπουδάζοντας στο Βερολίνο και άφησε στην άκρη τις προοπτικές, που είχε, για πανεπιστημιακή καριέρα, λόγω του γεγονότος ότι οι συντηρητικοί χεγκελιανοί, οι οποίοι είχαν το πάνω χέρι, εκείνη την εποχή, δεν ήταν δυνατόν να αποδεχθούν αυτόν και τις ριζοσπαστικές του ιδέες (τον αριστερό εγελιανισμό, τον οποίον, τότε, πρέσβευε), παρά το γεγονός ότι η πανεπιστημιακή του διατριβή, για τον Δημόκριτο και τον Επίκουρο, έγινε δεκτή από το πανεπιστήμιο της Ιένας το 1841.

Όταν το 1842 ο Καρλ Μαρξ εγκατέλειψε την ακαδημαϊκή καριέρα, λόγω της αποβολής του δάσκαλού του Bruno Bauer από την θέση του λέκτορα, στράφηκε προς την δημοσιογραφία, αρθρογραφώντας στην "Rheinische Zeitung" και ασχολήθηκε με την πολιτική, αναπτύσσοντας ριζοσπαστικές θέσεις, γεγονός που τον οδήγησε σε συνεχείς αλλαγές τόπων διαμονής και χωρών εγκατάστασης, αφού ήταν ενοχλητικός και ανεπιθύμητος σε όλες τις κυβερνήσεις και τις αστυνομίες της Ευρώπης.

Στο Παρίσι γνώρισε το alter ego του, τον Friedrich Engels, ο οποίος τον μύησε στα οικονομικά ζητήματα και τον έφερε σε επαφή με την ζωή και την κατάσταση, στην οποία βρισκόταν η εργατική τάξη της εποχής του.

Ακολούθησε μια σειρά μετεγκαταστάσεών του, από το Παρίσι, στις Βρυξέλλες, ξανά στο Παρίσι, μετά στο Λονδίνο, στο οποίο και πέθανε, αφού πρώτα έζησε όλες τις επαναστάσεις και τις εξεγέρσεις της εποχής του, από το 1848, έως το 1871 και αφού, εν τω μεταξύ, άφησε πίσω του, ένα πλούσιο και άκρως αξιόλογο συγγραφικό έργο, το οποίο ξεκινάει από την "Γερμανική Ιδεολογία", που συνέγραψε μαζύ με τον Ένγκελς και τα "Χειρόγραφα" του 1844, για να αποκορυφωθεί με το μνημειώδες και πολυσήμαντο έργο του, με τίτλο : "Το Κεφάλαιο".

Υπήρξε ο ιδρυτής του μαρξισμού (αν και ο ίδιος δήλωνε ότι δεν ήταν μαρξιστής) και το 1864 ήταν ένας από τους κύριους συνιδρυτές της Διεθνούς Ένωσης των Εργαζομένων, αυτής της διεθνούς εργατικής πολιτικοσυνδικαλιστικής ομοσπονδίας, η οποία ήταν και η πρώτη και πρωτόλεια επίσημη μορφοποίηση του στρώματος εκείνου, το οποίο, αργότερα, αποκλήθηκε γραφειοκρατία και μερικώς, αποτελούνταν από την, μόλις, αναδυόμενη εργατική αριστοκρατία, για να πλαισιωθεί από μια ομάδα αστών, μικροαστών και προλεταρίων διανοουμένων, σχηματοποιούμενο στο σώμα των "επαγγελματιών επαναστατών", το οποίο, στην πορεία της ιστορικής εξέλιξης, κατέληξε να είναι ένα σώμα επαγγελματιών των κομμάτων και ευρύτερα, της πολιτικής.





Ο Μαρξ πέθανε, αλλά ο μαρξισμός πέρασε στην θέση του, ως ένα ιδεολόγημα, το οποίο, στις πολλές εκδοχές του, κατέστησε τον ίδιο τον Μαρξ μύθο και ιδρυτή μιάς νέας θρησκείας, η οποία, στην ακραία της εκδοχή, οργανώθηκε, κρατικά, μέσα από το ιερατείο των κομμουνιστικών κομμάτων, που άσκησαν κρατική εξουσία, μετά την ίδρυση της "Ε.Σ.Σ.Δ."

Φυσικά, όπως, ήδη, ανέφερα, ο ίδιος ουδέποτε δήλωσε μαρξιστής και ήταν φανατικός πολέμιος, κάθε θρησκείας - ας θυμηθούμε την περίφημη ρήση του: ''Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού''. Αλλά αυτή η τοποθέτηση του Μαρξ δεν απέτρεψε τους επιγόνους του, από το να θρέψουν, με ένα ανάλογο όπιο, τους λαούς και τα κινήματα, επί των οποίων άσκησαν την κυριαρχία τους.

Ουδείς αρνείται, στα σοβαρά, ότι o Καρλ Μαρξ ήταν επαναστάτης. 

Η πεμπτουσία του επαναστατικού στοιχείου, στον Γερμανοεβραίο φιλόσοφο και πολιτικό, βρίσκεται στην περίφημη θέση του, στον ''Λουδοβίκο Φώϋερμπαχ'', που συνοψίζεται στην φράση ''Οι φιλόσοφοι μέχρι τώρα εξηγούσαν τον κόσμο. Τώρα ήλθε η ώρα να τον αλλάξουμε'' και συνίσταται στον εντοπισμό της αναγκαιότητας, για ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης και στην απαίτηση για διαρκείς, εν τοις πράγμασι, επαναστατικές κοινωνικές αλλαγές, σε πείσμα των συντηρητικών, που, πάντα, στέκονταν στην διατήρηση - διαχείριση του κόσμου, έτσι όπως τον βρήκαν, από τους προκατόχους τους, με κάποιες, επί μέρους, μη ουσιώδεις κοινωνικές μετατροπές. 


Rosa Luxemburg (5/3/1871 - 15/1/1919). Η καλύτερη εκπρόσωπος των μαρξικών ιδεών, που έμεινε πιστή και αδιάλλακτη, μέχρι το τραγικό της τέλος, στην αυθεντική και συνάμα ουτοπική, αρχική κοινωνικοαπελευθερωτική τους διάσταση.



Σε αυτές τις καλύτερες παραδόσεις και σε αυτές τις αφετηριακές κοινωνιολογικές, φιλοσοφικές και πολιτικές αναζητήσεις του Καρλ Μαρξ, με πρωταρχικό προσδιοριστικό στοιχείο, την επιδίωξη της κοινωνικοαπελευθερωτικής αλλαγής, στην αυτενεργό κοινωνική της διάσταση και την αποτροπή της υποταγής στις αξίες και στους κανόνες του παραδοσιακού συντηρητικού εφησυχασμού, στηρίχτηκε το αξιολογότερο - αν και απογοητευτικά, μειοψηφικό - κομμάτι των μαθητών του, με πρώτη και καλύτερη όλων, την Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Η θέση αυτή του Μαρξ, βέβαια, έχει το μειονέκτημα ότι υποτιμά την ανάγκη της εξήγησης του κόσμου, που ζούμε (πώς μπορούμε να αλλάξουμε κάτι που δεν γνωρίζουμε; ), αλλά ως αφετηριακή ιδέα, βρίσκεται, πάντα, στην πρωτοπορεία των επαναστατικών αλλαγών, αφού γίνει αντιληπτή, ως προϊόν μιάς προηγηθείσας επεξεργασίας και εξήγησης του κόσμου, που ζούμε, μιάς εξήγησης που δεν μένει κλεισμένη στον εαυτό της, αλλά στοχεύει στην συνειδητοποίηση και στον σχεδιασμό των αναγκαιουσών κοινωνικών αλλαγών, ως απότοκων αυτής της εξήγησης και επεκτείνεται στον πειραματισμό και την εφαρμογή αυτών των εξαχθέντων συμπερασμάτων στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων - το κατεξοχήν πεδίο, όπου θα κριθούν, ως προς το εάν αντέχουν, ή όχι. 

Αλλά ο Καρλ Μαρξ, εκτός από επαναστάτης, υπήρξε και γραφειοκράτης - δυστυχώς. Δηλαδή, συντηρητικός. 

Αυτή του την γραφειοκρατική ιδιότητα την επέδειξε, με την ενεργό πολιτική του δραστηριότητα και την απέδειξε, με τους χειρισμούς του στην Διεθνή Ένωση των Εργαζομένων, με αποκορύφωμα την διαγραφή του Μιχαήλ Μπακούνιν από αυτήν. Μία διαγραφή, που οδήγησε την Διεθνή, σε διάσπαση και το επαναστατικό εργατικό κίνημα στην επιτάχυνση της γραφειοκρατικοποίησής του και στον εκφυλισμό.

Φταίει ο Μαρξ για όσα έκαναν οι επίγονοι; Και ναι και όχι.
 

Ο ολοκληρωτισμός δεν ήταν το όραμα του Μαρξ και δεν μπορεί να του χρεωθεί, ως προσωπική πολιτική επιδίωξη. Ο ολοκληρωτισμός ήταν προσωπική επιδίωξη της μεγίστης πλειοψηφίας των επιγόνων του - όχι όλων, ευτυχώς.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Μαρξ δεν έχει ευθύνες, για ό,τι ακολούθησε. Έχει βαρύτατες ευθύνες, αφού ο άκρατος επιστημονισμός του, οδήγησε  τους επιγόνους του στο να δώσουν και μία ολοκληρωτική ερμηνεία στο έργο του, αφού αντιμετώπιζε την κοινωνική εξέλιξη, ως ένα επιστημονικό αντικείμενο, που υπέκειτο σε κανόνες - νομοτέλειες, τις οποίες οι ειδικοί επιστήμονες εκαλούντο να προσδιορίσουν.

Δίνοντας μία τέτοια εξουσία στους υποτιθέμενους κοινωνικούς και πολιτικούς επιστήμονες, που μετασχηματίστηκαν, σε πολιτική και κομματική ελίτ, ο Μαρξ και η μαρξική θεωρία άνοιξαν, φαρδιά - πλατιά, τις πύλες στον ρεφορμισμό, από την μία πλευρά και στον ολοκληρωτισμό, από την άλλη.


   
Georg Wilhelm Friedrich Hegel (27/8/1770 - 14/11/1831). Ο Γερμανός συντηρητικός ιστορικιστής φιλόσοφος, βασικός εκπρόσωπος του γερμανικού ιδεαλισμού και υμνητής του Πρώσου μονάρχη, άσκησε μια βαθιά και καταστροφική επιρροή στον Καρλ Μαρξ και στις θεωρητικές του κατασκευές.



Η μαρξιστική πολιτική κομματική ελίτ είχε την επιστημονική γνώση και όχι οι εργάτες, οι οποίοι ήσαν το παθητικό πεζικό των πολιτικοκοινωνικών σχεδιασμών της κομματικής ηγεσίας, η οποία συμπύκνωνε στο σύνολό της την επαναστατική κοινωνική επιστήμη - που συνολικοποιείτο στο, εγελιανής εμπνεύσεως, ιστορικιστικό θεωρητικό σχήμα, που αποκλήθηκε (όχι από τον Καρλ Μαρξ, αλλά από τον Φρήντριχ Ένγκελς - γεγονός όμως, που ουδόλως αλλοιώνει την ουσία του εν λόγω θεωρητικού σχήματος, αλλά, αντιθέτως, το περιγράφει σαφέστατα και παραστατικότατα) ''διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός''.

Έτσι γραφειοκρατικοποιήθηκε (κατά ένα σημαντικότατο μέρος) το εργατικό και στην συνέχεια το, εν γένει, επαναστατικό κίνημα. Μάλιστα, το εργατικό κίνημα, στην σύγχρονη εποχή, είναι ένα συμπληρωματικό μέρος του γραφειοκρατικού καπιταλιστικού συστήματος, σε όλες του τις εκδοχές, είτε στην φιλελεύθερη ολιγαρχική εκδοχή της Δύσης, είτε στην γραφειοκρατική κομμουνιστική εκδοχή της Κίνας και των λοιπών καθεστώτων, που γέννησε ο μπολσεβικικός νεομπλανκισμός.

 
Έτσι, είναι συζητήσιμο, σε ποιόν βαθμό ο Καρλ Μαρξ ήταν επαναστάτης (εφ' όσον την έννοια του επαναστάτη την προσδιορίσουμε, με το περιεχόμενο, όχι, απλώς, του ανατροπέα, αλλά του κοινωνικού απελευθερωτή) και σε ποιόν βαθμό ήταν συντηρητικός και αντιδραστικός, παρά το γεγονός ότι πολλοί - οι οπαδοί του - πιστεύουν ότι ήταν, μόνον, επαναστάτης - αν και υπάρχει ένας μεγάλος βαθμός σύγχυσης και απροσδιοριστίας στο περιεχόμενο, με το οποίο προσδιορίζουν την έννοια του επαναστάτη.

Σίγουρα, ο Καρλ Μαρξ ήταν ''επαγγελματίας επαναστάτης'' και το πρότυπο του Λένιν, όσον αφορά τους ''επαγγελματίες επαναστάτες'' (Ο αστός θεωρητικός, που εισάγει την ταξική πολιτική συνείδηση στο πρακτικά ανίκανο - από μόνο του - να επαναστατήσει προλεταριάτο). Και αυτό είναι κάτι άλλο, εντελώς διαφορετικό και συνάμα καταστροφικό, για την καθεαυτή επαναστατική διαδικασία, εάν αυτή ορίζεται, ως κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή και όχι ως coup d' etat, ως κατάληψη της εξουσίας από μια κάστα γραφειοκρατικοποιημένων αστών και μικροαστών διανοούμενων, με εργατιστική ιδεολογία.





1860 Ο Karl Marx με τις κόρες του Laura και Eleanor, με την σύζυγό του Jenny και τον Friedrich Engels.


Έτσι επέλεξε να ζήσει την ζωή του και έτσι την έζησε. Αυτό, βέβαια, είναι αδιάφορο, όσον αφορά την προσωπική του ζωή (έζησε, κυρίως, με την αστείρευτη οικονομική βοήθεια του εργοστασιάρχη φίλου και συνεργάτη του Friedrich Engels, με την προίκα της γυναίκας του Τζένης φον Βεστφάλεν, με την, όποιας μορφής, αντιμισθία του, από την Διεθνή και με την βοήθεια από τους οπαδούς του, όπως, επίσης και από τα βιβλία του και την δημοσιογραφική του δουλειά).

Όμως, αυτή η ζωή τον προσδιόρισε, κοινωνικά, ως αστό διανοούμενο και "επαγγελματία επαναστάτη", εντάσσοντάς τον σε αυτήν την ειδική εξουσιαστική κοινωνική ομάδα, την οποία, με απόλυτη ενάργεια και σαφήνεια, περιέγραψε, έχοντας τον ίδιο τον Καρλ Μαρξ, ως πρότυπο, ο μαθητής του Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, που της έδωσε μια συγκεκριμένη οργανωτική μορφή, η οποία επανεισήγαγε τον μπλανκισμό στο εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα, εκκινώντας από τον επιστημονισμό του Μαρξ, ο οποίος απετέλεσε και την θεωρητική βάση, πάνω στην οποία επαναθεμελιώθηκε η νέα, ταξικής μορφής, διαφοροποίηση, ανάμεσα στους ειδικούς επιστήμονες αυθεντικούς κατόχους της κοινωνικής και επαναστατικής θεωρίας (την ηγεσία, δηλαδή τους διευθύνοντες), που γνωματεύουν, αποφασίζουν, διατάζουν και διοικούν, με βάση την θεωρία αυτή, από την μια μεριά και τα μέλη του ευρύτερου εργατικού κινήματος (την βάση, δηλαδή τους εκτελεστές), από την άλλη, που εκτελούν τις εντολές, οι οποίες δίνονται από τους επαΐοντες επιστήμονες κατόχους της επαναστατικής κοινωνικής θεωρίας.

Από εκεί και πέρα, ήταν φυσικό και επόμενο να αναπτυχθεί ένας απίστευτος σχολαστικισμός, πάνω στο "τι είπε" και στο "τί δεν είπε", πάνω στο "τί υπονόησε" και στο "τι δεν υπονόησε" ο ιδρυτής της θεωρίας, ο σύγχρονος προφήτης της νέας επιστημονικοφανούς θρησκείας - ο Καρλ Μαρξ. Μια διαδικασία, η οποία, άμεσα, παραπέμπει στους χριστιανούς σχολιαστές των εκκλησιαστικών κειμένων του Μεσαίωνα και η οποία καθιστά τον διάλογο αντιπαραγωγικό. Και τον καθιστά αντιπαραγωγικό, γιατί οδηγεί σε μια ατέρμονη επίκληση αποσπασμάτων, επί αποσπασμάτων, από κείμενα του Μαρξ και των, μετά από αυτόν, που συσκοτίζει και δεν βοηθά την διαύγαση των όσων, κάθε φορά, έπρεπε και πρέπει να διαυγασθούν.

Στην πορεία και στο πέρασμα του χρόνου, ο αέναος επιπολλασμός της σχολιογραφίας, από τις γενεές των σχολιογράφων και των σχολιογραφούντων, πάνω στο έργο του Μαρξ και η ολοένα και μεγαλύτερη απόσταση, ανάμεσα στις προβλέψεις της θεωρίας και στην εξέλιξη της πραγματικότητας δημιούργησαν ένα θεωρητικό χάος, το οποίο έγινε προσπάθεια να υπερβαθεί μέ έναν, αρκετά χονδροειδή, ομολογουμένως, διαχωρισμό, ανάμεσα στον νεαρό και τον ώριμο Μαρξ, δηλαδή, ανάμεσα στα έργα του ιδρυτή του μαρξισμού, που γράφηκαν στην νεανική περίοδο της ζωής του και σε εκείνα που γράφηκαν, μετά από αυτήν, με αναφορές στα κείμενα και στα χειρόγραφα του Μαρξ, της περιόδου 1843 - 1844. Άδικος κόπος και αδιέξοδος, αφού τον νεαρό Μαρξ τον έχει απαρνηθεί ο ώριμος Μαρξ - ο Μαρξ της επαναστατικής κοινωνικοοικονομικής θεωρίας, ο Μαρξ της θεωρίας του διαλεκτικού και του ιστορικού υλισμού, ο Μαρξ της κυριαρχίας της ''υλικής βάσης'' πάνω στο ευρύτερο ''ιδεολογικό κοινωνικό εποικοδόμημα'' - γι' αυτό άλλωστε και άφησε τα (αξιόλογα) ''Χειρόγραφα του 1844'' στην κριτική των τρωκτικών, όπως χαρακτηριστικά και πολύ παραστατικά έχει γράψει ο ίδιος. 

Από εκεί και πέρα,  αυτό που συνέβη στην πράξη (αλλά και στην ίδια την θεωρία, μέσα από τις αλληλοδιάδοχες αναθεωρήσεις και συμπληρώσεις, που έγιναν στο σώμα της θεωρίας, η οποία στην πορεία από μαρξική, μετετράπη σε μαρξιστική) είναι ο μετασχηματισμός της μαρξικής και μαρξιστικής θεωρίας από μια φιλόδοξη κοινωνική θεωρία, για την κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή, σε θεωρία και ιδεολογία της γραφειοκρατικής ελίτ των πολιτικών, συνδικαλιστικών και κοινωνικών οργανώσεων της εργατικής τάξης, και - το κυριότερο και απείρως χειρότερο - η μετατροπή της, στην συνέχεια, σε άρχουσα ιδεολογία των γραφειοκρατιών των κυβερνώντων κομμουνιστικών κομμάτων στην "Ε.Σ.Σ.Δ." και το λοιπό "σοσιαλιστικό" στρατόπεδο.

Δεν μου αρέσουν οι επαναλήψεις, αλλά θα κάνω μια σύνοψη της πραγματικής ιστορίας - και όχι των κειμένων του Μαρξ, του Ένγκελς, του Γκράμσι, του Μπακούνιν, του Λένιν, του Αλτουσέρ, του Καστοριάδη, ή οποιουδήποτε άλλου: 



Isidore Auguste Marie François Xavier Comte 19/2/1798 - 5/9/1857). Θεωρείται, ως ο ιδρυτής της επιστήμης της κοινωνιολογίας. Ο ουσιαστικός πατέρας της κοινωνιολογίας, όμως, είναι ο
Καρλ Μαρξ, αφού αυτός, με την συγγραφή του βιβλίου του, με τίτλο : "ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", αποπειράθηκε και πραγματοποίησε την πρώτη κοινωνιολογική έρευνα και ανάλυση, με αντικείμενο εξέτασης την αγγλική κοινωνία της εποχής του. Πριν από αυτόν, μια πολύ καλή πρωτόλεια προσπάθεια κοινωνιολογικής ανάλυσης, με ουσιαστικό περιεχομενο, η οποία, υπήρξε απόλυτα διευκολυντική, για το κοινωνιολογικό έργο του Μαρξ, έκανε ο Φρήντριχ Ένγκελς, με αντικείμενο εξέτασης την αγγλική εργατική τάξη, στην μπροσούρα του, με τίτλο : "Η Κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία".



Η πραγματική γραφειοκρατικοποίηση του επαναστατικού εργατικού κινήματος ξεκίνησε από την στιγμή που ο Μαρξ - με τις χωρίς αμφιβολία μεγάλες του γνώσεις την λαμπερή προσωπικότητά του και την επιστημοσύνη του (γιατί ήταν μεγάλος επιστήμονας και είναι ουσιαστικός ιδρυτής ενός ολόκληρου επιστημονικού κλάδου, αν και αυτό δεν του έχει αναγνωριστεί, διότι ο Μαρξ είναι ο ουσιαστικός πατέρας της σύγχρονης κοινωνιολογίας. Δεν είναι ο Ωγκύστ Κοντ, όπως λένε τα εγχειρίδια. Ο Κοντ γενικολόγησε και δεν περιέγραψε κανέναν κοινωνικό σχηματισμό, ή τάξη, ή ομάδα πληθυσμού, ενώ ο Μαρξ είναι πατέρας της κοινωνιολογίας, επειδή με ''ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ'' έπιασε την κοινωνία της εποχής του (κατά βάση την αγγλική) και την ανάλυσε διεξοδικά, περιγράφοντας τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής και τις κοινωνικές του τάξεις, επιχειρώντας να αναλύσει τους νόμους, που τον διέπουν και την εξέλιξή του. Αυτό στην πράξη κάνει η κοινωνιολογία και αυτό έκανε πρώτος ο Μαρξ, με την επιστημονική αναλυτική του οξυδέρκεια. Μπορούμε να πούμε ότι τα κατάφερε, παρά την όποια κριτική μπορεί να του γίνει και παρά τα όποια λάθη του - η επιστήμη, άλλωστε, έτσι προχωρεί - μέσα από δοκιμές και λάθη) - θεώρησε ότι υπάρχει μια επιστήμη της κοινωνικής εξέλιξης, με την εγελιανή έννοια του όρου και όχι με την νομιναλιστική, την οποία αυτός, με την επικουρία του Ένγκελς, ανακάλυψε, η οποία προσδιορίζει τους νόμους, που διέπουν την κοινωνία, κατ' αντιστοιχίαν με τους φυσικούς νόμους και οι οποίοι, αναπόδραστα, οδηγούν στην αντικατάσταση της καπιταλιστικής κοινωνίας από την κομμουνιστική, με ένα συγκεκριμένο επαναστατικό υποκείμενο :

Την εργατική τάξη και ειδικώτερα το βιομηχανικό προλεταριάτο. Είναι το ''περίφημο'' θεωρητικό σύμπαν του ''Διαλεκτικού και Ιστορικού Υλισμού''.

Στην πραγματική πολιτική και κοινωνική ζωή αυτό μεταφράστηκε - ορθότατα - και οδήγησε στον (πρώϊμο είναι η αλήθεια) διαχωρισμό ανάμεσα σε διευθύνοντες και εκτελεστές, δηλαδή ανάμεσα σε εκείνους, που κατέχουν την επιστημονική γνώση και ως εκ τούτου, την επιστημονική αλήθεια, δηλαδή τους ''επαΐοντες'', τους ''ειδικούς της γνώσης και της επιστήμης'' και σε εκείνους που δεν την κατέχουν (και εκ θέσεως δεν μπορούν να την κατέχουν), δηλαδή τους άτυχους και ψόφιους από την κώπωση του καθημερινού μόχθου προλετάριους. Αυτό ήλθε γάντι, στους γραφειοκράτες της εποχής, οι οποίοι (πολιτικοί, συνδικαλιστές, κομματικοί και λοιποί παράγοντες των κοινωνικών οργανώσεων των εργαζομένων, μαζί με τους αστούς και μικροαστούς διανοούμενους), απέκτησαν την θέση των επαϊόντων των ειδικών της επιστημονικής επαναστατικής θεωρίας, με βασικά όργανα (αφού είχαν προηγηθεί διάφοροι πειραματισμοί) την Διεθνή Ένωση των Εργαζομένων και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας (το οποίο υπήρξε - μην το ξεχνάμε - καρπός των προσωπικών πολιτικών αγώνων του Μαρξ και του Ένγκελς), που απέκτησαν μια συγκεκριμένη δομή γραφειοκρατικού χαρακτήρα, με τον βασικό διαχωρισμό, που περιέγραψα προηγουμένως, που εντάθηκε, μετά την ήττα της Κομμούνας του Παρισιού και τον τυφλό οργανωτισμό, που επεκράτησε και λόγω αυτής της ήττας (αλλά όχι μόνον ένεκα αυτής) και με την επακολουθήσασα διάσπαση της Διεθνούς.

Από την εποχή, λοιπόν, του Μαρξ (και εδώ μιλάμε μόνον και για τον ίδιο τον Μαρξ και όχι για τις όποιες ''στρεβλώσεις'' της θεωρίας από τους Έντουαρντ Μπέρνστάϊν  Καρλ ΚάουτσκυΒλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, Ζαν Ζωρές, Φρήντριχ Άντλερ, Λέοντα Τρότσκυ, Ιωσήφ Στάλιν, Μάο ΤσετουνγκΕρνέστο Τσε Γκεβάρα, Κιμ Ιλ Σουνγκ κλπ), μέσα από την προαναφερθείσα διαδικασία, οι επιστημονικοφανείς θεωρίες του κατέστησαν ιδεολογία της εργατικής αριστοκρατίας και της συνακόλουθης αστικής και μικροαστικής προελεύσεως γραφειοκρατίας του εργατικού κινήματος.

Σε αυτό βοήθησε και αυτό φάνηκε, αργότερα, πολύ μετά τον Μαρξ και η καπιταλιστική ανάπτυξη, η οποία εισήγαγε την γραφειοκρατικοποίηση στην ίδια την εργατική τάξη, και έδωσε μια τεράστια ανάπτυξη στην εργατική αριστοκρατία και την συνδικαλιστική γραφειοκρατία, μέσω δύο διόδων : 


1) Με την αργή, τότε, αλλά και όλο επιταχυνόμενη, έκτοτε, διόγκωση του τομέα των υπηρεσιών και 

2) Με την γραφειοκρατικοποίηση των παραγωγικών διαδικασιών στο ίδιο το εργοστάσιο και τον συναφή διαχωρισμό ανάμεσα στην πνευματική και χειρωνακτική εργασία.



Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν - Καρλ Κάουτσκυ


Όσα ακολούθησαν στην συνέχεια με τους Καρλ Κάουτσκυ και Β. Ι. Λένιν (ο Λένιν ήταν μαθητής του Κάουτσκυ στα οργανωτικά και όχι μόνον) και την πολιτικοοργανωτική ρεφορμιστικοποίηση του εργατικού κινήματος δεν ήσαν τυχαία.

Ο Κάουτσκυ σχηματοποίησε οργανωτικά τα σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, της αποκληθείσας Β' Διεθνούς (της διεθνούς ομοσπονδίας, που διαδέχθηκε την "Διεθνή Ένωση των Εργαζομένων", η οποία χαρακτηρίστηκε, ως η Α' Διεθνής) ενώ ο Λένιν, με την, επί του συγκεκριμένου, πολιτική ανάλυση, στο βιβλίο του, με τίτλο : ''ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ;'' οδήγησε στον σχηματισμό του μπολσεβίκικου κόμματος από φράξια του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος της Ρωσίας, με τις συγκεκριμένες αντιλήψεις και οργανωτικές δομές, περί επαγγελματιών επαναστατών, αποτελουμένων από αστούς και μικροαστούς διανοούμενους, οι οποίοι, σύμφωνα με την λενινιστική πολιτική ανάλυση, όντας γνώστες της επαναστατικής κοινωνικής θεωρίας του μαρξισμού, την εισάγουν στους αμαθείς εργάτες.

Οι προλετάριοι (πάντα σύμφωνα με την λενινιστική πολιτική ανάλυση, που συγκεκριμενοποιεί στην ζώσα πολιτική πράξη την μαρξική αντίληψη περί επιστήμης και επιστημόνων), από την κοινωνική τους θέση, δεν μπορούν να έχουν ταξική πολιτική συνείδηση, διότι μπορούν να έχουν, μόνον, μια τρεϊντγιουνιονιστική συνδικαλιστική συνείδηση, εξ ου και η αναγκαιότητα της εισαγωγής της πολιτικής συνείδησης, σε αυτούς, από τους αστούς διανοούμενους, τους επαγγελματίες επαναστάτες του πολιτμπυρώ και των άλλων καθοδηγητικών οργάνων του κόμματος.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι από τον Μαρξ, στον Λένιν, η απόσταση ήταν ελάχιστη και φυσικά, διανύθηκε, καθιστώντας κυρίαρχη την πολιτικοσυνδικαλιστική γραφειοκρατία - με την πρωτοκαθεδρία στην πολιτική (κομματική) γραφειοκρατία των ειδημόνων, των ειδικών της επιστημονικής γνώσης, δηλαδή τους μεταμορφωμένους σε γραφειοκράτες αστούς και μικροαστούς διανοούμενους. - και παθητικό πεζικό το προλεταριάτο και την λοιπή κοινωνία. Και όλα αυτά, με κυρίαρχη ιδεολογία τον μαρξισμό, ο οποίος έγινε και άρχουσα κρατική ιδεολογία των γραφειοκρατιών, που κυβέρνησαν και εξακολουθούν να κυβερνούν στις "σοσιαλιστικές" χώρες (καταρρεύσασες και παρούσες).

Πέρα από τα ιδεολογήματα, αυτή ήταν η πραγματική ιστορία - για την ακρίβεια, η πραγματική ιστορική τραγωδία - του Μαρξ και του μαρξισμού.

Πάνω στα ερείπια αυτής της ιστορικής τραγωδίας βρισκόμαστε και αυτά ερχόμαστε να διαχειριστούμε τώρα. 




Αντιπρόσωποι εργατικών οργανώσεων, σε συνέδριο της "Διεθνούς Ένωσης των Εργαζομένων". Ο ρόλος τους υπήρξε διφυής. Από την μία πλευρά, πολλοί από αυτούς ήσαν εκφραστές και εκπρόσωποι των εργαζομένων, που τους έστειλαν εκεί. Από την άλλη, όμως, εξέφραζαν και το καινοφανές, ιστορικά, κοινωνικό στρώμα, το οποίο ήταν ένα μείγμα αυθεντικών εκπροσώπων των εργαζομένων, προλετάριων διανοουμένων, μελών της εργατικής αριστοκρατίας και αστών και μικροαστών διανοουμένων, όντας ένα πρωτόλειο σχήμα της διευθυντικής ελίτ των "επαγγελματιών επαναστατών", όπως αυτό σχηματοποιήθηκε και περιγράφηκε από τον Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνωφ (Λένιν) και έτσι όπως αυτό εξελίχθηκε, μέσα στην πορεία της Ιστορίας του 20ου αιώνα, μέχρι τις ημέρες μας.



Αλλά, ας μείνουμε στην σχέση του κόμματος και της διευθυντικής ελίτ, της "επαναστατικής πρωτοπορείας" με την εργατική τάξη.

Θα αναφερθώ, εδώ, στο περίφημο ''επαναστατικό υποκείμενο'', όχι ως μια ιστορική οντότητα (αφού στην πραγματικότητα η εργατική τάξη λίγες φορές εμφανίστηκε στο ιστορικό προσκήνιο, ως επαναστατική τάξη και όσες φορές το έπραξε, είτε ηττήθηκε από τους αστούς, είτε από τους γραφειοκράτες, δήθεν εκπρόσωπούς της, ενώ, εδώ και πολλές δεκαετίες, έπαυσε να αποτελεί επαναστατικό φορέα αλλαγών και έχει ενσωματωθεί στο καπιταλιστικό σύστημα γραφειοκρατικοποιούμενη, αφήνοντας ένα κοινωνικό κενό, δια του οποίου αναδεικνύεται το γεγονός της έλλειψης σύγχρονου επαναστατικού υποκειμένου), αλλά ως ψευδή συνείδηση των αστών διανοουμένων, που ενστερνίστηκαν το μαρξισμό - περιλαμβανομένου και του ιδίου του Καρλ Μαρξ, όχι ως μαρξιστή, αλλά ως αστού διανοουμένου και ιδρυτή της θεωρίας.

Ας δούμε ένα κεντρικό σημείο της ιδεολογικοπολιτικής συγκρότησης του Καρλ Μαρξ, των πατέρων του μαρξισμού και του Λένιν και τις θέσεις τους, γύρω από το προλεταριάτο, αυτή την υποτιθέμενη επαναστατική τάξη, το περίφημο επαναναστατικό υποκείμενο :

Ο Karl Marx μέσα από την λεπτομερειακή - πολλές φορές ορθή, πολλές φορές εσφαλμένη - ανάλυση της αστικής κοινωνίας, αλλά και την μελέτη της ιστορίας μέχρι την εποχή του, κατέληξε ότι κεντρικό ρόλο στην κοινωνική εξέλιξη παίζει η πάλη των τάξεων : "Η ιστορία όλων των ως τώρα κοινωνιών είναι ιστορία ταξικών αγώνων". Ήταν επόμενο, λοιπόν, να αναζητήσει και εντός της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας την τάξη εκείνη που θα οδηγούσε στον επόμενο κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό. 



1935 : Συγκέντρωση Αμερικάνων εργατών, εν όσω, ακόμη, σοβούσε η GREAT DEPRESSION. Η εργατική τάξη θεωρήθηκε από τον Καρλ Μαρξ, ως εκείνη η τάξη, η οποία θα διαδεχόταν στην εξουσία των μέσων παραγωγής και των κοινωνικών θεσμών την καπιταλιστική τάξη και ότι, με την κατάληψη αυτή, θα καταργούσε, κάθε ταξική διαφοροποίηση, υποβοηθούμενη από την επαναστατική επιστημονική κοινωνική θεωρία και τους επαΐοντες επιστήμονες, που κατέχουν αυτήν την θεωρία. Στην πραγματικότητα, η ιστορική εξέλιξη ακολούθησε άλλες ατραπούς...


Η τάξη αυτή ήταν το προλεταριάτο, η εργατική τάξη που, αρχικά, για τη μαρξική σκέψη, προέβαλλε, ως τάξη ενιαία και από την άποψη των αντικειμενικών όρων ύπαρξής της : "μια τάξη με ριζικές αλυσίδες, μια τάξη της κοινωνίας των ιδιωτών, ένα κοινωνικό στρώμα που να είναι η διάλυση όλων των στρωμάτων, μια σφαίρα που να έχει καθολικό χαρακτήρα εξ’ αιτίας της καθολικότητας των παθών της, που να μη διεκδικεί το επιμέρους δικαίωμα, γιατί έχει υποστεί όχι μια επιμέρους αδικία, αλλά την αδικία καθ’ εαυτή... μια σφαίρα που να μην μπορεί να χειραφετηθεί χωρίς να χειραφετηθεί από όλες τις άλλες σφαίρες της κοινωνίας και χωρίς μ’ αυτόν τον τρόπο να χειραφετήσει όλες τις άλλες σφαίρες της κοινωνίας, που να είναι με μια λέξη η ολική απώλεια του ανθρώπου και, άρα, να μην μπορεί να επανακτήσει τον εαυτό της χωρίς μια ολική επανάκτηση του ανθρώπου.".

Μάλιστα, αρχικά, ο Καρλ Μαρξ θεωρεί ότι η αντικειμενική, υλική, οικονομική θέση της εργατικής τάξης στην κοινωνία την εξοπλίζει αυτόματα και με αντίστοιχη συνείδηση, δηλώνοντας εμφατικά ότι "για τη μάζα των ανθρώπων, δηλαδή για το προλεταριάτο, αυτές οι θεωρητικές ιδέες (σ.σ. αναφέρεται στην ιδεολογία της αστικής τάξης της Γερμανίας) δεν υπάρχουν και επομένως δε χρειάζεται να καταργηθούν, κι αν αυτή η μάζα είχε ποτέ οποιεσδήποτε θεωρητικές ιδέες, π.χ. θρησκεία κτλ., αυτές έχουν από καιρό τώρα διαλυθεί από τις περιστάσεις".

Με τη συστηματικότερη μελέτη του προλεταριάτου, ωστόσο, ο Καρλ Μαρξ συνειδητοποίησε ότι, ανεξάρτητα από τους ενιαίους υλικούς όρους ύπαρξής του, στο επίπεδο της συνείδησης της ταξικής του θέσης το προλεταριάτο δεν είναι αντίστοιχα ενιαίο : "οι οικονομικές συνθήκες είχαν αρχικά μετατρέψει τη μάζα της χώρας σε εργάτες. Η κυριαρχία του κεφαλαίου δημιούργησε για τούτη τη μάζα κοινή θέση, κοινά συμφέροντα. Έτσι η μάζα αυτή είναι πια μια τάξη αντίκρυ στο κεφάλαιο. Μα, δεν έχει γίνει ακόμα τάξη για τον εαυτό της. Μέσα στην πάλη, που μονάχα μερικές της φάσεις έχουμε σημειώσει, τούτη η μάζα συνενώνεται, συγκροτείται σε τάξη για τον εαυτό της".

Εδώ προκύπτει λοιπόν το ερώτημα : 

Πώς η εργατική τάξη, από τάξη, απέναντι στο κεφάλαιο μπορεί να γίνει "τάξη για τον εαυτό της", δηλαδή πώς μπορεί η εργατική τάξη να συνειδητοποιήσει τον  όποιο (υποτιθέμενο, ή πραγματικό) αντικειμενικό, ιστορικό της ρόλο;

Στην αρχή, ο Μαρξ θεωρεί ότι οι υλικές συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης και οι αγώνες της, ενάντια στην αστική τάξη, την οδηγούν, εκ των πραγμάτων, στην ταξική της συνειδητοποίηση. Αλλά, όσο προχωράει η ζωή, δεν μένει σε αυτή την διαπίστωση. Τα διδάγματα που αποκομίζει, από την συνεχή ροή των δεδομένων, που προκύπτουν από την πραγματικότητα και την καθημερινή ζωή του προλεταριάτου, τον οδηγούν, σε κάποιες ουσιώδεις παρακάμψεις του αρχικού θεωρητικού σχήματος. 

Ο Μαρξ ξεκινάει από την υλική εξαθλίωση του προλεταριάτου, και την συνδέει με την συνακόλουθη πνευματική του εξαθλίωση, αναπτύσσοντας την θεωρία της αλλοτρίωσης, η οποία τον παραπέμπει στην διαπίστωση ότι το προλεταριάτο αναπτύσσει, μέσα στον καπιταλισμό, μια αλλοτριωμένη συνείδηση, μια αυθόρμητη, στρεβλή αντανάκλαση του είναι και του γίγνεσθαι, δηλαδή της ίδιας της πραγματικότητας και αυτό διότι "η εργατική τάξη κοιτάζοντας υποχρεωτικά την καπιταλιστική πραγματικότητα μέσα από τον παραμορφωτικό καθρέφτη που η ίδια η καπιταλιστική παραγωγή κατασκευάζει και τοποθετεί ανάμεσα στην ίδια και την εργατική τάξη, εκείνο που προσλαμβάνει δεν είναι παρά μια παραμορφωμένη εικόνα της πραγματικότητας".

Έτσι, για τον Καρλ Μαρξ, "στην συνηθισμένη ροή των πραγμάτων, ο εργαζόμενος μπορεί να εγκαταλειφθεί στη δράση των φυσικών νόμων της κοινωνίας". Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η εργατική τάξη, από την άποψη των αντικειμενικών, υλικών όρων ύπαρξής της είναι, εν δυνάμει, επαναστατική, αλλά, όσο μένει στην άμεση εμπειρική επαφή της με την πραγματικότητα, που βιώνει, εγκλωβίζεται στα πλαίσια της αστικής κοινωνίας και δεν μπορεί να ανυψωθεί στο επίπεδο της "τάξης για τον εαυτό της".


 

Η γραφειοκρατία του Κ. Κ. Κίνας, η ολοκληρωτική διευθυντική ελίτ, που κυβερνά την αχανή χώρα των 1.300.000.000 ανθρώπων είναι η σύγχρονη κληρονόμος του στρώματος των "επαγγελματιών επαναστατών", του οποίου οι ιστορικές και πολιτικές καταβολές αναγονται στον Καρλ Μαρξ και στον Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνωφ (Λένιν). Ένα κομμάτι από αυτούς τους "επαγγελματίες επαναστάτες", που μετεξελίχθηκαν, σε επαγγελματίες πολιτικούς, είναι καπιταλιστές, μετά το άνοιγμα του κινεζικού Κ. Κ., από την εποχή του Deng Xiaoping στην αποκαλούμενη "σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς". Και φυσικά, η μελλοντική πορεία του Κ. Κ. Κίνας και της ίδιας της χώρας, που εξουσιάζει, αυτό το πολύ σημαντικό, πολυπληθές και με ολοένα και αυξανόμενη διεθνή βαρύτητα, απομεινάρι της Κομμουνιστικής Διεθνούς (της αποκληθείσας Γ' Διεθνούς,, που ίδρυσε ο Λένιν το 1921, με σκοπό να στηρίξει την "Ε.Σ.Σ.Δ." και να αντικαταστήσει την ρεφορμιστική Σοσιαλιστική Διεθνή), που έχει εγκαθιδρύσει στην Κίνα, μια ολοκληρωτική εκδοχή του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, είναι ανοικτή σε όλα τα ενδεχόμενα...



Αφού, λοιπόν, η εργατική τάξη, μέσα στον καπιταλισμό, προσλαμβάνει μια παραμορφωμένη εικόνα της πραγματικότητας, κάποιοι άλλοι θα αναλάβουν το έργο της αντικατάστασης αυτής της παραμορφωμένης εικόνας, με την κανονική - πραγματική και την υπόδειξή της στην καθημερινή ενσάρκωση του προλεταριάτου, δηλαδή στους εργάτες και στο άνεργο εργατικό δυναμικό. Και φυσικά, αυτοί δεν είναι άλλοι, από τους αστούς διανοούμενους. Εδώ, λοιπόν, είναι που θα αναλάβουν δράση οι ειδικοί επιστήμονες της επαναστατικής κοινωνικής θεωρίας, προκειμένου να βοηθήσουν - υποτίθεται - την εργατική τάξη να απεγκλωβιστεί από τον εμπειρισμό και από τον παραμορφωτικό καθρέπτη της καπιταλιστικής ιδεολογίας, που την βαραίνει και την κρατά υποδουλωμένη στα καπιταλιστικά δεσμά.

Αυτοί είναι που θα αποτελέσουν την διευθυντική ελίτ, την γραφειοκρατία, η οποία είναι γέννημα του ίδιου κοινωνικού και οικονομικού μηχανισμού, που οδηγεί στην γραφειοκρατικοποίηση του καπιταλισμού και ο οποίος μηχανισμός έδωσε στο καπιταλιστικό σύστημα την σημερινή του μορφή. Αυτήν, δηλαδή, του γραφειοκρατικού καπιταλισμού. Και αυτή η διαδικασία είναι που προσδιορίζει τον Μαρξ και τον μαρξισμό, ως μια συντηρητική συνιστώσα του συστήματος.

Το θεωρητικό έργο του Μαρξ αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία κινήθηκαν ο Καρλ Κάουτσκυ και ο Β. Ι. Λένιν, οι οποίοι, μελετώντας την πραγματικότητα της ανάπτυξης του καπιταλισμού, σε δύο, εκ διαμέτρου, διαφορετικές χώρες, στην Γερμανία και στην Ρωσία, συνειδητοποίησαν, κατά την εξέταση των αυθόρμητων αντιδράσεων του γερμανικού και του ρωσικού προλεταριάτου ότι η αυθόρμητη εξέλιξη του εργατικού κινήματος τραβάει, κατ' ευθείαν, στην υποταγή του στην αστική ιδεολογία και ότι τα πρώτα μέσα πάλης είναι, πάντοτε, στην καπιταλιστική κοινωνία συνδικαλιστικά, τρέιντ-γιουνιονιστικά μέσα πάλης και η πρώτη ιδεολογία θα είναι η αστική τρέιντ-γιουνιονιστική ιδεολογία. Και για τον Κάουτσκυ και για τον Λένιν, αυτή η αυθόρμητη στάση της εργατικής τάξης είναι η εμβρυϊκή μορφή της συνειδητής στάσης της, η οποία για να ωριμάσει, προϋποθέτει την πολιτική της διαπαιδαγώγιση.

Έτσι και οι τρεις τους (Μαρξ, Κάουτσκυ, Λένιν) αντιλήφθηκαν ότι το προλεταριάτο είναι μια τάξη, εν δυνάμει, επαναστατική, η οποία όμως δεν μπορεί, αυθόρμητα, να γίνει "τάξη για τον εαυτό της" και να συνειδητοποιήσει, δηλαδή, τον υποτιθέμενο ιστορικό της ρόλο.

Για να καταλάβουμε, καλύτερα, το ζήτημα των δυνατοτήτων, αλλά και αδυναμιών, της εργατικής τάξης είναι σημαντικό να αναφερθούμε στην καθημερινή της συνείδηση, που διαμορφώνεται στην καθημερινή ζωή, κατά αυθόρμητο τρόπο και συνιστά άμεση πνευματική αφομοίωση της πραγματικότητας στα πλαίσια της καθημερινής πρακτικής δραστηριότητας. Το περιεχόμενο της καθημερινής συνείδησης αποτελείται από το σύνολο των αυθόρμητα διαμορφωθέντων μαζικών ή ατομικών ιδεών οι οποίες αντανακλούν άμεσα μια πληθώρα καθημερινών καταστάσεων εκφράζοντας κατά κανόνα τη φαινομενικότητα αυτών. Η καθημερινή συνείδηση αποτελεί εμπειρική αντανάκλαση των δεδομένων της ανθρώπινης ζωής και δραστηριότητας, που δεν έχουν σχηματοποιηθεί, μέσα από μια θεωρητική επεξεργασία.

Η καθημερινή συνείδηση, μπορεί να είναι κυρίαρχη στο βαθμό που μπορεί να διασφαλίσει ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα στα πλαίσια της καθημερινής πρακτικής δραστηριότητας των ανθρώπων. Ως, εκ τούτου, η υπέρβαση της καθημερινότητας και των όποιων βεβαιοτήτων και προκαταλήψεων της συνείδησης, που προκύπτει από αυτήν την καθημερινότητα, σε συνδυασμό με το ενδιαφέρον για τη δυνατότητα εναλλακτικής κοινωνικής εξέλιξης, μπορούν να συμβούν, στα πλαίσια μιας ισχυρής αντίφασης, που βιώνουν οι εργάτες η οποία αντίφαση προκύπτει από την τεράστια αδυναμία των ανθρώπων να προσαρμοστούν στην πραγματικότητα και από μια τεράστια επιθυμία να αλλάξουν την πραγματικότητα, σύμφωνα με τις ανάγκες τους.

Έτσι λοιπόν μόνο υπό ορισμένες έκτακτες αντικειμενικές, κοινωνικές συνθήκες μπορούν να δημιουργηθούν οι όροι, ώστε η εργατική τάξη να ξεπεράσει τον σκόπελο της καθημερινής συνείδησης και να προχωρήσει στην διερεύνηση μιας εναλλακτικής κοινωνικοοικονομικής και πολιτικής. Αλλά, ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση, η εργατική τάξη δεν κινείται αυθόρμητα προς τη διαμόρφωση και υιοθέτηση επαναστατικών θέσεων. Η επεξεργασία και η ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας δεν συμβαίνει αυθόρμητα από τους εργάτες και δεν προκύπτει από διεργασίες, που γίνονται, μέσα στην εργατική τάξη. Προκύπτει από τους ειδικούς επιστήμονες της επαναστατικής κοινωνικής θεωρίας, ως αυθεντικούς κατόχους της γνώσης, στους οποίους οι πραγματικοί εργάτες θα πρέπει να υποταχθούν.

Από όλα τα παραπάνω, εύκολα και αβίαστα, συνάγεται ότι η μαρξική, η καουτσκική και η λενινιστική αντίληψη, για το προλεταριάτο, δεν βρίσκονται σε ασυνέχεια. Και οι τρεις τους απονέμουν στην εργατική τάξη τον ιστορικό ρόλο της επαναστατικής τάξης, με την διαφορά, όμως, ότι η επίκληση αυτού του ιστορικού ρόλου, έχει ένα απλό διακηρυκτικό περιεχόμενο, άνευ ουσιώδους πραγματικού περιεχομένου.

Με δεδομένη την ύστερη μαρξική αντίληψη ότι ''η εργατική τάξη κοιτάζοντας υποχρεωτικά την καπιταλιστική πραγματικότητα μέσα από τον παραμορφωτικό καθρέφτη που η ίδια η καπιταλιστική παραγωγή κατασκευάζει και τοποθετεί ανάμεσα στην ίδια και την εργατική τάξη, εκείνο που προσλαμβάνει δεν είναι παρά μια παραμορφωμένη εικόνα της πραγματικότητας'', καθώς και ότι ''στην συνηθισμένη ροή των πραγμάτων, ο εργαζόμενος μπορεί να εγκαταλειφθεί στη δράση των φυσικών νόμων της κοινωνίας'', ο Λένιν προχώρησε στο επόμενο βήμα, λέγοντας ότι το προλεταριάτο δεν μπορεί να αποκτήσει, από μόνο του, ταξική πολιτική συνείδηση και να προσεγγίσει τις σοσιαλιστικές ιδέες. 

Το βήμα αυτό δεν ήταν τίποτε περισσότερο, παρά η φυσική συνέχεια των ύστερων μετανεανικών μαρξικών αντιλήψεων, οι οποίες ενισχύθηκαν, με τον άκρατο μαρξικό επιστημονισμό και την συνακόλουθη κυριαρχία των πολιτικών οικονομικών και κοινωνικών επιστημόνων, επί των αμαθών εργατών. 

Ακριβώς, αυτές οι μετανεανικές ιδέες του Μαρξ και η αντίληψη ότι, μέσω της θεωρίας του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, μπορεί να κατακτηθεί μια επιστημονική γνώση, η οποία να εγγυάται, να δείχνει και να γνωρίζει (πάντα με την επιστημονική έννοια του όρου) την οδό, για την κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή, ήτοι αυτό που, τότε, ονόμαζαν σοσιαλιστική κοινωνία, δεν έκαναν τίποτε περισσότερο από το να δώσουν μια κεντρική θέση στους πρακτικούς πολιτικούς επιστήμονες της εποχής του, δηλαδή στην γραφειοκρατία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και της Διεθνούς των Εργαζομένων, που αποτελούνταν από τους αστούς και τους γραφειοκρατικοποιημένους εργάτες των πολιτικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων του εργατικού κινήματος.

Για να είμαστε, λοιπόν, ιστορικά ακριβείς, οι ελιτιστικές λενινιστικές αντιλήψεις δεν ήσαν, απλά και μόνον, αντιλήψεις, που βγήκαν μέσα από την επεξεργασία της εμπειρίας του ρωσικού εργατικού κινήματος της τσαρικής εποχής, αλλά υπήρξαν (ομιλώ για τις λενινιστικές ιδέες για το προλεταριάτο) προϊόν της προχωρημένης εμπειρίας των εργατικών κινημάτων της Ευρώπης των αρχών του περασμένου αιώνα, αφού ο Λένιν δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να επεξεργασθεί τις ιδέες του δασκάλου του, δηλαδή του Καρλ Κάουτσκυ, που ήταν μια ηγετική μορφή της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας της εποχής εκείνης.

Στην εξέλιξη της ιστορίας, βέβαια, επήλθε ο διχασμός του σοσιαλιστικού εργατικού κινήματος, ανάμεσα στην ρεφορμιστική σοσιαλδημοκρατική πλευρά και στην ολοκληρωτική λενινιστική κομμουνιστική, με αποτέλεσμα τις διαφορετικές πορείες, που είχαν οι δύο αυτές πλευρές του κινήματος. Αλλά και οι δύο τάσεις είχαν βγει, μέσα από την ίδια μαρξική μήτρα και οι διαφορές τους δεν είχαν να κάνουν, με την κοινή περιφρονητική τους στάση, απέναντι στο προλεταριάτο, αλλά, για το ποιός θα το εξουσιάσει και το προς ποιά κατεύθυνση θα το οδηγήσει.

Η φράση αυτή μπορεί να φαίνεται οξύτατη και άδικη για τους μαρξιστές - οι οποίοι είναι κατανοητό ότι δεν μπορούν να προβούν σε μια τέτοια πατροκτονία -, πλην όμως, είναι πλήρως αληθής. Το ότι, σε επίπεδο θεωρίας, ο Μαρξ και οι μαρξιστές θεωρητικοί ανακήρυξαν το προλεταριάτο, ως την επαναστατική κοινωνική τάξη της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας, δεν μπορεί να κρύψει το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι, όταν πέρασαν στην περαιτέρω εξειδίκευση αυττής της θεωρίας, κατέληξαν στο ''επιστημονικό'' συμπέρασμα, με πρώτον τον Μαρξ, ότι στην πράξη η εργατική τάξη δεν είναι επαναστατική και ότι δεν μπορεί να αρθεί στο επίπεδο της ταξικής σοσιαλιστικής πολιτικής συνείδησης, αφού είναι έρμαιο της καπιταλιστικής ιδεολογίας, ως αμαθής, ανεκπαίδευτη και αποξενωμένη από τα μέσα παραγωγής.

Επαναλαμβάνοντας τα λόγια των Λένιν και Μαρξ ότι ''η εργατική τάξη κοιτάζοντας υποχρεωτικά την καπιταλιστική πραγματικότητα μέσα από τον παραμορφωτικό καθρέφτη που η ίδια η καπιταλιστική παραγωγή κατασκευάζει και τοποθετεί ανάμεσα στην ίδια και την εργατική τάξη, εκείνο που προσλαμβάνει δεν είναι παρά μια παραμορφωμένη εικόνα της πραγματικότητας'', καθώς και ότι ''στην συνηθισμένη ροή των πραγμάτων, ο εργαζόμενος μπορεί να εγκαταλειφθεί στη δράση των φυσικών νόμων της κοινωνίας'', αυτό που μπορώ να πω είναι ότι, για έναν κοινωνικό επιστήμονα του επιπέδου του Καρλ Μαρξ, αυτή η κεντρική διαπίστωση θα έπρεπε να τον οδηγήσει στην ριζική αναθεώρηση της θεωρίας του και στην ανατροπή της ως θεωρίας, που έβλεπε ως κεντρικό επαναστατικό υποκείμενο την εργατική τάξη και την αντικατάσταση αυτής της θεωρίας, με μια άλλη. Δεν το αποτόλμησε, όμως και τούτο επειδή ο Καρλ Μαρξ δεν ήταν απλά ένας θεωρητικός, όπως πολλοί πιστεύουν. 


Ο Μαρξ ήταν πρώτα από όλα, πολιτικός (έτσι έβλεπε τον εαυτό του) και μάλιστα ακτιβιστής και γραφειοκράτης. Μάλιστα, είναι παροιμιώδης η δράση του και στο γερμανικό σοσιαλιστικό κίνημα (το SPD είναι καρπός των αγώνων των Μαρξ και Ένγκελς) και στο διεθνές εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα, στο οποίο υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία, με την ίδρυση της Διεθνούς των Εργαζομένων και τις γραφειοκρατικές πιρουέτες του, με τις συμμαχίες με τα πιο συντηρητικά και ρεφορμιστικά ρεύματα του κινήματος, προκειμένου να έχει το πάνω χέρι, μη φειδόμενος ούτε των πιο απαίσιων μεθόδων, προκειμένου να συκοφαντήσει τους πολιτικούς του αντιπάλους, με αποκορύφωμα την διαγραφή του Μιχαήλ Μπακούνιν τον οποίον κατηγόρησε ως ... κλέφτη, ακριβώς επειδή ο Ρώσος επαναστάτης του έκανε σφοδρή κριτική, για αυτές τις πλευρές της θεωρίας του Μαρξ, επισημαίνοντας τον επερχόμενο κίνδυνο της γραφειοκρατικοποίησης του κινήματος και της υποκατάστασής του από μία αστικού τύπου δικτατορική εξουσία μιας χούφτας αστών πολιτικών, όπως πολύ αργότερα (τον Οκτώβρη του 1918) κατηγόρησε τους μπολσεβίκους, για τον τρόπο διακυβέρνησης της νεότευκτης Ε.Σ.Σ.Δ., η Ρόζα Λούξεμπουργκ! Βλέπουμε, λοιπόν, ότι μπορεί η Ιστορία να κινείται με ασυνέχειες και ασυνέπειες (το - στην θεωρία - επαναστατικό προλεταριάτο, που στην πράξη, όμως, για την μαρξιστική πρακτική πολιτική ανάλυση, είναι αντεπαναστατικό), αλλά, πάντοτε, έχει τις συνέχειές της, που συνθέτουν το νήμα, το οποίο δημιουργείται από την ακατάπαυστη ανθρώπινη κοινωνικοϊστορική δημιουργία.

Από τον επιστημονισμό των ειδικών του Καρλ Μαρξ και την επεξεργασία της εμπειρίας, που τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η εργατική τάξη δεν λειτουργεί στην πράξη επαναστατικά, αλλά παραμένει ένα παρακολούθημα της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων, όντας εγκλωβισμένη στα πλαίσια της αστικής ιδεολογίας, φθάσαμε στην καουτσκική ιδεολογικοποίηση αυτών των δύο πλευρών του μαρξισμού, μέσω της οποίας εγκθιδρύθηκε η κυριαρχία των ειδικών πολιτικών επιστημόνων (δηλαδή των γραφειοκρατών των πολιτικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων του σοσιαλιστικού εργατικού κινήματος), επί του αμαθούς και πρακτικά αντεπαναστατικού προλεταριάτου, με αποτέλεσμα η εργατική τάξη, πραγμοποιούμενη, να οδηγηθεί στον ρεφορμισμό και στην υποταγή στην αστική τάξη και ιδεολογία, από εκείνην την μακρινή εποχή, μέχρι τις ημέρες μας, με σκοπό την καλυτέρευση των όρων και των συνθηκών ζωής του προλεταριάτου και του ευρύτερου κινήματος.

Από την άλλη πλευρά ο καουτσκισμός, μέσω του Λένιν και με την επίδραση και των καταστάσεων, που επικρατούσαν στο ρωσικό εργατικό κίνημα, κατά την τσαρική εποχή, οδήγησε στην συγκρότηση του ολοκληρωτικού μπολσεβικικού κινήματος, ως ένα ακραία οργανωτικοδιοικητικό μοντέλο οργάνωσης και με την ίδια περιφρονητική στάση απέναντι στο προλεταριάτο, το οποίο και σε επίπεδο πολιτικής θεωρίας, πλέον, αποκαθηλώθηκε από το επαναστατικό του βάθρο, ως ανίκανο να ανυψωθεί, από μόνο του, στο επίπεδο της ταξικής πολιτικής συνείδησης, αφού ήταν κατάλληλο, μόνον, για τρεϊντγιουνιονισμό και τίποτε περισσότερο, από το να αποτελεί το παθητικό πεζικό, που εκτελεί, πειθήνια, ή με το στανιό, ή με τον βούρδουλα, τις ντιρεκτίβες των κομματικών ηγετών, ντιρεκτίβες, που είναι εμπνευσμένες από την επαναστατική κοινωνική, οικονομική και πολιτική θεωρία, που κατέχουν οι επαΐοντες και κάτοχοι της γνώσης επαγγελματίες επαναστάτες της πρωτοπορείας του λενινιστικού ''επαναστατικού κόμματος νέου τύπου'', δηλαδή οι γραφειοκρατικοποιημένοι αστοί, μικροαστοί και μισοπρολετάριοι διανοούμενοι, που λόγω της ειδικής τους σχέσης με την επαναστατική θεωρία (αυτήν του μαρξισμού, όπως αυτή εξειδικεύτηκε από τον λενινισμό), έχουν αναλάβει το καθήκον της εισαγωγής της ταξικής πολιτικής συνείδησης στο αμαθές και εν τοις πράγμασι, αντεπαναστατικό προλεταριάτο. 


Το αποτέλεσμα και αυτής της μη ρεφορμιστικής αντίληψης του μαρξισμού είναι γνωστό. Η κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους στην Ρωσία το 1917 και η γοργή καταστροφή του εργατοαγροτικού συμβουλιακού πειράματος, με την επιβολή του μονοκομματισμού, την κατάργηση των, εκτός του Κομμουνιστικού Κόμματος, πολιτικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων της εργατικής τάξης, η καθυπόταξη των εργατοαγροτικών συμβουλίων στο κόμμα και ο παραγκωνισμός των εργατών από την διαχείρηση και την διοίκηση των παραγωγικών μονάδων της χώρας, με την επιβολή του μπολσεβικικού πολιτικού, διοικητικού και οργανωτικού μοντέλου σε ολόκληρη την αχανή χώρα, αλλά και σε ολόκληρο το κομμουνιστικό κίνημα, μέσω της Κομμουνιστικής Διεθνούς, έφερε τον ολοκληρωτισμό και οδήγησε στην πλήρη πραγμοποίηση της εργατικής τάξης και σε αδιέξοδα και την Ε.Σ.Σ.Δ. και τις κοινωνίες στις οποίες μεταφυτεύτηκε το μπολσεβίκικο ολοκληρωτικό μοντέλο. Επακόλουθο αυτής της κατάστασης ήταν η κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ., αφού η γραφειοκρατική τάξη του Κ.Κ.Σ.Ε. και του κράτους (οι μετεξελιγμένοι ''επαγγελματίες επαναστάτες'') αποφάσισε τον μετασχηματισμό της, ως τάξης και της κοινωνίας σε μια τάξη και μια κοινωνία αντίστοιχη εκείνων των γραφειοκρατικών καπιταλιστικών κοινωνιών της Δύσης.

Όλα αυτά δεν ήσαν τυχαία. Ήσαν προϊόν του γεγονότος ότι η μαρξιστική ανάλυση ουδέποτε απομακρύνθηκε, στην βάση της, από τις φαντασιακές σημασίες του καπιταλιστικού συστήματος και παρέμεινε από την σύστασή της μια αντεπαναστατική θεωρία, που μετατράπηκε σε ιδεολογία, δηλαδή σε ψευδή συνείδηση. Αυτή η, αστικού τύπου, ψευδής συνείδηση είναι μια ψευδής συνείδηση των αστών διανοουμένων, που έχει ως κεντρικό στοιχείο το επαναστατικό υποκείμενο, δηλαδή το προλεταριάτο, του οποίου, όμως η επαναστατικότητα αφαιρείται και απονέμεται σε εκείνους, τους οποίους αυτή η ψευδής συνείδηση αφορά και των οποίων τα ιδιοτελή συμφέροντα, ως εξουσιαστικής ομάδας ιδιοτελών συμφερόντων - ως επαγγελματιών επαναστατών, δηλαδή ως γραφειοκρατών ενός ιεραχικού και συγκεντρωτικού κόμματος - έρχεται να εξυπηρετήσει : Των αστών διανοουμένων, των οποίων η ψευδής αυτή συνείδηση - ήτοι η μαρξιστική ιδεολογία - έρχεται να μυστικοποιήσει και να κρύψει την πραγματική κοινωνική κατάσταση και πρακτική, ώστε να μπορούν να πράττουν τα αντίθετα, από οσα λένε και να τα δικαιολογούν, μέσα από την ιδεολογία, μυστικοποιώντας τα, μέσα στο δημιουργημένο από αυτούς κοινωνικό φαντασιακό, δηλαδή την άρχουσα ιδεολογία του μαρξισμού.


Αυτή είναι η πικρή αλήθεια, γύρω από την πραγματική αντεπαναστατική και κοινωνικά αντιδραστική ιδεολογία του μαρξισμού - λενινισμού, ο οποίος, μέσα από την πρακτική του εφαρμογή και μέσα από τις κρίσιμες πολιτικοκοινωνικές και οικονομικές του αναφορές, οδήγησε στον ολοκληρωτισμό και στην απόλυτη πραγμοποίηση του προλεταριάτου και των κοινωνιών, που δημιούργησε.

Όλα αυτά συνέβησαν, πέραν των όποιων καλών προθέσεων, που άλλωστε, δεν ήσαν πάντοτε και σε όλους καλές. Αντίθετα, μάλιστα, τις περισσότερες φορές ήσαν κακές.

Γιατί όλα αυτά; Όχι, βέβαια, επειδή οι μπολσεβίκοι ήσαν κακοί άνθρωποι, αλλά, απλούστατα, επειδή, όπως η στοιχειώδης κοινωνιολογική ανάλυση λέει, οι εξουσιαστικές ομάδες συμφερόντων - και τα πολιτικά κόμματα είναι οι κατ' εξοχήν εξουσιαστικές κοινωνικές ομάδες ιδιοτελών συμφερόντων -, οποιασδήποτε ιδεολογίας (εδώ εργατιστικής) συγκροτούνται και διαχωρίζονται, από τον λοιπό κοινωνικό τους περίγυρο, τον οποίον υποτίθεται ότι εκπροσωπούν, όπως και από την υπόλοιπη κοινωνία και αυτός ο διαχωρισμός πραγματοποιείται, επάνω στην βάση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, που τις συγκροτούν και σχηματίζουν και συνέχονται από ιδιοτελή συμφέροντα, τα οποία υπερασπίζουν, απέναντι σε κάθε επιβουλή από οποιονδήποτε τα επιβουλεύεται και ασκούν τις όποιες εξουσίες τους δίδονται, ή κατακτούν, προς υπεράσπιση αυτών των συμφερόντων, πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν δεν τους ασκείται οιοσδήποτε κοινωνικός έλεγχος.

Και εντέλει, όπως, σωστά έχει περιγράψει ο Μαρξ όλες οι θεωρίες, οι ιδεολογίες και τα κοινωνικά συστήματα κρίνονται στην πράξη και από τα αποτελέσματα, που παράγουν και όχι από τις όποιες επαγγελίες, διακηρύξεις, ή υποσχέσεις, που, μέσα από την κάθε φορά επικρατούσα μορφή της ψευδούς συνειδήσεως, επικαλούνται.


Το πεδίο της Ιστορίας είναι το πεδίο της κρίσεως.

Και η ιστορία είναι καταδικαστική, για τον μαρξισμό, ως μια ακόμα ψευδή συνείδηση, που ήλθε να συγκαλύψει την σκληρή και αδυσώπητη πραγματικότητα, αυτών, που, σε οποιαδήποτε φάσης της ιστορικής τους ύπαρξης, όλοι οι μαρξιστές αποκαλούν "σοσιαλιστικές χώρες", όπου το προλεταριάτο πραγμοποιήθηκε (αυτό δεν το κατάφερε ούτε ο κλασσικός καπιταλισμός, ούτε η σύγχρονη, δυτικού τύπου, γραφειοκρατική καπιταλιστική εκδοχή του. Το κατάφερε ο ''υπαρκτός σοσιαλισμός''), μέσα από την λογική, που το θεωρούσε ανίκανο, ως πρακτικό επαναστατικό υποκείμενο και συνακόλουθα, ανίκανο, ως φορέα της σοσιαλιστικής κοινωνίας και που ανέθετε τα επαναστατικά καθήκοντα του προλεταριάτου στους επαγγελματίες επαναστάτες, που - υποτίθεται ότι - το εκπροσωπούν.

Αλλά, αν το προλεταριάτο δεν μπορεί να είναι επαναστατικό, ουδείς μπορεί να το μετατρέψει σε επαναστατικό, εάν με αυτήν την λέξη εννοούμε το προλεταριάτο, ως φορέα της κοινωνικοαπελευθερωτικής αλλαγής. Μπορεί να το κάνει όργανο - με την εργαλειακή έννοια της λέξης -, για να έλθει αυτός και η παρέα του στην εξουσία, όπως έκαναν οι γραφειοκρατικοποιημένοι αστοί διανοούμενοι του μπολσεβίκικου κόμματος.



Mikhail Bakunin (30/5/1814 - 1/7/1876). Ο Ρώσος επαναστάτης προέβλεψε τις εξελίξεις στο εργατικό και επαναστατικό κίνημα, πολύ πριν συμβούν, σε σχέση με τις ιστορικιστικές αντιλήψεις του Καρλ Μαρξ και των μαρξιστών, στις οποίες αναβίωσαν οι συγκεντρωτικές συνωμοτικές δοξασίες και τα οργανωτικά σχήματα του Louis Auguste Blanqui και των οπαδών του. Δεν εισακούστηκε, συκοφαντήθηκε και διεγράφη από την Διεθνή Ένωση των Εργαζομένων, με πρακτικές, τις οποίες εφάρμοσαν ο Καρλ Μαρξ, ο Φρήντριχ Ένγκελς και οι οπαδοί τους (τον κατηγόρησαν σα καταχραστή και σα πράκτορα του Τσάρου της Ρωσίας) και τις οποίες διδάχτηκε και εφάρμοσε ο Ιωσήφ Στάλιν. Έτσι, η Ιστορία πήρε τον δρόμο, τον οποίο άνοιξαν ο Μαρξ και οι μαρξιστές...


Ο Μιχαήλ Μπακούνιν είχε πολλές αδυναμίες και αρκετές πολιτικές ανεπάρκειες. Μπορούμε να του καταλογίσουμε διάφορα, αλλά είναι η αλήθεια ότι προειδοποίησε και κτύπησε το καμπανάκι έγκαιρα.

Αυτό το καμπανάκι ο Μαρξ όχι μόνον το αγνόησε, αλλά, ως γνήσιος πολιτικός εξουσιαστής, το είδε, ως κίνδυνο για την, τότε, εγκαθιδρυόμενη εξουσία του στην Διεθνή των Εργαζομένων και στην ιδεολογική του επικυριαρχία στο εργατικό κίνημα.

Παρά την ήττα του, ο Μπακούνιν δικαιώθηκε σε όλα όσα καταμαρτύρησε - πολύ, μα πάρα πολύ πρώϊμα - στον Μαρξ και στον μαρξισμό. Αποτελεί εθελοτυφλία το να μην το βλέπουμε.

Γι' αυτό και η μπακουνική ''εξιδανίκευση της αυθόρμητης, καθημερινής συνείδησης των εργαζομένων'', που ''εγκλωβίζει τις (υποτιθέμενες) πρωτοπορίες και τις καθιστά ουραγούς των αυθόρμητων, εν πολλοίς μη συνειδητών, αντιδράσεων των εργαζομένων'' (αυτή είναι η συνήθης κατηγορία, που προσάπτουν οι μαρξιστές θεωρητικοί στον Μιχαήλ Μπακούνιν) είναι πολύ προτιμώτερη από την επιδίωξη των μαρξιστών να απεγκλωβίσουν αυτές τις πρωτοπορείες, οι οποίες δοκιμάστηκαν και δεν έκαναν τίποτε άλλο, εκτός από το να συγκροτήσουν συγκεντρωτικές και ιεραρχικά οργανωμένες εξουσιαστικές κοινωνικές ομάδες ιδιοτελών συμφερόντων, που ποδηγέτησαν και τους εργαζομένους και την κοινωνία ολόκληρη, προς εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων, ως συγκροτημένης άρχουσας τάξης, για να μετασχηματισθούν στο τέλος της πορείας σε κλασσικούς καπιταλιστές (παρά τις σημαντικές επιβιώσεις του ''υπαρκτού'' στον σημερινό κόσμο), ακολουθώντας τους κλασσικούς κανόνες της κοινωνιολογικής επιστήμης, όσον αφορά την συμπεριφορά των εξουσιαστικών κοινωνικών ομάδων ιδιοτελών συμφερόντων....

 Δεν μου αρέσουν οι -ισμοί. Αυτού του είδους οι καταστάσεις παραπέμπουν σε ένα από τα κυριότερα - και συνάμα χειρότερα - ορμέμφυτα του ανθρώπου, τον οπαδισμό, ο οποίος καθιστά τον άνθρωπο συναισθηματικά εξαρτημένο και μη σκεπτόμενο, ακόμα και όταν αυταπατάται ότι σκέπτεται. Η κατάντια του μαρξισμού, ως ιστορικής πράξης και ιδεολογίας των γραφειοκρατών, δεν είναι άσχετη και με την εκμετάλλευση αυτού του ανθρώπινου ορμέμφυτου από τις κάθε λογής γραφειοκρατίες, που είχαν σαν κυρίαρχη ιδεολογία τους τον μαρξισμό των κατεχόντων την επιστημονική γνώση, δηλαδή των ''ειδικών'' της θεωρίας και της ''επανάστασης'', που την επεξηγούσαν και εφάρμοζαν πάνω στους ''μη ειδικούς'', δηλαδή τους δυστυχείς και αμαθείς προλετάριους, οι οποίοι, μέσα από αυτή την διαδικασία, πραγμοποιούνται, όντας υποχρεωμένοι να ''επαναστατήσουν'', σύμφωνα με τους όρους της θεωρίας, για την οποία η επαναστατική διαδικασία είναι κάτι που θα γίνει, ανεξάρτητα από την θέληση των ανθρώπων, λόγω της ιστορικής αναγκαιότητας, που προσδιορίζεται από το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, που από ένα σημείο και πέρα - υποτίθεται ότι - συγκρούονται με τις παραγωγικές σχέσεις, όπως σε κάθε συγκυρία προσδιορίζουν οι ''κατέχοντες την ουσία της κοινωνικής επιστήμης της επανάστασης'', δηλαδή οι (δήθεν) ειδικοί της ''επιστημονικής επαναστατικής θεωρίας''.

Αυτή η ''επαναστατικότητα'' των προλεταρίων, όμως, δεν είναι προϊόν της δημιουργικότητάς τους, αλλά εμφανίζεται ως προϊόν μιας ιστορικής εξέλιξης, που τους ξεπερνά, καθιστώντας τους έρμαια των ''επιστημόνων'', δηλαδή των ''ειδικών'' της ''επαναστατικής'' κοινωνικής θεωρίας, οι οποίοι δεν είναι, φυσικά, οι αμαθείς και κατάκοποι από τον καθημερινό μόχθο προλετάριοι, αλλά είναι η γραφειοκρατική ελίτ των πολιτικών, συνδικαλιστικών και κοινωνικών οργανώσεων της εργατικής τάξης. Και εδώ, δεν έχουμε να κάνουμε με Λένιν, Τρότσκυ και Στάλιν και τις όποιες ''διαστρεβλώσεις'' της θεωρίας. Εδώ έχουμε να κάνουμε μόνο με τον Καρλ Μαρξ.

Από εκεί και πέρα, τα όσα είπε και έκανε ο Λένιν με το ''ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ;'' και την συνακόλουθη μετουσίωση στην πράξη των θεωριών του, με την οργανωτική δομή του μπολσεβίκικου κόμματος, ως οργάνωσης της ελίτ των πολιτικών επιστημόνων, δηλαδή το πολιτμπυρώ των επαγγελματιών επαναστατών, που γνωρίζουν και κατέχουν την επιστήμη, ως κοινωνικοοικονομική θεωρία, της επαναστατικής διαδικασίας, την οποία δεν έχουν και δεν γνωρίζουν οι προλετάριοι (οι οποίοι στην πραγματική ζωή - κατά τον Λένιν στο ''ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ;'' - μπορούν να έχουν, μόνον, τρεϊντγιουνιονιστική συνδικαλιστική συνείδηση και πρακτική και τους οποίους πρέπει αυτοί οι ειδικοί της επιστημονικής γνώσης και θεωρίας να τους ''εξυψώσουν'' - προσφέροντάς τους την επαναστατική θεωρία, την οποία, σύμφωνα με τον Λένιν μπορούν να την κατέχουν μόνον οι μικροαστοί και οι αστοί διανοούμενοι, που την εισάγουν στην εργατική τάξη - στο επίπεδο της επαναστατικής πολιτικής πράξης), ουδόλως, ή, ελάχιστα, απέχουν από τις μαρξικές και προλενινικές μαρξιστικές δοξασίες, που προηγουμένως περιέγραψα.

Όσα ακολούθησαν στην συνέχεια, με τον μετασχηματισμό του μαρξισμού από μια φιλόδοξη κοινωνική, πολιτική και οικονομική θεωρία, για την κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή, σε ιδεολογία της άρχουσας γραφειοκρατίας των δυτικών κοινωνικοπολιτικών σχηματισμών της αριστεράς και κατόπιν σε άρχουσα ιδεολογία των κυβερνωσών γραφειοκρατιών στις κομμουνιστικές χώρες (παρούσες και καταρρεύσασες), ήταν φυσικό να συμβούν.

Γι' αυτό ο μαρξισμός έγινε και είναι άρχουσα ιδεολογία των γραφειοκρατιών και γι' αυτό είναι άχρηστος, σαν εργαλείο ανάλυσης της πραγματικότητας και σαν μεθοδολογία, κρινόμενος και ο ίδιος, με τα κριτήρια, που θέτει, για να κρίνει τις άλλες ιδεολογίες, ως ψευδή συνείδηση των ανθρώπων.

Όσοι ψάχνουν, για επαναστατική θεωρία, πρέπει να ξέρουν ότι δεν υπάρχει. Και δεν μπορεί να υπάρξει, με τους όρους και τις προϋποθέσεις, που θέτει και ορίζει ο κλασσικός και μη κλασσικός μαρξισμός. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε, αλλά σημαίνει ότι επαναπαυόμενοι στην θαλπωρή μιάς θεωρίας, που όλα τα εξηγεί, δεν βάζουμε το μυαλό μας να σκεφθεί και δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τις τεράστιες δυσκολίες του εγχειρήματος, για μια κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή, που περνάει μέσα και από την ανάλυση των υποδουλωτικών ανθρώπινων ενορμητικών προδιαθέσεων.

Τι πρέπει να γίνει; Πως πρέπει να γίνει;  Δεν γνωρίζω.

Αυτά τα ερωτήματα, άλλωστε, πρέπει να αποτελούν και τον γενικώτερο προβληματισμό, που δεν πρέπει να μείνει στις έτοιμες, εύκολες, δοκιμασμένες και αποτυχημένες λύσεις. Γι' αυτό και η ανταλλαγή γνωμών, απόψεων, προτάσεων και σκέψεων και εδώ και ευρύτερα στην κοινωνία. Γι' αυτό και ο όποιος διάλογος, που πρέπει να είναι ουσιαστικός, ειλικρινής, αυθεντικός και ριζοσπαστικός, χωρίς θέσφατα και ταμπού.

Αυτό που χρειάζεται είναι ταπεινοφροσύνη, ψυχραιμία και νηφαλιότητα, οι οποίες αποτελούν την βασική προϋπόθεση και είναι, εκ των ων, ουκ άνευ, για τον παραπάνω αναφερόμενο κοινωνικό και ατομικό προβληματισμό και απαραίτητη βάση, για την διαύγαση όσων έγιναν και όσων πρέπει να γίνουν. Χωρίς αυτά τα στοιχεία, ο διάλογος δεν μπορεί να γίνει παραγωγικός και να μείνει στην ανάλυση των επιχειρημάτων των διαλεγομένων, ούτως ώστε να χρησιμεύσει σε όλους, μέσα από μια διαδικασία συζήτησης, που θα προσφέρει και θα συνεισφέρει, σε όλους, τις γνώσεις και τις εμπειρίες όλων. Για να γίνει, όμως, ο διάλογος παραγωγικός, απαιτεί την καλή προαίρεση, την νηφαλιότητα και την ψυχραιμία και φυσικά, την αποφυγή της αλαζονείας, δηλαδή την ταπεινοφροσύνη. Άλλως, ο διάλογος παραμένει αντιπαραγωγικός, αφού μεταπίπτει σε έναν ''διάλογο'' κωφών και ασύμπτωτων υπερφίαλων εγωισμών, που, προφανώς, υποκρύπτουν κάποια παθογένεια.....

Έτσι, στράβωσαν οργανωτικά, πολιτικά και κοινωνικά, τα πράγματα, μέσα στο εργατικό κίνημα, ως προϊόν της έναρξης της γραφειοκρατικοποίησής του και της σταδιακής ενσωμάτωσής του στο καπιταλιστικό σύστημα, μέσω των πολιτικών, συνδικαλιστικών και κοινωνικών οργανώσεών του, που είχαν επικεφαλής μια γραφειοκρατική ελίτ, η οποία κατέστησε τον μαρξισμό άρχουσα ιδεολογία της, με όλα τα επακόλουθα, που έχω, ήδη, περιγράψει.

Laughing [Φυσικά, δεν είμαι μπακουνικός και τούτο και για τους λόγους, που, ήδη, έχω περιγράψει, αλλά - το κυριώτερο - και επειδή όσα, τότε, έλεγε και έκανε ο Ρώσος επαναστάτης δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε πρακτική εφαρμογή, σήμερα, πολύ περισσότερο, που, πολλά από αυτά, δεν ίσχυαν, ούτε και τότε. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να είμαστε αντικειμενικοί, όταν μιλάμε για το παρελθόν και ότι δεν πρέπει να κατονομάζουμε το ποιός έφταιξε λιγότερο, ή περισσότερο σε μια συγκυρία, η οποία προσδιόρισε καθοριστικότατα την πορεία ενός ολόκληρου κινήματος. Θα μου πει κάποιος ότι και τότε να μην είχαν συμβεί αυτά που συνέβησαν, στην ιστορική διαδρομή η ίδια η γραφειοκρατικοποίηση του εργατικού κινήματος θα είχε βρει άλλους δρόμους και θα είχε ακολουθήσει άλλες διαδρομές και θα είχε επιλέξει άλλους πρωταγωνιστές, για να φθάσουμε σε ένα ανάλογο αποτέλεσμα, με αυτό που ακολούθησε την διάσπαση της 1ης Διεθνούς. Σε αυτή την μανιχαϊστική τοποθέτηση, που έχει πολλές πιθανότητες να είχε λάβει σάρκα και οστά, αν η εξέλιξη στην 1η Διεθνή ήταν διαφορετική, μπορεί να αντιταχθεί ότι σημασία δεν έχει να κάνουμε υποθέσεις, γύρω από το τι θα γινόταν, αν.... Σημασία έχει το τι έγινε και ποιοί το έκαναν να γίνει αυτό, που έγινε. Θεωρητικά, μπορούμε να πούμε πολλά γύρω από το αν. Πιο καλό είναι, όμως, το να βλέπουμε και το τι έγινε, πώς έγινε και από ποιόν έγινε].

Αυτά για το παρελθόν.

Σε αυτό το παρελθόν ανήκουν και ο Καρλ Μαρξ και ο Μιχαήλ Μπακούνιν. Ο καθένας με τις δικές του ευθύνες...







Δεν υπάρχουν σχόλια: