Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

1821 : Ο αγώνας για την ελληνική ανεξαρτησία, μέσα από την παραμορφωτική οπτική γωνία των ιδρυτών του μαρξισμού. (Μια ιστορική αναδρομή στις απόψεις για την Φιλική Εταιρεία και στον, ανιστόρητα, δογματικό φιλοτουρκισμό των Karl Marx και Friedrich Engels).


Karl Marx - Friedrich Engels 



Ξανακοιτώντας την ιστορία της ελληνικής επανάστασης του 1821, αναδίφησα τα αρχεία μου και η μνήμη μου με οδήγησε στους πατέρες του μαρξισμού - στον Καρλ Μαρξ και στον Φρήντριχ Ένγκελς - και στην γνώμη που είχαν αυτοί εκφράσει, όσον αφορά την εξέγερση των Ελλήνων κατά την αιματηρή δεκαετία του 1820. Μια εξέγερση, που, ευθύς εξ αρχής και προσχεδιασμένα, από την Φιλική Εταιρεία, είχε την φιλοδοξία να λάβει (όπως και έλαβε) τα χαρακτηριστικά της επανάστασης, με ορισμένη, ως ημέρα της εξέγερσης, ήδη από το 1820, την 25/3/1821, όπως την είχε προσδιορίσει ο αρχηγός της, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και η οποία, με το τέλος της, ουσιαστικά, 12 χρόνια μετά, άφησε πίσω της ερείπια.



Παναγιώτης Κονδύλης (17/8/1943 - 11/7/1998).


Εδώ και πάνω από 25 χρόνια υπάρχει η μελέτη του Παναγιώτη Κονδύλη με τίτλο "K. Marx – Fr. Engels, Η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα", στην οποία ανθολογείται, επισταμένως, όλη η αρθρογραφία και η επιχειρηματολογία των δύο πατέρων του μαρξισμού, γύρω από το Ανατολικό Ζήτημα, την θέση της Τουρκίας στον ευρωπαϊκό χώρο, την εμπλοκή της στους ανταγωνισμούς των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων και τις προσπάθειες διαμελισμού και συντήρησής της. Η μελέτη αυτή είναι πολύτιμη, αφού δίνει με σαφήνεια, ενάργεια και πιστότητα τις θέσεις, που ανέπτυξαν οι δύο αυτοί διανοητές. Από την μελέτη αυτή προέρχονται πολλά από τα στοιχεία, που αντλώ, διαπραγματευόμενος το τωρινό θέμα, που αφορά τον επικό αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας. Βέβαια, πολλά άλλα προέρχονται από αλλού και τα όποια συμπεράσματα είναι δικά μου, αλλά αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι η μελέτη του αείμνηστου Παναγιώτη Κονδύλη, παραμένει, διαχρονικά, ένα πολύτιμο εργαλείο για κάθε ενδιαφερόμενο να μάθει και να διαπραγματευθεί τα θέματα του ελληνικού αγώνα για την ανεξαρτησία - και όχι μόνον.

Θα περίμενε κανείς, από τους Μαρξ και Ένγκελς, να εκφράσουν την υποστήριξή τους σε έναν τέτοιον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, ενάντια σε μια καθαρά οπισθοδρομική δύναμη, σαν το σουλτανάτο των Οθωμανών Τούρκων, το οποίο, άλλωστε, είχε εισέλθει. καιρό πριν, σε μια διαδικασία φθοράς και επιβίωνε, όχι χάρη στην όποια δική του δύναμη, αλλά στο γεγονός ότι η ευρύτερη ευρωπαϊκή γεωπολιτική ισορροπία και οι ανταγωνισμοί των μεγάλων δυνάμεων της εποχής (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Αυστροουγγαρία), του επέτρεπαν να υπάρχει επειδή οι δυνάμεις αυτές υπέβλεπαν η μία την άλλη και ζούσαν, με τον διαρκή φόβο ότι κάποια από αυτές θα κάλυπτε το κενό που θα προέκυπτε από την κατάρρευση του σουλτανάτου - με προεξάρχουσα την Ρωσία, λόγω της εγγύτητάς της στον γεωγραφικό χώρο της ανατολικής Μεσογείου, αλλά και λόγω της ομοδοξίας της, με τους χριστιανούς υποτελείς των Οθωμανών.

Όσοι περίμεναν μια τέτοια θέση των Καρλ Μαρξ και Φρήντριχ Ένγκελς υπέρ του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων και κατά της δεσποτείας των Οθωμανών (των "Περσιάνων"), θα απογοητευθούν, αν λάβουν γνώση των κειμένων που άφησαν πίσω τους αυτοί οι πνευματικοί γίγαντες του 19ου αιώνα. Και οι δυό τους υποστήριξαν, με θέρμη και με σταθερότητα, την Οθωμανία, κατά των Ελλήνων αγωνιστών της επανάστασης του 1821. Όπως, επίσης, υποστήριξαν, σταθερά και αμετακίνητα, το τουρκικό σουλτανάτο, απέναντι σε κάθε μεταγενέστερο αγώνα των Ελλήνων, που έμειναν, κάτω από την οθωμανική κυριαρχία, ύστερα από το τέλος του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της δεκαετίας του 1820 και προσπάθησαν, στην συνέχεια, να απελευθερωθούν και να ενταχθούν στο νεαρό ελληνικό κράτος, που συστήθηκε, πάνω στα ερείπια που άφησε πίσω του ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας της περιόδου 1821 - 1832, οι δύο εμφύλιοι πόλεμοι και η επιδρομή των τουρκοαιγυπτιακών δυνάμεων του Ιμπραήμ πασά.



1820 : Το σουλτανάτο των Οθωμανών, λίγο πριν την ελληνική επανάσταση.



Θυμήθηκα την λέξη "Περσιάνος", την οποία χρησιμοποιούσε συχνά, εκείνη την εποχή, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, αναφερόμενος στους Οθωμανούς. Η λέξη δεν ήταν ένα απλό εφεύρημα του Γέρου του Μωριά, προς επίδειξη γνώσης, στους αμαθείς στρατιώτες του, ή στους αγράμματους ραγιάδες. Ήταν μια λέξη, την οποία, ήδη, χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες και με την οποία περιέγραφαν τους μουσουλμάνους, αποκαλώντας τους με αυτό το όνομα, όταν μιλούσαν μαζύ τους στα ελληνικά, προφανώς, συνδέοντάς τους με την αρχαία αυτή ασιατική αυτοκρατορία και θεωρώντας τους, ως συνέχειά της. Την ταύτιση αυτή μας την σώζει στα απομνημονεύματά του ο Θεόδωρος Ρηγόπουλος, ο γραμματέας του Πάνου Κολοκοτρώνη, γιού του Γέρου του Μωριά, ο οποίος, μάλιστα, είχε βαπτίσει τον Ρηγόπουλο.

Φυσικά, η ταύτιση αυτή είναι, ιστορικά, ανακριβής, αλλά, ουσιαστικά, λειτουργική και προσδιοριστική της αυτοσυνειδησίας του ελληνικού έθνους στην νέα του διάσταση, έτσι όπως αυτή αναδεικνυόταν, μέσα στο καμίνι της επανάστασης, κατά του οθωμανικού ζυγού, αλλά και στην διαχρονική ιστορική σύνδεσή του, με τον αρχαίο ελληνισμό, μέσα από τα όποια κοινά τους στοιχεία, βασικότερο και πάνω απ' όλα και σχεδόν μοναδικό, ήταν η γλωσσική συνέχεια, έτσι όπως αυτή πραγματωνόταν, μέσα στην διαδρομή των αιώνων και έτσι όπως αυτή είχε κατασταλάξει να απεικονίζεται, κατά την διάρκεια της τουρκικής κατάκτησης και κατά την εποχή της επικής προσπάθειας του νέου ελληνισμού να αναγεννηθεί από τις στάκτες του και να επαναπροσδιορίσει, να επανασυνδέσει και να επαναφέρει την ιστορική του αυτοσυνειδησία, μέσα από την διαδικασία του εθνικού self determination.



Η προκήρυξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη προς τους Έλληνες.



Φυσικά, οι επαναστάτες εκείνης της εποχής έκαναν ό,τι έκαναν, για να αποκατασταθούν ως κύριοι της γης τους, το έκαναν για τα λάφυρα, το έκαναν για την πίστη τους, το έκαναν για να κυριαρχήσουν και να διαμορφώσουν τους όρους της καθημερινής τους επιβίωσης. Τα κίνητρά τους δεν ήσαν αμιγώς αγαθά, δεν ήσαν καθαρά πνευματικά, ή θρησκευτικά. Τα κίνητρά τους, όπως πάντοτε συμβαίνει στην Ιστορία, σε όλες τις εποχές, ήσαν και ποταπά και εγωϊστικά. Ήσαν και υλικά και προσωπικά.

Αλλά, πέρα από τις όποιες προσωπικές προθέσεις και επιδιώξεις, τα κινητρά τους είχαν και εκείνη την διάσταση, που τους ξεπερνούσε, σαν άτομα και καθορίζονταν από την ένταξή τους, μέσα σε μια κοινωνική ομάδα, με την ιστορία της, τους μύθους και τις αλήθειες της. Μια κοινωνική ομάδα, η οποία προσδιοριζόταν ως μια εθνική κοινωνική ομάδα, ως ένα έθνος. Το έθνος των νέων Ελλήνων, οι οποίοι είχαν ως αναφορά και ως κληρονομιά, τους αρχαίους Έλληνες, με βασικό σημείο πιστοποίησης, την γλωσσική συνέχεια, την διαβίωση στον ίδιο τόπο και την πολιτιστική (αυτο)αναφορά.

Έτσι οι αγροίκοι χωριάτες, οι πτωχοί και άξεστοι καλλιεργητές της γής, οι βοσκοί και οι κτηνοτρόφοι του βουνού και της υπαίθρου, οι ανελέητοι ληστές και οι κλέφτες, οι απλοί ναυτικοί και οι πειρατές της θάλασσας έγιναν σκληροί πολεμιστές, για κάτι που τους ξεπερνούσε, για ένα πράγμα που δεν το γνώριζαν, μέσα από την διαδικασία του ορθού λόγου, που δεν το είχαν διδαχθεί, αλλά το αισθάνονταν και αυτό το κάτι δεν ήταν τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτό που τους ένωνε και τους καθιστούσε μέλη μιας κοινότητας ανθρώπων, που συνδέονταν με κοινωνικούς δεσμούς, οι οποίοι τους διαμόρφωναν, ως μια κοινωνική συλλογικότητα. Και αυτό το κάτι δεν ήταν άλλο από την κοινότητά τους, την γλώσσα τους, την πίστη τους και την διαχρονική τους εξιστόρηση, δηλαδή την ιστορία τους, με τις αλήθειες και τους μύθους τους, σε μια τέτοια συνοχή, που πολλές φορές ο μύθος συγχεόταν με την αλήθεια, για να πάρει την θέση της.


Γιατί, όμως, ο Μαρξ και ο Ένγκελς προτίμησαν να υποστηρίξουν τους "Περσιάνους" και όχι τους επαναστατημένους (νεο)Έλληνες;

Η τοποθέτηση αυτή των δύο διανοητών είχε να κάνει με την εμπλοκή της Ρωσίας στην ελληνική επανάσταση, αφού για τον Μαρξ, η ελληνική επανάσταση ήταν υποκινημένη, καθ΄ολοκληρίαν, από τους Ρώσους, οι οποίοι και παρέσυραν τις δυτικές Δυνάμεις να συμπαρασταθούν στους Έλληνες, προκαλώντας ναυμαχία του Ναυαρίνου, ενώ η ελληνική ανεξαρτησία και η ίδρυση του νεοελληνικού κρατιδίου ολοκληρώθηκε με τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1829 και την ρωσική προέλαση προς την Κωνσταντινούπολη, που υποχρέωσε τον Σουλτάνο να συνθηκολογήσει και να αποδεχτεί την δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, με την βοήθεια του Άγγλου λόρδου Πάλμερστον, ο οποίος υπήρξε «ο ακάματος και ανυποχώρητος υπερασπιστής των ρωσσικών συμφερόντων». Γι’ αυτό και κατά τον Καρλ Μαρξ η ναυμαχία στο Ναυαρίνο και η καταστροφή του τουρκοαιγυπτιακού στόλου, που οδήγησε στην αποχώρηση του αιγυπτιακού στρατού του Ιμπραήμ πασά από την Πελοπόννησο και στην κατοχύρωση της ελληνικής ανεξαρτησίας, ήταν μια δόλια ενέργεια, αφού στράφηκε προς μια Δύναμη με την οποία η Αγγλία δεν βρισκόταν σε «εμπόλεμη κατάσταση», όπως παραδέχτηκε ο ναύαρχος Έντουαρντ Κόδριγκτον στην βουλή των Κοινοτήτων.




Φιλική Εταιρεία : Η σφραγίδα, η πρώτη σελίδα του όρκου και της διδασκαλίας των Φιλικών και το μυστικό της αλφάβητο.



Το όργανο, με το οποίο η Ρωσία καθοδήγησε τον ελληνικό αγώνα, για την ανεξαρτησία, με σκοπό την διάλυση της Οθωμανίας, ο Καρλ Μαρξ το εντοπίζει στην Φιλική Εταιρεία, για την οποία το 1860 γράφει τα εξής (τα οποία πρέπει να πούμε ότι δείχνουν ότι είχε εμπεριστατωμένη εικόνα για το θέμα με το οποίο είχε καταπιαστεί) :

“Ο σύνδεσμος της Φιλικής Εταιρείας. Απελευθέρωση με κοινή δράση του σλαβικού και του ελληνικού πληθυσμού. Η Ρωσία έχει μέσα το χεράκι της. Οι ηγέτες ονόμαζαν την καθοδηγήτρια δύναμη αρχή. Οι ηγέτες μυστικοί. Οι προσήλυτοι όλων των χωρών ασυνείδητοι πράκτορες της αυλής της Πετρούπολης. Η Ρωσία μετά την άνδρωση του συνδέσμου- κρατούσε όλα τα νήματα και κινούσε όλα του τα ελατήρια, τοποθετημένη στο κέντρο των ενεργειών, πίσω από διακριτικούς πράκτορες, αρκετά κρυμμένη για ν΄ αποκηρύξει σε περίπτωση αποτυχίας κι αρκετά στρατευμένη για να κερδίσει από την επιτυχία. Μπορούσε να διακινδυνεύσει μερικά κεφάλια σαν πειραματικά μπαλόνια (…) Στις διασκέψεις η αρχή σύντομα αντικαταστάθηκε από την αναφορά στον τσάρο. Για την πλειοψηφία των προσήλυτων αυτό σήμαινε πρόσθετες ελπίδες (…) Ο κόμης Καποδίστριας που έμενε στην Κέρκυρα, γνώριζε το μυστικό της Ρωσίας. Προς αυτή τη δύναμη κατηύθυνε τις σκέψεις και τις ελπίδες του (…) Στις 6 Μαρτίου 1821 ο Υψηλάντης περνά τον Προύθο (…) Την ίδια μέρα βρίσκεται στο Ιάσιο (…) Ο (ηγεμόνας) Μιχαήλ Σούτσος κι ο Υψηλάντης απευθύνουν μια διακήρυξη στους κατοίκους, για να τους καλέσουν στα όπλα (φαινομενικός σκοπός έμεινε η απελευθέρωση της Ελλάδας). Οι Μολδαβοί βογιάροι ψυχροί, όπως κι ο λαός. Απεναντίας, ενθουσιασμός των Ελλήνων (…) Όλοι συνωστίζονται γύρω από τον ελευθερωτή της Ελλάδας, και ο Ρώσος πρόξενος πήγαινε στον Υψηλάντη για να πάρει διαταγές ή οδηγίες. Οι διακηρύξεις του διαβάστηκαν δημόσια στην Οδησσό με τις επιδοκιμασίες ολόκληρου του λαού. Όμως η στιγμή δεν ήταν καλοδιαλεγμένη. Ακριβώς τότε γινόταν το συνέδριο στο Λάιμπαχ εναντίον των επαναστατικών κινημάτων. Ο Έλληνας Καντακουζηνός, σταλμένος από τον Υψηλάντη, έρχεται στο Λάιμπαχ για να ζητήσει τις διαταγές του Αλεξάνδρου. Έξαλλος απ΄ αυτή την άκαιρη επίσκεψη ο τσάρος τον διατάζει να εγκαταλείψει την πόλη μέσα σε 24 ώρες. Στο συνέδριο λεει “αστειευόμενος”: “Πρόκειται για μια βόμβα που μας στέλνουν οι επαναστάτες. όμως δε θα εκραγεί”. Φτάνοντας στο Φοκσάνι (…) ο Υψηλάντης πληροφορείται ότι ο Ρώσος πρόξενος ερχόταν κατά διαταγή του ηγεμόνα του να γνωστοποιήσει την υψηλή μομφή εναντίον της εξέγερσης. Ο Υψηλάντης χάνει το βαθμό του και απομακρύνεται από το στρατό. Ρώσικη υποκρισία! (…) Ο Υψηλάντης περνούσε τον καιρό του σε γιορτές, χορούς κ.λπ. Δε νοιάζεται καθόλου για τους στρατιώτες του ενώ οι αρχηγοί χόρευαν, οι στρατιώτες λεηλατούσαν: διέπραξαν παρεκτροπές εξίσου άγριες με των Τούρκων. Αυτό ήταν το ντεμπούτο της Φιλικής”.



Τσάρος Αλέξανδρος Α' (12/12/1777 - 19/11/1825).



Και στο κείμενο του “Ο κύριος Vogt” (κεφάλαιο VIII) που έγραψε, κατά το ίδιο έτος, αναφέρει :

“Ο Αλέξανδρος Α΄ δεν ήταν ο μυστικός ηγέτης της Φιλικής Εταιρείας; Αυτός δεν έστειλε τον Υψηλάντη στη Βλαχία ως “Αρχηγό του Ιερού Λόχου” κι αυτός δεν πρόδωσε τον ίδιο αυτό λόχο διαμέσου του Υψηλάντη και δεν έβαλε να δολοφονήσουν το Βλαδιμηρέσκου, το Βλάχο επαναστάτη ηγέτη; (…) Ο Νικόλαος δεν έδωσε με πατρική πρόνοια στους Έλληνες για κυβερνήτη ένα Ρώσο στρατηγό, τον κόμη Καποδίστρια; (…)  Τη συνταγματική επανάσταση της Ελλάδας το Σεπτέμβριο του 1843 την κατηύθυνε ο Κατακάζης , ο Ρώσος πρεσβευτής στην Αθήνα και πρώην υπεύθυνος επιτηρητής του ναυάρχου Heyden κατά την καταστροφή του Ναβαρίνου”.

Είχε άδικο ο Μαρξ, σε όσα γράφει, για την Ρωσία και τους Φιλικούς;

Όχι, δεν είχε άδικο. Τα πράγματα και οι εξελίξεις, γύρω από την έναρξη της ελληνικής επανάστασης, είναι όπως τα περιγράφει. Αλλού έχει άδικο.

Έχει άδικο, ως προς την μακροπρόθεσμη προοπτική του ελληνικού αγώνα για την ανεξαρτησία και ως προς το ότι αρνιόταν, πεισματικά, λόγω δογματισμού, να δει το πασίδηλο και πασιφανές γεγονός ότι ο αγώνας των Ελλήνων απαιτούσε συμβιβασμούς και συμμαχίες.

Ας δούμε πρώτα, το δίκιο του Μαρξ, όσον αφορά την ιστορική τεκμηρίωση της σχέσης της Φιλικής Εταιρείας, με την ρωσική αυλή, για να μπορέσουμε, στην συνέχεια, δούμε το σφάλμα του, ως προς την μακροπρόθεσμη προοπτική των εξελίξεων, τις οποίες δεν στάθηκε ικανός να δει, αν και ήσαν μπροστά του και ως παρελθόν και ως παρόν. Και φυσικά, η διαπίστωση αυτή δεν εξαντλείται μόνο στον Καρλ Μαρξ, αλλά αφορά, με την ίδια ένταση και τον Φρήντριχ Ένγκελς.



Αλέξανδρος Υψηλάντης 1792 - 31/1/1828).



Δεν είναι πολλά, άλλα, πάντως, είναι αρκετά, τα έγγραφα ιστορικά τεκμήρια, που αποδεικνύουν την άμεση σχέση της Φιλικής Εταιρείας, απ' ευθείας, με την ρωσική αυλή και την εξωτερική της πολιτική. Ας δούμε κάποια από αυτά:

Η επιστολή (Δεκέμβριος 1821) του φυλακισμένου, πλέον, στο αυστριακό φρούριο του Μοντγκάτς, Αλέξανδρου Υψηλάντη, προς την πριγκίπισσα Ραζουμόφσκι. Η επιστολή αυτή βρέθηκε στα κρατικά αρχεία της Βιέννης από τον Γ. Λάιο και έχει δει το φως της δημοσιότητας στην "Καθημερινή" στις 8/6/1955 :

“Ω! Εσείς να σκεφθείτε εμένα! Εμένα, τον θλιμμένο, τον παρατημένο, τον καταδιωγμένο … Εάν θέλετε να σας γράφω και να μου γράφετε, μη μεταχειρίζεστε πια το όνομα του φίλου. Είναι μια λέξη που μου κάνει κακό. Το ξέρετε πολύ καλά ότι είχα έναν φίλο. Ε! λοιπόν, θα φρίξετε… μ΄ επρόδωσε! Εν τούτοις, δεν κατηγορώ κανένα. Έτσι ήταν η μοίρα μου, αλλά το όνομα μου δεν θα τολμήσει κανένας να το μαυρίση (…)”.



Klemens Wenzel Lothar von Metternich (15/5/1773 - 11/6/1859).


Η επιστολή αυτή του Αλέξανδρου Υψηλάντη, όπως ήταν φυσικό, έπεσε στα χέρια της αυστριακής λογοκρισίας και δόθηκε στον καγκελάριο Μέτερνιχ, ο οποίος διαβίβασε αποσπάσματα στον πρεσβευτή του στην Πετρούπολη Λεπτζέλτερν:

“Βιέννη 23 Δ/βρίου 1821.

Συνημμένως, σας αποστέλλω ένα μικρό αρκετά χαρακτηριστικό έγγραφο. Ο Υψηλάντης (…) έλαβε ένα γράμμα από την πριγκίπισα Ραζουμόφσκι και τη Λουλού (…) Ο Υψηλάντης απήντησε σε κείνο το γράμμα και ιδού ένα απόσπασμα από την απάντηση του. Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για τον Καποδίστρια. Τί ιδέα έχετε Σεις; Ποιος άλλος φίλος θα μπορούσε να προδώσει τον Υψηλάντη, αν μη αυτός που υποδεικνύω; Εξάλλου, έχω, πάνω από είκοσι αποδείξεις ότι ο Καποδίστριας και ο Υψηλάντης ασχολούνται, ήδη, από το 1819, με την μελλοντική εξέγερση. Η γνώμη μου είναι ότι οι δύο αυτοί κύριοι δεν ήσαν, απολύτως, σύμφωνοι, ως προς το χρονικό σημείο, που επρόκειτο να ανυψωθεί η σημαία της Επαναστάσεως, ήσαν, όμως, σύμφωνοι, ως προς το ρόλο που θα έπαιζαν. Τώρα, βέβαια, ο ένας θα κατηγορεί τον άλλο ότι δεν έμεινε πιστός στη συμφωνία (…)”.


Πέρα από τα δύο παραπάνω ντοκουμέντα, υπάρχει και το υπόμνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη, το οποίο το συνέταξε, μετά την αποφυλάκισή του και το απέστειλε στον διάδοχο του τσάρου Αλέξανδρου Α', τον Νικόλαο Α', τον Ιανουάριο του 1828, μετά την αποφυλάκιση του και στο οποίο  γράφει:


Ιωάννης Καποδίστριας (10/2/1776 - 9/10/1831).


“Το έθνος εργάζετο προς αναγέννησιν αυτού, πάσαν καταβάλλον προσπάθειαν και συννενοείτο δια τινός μυστικής Εταιρείας (…). Επίστευσα ότι η ώρα του ζήλου εσήμανε δι΄ εμέ και, την συμβουλήν του κόμητος Καποδιστρίου λαβών, εδέχθην (την ανωτάτην διεύθυνσιν της Εταιρείας). Ην, δε τότε, το έτος 1820 αρχόμενον (…). Ο κόμης Καποδίστριας, ον συνεβουλεύθην, συνεφώνησεν προς την γνώμην μου, εύρε τα σχέδια και τας παρασκευάς μου καλάς και καταλλήλους και μοι συνεβούλευσεν, ίνα ενεργήσω και επιχειρήσω την έναρξιν τούτων, μη δεικνύων δισταγμόν τινά, περί της επιτυχίας. Αυτή εφαίνετο αυτώ συνδεομένη προς την πολιτικήν της Ρωσίας (…). Ιδού η αρχή…εφ ης εστηρίχθη πάσα η επιχείρησις και καθ΄ ην ενήργησα εν πάση πεποιθήσει, πιστεύων ότι η Α.Μ. ο Αυτοκράτωρ (Αλέξανδρος) ην εντελώς σύμφωνος, ως αυτός ούτος, ευδοκήσας, μοι ωμίλησεν πλειστάκις εν Πετρουπόλει (…)”.



Ludovika "Lulu" Gräfin von Thürheim (14/3/1788 - 22/5/1864).


Η κόμισσα Λουλού Τυρχάϊμ, με την οποία είχε σχέση ο Αλέξανδρος  Υψηλάντης, γράφει ότι ως την ημέρα των αποφάσεων στο Λάιμπαχ, στις αρχές του  1821, ο τσάρος και ο Καποδίστριας ήταν σύμφωνοι με τον Υψηλάντη. Εξιστορεί, μάλιστα, σε ένα κείμενό της, το οποίο δημοσίευσε ο Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, στις 26/8/1954, στην εφημερίδα "Το Βήμα", ότι ο Καποδίστριας της είπε στη Γενεύη τα εξής γεγονότα, τα οποία συμφωνούν, απολύτως, με την αφήγηση του Αλέξανδρου Υψηλάντη :

“Όταν ο Υψηλάντης έγραψε στον Τσάρο για το κίνημα του και τον παρακάλεσε να τον απολύσει από τον ρωσικό στρατό, τότε ο Τσάρος πήδηξε από τη χαρά του και χειροκροτώντας είπε: “Μπράβο νεαρέ μου! Αυτό το ονομάζω εγώ “ότι πρέπει”. Έπειτα από μία ώρα πήγε ο Τσάρος στον Μέτερνιχ και δύο ώρες αργότερα διέταξε τον Καποδίστρια να γράψει στον Υψηλάντη ένα κεραυνοβόλο γράμμα, όπου αποδοκίμαζε κατηγορηματικά το κίνημα του και τον απειλούσε βαριά”.
 


Εμμανουήλ Ξάνθος (1772 - 28/11/1852).



Αλλά και το ιδρυτικό μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ο Νικόλαος Ξάνθος, γράφει το 1835 σε υπόμνημά του, για τον ρόλο του Ιωάννη Καποδίστρια :

“Μετά την αποδοχήν (υπό του Υψηλάντη) της αρχηγίας, εγράφησαν τα εγκύκλια γράμματα εις τους πλέον σημαντικούς ομογενείς και εστάλησαν δια του Σέκερη, ο δε κόμης Καποδίστριας μαθών ταύτα ενέκρινε και τον Επίτροπον της Αρχής και ταύτα τα πρακτέα”.


Όλα αυτά και πολλά άλλα, δικαιώνουν τον Καρλ Μαρξ, ως προς τον αφανή, μεν, αλλά έμπρακτο και ουσιαστικό, δε, καθοδηγητικό ρόλο της τσαρικής Ρωσίας στην οργάνωση και στην εκδήλωσης της ελληνικής εξέγερσης του Μαρτίου του 1821, η οποία εξελίχθηκε σε μια επική επανάσταση, που κινδύνευσε, μετά από κάποια χρόνια να κατασταλεί, αφού πρώτα επικράτησε, στον νότιο ελλαδικό χώρο.

Όμως, τί άλλο μπορούσαν να κάνουν οι υπόδουλοι Έλληνες, εκείνη την εποχή, πέρα από το να βρουν την όποια υποστήριξη μπορούσαν να βρουν και να οικοδομήσουν τις όποιες συμμαχίες ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν, για την ευόδωση των προσπαθειών τους, για την αποτίναξη της οθωμανικής αυταρχίας;

Ας θυμηθούμε, εδώ, τον δραματικό διάλογο του Αλέξανδρου Υψηλάντη, με τον εκ των ιδρυτών της Φιλικής Εταιρείας Εμμανουήλ Ξάνθο. Τον διάλογο αυτόν, που έγινε στην Αγία Πετρούπολη, στις 11/4/1820 και τον έχει διασώσει ο ίδιος ο Ξάνθος, προφανώς, ήταν προϊόν μιας προετοιμασμένης συνάντησης, η οποία, φυσικά, δεν είχε σκοπό να δώσει την αρχηγία της Εταιρείας στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, όπως έχει καταγραφεί στην επίσημη ελληνική ιστοριογραφία, αλλά είχε τον χαρακτήρα της γνωστοποίησης, στην ηγετική όμάδα των Ελλήνων Φιλικών, μέσω του Ξάνθου, της εμφανούς ανάληψης της ηγεσίας της, από τον Υψηλάντη, πίσω από τον οποίον, προφανέστατα, βρισκόταν ο Ιωάννης Καποδίστριας και η τσαρική αυλή - δηλαδή ο ίδιος ο Ρώσος μονάρχης. Κάτι που, φυσικά, δεν μπορούσαν και δεν έπρεπε να το πληροφορηθούν, επισήμως, οι Φιλικοί. Μπορούσαν, μόνο να το καταλάβουν, ανεπισήμως και να το υποθέσουν, βάσιμα :

Υψηλάντης: Γιατί οι Έλληνες δεν προσπαθούν να ενεργήσουν ώστε, αν δεν δύνανται να ελευθερωθούν από τον ζυγόν, τουλάχιστον να τον ελαφρώσουν;

Ξάνθος: Πρίγκιψ, με ποία μέσα και με ποίους οδηγούς να ενεργήσωσιν οι δυστυχείς Έλληνες την βελτίωσιν της πολιτικής των καταστάσεως; Αυτοί έμειναν εγκαταλελειμμένοι από εκείνους, οίτινες εδύναντο να τους οδηγήσωσι, διότι όλοι οι καλοί ομογενείς καταφεύγουν εις ξένους τόπους και αφήνουν τους ομογενείς των ορφανούς. Ιδού ο Κόμης Καποδίστριας υπηρετεί τη Ρωσίαν, ο μακαρίτης πατήρ σας κατέφυγε εδώ και ο Καρατζάς εις την Ιταλίαν, υμείς ο ίδιος υπηρετούντες την Ρωσίαν εχάσατε υπέρ αυτής την δεξιάν χείρα σας, και άλλοι ίσοι καλοί καταφεύγοντες εις την χριστιανικήν Ευρώπην μένουν εκεί, χωρίς να φροντίζουν δια τους δυστυχείς αδελφούς των.

Υψηλάντης: Αν εγώ εγνώριζον ότι οι ομογενείς μου είχον ανάγκην από εμέ και εστοχάζοντο, ότι εδυνάμην να συντελέσω εις την ευδαιμονίαν των, σου λέγω εντίμως, ότι ήθελον μετά προθυμίας κάμω κάθε θυσίαν, ακόμη και την κατάστασίν μου, και τον εαυτόν μου θα εθυσίαζον υπέρ αυτών.

Ξάνθος: Δος μοι Πρίγκιψ, την χείρα σας εις βεβαίωσιν των όσων εκφράσθητε.

Προφανώς, η μεταφορά του διαλόγου, από τον Εμμανουήλ Ξάνθο, δεν είναι πιστή. Αρκετός χρόνος μεσολάβησε, μέχρι την εποχή που έγινε η καταγραφή του. Όπως, επίσης, ο Ξάνθος δεν γνώριζε τα όσα έγιναν, πριν από την διεξαγωγή του και το παρασκήνιο που υπήρξε, αφού ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, που ήταν αξιωματικός του ρωσικού στρατού και μέλος της αυλής του Ρώσου αυτοκράτορα, πήγε προετοιμασμένος, για να πράξει όσα έπραξε. Και προφανώς, ήταν συνεννοημένος, γι' αυτό.

Αυτό που έχει σημασία, σε αυτόν τον διάλογο, είναι η ουσία των όσων περιγράφει, για την κατάσταση που βρισκόταν, από απόψεως ηγεσίας ο ελληνικός πληθυσμός της Οθωμανίας. Η εικόνα που παρουσιάζει ο Ξάνθος είναι ακριβής. Και φυσικά, ο κατεχόμενος ελληνικός πληθυσμός του τουρκικού σουλτανάτου δεν μπορούσε να πράξει αλλιώς, από το να στηριχθεί στην βοήθεια της Ρωσίας.


Ο Καρλ Μαρξ και ο Φρήντριχ Ένγκελς, εξ αιτίας αυτής της ρωσικής ανάμειξης και καθοδήγησης, στην έναρξη του ελληνικού αγώνα της ανεξαρτησίας, κράτησαν αρνητική στάση, απέναντι σε αυτόν τον αγώνα και υποστήριξαν - έστω και αναδρομικά - τους "Περσιάνους".

Η τοποθέτηση αυτή των δύο διανοητών είχε να κάνει με την τσαρική Ρωσία, το ημιφεουδαρχικό καθεστώς της, την τεράστια δύναμή της και τον κίνδυνο που αυτή αποτελούσε, απέναντι στην κεντροδυτική Ευρώπη και τις κοινωνικές δυνάμεις που κυριαρχούσαν σε αυτήν, ύστερα από το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης του 1789 : Την αστική τάξη και το αναδυόμενο προλεταριάτο. Τις προοδευτικές καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, την κοινωνική επανάσταση, που εξέφραζε (κατ' αυτούς) το προλεταριάτο και το πολιτικοϊδεολογικό εποικοδόμημα, που συνδεόταν με τις δύο βασικές κοινωνικές τάξεις, που οδηγούσαν την κοινωνική εξέλιξη προς την κομμουνιστική κοινωνία.

Για τον Καρλ Μαρξ και τον Φρήντριχ Ένγκελς, η φεουδαρχική Ρωσία, ως αντιδραστική επιβίωση ενός προκαπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ήταν ένας άμεσος κίνδυνος ανατροπής της κοινωνικής εξέλιξης στον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο της εποχής του, ο οποίος, γεωγραφικά, προσδιοριζόταν στον Κεντροδυτικό ευρωπαϊκό χώρο, δηλαδή την Αγγλία, την Γαλλία, την Αυστροουγγαρία και τα γερμανικά κράτη, που στην πορεία του χρόνου ενώθηκαν και δημιούργησαν το ενιαίο γερμανικό κράτος, κάτω από την σιδηρά καθοδήγηση της Πρωσσίας. Και ήταν η Ρωσία κίνδυνος, λόγω της τεράστιας έκτασής της και λόγω της δύναμης, που είχε σωρεύσει.


Γεωστρατηγικά και γεωπολιτικά, δεν έσφαλαν.

Η Ρωσία της εποχής τους, όπως και η Ρωσία, μετά από αυτούς, με όλες τις μεταμορφώσεις της, είτε ως "Ε.Σ.Σ.Δ.", είτε ως μετασοβιετική Ρωσία, λόγω του μεγέθους της και του δυναμικού της, υπήρξε και εξακολουθεί να παραμένει, ένας μπελάς, για τον κεντροδυτικό ευρωπαϊκό χώρο.

Γεωστρατηγικά, αυτό είναι φανερό, λόγω της τεράστιας έκτασης της χώρας, το στρατηγικό της βάθος και την άμεση γειτνίασή της με την Ευρώπη, της οποίας, άλλωστε, αποτελεί τμήμα, γεωγραφικά, αλλά και πολιτισμικά, ως αποτέλεσμα του εκχριστιανισμού της από τους Βυζαντινούς τον 10ο αιώνα. (Μπορεί κάποιος να φανταστεί την ευρωπαϊκή λογοτεχνία χωρίς τον Πούσκιν, τον Ντοστογέφσκυ, τον Τολστόϋ, ή τον Σολζενίτσιν); Το καταθλιπτικό βάρος και ο απελπιστικά μεγάλος γεωγραφικός όγκος της Ρωσίας, υπήρξαν ένα μεγάλο άγχος, για τις λοιπές ευρωπαϊκές δυνάμεις, με προεξάρχουσα την Αγγλία, όταν αυτή έκλεισε τους λογαριασμούς της με την επαναστατική και την βοναπαρτιστική Γαλλία το 1815.

Γεωπολιτικά, η δύναμη της Ρωσίας ήταν ορατή και σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό, οφειλόταν στον όγκο της και την αχανή έκτασή της. Υστερούσε κοινωνικά, οικονομικά και τεχνολογικά, απέναντι στις ευρωπαϊκές δυνάμεις, αλλά, επειδή στην διεθνή πολιτική σκακιέρα, η έκταση και το μέγεθος, πάντοτε μετρούν, καθοριστικά, η ισχύς της ήταν τέτοια, που, στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, με τις διασπασμένες δυτικοευρωπαϊκές δυνάμεις, δεν μπορούσε να αγνοηθεί.

Πέρα, όμως, από την γεωπολιτική ισχύ της Ρωσίας, που υποστηριζόταν από το μέγεθος της χώρας, υπήρχε και η ιδεολογική ισχύς της χώρας, η οποία ήταν διφυής και ήταν μεγάλη. Αυτή, μάλιστα, ήταν ακόμη μεγαλύτερη και πολύ πιο επικίνδυνη, προοπτικά, σε βάθος χρόνου, αφού είχε ως όπλα της την ορθόδοξη χριστιανική πίστη και τον πανσλαβισμό, με τα οποία δημιουργούσε προβλήματα στις κεντροδυτικές δυνάμεις, λόγω της απειλής που αποτελούσε η Ρωσία, για τον μεγάλο ασθενή της Ανατολής. Δηλαδή, για την επιβίωση του σουλτανάτου των Οθωμανών Τούρκων, το οποίο, κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα, ήταν ορατό ότι έφθινε και θα είχε καταρρεύσει, πολύ νωρίς, εάν δεν είχε την υποστήριξη των ευρωπαϊκών δυνάμεων, οι οποίες στήριζαν την Οθωμανία, αφού δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Και δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς, διότι δεν είχαν κάποια έτοιμη εναλλακτική λύση, για να την προωθήσουν στην θέση της.

Ακριβώς, επειδή η Οθωμανία ήταν σε αυτή την δυσχερή θέση, ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι αυτός ο κοινωνικός σχηματισμός, λόγω των θρησκευτικοπολιτικών και των θεσμικών αγκυλώσεών του, δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει την νεωτερική εποχή, έτσι όπως αυτή άρχισε να εξελίσσεται στην Ευρώπη, ουσιαστικά, με την ανακάλυψη της Αμερικής το 1492, αλλά, με έναν, ολοένα και περισσότερο, επιταχυνόμενο ρυθμό, από τον 17ο αιώνα, με αποτέλεσμα η αυτοκρατορία των Τούρκων σουλτάνων, ενώ στην εποχή του Μωάμεθ Β' του Πορθητή ήταν μπροστά από τους Ευρωπαίους, μετά από αυτόν, να βρεθεί, σιγά-σιγά, σε θέση αδυναμίας απέναντί τους. Μια αδυναμία, η οποία, έφθασε σε τέτοιο σημείο, ώστε, κατά τον 19ο αιώνα, το τέλος της Οθωμανίας να αποτελεί ζήτημα κάποιων ημερών (το πολύ ολίγων μηνών), για όποιον έπαιρνε την απόφαση να την τελειώσει και να την σβήσει από τον ευρασιατικό και αφρικανικό χάρτη.

Αυτή η δύναμη, που μπορούσε να το πράξει αυτό, ήταν η Ρωσία. Και για λόγους γεωγραφικής γειτνίασης, αφού τα ρωσοτουρκικά σύνορα ήσαν εκτεταμένα, ενώ η Κωνσταντινούπολη, ήταν κοντά στα ρωσοτουρκικά σύνορα και ήταν ζήτημα ολίγων ημερών να καταληφθεί από τον ρωσικό στρατό. Κυρίως, όμως, λόγω του γεγονότος ότι η Ρωσία επηρέαζε τους ορθοδόξους χριστιανούς υποτελείς των Οθωμανών, πολλοί των οποίων ήσαν σλάβοι, ή σλαβογενείς. Και φυσικά, η Ρωσία δεν άφηνε κάθε ευκαιρία να πάει χαμένη.

Ο Ένγκελς περιγράφει πολύ παραστατικά όλο αυτό το σύνολο των θέσεων, που διαμόρφωσαν αυτός και ο Μαρξ, μέσα από την πολιτικοκοινωνική ανάλυσή τους, για την κατάσταση στον ευρωπαϊκό και στον ευρύτερο ευρασιατικό χώρο. Λέει λοιπόν, στη New York Daily Tribune (12/4/1853), για την κατάσταση στην Ευρώπη :

"Η Ρωσία είναι πέρα από κάθε αμφιβολία κατακτητικό έθνος, και ήταν τέτοιο έναν αιώνα ολόκληρο πριν το μεγάλο κίνημα του 1789 ξυπνήσει την έντονη ενεργητικότητα ενός τρομερού ανταγωνιστή. Εννοούμε την ευρωπαϊκή Επανάσταση, την εκρηκτική δύναμη των δημοκρατικών ιδεών και τη φυσική δίψα του ανθρώπου για ελευθερία. Από την εποχή αυτή και μετά, στην πραγματικότητα δεν υπήρξαν παρά δύο μόνο δυνάμεις στην ευρωπαϊκή ήπειρο – η Ρωσία με την απολυταρχία κι η Επανάσταση με τη δημοκρατία. Προς το παρόν η Επανάσταση φαίνεται καταπνιγμένη, όμως ζει και τη φοβούνται εξίσου όσο και πάντα. Μάρτυς η τρομάρα της αντίδρασης στο άκουσμα των ειδήσεων για την τελευταία εξέγερση στο Μιλάνο. Αν όμως η Ρωσία κατακτήσει την Τουρκία, τότε θα αυξήσει τη δύναμη της σχεδόν κατά το ήμισυ και θα γίνει υπέρτερη από όλη μαζί την Ευρώπη. Κάτι τέτοιο θ΄ αποτελούσε ανείπωτη συμφορά για την υπόθεση της Επανάστασης. Η διατήρηση της τούρκικης ανεξαρτησίας ή, σε περίπτωση πιθανής διάλυσης της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η ματαίωση του ρώσικου σχεδίου προσάρτησης είναι ζήτημα ύψιστης σημασίας. Στο σημείο αυτό συμβαδίζουν τα συμφέροντα της επαναστατικής Δημοκρατίας και της Αγγλίας. Καμιά τους δεν μπορεί να επιτρέψει στον τσάρο να κάνει την Κωνσταντινούπολη μια από τις πρωτεύουσες του, και θα δούμε πως, όταν στριμωχτούν με την πλάτη στον τοίχο, η μια θα του αντισταθεί εξίσου αποφασιστικά όσο και η άλλη".


Γεωστρατηγικά και γεωπολιτικά, λοιπόν, οι Karl Marx και Fridrich Engels δεν είχαν άδικο, ως προς την επισήμανση της επικινδυνότητας της Ρωσίας, για τον κεντροδυτικό ευρωπαϊκό χώρο (μια ματιά στον χάρτη, άλλωστε, τα λέει και τα δείχνει όλα).

Το λάθος τους ήταν πολιτικό και κοινωνικό.

Ήταν προϊόν ενός απίστευτου δογματισμού, τον οποίον έχουν, πάντοτε, όλοι οι πολιτικοί ακτιβιστές (ριζοσπάστες, ή μη), διότι η άποψή τους, για τον κόσμο, μένει στατική και προσκολλημένη σε ιδεολογικές αγκυλώσεις, αφού δεν τους επιτρέπει να δουν ότι η όποια δράση δεν μένει, συνήθως, χωρίς απάντηση και χωρίς την δημιουργία αντίρροπων δράσεων, που μπορούν να εξισορροπήσουν τα αποτελέσματα, που προκύπτουν από τα πεπραγμένα του αντίπαλου παίκτη στην γεωπολιτική σκακιέρα.

Πραγματικά, αν οι Karl Marx και Friedrich Engels, δεν σκέπτονταν με την νοοτροπία των πολιτικών ακτιβιστών, αλλά αν έβαζαν κάτω τα δεδομένα της εποχής τους και τις αντίρροπες δυνάμεις στον ευρασιατικό χώρο, θα μπορούσαν εύκολα να διαπιστώσουν αυτό που έγινε στην πράξη και μπροστά στα μάτια τους. Ότι δηλαδή, η όποια δράση της Ρωσίας, είτε ανοικτής υπονόμευσης της Οθωμανίας, είτε ανοικτής πολεμικής σύρραξης, μπορούσε να αντισταθμιστεί και αντισταθμιζόταν από τις αντίρροπες δράσεις της Αγγλίας και των άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, οι οποίες έψαχναν να βρουν και εύρισκαν εκείνα τα εθνικά και κοινωνικά ερείσματα, στα οποία μπορούσαν να στηριχθούν και στηρίζονταν, προκειμένου να μετριάσουν και να βάλουν στην άκρη την ρωσική επιρροή.

Και όμως, αυτήν την απλή διαπίστωση δεν μπόρεσαν να την κάνουν, οι δύο πατέρες του μαρξισμού, με αποτέλεσμα να στραφούν σε, κοινωνικά, αντιδραστικές θέσεις, όσον αφορά την Οθωμανική αυτοκρατορία και να γίνουν ανενδοίαστοι υποστηρικτές της σουλτανικής απολυταρχίας, της κοινωνικής οπισθοδρόμησης, της εθνικής υποταγής, μέχρι αφανισμού, των υποτελών λαών, που είχαν υποταχθεί στην κυριαρχία των Τούρκων.

Το χειρότερο από όλα, ήταν ότι οι πατέρες του μαρξισμού, στην πορεία της ανάπτυξης της ρητορικής τους, γύρω από την απαραίτητη ανάγκη στήριξης της Οθωμανίας και της καταδίκης, κάθε επαναστατικής διάθεσης των κυριαρχούμενων, από τους Τούρκους, λαούς, εξετράπησαν σε φανατισμούς, οι οποίοι έλαβαν ακόμη και καθαρά ρατσιστικό περιεχόμενο, προκειμένου να συκοφαντήσουν αυτούς τους λαούς, με σκοπό, βέβαια, να αποτρέψουν την υποστήριξη των αγώνων τους, για εθνική και κοινωνική χειραφέτηση, μια υποστήριξη, η οποία ήταν επίφοβο να δοθεί, απλόχερα, από τους ευρωπαϊκούς ριζοσπαστικούς κύκλους της εποχής τους.

Έτσι ο Καρλ Μαρξ αναφερόμενος στους Οθωμανούς και τις ... παραλείψεις τους, λέει το 1853, σε επιστολή του προς τον Φρήντριχ Ένγκελς :

"Η βασική μομφή μου εναντίον των Τούρκων είναι ότι διατήρησαν τον χριστιανισμό".

Φυσικά, η ρήση αυτή δεν είναι προϊόν αστεϊσμού, ή θυμού. Είναι προϊόν μιας συγκεκριμένης ανάλυσης, η οποία λέει ότι αφού η απολυταρχική Ρωσία βρίσκει ευήκοα ώτα στους υποδουλωμένους ορθόδοξους χριστιανικούς λαούς της οθωμανικής επικράτειας, οι Τούρκοι έκαναν ένα τεράστιο ιστορικό λάθος, που επέτρεψαν στους πληθυσμούς αυτούς να παραμείνουν χριστιανοί. Θα έπρεπε ή να τους εξισλαμίσουν, ή να τους εξολοθρεύσουν, ή (όπως συμβαίνει, συνήθως, στην πράξη) και τα δύο μαζύ, προκειμένου να μην μπορεί η Ρωσία να βρίσκει ερείσματα μέσα στην χώρα τους.

Βέβαια, αυτή η θέση του Karl Marx, από μόνη της, θα μπορούσε να ήταν μια ψυχρή/ψύχραιμη διαπίστωση ενός ιστορικού μελετητή, ή ενός επιστήμονα και να μην έχει καμμία απαξία. Δεν είναι, έτσι όμως. Η θέση αυτή του Μαρξ δεν μένει μόνον στην διαπίστωση ενός σφάλματος του παρελθόντος. Αποκτά, ρητά, τον χαρακτήρα της μομφής, προς τους Τούρκους, που επέτρεψαν να συμβεί αυτό το λάθος. Και ως εκ τούτου, αποκτά μια μεγάλη ηθική και κοινωνική απαξία, αφού έτσι, επικροτείται, ανοικτά και απροσχημάτιστα, μια πολιτική απηνών διώξεων κατά ολόκληρων αυτοτελών κοινωνικών και εθνικών σχηματισμών (πρόκειται, γι' αυτό που, στην σύγχρονη εποχή, αποκλείται εθνοκάθαρση), απλώς και μόνον επειδή αυτές υπάρχουν, ενώ μάλιστα, τίθεται, υπό κατηγορία, ο δυναστικός αφέντης, επειδή δεν ολοκλήρωσε και δεν ετερμάτισε αυτό το άκρως απαξιωτικό έργο.

Η θέση αυτή του Καρλ Μαρξ πηγάζει από την πεποίθηση, που μοιράζονταν με τον Ένγκελς, για τον ρόλο της ορθόδοξης χριστιανικής εκκλησίας στην επικράτεια της Οθωμανίας. Έναν ρόλο, ο οποίος ήταν υπονομευτικός για την τουρκική κυριαρχία, ακριβώς επειδή ήταν όργανο των ρωσικών επιδιώξεων, επάνω στην βάση της κοινής ομόδοξης πίστης των υπόδουλων χριστιανικών πληθυσμών του τουρκικού κράτους και των Ρώσων, όπως περιγράφει ο Ένγκελς :

"Εκατοντάδες Ρώσοι πράκτορες περιέρχονταν την Τουρκία, παρουσιάζοντας στους Ελληνορθόδοξους τον ορθόδοξο αυτοκράτορα, ως την κεφαλή, τον φυσικό προστάτη και τον τελικό ελευθερωτή της καταπιεσμένης Ανατολικής Εκκλησίας. Ο κλήρος της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας πολύ γρήγορα οργανώθηκε σε μια μεγάλη συνομωσία με σκοπό την διάδοση των ιδεών αυτών. Η σερβική εξέγερση του 1804 κι ο ελληνικός ξεσηκωμός του 1821 υποκινήθηκαν άμεσα από ρωσικό χρυσάφι και ρωσική επιρροή".

 Πέρα από όλα τα άλλα, δεν μπορεί να μην επισημανθεί το γεγονός ότι οι Καρλ Μαρξ και Φρήντριχ Ένγκελς έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με τους Έλληνες μαρξιστές, όσον αφορά τον ρόλο της ορθόδοξης εκκλησίας στην ελληνική επανάσταση, αλλά και ως προς την επαναστατική διαπαιδαγώγηση των υπόδουλων Ελλήνων (αλλά και των σλάβων), κατά την διάρκεια της οθωμανικής κατοχής, αφού ο κεντρικός κορμός της επιχειρηματολογίας των Ελλήνων μαρξιστών αποσιωπώντας τις θέσεις αυτές των πατέρων του μαρξισμού, εξαντλείται στην ολομέτωπη επίθεση, κατά του ρόλου της Ορθοδοξίας και του κλήρου και στην καταγγελία τους, ως αντεπαναστατικών και ως οργάνων των κατακτητών, ή ως συνεργών τους στην καθυπόταξη και εκμετάλλευση του απλού λαού.

Όλα αυτά, θα μπορούσαν να αποτελούν απλές εκτιμήσεις των δύο διανοητών και πολιτικών ακτιβιστών. Σωστές, ή όχι, είναι κάτι που κρίνεται. Αλλά, όπως ανέφερα, ήδη, οι θέσεις των Μαρξ και Ένγκελς δεν ήσαν, μόνον, εκτιμήσεις.

Μέσα από την οξύτητα της πολεμικής τους και του προπαγανδιστικού τους ρόλου, που στρέφονταν, παντί τρόπω και μέσω, κατά της ρωσικής επιρροής, απέκτησαν ένα άμεσο προσβλητικό και ακραία ρατσιστικό περιεχόμενο, κατά του, υπό την οθωμανική κυριαρχία ευρισκόμενου ελληνικού πληθυσμού, καθώς και κατά των σλαβικών πληθυσμών, που ήσαν υποταγμένοι στην τουρκική εξουσία, η οποία, προς χάρη της στήριξης της φιλοθωμανικής επιχειρηματολογίας και προπαγάνδας, εξιδανικεύεται, ως προς τις μεθόδους εξουσίασης των χριστιανών, όπως περιγράφει ο Ένγκελς, στα τέλη του 1889 :

"Οι Έλληνες ήταν εμπορικός λαός, και οι έμποροι υπέφεραν περισσότερο από την καταπίεση των Τούρκων πασάδων. Ο Χριστιανός αγρότης κάτω από την τουρκική κυριαρχία ζούσε, από υλική άποψη, καλύτερα από αλλού. Είχε διατηρήσει τους προτουρκικούς του θεσμούς και όλη του την αυτοκυβέρνηση όσο πλήρωνε τους φόρους του, ο Τούρκος κατά κανόνα δεν νοιαζόταν γι΄ αυτόν . σπάνια μόνο ήταν εκτεθειμένος σε βιαιοπραγίες σαν κι αυτές που ήταν αναγκασμένος να υπομένει ο δυτικοευρωπαίος αγρότης από τους ευγενείς. Ήταν ζωή αναξιοπρεπής, που μόλις γινόταν ανεκτή (από μέρους του κατακτητή), δεν ήταν όμως και υλικά πιεσμένη.. πάντως δεν ήταν αταίριαστη με την τοπική πολιτισμική κατάσταση των λαών εκείνων, και γι΄ αυτό χρειάστηκε πολύς καιρός ώσπου ν΄ ανακαλύψει ο Σλάβος ραγιάς ότι η ζωή αυτή είναι αφόρητη. Αντίθετα, το εμπόριο των Ελλήνων είχε ανθήσει γρήγορα, από τότε που η τουρκική κυριαρχία τους ελευθέρωσε από τον καταθλιπτικό συναγωνισμό των Βενετών και των Γενοβέζων, κι είχε γίνει κιόλας τόσο σημαντικό, ώστε δεν μπορούσε να σηκώσει την τουρκική κυριαρχία ... Μήπως δεν απολαμβάνουν οι χριστιανοί στην Τουρκία περισσότερη θρησκευτική ελευθερία, απ’ ότι στη Αυστρία και στην Ρωσσία; Δεν είναι η τουρκική κυβέρνηση ήπια και πατρική, αφού επιτρέπει στα διάφορα έθνη, θρησκεύματα και τοπικά σωματεία να ρυθμίζουν μόνα τους τις υποθέσεις τους;"


Το αστείο είναι ότι οι Μαρξ και Ένγκελς γνώριζαν, πολύ καλά, την βάρβαρη ποιότητα της οθωμανικής κυριαρχίας, η οποία έλαβε και μια κτηνώδη μορφή, σε πλείστες περιόδους της σουλτανικής κατοχής. Ιδού τι λέει ο Ένγκελς το 1846, θέλοντας να κατακεραυνώσει και να γελοιοποιήσει την πολιτική της Ιεράς Συμμαχίας, απέναντι στην τουρκική ωμότητα, και βαρβαρότητα :

"Ακόμα και το θείο δικαίωμα του Μεγάλου Τούρκου να κρεμάει και να κομματιάζει τους Έλληνες υπηκόους του υποστήριξε για ένα διάστημα η Ιερά Συμμαχία. Αλλά η περίπτωση αυτή ήταν πολύ χτυπητή, κι οι Έλληνες πήραν την άδεια να ξεγλιστρήσουν από τον τουρκικό ζυγό".


Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, τον προπαγανδιστικό χαρακτήρα των θέσεων του Καρλ Μαρξ και του Φρήντριχ Ένγκελς, γύρω από τα ζητήματα της τουρκικής εξουσίας. Οι θέσεις που ανέπτυξαν, γύρω από το τουρκικό ζήτημα (αυτό που ευρύτερα αποκλήθηκε με τον επιτυχή προσδιορισμό "Ανατολικό Ζήτημα") δεν ήσαν προϊόν άγνοιας, γύρω από το τι συνέβαινε στην επικράτεια των Οθωμανών. Ούτε ήταν μια απλή (ή σύνθετη) επεξεργασία της πραγματικότητας (σωστή, ή εσφαλμένη). Επρόκειτο, για μια καθαρά προπαγανδιστική θέση, η οποία εξυπηρετούσε, άλλους, ευρύτερους σκοπούς και στόχους, οι οποίοι είχαν να κάνουν, με την πολιτική ανάλυση των δύο αυτών διανοητών, ως πολιτικών ακτιβιστών. Η οποία, εν τέλει, αποδείχτηκε εσφαλμένη και καθαρά ουτοπική. Το πόσο ουτοπική ήταν μπορούμε να το δούμε, σε σχέση με το παρακάτω απόσπασμα του Καρλ Μαρξ :

"Η Κωνσταντινούπολη είναι η αιώνια πόλη, η Ρώμη της Ανατολής. Στην εποχή των παλαιών Ελλήνων αυτοκρατόρων ο δυτικός πολιτισμός αναμίχθηκε εδώ με τον ανατολικό σε τέτοια έκταση, ενώ στην εποχή των Τούρκων η ανατολική βαρβαρότητα αναμίχτηκε με τον δυτικό πολιτισμό τόσο έντονα, ώστε αυτό το κέντρο μιας θεοκρατικής αυτοκρατορίας έγινε πραγματικός φραγμός ενάντια στην ευρωπαϊκή πρόοδο. … Ο αγώνας δυτικής Ευρώπης και Ρωσσίας για την κατοχή της Κωνσταντινούπολης περικλείει ένα ερώτημα, αν ο βυζαντινισμός θα υποκύψει μπροστά στον Δυτικό πολιτισμό, ή αν ο ανταγωνισμός τους θα αναβιώσει με μορφή περισσότερο τρομερή και κατακτητική παρά ποτέ. Η Κωνσταντινούπολη είναι η χρυσή γέφυρα ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση κι ο Δυτικός πολιτισμός, όπως κι ο ήλιος, δεν μπορεί να κάνει τον κύκλο του γύρω απ’ τον κόσμο δίχως να περάσει τούτη την γέφυρα. Και δεν μπορεί να την περάσει δίχως αγώνα με την Ρωσσία. Ο Σουλτάνος κρατά την Κωνσταντινούπολη προς φύλαξη για λογαριασμό της επανάστασης".


Θα ισχυριστεί κάποιος ότι από την όλη επιχειρηματολογία των πατέρων του μαρξισμού, ο Ένγκελς είναι περισσότερο ψύχραιμος και δεν παρεκτρέπεται σε περιφρονητικές, ή σε ρατσιστικές αναφορές, κατά των υποδούλων στους Οθωμανούς πληθυσμών. Δυστυχώς και ο Ένγκελς δεν φείδεται ανάλογων χαρακτηρισμών, σε βάρος των Ελλήνων και των βαλκανικών λαών, που βρίσκονταν, υπό την οθωμανική κυριαρχία και αποτελούσαν, εν δυνάμει, συμμάχους των Ρώσων. Ιδού :

"Ο ευρωπαϊκός πόλεμος αρχίζει να μας απειλεί σοβαρά. Αυτά τα άθλια συντρίμμια πρώην εθνών, Σέρβοι, Βούλγαροι, Έλληνες και ο υπόλοιπος λαοσυρφετός, που εμπνέει ενθουσιασμό στον φιλελεύθερο Φιλισταίο, για να ωφελούνται οι Ρώσσοι, δεν χαρίζουν ο ένας στον άλλον ούτε τον αέρα που αναπνέουν και θέλουν σώνει και καλά να κόψουν τους λαίμαργους λαιμούς τους. Αυτό θα ήταν πολύ ωραίο … αν κάθε μια από αυτές τις νανοφυλές δεν αποφάσιζε για ειρήνη ή για πόλεμο στην Ευρώπη".

Είναι σημαντικό να ειπωθεί ότι αυτή η τοποθέτηση του Ένγκελς έχει γίνει, πολύ μετά, την ελληνική επανάσταση του 1821. Δεν θα μπορούσε, άλλωστε, να είναι αλλιώς, αφού ο Γερμανός διανοητής ήταν γεννημένος το 1820 - έναν χρόνο, δηλαδή, πριν από την έναρξη του επικού ελληνικού αγώνα για την ανεξαρτησία. Και έχει την σημασία της αυτή η υπόδειξη, διότι ο τερματισμός της ελληνικής επανάστασης το 1832, με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, δεν σήμανε και τον τερματισμό των αγώνων για την εκδίωξη των Οθωμανών κατακτητών από τις περιοχές εκείνες, στις οποίες μεγάλα τμήματα του ελληνισμού, παρέμειναν, υπό την σουλτανική εξουσίαση. Αντίθετα, μάλιστα, η ελληνική επανάσταση υπήρξε ο επιταχυντής αυτής της διαδικασίας, αφού το ελληνικό εθνικοαπελευθερωτικό εγχείρημα πέτυχε και υπήρξε ο μαγνήτης για την περαιτέρω ολοκλήρωση της εθνικής αυτοσυνειδησίας των άλλων υπόδουλων στους Οθωμανούς λαούς της χερσονήσου του Αίμου.

Σε αυτήν την διαδικασία της απελευθέρωσης των αλύτρωτων Ελλήνων της Οθωμανίας  και της εθνικής αυτοσυνειδησίας των βαλκανικών λαών, που οδηγούσαν, αναπότρεπτα, στην περαιτέρω αποσύνθεση του τουρκικού σουλτανάτου αντιστάθηκαν, με πείσμα και φανατισμό οι Μαρξ και Ένγκελς, οι οποίοι ήσαν σταθεροί υποστηρικτές της Τουρκίας και αμετάπειστοι αντίπαλοι κάθε νεώτερου εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων και των άλλων λαών της Οθωμανίας. Γράφει ο Ένγκελς στον Έντουαρντ Μπερνστάϊν, στις 22-25/2/1882 :

“…δεν επιθυμώ να εξετάσω εδώ, πως έγινε κι οι μικροί σλαβικοί λαοί βλέπουν τον τσάρο ως τον μόνο ελευθερωτή τους. Το κάνουν κι αυτό μας φτάνει, δεν μπορούμε να το αλλάξουμε και θα μείνει έτσι, ώσπου να καταρρεύσει ο τσαρισμός. Αν γίνει πόλεμος, όλα αυτά τα ενδιαφέροντα εθνίδια θα περάσουν από τη μεριά του τσαρισμού, του εχθρού ολόκληρης της αστικής-ανεπτυγμένης Δύσης. Όσο είναι έτσι τα πράγματα, δεν μπορώ να ενδιαφέρομαι για την άμεση, τωρινή τους απελευθέρωση, παραμένουν απευθείας εχθροί μας το ίδιο όπως ο σύμμαχος και προστάτης τους, ο τσάρος. Πρέπει να συνεργαστούμε στην απελευθέρωση του δυτικοευρωπαϊκού προλεταριάτου και σε αυτόν τον σκοπό να υποτάξουμε κάθε τι άλλο. Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι οι Σλάβοι των Βαλκανίων κτλ. είναι τόσο πολύ ενδιαφέροντες, να μου λείπουν, αν η απελευθερωτική τους ορμή συγκρούεται με το συμφέρον του προλεταριάτου. (…) Η νίκη του προλεταριάτου τους απελευθερώνει πραγματικά κι αναγκαία, όχι επιφατικά και προσωρινά, όπως ο τσάρος”.


Και πάλι, μια τέτοια θέση θα μπορούσε - δύσκολα, είναι η αλήθεια - να εκληφθεί σαν μια ιστορική διαπίστωση. Αλλά δεν πρόκειται περί αυτού. Εδώ ο Ένγκελς εκτρέπεται σε απαξιωτικές αναφορές, με ακραίο ρατσιστικό και ως εκ τούτου, ηθικά, απαξιωτικό περιεχόμενο, τσουβαλιάζοντας ολόκληρους πληθυσμούς και εθνικές οντότητες, προκειμένου να στήσει μια ολόκληρη πολεμική και να στηρίξει την επιχειρηματολογία του, για την ανάγκη υπεράσπισης της ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και το δικαίωμά της να καταπιέζει και να διοικεί τους κατακτημένους λαούς της.

Η αλήθεια είναι ότι ο Καρλ Μαρξ και ο Φρήντριχ Ένγκελς ουδέποτε κατάφεραν να "χωνέψουν" και να αποδεχθούν την επικράτηση της ελληνικής επανάστασης, παρά το γεγονός ότι αυτή συνέβη και οδήγησε στην ίδρυση του ελληνικού κράτους πολλά χρόνια, πριν αυτοί ανδρωθούν. Η στάση αυτή των δύο αυτών διανοητών και πολιτικών ακτιβιστών μπορεί να εξηγηθεί, μέσα στα πλαίσια του στείρου δογματισμού τους.

Η εξήγηση της στάσης αυτής παραπέμπει στα αποτελέσματα, που είχε η ελληνική επανάσταση του 1821, μακροπρόθεσμα, στο status quo της νοτιοανατολικής ευρασιατικής περιοχής, με το ξήλωμα της οθωμανικής κάλτσας, που έπνιγε τους λαούς, τους οποίους είχε περιτυλίξει. Και τα αποτελέσματα αυτά δεν ήσαν άλλα από την επιτάχυνση της αποσύνθεσης της Οθωμανίας και την άνοδο των εθνικισμών των καταπιεζόμενων λαών.



Ο χάρτης των διαδοχικών επεκτάσεων του ελληνικού κράτους από την ίδρυσή του, μέχρι το 1947.



Η ελληνική επανάσταση υπήρξε αποτελεσματική και επιτυχής, με την αποτίναξη της τουρκικής απολυταρχίας και την ίδρυση του ελληνικού κράτους και απετέλεσε φάρο και οδηγό, για τους άλλους λαούς της χερσονήσου του Αίμου. Και όχι μόνον αυτό, αλλά και επί των ημερών των δύο μεγάλων Γερμανών διανοητών, το μικρό ελληνικό κράτος κατάφερε να επεκτείνει την κυριαρχία του στην Θεσσαλία και σε τμήμα της Ηπείρου (1881), αλλά και στα Επτάνησα (1864), προς μεγάλη λύπη και των δύο.

Αυτή η πραγματικότητα δεν πτόησε, ούτε τον Καρλ Μαρξ, ούτε τον Φρήντριχ Ένγκελς.

Ουδέποτε συμβιβάστηκαν μαζύ της και ουδέποτε μπόρεσαν να την κατανοήσουν, μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, το οποίο να ξεφεύγει από τα περιορισμένα και μίζερα όρια μιας ανούσιας και κοινωνιολογικά, κενής συνωμοσιολογίας, στην οποία επιδόθηκαν και οι δύο, αναφερόμενοι στόν ελληνικό αγώνα για την ανεξαρτησία, προκειμένου να τον υποτιμήσουν και αυτόν και την επιτυχή έκβασή του.

Γράφει σχετικά ο Μαρξ, κάπου, μέσα στο 1860 :

“Πορεία της Ελληνικής εξέγερσης. Οι Έλληνες έτοιμοι να ηττηθούν. Οι μακροχρόνιες μηχανορραφίες της Ρωσίας κόντευαν να πάνε χαμένες. Τώρα επικαλείται τη γενναιοψυχία της Γαλλίας και της Αγγλίας. Οι συμπάθειες της κοινής γνώμης με το μέρος της. Συνθήκη Γαλλίας και Αγγλίας με τη Ρωσία στις 6 Ιουλίου 1827: Ναβαρίνο. Με τη συνθήκη της Αλεξάνδρειας της 8ης Απριλίου 1828 η Ελλάδα ξαναπαίρνει τη θέση της ανάμεσα στα έθνη”.


Αλλά και ο Ένγκελς, δεν πάει πίσω, αφού, πριν από τον Μαρξ, έχει γράψει στην NewYork Daily Tribune, στις 21/4/1853 :

“Ποιος έκρινε τον αγώνα όταν εξεγέρθηκαν οι Έλληνες; Όχι βέβαια οι συνωμοσίες και οι ξεσηκωμοί του Αλή Πασά στα Γιάννενα, όχι βέβαια η ναυμαχία του Ναυαρίνου, όχι βέβαια η παρουσία γαλλικού στρατού στο Μοριά ούτε οι συνδιασκέψεις και τα πρωτόκολλα του Λονδίνου, παρά ο Ντίμπιτς, που προέλασε με το ρωσικό στρατό ίσα με την κοιλάδα της Μαρίτσας (Έβρου), περνώντας τον Αίμο. Κι ενώ η Ρωσία άρχιζε, άφοβα το διαμελισμό της Τουρκίας, οι Δυτικοί διπλωμάτες συνέχιζαν να εγγυούνται και να θεωρούν ιερό το status quo και το απαραβίαστο του οθωμανικού εδάφους!”

Προφανώς, η δημιουργία του νεοελληνικού κράτους δεν ήταν προϊόν μιας νικηφόρας, μέχρι και το τέλος της, επανάστασης. Προφανώς, η ίδρυση του ελληνικού κράτους επιβλήθηκε στον σουλτάνο της Κωνσταντινούπολης και υπήρξε αποτέλεσμα της επέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων στην πάλη τους για σφαίρες επιρροής.

Και αυτή η ιδιόμορφη πραγματικότητα του ελληνικού ξεσηκωμού οδηγεί τον Μαρξ  να γράφει, με άφθονη χαιρεκακία, στην εφημερίδα "The People’s Paper", στις 12/11/1853), ότι το “συνταγματικό” βασίλειο της Ελλάδας είναι “πολιτικό φάντασμα, που μπορεί να παραβληθεί μονάχα με τον homunculus (ανθρωπάριο) του Βάγκνερ στον Φάουστ”.


Αλλά αυτή είναι η μισή αλήθεια. Αυτή είναι η αλήθεια, που αφορά την συνωμοσιολογία και την στρατιωτική κατάσταση που επικρατούσε στην εξεγερμένη Ελλάδα του τέλους της επανάστασης.

Η άλλη μισή αλήθεια, που είναι και η απείρως σημαντικότερη, διότι αυτή κινητροδότησε τις επεμβάσεις των δυτικοευρωπαϊκών δυνάμεων και της Ρωσίας, για την εκδίωξη του αιγυπτιακού στρατού του Ιμπραήμ πασά, από την Πελοπόννησο, έχει να κάνει με το γεγονός ότι η ελληνική εξέγερση κράτησε και μετετράπη, ευθύς, αμέσως, σε επανάσταση στον νοτιοελλαδικό χώρο της Turcograecia. Και όχι μόνο αυτό, αλλά επικράτησε αμέσως και εγκαθίδρυσε την κυριαρχία των επαναστατών, οι οποίοι ίδρυσαν, ευθύς αμέσως, στα εδάφη αυτά, το νεοελληνικό επαναστατικό κράτος, στην θέση του, εν ριπή οφθαλμού, καταρρεύσαντος τουρκικού κράτους.

Αυτή η άλλη μισή αλήθεια, που δεν μπόρεσαν να χωνέψουν οι Καρλ Μαρξ και Φρήντριχ Ένγκελς, είναι ότι το κράτος αυτό και οι επαναστατικές δυνάμεις του έθνους των νεοελλήνων, απέκρουσαν τις στρατιές που έστειλε ο σουλτάνος Μαχμούτ Β', για να καταστείλουν την επανάσταση, ενώ οι ναυτικές δυνάμεις των επαναστατημένων Ελλήνων κυριάρχησαν, γρήγορα, στο Αιγαίο και απέκοψαν, κάθε προσπάθεια θαλάσσιας προσέγγισης των σουλτανικών στρατευμάτων.



Mehmet Ali pasha (4/3/1769 - 2/8/1849).


Αλλά αυτή η μισή αλήθεια, που αρνήθηκαν, πεισμόνως, να δουν οι Μαρξ και Ένγκελς, είναι ότι η παγίωση της κυριαρχίας των επαναστατημένων Ελλήνων στο νοτιοελλαδικό χώρο και η πλήρης αποκοπή του από την σουλτανική εξουσία, οδήγησε την Υψηλή Πύλη, η οποία είχε εξαντλήσει όλες τις δικές τις δυνάμεις, για την κατάπνιξη της ελληνικής επανάστασης, άνευ ουδεμίας επιτυχίας, στο να εισαγάγει έναν εξωτερικό παίκτη στο πεδίο των μαχών. Τον αιγυπτιακό στρατό του Μεχμέτ Αλή, υπό την ηγεσία του γιού του, του Ιμπραήμ πασά, στους οποίους ο σουλτάνος παραχώρησε τα πάντα, με σκοπό την κατάπνιξη της ελληνικής επανάστασης, συμφωνώντας στο πέρασμα της Πελοποννήσου και των άλλων επαναστατημένων περιοχών στην Αίγυπτο, στην πλήρη εξαφάνιση του εντόπιου ελληνικού πληθυσμού και στην αντικατάστασή του από Άραβες εποίκους, που θα μεταφέρονταν εκεί, μετά το πέρας των εχθροπραξιών και την κατάπνιξη της ελληνικής επανάστασης.

Εκεί κρίθηκε - όσο και αν αυτό φαίνεται οξύμωρο - και η τελική επιτυχία του ελληνικού αγώνα, για την ανεξαρτησία. Διότι αυτή η πολιτική δήωσης, λεηλασίας, βίαιου εξισλαμισμού, εξανδραποδισμού και γενοκτονίας, από έναν τρίτο, έναν εξωτερικό παίκτη στον νοτιοανατολικό χώρο της Turcograecia, που θα ανέτρεπε την υπάρχουσα ισορροπία και θα καθιστούσε την Αίγυπτο του Μεχμέτ Αλή, έναν υπολογίσιμο παίκτη στον ευρωπαϊκό χάρτη, δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή από τις δυτικές ευρωπαϊκές δυνάμεις και την Ρωσία.



Ibrahim pasha (1789 - 10/11/1848).



Φυσικά, αυτή η στρατιωτική ανισορροπία στον γεωπολιτικό χάρτη της νοτιοανατολικής ευρασιατικής περιοχής, που μπορούσε να υποκαταστήσει τον Σουλτάνο και την Υψηλή Πύλη της Κωνσταντινούπολης, από τον Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, ή από τον Ιμπραήμ (κάτι που πήγε να γίνει, μετά την φυγή των Αιγυπτίων από την Πελοπόννησο, όταν το 1831, ο Ιμπραήμ επιτέθηκε στην Συρία, που ήταν κάτω από σουλτανική κατοχή και έφθασε μέχρι το Ικόνιο, όπου νίκησε τα τουρκικά στρατεύματα και θα έφθανε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά τον σταμάτησε η Ρωσία, που έσπευσε στο πλευρό του Σουλτάνου, επειδή οι Αιγύπτιοι, όπως είπα, ήσαν ανεπιθύμητοι, ως κυρίαρχοι στην Οθωμανία), έπρεπε να εξισορροπηθεί, από μιαν άλλη εξωτερική επέμβαση, αφού ο νέος παίκτης στον νοτιοελλαδικό χώρο ήταν ισχυρός στο στρατιωτικό πεδίο, λόγω του ότι ο στρατός του Ιμπραήμ πασά είχει οργανωθεί, με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα, από παλαιούς βοναπαρτιστές αξωματικούς. Οι επαναστατημένοι Έλληνες δεν είχαν να κάνουν τίποτε περισσότερο, από το να επιδοθούν σε έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς των δυνάμεων του Ιμπραήμ και να αντέξουν, μέχρι να εμφανισθεί αυτή η εξισορροπιστική εξωτερική επέμβαση. Και αυτό έκαναν, μέχρις ότου οι ακρότητες και γενοκτόνες πράξεις των τουρκοαιγυπτίων, μαζύ με τα επανατοποθετημένα συμφέροντα των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, οδήγησαν στην ναυμαχία του Ναυαρίνου και στην υποχρεωτική αποχώρηση των αιγυπτακών στρατευμάτων, από την Πελοπόννησο, αφού αυτά, όντας αποκομμένα από τις θαλάσσιες οδούς και με αιτία την πολεμική τακτική της καμμένης γής, που ακολούθησε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, κινδύνευσαν να αφανισθούν, από την πείνα και τις αρρώστιες.

Κάπως έτσι κλείνει και όλος ο κύκλος των ολοκληρωμένων αληθειών, γύρω από την ελληνική επανάσταση και την επιτυχία της. Διότι μπορεί να είναι αληθές ότι τα ρωσικά στρατεύματα του Ρώσου στρατηγού Ντίμπιτς υποχρέωσαν τον σουλτάνο να συνθηκολογήσει και να αποδεχτεί την ελληνική ανεξαρτησία, αλλά και όλα τα άλλα, που συνέβησαν, έπαιξαν τον ρόλο τους, με προεξάρχουσα την ίδια την ελληνική επανάσταση, που έφερε τα πάνω, κάτω, ανέτρεψε το status quo και άντεξε, μέχρι το τέλος, μην αφήνοντας πολλά άλλα περιθώρια, σε εκείνους, οι οποίοι συμμετείχαν στο ευρύτερο γεωπολιτικό παιχνίδι της νοτιοανατολικής ευρασιατικής περιοχής, πέρα από το να δράσουν, όπως έδρασαν.

Χωρίς τους Έλληνες και την εξέγερσή τους, η οποία μετετράπη, αμέσως, σε επανάσταση, που επεκράτησε και δημιούργησε δίκαιο, ουδέν θα είχε συμβεί και η ιστορία θα είχε ακολουθήσει άλλες οδούς και οι εξελίξεις θα ήσαν διαφορετικές.

Αυτή είναι η αλήθεια και αυτήν την αλήθεια, οι Καρλ Μαρξ και Φρήντριχ Ένγκελς αρνήθηκαν, με πείσμα και μακριά, από κάθε κοινωνιολογική οπτική, να ομολογήσουν. Και αυτό το γράφω, επειδή πιστεύω ότι την αλήθεια αυτή την είχαν παρατηρήσει, αλλά, επειδή ξέφευγε από τις επιθυμίες τους, παρέμειναν σε μια ρηχή συνωμοσιολογία, που μπορεί να είναι εύπεπτη και πιασιάρικη, αλλά, κοινωνιολογικά, πάσχει, αφού δεν εξηγεί τις εσώτερες δυνάμεις, που οδήγησαν στην επικράτηση και στην αντοχή της ελληνικής επανάστασης, ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές της.


Αλλά και ευρύτερα, δυστυχώς, για τους πατέρες του μαρξισμού, η πραγματικότητα τους διέψευσε παταγωδώς. Δεν είναι, μόνον, ότι το ευρωπαϊκό προλεταριάτο δεν έκανε την αναμενόμενη επανάσταση και δεν πήρε τα ηνία της κοινωνίας στα χέρια του. Γιατί, προσπάθειες έκανε και στην κορυφαία του στιγμή, που ήταν αυτή της Παρισινής Κομμούνας το 1871, απέτυχε, ηττημένο στρατιωτικά από τις συνδυασμένες δυνάμεις του Θιέρσου και του Βίσμαρκ.

Σημασία έχει το απλό γεγονός ότι η ήττα αυτή δεν ήταν προϊόν του όποιου ρωσικού επεκτατισμού, όσο τυχαίο, από ιστορική άποψη και αν ήταν αυτό. Η στρατιωτική ήττα του παρισινού προλεταριάτου, αλλά και η συνολική ήττα του ευρωπαϊκού προλεταριάτου υπήρξε προϊόν ενός άλλου, μη αναμενόμενου ιστορικού παράγοντα :

Της συνένωσης του γερμανικού έθνους, σε ένα ισχυρό κράτος, που άλλαξε το status quo στον κεντροδυτικό ευρωπαϊκό χώρο, γεγονός, το οποίο είχε τρία σημαντικά αποτελέσματα :

1) Ενέτεινε τον ενδοευρωπαϊκό οικονομικό και πολιτικό ανταγωνισμό στην καρδιά της ευρωπαϊκής ηπείρου και έθεσε ένα διαρκές ζήτημα αναδιανομής των αγορών και των σφαιρών επιρροής.

2) Επανέφερε, με ολοένα και αυξανόμενη ένταση, τις εθνικές και κρατικές αντιπαλότητες, ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις του ευρωπαϊκού κέντρου, ως αποτέλεσμα της επανεμφάνισης των εθνικισμών στην καρδιά της κεντροδυτικής Ευρώπης, οι οποίοι, συν τω χρόνω, απέκτησαν μια, ολοένα και λιγότερο, ελέγξιμη και διαχειρίσιμη ένταση, για να καταστούν, στην πορεία του χρόνου (και όσο ακόμα ζούσαν οι Καρλ Μαρξ και Φρήντριχ Ένγκελς), απολύτως, ανεξέλεγκτοι και να οδηγήσουν, το 1914, έναν αιώνα, μετά την λήξη των συνεχών πανευρωπαϊκών πολέμων, κατά του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.

3) Ενέτεινε και ουσιαστικά, θεσμοθέτησε την διαδικασία ενσωμάτωσης μεγάλων τμημάτων της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης, μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα και με την εξάπλωση και πρωτόλεια συνδιαχείριση του συστήματος από την εργατική αριστοκρατία, αλλά και με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου των εργαζόμενων τάξεων. Γεγονός το οποίο εισήγαγε και θεμελίωσε τον εθνικισμό στις τάξεις του ευρωπαϊκού προλεταριάτου. Και του οποίου γεγονότος τα αποτελέσματα φάνηκαν, με το ξέσπασμα, στις 4/8/1914, του Παγκοσμίου Πολέμου και την απρόσμενη, για πολλούς ηγέτες της Β' Διεθνούς, εθνικιστική έξαρση της μεγάλης μάζας των Ευρωπαίων εργατών και της πολιτικοσυνδικαλιστικής αριστοκρατίας και γραφειοκρατίας τους, που στήριξαν τις πολιτικοοικονομικές ελίτ των κρατών τους και συμμετείχαν στην διεξαγωγή του πολέμου, παρά το γεγονός ότι η Β' Διεθνής είχε συμφωνήσει, πριν από την έναρξή του, να τον καταγγείλει, ως ιμπεριαλιστικό.

Αλλά, πέρα από όλα αυτά, πρέπει να ειπωθεί ότι οι Καρλ Μαρξ και Φρήντριχ Ένγκελς υπερέβαλαν, ως προς την στρατηγική σημασία της νοτιοανατολικής περιφέρειας του ευρασιατικού χώρου, που κατείχαν οι Οθωμανοί και ως προς την επιρροή του χώρου αυτού, στις διενέξεις των κεντροδυτικών ευρωπαϊκών δυνάμεων, με την Ρωσία. Όχι γιατί δεν θα ενδυναμώνονταν η Ρωσία, εάν τον έλεγχε. Αλλά, γιατί ήταν δεδομένο ότι οι άλλες δυτικές δυνάμεις δεν θα επέτρεπαν κάτι τέτοιο. Γεγονός το οποίο κατέστη, εντελώς, εμφανές, με την ανάδυση του ενιαίου γερμανικού κράτους στην Κεντρική Ευρώπη και την ουσιαστική δορυφοροποίηση, όχι μόνο της παραπαίουσας Οθωμανίας, αλλά και της Αυστροουγγαρίας, οι οποίες κατέστησαν, λίγο - πολύ, εξαρτήματα της ευρωπαϊκής και της ευρύτερης διεθνούς πολιτικής της γερμανικής αυτοκρατορικής αυλής.

Οι Καρλ Μαρξ και Φρήντριχ Ένγκελς δεν μπόρεσαν να τα δουν όλα αυτά. Κάποια από αυτά, δεν μπόρεσαν να τα δουν, δικαιολογημένα, αφού δεν τα έζησαν. Τα περισσότερα από αυτά, όμως, τα έζησαν και μπορούσαν να τα δουν, αφού εξελίχθηκαν, μπροστά στα μάτια τους.

Έτσι, η απαίτησή τους από τους, υπό την Οθωμανική κυριαρχία, ευρισκόμενους Έλληνες, καθώς και από τους άλλους σλαβικούς χριστιανικούς πληθυσμούς της χερσονήσου του Αίμου, να καθήσουν φρόνιμοι και να δεχθούν την μοίρα του δούλου, για να μην ενισχυθεί η Ρωσία, πέρα από ένα χαρακτηριστικό δείγμα, ενός ωμού και ανελέητου δογματισμού και μιας απίστευτης έκτασης τυφλότητας, που παραπέμπουν, στις πρακτικές του σταλινισμού (ο Ιωσήφ Στάλιν υπήρξε ειδικός σε τέτοιου είδους λαθροχειρίες, όπως δείχνουν οι διεθνείς πρακτικές του, ιδίως, κατά και μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ ουδέποτε ξέχασε την φράση του Ένγκελς, που αφορούσε την διαπίστωσή του ότι οι βαλκανικοί λαοί ήσαν διατεθειμένοι να κόψουν τους λαιμούς τους), υπήρξε ανιστόρητη, ανήθικη, κοινωνικά απαράδεκτη και θα ήταν καταστροφική, γι' αυτούς, εάν, παρ' ελπίδα, γινόταν αποδεκτή.

Παντού και πάντοτε, άλλωστε, αυτά είναι τα προϊόντα των εμμονών, των φανατισμών και των δογματισμών, κάθε είδους και κάθε εποχής...

10 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Φαντάζομαι και η αντίθεση κεφάλαιο - εργασια
ειναι και αυτο ενα ανιστόρητο δογμα
Που προσβάλει την παρεξηγημένη ελευθερία των αγορών και την θαυμάσια
κοινωνική πραγματικότητα που,"οχι ολοι" απολαμβάνουμε ,οπως και
οι εκατόμβες των Θυμάτων ειναι τυχαίο γεγονός ,ασχετα που
επαναλαμβάνεται στην ιστορια...Μαλλον τα βλεπω ολα ασπρο- μαυρο

TassosAnastassopoulos είπε...

Η αντίθεση κεφάλαιου - εργασίας σε γεωπολιτικό επίπεδο, όσον αφορά τον χώρο της Ευρώπης, εξετάστηκε, προς στο τέλος του κειμένου. Ακόμη και σε αυτό το επίπεδο, οι Μαρξ και Ένγκελς έπεσαν έξω. Η ίδρυση του γερμανικού κράτους άλλαξε τις ισορροπίες και οδήγησε στον σοσιαλδημοκρατικό ρεφορμισμό, με επί κεφαλής, τους Ένγκελς - Μπερνστάϊν - Κάουτσκυ.

Αλλά το κύριο αντικείμενο του άρθρου δεν αφορά την αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας. Αφορά τον ελληνικό ξεσηκωμό του 1821 και την δογματική στάση των δύο ιδρυτών του μαρξισμού.

Αρεστόν, ή όχι, τα γεγονότα που περιγράφονται είναι σαφή και συγκεκριμένα.

Όπως, σαφείς και συγκεκριμένες, αλλά και επί της ουσίας και εκ του αποτελέσματος, εσφαλμένες ήσαν οι δογματικά διατυπωμένες, διαχρονικές και πείσμονες θέσεις των Καρλ Μαρξ και Φρήντριχ Ένγκελς, κατά της ελληνικής εξέγερσης και κατά της μεταγενέστερης διεύρυνσης των συνόρων του νεοελληνικού κράτους, εις βάρος του σουλτανάτου των Οθωμανών Τούρκων.

Η ελληνική κοινότητα, που ζούσε χωρίς να το επιθυμεί και χωρίς να συμμετέχει, μέσα στα πλαίσια του οθωμανικού κράτους, το οποίο λειτουργούσε και ήταν, εν τοις πράγμασι, ένα εχθρικό κράτος κατακτητών, από την στιγμή που απέκτησε την αυτοσυνειδησία της, κοίταξε να βρει την ευκαιρία να αποσπαστεί από την οθωμανική εξουσίαση και να δημιουργήσει δικό της αυτοτελές κράτος, με τα δικά της κοινοτικά και εθνικά χαρακτηριστικά.

Προφανώς, για να το κάνει αυτό, έπρεπε να κάνει συμμαχίες, έστω και αν αυτές ήσαν ετεροβαρείς, έστω και αν την καθιστούσαν, προσωρινά, ή μονιμότερα, έρμαιο επιρροών από άλλους αφέντες.

Και αυτό έκανε. Και καλώς, το έκανε.

Άλλωστε, αυτό που έκανε, μακροπρόθεσμα (έστω και πολύ αργότερα) ωφέλησε και τον ίδιο τον απλό τουρκικό λαό, ο οποίος, με έναν βασανιστικό τρόπο, λόγω των αγκυλώσεων του δικού του κοινωνικού σχηματισμού, αποτίναξε την σουλτανική απολυταρχία.

Έτσι είναι η ζωή. Οι διαδρομές που ακολουθεί, πολλές φορές, δεν μπαίνουν σε καλούπια. Ιδίως, όταν βλέπουμε τις μακροπρόθεσμες επιρροές των πράξεών μας, μέσα από την πολύπλοκη και πολυπλόκαμη διαδικασία της ετερογονίας των σκοπών και των στόχων...

Ανώνυμος είπε...

Έτσι, η απαίτησή τους [εννούνται οι Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς] από τους, υπό την Οθωμανική κυριαρχία, ευρισκόμενους Έλληνες, καθώς και από τους άλλους σλαβικούς χριστιανικούς πληθυσμούς της χερσονήσου του Αίμου, να καθήσουν φρόνιμοι και να δεχθούν την μοίρα του δούλου, [...]

Αν και η ανθρώπινη βλακεία, όπως είχε πει προσφυώς ο Αϊνστάιν, δεν έχει τέλος, μπορείς να μας πεις πού ακριβώς οι Μαρξ και Ένγκελς λένε αυτά που παραπάνω ισχυρίζεσαι;

Απορών

TassosAnastassopoulos είπε...

Σωστά, τα λέει ο Αϊνστάϊν και έχει δίκιο.

Ο Ένγκελς δεν τα λέει σωστά. Αυτό είναι το πρόβλημα. Και δεν τα λέει σωστά, διότι ήταν δογματικός στις απόψεις του και ως προς το θεωρητικό σχήμα, το οποίο είχε στο μυαλό του, για τις εξελίξεις και την ταξική σύγκρουση, στην κεντροδυτική Ευρώπη.

Ας το ξαναπώ, εδώ, αν και το έχω αναφέρει και στο παραπάνω δημοσίευμα :

Γράφει ο Ένγκελς στον Μπερνστάϊν, στις 22-25/2/1882 :

“…δεν επιθυμώ να εξετάσω εδώ, πως έγινε κι οι μικροί σλαβικοί λαοί βλέπουν τον τσάρο ως τον μόνο ελευθερωτή τους. Το κάνουν κι αυτό μας φτάνει, δεν μπορούμε να το αλλάξουμε και θα μείνει έτσι, ώσπου να καταρρεύσει ο τσαρισμός. Αν γίνει πόλεμος, όλα αυτά τα ενδιαφέροντα εθνίδια θα περάσουν από τη μεριά του τσαρισμού, του εχθρού ολόκληρης της αστικής-ανεπτυγμένης Δύσης. Όσο είναι έτσι τα πράγματα, δεν μπορώ να ενδιαφέρομαι για την άμεση, τωρινή τους απελευθέρωση, παραμένουν απευθείας εχθροί μας το ίδιο όπως ο σύμμαχος και προστάτης τους, ο τσάρος. Πρέπει να συνεργαστούμε στην απελευθέρωση του δυτικοευρωπαϊκού προλεταριάτου και σε αυτόν τον σκοπό να υποτάξουμε κάθε τι άλλο. Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι οι Σλάβοι των Βαλκανίων κτλ. είναι τόσο πολύ ενδιαφέροντες, να μου λείπουν, αν η απελευθερωτική τους ορμή συγκρούεται με το συμφέρον του προλεταριάτου. (…) Η νίκη του προλεταριάτου τους απελευθερώνει πραγματικά κι αναγκαία, όχι επιφατικά και προσωρινά, όπως ο τσάρος”.

Τα πράγματα είναι απλά - πολύ απλά :

Ο Ένγκελς έκανε λάθος. (Όπως και ο Μαρξ)...

Ανώνυμος είπε...

Σωστά, τα λέει ο Αϊνστάιν και έχει δίκιο.

Ναι, σίγουρα, μόνο που επειδή δεν κατάλαβες τον υπαινιγμό μου στο λέω και χωρίς περιστροφές: στους τυπικούς αντιπροσώπους της ατέλειωτης ανθρώπινης βλακείας περιλαμβάνω, πρώτο και καλύτερο, εσένα.

Αν και η συνειδητή αποσπασματολογία —λέγε με Παναγιώτη Κονδύλη και για την αντιγραφή Τάσο Αναστασόπουλο— είναι εδώ και έναν σχεδόν αιώνα στάνταρ μέθοδος αντικομμουνιστικής διαστρέβλωσης των όσων πραγματικά έγραψαν οι Μαρξ και Ένγκελς, θα μείνω στο συγκεκριμένο απόσπασμα για να κάνω τις παρακάτω σύντομες παρατηρήσεις.

Και βεβαιότατα δεν λέει και εννοεί ο Ένγκελς πως οι Έλληνες και κατ’ επέκταση οι βαλκανικοί λαοί πρέπει να μείνουν αιώνιοι δούλοι των Τούρκων. Τόνιζε μόνο ότι το προλεταριάτο είναι εκείνη η τάξη που με επιτυχία μπορεί να τεθεί επικεφαλής μιας επανάστασης που θα σημάνει και την εθνική απελευθέρωση των καταπιεζομένων εθνών, θα λύσει δηλαδή το εθνικό ζήτημα. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Και με βάση αυτήν την συλλογιστική οφείλεται για τακτικούς λόγους να δοθεί βάρος στην υποστήριξη της προλεταριακής επανάστασης.

Η διαφθορά του προλεταριάτου από τον καπιταλισμό ιδιαίτερα στην ιμπεριαλιστική του φάση και η ένταξή του στο ιμπεριαλιστικό σύστημα δεν άρχισε από την Γερμανία, αλλά από την Αγγλία. Η ολοκληρωτική υποταγή του αγγλικού προλεταριάτου στον αγγλικό ιμπεριαλισμό που ακολουθήθηκε από την ουδετεροποίηση μέσω του προυντονισμού-μπακουνινισμού του προλεταριάτου μιας σειράς άλλων ισχυρών ευρωπαϊκών χωρών όπως η Γαλλία, η Ιταλία κι η Ισπανία έπαιξε τον καθοριστικό ρόλο. Το γερμανικό προλεταριάτο ακολούθησε δυστυχώς αυτήν την πορεία ως ο τελευταίος τροχός μιας αμάξης. Είναι τουλάχιστον αστείο, αν μη βλακώδες να αποδίδεται ευθύνη στους Μαρξ και Ένγκελς γι’ αυτήν την εξέλιξη, στην αντιμετώπιση και πρακτική καταπολέμηση της οποίας αφιέρωσαν τις ζωές τους. (Εξίσου ανεκδιήγητο είναι να ισχυριζόμαστε πως η επανάσταση του 1821 έδωσε το έναυσμα για την αστική επανάσταση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ιδιαίτερα αν μελετήσουμε τι σχετικό ρόλο έπαιζε η ελληνική αστική τάξη στις σχέσεις της με τις οθωμανικές κυρίαρχες τάξεις.)

Χρήσιμο είναι όταν αναφερόμαστε στο έργο των Μαρξ και Ένγκελς, έστω και για να το αντικρούσουμε, να το διαβάζουμε ολόκληρο, συνολικά και, ει δυνατόν, στο πρωτότυπο, όχι μόνο για να αποφεύγουμε την αθλιότητα και κουφότητα της αντικομμουνιστικής «μαρξολογίας», αλλά και για να φαινόμαστε, αν δεν είμαστε, κάπως σοβαροί.

Και τελειώνω από πλευράς μου την συζήτηση με την παράθεση ολόκληρου του ρητού του Αϊνστάιν: «Έχω αμφιβολίες για το άπειρο του σύμπαντος και της ανθρώπινης βλακείας, αν και για το ό,τι αφορά το τελευταίο δεν είμαι και τόσο σίγουρος για την αμφιβολία μου»…

Απορών

TassosAnastassopoulos είπε...

Το κείμενό σου, αγαπητέ φίλε, αποτελεί επιτομή και υπόδειγμα δογματικής σκέψης και εξαντλείται σε έναν αδιέξοδο απολογιτισμό, για όσα, εσφαλμένα - και μη εσφαλμένα -, είπαν και έπραξαν οι ιδρυτές του μαρξισμού (διανοητές καθ' όλα μεγάλοι, που άνοιξαν λεωφόρους στην ανθρώπινη σκέψη και δράση, αλλά έσφαλλαν).

Τα κείμενα, ως γεγονότα, είναι πεισματάρικα και μιλούν μόνα τους. Scripta manent, έλεγαν οι Ρωμαίοι και φυσικά, η διαπίστωση αυτή είναι διαχρονική, ως προς την αλήθειά της.

Το κείμενο του Ένγκελς, που προανέφερα, είναι, πλήρως, παραστατικό, κατατοπιστικό και αποκαλυπτικό, για τις απόψεις, τις ιδεοληψίες, τις ενδιάθετες απαξιωτικές πεποιθήσεις και τις προθέσεις του ανδρός.

Δεν θα οχυρωθώ πίσω από την πραγματικότητα, που προέκυψε από την ιστορική εξέλιξη, κατά τον 19ο αιώνα, η οποία διέψευσε το θεωρητικό σχήμα, για τις διακρατικές, εθνικές, κοινωνικές και ταξικές εξελίξεις, μέσα στο οποίο εκινείτο και ο ίδιος και ο Καρλ Μαρξ. Η εξέλιξή της είναι δεδομένη και φυσικά, ουδείς μπορεί να απαιτήσει από τον Ένγκελς, τον Μαρξ, ή τον όποιον διανοητή, να είναι μάντης (αν και οι ίδιοι επιχείρησαν να παρουσιαστούν, ως μάντεις, ενδεδυμένοι με τον μανδύα του κοινωνικού και του πολιτικού επιστήμονα).

Είναι εύκολο να το κάνω, αλλά στερείται ουσίας, αφού κάτι τέτοιο προσομοιάζει, με το να κτυπώ θύρες, οι οποίες είναι ανοικτές.

Θα σταθώ στις ηθικά απαξιωτικές αναφορές του Ένγκελς και του Μαρξ σε ολόκληρα έθνη. Τα κείμενα είναι αποκαλυπτικά, σχετικά με τις εσώτερες και απαξιωτικές πεποιθήσεις τους, σχετικά με ολόκληρες εθνικές ομάδες, οι οποίες δεν εξυπηρετούσαν τους επιδιωκόμενους στόχους τους, οι οποίοι, εκ των πραγμάτων, αποδείχτηκαν, ως προϊόντα δογματικών ιδεοληψιών.

Έτσι, ο Μαρξ κινούμενος, μέσα στα πλαίσια των δογματικών ιδεοληψιών του, μπορεί, π.χ., να λέει (και οι μαρξιστές, υοθετώντας τον ίδιο δογματισμό να αποδέχονται, ως απαύγασμα σοφίας) ότι :
"Η βασική μομφή μου εναντίον των Τούρκων είναι ότι διατήρησαν τον χριστιανισμό", χωρίς, φυσικά, να ενδιαφέρει τον ίδιο - και τους οπαδούς του -, το γεγονός ότι αυτό θα γινόταν, με ένα μίγμα πρακτικών, που θα εκινούντο, ανάμεσα στον βίαιο εξισλαμισμό και την γενοκτονία.

Όπως, επίσης, ο Ένγκελς, μιλώντας, για τα "εθνίδια" (τα οποία προτιμά να του λείπουν), μπορεί, π.χ., να λέει - και οι μαρξιστές να εκστασιάζονται - ότι : "Αυτά τα άθλια συντρίμμια πρώην εθνών, Σέρβοι, Βούλγαροι, Έλληνες και ο υπόλοιπος λαοσυρφετός, που εμπνέει ενθουσιασμό στον φιλελεύθερο Φιλισταίο, για να ωφελούνται οι Ρώσσοι, δεν χαρίζουν ο ένας στον άλλον ούτε τον αέρα που αναπνέουν και θέλουν σώνει και καλά να κόψουν τους λαίμαργους λαιμούς τους. Αυτό θα ήταν πολύ ωραίο … αν κάθε μια από αυτές τις νανοφυλές δεν αποφάσιζε για ειρήνη ή για πόλεμο στην Ευρώπη".

Εν τέλει, μέσα από την "πανουργία" της πορείας της Ιστορίας, τί απέμεινε, από όλα αυτά;

Απέμεινε η μεταβίβαση, από γενεά σε γενεά, στους μαρξιστές της τυπικής δογματικής συλλογιστικής - του δογματισμού, ως ορισμού και ως περιεχομένου - των πατέρων του μαρξισμού. Σε αυτήν την κληρονομιά είναι που προσκολλήθηκαν οι μαθητές τους.

Και φυσικά, η απόσταση του δρόμου, που ήταν να διανυθεί, ανάμεσα στον δογματισμό των ιδρυτών του μαρξισμού και στον δογματισμό των επιγόνων τους - παλαιότερων και πρόσφατων - ήταν τόσο μικρή, που διανύθηκε, αστραπιαία.

Με τα γνωστά αποτελέσματα, των οποίων τις επιπτώσεις ζούμε σήμερα.

Ως εκ τούτου,, θα μου επιτρέψεις, αγαπητέ μου φίλε, να μην συμφωνώ (επαναλαμβάνοντας ότι ο Αϊνστάϊν είχε και εξακολουθεί να έχει, απολύτως, δίκιο)...

Όσον αφορά τον γερμανικό μεταρρυθμιτισμό των μέσων, προς τα τέλη του 19ου αιώνα και την επίδρασή του στην γερμανική εργατική τάξη, κατανοώ την αντίδρασή σου. Προφανώς, επειδή γνωρίζεις ότι το SPD και ο Ένγκελς έπαιξαν κυρίαρχο ρόλο, σε αυτή την εξέλιξη...

Ανώνυμος είπε...

ΓΙΑ ΝΑ ΚΛΕΙΣΩ ΤΗΝ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΑΠΟ ΠΛΕΥΡΑΣ ΜΟΥ ΑΦΗΝΩ ΚΑΠΟΙΟΝ ΕΜΟΥ ΣΟΦΟΤΕΡΟ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙ…

Όσον αφορά τον γερμανικό μεταρρυθμιτισμό των μέσων, προς τα τέλη του 19ου αιώνα και την επίδρασή του στην γερμανική εργατική τάξη, κατανοώ την αντίδρασή σου. Προφανώς, επειδή γνωρίζεις ότι το SPD και ο Ένγκελς έπαιξαν κυρίαρχο ρόλο, σε αυτή την εξέλιξη...

Τάσος Αναστασόπουλος



Ἂν ὁ βλὰξ καταφεύγῃ εἰς τὴν ἐπιτηδειότητα λόγω τῶν πενιχρῶν πνευματικῶν του μέσων, ἐκ τῆς αὐτῆς ἐλλείψεως ἀνωτέρων πνευματικῶν μέσων ὠθεῖται καὶ πρὸς τὴν ἀπάτην. Ἀπάτη εἶναι ὡς γνωστὸν ἡ ἀποσιώπησις τῆς ἀληθείας ἢ ἡ παράστασις ψευδῶν πραγμάτων ὡς ἀληθῶν. Ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ ὁρισμοῦ αὐτῆς συνάγεται ὅτι ἡ ἀπάτη δὲν ἀνάγεται εἰς τὴν εὐφυΐαν τοῦ ἀπατεῶνος, διότι πᾶς ἄνθρωπος δύναται νὰ παραστήσῃ ψευδῶς πράγματα ὡς ἀληθῆ καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ βλάξ, ἀλλ᾿ εἰς τὴν εὐπιστίαν τοῦ θύματος. Ὅτι λοιπὸν καταφεύγει εἰς αὐτήν, ὡς διανοητικῶς εὐκολώτερον μέσον ὁ βλὰξ ἐπειδή, στερούμενος εὐφυΐας, εἶναι ἀνίκανος νὰ μεταχειρισθῇ ἔντιμα μέσα, εἶναι αὐτονόητον, διότι ἔντιμα μέσα ὡς δυσκολώτερα, χρησιμοποιεῖ μόνον ὁ κεκτημένος πραγματικὴν ἀτομικὴν ἀξίαν. Πόθεν λοιπὸν προέρχεται ἡ εὐρέως διαδεδομένη ἀντίληψις, ὅτι ὁ ἀπατεὼν ὄχι μόνον ἀποκλείεται νὰ εἶναι βλάξ, ἀλλ᾿ ἀναγκαίως εἶναι εὐφυής, ἀντὶ τῆς ὡς ἄνω ἀναλύσεως, ἐξ ἧς ἀντιθέτως προκύπτει, ὅτι ὁ ἀπατεὼν ὄχι μόνον ἀποκλείεται νὰ εἶναι εὐφυής, ἀλλ᾿ εἶναι ἀναγκαίως βλάξ; Ἡ ἀντίληψις αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς «θεωρίας» τοῦ βλακὸς περὶ τῆς εὐπιστίας. Εἰθισμένος ὁ βλὰξ νὰ «σκέπτεται» οὐχὶ διὰ τοῦ νοητικοῦ μηχανισμοῦ, ἀλλὰ διὰ χονδροειδῶν ἔξωθεν ἐντυπώσεων, δὲν ἐρευνᾷ τὰς αἰτιοκρατικὰς σχέσεις, ἀλλὰ περιορίζεται εἰς τὸ γεγονὸς μιᾶς ἐπιτυχούσης ἀπάτης, γεγονὸς ἐξ οὗ καὶ μόνου συνάγει τὴν βλακείαν τοῦ θύματος καὶ τὴν εὐφυΐαν τοῦ ἀπατεῶνος. Ὅτι ἡ ἀπάτη δὲν ὀφείλεται εἰς εὐφυΐαν ἀνελύθη, νομίζομεν ἐπαρκῶς. Ὅτι ὅμως ἡ εὐπιστία τοῦ θύματος ἀποτελεῖ βλακείαν, τοῦτο εἶναι ἀληθὲς μνημεῖον βλακικῆς «διανοίας» καὶ πολιτιστικῆς ὑποστάθμης. Διότι ἡ εὐπιστία ἑνὸς ἀτόμου, ὡς προϋποθέτουσα τὰ ἄλλα ἄτομα ὡς ἔντιμα καὶ συνεπῶς ὡς εὐφυᾶ, εἶναι ἀσφαλῶς τὸ μέγιστον τῶν τεκμηρίων τῆς πνευματικῆς του ἀναπτύξεως καὶ τοῦ πολιτισμοῦ του. Ὅσον ὑψηλότερον ἐπὶ τῶν βαθμίδων τῆς εὐφυΐας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ ἵσταται ἓν ἄτομον ἢ εἷς λαός (οἱ Εὐρωπαῖοι ἐν σχέσει πρὸς τοὺς Ἀνατολίτας), τόσον περισσότερον εὔπιστος εἶναι. Ὁ τελευταῖος τῶν βλακῶν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξαπατήσῃ ἕνα Κὰντ ἢ ἕνα Μπετόβεν καὶ ὁ τελευταῖος τῶν Ἑλλήνων ἕνα Εὐρωπαῖον... Τὸ μειδίαμα τοῦ οἴκτου, τὸ ὁποῖον ῥίπτουν οἱ «ἀφελεῖς κουτόφραγκοι», δημιουργοὶ τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν καὶ ἐξουσιασταὶ τοῦ κόσμου, ἐπὶ τῶν δυστυχῶν «ἔξυπνων» τῆς Μεσογείου καὶ τῆς Ἀνατολῆς, ἂς εἶναι καὶ ἡ τιμωρία τῶν βλακῶν καὶ διὰ τὴν «θεωρίαν» των ταύτην!

Εὐαγγέλου Λεμπέση, Ἡ τεραστία κοινωνικὴ σημασία τῶν βλακῶν ἐν τῷ συγχρόνῳ βίῳ


Και για την αντιγραφή:

Απορών

TassosAnastassopoulos είπε...

Συμφωνώ.

Το κείμενο του Ευάγγελου Λεμπέση, που δημοσιεύτηκε στην "ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ" το 1941, έχει μια διαχρονική αξία και τηρουμένων των αναλογιών, σε μεγάλο βαθμό, ισχύει και σήμερα.

Και θα ισχύει, εις το διηνεκές - τουλάχιστον, όσο θα υπάρχουν άνθρωποι.

Ο Λεμπέσης, προφανώς, υπερεκτιμά τους δυτικοευρωπαίους και υποτιμά τους ανατολίτες. Αλλά, εάν αφαιρέσουμε την συγκεκριμένη αναφορά σε αυτούς, η οποία αναφορά είναι μεροληπτική (όπως επίσης μεροληπτικό είναι και το δογματικό συμπέρασμά του ότι η ανηθικότητα είναι προνόμιο των βλακών - μακάρι να ήταν, πλήν όμως, δυστυχώς, δεν είναι) και μείνουμε στην γενικότητά του, το κείμενο αυτό, στο σύνολό του, αξίζει να διαβαστεί, λόγω της μεστότητας του περιεχομένου του, ακριβώς επειδή είναι περιγραφικό, επεξηγηματικό και αναλυτικό, αναδεικνύοντας τις ανθρώπινες στάσεις και συμπεριφορές, τις οποίες ο ευρυμαθής συγγραφέας επιχείρησε, με αρκετή (αν και όχι πλήρη) επιτυχία, να διαπραγματευθεί...

Ανώνυμος είπε...

Χωρίς να έχω μελετήσει σε ακαδημαϊκό επίπεδο τον Μαρξ και Ενγκελς,το νόημα σε αυτά τα ωραία που γράφτηκαν είναι,για μένα,ότι όπως οι Χριστός αρνήθηκε το εθνισμό για μια πανανανθρωπινη βασιλεία των ουρανών έτσι και οι Μαρξ ουσιαστικά λέει ότι το έθνος πρέπει να υποκλιθεί στο πανανθρωπινο ιδεώδες της κυριαρχίας της εργατικής τάξης ως την μόνη αλήθεια για την κατάκτηση της ιδεώδους κοινωνίας.Παρακαλώ διορθώστε με αν κάνω λάθος.

TassosAnastassopoulos είπε...

Αυτό προσπαθεί να πει.

Αλλά, έτσι όπως το λέει, οδηγεί αλλού.

Και για να μην αοριστολογώ, τελικά, ο Καρλ Μαρξ (βαδίζοντας το ίδιο μονοπάτι, με αυτό, που βάδιζε και ο Φρειδερίκος Ένγκελς), με όσα λέει, οδηγεί, στο αντίθετο των όσων (υποτίθεται ότι) θέλει να πει...