Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

Η κατάλυση της εθνικής κυριαρχίας, η πεονία ως Κατοχή και η ροπή της πανικόβλητης ελληνικής ευρωπαϊστικής ελίτ προς έναν νεότευκτο «ντροπαλό ολοκληρωτισμό». (Ο Karl Popper, η Ανοικτή Κοινωνία και οι σύγχρονοι εχθροί της).

         Karl Popper



Το κείμενο, που ακολουθεί, γράφτηκε, υπό μορφή σχολίων, κατά το χρονικό διάστημα από 20/4/2012, έως 22/4/2012, είναι μια ακόμα απάντηση στον κ. Χαρίδημο Τσούκα και αποτελεί, ουσιαστικά, συνέχεια του προηγουμένου δημοσιεύματός μου - δείτε στο μπλογκ μου το άρθρο : «Τρόϊκα και πάλι Τρόϊκα. (Ο "ντροπαλός ολοκληρωτισμός" του κ. Χαρίδημου Τσούκα και η μεταστροφή του, από υπερασπιστή, σε εχθρό της Ανοικτής Κοινωνίας)» http://tassosanastassopoulos.blogspot.com/2012/04/tsoukas-michaloliakos.html -, το οποίο ασχολήθηκε με το άρθρο του κ. Τσούκα:  «Τρόϊκα και πάλι τρόϊκα» http://htsoukas.blogspot.com/2012/04/blog-post_14.html , που επικροτεί την επιβληθείσα, από τους εκπροσώπους των τοκογλυφικών δανειστών του ελληνικού κράτους, μοντέρνα Κατοχή.

Σε εκείνο το άρθρο του κ. Τσούκα είχα ασκήσει δριμύτατη κριτική, αναδεικνύοντας τις τραγικές αντιφάσεις του συγγραφέα του, ο οποίος, με το άρθρο αυτό, όπως και σε προηγούμενα, κατέφυγε σε μια επιχειρηματολογία, της οποίας ο σκληρός πυρήνας καταδεικνύει την υιοθέτηση, από τον αρθρογράφο, θέσεων και πολιτικών προγραμμάτων, με ένα περιεχόμενο, το οποίο, όχι μόνον μακράν απέχει από την Ανοικτή Κοινωνία, της οποίας ο εν λόγω διανοούμενος εμφανιζόταν ότι ήταν (και, απ’ ό,τι φαίνεται, εξακολουθεί να ισχυρίζεται ότι είναι) ένθερμος υποστηρικτής, αλλά και συμπυκνώνεται σε ένα νεότευκτο είδος, αυτό του «ντροπαλού ολοκληρωτισμού», δηλαδή ενός ολοκληρωτισμού, ο οποίος ντρέπεται να πει το όνομά του, προκειμένου να μπορεί ο εν λόγω διανοούμενος να εμφανίζεται, ως μαθητής του στοχαστή της Ανοικτής Κοινωνίας Καρλ Πόππερ.


Το πρόβλημα, για όλους αυτούς τους τρομαγμένους, από την έλευση της παρούσας κρίσης, διανοούμενους ελιτιστές της "ευρωπαϊστικής" σχολής, οι οποίοι (σαν τον κ. Τσούκα) εμφανίζονται ως μαθητές του αείμνηστου διδάσκαλου, είναι ότι ο Karl Popper δεν έμεινε μόνο στην θεσμική περιγραφή της Ανοικτής Κοινωνίας, αλλά επεκτάθηκε, όπως είναι απολύτως φυσικό και αναμενόμενο και στον προσδιορισμό των εχθρών της, στους οποίους συμπεριέλαβε τους οπαδούς και τους θιασώτες, κάθε είδους, ολοκληρωτισμού.

Και στους εχθρούς της Ανοικτής Κοινωνίας, συγκαταλέγεται και ο κ. Χαρίδημος Τσούκας, ως θιασώτης ενός ελιτισμού, ο οποίος προσδιορίζεται από μια σύγχρονη μορφή ενός πολιτικού ολιγαρχισμού, με ολοένα και εντεινόμενα στοιχεία ολοκληρωτισμού και στον οποίο πολιτικό ολιγαρχισμό έχει περιέλθει και περιπέσει, ως αντίληψη και στάση ζωής, ένα μεγάλο μέρος από την «ευρωπαϊστική» πολιτικοοικονομική και – κυρίως – την πνευματική ελίτ του τόπου μας (και για να είμαι ακριβής, πρέπει να πω ότι αυτή η διαπίστωση αφορά την συντριπτική της πλειοψηφία), η οποία βλέπει, έκπληκτη, να καταρρέει, μπροστά στα μάτια της, το σύνολο των πεποιθήσεών της και οι βεβαιότητές της, πάνω στις οποίες είχε στηρίξει όλα τα δεδομένα και όλες τις στρατηγικές επιλογές της χώρας μας και οι οποίες, ως επίκεντρο, είχαν την ευρωζώνη και την ένταξη της Ελλάδας μέσα σε αυτήν, ταυτίζοντας, ηλιθιωδώς, την ιδέα της ευρωπαϊκής ενότητας και τις τύχες της χώρας μας, με αυτήν την, ήδη, θνήσκουσα νομισματική ζώνη.


Στην δριμεία κριτική, που του άσκησα, σχολιογραφώντας στο σχετικό θέμα, που ανήρτησε στο μπλογκ του, με την ανάδειξη του «ντροπαλού ολοκληρωτισμού» των φιλοτροϊκανών θέσεών του και κατατάσσοντάς και τον ίδιο στον εσμό των εχθρών της Ανοικτής Κοινωνίας, ο κ. Χαρίδημος Τσούκας θεώρησε αναγκαίο να απαντήσει, αναρτώντας στο μπλογκ του ένα νέο άρθρο, με τίτλο : «Τρόϊκα και πάλι τρόϊκα. Μια απάντηση στους επικριτές μου» http://htsoukas.blogspot.com/2012/04/blog-post_9842.html . Και η οποία απάντηση, ουσιαστικά, απευθυνόταν μόνο σε μένα.


Στο άρθρο του αυτό ο κ. Τσούκας δεν κάνει τίποτε περισσότερο από το να προσπαθεί να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα, χαρακτηρίζοντας, ως ιδεοληπτική την εμμονή μου στην υπεράσπιση των αρχών της Ανοικτής Κοινωνίας και ισχυριζόμενος ότι οι θέσεις του, υπέρ της ολοένα και περισσότερης επιτήρησης από την Τρόϊκα, δεν τον κατατάσσουν στους εχθρούς της Ανοικτής Κοινωνίας, ούτε τον καθιστούν φορέα κάποιας μορφής «ντροπαλού ολοκληρωτισμού».

Το αστείο στην όλη υπόθεση είναι ότι, αν και θεωρεί ότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται, υπό κατοχή, ο ίδιος ο κ. Τσούκας αποδέχεται ότι η τροϊκανή «επιτήρηση» παραβιάζει τον πυρήνα της παραδοσιακής εθνικής κυριαρχίας της χώρας μας, για να προβάλει τον ισχυρισμό ότι οι θέσεις του αυτές είναι προϊόν ενός βολονταρισμού, λέγοντας, παράλληλα, ότι θα μπορούσε να ειπωθεί ότι εκφράζουν μόνον έναν «αυταρχισμό», τον οποίο ο κ. Χαρίδημος Τσούκας, φυσικά, ουδόλως θέλει να συσχετίσει, με οποιοδήποτε είδος «ντροπαλού ολοκληρωτισμού».


Δυστυχώς, για τον εν λόγω αρθρογράφο, τα πράγματα είναι, εντελώς, διαφορετικά.

Η ίδια η αποδοχή, από τον κ. Τσούκα, του γεγονότος ότι έχει παραβιαστεί η εθνική κυριαρχία του ελληνικού λαού, οδηγεί στο αβίαστο και φυσικό συμπέρασμα ότι έχει καταλυθεί ο πυρήνας του δικαιώματός του, για αυτοκυβέρνηση και ότι πληθυσμός της χώρας μας διοικείται από εξωτερικές δυνάμεις, οι οποίες του έχουν επιβληθεί, μέσα από μια διαδικασία η οποία, επίσης, του επεβλήθη.  Ως εκ τούτου, αυτή η απώλεια του πυρήνα του δικαιώματος του ελληνικού πληθυσμού, για αυτοκυβέρνηση, δεν μπορεί να περιγραφεί, ως «επιτήρηση».

Η χρήση του όρου αυτού, στην συγκεκριμένη περίπτωση του καθεστώτος, που έχει επιβληθεί στην Ελλάδα, με την έλευση των εκπροσώπων των δανειστών, στους οποίους η νόμιμη κυβέρνηση παρέδωσε τα κλειδιά της διακυβέρνησης της χώρας, από τον Μάϊο του 2010, με την υπογραφή του Πρώτου Μνημονίου και στην συνέχεια τον Φεβρουάριο του 2012, με την υπογραφή του Δεύτερου Μνημονίου, δεν είναι, απλώς, ανεπαρκής, εις το να περιγράψει την πραγματικότητα, που υφίσταται ο ελληνικός πληθυσμός, αλλά και πλήρως μυθοποιητική και αποπροσανατολιστική, ακριβώς, επειδή αποκρύπτει αυτό που συμβαίνει, βοηθώντας στην κατασκευή, στην προπαγάνδιση και στην επικράτηση των ιδεολογικοπολιτικών μυθοπλασιών που καλλιεργούν οι μοντέρνοι κατακτητές και οι εντόπιοι υποτακτικοί τους, δηλαδή οι τοκογλυφικοί δανειστές της χώρας, οι εκπρόσωποί τους της τρόϊκας, το εντόπιο πολιτικό προσωπικό που υπογράφει και επιστατεί στην εφαρμογή των εντολών των κατακτητών, καθώς και όλος ο συρφετός των σύγχρονων κουκουλοφόρων της μοντέρνας αυτής Κατοχής, η οποία Κατοχή στην πραγματικότητα εμφανίζεται ως (και είναι) ένα καθεστώς πεονίας, στο οποίο έχει υπαχθεί η χώρα και έχει υποδουλωθεί ο ελληνικός πληθυσμός, χωρίς καν να ερωτηθεί (καθιστάμενος αυτός και η χώρα του πειραματόζωο των δανειστών, όπως, μόλις χθες, ομολόγησε ο ευήθης Γιώργος Παπανδρέου, ο πρωθυπουργός που οδήγησε την χώρα και τον πληθυσμό της στην υποταγή τους σε αυτό το πλήρως ανελεύθερο και ζοφερό καθεστώς).


Ούτε και η επιλογή του τρόπου διακυβέρνησης της χώρας, με την εν μέρει λειτουργία των κλασσικών αστικοδημοκρατικών διαδικασιών, την οποία έχουν προκρίνει οι δανειστές και οι εκπρόσωποί τους, αλλάζει κάτι από (ή επηρεάζει, κατά τι) το γεγονός της κατάλυσης του πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας του πληθυσμού της χώρας μας. Οι όποιοι κατακτητές είναι αυτοί που, πάντοτε, επιλέγουν τον τρόπο και τις μορφές διακυβέρνησης των κατακτημένων περιοχών και φυσικά, μπορούν να ανεχθούν, ή να μην ανεχθούν, την όποια λειτουργία του κελύφους των αστικοδημοκρατικών θεσμικών διαδικασιών μιας σύγχρονης Ανοικτής Κοινωνίας, μέχρι το σημείο εκείνο, που επιτρέπουν οι ίδιοι οι κατακτητές, οι οποίοι, σε κάθε περίπτωση, αυτό για το οποίο ενδιαφέρονται είναι η εξασφάλιση της υπακοής του πληθυσμού και η χρήση του πλούτου και της ίδιας της χώρας, κατά τα δικά τους συμφέροντα.


Και όλα αυτά συμβαίνουν, πολύ περισσότερο, όταν στις ευρωπαϊκές ολιγαρχικές πολιτικές και χρηματοπιστωτικές γραφειοκρατικές ελίτ – και ιδίως τις κάθε είδους και συνθέσεως, γραφειοκρατίες της ευρωζώνης και της Ε.Ε., που στερούνται οποιασδήποτε δημοκρατικής νομιμοποίησης και οι οποίες φιλοδοξούν να φιλοτεχνήσουν την συγκρότηση και την οργάνωση της ευρωζώνης και της Ε.Ε., ως μια σύγχρονη έκδοση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας – δεν επιτρέπεται, ως θεωρούμενη (ακόμη) μη «πολιτικά ορθή», η επιβολή, σε μια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενός καθεστώτος μιας ανοικτής δικτατορίας. Για τον λόγο αυτόν, οι τοκογλυφικοί δανειστές της χώρας μας και οι τροϊκανοί εκπρόσωποί τους, δεν μπορούν να επιβάλουν ένα καθεστώς μιας ανοικτής πολιτικής, ή στρατιωτικής, δικτατορίας στον ελληνικό πληθυσμό. Και γι’ αυτόν τον λόγο προτιμούν (προφανώς, με βαριά καρδιά, είναι η αλήθεια) την διατήρηση του κελύφους των αστικοδημοκρατικών θεσμικών διαδικασιών και την απίσχναση του περιεχομένου τους – όσο και αν αυτή η διαδικασία καθίσταται επισφαλής και δυνητικά, επικίνδυνη, κάτι που έχει αρχίσει να φαίνεται ότι μπορεί να λάβει σάρκα και οστά στις βουλευτικές εκλογές της 6/5/2012 και οι οποίες πιθανότατα, είναι η πρώτη στάση από μια σειρά εκλογικών αναμετρήσεων, οι οποίες θα ακολουθήσουν στην συνέχεια και στον βαθμό, που ούτε οι εκλογές της ερχόμενης Κυριακής, αλλά ούτε και οι μετά από αυτές, πρόκειται να δώσουν λύση στο ολοένα και επιδεινούμενο τραγικό ελληνικό πρόβλημα, το οποίο, όπως φαίνεται, θα λυθεί (όπως λυθεί), μόνον μετά από την έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη και την επιστροφή στο παλαιό τοπικό νόμισμα της χώρας, αφού οι ευρωζωνίτες αρνούνται (και όσο αρνούνται), πεισματικά, με προεξάρχουσα την γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ, να πληθωρίσουν το ευρώ.


Ως εκ τούτου, η κατάργηση της εθνικής κυριαρχίας της χώρας μας, υπό οποιαδήποτε μορφή, δεν κάνει τίποτε περισσότερο από το να παραπέμπει, υπό τις συνθήκες που πραγματοποιείται, στην επιβολή ενός κατοχικού καθεστώτος πεονίας και ενός ιδιότυπου «ντροπαλού ολοκληρωτισμού», ο οποίος χαρακτηρίζει και το περιεχόμενο των θέσεων των υπερασπιστών του – σαν τον κ. Χαρίδημο Τσούκα.


Οι μόνες δικαιολογίες που θα μπορούσαν να υπάρξουν, για την κατάλυση της εθνικής κυριαρχίας του ελληνικού πληθυσμού θα μπορούσε να είναι, είτε μια πολεμική ήττα της χώρας, που, εκ των πραγμάτων, θα οδηγούσε σε ένα τέτοιο αποτέλεσμα, είτε μια εξωτερική επέμβαση, η οποία θα προϋπέθετε την ουσιαστική κατάργηση των θεσμών της Ανοικτής Κοινωνίας και θα ήταν αποτέλεσμα πράξεων ενός ανελεύθερου εσωτερικού καθεστώτος, οι οποίες πράξεις θα στοιχειοθετούσαν εγκλήματα, κατά της ανθρωπότητας.


Φυσικά, είναι αστείο και να συζητούμε τέτοια ενδεχόμενα.

Η Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι, με την ένταξή της στην ευρωζώνη υπέστη μια συντριπτική στρατηγική ήττα, που την οδήγησε στην χρεωκοπία και παρά το γεγονός ότι η ήττα αυτή ισοδυναμεί με πολεμική ήττα, δεν ηττήθηκε σε κανέναν πραγματικό πόλεμο, ώστε να δικαιολογηθεί η κατάλυση της εθνικής της κυριαρχίας από τους τοκογλυφικούς δανειστές της και τους εκπροσώπους της. Η Ελλάδα δεν μπορεί να υποστεί – και δεν υπάρχει καμμία δικαιολογητική βάση για να υποστεί - αυτό που υπέστησαν η Γερμανία και η Ιαπωνία, μετά την ήττα τους στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.


Ούτε στην χώρα μας είχαν καταλυθεί οι θεσμοί μιας σύγχρονης Ανοικτής Κοινωνίας, έτσι ώστε ένα ανελεύθερο καθεστώς να διαπράξει εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, για να μπορέσει να δικαιολογηθεί, έτσι, μια εξωτερική επέμβαση, η οποία θα κατέλυε, με την σειρά της, την εθνική κυριαρχία του ελληνικού πληθυσμού, όπως συνέβη στην πρώην Γιουγκοσλαβία, κατά την δεκαετία του 1990.

Και φυσικά, ουδέποτε και υπό οποιοδήποτε καθεστώς του σύγχρονου διεθνούς δικαίου, θα μπορούσε να επιβληθεί στον πληθυσμό της χώρας το δίκαιο των δανειστών και ένα καθεστώς μοντέρνας δουλοπαροικίας, σαν αυτό το καθεστώς πεονίας, το οποίο εξυφαίνουν και υλοποιούν οι τοκογλυφικοί δανειστές και οι εκπρόσωποί τους και το οποίο αντίκειται σε κάθε έννοια του σύγχρονου διεθνούς δικαίου, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι τοκογλυφικές απαιτήσεις των δανειστών του ελληνικού κράτους, αφού οι χώρες και οι λαοί δεν είναι επιχειρήσεις και δεν μπορούν να τεθούν, υπό πτωχευτικό καθεστώς.


Αρεστόν, ή όχι, η Ελλάδα ήταν, από την εποχή της μεταπολίτευσης του 1974 και εξακολουθούσε να παραμένει, παρά τα όποια προβλήματά της, μια ελιτιστική μεν αστικοδημοκρατική κοινωνία, αλλά, συγχρόνως δε, και Ανοικτή Κοινωνία. Και μια Ανοικτή Κοινωνία πρέπει να παραμείνει. Και για να παραμείνει μια Ανοικτή Κοινωνία πρέπει και οφείλει να αποτινάξει το κατοχικό καθεστώς, που της έχουν επιβάλει οι τοκογλυφούντες δανειστές της, οι τροϊκανοί εκπρόσωποί τους και οι εντόποιοι ανθυποεπιστάτες τους, μαζύ με τους πρόθυμους μοντέρνους συνεργάτες τους, που λειτουργούν ως πληροφοριοδότες, ηρακλείς και προστάτες των εκπροσώπων των δανειστών – σαν τον κ. Τσούκα, καλή ώρα.


Ας δούμε, όμως, το κείμενό μου, για το οποίο έκανα λόγο παραπάνω :



"Ώστε η συνεπής υπεράσπιση των αρχών της "Ανοικτής Κοινωνίας" (και ο προσδιορισμός των εχθρών της) αποτελεί ιδεοληψία!


Μάλιστα. Ήταν να το ζήσω και αυτό. Άλλωστε, στην εποχή που ζούμε, θα ακουσθούν και θα γραφούν πολύ χειρότερα. Ως εκ τούτου, όλα είναι αναμενόμενα - ακόμα και οι μεγαλύτερες παραδοξολογίες, προκειμένου οι αλαφιασμένοι εκπρόσωποι της ελληνικής "ευρωπαϊστικής" ελίτ να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα.


Ας είναι. Το γεγονός ότι αποκάλεσα τον κ. Τσούκα φορέα ενός νεότευκτου "ντροπαλού ολοκληρωτισμού", προφανώς, τον νομιμοποιεί να απαντά, όπως επιθυμεί και να ανταποδίδει τα ίσα, αφού δεν θέλει να αποδεχθεί την αλήθεια της διαπίστωσής μου.


Και μια και γίνεται λόγος για ιδεοληψίες και ιδεοληπτικές παρωπίδες, για να δούμε, λοιπόν, κάποιες από αυτές :


Ο κ. Τσούκας αποδέχεται - με το στανιό είναι η αλήθεια, αλλά το αποδέχεται - ότι η στάση του υπέρ της τρόϊκας και της "επιτηρητικής" πολιτικής της, προκρίνει λύσεις, που δεν συνάδουν με την παραδοσιακή έννοια της "εθνικής κυριαρχίας", για να ισχυρισθεί ότι δεν είναι ιδεοληπτικός.


Φυσικά, σφάλλει. Αυτή η παραδοχή είναι μια πλήρης απόδειξη της ολοένα και αυξανόμενης επικράτησης των προσωπικών του ιδεοληψιών (οι οποίες, βέβαια, δεν είναι κτήμα μόνο του ιδίου αλλά και του συνόλου της "ευρωπαϊστικής" πνευματικής ελίτ του τόπου και είναι αποτέλεσμα των συγχυτικών καταστάσεων που την έχουν αποπροσανατολίσει, ως αποτέλεσμα της σοβούσας και εξελισσόμενης, ολοένα επί τα χείρω, κρίσης, εδώ και μια διετία), όσον αφορά την τακτική και την στρατηγική ανάλυση των εμπειρικών δεδομένων, που προκύπτουν από την ρέουσα πραγματικότητα.


Και εξηγούμαι, επειδή δεν μου αρέσει να αοριστολογώ :


Η εθνική κυριαρχία, ως έννοια, δεν έχει ένα αόριστο περιεχόμενο. Η ίδια η εξέλιξη και η ρέουσα πραγματικότητα της έδωσε ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο. Και το περιεχόμενο αυτό ορίζεται, σαφώς (και μάλιστα σαφέστατα) από τον σύγχρονο νομικό μας πολιτισμό και από τις διεθνικές κοινωνικές συσσωματώσεις.


Στο Διεθνές Δίκαιο και στην τρέχουσα διεθνή πολιτική, η εθνική κυριαρχία προσδιορίζεται, αφ' ενός μεν, από την κρατική κυριαρχία, η οποία νοείται ως η ανεξαρτησία και η αυτονομία κάθε κράτους (δηλαδή της νομικής προσωπικότητας κάθε λαού που κατοικεί σε έναν εδαφικό χώρο), όταν αυτό το κράτος υφίσταται και αφ' ετέρου δε, από το δικαίωμα (ορθότερα την αξίωση) μιας εθνικής ομάδας για αυτοδιάθεση (και ελεύθερη επιλογή διακυβέρνησης), όταν, γι' αυτή την εθνική ομάδα, δεν υφίσταται δικό της κράτος και ευρίσκεται κάτω από την κυριαρχία ενός κράτους, το οποίο το αισθάνεται, ως ένα ξένο και εχθρικό κράτος.


Ευτυχώς, για εμάς, εθνικό κράτος υφίσταται. Δεν χρειάζεται να δημιουργήσουμε. Φρόντισαν γι' αυτό οι παλαιές γενιές.


Ο κ. Τσούκας αναγνωρίζει, λοιπόν, ότι σε αυτό το υφιστάμενο εθνικό κράτος, το οποίο χρεωκόπησε (υπαιτιότητι της εντόπιας "ευρωπαϊστικής" πολιτικοοικονομικής και πνευματικής ελίτ και των ευρωζωνιτών εταίρων της), ο ερχομός της τρόϊκας των δανειστών δεν συνάδει με την έννοια της εθνικής κυριαρχίας.


Ουσιαστικά, δηλαδή, αποδέχεται ότι ο ερχομός της τρόϊκας σηματοδότησε την κατάλυση της ανεξαρτησίας και της αυτονομίας του κράτους αυτού, μετατρέποντάς το, σε ένα παρακολούθημα των δανειστών.


[Οσονούπω, μάλιστα, δι' αυτού του τρόπου, φυσικά, κατελύθη, ουσιαστικώς και το δικαίωμα για αυτοδιάθεση στους "επιτηρούμενους" Έλληνες και πιθανότατα (μένει να το δούμε) οδεύει προς εξάλειψη και το δικαίωμα του πληθυσμού της χώρας να επιλέξει και τον τρόπο διακυβέρνησής του, αφού οι επιλογές διακυβέρνησης του τόπου, που προκρίνουν οι "επιτηρητές", που στηρίζει ο κ. Τσούκας, είναι σαφείς, συγκεκριμένες και αδιαπραγμάτευτες και συνοψίζονται στην αναφανδόν υποστήριξη των μνημονιακών κομμάτων, εισάγοντας στοιχεία πλήρους νόθευσης του πολιτεύματος, το οποίο καθίσταται διακοσμητικό].


Φυσικά, αυτή η κατάλυση της εθνικής κυριαρχίας της χώρας μας, την οποία (κομψά) αποδέχεται ο κ. Χαρίδημος, ως συνέπεια των λύσεων που προκρίνει, αποτελεί τον ορισμό της Κατοχής της χώρας από ξένες δυνάμεις, αυτές των δανειστών, οι οποίοι - καθόλου τυχαίως - έχουν και μέγιστα ιδιοτελή συμφέροντα να εξυπηρετήσουν και να εξασφαλίσουν, τα οποία, φυσικά, είναι η είσπραξη του, όσο το δυνατόν μεγαλύτερου μέρους του τοκογλυφικού δανεισμού του ελληνικού κράτους.


Και όμως, ο κ. Τσούκας, παρά το γεγονός ότι αποδέχεται την κατάλυση της εθνικής κυριαρχίας του ελληνικού πληθυσμού, αρνείται ότι η Ελλάδα τελεί υπό Κατοχή, προτιμώντας να αποκαλέσει αυτή την πραγματική Κατοχή, με ένα άλλο πιο «κομψό» και «επιτηδευμένο» όνομα :


Την ονομάζει «επιτήρηση», αποκαλώντας, όπως οι μεσαιωνικοί (και όχι μόνο) καλόγεροι, το κρέας ψάρι, προφανέστατα, για να γλυκάνει το πικρό χάπι και να αποφύγει τις οχληρές συνέπειες μιας ανοικτής παραδοχής αυτού, το οποίο, ουσιαστικώς, ομολογεί!


Ποιος, άραγε, στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι ιδεοληπτικός;


Αντιλαμβάνομαι, βέβαια, ότι, προφανώς, έχει, συναισθηματικού τύπου, αναστολές, οι οποίες τον εμποδίζουν να ονοματίσει, ως έχει και ως πρέπει, αυτό που υπάρχει και του οποίου την ύπαρξη - έστω, με το στανιό και τελώντας, υπό πίεση - αναγνωρίζει. Και οι αναστολές του αυτές προκύπτουν, όχι από τον "αυταρχισμό", ή τον "σκληρό" βολονταρισμό των θέσεων, που υποστηρίζει, αλλά από το ολοκληρωτικό τους περιεχόμενο. Εξ ου και ο προσδιορισμός των θέσεων αυτών (στον οποίον προσδιορισμό προέβην εγώ), ως θέσεων και στάσεων, που διέπονται από έναν νεότευκτο "ντροπαλό ολοκληρωτισμό".


Η αλήθεια πρέπει να λέγεται. Και πρέπει να λέγεται, σε περιστάσεις, σαν και αυτές που ζούμε, ανεξάρτητα από το πόσο σκληρή είναι. Και τούτο διότι, μόνον μέσα από την πλήρη γνώση της ωμής και απροσχημάτιστης αλήθειας μπορούμε να προσδιορίσουμε τις ορθολογικές λύσεις, που είναι αναγκαίες για τον τόπο.


Και οι λύσεις αυτές δεν μπορούν να δοθουν από τους εμφανιζόμενους ως "επιτηρητές" και οι οποίοι δρουν, ως κατακτητές, προκειμένου να διασφαλίσουν τα μεγάλα ιδιοτελή τους συμφέροντα...


Το γιατί θα το δούμε αργότερα.


Πρωτ' απ' όλα, οι εμφανιζόμενοι, ως "επιτηρητές", οι οποίοι δρουν, ως κατακτητές, δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα της χώρας, δηλαδή την ουσιαστική της χρεωκοπία (ούτε καν να βοηθήσουν στην εύρεση λύσεων αυτού του προβλήματος), όχι μόνον επειδή δεν είναι αυτό, που τους ενδιαφέρει, ούτε μόνον, επειδή η ίδια η έλευσή τους εδώ, είναι προϊόν του γεγονότος ότι έχουν οι ίδιοι, ισοδυνάμως με την εντόπια πολιτικοοικονομική ελίτ, θεμελιώδεις ευθύνες, για την δημιουργία και την ύπαρξη αυτού του προβλήματος, αλλά, κυρίως, επειδή οι "λύσεις", που προτείνουν, δηλαδή το ίδιο το περιεχόμενο του αποκαλούμενου "μεταρρυθμιστικού" τους προγράμματος, είναι ένα ουσιωδώς αντιμεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, το οποίο αποτελείται από ένα κράμα ενός ιδεολογικού δογματισμού, δεμένου με την ιδιοτελή εξυπηρέτηση των συμφερόντων που εκπροσωπούν και τα οποία είναι τα πολύ συγκεκριμένα συμφέροντα των τοκογλυφικών δανειστών της χώρας.


Και φυσικά αυτό το πρόγραμμα των τροϊκανών αντιμεταρρυθμιστών είναι απόλυτα βλαπτικό για την ίδια την χώρα και τον πληθυσμό της, ως εδραζόμενο επί ανορθολογικών προβλέψεων και στοχεύσεων, και ως στηριζόμενο επί ανορθολογικά δομημένων και συγκροτημένων εφαρμοστικών μεθοδολογιών, αποτελώντας, ούτως ειπείν, ένα σχέδιο κοινωνικής μηχανικής, το οποίο χρησιμοποιεί άχρηστα, ή, έστω, εσφαλμένα εργαλεία κοινωνικής τεχνολογίας.

Αλλά, ακόμα και αν το σχέδιο των τροϊκανών "επιτηρητών" ήταν ορθολογικό και σωστό, ο ελληνικός πληθυσμός (και αν όχι αυτός, τουλάχιστον η πνευματική ελίτ του τόπου και κάθε εγγράμματος άνθρωπος) θα έπρεπε να αρνηθεί την εφαρμογή, αφού αυτή η εφαρμογή προϋποθέτει την κατάλυση της εθνικής μας κυριαρχίας. Και τούτο διότι η ελληνική κοινωνία, παρά την ύπαρξη των μύριων όσων προβλημάτων της, δεν υπήρξε, ούτε είναι μια αποτυχημένη κοινωνία, ούτε το ελληνικό κράτος, παρά τα όσα προβλήματά του, υπήρξε ένα αποτυχημένο κράτος, έτσι ώστε να είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί η κατάλυση της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας. Και η κοινωνία και το κράτος της χώρας μας διακρίθηκαν, μέχρι την έλευση των τροϊκανών, για την ομαλή δημοκρατική τους λειτουργία, από το 1974 και μετά, γεγονός το οποίο τους επέτρεψε να συμμετάσχουν σε όλους εκείνους τους διεθνείς οργανισμούς, οι οποίοι έθεταν ως προϋπόθεση την αδιατάρακτη δημοκρατική λειτουργία της κοινωνίας μας και του κράτους της.


Έτσι, λοιπόν, η κατάλυση της ελληνικής αυτοκυβέρνησης από τους τοκογλυφικούς δανειστές και τους εκπροσώπους τους, δηλαδή τους τροϊκανούς "επιτηρητές"/κατακτητές (διότι περί αυτού πρόκειται, όταν μιλάμε για την κατάλυση της εθνικής κυριαρχίας, ή για την υιοθέτηση λύσεων, που δεν συνάδουν με την εθνική κυριαρχία - για να χρησιμοποιήσω τα λεκτικά φύλλα συκής, που χρησιμοποιεί ο κ. Τσούκας, προκειμένου να περιγράψει απαλά, το ίδιο γεγονός), είναι το ίδιο απαράδεκτη, ακόμα και αν αυτοί είχαν και εφάρμοζαν ένα ορθολογικό σχέδιο, το οποίο θα επέλυε τα προβλήματα, τα οποία ήλθαν να αντιμετωπίσουν.


Ο αείμνηστος και θυμόσοφος γέροντας, ο διδάσκαλος Karl Popper, θα χαμογελούσε, με ιδιαίτερη πίκρα και θα αντιμετώπιζε με την πασίγνωστη τετράγωνη και πάντα μαχητική λογική, τα σημερινά επιχειρήματα των σύγχρονων "παιδαγωγών" του ελληνικού πληθυσμού, που αφορούν την ανάγκη της "επιτήρησής" του, διακρίνοντας και το ουσιαστικό διανοητικό αδιέξοδο, όσων πνευματικών του "τέκνων", προβάλλουν τέτοιου είδους επιχειρήματα (π.χ. σαν τον κ. Τσούκα), που επικροτούν μια τέτοιου είδους "επιτήρηση", η οποία καταλύει τις διαδικασίες της αυτοκυβέρνησης αυτού του πληθυσμού, θέτοντάς τον υπό πολιτική και οικονομική Κατοχή (για δημοσιονομική Κατοχή έχει μιλήσει ο ανεκδιήγητος Ευάγγελος Βενιζέλος, περιγράφοντας, μόνον ένα από τα πολλά σκέλη αυτής της Κατοχής), χωρίς ούτε καν να ερωτηθεί ο πληθυσμός αυτός.


Και θα χαμογελούσε πικρά, ο αείμνηστος δάσκαλος, ο θυμόσοφος Karl Popper, γι' αυτά τα έργα και τις ημέρες των σύγχρονων "μαθητών" του της ελληνικής πνευματικής ελίτ (παρακολουθώ π.χ. αυτόν τον - ομοίως με τον Βενιζέλο - ανεκδιήγητο κ. Γιώργο Παγουλάτο, που έχει γίνει ένα ευπειθέστατο μέλος της κομπανίας των τροϊκανών ανθυποεπιστατών και πραγματικά λυπάμαι για τον άνθρωπο), διότι γνώριζε πολύ καλά (και αυτό δίδαξε, άλλωστε, επίμονα και εμφατικά) ότι το έργο της επίλυσης των προβλημάτων μιας αυτοκυβερνώμενης εθνικής ομάδας, μέσα στα πλαίσια της Ανοικτής Κοινωνίας μιας σύγχρονης αστικής δημοκρατίας είναι ένα έργο δικό της και κανενός άλλου ευρισκόμενου εκτός, ή υπεράνω, αυτής. Και φυσικά, οι επιλογές είναι δικές της. Όσο δύσκολες και αν είναι αυτές οι επιλογές. Και παραμένουν δικές της ακόμα και όταν είναι εσφαλμένες και αποτυχημένες επιλογές.


Όπως, επίσης, δικές της είναι και (πρέπει να) είναι και οι επιλογές για την διόρθωση των εσφαλμένων και αποτυχημένων επιλογών. Όπως, επίσης, είναι δική της και η επιλογή της μη διόρθωσης και της επιμονής στις εσφαλμένες επιλογές.


Αρεστόν, ή όχι, αυτό είναι το νόημα της ποππεριανής Ανοικτής Κοινωνίας.


Εμείς είμαστε εκείνοι που θα προδιορίσουμε, κάθε φορά που χρειάζεται, ποιό είναι το έργο μας, μέσα από τις διαδικασίες των πλειοψηφιών και των μειοψηφιών, που επικρατούν στις σύγχρονες αστικές δημοκρατίες. Και εμείς θα το φέρουμε σε πέρας (ή όχι). Και φυσικά, το έργο αυτό δεν μπορεί - και αν μπορεί, τότε δεν πρέπει - να το προσδιορίσουν, ή να το πραγματοποιήσουν (και πολύ περισσότερο να το επιβάλλουν) άλλοι, αντί για εμάς, ή ενάντια στην βούλησή μας και ακόμη περισσότερο εις βάρος μας, χωρίς ούτε καν να ερωτηθούμε. Και ιδίως όταν αυτοί οι άλλοι εκπροσωπούν τα ιδιοτελή συμφέροντα άλλων εθνικών ελίτ και του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου...


Ας θυμηθούμε κάποια από τα λόγια του αείμνηστου δάσκαλου (και μάλιστα δάσκαλου με όλη την παιδαγωγική σημασία της λέξης) :


«Η ιστορία δεν έχει κανένα νόημα – αυτό ισχυρίζομαι. Αλλά ο ισχυρισμός δεν εξυπονοεί πως το μόνο που μας απομένει να κάνουμε είναι να κοιτάξουμε εμβρόντητοι την ιστορία της πολιτικής δύναμης, η πως πρέπει να την δούμε σαν ένα σκληρό αστείο. Γιατί μπορούμε να την ερμηνεύσουμε, στοχεύοντας σ’ εκείνα τα προβλήματα της δυναμικής πολιτικής με άξονα τον αγώνα μας για την ανοικτή κοινωνία, για μια πρυτανεία του λόγου, για δικαιοσύνη, ελευθερία, ισότητα και για τον έλεγχο του διεθνούς εγκλήματος. Αν και η ιστορία δεν έχει σκοπούς, μπορούμε να της θέσουμε αυτούς τους δικούς μας σκοπούς και μολονότι η ιστορία δεν έχει κανένα νόημα, μπορούμε ωστόσο εμείς να της δώσουμε ένα νόημα.


Είναι το πρόβλημα φύσης και σύμβασης που συναντούμε ξανά εδώ. Ούτε η φύση, ούτε η ιστορία δεν μπορούν να μας πουν τι πρέπει να κάνουμε. Τα γεγονότα, είτε πρόκειται για τα γεγονότα της φύσης, είτε πρόκειται γι’ αυτά της ιστορίας, δεν μπορούν να αποφασίσουν για μας, δεν μπορούν να καθορίσουν τους σκοπούς που πρόκειται να επιλέξουμε. Είμαστε εμείς αυτοί που εισάγουμε σκοπούς και νόημα στην φύση και στην ιστορία. Οι άνθρωποι δεν είναι ίσοι, μπορούμε ωστόσο να αποφασίσουμε να αγωνιστούμε για ίσα δικαιώματα. Οι ανθρώπινοι θεσμοί, όπως το κράτος, δεν είναι ορθολογικοί, μπορούμε ωστόσο να αποφασίσουμε να αγωνιστούμε για να τους κάνουμε πιο ορθολογικούς. Εμείς οι ίδιοι και η καθημερινή μας γλώσσα, είμαστε, γενικά, περισσότερο συναισθηματικοί, παρά ορθολογικοί, μπορούμε ωστόσο να προσπαθήσουμε να γίνουμε λίγο περισσότερο ορθολογικοί. Μπορούμε ακόμα να ασκηθούμε να χρησιμοποιούμε την γλώσσα μας ως όργανο όχι αυτοέκφρασης (όπως θα έλεγαν οι ρομαντικοί εκπαιδευτικοί μας), αλλά ορθολογικής επικοινωνίας. Η ιστορία η ίδια – εννοώ βέβαια την ιστορία της δυναμικής πολιτικής και όχι την ανύπαρκτη πορεία της ανάπτυξης της ανθρωπότητας – δεν έχει σκοπό, ούτε νόημα, μπορούμε όμως να αποφασίσουμε να της δώσουμε και τα δύο αυτά. Μπορούμε να την κάνουμε αγώνα για την ανοικτή κοινωνία και κατά των εχθρών της (που όταν τους φέρει κανείς σε δύσκολη θέση, διαδηλώνοντας τα ανθρωπιστικά τους αισθήματα, σύμφωνα με την συμβουλή του Pareto) και μπορούμε να την ερμηνεύσουμε ανάλογα. Τελικά μπορούμε να πούμε το ίδιο και για το «νόημα της ζωής» επίσης. Εναπόκειται σε μας να αποφασίσουμε ποιο είναι το νόημα της ζωής μας, να καθορίσουμε τους στόχους μας.


Αυτός ο δυισμός γεγονότων και αποφάσεων έχει, πιστεύω, θεμελιακή σημασία. Τα γεγονότα, ως τέτοια, δεν έχουν νόημα. Μπορούν να προσλάβουν ένα νόημα μόνο μέσω των αποφάσεών μας. Ο ιστορικισμός δεν είναι παρά μια από τις πολλές προσπάθειες υπέρβασης αυτού του δυισμού. Είναι γέννημα του φόβου γιατί δεν τολμά να συνειδητοποιήσει ότι εμείς φέρουμε την τελική ευθύνη ακόμα και για τα κριτήρια που επιλέγουμε. Αλλά μια παρόμοια προσπάθεια μου φαίνεται ότι αντιπροσωπεύει αυτό που συνήθως περιγράφεται ως προκατάληψη. Γιατί προϋποθέτει την παραδοχή ότι μπορούμε να θερίσουμε εκεί που δεν έχουμε σπείρει, προσπαθεί να μας πείσει ότι, αν συμβαδίσουμε απλά με την ιστορία, όλα θα πάνε και πρέπει να πάνε καλά και ότι δεν απαιτείται καμιά θεμελιακή απόφαση από την μεριά μας, προσπαθεί να μετατοπίσει την υπευθυνότητά μας στην ιστορία και έτσι στην λειτουργία δαιμονικών δυνάμεων που μας ξεπερνούν, προσπαθεί να βασίσει τις πράξεις μας στις κρυφές προθέσεις αυτών των δυνάμεων, που μπορούν να μας αποκαλυφθούν μόνο σε μυστικές εμπνεύσεις και ενοράσεις, τοποθετεί έτσι, τις πράξεις μας και εμάς τους ίδιους στο ηθικό επίπεδο ενός ανθρώπου που εμπνεόμενος από ωροσκόπια και όνειρα διαλέγει τον τυχερό αριθμό του σε μια λοταρία. Σαν τα τυχερά παιχνίδια ο ιστορικισμός γεννιέται από την απόγνωσή μας για την ορθολογικότητά μας και τον υπεύθυνο χαρακτήρα των πράξεών μας. Είναι μια υποβαθμισμένη ελπίδα και μια υποβαθμισμένη πίστη, μια προσπάθεια να υποκαταστήσουμε την ελπίδα και την πίστη που πηγάζει από τον ηθικό ενθουσιασμό μας, όσο και την περιφρόνηση για την επιτυχία, με μια βεβαιότητα που πηγάζει από μα ψευδοεπιστήμη – μια ψευδοεπιστήμη των άστρων, της «ανθρώπινης φύσης», ή του ιστορικού πεπρωμένου.


.............................................................................................................................


Η έμφαση αυτή στον δυισμό γεγονότων και αποφάσεων καθορίζει επίσης την στάση μας απέναντι σε ιδέες όπως η "πρόοδος". Αν νομίζουμε ότι η ιστορία προοδεύει ή ότι είμαστε υποχρεωμένοι να προοδεύουμε, τότε διαπράττουμε το ίδιο λάθος με εκείνους που πιστεύουν ότι η ιστορία έχει ένα νόημα που μπορεί να ανακαλυφθεί μέσα στην ίδια και όχι να της δοθεί. Γιατί το να προοδεύουμε σημαίνει ότι κινούμαστε προς κάποιο είδος σκοπού, έναν σκοπό που υφίσταται ακριβώς για μας, ως ανθρώπινα όντα. Αυτό δεν μπορεί να το κάνει η "ιστορία", παρά μονάχα εμείς τα ανθρώπινα άτομα με το να υπερασπιζόμαστε εκείνους τους δημοκρατικούς θεσμούς από τους οποίους εξαρτάται η ελευθερία και μαζί με αυτήν η πρόοδος. Και θα το κάνουμε πολύ καλύτερα όσο συνειδητοποιούμε πληρέστερα το γεγονός ότι η πρόοδος εναπόκειται σε μας, στην επαγρύπνησή μας, στις προσπάθειές μας, στην σαφήνεια με την οποία συλλαμβάνουμε τους σκοπούς μας και στον ρεαλισμό με τον οποίο τους επιλέγουμε.


Αντί να ποζάρουμε ως προφήτες, πρέπει να γίνουμε οι δημιουργοί της μοίρας μας. Πρέπει να μάθουμε να εκπληρώνουμε το έργο μας, τόσο καλά, όσο αυτό μας είναι δυνατό και να αναζητούμε τα λάθη μας. Και όταν θα έχουμε εγκαταλείψει την ιδέα ότι κριτής μας θα είναι η ιστορία της δύναμης, όταν θα πάψουμε να ανησυχούμε για το αν η ιστορία θα μας δικαιώσει, ή όχι, ίσως τότε κάποια μέρα καταφέρουμε να θέσουμε την δύναμη κάτω από έλεγχο. Μ' αυτό τον τρόπο μπορεί ακόμα και να δικαιώσουμε την ιστορία. Έχει επιτακτική ανάγκη από μια δικαίωση.»


Karl Popper : "Η Ανοικτή Κοινωνία και οι εχθροί της". Β' Τόμος (στο τέλος των ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ).




Ο αείμνηστος δάσκαλος θα χαμογελούσε πικρά, με τα καμώματα των πανικόβλητων σύγχρονων εμφανιζόμενων ως "μαθητών" του, οι οποίοι εμφιλοχωρούν στην ελληνική πολιτικοοικονομική και "πνευματική" ελίτ, διότι, φυσικά, γνώριζε και δίδασκε πως αυτά που θα πράξουμε, θα τα πράξουμε (όπως τα πράξουμε, με όποιον τρόπο τα πράξουμε, ή δεν θα τα πράξουμε) εμείς, με δική μας επιλογή - εσφαλμένη ή ορθή - και όχι κάποιοι άλλοι αντί για (και ενάντια σε) εμάς. Ακόμα και όταν αυτοί οι άλλοι έχουν "καλές προθέσεις".


Και πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν αυτοί οι άλλοι καταλύοντας την εθνική κυριαρχία μιας ανοικτής αστικοδημοκρατικής κοινωνίας εκφράζουν, εκπροσωπούν και εξυπηρετούν τα μεγάλα ιδιοτελή συμφέροντα των τοκογλυφικών δανειστών της χώρας και εισάγουν, σε αυτήν, την ωμή δικτατορία του ευρωπαϊκού και του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου, δηλαδή της ουσιαστικώς χρεωκοπημένης μπατιροτραπεζοκρατίας και των ξένων πολιτικών ελίτ που την εκπροσωπούν, εκφράζοντας, παράλληλα και τα δικά τους εθνικά συμφέροντα...




Η χρεωκοπία του ελληνικού κράτους, ουσιαστικά, έχει ήδη επέλθει, από τον Μάϊο του 2010 και επισημοποιήθηκε σταδιακά από τις 21/7/2011, με την πρώτη απόφαση των ευρωζωνιτών για το ελληνικό haircut, για να ολοκληρωθεί με την φαρσοκωμωδία του ελληνικού PSI, στις 9/3/2012, αγαπητέ Petronius. Ως εκ τούτου, μην την περιμένεις. Είναι εδώ. Και παρ' ολ' αυτά το ελληνικό δημόσιο χρέος παραμένει (και θα παραμείνει) αδύνατο να εξυπηρετηθεί, όσο εξακολουθεί να ξεπερνάει τα 75 δισ. €, υπό τις παρούσες συνθήκες και όσο η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει ως νόμισμά της το πανσκληρό ευρώ. Και για όσο χρόνο το ευρώ παραμένει τόσο σκληρό.


Αν εννοείς, ως χρεωκοπία, μια συγκεκριμένη μορφή χρεωκοπίας (την άτακτη χρεωκοπία), "καλομελέτα κι' έρχεται", αν οι ευρωζωνίτες δεν βάλουν μυαλό. (Οι γαλλικές προεδρικές εκλογές ίσως βοηθήσουν να ξεπεραστεί ο δογματισμός των Γερμανών και των ευρωμπατιροτραπεζιτών. Δύσκολο, βέβαια. Πολύ δύσκολο, αλλά στην ζωή όλα συμβαίνουν).


Τώρα, ως προς το "εμείς". Κάποια από όσα γράφεις είναι ορθά. Κάποια άλλα όχι. Γι' αυτά, θα μιλήσω αργότερα. Το πρακτικό περιεχόμενο του "εμείς" είναι σαφές και προσδιορισμένο, τουλάχιστον στο μυαλό μου. Και πιστεύω ότι είναι και στο δικό σου μυαλό.


Εμείς είμαστε (ως συλλογικότητα) οι Έλληνες, ως συγκροτημένη εθνική ομάδα, που λαμβάνει (λαμβάνουμε) αποφάσεις, για τον συλλογικό εαυτό μας, μέσα από τις επιλογές που κάνουμε, σε καθημερινή βάση και με τις διαδικασίες που υφίστανται στην κοινωνία μας (η οποία, είναι μια ανοικτή κοινωνία, παρά την κυριαρχία των διαφόρων ελίτ, με τους σημαντικούς περιορισμούς, που υπάρχουν, από το γεγονός ότι αυτή η κοινωνία είναι μια κοινωνία του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού) - τις οποίες διαδικασίες, επίσης, έχουμε επιλέξει - και το πολιτικό προσωπικό που και αυτό το έχουμε, επιλέξει, για να μας αντιπροσωπεύσει και να πάρει τις κάθε φορά πρέπουσες αποφάσεις - οι οποίες, πολλές φορές, είναι εσφαλμένες.


Αυτές τις εσφαλμένες αποφάσεις, εμείς, με αυτές τις διαδικασίες (ή άλλες βελτιωμένες), θα τις διορθώσουμε (ή δεν θα τις διορθώσουμε). Εμείς και κανείς άλλος στην θέση μας.


Μπορεί, εσύ και εγώ (ή κάποιοι άλλοι) να διαφωνούν, με τις αποφάσεις αυτές (ή κάποιες από αυτές), που πήραμε, όπως τις πήραμε, μέσα από την διαδικασία σχηματισμού περιστασιακών (ή μη) πλειοψηφιών και μειοψηφιών, που προβλέπει το αστικοδημοκρατικό αντιπροσωπευτικό σύστημα. Πολλές φορές (τις περισσότερες) το εκλογικό σώμα εξαπατάται από τους πολιτικούς του και τα οργανωμένα συμφέροντα της ελληνικής οικονομικής ελίτ.


Την αλλαγή των αποφάσεων αυτών, όμως, θα την αποφασίσουμε εμείς και όχι κάποιοι άλλοι στην θέση μας. Δεν θα φωνάξουμε ούτε τους Ινδονήσιους, ούτε τους Νιγηριανούς, ούτε τους Ευρωπαίους, για να πάρουν τις σχετικές αποφάσεις, στην θέση μας και να μας δώσουν τις απαραίτητες λύσεις - ακόμα και αν αυτοί έχουν καλές προθέσεις, ακόμα και αν τις έχουν έτοιμες και ακόμα και αν οι λύσεις αυτές είναι οι ενδεδειγμένες.


Πολύ περισσότερο, δεν θα (πρέπει να ) αφήσουμε να πάρουν τις σχετικές αποφάσεις οι ... δανειστές μας, οι οποίοι έχουν να εξυπηρετήσουν τα δικά τους ιδιοτελή συμφέροντα, τα οποία δεν ταυτίζονται με τα δικά μας, αφού το κύριο ενδιαφέρον τους είναι να εισπράξουν, όπως-όπως, ένα τμήμα αυτού του χρέους το οποίο, ως καθαρά τοκογλυφικό, δεν είναι δυνατόν να πληρωθεί, εις ολόκληρον, παρά μόνον με την επιβολή στον πληθυσμό της χώρας ενός καθεστώτος πεονίας, το οποίο ουδεμία σχέση έχει με οποιαδήποτε μορφή Ανοικτής Κοινωνίας, αφού αντιπροσωπεύει το πιο πιο στυγνό καθεστώς της ωμής δικτατορίας του χρηματιστικού κεφαλαίου.


Τα πράγματα είναι απλά. Όταν κατανοηθεί ότι αυτό το τοκογλυφικό χρέος δεν μπορεί (και αν μπορεί δεν πρέπει) να πληρωθεί, όλα θα γίνουν πιο εύκολα. Ο πανικός, ο δογματισμός και η εξυπηρέτηση αλλοτρίων συμφερόντων είναι αυτά που τα μπερδεύουν. (Αυτά, αφορούν κυρίως την "ευρωπαϊστική" ελίτ του τόπου).


Υ.Γ. : Μην νομίζεις ότι τεμπελιάζω. Απλώς, γράφω εύκολα (συν το γεγονός ότι χθές είχα άδεια)...




Αν αυτά που γράφω είναι σωστά, μόνο, θεωρητικά, τότε δεν έχουν καμμία σημασία.


Το θέμα είναι ότι, για όσους δεν επιθυμούν να καταφύγουν σε ολοκληρωτικού τύπου λύσεις, για το σπάσιμο αυτού του φαύλου κύκλου, αυτά αποτελούν το πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να λυθεί το πρόβλημα.


Η διαδικασία για την λύση του προβλήματος, εντός αυτού του πλαισίου, προφανέστατα, θα είναι δύσκολη, επίπονη και θα πάρει χρόνο (πολύν χρόνο). Αλλά είναι αυτή, για όσους επιθυμούν να παραμείνει η κοινωνία μας μια λειτουργούσα ανοικτή κοινωνία.


Και φυσικά, πρέπει, πάντοτε, να έχουμε υπόψη μας ότι, μέσα από αυτή την διαδικασία, οι λύσεις που, ίσως, προκύψουν, να μην μας είναι αρεστές. Και αν αυτό συμβεί, οφείλουμε να αποδεχθούμε το γεγονός (όχι με την έννοια ότι πρέπει να συμφωνήσουμε, αλλά με την έννοια ότι οφείλουμε να αποδεχθούμε το αποτέλεσμα), εφ' όσον εξακολουθεί να παραμένει ως δεδομένο, το ότι η κοινωνία μας παραμένει μια ανοικτή κοινωνία και μετά την όποια λύση αποφασίσει η ελληνική κοινωνία, μέσα από τις θεσμισμένες αστικοδημοκρατικές πολιτικές διαδικασίες (ή/και άλλες βελτιωμένες, που ίσως προκύψουν, καθ' οδόν).


Και επίσης, φυσικά, αυτή η αποδοχή του όποιου αποτελέσματος προκύψει, δεν σημαίνει ότι δεν θα συνεχίσουμε να προσπαθούμε να βελτιώσουμε την κατάσταση που θα έχει διαμορφωθεί, αγωνιζόμενοι για τις δικές μας πεποιθήσεις και την βελτίωση της κατάστασης αυτής, σύμφωνα με αυτές τις πεποιθήσεις.


Αυτό είναι το ορθολογικό πλαίσιο λύσης όσων επιθυμούν να παραμείνει η κοινωνία μας μια Ανοικτή Κοινωνία.


Θα μου πεις : Δεν υπάρχουν άλλα πλαίσια λύσεων;


Προφανώς και υπάρχουν. Αλλά αυτά τα πλαίσια λύσεων δυσχεραίνουν τις προοπτικές της ανοικτής κοινωνίας, ή ευρίσκονται εκτός των προοπτικών για μια ανοικτή κοινωνία.


Και αυτά τα πλαίσια λύσεων είναι τα αυταρχικά ή τα ντροπαλώς (ή μη ντροπαλώς) ολοκληρωτικά πλαίσια λύσεων.


Οπότε και πάλι προκύπτει το ζήτημα της προσωπικής επιλογής του καθενός μας. Αυτό δεν μπορούμε να το αποφύγουμε. Και δεν θα το αποφύγουμε.


Τι επιθυμούμε; Εντός ποίων πλαισίων λύσεων επιλέγουμε να κινηθούμε; Εντός των πλαισίων που αφήνουν την κοινωνία μας να λειτουργήσει, ως ανοικτή κοινωνία, ή επιλέγουμε άλλες λύσεις (αυτές του ντροπαλού - ή του ανοικτού - ολοκληρωτισμού);


Αυτό είναι το πρόβλημα. Και αυτό δεν είναι καθόλου θεωρητικό. Είναι, εντόνως, πρακτικό πρόβλημα.


Ένα από αυτά που καταλογίζω στους σύγχρονους "ευρωπαϊστές" μας και στην εντόπια "ευρωπαϊστική" ελίτ - σε αυτούς συμπεριλαμβάνω και τον κ. Χαρίδημο Τσούκα - είναι ότι μέσα στον "προοδευτισμό" τους (τον οποίο ταυτίζουν με τον "ευρωπαϊσμό" και τον οποίον "ευρωπαϊσμό" θεωρούν, ως συνώνυμο της απρόσκοπτης συνέχισης των δημοκρατικών διαδικασιών), ξεχνούν ότι η σύγχρονη ευρωπαϊκή γραφειοκρατία της Ε.Ε. - και πολύ περισσότερο της ευρωζώνης - λειτουργεί μέσα σε ένα πλαίσιο το οποίο στερείται δημοκρατικής νομιμοποίησης και αποπνέει αυταρχισμό, ο οποίος εύκολα μπορεί να παρεκτραπεί σε ολοκληρωτικού τύπου συμπεριφορές, σε συνδυασμό με την εξυπηρέτηση ιδιοτελών συμφερόντων των διάφορων εντόπιων και υπερεθνικών ελίτ και ιδιαίτερα αυτά του σύγχρονου χρηματοπιστωτικού λεβιάθαν (περί της ευρωμπατιροτραπεζοκρατίας ο λόγος).


Ως εκ τούτου, ο σύγχρονος "ευρωπαϊσμός" δεν ταυτίζεται με την αδιατάρακτη δημοκρατική λειτουργία των σύγχρονων κοινωνιών της Ευρώπης. Πολύ περισσότερο όταν ο "ευρωπαϊσμός" αυτός ταυτίζεται, αφελώς, ή εξυπηρετώντας τα συμφέροντα της ευρωγραφειοκρατίας και των μπατιροτραπεζιτών, με την ευρωζώνη, η οποία αποτελεί - δυστυχώς - την έμπρακτη και συνάμα τραγική αποτυχία της ιδέας της ευρωπαϊκής ενότητας.


Και αυτού του είδους την απροσεξία (όχι, όμως, την ιδιοτέλεια) προσάπτω στον κ. Χαρίδημο Τσούκα. Σε αυτό το σημείο συμφωνώ σε πολλά με τους φιλελεύθερους και ιδίως με τους μακαρίτες Φρήντριχ φον Χάγεκ και (εν μέρει) Μίλτον Φρήντμαν (οι σύγχρονοι εκπρόσωποι των οποίων ουδέν λένε για το πρόβλημα της ευρωγραφειοκρατίας και των τραπεζιτών και του σύγχρονου αυταρχισμού που υφίσταται από την ύπαρξή τους και το αντιδημοκρατικό πλαίσιο στο oποίο κινούνται. Ίσως επειδή συμμετέχουν στο hijacking που έχει κάνει στην Ελλάδα η ευρωγραφειοκρατία, η γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ και η τρόϊκα).


Αυτού του είδους ο "ευρωπαϊσμός" δεν είναι απλή υπόθεση. Η κοινωνία της Ευρώπης, που δεν υπάρχει, ακόμα και η οποία πρέπει να δημιουργηθεί, δεν χρειάζεται μια νέα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, με δημοκρατικοφανή ψιμμύθια. Αυτό που, ήδη, υπάρχει, ως "Ευρώπη" είναι ήδη ένα αυταρχικό μόρφωμα, το οποίο, πολύ εύκολα, μπορεί να μετασχηματισθεί σε ένα ντροπαλώς ολοκληρωτικό μόρφωμα.


Γι' αυτό και ο αγαπητός κ. Τσούκας, όπως και η πανικόβλητη από τις εξελίξεις ελληνική πνευματική ελίτ - όσοι τουλάχιστον μένουν υποστηρικτές της Ανοικτής Κοινωνίας - πρέπει να προσέξουν το τι λένε και το τι υποστηρίζουν.


Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα με την ευρωγραφειοκρατία, τις σύγχρονες ευρωπαϊκές ελίτ και τον σύγχρονο "ευρωπαϊσμό", ο οποίος λειτουργεί ως ένα αυταρχικό μόρφωμα, το οποίο εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε ένα ολοκληρωτικό μόρφωμα.


Ο κίνδυνος δεν αυτός δεν ανήκει στο παρελθόν. Είναι παρών και είναι ενεργός. Τον υφίστανται οι χώρες του ευρωπαϊκού νότου και η Ιρλανδία. Δεν θα μείνει σε αυτές, αν αφεθεί χωρίς να αντιμετωπισθεί.


Και αυτό τα λέω, όντας και ο ίδιος ευρωπαϊστής (φορέας της ιδέας της ευρωπαϊκής ενότητας - αλλά όχι κάθε και οποιουδήποτε είδους ευρωπαϊκής ενότητας), διεθνιστής (φορέας της ιδέας της παγκόσμιας ενότητας, αλλά όχι κάθε και οποιουδήποτε είδους παγκόσμιας ενότητας) και πατριώτης (αλλά καθόλου τυφλωμένος πατριώτης).


Γι' αυτούς τους λόγους, λοιπόν, αυτό που χρειάζεται είναι προσοχή και εγρήγορση..."



Δεν υπάρχουν σχόλια: