Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

1871 La Commune Parisienne : Η ήττα και η σφαγή. (Ένα οδοιπορικό στο ιστορικό αποτύπωμα και στην ενεργό κληρονομιά της Κομμούνας του Παρισιού).


Εμπρός της γης οι κολασμένοι 
Της πείνας σκλάβοι εμπρός, εμπρός 
Το δίκιο απ' τον κρατήρα βγαίνει 
Σαν βροντή, σαν κεραυνός. 
Φτάνουν πια της σκλαβιάς τα χρόνια 
Όλοι εμείς οι ταπεινοί της γης, 
που ζούσαμε στην καταφρόνια 
Θα γίνουμε το παν εμείς. 
Στον αγώνα ενωμένοι 
Κι ας μη λείψει κανείς 
Ω! νάτη μας προσμένει
Στον κόσμο η Διεθνής. 
Θεοί, αρχόντοι, βασιλιάδες 
Με πλάνα λόγια μας γελούν 
Της γης οι δούλοι κι οι ραγιάδες 
Μοναχοί τους θα σωθούν. 
Για να λείψουν τα δεσμά μας 
Για να πάψει πια η σκλαβιά 
Να νιώσουν πρέπει την γροθιά μας 
Και της ψυχής μας την φωτιά.

Ο Ύμνος της Διεθνούς.

(Γράφτηκε από τον κομμουνάρο εργάτη Εζέν Ποτιέ τις πρώτες μέρες της Αιματηρής Εβδομάδας και μελοποιήθηκε από τον επίσης εργάτη Πιέρ Ντεζεντιέρ.)


Ο Ύμνος της Διεθνούς, που σε παραλλαγές τραγουδήθηκε από δισεκατομμύρια ανθρώπους στην γη, δημιουργήθηκε μέσα στην φωτιά της Κομμούνας. Καλό είναι να το θυμόμαστε αυτό. Πολύ περισσότερο, τώρα, που βρισκόμαστε μπροστά στα ερείπια του επαναστατικού και πειραματικά, κοινωνικοαπελευθερωτικού εργατικού κινήματος.

Για να μπορούμε να χαμογελάμε, πικρά, ενθυμούμενοι την χρήση του, από τους πολλούς επίγονους των επαναστατών εκείνης της εποχής, οι οποίοι οδήγησαν την κοινωνική εξέλιξη σε ολοκληρωτικά καθεστώτα.



Και για να μην ξεχνάμε ότι το κινεζικό Κ. Κ. εξακολουθεί να χρησιμοποιεί στα συνέδριά του και στις λοιπές κομματικές και κρατικές τελετές, αυτόν τον ύμνο, ενώ, παράλληλα, κτίζει τον πιό άγριο καπιταλισμό, πάνω στα κόκκαλα (κυριολεκτικά, στα κόκκαλα) των πραγματικών Κινέζων εργατών και πάνω στην πολιτική συντριβή μιάς κοινωνίας 1.300.000.000 ανθρώπων! (Η οποία κοινωνία, ουσιαστικά, αποτελεί, από μόνη της, έναν ολόκληρο πλανήτη).


Για την Παρισινή Κομμούνα, το παρόν δημοσίευμα, σε αυτό εδώ το μπλογκ, δεν είναι το πρώτο. Έχουν προϋπάρξει άλλα δύο δημοσιεύματα, τον Μάϊο του 2011, δηλαδή, σχεδόν, δύο χρόνια πριν. Το ένα δημοσίευμα είχε τίτλο : "1871 La Commune de Paris. Η πρώτη αλυσιτελής απόπειρα του εργατικού κινήματος να διαχειριστεί την εξουσία. (Ένα αφιέρωμα στην Κομμούνα του Παρισιού 140 χρόνια μετά" http://tassosanastassopoulos.blogspot.gr/2011/05/1871-la-commune-de-paris-140.html  και το δεύτερο : "Η ήττα της Κομμούνας του Παρισιού και η διάσπαση της Πρώτης Διεθνούς. (Η ιδεολογικοπολιτική σύγκρουση των Marx και Bakunin και η γραφειοκρατικοποίηση του εργατικού κινήματος"
http://tassosanastassopoulos.blogspot.gr/2011/05/marx-bakunin.html  . Τα δημοσιεύματα αυτά ασχολήθηκαν, με τα έργα των Παρισινών κομμουνάρων, κατά την περίοδο της σύντομης επικράτησής τους, από τις 18/3/1871, έως την ήττα τους από τα στρατεύματα του Θιέρσου και του Μακ Μαόν στις 28/5/1871 και με τις μετέπειτα επιπτώσεις τους στο διεθνές εργατικό κίνημα, πρώτη των οποίων ήταν η διάσπαση της Διεθνούς των Εργαζομένων - της, αργότερα, επονομασθείσας Πρώτης Διεθνούς.
 
Φυσικά, η Κομμούνα του Παρισιού, είναι ανεξάντλητη και σαν ιστορικό αφήγημα, αλλά και σαν ιστορική κληρονομιά, αφού τα παράγματά της εξακολουθούν να δρουν και να προσδιορίζουν την ζωή μας και θα εξακολουθήσουν να το πράττουν, για πολύν καιρό, μετά από εμάς, αφού τα κοινωνικοϊστορικά υποκείμενα, που έδρασαν, κατά την διάρκειά της και τα οποία την δημιούργησαν,  εξακολουθούν να είναι και σήμερα παρόντα και να προσδιορίζουν, ενεργά, την πορεία της ανθρώπινης ιστορίας, ακόμη και όταν αυτός ο προσδιορισμός συμβαίνει και προκύπτει, με έναν τρόπο, που μας διαφεύγει. Ακόμη και όταν, δυνάμει της ιστορικής ετερογονίας των σκοπών και των στόχων, αυτά που έγιναν χθες, γίνονται, σήμερα και θα εξακολουθήσουν να συμβαίνουν στο μέλλον, για ένα απροσδιόριστο διάστημα, δεν ήσαν μέσα στις προθέσεις της μεγάλης πλειοψηφίας εκείνων, που συμμετείχαν και δημιούργησαν την Παρισινή Κομμούνα.

  
Η Κομμούνα του Παρισιού μέσα από μια βιντεογραφική αφήγηση των περιστατικών, που την συγκρότησαν, ως ιστορικό γεγονός.


Για όλους αυτούς τους λόγους, οι αναφορές στην Κομμούνα του Παρισιού δεν μπορούν να εξαντληθούν σε ένα, ή δύο, ή και ακόμη περισσότερα δημοσιεύματα, αφού η ίδια η ιστορική εξέλιξη, ο, αενάως, επανακαθοριζόμενος ιστορικός ρους, με τις διαρκείς καινοτομίες, που υφίσταται, ως προϊόν της ανθρώπινης δημιουργίας, οδηγεί στην διαρκή ιστορική επανεξέταση και στον επαναπροσδιορισμό της Κομμούνας του Παρισιού, ως αφετηριακού γεγονότος, το οποίο προσδιόρισε την πορεία ενός κοινωνικού κινήματος, σαν το εργατικό και όσα αυτό γέννησε, μέσα στην ιστορική διαδρομή από τα γεγονότα της Κομμούνας, μέχρι τις ημέρες μας και όσα θα δημιουργήσει και αυτό - όσο και αν έχει εισέλθει μέσα σε μια διαδικασία ιστορικής φθοράς - αλλά και τα ευρύτερα κοινωνικά σύνολα, στο ερχόμενο μέλλον.

 
Στο παρόν δημοσίευμα θα ασχοληθούμε, με την ήττα και κυρίως, με την σφαγή των Κομμουνάρων και την πολυαίμακτη καταστολή τους, από τους βερσαλλιέρους του Θιέρσου και του Μακ Μαόν, η οποία ξεκίνησε από τις 2 Απριλίου 1871, όταν ο Θιέρσος, σε συνεννόηση με τον Βίσμαρκ, που επέτρεψε στον ηττημένο, κατά τον γαλλογερμανικό πόλεμο της ίδιας χρονιάς, γαλλικό στρατό, να περάσει, μέσα από τις γραμμές των γερμανικών στρατευμάτων, που βρίσκονταν, γύρω από το Παρίσι και να κτυπήσει τους Κομμουνάρους. Από εκείνη την ημέρα, η εξεγερμένη γαλλική πρωτεύουσα, βρισκόταν, κάτω από διαρκείς καθημερινούς βομβαρδισμούς, ενώ, γρήγορα, έπαυσε και οποιαδήποτε διαπραγμάτευση, ανάμεσα στα αντίπαλα στρατόπεδα.

 
 
Otto von Bismarck (1/4/1815 - 30/7/1898) Ο "κατά παραγγελία - ο, επί πληρωμή, - δολοφόνος",  σύμφωνα με την επιτυχημένη έκφραση του Karl Marx, αφού κατανίκησε και κατεξευτέλισε την Γαλλία, επέτρεψε στους Θιέρσο και Μακ Μαόν να καταστείλουν την Παρισινή Κομμούνα, αφού εξασφάλισε όλα όσα επιθυμούσε, από την πεσμένη στα γόνατα, γαλλική πολιτικοοικονομική ελίτ. Είναι σαφές ότι, πέρα από την ένοπλη αντιπαράθεση με το γαλλικό κράτος, το ταξικό ένστικτο του Γερμανού καγγελάριου δεν μπορούσε να του επιτρέψει να πράξει διαφορετικά. (Σχεδόν 46 χρόνια μετά και κάτω από, εντελώς, διαφορετικές συνθήκες όταν μαινόταν ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Kaiser Wilhelm II και ο Erich Ludendorff, που είχαν να αντιμετωπίσουν την Ρωσία και τον Λένιν έπραξαν διαφορετικά, επιτρέποντας τον Απρίλιο του 1917 την μεταφορά του ηγέτη των μπολσεβίκων, μέσα από το γερμανικό έδαφος, στην εμπόλεμη, με την Γερμανία και επαναστατημένη Ρωσία, με ένα σφραγισμένο τραίνο. Οι εξελίξεις στην περίπτωση αυτή, θα ακολουθούσαν μιαν άλλη κατεύθυνση).


Οι βερσαλλιέροι του Μακ Μαόν κατέλαβαν το τείχος της πόλης στις 21/5/1871, ακολουθώντας την τακτική της άρνησης σύλληψης αιχμαλώτων, οι οποίοι εκτελούνταν, επί τόπου, για να βρεθούν, ενώπιον μιας λυσσώδους και επίμονης αντίστασης στις ανατολικές προλεταριακές συνοικίες του Παρισιού, που κράτησε, έως τις 28/5/1871, δηλαδή, επί μία εβδομάδα (την "Ματωμένη εβδομάδα" la semaine sanglante) και συνοδεύτηκε από εκτεταμένες σφαγές, στις οποίες προέβησαν τα κυβερνητικά στρατεύματα, τα οποία δεν έκαναν καμμμία διάκριση, με αποτέλεσμα, η ανηλεής σφαγή μαχίμων και αμάχων, μέσα στην εβδομάδα αυτή, να φθάσει και να ξεπεράσει το επίπεδο των 19.000 νεκρών της περιόδου της Τρομοκρατίας, που ακολούθησε την Επανάσταση του 1789, αγγίζοντας τον αριθμό των 30.000 νεκρών, με συνολικό αριθμό απωλειών, στην διάρκεια όλης της εξέγερσης, γύρω στους 50.000 νεκρούς, από πλευράς Κομμουνάρων και γύρω στους 1.000, για τους κυβερνητικούς. Κάποιες χιλιάδες - γύρω στους 4.500 - Κομμουνάρων, που στάθηκαν "τυχεροί", κατέληξαν εξόριστοι στην Νέα Καληδονία και σε άλλες υπερπόντιες γαλλικές κτήσεις.

Η περιγραφή της ωμής και ακραίας κρατικής καταστολής, η οποία δεν ήταν τίποτε λιγότερο, από μια ομολογημένη και διατυμπανιζόμενη επίδειξη κρατικής τρομοκρατίας, έχει την αξία της, όχι ως δακρύβρεκτη πτωματολογία, που κινείται μέσα στην τυπική συναισθηματική "λογική" των καλών θυμάτων και των κακών σφαγέων. (Όχι ότι δεν υπάρχουν καλοί και κακοί σε αυτό το ιστορικό αφήγημα. Προφανώς και υπάρχουν). 

Η περιγραφή των ωμοτήτων και της κρατικής τρομοκρατίας, που ακολούθησε το παραπαίον ταξικό αστικοδημοκρατικό γαλλικό κράτος, με την πλήρη συμφωνία και την αγαστή συνεργασία των Γερμανών κατακτητών του, "κατά παραγγελία - επί πληρωμή - δολοφόνου" - σύμφωνα με την περίφημη ρήση του Καρλ Μαρξ - καγγελάριου Otto von Bismarck, υπό τις επευφημίες (όχι όλης, αλλά προφανώς της μεγάλης πλειοψηφίας) της έντρομης, από την εθνική ήττα και από την επακολουθήσασα προλεταριακή εξέγερση, γαλλικής αστικής τάξης, αξίζει να γίνει, ως στοιχείο της κοινωνικής σύγκρουσης και ως εργαλείο μιάς εφαρμοσμένης πολιτικής, που στοχεύει, όχι απλώς στην νίκη, επί του ταξικού του αντιπάλου - της εργατικής τάξης, όπως και της μικροαστικής τάξης των πόλεων, αλλά στην πλήρη εξόντωση της τρέχουσας ενεργού παρουσίας του και στην κατατρομοκράτηση της διαχρονικής υπόστασής του, ως, ιστορικά, δρώντος κοινωνικού υποκειμένου.
Αλλά η παρούσα αφήγηση δεν μένει στην σφαγή, στην τρομοκρατία του Μακ Μαόν και του Θιέρσου. Ούτε στην πτωματολογία και την απίστευτη βαρβαρότητα των θρασύδειλων νικητών, που πήραν την άδεια από τους Γερμανούς κατακτητές, για να ανασυντάξουν τις ηττημένες και απολύτως, ατιμασμένες στρατιωτικές τους δυνάμεις και να σφαγιάσουν τους Κομμουνάρους του Παρισιού. Η ταξική βία, όταν ενδύεται τον μανδύα της εμφυλιοπολεμικής σύγκρουσης, καθίσταται ανελέητη, αγγίζει το απόλυτο και η αρχαία ρωμαϊκή κραυγή "Vae victis" βρίσκει την πραγματική της ενσάρκωση.

Έτσι, πέρα από το αίμα, το παρόν αφήγημα ξεπερνάει την εξιστόρηση των γεγονότων εκείνης της εποχής και πιάνει, για μία ακόμη φορά, το νήμα της εξέτασης των όσων επακολούθησαν την συντριβή της Παρισινής Κομμούνας και τα οποία οδήγησαν - άλλοτε, αναπότρεπτα, άλλοτε όχι - στην παρούσα κοινωνική ισορροπία και στην ζώσα πολιτικοοικονομική πραγματικότητα.

Αυτό είναι, άλλωστε, που έχει σημασία.

Και φυσικά, η σύγκρουση, ανάμεσα στον Καρλ Μαρξ και τον Μιχαήλ Μπακούνιν δεν θα ήταν δυνατόν να μην έχει και πάλι, κεντρικό ρόλο και στην παρούσα απόπειρα διερεύνησης των επακόλουθων και όσων παρήγαγε η Κομμούνα του Παρισιού και κυρίως οι κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις, που έπαιξαν τον πρώτο ρόλο, κατά το χρονικό διάστημα, που αυτή η κοινωνική δημιουργία, αυτή η απόπειρα μιας νέας ριζοσπαστικής επαναθέσμισης της κοινωνίας. ήταν εν εξελίξει.

 
 
Η Κομμούνα του Παρισιού και η κληρονομιά της, μέσα από μια διάλεξη στο Yale.




"ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΛΒ' «Είμαστε έντιμοι άνθρωποι- η δικαιοσύνη θα αποδοθεί σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, θα προσφύγουμε στον νόμο.» Ο κ. Θιέρσος στην Εθνοσυνέλευση (22-5-1871).


«Έντιμε, έντιμε, Ιάγο!» (Σαίξπηρ, ΟΘέλλος) «Μπορώ να διαβεβαιώσω ότι ο αριθμός των εκτελέσεων ήταν εξαιρετικά περιορισμένος.» Μακ-Μαόν, Έρευνα για την 18η Μαρτίου.



 
Hippolyte Prosper Olivier Lissagaray (24/11/1838 - 25/1/1901) : Ο Κομμουνάρος, που επιβίωσε και συνεγραψε το χρονικό της Κομμούνας του Παρισιού.



Η μανία των βερσαλλιέρων — Τα σφαγεία - Τα έκτακτα δικαστήρια - Ο θάνατος του Βαρλέν - Η πανούκλα - Το θάψιμο στους λάκκους.


Η τάξη βασιλεύει στο Παρίσι. Παντού ερείπια, πτώματα και απαίσιοι τριγμοί. Οι αξιωματικοί στέκονται προκλητικά στην μέση του δρόμου, με γυμνά τα σπαθιά τους, ενώ οι υπαξιωματικοί μιμούνται την αλαζονεία τους. Σε όλους τους μεγάλους δρόμους έχουν στρατοπεδεύσει στρατιώτες. Κάποιοι, αποχαυνωμένοι απ' ην κούραση και το μακελλειό, κοιμούνται στα πεζοδρόμια, άλλοι ετοιμάζουν την σούπα τους [δίπλα στα πτώματα], τραγουδώντας τραγούδια του τόπου τους.  Η τρίχρωμη σημαία κυματίζει ράθυμα σε όλα τα παράθυρα, για να αποτρέψει τις, κατ' οίκον, έρευνες. Τουφέκια, φυσιγγιοθήκες και στολές, είναι στοιβαγμένα στα ρείθρα των λαϊκών συνοικιών, ριγμένα απ' τα παράθυρα, ή αφημένα εκεί την νύχτα, από τους τρομοκρατημένους κατοίκους.

Στις εξώπορτες, γυναίκες εργατών καθισμένες, κρατώντας, με τα χέρια, το κεφάλι, κοιτάζουν μπροστά τους, με απλανές βλέμμα, περιμένοντας τον γιο, ή τον σύζυγο, που δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ. Οι εμιγκρέδες, από τις Βερσαλλίες, οι φαύλοι, περιχαρείς, με τις καισαρικές νίκες, ξεκουφαίνουν τα βουλεβάρτα. Από την Τετάρτη, αυτός ο συρφετός ορμάει, κατά των πομπών των αιχμαλώτων, επευφημεί τους έφιππους χωροφύλακες - κάποιοι είδαν μερικές κυρίες να τους φιλούν τις μπότες - χειροκροτεί τις αιματοβαμμένες σκευάμαξες και πολιορκεί τους αξιωματικούς, που αφηγούνται τα κατορθώματα τους στα εξωτερικά τραπεζάκια των καφενείων, περιτριγυρισμένοι από πλήθος κοριτσιών.

Οι πολίτες συναγωνίζονται, σε φαιδρότητα, τους στρατιωτικούς. Ο τάδε, που δεν είχε πάει, πέρα από την οδό Μονμάρτρ, περιγράφει την κατάληψη της Σατώ-ντΏ, καυχόμενος ότι είχε κι αυτός τουφεκίσει μια ντουζίνα ομόσπονδους. Οι κομψές κυρίες, λες και κάνουν ταξιδάκι αναψυχής, πηγαίνουν να δουν τα πτώματα και να απολαύσουν το θέαμα των γενναίων νεκρών, ανασηκώνοντας με την άκρη της ομπρέλας τους το ρούχο, που τα σκεπάζει.



 
Μαρί Εντμ Πατρίς Μορίς Μακ Μαόν (13/7/1808 - 17/10/1893) : Ο ηττημένος από τους Γερμανούς του Βίσμαρκ, Γάλλος στρατηγός. Οι Γερμανοί του επέτρεψαν να περάσει από τις γραμμές του, για να καταστείλει και να σφαγιάσει το εξεγερμένο Παρίσι.  Η γαλλική αστική τάξη, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, τον ανέδειξε Πρόεδρο της χώρας την περίοδο 1873 - 1879.


«Κάτοικοι του Παρισιού», θα πει ο Μακ-Μαόν στις 28 Μαΐου, «το Παρίσι λυτρώθηκε! Σήμερα η μάχη έλαβε τέλος. Η τάξη, η εργασία και η ασφάλεια θα ξαναγεννηθούν».

Το «λυτρωμένο» Παρίσι διαιρείται σε 4 τομείς, υπό την διοίκηση ισάριθμων στρατηγών: του Βινουά, του Λαντμιρώ, του Σισέ και του Ντουέ, και τίθεται, πάλι, σε κατάσταση πολιορκίας, η οποία είχε αρθεί από την Κομμούνα. Στο Παρίσι δεν υπάρχει πλέον άλλη κυβέρνηση, εκτός από τον στρατό, που το σφαγιάζει. Οι περαστικοί υποχρεώνονται να γκρεμίσουν τα οδοφράγματα, ενώ, κάθε ένδειξη δυσαρέσκειας, τιμωρείται, με σύλληψη, κάθε κατάρα, με θάνατο. Σύμφωνα, με απόφαση, που θα τοιχοκολληθεί, όποιος έχει στην κατοχή του όπλο, θα παραπέμπεται, αμέσως, σε στρατοδικείο· όλοι οι κάτοικοι ενός σπιτιού, από το οποίο θα πέσουν πυροβολισμοί, θα συλλαμβάνονται και θα εκτελούνται, με συνοπτικές διαδικασίες - όλες οι δημόσιες υπηρεσίες θα κλείνουν στις 11 και μόνο οι ένστολοι αξιωματικοί θα μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα.

Την νύχτα, έφιππες περίπολοι οργώνουν την πόλη. Η είσοδος στο Παρίσι είναι δύσκολη, η έξοδος αδύνατη. Εφ' όσον οι έμποροι δεν επιτρέπεται να μετακινούνται, αρχίζει να σημειώνεται έλλειψη τροφίμων.

Μετά τον τερματισμό των συγκρούσεων, ο στρατός θα μετατραπεί σε ένα τεράστιο εκτελεστικό απόσπασμα. Τον Ιούνιο του '48, ο Καβενιάκ είχε υποσχεθεί συγχώρεση, αλλά έσφαξε· ο κ. Θιέρσος είχε ορκισθεί στους νόμους, αλλά έδωσε, εν λευκώ, εξουσιοδότηση στον στρατό. Ήταν «υπέρ της μεγαλύτερης δυνατής αυστηρότητας», για να μπορέσει, επιτέλους, να διατυπώσει την περίφημη ρήση του: «Ο σοσιαλισμός τέλειωσε και μάλιστα για πολύ καιρό». Αργότερα, θα ισχυρισθεί ότι οι στρατιώτες δεν μπόρεσαν να δείξουν αυτοσυγκράτηση - απαράδεκτη δικαιολογία, εφ' όσον οι μεγαλύτερες σφαγές έγιναν, μετά τις μάχες.


Βερσαλλίες : Στρατόπεδο συγκέντρωσης γυναικών, που συμμετείχαν στην Κομμούνα του Παρισιού.

 
Την Κυριακή 28 Μαΐου, μετά το τέλος της μάχης, πολλές χιλιάδες άτομα [5.000], που είχαν συλληφθεί γύρω από το Περ-Λασέζ, οδηγούνται στις φυλακές Λα Ροκέτ. Ένας ταγματάρχης στέκεται στην είσοδο, επιθεωρεί τους αιχμαλώτους και κατά τα κέφια του φωνάζει «Δεξιά!» ή «Αριστερά!». Όσοι πάνε αριστερά, προορίζονται για εκτέλεση. Αφού αδειάσουν τις τσέπες τους, τους στήνουν στην σειρά μπροστά σ' έναν τοίχο και τους τουφεκίζουν. Απέναντι απ' τον τοίχο, δυο παππάδες μουρμουρίζουν προσευχές, γι' αυτούς που ψυχορραγούν.

Από την Κυριακή, έως την Δευτέρα το πρωΐ, μόνο στην Λα Ροκέτ, θα σφαγιασθούν πάνω από 1.900 άτομα. Το αίμα κυλά ποτάμι στα ρείθρα των φυλακών, Ίδιες σφαγές στην Μάζας, στην Στρατιωτική Σχολή και στο πάρκο Μονσώ. Πιο αποτρόπαια, ίσως, είναι τα έκτακτα δικαστήρια, που παρίσταναν ότι δικάζουν. Αυτά μόνο τυχαία δεν είχαν εμφανισθεί ως επακόλουθο της φρενίτιδας της μάχης. Πολύ πριν την είσοδο τους στο Παρίσι, οι Βερσαλλίες είχαν προσδιορίσει τον αριθμό, την έδρα, τα όρια και την δικαιοδοσία τους. Ένα από τα γνωστότερα είχε την έδρα του στο Σατελέ, με πρόεδρο τον συνταγματάρχη της Εθνοφρουράς Λουΐ Βαμπρ, γνωστό από την 31η Οκτωβρίου και την 18η Μαρτίου, ένα θεόρατο κτήνος, που έκανε για 100 εθνοφρουρούς. Η Ιστορία έχει καταγράψει τα πρακτικά των σφαγών στην Αμπέβ όπου οι αιχμάλωτοι, όπως όλοι γνωρίζουμε, είχαν την δυνατότητα να υπερασπίσουν τον εαυτό τους.

Οι Παριζιάνοι του '71 όμως, δεν θα τύχουν της δικαιοσύνης του Μαγιάρ -δύσκολα βρίσκει κανείς στοιχεία από 4 ή 5 διάλογους. Οι χιλιάδες αιχμάλωτοι, που οδηγούνται στο Σατελέ, στην αρχή, μαντρώνονται στην αίθουσα, υπό την απειλή των τουφεκιών των στρατιωτών, ύστερα τους σπρώχνουν, από διάδρομο σε διάδρομο, μέχρι να καταλήξουν σαν πρόβατα στο θυσιαστήριο, όπου ο Βαμπρ ξεχωρίζει, περιστοιχισμένος από αξιωματικούς του στρατού και των εθνοφρουρών της Τάξης, από τους οποίους άλλοι έχουν το σπαθί ανάμεσα στα πόδια και άλλοι ένα πούρο, ανάμεσα στα δόντια. Η ανάκριση διαρκεί ένα δευτερόλεπτο. «Πήρες τα όπλα; Υπηρέτησες την Κομμούνα; Δείξε μου τα χέρια σου!» Αν η στάση του ατόμου είναι αγέρωχη, ή η φυσιογνωμία του δεν είναι αρεστή, χωρίς να ερωτηθεί το όνομα ή το επάγγελμα του, χωρίς να σημειωθεί τίποτα σε κανέναν κατάλογο, κρίνεται ταξινομηθείς. «Εσύ;», συνεχίζει με τον διπλανό, και ούτω καθ' εξής, μέχρι το τέλος της σειράς [χωρίς να εξαιρούνται οι γυναίκες, τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι]. Όσοι, από κάποιο καπρίτσιο της τύχης, γλυτώνουν, χαρακτηρίζονται συνήθεις και έχουν προορισμό τις Βερσαλλίες. 

Ουδείς αφήνεται ελεύθερος. Οι ταξινομηθέντες παραδίδονται, αμέσως, στους εκτελεστές, που τους οδηγούν στον στρατώνα Λομπώ. Εκεί, μόλις οι πύλες κλείσουν πίσω τους, οι χωροφύλακες πυροβολούν τα θύματα τους χωρίς καν να τα ομαδοποιούν. Κάποιοι, που τυχαίνει, απλώς, να τραυματισθούν, τρέχουν κατά μήκος των τοίχων. Οι χωροφύλακες τους κυνηγούν και τους πυροβολούν, από μακριά, μέχρι να σβήσει κάθε ίχνος ζωής.

Ο Εντουάρ Μορώ θα χαθεί, σε μια από αυτές τις φουρνιές. Τον είχαν συλλάβει στην οδό Ριβολί και τον είχαν οδηγήσει στο Σατελέ. Η γυναίκα του τον είχε συνοδεύσει, μέχρι την πύλη του στρατώνα Λομπώ και είχε ακούσει τους πυροβολισμούς, που τον σκότωσαν. Στο Λουξεμπούρ, τα θύματα του εκτάκτου δικαστηρίου, στην αρχή, ρίχνονται, σ' ένα υπόγειο, μακρύ σαν σήραγγα, όπου ο αέρας εισχωρεί, μόνο από ένα στενό άνοιγμα. Οι αξιωματικοί συνεδριάζουν σε μια αίθουσα του ισογείου, που φρουρείται από περιβραχιονιοφόρους, αστυφύλακες και προνομιούχους αστούς, που αναζητούν δυνατές συγκινήσεις.

Όπως και στο Σατελέ, η ανάκριση είναι ανύπαρκτη και η υπεράσπιση ανώφελη. Μετά την πορεία, οι αιχμάλωτοι, είτε ξανακλείνονται σ' ένα υπόγειο, είτε οδηγούνται στον κήπο· εκεί τους εκτελούν, στήνοντας τους μπροστά στο δεξιό πεζούλι. Μυαλά τινάζονται στον τοίχο και οι στρατιώτες τσαλαβουτούν στο αίμα. Οι δολοφονίες, από τα έκτακτα δικαστήρια, γίνονται με τον ίδιο [μεθοδικά οργανωμένο] τρόπο όπως στο Πολυτεχνείο, στον στρατώνα Ντυπλέξ, στους σιδηροδρομικούς σταθμούς Νορντ και Εστ, στον Βοτανικό Κήπο και σε πολλούς στρατώνες, και ταυτόχρονα με τα ανώνυμα σφαγεία. Τα θύματα πεθαίνουν απλά, χωρίς φανφάρες. Πολλοί σταυρώνουν τα χέρια, άλλοι δίνουν οι ίδιοι το παράγγελμα στο απόσπασμα. Γυναίκες ακολουθούν τους άνδρες τους και παιδιά τους πατεράδες τους, φωνάζοντας: «Τουφεκίστε μας μαζί τους!». [Και τουφεκίζονται.] Βλέπει κανείς γυναίκες, έως τότε άσχετες, με τον αγώνα, τρελαμένες, όμως, απ' αυτό το μακελλειό, να πυροβολούν αξιωματικούς κι έπειτα να στήνονται μόνες τους στον τοίχο, προσμένοντας τον θάνατο.

Για τους αξιωματικούς, στην πλειονότητα τους βοναπαρτιστές, οι δημοκρατικοί είναι τα προσφιλή θύματα. Ο στρατηγός ντε Λακρετέλ δίνει διαταγή να τουφεκισθεί ο Τσερνούσκι, που είχε προσφέρει 200.000 φράγκα στην εκστρατεία, κατά του δημοψηφίσματος. Ο γιατρός Τονύ-Μουαλέν, ρήτορας των λαϊκών συγκεντρώσεων, καταδικάζεται σε θάνατο, όχι, του λένε, επειδή έχει διαπράξει κάποιο έγκλημα αντάξιο της ποινής, αλλά επειδή είναι δημοκράτης -ένας «από τους ανθρώπους απ' τους οποίους θέλουμε να απαλλαγούμε».

Οι δημοκράτες της Αριστεράς, των οποίων το μίσος, κατά της Κομμούνας, είχε αποδειχθεί, με τον καλύτερο τρόπο, δεν τολμούν να πατήσουν το πόδι τους στο Παρίσι, από φόβο μήπως τους πάρει κι αυτούς, η μπόρα. Ωστόσο, δεν θα έχουν όλοι την τύχη του εκτάκτου δικαστηρίου, ή του σφαγείου. Πολλοί θα σκοτωθούν στην αυλή του σπιτιού τους, μπροστά στην πόρτα τους, επί τόπου, όπως ο γιατρός Ναπιάς-Πικέ, που τουφεκίσθηκε στην οδό Ριβολί και του οποίου το πτώμα έμεινε εγκαταλελειμμένο όλη την ημέρα, χωρίς μάλιστα τις μπότες του, που τις βούτηξαν οι στρατιώτες, ή όπως ο πρόεδρος της λέσχης Σαιν-Συλπίς, που τον έσυραν στον δρόμο με την ρόμπα του.

Ο στρατός, μη διαθέτοντας αστυνομία ή ακριβείς πληροφορίες, σκοτώνει, αδιακρίτως, οδηγούμενος, αποκλειστικά, από την μανία των περιβραχιονιοφόρων και από τις καταγγελίες, ακόμη και δημοσίων υπαλλήλων, που είχαν λερωμένη την φωλιά τους. Ο πρώτος τυχών, που στιγματίζει έναν περαστικό, αποδίδοντάς του ένα επαναστατικό όνομα, γίνεται η αιτία να τουφεκισθεί. Στην Γκρενέλ τουφεκίζουν έναν δήθεν Μπιγιορέ, παρά τις απελπισμένες διαμαρτυρίες του· στην πλατεία Βαντόμ, κάποιον δήθεν Μπρυνέλ στα διαμερίσματα της κ. Φουλντ.

Η Gaulois δημοσιεύει την αφήγηση ενός στρατιωτικού χειρουργού, που γνώριζε τον Βαλές και ήταν παρών στην εκτέλεση του. Αυτόπτες μάρτυρες διαβεβαιώνουν ότι είχαν δει την Πέμπτη, στην οδό Μπανκ, να τουφεκίζεται ο Λεφρανσέ. Ο πραγματικός Μπιγιορέ θα δικασθεί τον Αύγουστο, ενώ ο Βαλές, ο Μπρυνέλ και ο Λεφρανσέ, θα κατορθώσουν να διαφύγουν στο εξωτερικό. Στελέχη της Κομμούνας θα τουφεκισθούν, κατ' αυτόν τον τρόπο, αλλά και πολλές φορές στο πρόσωπο κάποιων ανθρώπων, που, λίγο-πολύ, τους έμοιαζαν.


 
 
Eugene Varlin (5/10/1839 - 28/5/1871) : Ηγετική μορφή της Κομμούνας, με προυντονικές πολιτικοϊδεολογικές καταβολές. Το τέλος του στις 28/5/1871 ήταν τραγικό.



Ο Βαρλέν, δυστυχώς, δεν θα διαφύγει. Την Κυριακή στις 28, στην πλατεία Κάντε, θα τον αναγνωρίσει ένας παππάς, που σπεύδει να ειδοποιήσει έναν αξιωματικό. Ο υπολοχαγός Σικρ τον συλλαμβάνει, τον δένει, πισθάγκωνα και τον οδηγεί στο Μπυτ, όπου βρίσκεται ο στρατηγός ντε Λαβωκουπέ.

Τον Βαρλέν, αυτόν, που είχε διακινδυνεύσει την ζωή του, για να σώσει τους ομήρους της οδού Αξό, τον σέρνουν για πολλή ώρα στους απότομους δρόμους της Μονμάρτρης. Κάτω απ' τα χτυπήματα, που πέφτουν σαν χαλάζι, το νεανικό, στοχαστικό κεφάλι του, που δεν έκανε, παρά μόνο σκέψεις αδελφοσύνης, πολτοποιείται και τα μάτια του πετάγονται έξω απ' τις κόγχες τους. Όταν θα φθάσει στην οδό Ροζιέ, στο Επιτελείο, δεν μπορεί να σταθεί πλέον, τον πηγαίνουν σηκωτό. Θα τον καθίσουν, για να τον τουφεκίσουν. Οι στρατιώτες θα λιανίσουν το πτώμα του, με τα κοντάκια των όπλων τους, ενώ ο Σικρ θα του κλέψει το ρολόϊ, το οποίο θα φέρει, έκτοτε, ως τρόπαιο, Στο Βουνό των Μαρτύρων δεν υπάρχει άλλος, πιο ένδοξος, από αυτόν. Ας ταφεί κι αυτός στην μεγάλη καρδιά της εργατικής τάξης. Ολόκληρη η ζωή του Βαρλέν είναι ένα παράδειγμα.

Ήταν αυτοδίδακτος με παθιασμένη θέληση και αφιέρωνε τα βράδια στην μελέτη, τις ελάχιστες ελεύθερες ώρες, που του άφηνε το εργαστήριο, καλλιεργώντας τον εαυτό του, όχι για να δρέψει δάφνες, όπως οι Κορμπόν και οι Τολέν, αλλά, για να διδάξει και να ελευθερώσει τον λαό. Υπήρξε η ψυχή των εργατικών ενώσεων στα τέλη της Αυτοκρατορίας. Ακούραστος, σεμνός, μιλούσε λίγο, αλλά, πάντα, την κατάλληλη στιγμή και τότε, φώτιζε, μ' έναν του λόγο, την αδιέξοδη συζήτηση, διατηρώντας εκείνο το επαναστατικό ένστικτο, που συχνά αμβλύνεται στους μορφωμένους εργάτες. Ένας από τους πρώτους την 18η Μαρτίου, εργάσθηκε σκληρά, καθ' όλη την διάρκεια της Κομμούνας και παρέμεινε στα οδοφράγματα, μέχρι την ύστατη στιγμή. Αυτός εδώ ο νεκρός ανήκει αποκλειστικά στους εργάτες.Οι βερσαλλιέροι δημοσιογράφοι, φτύνοντας το πτώμα του, λένε πως είχαν βρεθεί πάνω του εκατοντάδες χιλιάδες φράγκα, παρ' όλο που η επίσημη αναφορά λέει: «Ένα πορτοφόλι με 284,15 φράγκα».

Είχαν επιστρέψει στο Παρίσι, μετά τον στρατό, ακολουθώντας τον σαν τσακάλια και καθυβρίζοντας τους νεκρούς. Λησμονώντας ότι στους εμφυλίους πολέμους δεν υπάρχουν, παρά μόνο οι νεκροί, που βρυκολακιάζουν, όλοι αυτοί οι Σαρσέ ένα σύνθημα έχουν: Σκοτώστε! Δημοσιεύουν τα ονόματα και τις διευθύνσεις όσων θεωρούν ότι θα πρέπει να τουφεκιστούν, ενώ οι επινοήσεις τους, στο να υποδαυλίζουν την λύσσα των αστών, είναι ανεξάντλητες. Μετά από κάθε τουφεκισμό, αυτοί φωνάζουν «ο επόμενος!».

[Παραθέτω στην τύχη κάποια παραδείγματα, αν και θα μπορούσα να παραθέσω σελίδες ολόκληρες:] 

«Πρέπει να κυνηγήσουμε τους κομμουνάρους.» (Βien Public)

«Αυτοί οι άνδρες που σκότωναν για να σκοτώνουν και να κλέβουν, πιάστηκαν -κι εμείς πρέπει να φωνάξουμε έλεος; Αυτές οι αποκρουστικές γυναίκες που μαχαίρωναν στο στήθος αξιωματικούς που χαροπάλευαν, πιάστηκαν -κι εμείς πρέπει να φωνάξουμε έλεος;» (Ρatrie) 

«Τι είναι ένας δημοκράτης; Ένα άγριο κτήνος. Εμπρός, έντιμοι άνθρωποι! Βάλτε ένα χεράκι να τελειώνουμε μ' αυτά τα δημοκρατικά και διεθνιστικά παράσιτα.» (Figaro)  

«Η βασιλεία των αλιτήριων έληξε. Ποτέ δεν θα μάθουμε με τι είδους ευφάνταστη σκληρότητα και αγριότητα ολοκλήρωσαν αυτό το όργιο εγκλήματος και βαρβαρότητας. ... Δύο μήνες γεμάτοι κλοπές, λεηλασίες, δολοφονίες και εμπρησμούς.» (Οpinion Νationale)  

«Ούτε ένας απ' τους κακοποιούς, στα χέρια των οποίων βρέθηκε επί δύο μήνες το Παρίσι, δεν θα θεωρηθεί πολιτικός: θα τους αντιμετωπίσουμε σαν ληστές που είναι, σαν τα ειδεχθέστερα τέρατα που εμφανίσθηκαν ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητος. Πολλές εφημερίδες κάνουν λόγο για αναστήλωση του ικριώματος που αυτοί κατέστρεψαν, ώστε να μην τους κάνουμε καν την τιμή να τους τουφεκίσουμε.» (Μοniteur Universel)  

Μια αγγλική ιατρική εφημερίδα θα ζητήσει στις 27 Μαΐου την ζωοτομία των κρατουμένων. Για να ανυψώσει το ηθικό των στρατιωτών, όταν χρειαζόταν, ο Τύπος τους έπλεκε το εγκώμιο. «Τι υπέροχη η στάση των αξιωματικών και των στρατιωτών μας!», έγραφε η Figaro

«Μόνο ο Γάλλος στρατιώτης έχει το χάρισμα να ανακτά τις δυνάμεις του τόσο γρήγορα και τόσο καλά.» «Οποία τιμή!», αναφωνούσε η Journal des debats, «ο στρατός μας πήρε εκδίκηση για τις συμφορές του με μια ανεκτίμητη νίκη».  


 

 
Έτσι ο στρατός παίρνει εκδίκηση, για τις «συμφορές» του, ξεσπώντας πάνω στο Παρίσι. Το Παρίσι είναι ένας εχθρός, όπως η Πρωσία, και μάλιστα, ο στρατός δεν έχει κανένα λόγο να του φερθεί, επιεικώς, εφ' όσον έπρεπε να αποκαταστήσει το γόητρο του. Για να ολοκληρωθεί η αντιστοιχία, μετά την νίκη, ακολουθεί ο θρίαμβος. Οι Ρωμαίοι ποτέ δεν έκαναν θριάμβους, μετά από εμφύλιες συγκρούσεις. Ο κ. Θιέρσος, όμως, δεν ντράπηκε να βάλει τον στρατό να κάνει μια μεγάλη παρέλαση, υπό το βλέμμα των Πρώσων, στους οποίους πρόσφερε τα πτώματα των Παριζιάνων, εν είδει ρεβάνς. Είναι περίεργο, λοιπόν, που με τέτοιους αρχηγούς, η μανία του στρατιώτη θα φθάσει σε τέτοιο παροξυσμό, ώστε ακόμη κι ο θάνατος να τον μεθά;

Την Κυριακή στις 28, κοντά στο δημαρχείο του 11ου, όπου υπάρχουν αραδιασμένα πτώματα, βλέπουμε έναν τυφεκιοφόρο ναύτη να ξετυλίγει, με την ξιφολόγχη του, τα έντερα που ξεχύνονται από την κοιλιά μιας γυναίκας. Οι στρατιώτες βρίσκουν διασκεδαστικό να τοποθετούν στο στήθος των νεκρών ομόσπονδων επιγραφές, όπως δολοφόνος, κλεφτής, μέθυσος, και να τους χώνουν στο στόμα λαιμούς μπουκαλιών.

Πώς να εξηγήσει κανείς αυτές τις εν ψυχρώ αγριότητες; Η επίσημη αναφορά του Μακ-Μαόν βεβαιώνει, μόνο, 877 νεκρούς βερσαλλιέρους, από τις 3 Απριλίου, μέχρι τις 28 Μαΐου. Επομένως, η μανία των βερσαλλιέρων δεν δικαιολογεί τέτοια αντίποινα.  

Όταν κάποιοι απελπισμένοι, για να εκδικηθούν τους χιλιάδες αδελφούς τους, τουφεκίζουν 63 ομήρους, από τους σχεδόν 300, που είχαν στα χέρια τους, η υποκριτική αντίδραση διαρρηγνύει τα ιμάτια της και διαμαρτύρεται, εν ονόματι της δικαιοσύνης. Τι έχει να πει, όμως, αυτή η δικαιοσύνη, για εκείνους, που, μεθοδικά, χωρίς καμιά αγωνία, για την έκβαση της μάχης και ιδίως, αφού έχει τελειώσει η μάχη, τουφεκίζουν 20,000 ανθρώπους, εκ των οποίων, τουλάχιστον, τα 3/4 δεν είχαν, καν, λάβει μέρος, σ' αυτήν;  

Πάντως, οι στρατιώτες έχουν και κάποιες αναλαμπές ανθρωπιάς, ενώ βλέπουμε ορισμένους, απ' αυτούς, να επιστρέφουν από τις εκτελέσεις, με σκυμμένο κεφάλι. Η αγριότητα, όμως, των βοναπαρτιστών αξιωματικών παραμένει αμείωτη. Ακόμη και μετά την Κυριακή, συνεχίζουν να σκοτώνουν, με τα ίδια τους τα χέρια, τους αιχμαλώτους, αποκαλώντας το θάρρος των θυμάτων «αυθάδεια και οριστική απόφαση τους να τελειώνουν, μάλλον, με την ζωή, παρά να ζουν, για να εργάζονται». Ακόρεστοι στην σκληρότητα τους, είναι ίδιοι ο Πρυντόμ.


 
Marie Joseph Louis Adolphe Thiers (15/4/1797 - 3/9/1877) : Ο πολιτικός που, ως Πρόεδρος της Γαλλίας (17/2/1871 - 24/5/1873), διέταξε την καταστολή της Παρισινής Κομμούνας και συνεργάστηκε με τον Βίσμαρκ, για να επιτύχει τον στόχο του. Πριν το 1871 διατέλεσε πρωθυπουργός σε δύο περιόδους. «


Η γη είναι στρωμένη με τα πτώματα τους», θα τηλεγραφήσει ο κ.Θιέρσος στους νομάρχες του, «αυτό το φριχτό θέαμα θα χρησιμεύσει ως μάθημα». Θα χρειασθεί, ωστόσο, να δοθεί ένα τέλος σ' αυτό το ρεαλιστικό μάθημα, διότι, όχι ο οίκτος, αλλά η πανούκλα βρίσκεται, προ των πυλών. Χιλιάδες κρεατόμυγες πετούν πάνω από τα αποσυντεθειμένα πτώματα. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι από ψόφια πουλιά.

Η Αvenir Liberal, εγκωμιάζοντας τις διακηρύξεις του Μακ-Μαόν, του αποδύεται λόγια του Φλεσιέ: «Εκείνος κρύβεται, η δόξα του όμως δεν μπορεί να κρυφτεί». Η δόξα του Τυρέν του 1871 φανερώνεται ακόμη και μέσα στον Σηκουάνα, από την ατέλειωτη κόκκινη φλέβα, που περνά κάτω από την δεύτερη αψίδα της γέφυρας του Κεραμεικού. Οι νεκροί της Αιματηρής Εβδομάδας εκδικούνται, μολύνοντας τις πλατείες, τις αλάνες και τα γιαπιά, που χρησιμεύουν, σαν χωματερές, για το σφαγεία και τα έκτακτα δικαστήρια.


 

Νεκροί Κομμουνάροι, μετά την καταστολή.

 
 
«Ποιος δεν θυμάται», αναφέρει η Τemps, «ακόμη κι αν δεν την είδε, παρά μόνο για μια στιγμή, την πλατεία, ή, μάλλον, το χωνευτήρι του πύργου Σαιν-Ζακ. Μέσα από το πρόσφατα σκαμμένο, με τους κασμάδες, υγρό χώμα, ξεπροβάλλουν, εδώ κι εκεί, κεφάλια, μπράτσα, πόδια και χέρια. Μπορούμε να διακρίνουμε τα πρόσωπα των πτωμάτων, που εξέχουν από το χώμα -μια αποκρουστική εικόνα. Μια οσμή απαίσια, αηδιαστική, αναδύεται απ' αυτόν τον κήπο, και ενίοτε, σε μερικά σημεία, γίνεται ανυπόφορη».
 
Στο πάρκο Μονσώ, μπροστά από το Ενβαλίντ, μετά την ζύμωση με την βροχή και τον ήλιο, τα πτώματα διαρρηγνύουν το λεπτό, χωμάτινο σάβανο τους. Πολλά από αυτά παραμένουν, ακόμη, εκτεθειμένα, περιλουσμένα, μόνο με χλώριο. Στην Φωμπούρ-Σαιντ-Αντουάν βλέπεις, παντού, σωρούς «σαν να είναι σκουπίδια», λέει μια εφημερίδα της Τάξης· στο Πολυτεχνείο καλύπτουν μια έκταση μήκους 100 και ύψους 3 μέτρων- στο Πασύ, που δεν είναι ένα από τα μεγάλα κέντρα εκτελέσεων, υπάρχουν 1.100 πτώματα, κοντά στο Τροκαντερό. 300 πτώματα, τα οποία είχαν ριχτεί στις λίμνες των υψωμάτων Σωμόν, θα ξαναβγούν στην επιφάνεια και, τουμπανιασμένα, θα περιφέρουν τις θανατερές αναθυμιάσεις τους. Η δόξα του Μακ-Μαόν αποκαλύπτεται, σε όλο της το μεγαλείο.
 
Οι εφημερίδες τρομάζουν. «Αυτοί οι άθλιοι», γράφει μία απ' αυτές, «οι οποίοι τόσο κακό μας έκαναν όσο ζούσαν, δεν πρέπει να μας κάνουν κι άλλο μετά τον θάνατο τους».
 
Ακόμη κι εκείνοι, που είχαν υποδαυλίσει την σφαγή, φωνάζουν «Φτάνει!». «Ας σταματήσουμε τους σκοτωμούς!», λέει η Ραris-Journal της 2ας Ιουνίου. 
 
«Ας μην σκοτώνουμε πια ούτε τους δολοφόνους, ούτε τους εμπρηστές! Δεν ζητάμε να τους δοθεί χάρη, ζητάμε αναστολή».
 
«Φτάνουν οι εκτελέσεις, φτάνει το αίμα, φτάνουν τα θύματα!», λέει η Ναtional της 1ης Ιουνίου.
 
Και η Οpinion nationale της ίδιας μέρας: «Ζητάμε να εξετασθεί σοβαρά η περίπτωση κάθε κατηγορουμένου. Θα θέλαμε να δούμε να πεθαίνουν μόνον οι αληθινοί ένοχοι».
 
Οι εκτελέσεις περιορίζονται και αρχίζει η επιχείρηση-σκούπα. Κάθε είδους μεταφορικά μέσα, σκευάμαξες, μακριές άμαξες με πάγκους και δημόσιες άμαξες, μαζεύουν τα πτώματα, απ' όλες τις συνοικίες. Τέτοια φορτία ανθρώπινης σάρκας είχαμε να δούμε από τον καιρό των μεγάλων επιδημιών πανούκλας [του Λονδίνου και της Μασσαλίας].
 
Από τους μορφασμούς του βίαιου ψυχορραγήματος, είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς ότι πολλοί, έχοντας θαφτεί ζωντανοί, είχαν παλέψει με το χώμα. Άλλα πτώματα βρίσκονται, σε τόσο προχωρημένη σήψη, ώστε μεταφέρονται, με κλειστές άμαξες, στα νεκροταφεία, όπου ρίχνονται κακήν-κακώς, μέσα σε τεράστιους λάκκους με ασβέστη. Τα νεκροταφεία του Παρισιού είναι ασφυκτικά γεμάτα.
 
Τα αναρίθμητα θύματα, το ένα δίπλα στο άλλο, ανυπόδητα, γεμίζουν τεράστιους λάκκους στο Περ-Λασέζ, στην Μονμάρτρη και στο Μονπαρνάς, όπου οι άνθρωποι του λαού, διατηρώντας τα, για πάντα, ευλαβικά στην μνήμη τους, θα τα επισκέπτονται, κάθε χρόνο, [ως προσκυνητές]. Άλλα μεταφέρονται στην Σαρόν, στο Μπανιολέ, στην Μπισέτρ και στο Μπερσύ, όπου θα χρησιμοποιηθούν οι τάφροι, που είχαν σκαφτεί, κατά την διάρκεια της πολιορκίας, ακόμη και πηγάδια. «Εκεί δεν υπάρχει φόβος από τις αναθυμιάσεις των πτωμάτων», λέει η Liberte του Ζιραρντέν, «ένα ακάθαρτο αίμα θα ποτίσει την γη του γεωργού, γονιμοποιώντας την». Ο εκλιπών Επίτροπος Πολέμου θα μπορεί να επιθεωρεί τα μεσάνυχτα τους πιστούς του. Το σύνθημα τους θα είναι «κάψτε και σκοτώστε».
 
Γυναίκες, όρθιες στην άκρη των τάφρων και των λάκκων, προσπαθούν να αναγνωρίσουν αυτά τα λείψανα. Η αστυνομία καραδοκεί να τις προδώσει ο πόνος τους, ώστε να συλλάβει «αυτά τα γύναια των στασιαστών». Για πολύ καιρό θα ακούγονται, πάνω απ' αυτούς τους λάκκους, τα ουρλιαχτά των πιστών σκυλιών, των ζώων, που κι αυτήν την φορά, θα αποδειχθούν πολύ ανώτερα από τους ανθρώπους.
 

Πτώματα των Κομμουνάρων περιμένουν την ταφή.



Σύντομα, η ταφή ενός τόσο μεγάλου αριθμού πτωμάτων θα καταστεί, εξαιρετικά, προβληματική. Τα υπόγεια των οχυρωμάτων είναι γεμάτα πτώματα. Εκεί, τα περιχύνουν με εμπρηστικές ουσίες, δημιουργώντας αυτοσχέδια κρεματόρια -ό,τι απομένει δεν είναι παρά ένας πολτός. Στα υψώματα Σωμόν, τα πτώματα, που σχηματίζουν τεράστιους σωρούς, περιχύνονται με πετρέλαιο και καίγονται, επί μέρες, ολόκληρες. Ένας πυκνός, αηδιαστικός καπνός στεφανώνει τους γύρω λόφους. Οι μαζικές σφαγές θα διαρκέσουν, μέχρι τις πρώτες ημέρες του Ιουνίου, ενώ οι εκτελέσεις με συνοπτικές διαδικασίες, μέχρι τα μέσα του ίδιου μήνα. Για πολύ καιρό, μυστηριώδη δράματα εκτυλίσσονται στο δάσος της Βουλόνης. 

Ποτέ δεν θα γίνει γνωστός ο ακριβής αριθμός των θυμάτων της Αιματηρής Εβδομάδας. Ο αρχηγός της στρατιωτικής δικαιοσύνης θα παραδεχθεί 17.000 τουφεκισμένους. Το Δημοτικό Συμβούλιο του Παρισιού θα πληρώσει τα έξοδα ενταφιασμού 17.000 πτωμάτων, αλλά πάρα πολλοί άνθρωποι σκοτώθηκαν ή αποτεφρώθηκαν, εκτός Παρισιού - δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε 20.000 τουλάχιστον, αριθμός παραδεκτός και από τους αξιωματικούς. Σε πολλά πεδία μάχης έχουν πέσει πολλοί περισσότεροι νεκροί, όμως εκείνοι τουλάχιστον έπεσαν, ενώ η μάχη μαινόταν. Ο 19ος αιώνας δεν έχει δει ποτέ τέτοιες σφαγές μετά από μια μάχη. Δεν υπάρχει τίποτε παρόμοιο στην ιστορία των εμφυλίων πολέμων μας.

Η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου, ο Ιούνιος του '48, η 2α Δεκεμβρίου, δεν είναι παρά ένα απλό επεισόδιο, εν συγκρίσει, με τις σφαγές του Μαΐου. Μόνο οι εκατόμβες των Ασιατών νικητών μπορούν να μας δώσουν μια ιδέα αυτού του σφαγιασμού των προλετάριων. Αυτή ήταν η καταστολή «εν ονόματι του νόμου και δια του νόμου».

Όλες οι κοινωνικές δυνάμεις είχαν επικροτήσει τον κ. Θιέρσο, ο οποίος επιχείρησε να ξεσηκώσει ολόκληρο τον κόσμο εναντίον αυτού του λαού, που, μετά από δύο μήνες κυρίαρχης εξουσίας και την σφαγή χιλιάδων δικών του, είχε χύσει το αίμα 63 ομήρων. Στις 28 Μαΐου, οι παππάδες, οι μεγάλοι αυτοί καθαγιαστές δολοφονιών [θα γιορτάσουν την νίκη], τελώντας επίσημη θεία λειτουργία, στην οποία θα παραστεί σύσσωμη η Εθνοσυνέλευση. Πέντε μέρες πριν, οι επίσκοποι, με, επί κεφαλής, τον καρδινάλιο Μπονσόζ, είχαν ζητήσει από τον κ. Θιέρσο να αποκαταστήσει τον Πάπα. Νικητής ο Gesu, προελαύνει ακάθεκτος: η ναυς της ελπίδας εξαφανίζεται από τον ένδοξο θυρεό του Παρισιού και στην θέση της, μπαίνει ο θεμέλιος λίθος της αιματοβαμμένης Σακρέ-Κερ.


ΠΡΟΣΠΕΡ – ΟΛΙΒΙΕ ΛΙΣΑΝΓΚΑΡΕ : «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΙΣΙΝΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ». ΤΟΜΟΣ Β', σελίδες : 137 – 145) Εκδόσεις ''Ελεύθερος Τύπος''.  ''



«Τι είναι η Διεθνής» (απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε ο Καρλ Μαρξ στον ανταποκριτή της εφημερίδας ‘‘The World’’ Λονδίνο, 3-7-1871).  


 
 
Karl Marx (5/5/1818 - 14/3/1883)
 

Δημοσιογράφος: Απ' ό,τι φαίνεται, πολλοί άνθρωποι έχουν σχηματίσει μια άσχημη εικόνα, για το τι είναι η Διεθνής. Τρέφουν, γι' αυτήν, ένα βαθύ μίσος. Όμως, τους είναι δύσκολο να μπορέσουν να εξηγήσουν τι, ακριβώς, μισούν. Κάποιοι άνθρωποι, που θεωρούν ότι κατόρθωσαν να εισχωρήσουν, βαθύτερα, στο μυστικό της Διεθνούς, ισχυρίζονται ότι πρόκειται για ένα είδος Ιανού, με το ειλικρινές και καλοσυνάτο χαμόγελο ενός εργάτη, στο ένα πρόσωπο και το πρόσωπο του κακούργου-συνωμότη, στο άλλο. Ζητώ, από τον Μαρξ, να ρίξει φως στο μυστικό...

Μαρξ: Αγαπητέ μου κύριε, εδώ δεν υπάρχει κανένα άλλο μυστικό, παρά μόνο το μυστικό της βλακείας των ανθρώπων, οι οποίοι παραγνωρίζουν, πεισματικά, το γεγονός ότι η Ένωση μας δρα ανοιχτά, ενώ οι σχετικοί απολογισμοί της δράσης της δημοσιοποιούνται, έτσι ώστε όποιος θέλει να μπορεί να τους διαβάσει. Μπορείτε να αγοράσετε το Καταστατικό μας, έναντι λίγων πενών. Με μια λίρα, μάλιστα, μπορείτε να αποκτήσετε μπροσούρες, από τις οποίες θα μάθετε, σχεδόν, τα πάντα, για μας, ό,τι γνωρίζουμε κι εμείς οι ίδιοι.

Δημοσιογράφος.: Αυτό το «σχεδόν» είναι πολύ πιθανό, μήπως, όμως, το πιο σημαντικό, που δεν θα μάθω, βρίσκεται, ακριβώς, σ' αυτό; Θα είμαι, απολύτως, ειλικρινής μαζί σας και θα σας θέσω το ερώτημα, έτσι όπως θα το έθετε ένας άσχετος παρατηρητής: αυτή η κακόβουλη, γενικώς, στάση, απέναντι στην οργάνωση σας, δεν μαρτυρά κάτι παραπάνω, από το απλό μίσος της αστοιχείωτης μάζας; Και επιτρέψτε μου να σας ρωτήσω, για μια ακόμη φορά, ανεξαρτήτως, των όσων, ήδη, μου έχετε πει. Τι είναι η Διεθνής;

Μαρξ.: Δεν έχετε, παρά να ρίξετε μια ματιά στους ανθρώπους, που την αποτελούν, στους εργάτες.

Δημοσιογράφος: Ναι, όμως, ο στρατιώτης δεν είναι, πάντοτε, αντιπροσωπευτικός της κυβέρνησης, που τον διοικεί. Εγώ γνωρίζω ορισμένα μέλη σας και μπορώ να πω ότι δεν είναι από εκείνο το είδος, που γεννά συνωμότες. Πολύ δε περισσότερο, που ένα μυστικό, το οποίο είναι γνωστό, σε 1 εκατομμύριο ανθρώπους, δεν είναι μυστικό. Τι γίνεται, όμως, αν οι άνθρωποι αυτοί είναι, απλώς, όργανα στα χέρια κάποιας τολμηρής και επιτρέψτε μου να προσθέσω, όχι και τόσο ξεκάθαρης, όσον αφορά τα μέσα, που χρησιμοποιεί, παρέας; Μαρξ: Δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο.

Δημοσιογράφος: Και η τελευταία εξέγερση στο Παρίσι; Μαρξ: Κατ' αρχάς, θα σας παρακαλέσω να μου αποδείξετε ότι υπήρξε εδώ κάποια συνωμοσία, πως ό,τι συνέβη δεν ήταν νομοτελειακό αποτέλεσμα των καταστάσεων, που είχαν διαμορφωθεί. Ωστόσο, κι αν ακόμη δεχθούμε την ύπαρξη μιας συνωμοσίας, τι είναι αυτό, που αποδεικνύει ότι συμμετείχε, σ' αυτήν, η Διεθνής Ένωση;

Δημοσιογράφος: Μα, η ύπαρξη πλήθους μελών της Ένωσης στα όργανα της Κομμούνας.

Μαρξ: Σε μια τέτοια περίπτωση, θα ήταν, επίσης, μια συνωμοσία των ελευθεροτεκτόνων, εφ' όσον η ατομική συμμετοχή τους, στην δραστηριότητα της Κομμούνας, δεν ήταν διόλου ασήμαντη. Εγώ, μάλιστα, δεν θα εκπλησσόμουν καθόλου, αν ο Πάπας ανακοίνωνε ότι όλη η εξέγερση ήταν στα χέρια των ελευθεροτεκτόνων. Ψάξτε να βρείτε μια άλλη ερμηνεία. Η Παρισινή Εξέγερση πραγματοποιήθηκε από τους εργάτες του Παρισιού. Οι ικανότεροι εργάτες ήταν αναπόφευκτο να γίνουν ηγέτες και οργανωτές, όμως, οι ικανότεροι εργάτες είναι και συγχρόνως, μέλη της Διεθνούς Ένωσης. Ωστόσο, η Ένωση, ως τέτοια, δεν μπορεί να είναι υπεύθυνη, για την δράση τους.

Δημοσιογράφος: Ναι, αλλά ο κόσμος βλέπει τα πράγματα διαφορετικά. Άνθρωποι κάνουν λόγο, για μυστικές οδηγίες, από το Λονδίνο, ακόμη και για χρηματική υποστήριξη. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ο ανοιχτός χαρακτήρας της δραστηριότητας της Ένωσης, τον οποίον εσείς επικαλείσθε, αποκλείει την δυνατότητα οποιασδήποτε μυστικής επικοινωνίας;

Μαρξ.: Μήπως εμφανίσθηκε ποτέ καμιά οργάνωση, που να επιτελούσε το έργο της, χωρίς να χρησιμοποιεί τόσο μυστικά, όσο και φανερά μέσα επικοινωνίας; Όμως, το να μιλούν, για μυστικές οδηγίες, από το Λονδίνο, σαν να πρόκειται, για διατάγματα, επί ζητημάτων πίστης και ηθικής, τα οποία στέλνει κάποιο κέντρο παπικής εξουσίας και ίντριγκας, σημαίνει ότι δεν κατανοούν πλήρως την ουσία της Διεθνούς. Για να γίνει κάτι τέτοιο θα ήταν απαραίτητη μια κεντρική εξουσία στην Διεθνή, ενώ, στην πραγματικότητα, η μορφή της οργάνωσης προσφέρει την μεγαλύτερη ελευθερία στην τοπική αυτόνομη δράση και ανεξαρτησία. Στην ουσία η Διεθνής δεν είναι μια κυβέρνηση της εργατικής τάξης, μάλλον, δε, αποτελεί μια ένωση, παρά μια διοικητική δύναμη.''.


 
Mikhail Bakunin (30/5/1814 - 1/7/1876)
 

''Μιχαήλ Μπακούνιν: από το Η Κνουτογερμανική Αυτοκρατορία και η Κοινωνική Επανάσταση.  


... Οι επαναστάτες σοσιαλιστές πιστεύουν ότι μπορεί να βρεθεί πολύ περισσότερο πρακτικό πνεύμα και ορμή στους ενστικτώδεις στόχους και στις πραγματικές ανάγκες των λαϊκών μαζών, παρά στην βαθυστόχαστη σκέψη όλων εκείνων των δασκάλων και κηδεμόνων της ανθρωπότητας, που έχουν, κατ' επανάληψιν, αποτύχει στην προσπάθεια τους να φέρουν αρμονία στην κοινωνία και που επιμένουν, ακόμη, να προτείνουν κι άλλα γιατρικά. Οι επαναστάτες σοσιαλιστές σκέπτονται διαφορετικά. Πιστεύουν ότι η ανθρωπότητα αφέθηκε να την κυβερνούν για πολύ, κάρα πολύ καιρό, και ότι η βασική αιτία της δυσαρμονίας της δεν είναι η μία ή η άλλη μορφή κυβέρνησης, αλλά η ίδια, ακριβώς, η αρχή και η ύπαρξη της κυβέρνησης, όποια μορφή κι αν έχει αυτή. 

Τελικώς, αυτή είναι η, ήδη, ιστορική αντίφαση, που υπάρχει, ανάμεσα στον επιστημονικό κομμουνισμό, ο οποίος αναπτύχθηκε από την γερμανική σχολή και έγινε, εν μέρει, αποδεκτός από τους Αμερικανούς και τους Άγγλους σοσιαλιστές αφ' ενός, και στον προυντονισμό, αφ' ετέρου, ο οποίος αναπτύχθηκε, ευρέως και εξωθήθηκε, έως τις έσχατες λογικές του συνέπειες, από το προλεταριάτο των λατινικών χωρών. 

Ο επαναστατικός σοσιαλισμός, μόλις πρόσφατα, επιχείρησε την πρώτη του επίδειξη, εντυπωσιακή και συγχρόνως πρακτική, στην Παρισινή Κομμούνα. Είμαι υποστηρικτής της Παρισινής Κομμούνας, η οποία, αν και κατακρεουργήθηκε και πνίγηκε στο αίμα της, από τους δήμιους της μοναρχικής και εκκλησιαστικής αντίδρασης, ζωντανεύει και δυναμώνει ολοένα και περισσότερο, στην φαντασία και στην καρδιά του προλεταριάτου της Ευρώπης. Προ πάντων, είμαι υποστηρικτής της, επειδή αυτή υπήρξε μια τολμηρή και ειλικρινής άρνηση του Κράτους.

Είναι εξαιρετικά σημαντικό το γεγονός ότι η εξέγερση αυτή, ενάντια στο Κράτος, εκδηλώθηκε, ακριβώς, στην Γαλλία, η οποία, έως τώρα, υπήρξε η, κατ' εξοχήν, χώρα του πολιτικού συγκεντρωτισμού, και ότι, πάνω απ' όλα, συγκεκριμένα, το Παρίσι, το ιστορικό αυτό προπύργιο του μεγάλου γαλλικού πολιτισμού, ήταν εκείνο, που πήρε την πρωτοβουλία.

Το Παρίσι, που πέταξε το ίδιο του το στέμμα και διακήρυξε, με ενθουσιασμό, την ίδια του την πτώση, για να προσφέρει ελευθερία και ζωή στην Γαλλία, στην Ευρώπη και σε ολόκληρο τον κόσμο - το Παρίσι, που για μια ακόμη φορά, επιβεβαίωσε την ιστορική του ικανότητα να αναλαμβάνει την πρωτοβουλία, δείχνοντας στις υπόδουλες μάζες (αλήθεια ...πού είναι, πραγματικά, ελεύθερες οι μάζες; ) τον μοναδικό δρόμο, για την χειραφέτηση και την σωτηρία τους· το Παρίσι, που κατάφερε ένα θανάσιμο πλήγμα στις πολιτικές παραδόσεις του αστικού ριζοσπαστισμού, προσφέροντας έτσι μια πραγματική βάση στον επαναστατικό σοσιαλισμό!

Το Παρίσι, που εγκαινίασε μια νέα εποχή, εκείνη της τελικής και πλήρους απελευθέρωσης των λαϊκών μαζών και της αλληλεγγύης τους, η οποία, εφ' εξής, αποτελεί πραγματικό γεγονός, κατά μήκος και πέραν των κρατικών συνόρων, το Παρίσι, που διέλυσε τον πατριωτισμό, οικοδομώντας πάνω στα ερείπια του την θρησκεία της ανθρωπότητας - το Παρίσι, που αυτοανακηρύχθηκε ανθρωπιστικό και αθεϊστικό, αντικαθιστώντας τις θρησκευτικές φαντασιώσεις, με τις μεγάλες αλήθειες της ζωής και την πίστη στην επιστήμη· το Παρίσι, που αντικατέστησε τα ψέματα και τις αδικίες της θρησκευτικής, πολιτικής και δικαστικής ηθικής, με τις αρχές της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, της ισότητας και της αδελφοσύνης, εκείνες τις θεμελιώδεις αρχές της ανθρώπινης ηθικής! ... 

Αυτή είναι, λοιπόν, η αληθινή σημασία της Παρισινής Κομμούνας και αυτές είναι οι ευεργετικές και βαθύτατες συνέπειες της: η δίμηνη ύπαρξη και η πτώση της δεν θα λησμονηθούν ποτέ! 

Η Παρισινή Κομμούνα διήρκεσε, τόσο λίγο και παρεμποδίσθηκε, τόσο πολύ - όσον αφορά την εσωτερική της ανάπτυξη -, από τον θανάσιμο αγώνα, που έπρεπε να διεξαγάγει, κατά της αντίδρασης των Βερσαλλιών, για να μπορέσει, αν όχι να εφαρμόσει, τουλάχιστον, να επεξεργασθεί, θεωρητικά, το σοσιαλιστικό της πρόγραμμα. Ακόμη, πρέπει να λάβουμε, υπ' όψιν, ότι η πλειονότητα των μελών της Κομμούνας δεν ήταν, πραγματικά, σοσιαλιστές. Αν εμφανίσθηκαν, ως τέτοιοι, αυτό συνέβη, διότι, ανήμποροι ν' αντισταθούν, παρασύρθηκαν περισσότερο, από την ακατανίκητη πορεία των γεγονότων, από την φύση του περιβάλλοντος τους και από τις απαιτήσεις της θέσης τους, παρά από τις προσωπικές τους πεποιθήσεις.    

Οι σοσιαλιστές, επί κεφαλής των οποίων τοποθετείται, φυσικά, ο φίλος μας ο Βαρλέν, δεν ήταν παρά μια μικρή μειοψηφία, μέσα στην Κομμούνα : 14-15 άτομα το πολύ, ενώ οι υπόλοιποι ήταν ιακωβίνοι. Εδώ, ας το διευκρινίσουμε: υπάρχουν πολλών ειδών ιακωβίνοι. Υπάρχουν οι αυταρχικοί και δογματικοί ιακωβίνοι, όπως ο κ. Γαμβέττας, των οποίων ο θρασύς, δεσποτικός, φορμαλιστικός και θετικιστικός δημοκρατικισμός, έχοντας απαρνηθεί την παλιά επαναστατική πίστη και διατηρώντας, από τον ιακωβινισμό, μόνο την λατρεία της ενότητας και της εξουσίας, παρέδωσε την λαϊκή Γαλλία στους Πρώσους και αργότερα, στις δυνάμεις της εγχώριας αντίδρασης.

Υπάρχουν, επίσης, εκείνοι οι ιακωβίνοι, οι οποίοι είναι αληθινοί επαναστάτες, ήρωες, οι τελευταίοι ειλικρινείς εκπρόσωποι της δημοκρατικής πίστης του 1793, πρόθυμοι και ικανοί, μάλλον, να θυσιάσουν τα προσφιλή τους ιδανικά της ενότητας και της εξουσίας, υπέρ των αναγκών της επανάστασης, παρά να ενδώσουν, καιροσκοπικά, στην θρασύτητα της αντίδρασης.  Αυτοί οι μεγαλόκαρδοι ιακωβίνοι - επί κεφαλής των οποίων ήταν φυσικά ο Ντελεκλύζ, άνθρωπος ευγενούς πνεύματος και σπουδαίου χαρακτήρα - επιθυμούν, πάνω απ' όλα, τον θρίαμβο της επανάστασης.

Καθώς δεν μπορεί να γίνει επανάσταση, χωρίς τις λαϊκές μάζες και καθώς οι μάζες εμφανίζουν σήμερα ένα ανεπτυγμένο σοσιαλιστικό ένστικτο και δεν μπορούν, πλέον, να πραγματοποιήσουν άλλη επανάσταση, εκτός από μια οικονομική και κοινωνική επανάσταση, αυτοί οι αυθεντικοί ιακωβίνοι θα εξωθηθούν, περαιτέρω, από την λογική του επαναστατικού κινήματος, καταλήγοντας να γίνουν σοσιαλιστές, αντίθετα, προς τον ίδιο τους τον εαυτό.

Αυτή, ακριβώς, ήταν η κατάσταση των ιακωβίνων, που έλαβαν μέρος στην Παρισινή Κομμούνα.

Ο Ντελεκλύζ και μαζί του πολλοί άλλοι, υπέγραψαν προγράμματα και διακηρύξεις, η γενική γραμμή και οι επαγγελίες των οποίων ήταν, σαφώς, σοσιαλιστικές. Ωστόσο, παρ' όλη την καλοπιστία και τις καλές προθέσεις τους, ήταν σοσιαλιστές περισσότερο, λόγω εξωτερικής αναγκαιότητας, παρά, λόγω ενδόμυχης πίστης - δεν είχαν τον χρόνο, ή την ικανότητα να ξεπεράσουν και να καταπνίξουν ένα πλήθος αστικών προκαταλήψεων, οι οποίες έρχονταν σε σύγκρουση, με τον πρόσφατο σοσιαλιστικό τους προσανατολισμό. Εύκολα, αντιλαμβάνεται κανείς ότι, εφ' όσον είχαν παραλύσει από την εσωτερική αυτή σύγκρουση, δεν θα μπορούσαν ποτέ να ξεφύγουν από τις γενικεύσεις, ούτε να κάνουν κάποιο από τα αποφασιστικά εκείνα βήματα, που θα συνέτριβε την αλληλεγγύη και όλους τους δεσμούς τους, με τον αστικό κόσμο.

Αυτό υπήρξε μια μεγάλη κακοτυχία, τόσο για την Κομμούνα, όσο και για τους ίδιους - παρέλυσαν από αυτό και με την σειρά τους, παρέλυσαν την Κομμούνα.

Πάντως, δεν μπορούμε να τους κατακρίνουμε, γι' αυτό, σαν να επρόκειτο, για σφάλμα, Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν, εν μια νυκτί, ούτε μπορούν να αλλάξουν κατά βούληση τον χαρακτήρα, ή τις συνήθειες τους. Οι άνθρωποι αυτοί απέδειξαν την ειλικρίνεια τους, αγωνιζόμενοι, μέχρις εσχάτων, για την Κομμούνα!

Ποιος θα τολμούσε να τους ζητήσει περισσότερα; Δεν μπορούμε να τους κατηγορήσουμε περισσότερο, απ' ό,τι μπορούμε να κατηγορήσουμε τους πολίτες του Παρισιού, υπό την επίδραση των οποίων σκέφθηκαν και ενήργησαν και οι ίδιοι. Αυτοί οι πολίτες ήταν σοσιαλιστές περισσότερο από ένστικτο, παρά από ιδεολογία, ή συγκεκριμένη πεποίθηση. Όλες οι επιδιώξεις τους ήταν, απολύτως και αποκλειστικώς, σοσιαλιστικές, οι ιδέες τους, όμως, ή μάλλον, η παραδοσιακή έκφραση τους, απείχε πολύ από το να φθάσει σ' αυτό το επίπεδο.

Υπάρχουν, ακόμη, πολλοί μέσα στους κόλπους του προλεταριάτου των μεγάλων πόλεων της Γαλλίας και του Παρισιού, οι οποίοι έχουν ιακωβίνικες προκαταλήψεις, και πολλοί, που βλέπουν τα πράγματα, με έναν δικτατορικό τρόπο, όπως η κυβέρνηση. Η λατρεία της εξουσίας, μοιραίο προϊόν της θρησκευτικής εκπόρνευσης, της ιστορικής αυτής πηγής όλων των κακών, της εξαχρείωσης και της δουλικότητας, ανάμεσα στους ανθρώπους, δεν έχει ακόμη ξεριζωθεί, απ' το μυαλό τους....

Συν τοις άλλοις, η κατάσταση των ελάχιστων συνειδητών σοσιαλιστών, οι οποίοι έλαβαν μέρος στην Κομμούνα, ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Ένιωθαν ότι δεν υποστηρίζονται, αρκετά, από την μεγάλη μάζα του πληθυσμού του Παρισιού (επιπλέον η οργάνωση της Διεθνούς Ένωσης ήταν και η ίδια ατελής, αριθμώντας, μόλις και μετά βίας, μερικές εκατοντάδες άτομα). Έπρεπε να διεξάγουν μια καθημερινή πάλη, ενάντια στην ιακωβίνικη πλειοψηφία - και υπό ποίες συνθήκες!

Έπρεπε να προσφέρουν ψωμί και εργασία, σε μερικές εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες, να τους οργανώσουν, να τους οπλίσουν και ταυτοχρόνως, να επαγρυπνούν, για τις ίντριγκες των αντιδραστικών - κι όλα αυτά, σε μια τόσο μεγάλη πόλη, όπως το Παρίσι, το οποίο πολιορκείτο, απειλείτο, από το φάσμα της πείνας και ήταν εκτεθειμένο, σε όλες τις άθλιες συνωμοσίες της αντιδραστικής φατρίας, η οποία κατόρθωσε να εδραιωθεί και να διατηρηθεί στις Βερσαλλίες με την έγκριση και την υποστήριξη των Πρώσων. Ήταν αναγκασμένοι να αντιτάξουν μια επαναστατική κυβέρνηση και στρατό στην κυβέρνηση και στον στρατό των Βερσαλλιών - δηλαδή, για να πολεμήσουν την μοναρχική και εκκλησιαστική αντίδραση, έπρεπε να οργανωθούν, με τον αντιδραστικό, ιακωβίνικο τρόπο, λησμονώντας, ή θυσιάζοντας ό,τι εκείνοι γνώριζαν, πως ήταν η πρωταρχική προϋπόθεση του σοσιαλισμού.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν είναι φυσικό ότι οι ιακωβίνοι - οι οποίοι ήταν ισχυρότεροι, αφού αποτελούσαν την πλειοψηφία, μέσα στην Κομμούνα και οι οποίοι, εξ άλλου, είχαν ανεπτυγμένο, ως έναν βαθμό, το πολιτικό ένστικτο, την παράδοση και την πρακτική της κυβερνητικής οργάνωσης - ήταν σε πολύ ευνοϊκότερη θέση, από τους σοσιαλιστές; Πάντως, το εκπληκτικότερο όλων είναι ότι δεν επωφελήθηκαν από την πλεονεκτική τους θέση, ότι δεν προσέδωσαν έναν, αποκλειστικά, ιακωβίνικο χαρακτήρα στην παρισινή εξέγερση και ότι, αντιθέτως, αφέθηκαν να παρασυρθούν σε μια κοινωνική επανάσταση.

Γνωρίζω ότι πολλοί σοσιαλιστές, οι οποίοι είναι συνεπέστατοι απέναντι στην θεωρία τους, κατακρίνουν τους Παριζιάνους φίλους μας ότι δεν έδειξαν, πως είναι αληθινοί σοσιαλιστές, μέσω της επαναστατικής τους πρακτικής, ενώ, αντίθετα, όλοι οι φαφλατάδες του αστικού Τύπου τους κατηγορούν ότι ακολούθησαν, αρκετά πιστά, το σοσιαλιστικό τους πρόγραμμα. Ας αγνοήσουμε, για την ώρα, τους ποταπούς εκείνους επικριτές, που ανήκουν σ' αυτήν την μερίδα του Τύπου.

Θα ήθελα μόνο να εστιάσω την προσοχή στους άκαμπτους θεωρητικούς της απελευθέρωσης του προλεταριάτου, οι οποίοι είναι άδικοι απέναντι στους Παριζιάνους φίλους μας. Διότι, ανάμεσα στις τελειότερες θεωρίες και την πρακτική τους εφαρμογή, υπάρχει μια τεράστια απόσταση, που δεν μπορεί να καλυφθεί μέσα σε λίγες μέρες...





Το μόνο που μπορούν να κάνουν τα άτομα αυτά είναι να επεξεργασθούν, να αποσαφηνίσουν και να διαδώσουν τις ιδέες που ανταποκρίνονται στο λαϊκό αίσθημα και ακόμη, να συμβάλλουν, με την ακατάπαυστη δράση τους, στην οργάνωση της φυσικής δύναμης των μαζών - αλλά τίποτε περισσότερο από αυτό. 

Ο,τιδήποτε άλλο δεν πρέπει και δεν μπορεί να γίνει, παρά μόνο, μέσω της δράσης των ίδιων των μαζών. Διαφορετικά, το αποτέλεσμα θα ήταν μια πολιτική δικτατορία, δηλαδή η ανασύσταση του Κράτους, των προνομίων, των αδικιών και όλων των κοινωνικών αυθαιρεσιών, που είναι εγγενείς στο Κράτος, και θα καταλήγαμε, μέσω ενός πλάγιου, αλλά λογικού δρόμου, στην επανεγκαθίδρυση της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής υποδούλωσης των λαϊκών μαζών.




....................................................................................................................................................

Αντιθέτως, προς την αντίληψη του εξουσιαστικού κομμουνισμού, κατά την γνώμη μου εντελώς λανθασμένη, ότι μια κοινωνική επανάσταση μπορεί να θεσπισθεί με διατάγματα και να οργανωθεί, είτε από μια δικτατορία, είτε από μια συντακτική συνέλευση, που έχει προκύψει από μια πολιτική επανάσταση, οι φίλοι μας, οι Παριζιάνοι σοσιαλιστές, σκέφτηκαν ότι η επανάσταση δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί και να αναπτυχθεί, πλήρως, παρά μόνο, μέσω της αυθόρμητης και συνεχούς δράσης των μαζών, των λαϊκών ομάδων και ενώσεων.






Οι φίλοι μας στο Παρίσι είχαν απόλυτο δίκιο. Διότι, πού είναι αυτός ο αρχηγός, όσο ευφυής κι αν είναι, ή - αν θέλουμε να μιλήσουμε, περί μιας συλλογικής δικτατορίας, ακόμα κι αν την αποτελούσαν πολλές εκατοντάδες άτομα προικισμένα με ανώτερες ικανότητες - πού είναι αυτά τα εξαίρετα πνεύματα, τα οποία θα είναι ικανά να αντιμετωπίσουν την άπειρη πολυπλοκότητα και ποικιλία των πραγματικών συμφερόντων, επιδιώξεων, επιθυμιών και αναγκών, που συνθέτουν την συλλογική θέληση ενός λαού, και να επινοήσουν μια κοινωνική οργάνωση, που θα μπορέσει να ικανοποιήσει τους πάντες;

Η οργάνωση αυτή δεν θα είναι τίποτε άλλο, παρά μια προκρούστεια κλίνη, πάνω στην οποία η περισσότερο, ή λιγότερο, εμφανής βία του Κράτους θα μπορεί να εξαναγκάσει την δύστυχη κοινωνία να ξαπλώσει. Αυτό συνέβαινε, πάντοτε, έως τώρα, κι αυτό, ακριβώς, το παλιό σύστημα οργάνωσης, μέσω της βίας, είναι εκείνο, στο οποίο πρέπει να θέσει τέλος η κοινωνική επανάσταση, αποδίδοντας στις μάζες, στις ομάδες, στις κομμούνες, στις ενώσεις και στα ίδια τα άτομα την απόλυτη ελευθερία τους και καταστρέφοντας, οριστικά, την αιτία όλης της βίας, την εξουσία κι αυτήν την ίδια την ύπαρξη του Κράτους... 

Η μελλοντική κοινωνία οφείλει, απλώς, να οργανωθεί, εκ των κάτω, προς τα άνω, μέσω της ελεύθερης ένωσης και ομοσπονδοποίησης των εργατών: αρχικά στις ενώσεις και μετά στις κομμούνες, ύστερα στις περιφέρειες και στα έθνη και τέλος, σε μια μεγάλη διεθνή και παγκόσμια ομοσπονδία.
 

Τότε μόνο θα υλοποιηθούν η αληθινή και ζωντανή τάξη της ελευθερίας και η γενική ευημερία. Αυτή είναι η κοινωνική τάξη πραγμάτων η οποία, αντί να αρνείται τα συμφέροντα των ατόμων και της κοινωνίας, αντιθέτως, θα τα επιβεβαιώνει και θα τα εναρμονίζει. ..."


(Από το δίτομο έργο του Προσπέρ Ολιβιέ Λισανγκαρέ '' ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ 1871''. Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος'').




 

Karl Marx - Mikhail Bakunin




Οι Μαρξ και Μπακούνιν ουδέποτε βρέθηκαν τόσο κοντά, όσο στην εποχή της Κομμούνας.

Και όμως ουδέποτε στο παρελθόν βρέθηκαν παράλληλα και τόσο μακρυά στην πράξη και τούτο επειδή ο μαρξικός οργανωτισμός οδήγησε στην σύγκρουση τους δύο ηγέτες της Διεθνούς και στις γραφειοκρατικές και συκοφαντικές πρακτικές του Μαρξ, με σκοπό την διαγραφή του Μπακούνιν και την επακόλουθη διάσπαση της Διεθνούς των Εργαζομένων, της αποκληθείσας Πρώτης Διεθνούς.

Θυμίζω, για μία ακόμη φορά, τα προφητικά λόγια του Μιχαήλ Μπακούνιν:

"Θα ήθελα μόνο να εστιάσω την προσοχή στους άκαμπτους θεωρητικούς της απελευθέρωσης του προλεταριάτου, οι οποίοι είναι άδικοι απέναντι στους Παριζιάνους φίλους μας. Διότι ανάμεσα στις τελειότερες θεωρίες και την πρακτική τους εφαρμογή υπάρχει μια τεράστια απόσταση που δεν μπορεί να καλυφθεί μέσα σε λίγες μέρες....
 


Το μόνο που μπορούν να κάνουν τα άτομα αυτά είναι να επεξεργασθούν, να αποσαφηνίσουν και να διαδώσουν τις ιδέες που ανταποκρίνονται στο λαϊκό αίσθημα και, ακόμη, να συμβάλλουν με την ακατάπαυστη δράση τους στην οργάνωση της φυσικής δύναμης των μαζών -αλλά τίποτε περισσότερο από αυτό.
 

Ο,τιδήποτε άλλο δεν πρέπει και δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο μέσω της δράσης των ίδιων των μαζών. Διαφορετικά το αποτέλεσμα θα ήταν μια πολιτική δικτατορία, δηλαδή η ανασύσταση του Κράτους, των προνομίων, των αδικιών και όλων των κοινωνικών αυθαιρεσιών που είναι εγγενείς στο Κράτος, και θα καταλήγαμε, μέσω ενός πλάγιου αλλά λογικού δρόμου, στην επανεγκαθίδρυση της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής υποδούλωσης των λαϊκών μαζών...
 

Αντιθέτως προς την αντίληψη του εξουσιαστικού κομμουνισμού, κατά την γνώμη μου εντελώς λανθασμένη, ότι μια κοινωνική επανάσταση μπορεί να θεσπισθεί με διατάγματα και να οργανωθεί είτε από μια δικτατορία, είτε από μια συντακτική συνέλευση που έχει προκύψει από μια πολιτική επανάσταση, οι φίλοι μας, οι Παριζιάνοι σοσιαλιστές, σκέφτηκαν ότι η επανάσταση δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί και να αναπτυχθεί πλήρως παρά μόνο μέσω της αυθόρμητης και συνεχούς δράσης των μαζών, των λαϊκών ομάδων και ενώσεων.
 

Οι φίλοι μας στο Παρίσι είχαν απόλυτο δίκιο. Διότι πού είναι αυτός ο αρχηγός, όσο ευφυής κι αν είναι, ή -αν θέλουμε να μιλήσουμε περί μιας συλλογικής δικτατορίας, ακόμα κι αν την αποτελούσαν πολλές εκατοντάδες άτομα προικισμένα με ανώτερες ικανότητες- πού είναι αυτά τα εξαίρετα πνεύματα τα οποία θα είναι ικανά να αντιμετωπίσουν την άπειρη πολυπλοκότητα και ποικιλία των πραγματικών συμφερόντων, επιδιώξεων, επιθυμιών και αναγκών που συνθέτουν την συλλογική θέληση ενός λαού, και να επινοήσουν μια κοινωνική οργάνωση που θα μπορέσει να ικανοποιήσει τους πάντες;

Η οργάνωση αυτή δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά μια προκρούστεια κλίνη πάνω στην οποία η περισσότερο ή λιγότερο εμφανής βία του Κράτους θα μπορεί να εξαναγκάσει την δύστυχη κοινωνία να ξαπλώσει. Αυτό συνέβαινε πάντοτε έως τώρα, κι αυτό ακριβώς το παλιό σύστημα οργάνωσης μέσω της βίας είναι εκείνο στο οποίο πρέπει να θέσει τέλος η κοινωνική επανάσταση, αποδίδοντας στις μάζες, στις ομάδες, στις κομμούνες, στις ενώσεις και στα ίδια τα άτομα την απόλυτη ελευθερία τους, και καταστρέφοντας οριστικά την αιτία όλης της βίας, την εξουσία κι αυτήν την ίδια την ύπαρξη του Κράτους ...
 

Η μελλοντική κοινωνία οφείλει απλώς να οργανωθεί εκ των κάτω προς τα άνω μέσω της ελεύθερης ένωσης και ομοσπονδοποίησης των εργατών: αρχικά στις ενώσεις και μετά στις κομμούνες, ύστερα στις περιφέρειες και στα έθνη και, τέλος, σε μια μεγάλη διεθνή και παγκόσμια ομοσπονδία.
 

Τότε μόνο θα υλοποιηθούν η αληθινή και ζωντανή τάξη της ελευθερίας και η γενική ευημερία. Αυτή είναι η κοινωνική τάξη πραγμάτων η οποία, αντί να αρνείται τα συμφέροντα των ατόμων και της κοινωνίας, αντιθέτως θα τα επιβεβαιώνει και θα τα εναρμονίζει. ...''



Ποιός μπορεί να πει ότι είχε άδικο; Ουδείς, πλην των οπαδών του γραφειοκρατικού κομμουνισμού.  Και το δίκιο του παρεξηγημένου Ρώσου επαναστάτη γίνεται μεγαλύτερο, όταν αντιληφθούμε (κάτι άμεσα ορατό) ότι οι μεγαλοφυείς του επισημάνσεις έγιναν εκ των προτέρων και όχι κατόπιν εορτής, όπως κάνουμε εμείς τώρα.....

Είδαμε, ανάμεσα στα άλλα, την ηρωϊκή εξέγερση του παρισινού προλεταριάτου και τις πρώτες ελευθεριακές μορφές οργάνωσης της κοινωνίας, που οι εξεγερμένοι προλετάριοι έθεσαν σε εφαρμογή, τις οποίες τις ξαναείδαμε αργότερα στην περίοδο 1905 - 1956 από την Ρωσία, μέχρι την Ουγγαρία.  

Είδαμε πως η ήττα των Κομμουνάρων του Παρισιού, μιά ήττα στρατιωτική, οδήγησε στις επικράτηση οργανωτιστικών αντιλήψεων μέσα στην εργατική τάξη και δι' αυτών στην επικράτηση ελιτιστικών απόψεων, που αρχικά με ένα μέτρο και προσεκτικά, εξέφρασε ο Καρλ Μαρξ και στην συνέχεια χωρίς φραγμό και απροκάλυπτα πήραν την σκυτάλη οι Καρλ Κάουτσκυ και Βλάντιμιρ Ίλιτς Λένιν, αφού πρώτα οι ιδεολογικοπολιτικοί τους πατέρες Καρλ Μαρξ και Φρήντριχ Ένγκελς, ξεκαθάρισαν την Διεθνή των Εργαζομένων (την επονομασθείσα αργότερα Πρώτη Διεθνή) από τους αναρχικούς και τον Μιχαήλ Μπακούνιν, με μεθόδους που, τώρα εκ των υστέρων, παραλληλίζονται με τις λενινιστικές γραφειοκρατικές πρακτικές και μεθόδους, που ακολούθησαν οι μαρξιστές επίγονοι των Μαρξ και Ένγκελς πριν και μετά την ίδρυση της "Ε. Σ. Σ. Δ." και των αυτοαποκαλούμενων σοσιαλιστικών χωρών και που ακόμα και σήμερα συνεχίζονται στα απομεινάρια των Κ. Κ. και στην αχανή Κίνα, όπου το κινεζικό Κ. Κ. εξακολουθεί να ταλαιπωρεί τον δυστυχή κινεζικό λαό.


 
Eduard Bernstein (6/1/1850 - 18/12/1932)



Οι οργανωτιστικές κομμουνιστικές γραφειοκρατικές δοξασίες, αλλά και οι ανάλογες σοσιαλδημοκρατικές ρεφορμιστικές δοξασίες, που συγκροτήθηκαν σε θεωρίες σαν αυτές των Μπερνστάϊν - Κάουτσκυ από την μία μεριά και των Μαρξ - Λένιν - Τρότσκυ - Στάλιν - Μάο Τσετουνγκ, από την άλλη, υπήρξαν καταστροφικές για το ελευθεριακό - αυτόνομο εργατικό κίνημα, του οποίου ενέτειναν στο ύψιστο βαθμό και επιτάχυναν την γραφειοκρατικοποίηση, μιά γραφειοκρατικοποίηση, που, ούτως ή άλλως, ήταν και προϊόν της καπιταλιστικής ανάπτυξης και του καταμερισμού των έργων, που επέβαλε η εξέλιξη της τεχνικής, της τεχνολογίας και των ταξικών επιπτώσεων, που αυτή είχε στο εσωτερικό της εργατικής τάξης, με την δημιουργία ενός διευρυμένου στρώματος εργατών και εργαζομένων, που αποκτούσε τα χαρακτηριστικά μιάς εργατικής αριστοκρατίας - κάτι που τώρα πιά είναι πλήρως εμφανές και έχει επεκταθεί πέραν των ορίων του κλασσικού προλεταριάτου.

Ο σύγχρονος κεϋνσιανός γραφειοκρατικός καπιταλισμός έχει περιθωριοποιήσει την κλασσική εργατική τάξη (το βιομηχανικό προλεταριάτο του Μαρξ), προς όφελος ενός πλήθους γραφειοκρατικών κοινωνικών στρωμάτων, που απασχολούνται στο πολυπλόκαμο κράτος, στις γραφειοκρατούμενες μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις και σε ένα αυξανόμενο κοινωνικό στρώμα (γραφειοκρατών εργαζομένων, αλλά και καπιταλιστών με μικρές επιχειρήσεις), που απασχολείται στον δυναμικό τομέα των υπηρεσιών, ενώ η εντεινόμενη ένταξη της πληροφορικής και των μηχανογραφικών συστημάτων στις, εν γένει, παραγωγικές διαδικασίες έχει περιπλέξει, ακόμα περισσότερο, τα πράγματα. Μετά τα παραπάνω, γίνεται κατανοητό ότι ζούμε πάνω στα ερείπια του επαναστατικού εργατικού κινήματος, το οποίο πια αποτελεί παρελθόν και μάλιστα μακρυνό.


Τι να κάνουμε;


Αυτό που δεν πρέπει να κάνουμε είναι να ορίσουμε αυτό που η ίδια η κοινωνία πρέπει να πράξει.  Αυτό που η πείρα του επαναστατικού κινήματος των προηγούμενων εποχών μας δίδαξε, μέσα από έναν τεράστιο ποταμό δακρύων και αίματος, είναι ότι δεν μπορούμε να προκαθορίσουμε, με έναν ''επιστημονικό'' (στην πραγματικότητα επστημονικοφανή και ψευδοεπιστημονικό - νεομεταφυσικό) τρόπο την κοινωνική εξέλιξη και πολύ περισσότερο να την διατάξουμε να συμβεί. Μάλιστα, αυτό δεν πρέπει να το πράξουμε, ακόμα και αν μπορούσαμε να το επιτύχουμε, διότι έτσι δεν πρόκειται να κάνουμε τίποτε περισσότερο από την αναδημιουργία της καπιταλιστικής (και όχι μόνο) εξουσιαστικής ελίτ και τον αναπόφευκτο διαχωρισμό της από την λοιπή κοινωνία, η οποία πρέπει (φυσικώ ή θεϊκώ δικαίω) να εξουσιάζεται από την ελίτ αυτή, που - υποτίθεται - ότι κατέχει την γνώση και την τεχνική της διαχείρισης και άσκησης της εξουσίας.

Η αντίληψη αυτή, που διακατέχει το σύνολο της μαρξικής, της μαρξιστικής, αλλά και της μεταμαρξιστικής σκέψης της Αριστεράς, είναι το κεντρικό - κομβικό δόγμα του συνόλου του μάγματος του καπιταλιστικού φαντασιακού, δηλαδή του συνόλου των ορθολογικοφανών, αλλά στην πραγματικότητα εξωορθολογικών, φαντασιακών καπιταλιστικών ιδεών και αυτή η αντίληψη υπήρξε ο ιμάντας μεταβίβασης της καπιταλιστικής ιδεολογίας στο επαναστατικό εργατικό (και όχι μόνο) κίνημα, ένας ιμάντας ο οποίος ουσιαστικούς του στυλοβάτες είχε την επιστημονικοφανή (αλλά στην ουσία της ανορθολογική και προϊόν των χειρότερων παραδόσεων του εγελιανού ιστορικισμού και των πίσω από αυτόν κρυπτόμενων ιουδαιοχριστιανικών νεοπαγανιστικών δοξασιών) μαρξιστική ιδεολογία, σε όλες της τις εκδοχές (την ρεφορμιστική - σοσιαλιστική και την ολοκληρωτική λενινιστική) και τους μικροαστούς διανοούμενους, τους οποίους η θεωρία αναγόρευσε σε πραγματικό επαναστατικό υποκείμενο.

Αυτοί οι μικροαστοί διανοούμενοι, ήσαν εκείνοι που θα μυούσαν την καρδιά του επαναστατικού προλεταριάτου (την βιομηχανική εργατική τάξη) στην σοσιαλιστική ιδεολογία, εξ αιτίας του γεγονότος ότι η καθημερινή εργατική τάξη μπορούσε μόνο να κάνει αγώνα για την εξασφάλιση των αναγκαίων για την υλική της επιβίωση και να ασκήσει συνδικαλιστική πολιτική, χωρίς να μπορεί να εξυψωθεί στο επίπεδο της σοσιαλιστικής ιδεολογίας και του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, τα οποία, ως θεωρία, ιδεολογία και κοινωνικός σχεδιασμός για την κοινωνική μεταβολή, θα έρχονταν στην εργατική τάξη ''από έξω'', ήτοι από τους επαναστάτες και κατόχους της επαναστατικής κοινωνικής θεωρίας μικροαστούς διανοούμενους.


 
 Karl Kautsky (16/10/1854 - 17/10/1938)



Και οι δύο μαρξιστικές σχολές και αυτή των ρεφορμιστών και εκείνη των ολοκληρωτιστών στηρίζονται σε αυτόν τον πυρήνα των ιδεών, σχετικά με την κοινωνική μεταβολή και τον κοινωνικό σχεδιασμό για την υλοποίησή της. Ιδέες που, εκ συστάσεως, είναι ελιτιστικές και επανεισήγαγαν τα καπιταλιστικά ιδεώδη και τον εξουσιαστικό διαχωρισμό των κυβερνουσών ελίτ από την λοιπή κοινωνία και έτσι οδήγησαν στην εδραίωση της εξουσίας των παλαιών καπιταλιστικών ελίτ, μαζί με τις νέες ελίτ που ανέδειξε η σοσιαλδημοκρατικοποίηση των σύγχρονων μεταπολεμικών καπιταλιστικών κοινωνιών, με την επικράτηση των οικονομικών και κοινωνικών θεωριών του Τζων Μαίηναρντ Κέϋνς και τον μετασχηματισμό των παλαιών πρωτόγονων καπιταλιστικών κοινωνιών του ιδιωτικού καπιταλισμού, έτσι όπως τον είχε περιγράψει ο Καρλ Μαρξ παραστατικά, αλλά όχι πάντοτε με επιτυχία, στις σύγχρονες γραφειοκρατικές καπιταλιστικές κοινωνίες, έτσι όπως αυτές μετασχηματίστηκαν, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και έτσι όπως τις βιώνουμε σήμερα και οι οποίες είναι καρπός των αγώνων του παλαιού εργατικού κινήματος και της εξουσιαστικής Αριστεράς - ρεφορμιστικής και ολοκληρωτικής, αφού οι γραφειοκρατικές καπιταλιστικές κοινωνίες της εποχής, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και την ήττα του ναζιστικού ολοκληρωτισμού, είναι προϊόν της αντίδρασης των καπιταλιστικών ελιτ της Δύσης στην ύπαρξη και στα επεκτατικά σχέδια της ''Ε. Σ. Σ. Δ.'' και της προσπάθειάς τους να αποσπάσουν τους εργαζόμενους στην Δύση από την επιρροή των γραφειοκρατικών κομμουνιστικών θεωριών και πολιτικοκοινωνικοσυνδικαλιστικών οργανώσεων.

Κάτι που, τελικά, μέσα σε ένα βάθος 40 ετών, πέτυχαν, με αποτέλεσμα την απότομη και αναπάντεχη κατάρρευση της ''Σοβιετικής Ένωσης'' (που απεδείχθη και ψευδοσοβιετική, αφού ο μονοκομματισμός είχε πνίξει την σοβιετική δημοκρατία από τον Οκτώβριο του 1917, αλλά και ψευδένωση, αφού αυτή η δήθεν ένωση επιβλήθηκε από τα πάνω, από το μπολσεβίκικο κόμμα, που πήρε την εξουσία και την επέβαλε μόνο του και αιματηρά σε όλη την επικράτεια της πάλαι ποτε τσαρικής αυτοκρατορίας). 




Η επικράτεια της "Ε.Σ.Σ.Δ.", που οικοδομήθηκε, πάνω στα ερείπια της τσαρικής αυτοκρατορίας, από ένα αδιέξοδο εργατοαγροτικό πείραμα συμβουλιακής οργάνωσης της κοινωνίας, το οποίο, εξ αρχής, θεσμίστηκε και σχηματίστηκε, ως ένα τυπικό υπόδειγμα ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος, που, ιστορικά, προσομοίαζε, προς τα αρχαία φαραωνικά καθεστώτα, που ο Μαρξ προσπάθησε να ταυτίσει, με τον "ασιατικό τρόπο παραγωγής". Ο Λένιν, όταν το νεαρό μπολσεβίκικο καθεστώς στην Ρωσία ξεπέρασε, σε χρονική διάρκεια, το καθεστώς της Παρισινής Κομμούνας, βγήκε περιχαρής στο χιόνι και άρχισε να χορεύει, πανηγυρίζοντας για το γεγονός. Φυσικά, η ενέργειά του αυτή δεν ήταν τυχαία, ούτε, απλώς, συμβολική. Ο ηγέτης του, υπό οικοδόμηση, κράτους, που ξεπήδησε, μέσα από το κομματικό πραξικόπημα του Οκτώβρη του 1917, και το οποίο κοινωνικά πλαισιώθηκε από το ρωσικό προλεταριάτο, φιλοδόξησε και θέλησε η "Ε.Σ.Σ.Δ." να είναι η ιστορική διάδοχος και κληρονόμος της Κομμούνας του Παρισιού. (Και κατά κάποιον τρόπο, που σχετίζεται με την ακατάπαυστη και απρόβλεπτη, ως προς τα αποτελέσματά της, ανθρώπινη κοινωνικοϊστορική δημιουργία, ήταν)...  


Φυσικά, αυτή η κατάρρευση της ''Ε. Σ. Σ. Δ.'' και των χωρών του ''υπαρκτού σοσιαλισμού'' άνοιξε την όρεξη των καπιταλιστικών ελίτ, που επιδιώκουν την προς όφελός τους αναδιάταξη του κοινωνικού επιμερισμού του παραγόμενου κοινωνικού προϊόντος στις αναπτυγμένες γραφειοκρατικές καπιταλιστικές χώρες, με όπλο την φτώχεια και το φθηνό εργατικό δυναμικό των χωρών του πρώην ''σοσιαλιστικού'' στρατοπέδου, που αποδείχτηκαν τριτοκοσμικές κοινωνικά και οικονομικά και των λοιπών χωρών του τρίτου κόσμου.

Εδώ βρισκόμαστε σήμερα και σε αυτήν την επίθεση πρέπει να απαντήσουν - ως μίνιμουμ πρόγραμμα δράσης - οι εργαζόμενοι και το εργατικό και το ευρύτερο κοινωνικό κίνημα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι ρεφορμιστές και οι πολιτικοκοινωνικοσυνδικαλιστκές οργανώσεις τους έχουν μπροστά τους ένα πεδίον δόξης λαμπρό. Αλλά βλέπουμε ότι ασθμαίνουν και ότι οι κλασσικές καπιταλιστικές κοινωνικές δυνάμεις και η τεχνοδομή των μεγάλων κρατικών και ιδιωτικών γραφειοκρατικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων έχουν το πάνω χέρι στις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις.

Δεν είναι τυχαίο και συμπτωματικό το γεγονός αυτό. Είναι προϊόν της πλήρους ένταξης των ρεφορμιστών σοσιαλιστών στο σύγχρονο γραφειοκρατικό καπιταλιστικό σύστημα, που έχει οδηγήσει σε αποδιοργάνωση τις σχέσεις αντιπροσώπευσης των πολιτικών κοινωνικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων και των προσώπων της ρεφορμιστικής σοσιαλιστικής ελίτ, με τους υποτιθέμενους εκπροσωπευόμενους, αφού οι ρεφορμιστικές οργανώσεις και οι ρεφορμιστές πολιτικοί, συνδικαλιστές και λοιπό προσωπικό της ρεφορμιστικής ελίτ έχουν υποταχτεί και ενταχθεί στο άρμα των μεγάλων επιχειρήσεων, των ιδιωτών καπιταλιστών και κυρίως της τεχνοδομής των επιχειρήσεων, που τους χρηματοδοτούν αφειδώς. Έχουν καταστεί, δηλαδή, μια πλήρως καθεστωτική πολιτική δύναμη - ένα από τα αξεσουάρ του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, του οποίου είναι οι κυρίαρχοι πολιτικοί διαμορφωτές, μέσα από το σοσιαλδημοκρατικό κοινωνικό μοντέλο, που διαμορφώθηκε μετά την ήττα του ναζισμού, ως απάντηση στα αδιέξοδα του κλασσικού καπιταλισμού, όπως αυτά αναδείχτηκαν στην Μεγάλη Κρίση του καπιταλιστικού κόσμου την περίοδο 1929 - 1939.

Εκεί οφείλεται η κοινωνική απραξία των ρεφορμιστών, που έχουν πάψει να έχουν τις παλαιές κοινωνικές τους αναφορές και μέσα από την θολούρα των δήθεν ''εκσυγχρονιστικών'' ιδεών, που στην πραγματικότητα είναι η αφειδώς χρηματοδοτούμενη γραφειοκρατική καπιταλιστική ιδεολογία, κυρίως, της τεχνοδομής των μεγάλων επιχειρήσεων, των τραπεζών και όλων των συναφών οργανώσεων, που αυτή αναπτύσσει, ελέγχει και χρηματοδοτεί.

Με λίγα λόγια, οι ρεφορμιστές σοσιαλιστές είναι μέρος του προβλήματος και υποταγμένοι στα αφεντικά τους και γι΄αυτό καθίστανται αναξιόπιστοι, ακόμα και όταν οι συντηρητικοί τα έχουν κάνει θάλασσα



 
Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνωφ Λένιν (22/4/1870 - 21/1/1924)
 
 
Από την άλλη, η ελίτ των οπαδών του γραφειοκρατικού κομμουνισμού είναι περιθωριοποιημένη και παντελώς αναξιόπιστη, εξ αιτίας του τεράστιου σοκ, που υπέστη από την κατάρρευση του ''υπαρκτού σοσιαλισμού'' και ως εκ τούτου, τίποτε δεν περιμένει κανείς από αυτήν - αν και έχει έναν ρόλο να παίξει, δηλαδή τον ρόλο του αναχώματος στην νεοκαπιταλιστική λαίλαπα που έχει ενσκήψει στις σύγχρονες γραφειοκρατικές καπιταλιστικές κοινωνίες και ως προϊόν της ολοένα και διευρυνόμενης παγκοσμιοποίησης της οικονομίας.
 
Αυτόν τον ρόλο δεν τον παίζει, όμως, και λόγω των παλαιών αντανακλαστικών της και εξ αιτίας της συρρίκνωσης και της αναξιοπιστίας, που ήλθε σαν αποτέλεσμα της κατάρρευσης των καθεστώτων, που υποστήριξε και ακόμα, υποστηρίζει.
 
Το οξύμωρο του πράγματος βρίσκεται στο γεγονός ότι την μόνη (στα μάτια του ευρύτερου κόσμου) δύναμη αλλαγών στην σημερινή εποχή φαίνεται (αν και αυτό που φαίνεται, δεν είναι ούτε ορθολογικό, αλλά ούτε και πραγματικό) ότι αποτελούν οι συντηρητικοί, τύπου Μέρκελ, ή (ακόμα χειρότερα) Μπερλουσκόνι και αυτοί έχουν, πράγματι, ένα κοινωνικό σχέδιο "μεταρρυθμίσεων" - στην πραγματικότητα πρόκειται, περί αντιμεταρρυθμίσεων - του κλασσικού κεϋνσιανού κοινωνικοικονομικού και πολιτικού μοντέλου - πάντα εντός του πλαισίου των κεϋνσιανών δομών, όσο και αν αποπειρώνται να ξεφύγουν από το μοντέλο αυτό, ιδιαίτερα, τώρα (μετά την μετρίας εντάσεως διεθνή ύφεση του 2008), μέσα στα πλαίσια της χαοτικής ευρωζώνης, η οποία μοιάζει, περισσότερο με ιστορικό "ατύχημα" και δεν πρόκειται να επιβιώσει με την σημερινή της μορφή και υπόσταση.
 
Ο καιρός θα δείξει το τι σκοπεύουν και το τι μπορούν να πράξουν. Αλλά, πέρα από το τι θα πράξουν οι συντηρητικοί, οι ρεφορμιστές είναι και θα παραμείνουν, σε πολιτικό και κοινωνικό αδιέξοδο, αφού είναι υποπόδια και δούλοι της σύγχρονης τεχνοδομής των μεγάλων τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων, η οποία τους χρηματοδοτεί και τους εμπνέει. Γι' αυτό και το μέλλον τους είναι εξαιρετικά δύσκολο, αφού οι τρεις πυλώνες τους (το Κόμμα Εργασίας της Μεγάλης Βρετανίας, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας και το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα - παρά την τακτική νίκη του τελευταίου) βρίσκονται σε δυσχερή θέση και σε μία κρίση, που θα είναι μακροχρόνια, αφού οι ιστορικές ήττες τους αποκτούν στοιχεία στρατηγικής ήττας και θέτουν ακόμα και θέμα ύπαρξής τους, τουλάχιστον με την σημερινή τους μορφή.
 
 
Εδώ, σε αυτό το χάλι κατέληξαν οι δοξασίες και οι θεωρίες των Κάουτσκυ και Λένιν, δηλαδή στην πλήρη ενσωμάτωση των επιγόνων τους στην συγχρονη γραφειοκρατική καπιταλιστική ιδεολογία και στην κοινωνία που οι ίδιοι συνδιαμόρφωσαν σε σημαντικό βαθμό, ως αναπόσπαστο τμήμα της γραφειοκρατικής καπιταλιστικής ελίτ.
 
Γι' αυτό, το θέμα δεν είναι να απαντήσουμε στο διαχρονικό ερώτημα του ''τι να κάνουμε;'', αλλά στο ''τι να μην κάνουμε''.
 
Και αυτό που δεν πρέπει να κάνουμε, είναι τα τραγικά λάθη του παρελθόντος.
 
Ο Μιχαήλ Μπακούνιν τα (προ)είδε έγκαιρα και τα περιέγραψε προφητικά και γι' αυτό κυνηγήθηκε αδυσώπητα και δυσφημίστηκε αρκούντως - πέρα από τις όποιες εμμονές του και τα λάθη του.
 
Καιρός είναι να τα δούμε και εμείς, χωρίς φυσικά να γίνουμε ''μπακουνικοί'', αφού και αυτός ανήκει στην εποχή του και δεν μπορεί να δώσει λύσεις στα σημερινά προβλήματα, που ουδεμία σχέση έχουν με τα της εποχής του.  

Δεν υπάρχουν σχόλια: