Μια ματιά, στους ετεροβαρείς συσχετισμούς Ελλάδας και Τουρκίας. Η Άγκυρα, ουδέποτε απεδέχθη τα αποτελέσματα των βαλκανικών πολέμων του 1912 - 1913, της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923 και των Παρισίων του 1947, στο Αιγαίο. Εξ ου και ο κίνδυνος, διότι η τουρκική ολιγαρχία αισθάνεται και μπορεί να επιβάλει τις θελήσεις της.
Με τους ετεροβαρείς συσχετισμούς δυνάμεων, ανάμεσα, στο ελληνικό κράτος και το κυρίαρχο, στην περιοχή μας, τουρκικό κράτος, ασχολείται το σημερινό δημοσίευμα, όπως και το, παραπάνω, βίντεο, το οποίο ανέβασα, χθες (29/8/2026), στο YouTube και το οποίο χρειάζεται να παρακολουθήσουν οι αναγνώστες, καθώς περιλαμβάνει μια εκτεταμένη ανάλυση των δεδομένων, που αφορούν το ζήτημα των υπαρχόντων συσχετισμών δυνάμεων, ανάμεσα, στα δύο γειτονικά κράτη, οι οποίοι, μέσα στις τρεις τελευταίες δεκαετίες (1996 - 2026), έχουν γείρει, αποφασιστικά και συνάμα, δραματικά, σε βάρος της ελληνικής πλευράς.
Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό, σε όλους, είναι ότι η τουρκική ολιγαρχία ουδέποτε απεδέχθη, στην πράξη και ως μια κανονική κατάσταση, το status quo, που διαμόρφωσαν οι βαλκανικοί πόλεμοι, στο Αιγαίο και στην νοτιοανατολική Μεσόγειο.
Επίσης, στην πράξη, η μεταοθωμανική τουρκική ελίτ, ουδέποτε απεδέχθη, ακόμη και την Συνθήκη της Λωζάνης του Ιουλίου του 1923 - ακόμη, από την εποχή του Mustafa Kemal και του Ismet Iononu, που την συνομολόγησαν και έβαλαν την υπογραφή τους σε αυτήν -, γι’ αυτό και το τουρκικό κράτος, διαχρονικά, κάνει ό,τι μπορεί, προκειμένου να αντιστρέψει την διαδικασία και τα αποτελέσματα, που προέκυψαν το 1912-1913, το 1923, μετά την συντριβή του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος, στην Μικρά Ασία και το 1947, με την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου, στην ελληνική επικράτεια.
Υπό το καθεστώς αυτών των αδυσώπητων δεδομένων, και με επίσης, δεδομένη την ουσιαστική και πραγματική πολιτική και στρατιωτική αδυναμία του ελληνικού κράτους να αντιπαρατεθεί, απέναντι, στο τουρκικό κράτος και να υπερασπίσει τα κεκτημένα, που, με άφθονο αίμα και κέρδισαν οι περασμένες γενιές των Ελλήνων, ελλοχεύει, πάντοτε, ο κίνδυνος μιας ελληνοτουρκικής πολεμικής αντιπαράθεσης, ή ένας εκβιασμός, από την πλευρά της Άγκυρας, για την κήρυξη ενός πολέμου, κατά της Ελλάδας, από θέση μεγάλης ισχύος, που είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει την ψοφοδεή ελληνική πολιτική ηγεσία, στην παράδοση και στην αποδοχή των όποιων υπερφίαλων απαιτήσεων προβάλλει η Άγκυρα, γνωρίζοντας ότι η ελληνική πλευρά δεν έχει, ούτε την θέληση, αλλά, ούτε και την αντικειμενική ικανότητα, να διεξαγάγει, επιτυχώς, έναν πόλεμο, ο οποίος δεν θα είναι ολιγόωρος, ή ολιγοήμερος, όπως περιέγραφε ο, με υψηλό IQ, συνάμα, όμως και ολιγόμυαλος Βαγγέλης Βενιζέλος, που διατέλεσε και υπουργός Άμυνας, στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, με πρωθυπουργό τον Γιώργο Παπανδρέου αλλά ο πόλεμος αυτός θα έχει μια κάποια βραχυπρόθεσμη χρονική διάρκεια - το λιγότερο 5 ημερών -, η οποία θα εξαντλήσει την ελληνική πλευρά και θα στέψει τα τούρκικα όπλα, με μία, ακόμη, πολεμική νίκη, εις βάρος της χώρας και της κοινωνίας μας.
Με βάση αυτή την λογική του Βαγγέλη Βενιζέλου, το σύνολο του ανερμάτιστου και ψοφοδεούς κατεστημένου ελληνικού πολιτικού κόσμου, στηρίζει την λογική της ότι οι ΗΠΑ θα παρέμβουν, από τις πρώτες ώρες ενός τέτοιου πολέμου και θα τον σταματήσουν, χωρίς, όμως, να αναφέρουν το τίμημα, που θα κληθεί να καταβάλει η ελληνική πλευρά, ως αντάλλαγμα, για την σωτήρια - για την ελληνική πολιτική και την οικονομική ολιγαρχία του τόπου μας - παρέμβαση της Ουάσινγκτων και το όποιο αντάλλαγμα θα είναι πολύ βαρύτερο, από αυτό, που η χώρα μας κατέβαλε, για την αμερικανική παρέμβαση, στην κρίση των Ιμιων, τον Ιανουάριο του 1996 και η οποία επισφράγισε την τουρκική νίκη, επί του πεδίου και την πρώτη απώλεια εδάφους της ελληνικής επικράτειας, μετά την ελληνική καταστροφική ήττα, στην Μικρά Ασία τον Αύγουστο - Σεπτέμβριο του 1922, με το επίσημο “γκριζάρισμα” της περιοχής των δύο νησιών των Ιμίων και την εμφάνιση των τουρκικών διεκδικήσεων, σε άλλες νήσους, νησίδες και βραχονησίδες, στο Αιγαίο, που έχουν περιέλθει, στην ελληνική επικράτεια, με βάση την Συνθήκη της Λωζάνης και την Συνθήκη των Παρισίων του 1947, τις οποίες αμφισβητεί το τουρκικό κράτος, όπως και τα αποτελέσματα των βαλκανικών πολέμων του 1912 - 1913, στο Αιγαίο και στην νοτιοανατολική Μεσόγειο.
Αυτή η συλλογιστική, ως αφετηρία και ως βάση της ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, απέναντι, στο τουρκικό κράτος, εκφράζει μια στάση υποταγής του ελληνικού πολιτικού κατεστημένου και της οικονομικής ολιγαρχίας της κοινωνίας μας, στο τουρκικό κράτος και την μετατροπή της Ελλάδας - όχι, μόνον, το ελληνικό κράτος, αλλά και την ελληνική κοινωνία -, σε έναν περιφερειακό δορυφόρο των, κατά καιρούς, ηγετών της Άγκυρας.
Αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα, μέσα, στην οποία ζούμε την τελευταία 30ετια, από την κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, έως την σημερινή κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, η οποία αποτελεί, ουσιαστικά τον αυθεντικό φορέα έκφρασης της εφαρμοσμένης πολιτικής της κυβέρνησης του Κώστα Σημίτη, ακόμη και ως προς την στελέχωση της σημερινής κυβέρνησης και του κράτους, καθώς οι “σημιτικοί” αποτελούν καίριο πυλώνα της πολιτικής της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Η χώρα είναι σαφές ότι χρειάζεται αλλαγή παραδείγματος και στην ακολουθούμενη εξωτερική πολιτική και στον τομέα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, όπως και ευρύτερα, στους γεωπολιτικούς της σχεδιασμούς και αρκετά, αργότερα, στην διαφοροποίηση, όσον αφορά τους γεωπολιτικούς της προσανατολισμούς, με τον σχηματισμό αξιόπιστων σχέσεων στενών σχέσεων και δεσμεύσεων, πέραν των σημερινών προσανατολισμών, που είναι, στενά, δεδομένοι και κατευθυνόμενοι, στον λεγόμενο “Δυτικό Κόσμο”.
Αυτά, επί του παρόντος και επαναλαμβάνω την προτροπή, προς το αναγνωστικό κοινό, να παρακολουθήσει το αρχικό βίντεο, που είναι αναρτημένο, στο παρόν δημοσίευμα.


Σχόλια