Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Ευρώ ή δραχμή; Οι αιτίες της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη και το κυριαρχικό δικαίωμα των κρατών για κοπή νομίσματος (seigniorage). Καιρός να τυπώσουμε ευρώ.

Ο ευρωζωνικός δεινόσαυρος παραμένει άταφος και σαν αιμοποτικό ζόμπυ τρώει χώρες και λαούς, περιμένοντας τον νεκροθάφτη του. Καιρός να τον θάψουν, πριν καταστρέψει τα πάντα, γύρω του...



Όσο περνάει ο καιρός και ιδιαίτερα τώρα, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 6/5/2012 και εν όψει των νέων εκλογών της 17/6/2012, ύστερα από το αδιέξοδο που προέκυψε, κατά τις διαβουλεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης και κυρίως μετά την σαρωτική λαϊκή ψήφο, κατά της πολιτικής των Μνημονίων, που ακολούθησαν τα δύο πρώην μεγάλα κόμματα, η χώρα έρχεται αντιμέτωπη, με το πραγματικό δίλημμα, που ευθύς εξ αρχής, της είχε τεθεί, με την έλευση της ουσιαστικής χρεωκοπίας του ελληνικού κράτους τον Απρίλιο του 2010, το οποίο δίλημμα, όμως, εξοβελίστηκε από την δημόσια συζήτηση και αντιμετωπίστηκε σαν να μην τέθηκε και να μην υπήξε ποτέ, εξ αιτίας των τυφλών επιλογών πανικού της ανόητης ‘‘ευρωπαϊστικής’’ ελληνικής πολιτικής, οικονομικής και πνευματικής ελίτ.


Φυσικά, το περιεχόμενο του διλήμματος ταυτίζεται με την διάζευξη, με την επιλογή, ανάμεσα στην παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ και την ζώνη του, ή στην επιστροφή της στο παλαιό νόμισμά της, στην δραχμή.

Βέβαια, οι ερχόμενες εκλογές της 17/6/2012 μπορεί να αποδειχθούν κρίσιμες, ως προς την απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Πολύ περισσότερο, εάν η χώρα οδηγηθεί από τους "εταίρους" στην έξοδο από την ευρωζώνη. Εάν δηλαδή, υποχρεωθεί να επιλέξει η ίδια την επιστροφή στην δραχμή, μέσα από την επιβολή μιας χρηματοδοτικής ασφυξίας από την Ε.Κ.Τ. και τούτο διότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος εξόδου μιας χώρας από την ευρωζώνη, αφού καμμιά χώρα δεν μπορεί να εκδιωχθεί, ή να αποβληθεί, από αυτήν.

Όμως, στις ερχόμενες εκλογές δεν τίθεται καθαρά το δίλημμα της παραμονής στην ευρωζώνη, ή της επιστροφής στο τοπικό νόμισμα της χώρας, αφού όλοι οι πρωταγωνιστές (πλην Κ.Κ.Ε. το οποίο έχει αυτοπεριθωριοποιηθεί και από ό,τι φαίνεται θα πληρώσει αυτή του την επιλογή) ομνύουν στην "ευρωπαϊκή" προοπτική της Ελλάδας (όσο και αν στον ΣΥΡΙΖΑ αφήνονται κάποια περιθώρια για μια άλλη πορεία της χώρας). Άλλωστε, οι εκλογές αυτές, που φαίνεται ότι επιφυλάσσουν έναν ρόλο κομπάρσου στο ΠΑΣΟΚ, είναι απρόβλεπτες ως προς το αποτέλεσμά τους και κυρίως ως προς το ποιό κόμμα θα πάρει την πρώτη θέση και μαζί με αυτήν, το bonus των 50 εδρών, που θα παίξει σημαντικό ρόλο στον ποιός θα καθίσει στο τιμόνι της διακυβέρνησης της χώρας. Ν.Δ. έχει ένα προβάδισμα, διότι φαίνεται ότι έχει δυνατότητες να αντλήσει ψήφους από όμορους χώρους, αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να πράξει το ίδιο, ξεφουσκώνοντας το Κ.Κ.Ε., την ΔΗΜΑΡ και το ΠΑΣΟΚ. Όμως, τίποτε δεν είναι δεδομένο, μέχρι το τέλος, διότι θα υπάρξουν πολλά σκαμπανεβάσματα και ανατροπές).

Πέραν τούτου, άλλωστε, οι εκλογές αυτές, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμά τους, είτε κερδίσουν οι φιλομνημονιακές δυνάμεις, είτε όχι, θα είναι ένας σταθμός και όχι το τέλος της διαδρομής, η οποία θα είναι μεγάλη και θα αποτελείται από μια σειρά εκλογικών αναμετρήσεων, με δεδομένο το ότι οι κυβερνήσεις, που θα σχηματισθούν, θα είναι αναλώσιμες και ως εκ τούτου, βραχύβιες. (Πολύ περισσότερο, αν τώρα επικρατήσουν οι φιλομνημονιακές δυνάμεις, οι οποίες θα υποχρεωθούν να εφαρμόσουν το καταστροφικό Μνημόνιο του περασμένου Φεβρουαρίου, το οποίο έχουν συνυπογράψει και σύντομα δεν θα μπορούν να σταθούν, αφού θα έχουν αποσταθεροποιήσει, πλήρως, την χώρα και την ίδια τους την θέση).

Το δίλημμα ανάμεσα στην παραμονή στο ευρώ και την ζώνη του, ή στην επιστροφή στην δραχμή, θα τεθεί και θα συνεχίσει να τίθεται, αν δεν λυθεί στις εκλογές του Ιουνίου. Και θα εξακολουθήσει να τίθεται, όσο η χώρα παραμένει στο ευρώ και όσο η δόμηση του ευρώ παραμένει αυτή που είναι. Και το αστείο είναι ότι στην λύση μιας απελπισμένης και μέσα σε κατάσταση πανικού, εξόδου από την ευρωζώνη μπορεί να καταφύγουν οι φιλομνημονιακοί "ευρωπαϊστές", μη μπορώντας να πράξουν διαφορετικά και επιλέγοντας την αποφυγή της σύγκρουσης με το Βερολίνο, την Φραγκφούρτη και το Παρίσι.


Όσον αφορά το περιεχόμενο του ίδιου του διλήμματος, πρέπει να πω ότι η Ελλάδα έχει πάρει τον δρόμο της επιστροφής στην δραχμή, η οποία καθίσταται όλο και περισσότερο αναγκαία και απαραίτητη, όσο περνάει ο καιρός και όσο οι ελίτ της Γερμανίας και των άλλων πλεονασματικών χωρών της ευρωζώνης αποφεύγουν να δεσμευτούν στην εμβάθυνση της κοινής ευρωπαϊκής τους πορείας και όσο επιμένουν στην άρνησή τους να ενταφιάσουν την ευρωζώνη, ως νομισματική και οικονομική ένωση, αποσκοπώντας στο να μην προχωρήσουν σε μια ευρωπαϊκή κρατική ομοσπονδία, βασισμένη στα αμερικανικά πρότυπα.


Στα ζητήματα, αυτά, όμως, που έχουν να κάνουν με τις ανθρώπινες επιλογές, γύρω από την οργάνωση των κοινωνιών και των οικονομιών τους, δεν υπάρχουν δράσεις και επιλογές, οι οποίες να είναι μοιραίες. Με λίγα λόγια, όπως έχω ξαναγράψει, η επιστροφή στην δραχμή δεν είναι η μοίρα μας, ως κοινωνίας. Μπορεί, όμως, να γίνει, υπό προϋποθέσεις, η επιλογή μας και μάλιστα, χωρίς αυτή η επιλογή να αποτελεί προϊόν πανικού και κυρίως, χωρίς να πυροδοτήσει σενάρια καταστροφής, όσο δύσκολο και αν είναι – και θα είναι – ένα τέτοιο εγχείρημα. Αλλά, για να γίνει μια τέτοια μετάπτωση στο ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι κραδασμοί, που θα ακολουθήσουν, ως συνέπεια αυτής της μετάπτωσης, στην οικονομία της χώρας, απαιτείται η ύπαρξη λεπτομερώς επεξεργασμένου σχεδίου και φυσικά η συγκρότηση ενός ικανού επιτελείου, το οποίο θα διαμορφώσει αυτό το σχέδιο. Και αυτά καθίστανται απαραίτητα, ακόμα περισσότερο, επειδή, όπως φαίνεται από τις έως τώρα, κινήσεις της, εν πλήρη πανικώ, διατελούσας ελίτ του τόπου, δεν υφίσταται ούτε ένα ‘‘σχέδιο Β’’, που να αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο της εξόδου από την ευρωζώνη και την επιστροφή στην δραχμή, αλλά και ούτε μια επιτελική ομάδα, η οποία να έχει επεξεργασθεί ένα σχέδιο, για το ενδεχόμενο μιας επίπονης μετάβασης, από το ευρώ στην δραχμή.


Για τους ίδιους λόγους, που έχουν να κάνουν με τις ανθρώπινες επιλογές στα ζητήματα που αφορούν την κοινωνική και οικονομική οργάνωση, όπως ακριβώς και με την επιστροφή στην δραχμή, έτσι και η παραμονή της χώρας μας στο ευρώ και την ζώνη του – εάν και εφόσον επιβιώσουν από την δομική και υπαρξιακή κρίση, που μαστίζει την ευρωζώνη - μπορεί να συνεχίσει να αποτελεί επιλογή μας, εάν το αποφασίσουμε, ως κοινωνία, όσο και εάν η παραμονή μας στην ευρωζώνη (όπως αυτή είναι θεσμικά συγκροτημένη έως τώρα και μέχρι το προβλεπτό μέλλον), αποτελεί, ουσιαστικά, μια αποστολή αυτοκτονίας, μια επιχείρηση ενός καμικάζι, που, συν τοις άλλοις, θα καταστούν αναποτελεσματικές, ως προς τον στόχο τους, που δεν είναι άλλος από την διάσωση του ευρώ και της ζώνης του, ως έχουν.


Το κείμενο, που ακολουθεί, προσπαθεί να κάνει κάποιες προτάσεις και να επιχειρήσει να δώσει κάποιες απαντήσεις, όχι τόσο στο ίδιο το δίλημμα, αλλά στην διερεύνηση των δυνατοτήτων χειρισμών, που έχει η χώρα μας, για όσο παραμένει στην ευρωζώνη, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι η πολιτική της ηγεσία είναι αποφασισμένη να υπερασπίσει τα συμφέροντα του ελληνικού πληθυσμού και όχι τα συμφέροντα των τοκογλυφικών δανειστών της χώρας, τα οποία, δυστυχώς, εξυπηρέτησε, έως τώρα, λειτουργώντας, ως μια οργανωμένη ομάδα μπράβων των δανειστών.


Αλλά, για να σταθεί δυνατό να γίνει μια, έστω και πρωτόλεια, επεξεργασία των πιθανών χειρισμών, στους οποίους μπορεί να καταφύγει, εντός ευρωζώνης, μια ελληνική κυβέρνηση, η οποία θα υπηρετεί τα συμφέροντα των Ελλήνων πολιτών και όχι των, πάσης φύσεως, τοκογλυφικών δανειστών της χώρας, απαραίτητο είναι να προσδιοριστεί το συγκεκριμένο περιεχόμενο του άμεσου προβλήματος, που αντιμετωπίζει η χώρα από την ίδια την λειτουργία του ευρώ και της ζώνης του. Και το πρόβλημα αυτό, στην παρούσα φάση του, έχει να κάνει με την τερατώδη υποχρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας, η οποία υφίσταται έναν αργό, βασανιστικό και στραγγαλιστικά ασφυκτικό θάνατο.


Γιατί συμβαίνει αυτό; Συμβαίνει επειδή η Ελλάδα χρεωκόπησε, εντός ευρωζώνης και με ένα νόμισμα (το ευρώ) το οποίο είναι και λειτουργεί, ως ένα ξένο νόμισμα, για την χώρα. Και η Ελλάδα χρεωκόπησε, επειδή δεν υπάρχει καμμία εγγύηση για τα κρατικά της ομόλογα. Η έλλειψη μιας τέτοιας εγγύησης, μαζί με το υψηλό της δημόσιο χρέος και τον εκτροχιασμό του προϋπολογισμού της, καθώς και ο αποκλεισμός κάθε πιθανής ανάπτυξής της, που ήλθαν ως αποτελέσματα της μεγάλης διεθνούς ύφεσης του 2008.


Όλα αυτά προέκυψαν, λόγω των τεράστιων δομικών ανεπαρκειών της ευρωζώνης, μια εκ των οποίων (και η οποία ευρίσκεται στην αιχμή του δόρατος της κρίσης που έχει προκύψει στην ευρωζώνη) είναι το γεγονός ότι η Ε.Κ.Τ. δεν λειτουργεί, ως εγγυητής και δανειστής της τελευταίας καταφυγής, όσον αφορά τον κρατικό δανεισμό των χωρών της ευρωζώνης. Και φυσικά, η ευρωζώνη δεν πρόκειται να επιβιώσει, αν δεν λύσει αυτό το τεράστιο πρόβλημα. Το ζήτημα είναι ότι η Ε.Κ.Τ. δεν έχει την θεσμική δυνατότητα, όπως προβλέπεται από την Συνθήκη του Μάαστριχτ, να αγοράζει ομόλογα και μέσω αυτών των αγορών, να προβαίνει σε δανεισμό των κρατών, παρά μόνον από την δευτερογενή αγορά. Σε αυτή την ρύθμιση είναι που επιμένει η Γερμανία, η ηγεσία της οποίας θεωρεί ότι η πολιτική της ανοικτής αγοράς κρατικών ομολόγων από την Ε.Κ.Τ. (ή, αντ’ αυτής, από τους μηχανισμούς στήριξης EFSF και ESM) είναι μια μονεταριστική αντιμετώπιση του δημοσίου χρέους των χωρών της ευρωζώνης και μια ‘‘άδεια εκτύπωσης χρημάτων’’, η οποία θα οδηγήσει σε πληθωρισμό – τον παλαιό κακό δαίμονα της γερμανικής συλλογικής μνήμης από τις αρχές της δεκαετίας του 1920.


Οι δύο πρώτοι γερμανικοί ισχυρισμοί είναι βάσιμοι, αλλά είναι μονομερείς, στον βαθμό που δεν επιτρέπουν την εκτύπωση χρήματος, με σκοπό τον κρατικό δανεισμό. Πράγματι, η Ε.Κ.Τ., με την αγορά των κρατικών ομολόγων από την πρωτογενή αγορά, δεν κάνει τίποτε περισσότερο από το να προβαίνει στην εκτύπωση χρήματος. Όμως, ακριβώς στο ίδιο, δηλαδή στην εκτύπωση χρήματος, προέβαιναν και εξακολουθούν να προβαίνουν οι εμπορικές και οι επενδυτικές τράπεζες, οι οποίες δανείζονται, με χαμηλά επιτόκια, της τάξεως του 1% από την Ε.Κ.Τ. και τα χρήματα αυτά τα δανείζουν στα κράτη, αγοράζοντας ομόλογά τους, με μεγάλα περιθώρια κέρδους (επιτόκια από 4% και άνω). Κατόπιν τοποθετούν τα ομόλογα αυτά, ως εγγύηση, στην Ε.Κ.Τ. και παίρνουν νέα δάνεια, με τους ίδιους όρους, από την Ε.Κ.Τ., τα οποία δανείζουν και πάλι στα κράτη. Έτσι, άλλωστε, τεκμηριώνεται και η διαρκής τοκογλυφία των τραπεζών, για τις οποίες αυτή η διαρκής διαδικασία λειτουργεί ως ένα πολύ επικερδές πρόγραμμα επιδότησης των τραπεζών, αφού αυτές κερδίζουν πολύ χρήμα, χωρίς να επενδύουν ούτε ένα ελάχιστο ποσόν από τα δικά τους κεφάλαια.


Εδώ βρίσκεται και η μονομέρεια της θέσης και η υποκρισία της γερμανικής ελίτ, για την οποία είναι θεμιτή η δημιουργία τεράστιων ποσοτήτων χρήματος (fiat currency) από τις ιδιωτικές τράπεζες, εκ του μηδενός, μαζί με την επισώρευση υψηλών κερδών, γι’ αυτές, ενώ, αντιθέτως, είναι απαράδεκτη η δημιουργία μικρότερης ποσότητας χρήματος για την δανειακή κάλυψη των αναγκών των κρατών μελών της ευρωζώνης, επειδή η αύξηση της ποσότητας του χρήματος, από τον δημόσιο τομέα δημιουργεί πληθωρισμό!

Το γερμανικό επιχείρημα έχει και την ηθική του διάσταση, αφού συνοδεύεται και από τον ισχυρισμό ότι ο κίνδυνος του "υπερπληθωρισμού" επιβαρύνει δυσανάλογα τους πολίτες και τα κράτη, δημιουργώντας στρεβλώσεις και αδικίες στην κατανομή του πλούτου - ένα επιχείρημα το οποίο αντιστοιχεί στα συμφέροντα των ελίτ του χρηματοπιστωτικού τομέα, αφού η παραγωγή του χρήματος, εκτός των πλαισίων ελέγχου των ελίτ αυτών, είναι μια διαδικασία η οποία βάζει και το εκλογικό σώμα - δηλαδή τους πολίτες και τις κυβερνήσεις, που ελέγχονται από αυτούς, - ως ένα αστάθμητο παράγοντα και ενεργό παίκτη, στην παραγωγή του χρήματος και στην κατανομή του πλούτου, με κριτήρια εξωοικονομικά και εις βάρος της δεδομένης ιεραρχίας του πλούτου, που προκύπτει όταν η παραγωγή του χρήματος ελέγχεται μόνον από τους "αρμόδιους" παράγοντες, οι οποίοι, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτών των ελίτ, είναι οι ίδιες και ουδείς άλλος.


Ο τελευταίος ισχυρισμός, που αφορά τον πληθωρισμό, που θα προκύψει από τον δανεισμό των κρατών της ευρωζώνης από την Ε.Κ.Τ., μέσω της αγοράς των ομολόγων των κρατών της από αυτήν, είναι αβάσιμος. Και αποδεικνύεται ότι είναι αβάσιμος, από το γεγονός ότι η πολιτική του fiat currency και για τον κρατικό δανεισμό, ακολουθείται, επί μακρόν, από μια σειρά χώρες, όπως οι Η.Π.Α., η Ιαπωνία, η Μεγάλη Βρετανία, η Ελβετία κλπ, συνοδευόμενη και από την απ' ευθείας κοπή νομίσματος από τα κράτη, που ασκούν το δικαίωμα της νομισματοκοπής (seigniorage), αποφεύγοντας τον τραπεζικό δανεισμό, χωρίς αυτή η πολιτική να έχει σημαντική επίπτωση στον εσωτερικό πληθωρισμό των χωρών αυτών. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό - και μάλιστα χωρίς να υπάρχουν στις χώρες αυτές κάποιοι μηχανισμοί ελέγχου των τιμών - είναι προφανής.

Το φρεσκοτυπωμένο χρήμα των χωρών αυτών ανατάσσει τις οικονομίες τους από την ύφεση από την οποία μαστίζονται και ανακόπτοντας τα υφεσιακά φαινόμενα, ή/και αυξάνοντας την παραγωγή και το ΑΕΠ τους, εξισορροπεί τα μειωμένα έσοδα των κρατών, που είναι αποτέλεσμα αυτής της ύφεσης. Με τον τρόπο αυτόν, δηλαδή με την δημιουργία χρήματος προς κάλυψη των κρατικών αναγκών, οι χώρες αυτές αυτοπροστατεύονται από την διεθνή και εγχώρια ύφεση, ανατάσσουν τις οικονομίες τους και επειδή ο δανεισμός τους, με την διαδικασία του fiat currency, είναι ένας εσωτερικός δανεισμός, εκφρασμένος στα τοπικά τους νομίσματα, μπορούν να δανείζονται και τα όποια ποσά χρειάζονται από τις αγορές, σε ξένο συνάλλαγμα, ευκολότερα από τις χώρες της ευρωζώνης (κλασσικό παράδειγμα η Βρετανία, η οποία παρά το γεγονός ότι έχει ένα δημοσιονομικό έλλειμμα και ένα συνολικό χρέος πολύ μεγαλύτερα από αυτά της Γερμανίας και ενώ το δημόσιο χρέος αυτών των χωρών είναι περίπου το ίδιο, ως ποσοστό του ΑΕΠ, δανείζεται με επιτόκια, τα οποία είναι μικρότερα από αυτά της Γερμανίας).


Επιπροσθέτως, όλες οι οικονομίες (και πολύ περισσότερο αυτές της ευρωζώνης) είναι πολύ μακριά από τις πραγματικές παραγωγικές τους δυνατότητες, λόγω των απόνερων της διεθνούς ύφεσης του 2008 και της ατολμίας που διακρίνει τις ηγεσίες των χωρών να αντιμετωπίσουν δραστικά την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί, μετά από την έλευση αυτής της ύφεσης και μπορούν, χωρίς νέες επενδύσεις να παράγουν πολύ περισσότερα από αυτά που μπορούν να πουλήσουν.


Με αυτά τα δεδομένα η "αντιπληθωριστική υστερία", που επικρατεί, ως επιχειρηματολογία, στους κύκλους της γερμανικής πολιτικοοικονομικής ελίτ δεν έχει ένα πραγματικό περιεχόμενο και αποτελεί μια πρόφαση.

Και είναι μια ψευδεπίγραφη πρόφαση η αντιπληθωριστική επιχειρηματολογία των Γερμανών, πολύ περισσότερο, επειδή χρησιμοποιείται τώρα για την απόρριψη της χρηματοδότησης των αναγκών του δημόσιου τομέα της ευρωζώνης, με την εύκολη δημιουργία χρήματος, την ίδια στιγμή που η ίδια διαδικασία παραγωγής χρήματος κρίνεται από τους ίδιους, ως  θεμιτή, όσον αφορά τον ιδιωτικό τραπεζικό τομέα (!) και ενώ όλα τα προηγούμενα χρόνια, πριν από την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, όλοι τους, (τραπεζίτες, οικονομολόγοι κλπ) δεν έκαναν τίποτε για να εμποδίσουν τις ιδιωτικές τράπεζες να αυξήσουν την προσφερόμενη ποσότητα χρήματος την οποία υπερδιπλασίασαν, μέσα από μια υπερδιόγκωση του ιδιωτικού δανεισμού, με αποτέλεσμα - ιδίως οι γερμανικές τράπεζες - να συμβάλλουν με την έντονη πιστωτική επέκταση, στην οποία προέβησαν, στην αύξηση των τιμών, κυρίως, των ακινήτων και στην δημιουργία φουσκών, το σπάσιμο των οποίων οδήγησε στην ύφεση και στην κρίση του ιδιωτικού χρέους στην Ιρλανδία και στην Ισπανία, μια κρίση, η οποία κατέστη στην συνέχεια σε κρίση και του δημόσιου χρέους αυτών των χωρών. (Ιδιαίτερα στην Ιρλανδία το συνολικό χρέος της χώρας αυτής ανέρχεται στο ιλιγγιώδες μέγεθος του 1166% του ΑΕΠ της, εκ του οποίου το τραπεζικό της χρέος ανήλθε στο 689% του ΑΕΠ - στην Ιρλανδία το τραπεζικό της σύστημα κατέρρευσε και κρατικοποιήθηκε, για να οδηγηθεί και αυτή, στα τέλη του 2010, στο Μνημόνιο, παρά το γεγονός ότι το δημόσιο χρέος της ήταν μικρότερο του 109% του ΑΕΠ, μέγεθος το οποίο το έφθασε, εντός του 2011).

Στην πραγματικότητα, η εθνικιστική γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ αυτό που θέλει να αποφύγει είναι το να πληρώσει και να μην χάσει, έστω και ένα μέρος, από όσα έχει κερδίσει (κατασκευάζοντας το ισχύον θεσμικό πλαίσιο της ευρωζώνης), προκειμένου να αντιμετωπισθεί η κρίση μέσα στην ευρωζώνη. Επιδιώκει, πεισματικά, να αποφύγει την οριστική δέσμευσή της στην ευρωπαϊκή της προοπτική, η οποία, μέσα από την έλευση της παρούσας θεσμικής κρίσης της ευρωζώνης, ως νομισματικής και οικονομικής ένωσης, τίθεται επί άλλης βάσεως, αφού η κρίση αυτή τοποθετεί, επί τάπητος, το ζήτημα της ομοσπονδιοποίησης της ευρωπαϊκής ηπείρου, για την οποία η γερμανική ελίτ ούτε που θέλει να ακούσει να γίνεται λόγος και προσπαθεί να αποφύγει την, εντός ευρωζώνης, αναγκαία ανακατανομή των πλεονασμάτων και των ελλειμμάτων, μια ανακατανομή, η οποία μπορεί να γίνει, μέσα από δημόσιες επενδύσεις και μέσα από την τόνωση της δημόσιας κατανάλωσης.

Όργανο, για την αναγκαία ανακατανομή του εισοδήματος, μέσα στην ευρωζώνη και την επάνοδο στην αναπτυξιακή διαδικασία είναι η κοπή του χρήματος, μέσα από τον φθηνό δανεισμό των κρατών της ευρωζώνης από την Ε.Κ.Τ. και με την άσκηση του δικαιώματος νομισματοκοπής (seigniorage) από τα κράτη της ευρωζώνης. Και στα δύο αυτά μέσα, για την επάνοδο στην ανάπτυξη, αντιτίθεται, σφοδρώς, η γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ. Και δια της συμμαχίας της, με την γραφειοκρατία της Ε.Κ.Τ. και την ευρωμπατιροτραπεζοκρατία, έχει επιβάλλει μια στραγγαλιστική ασφυξία στην χρηματοδότηση των κρατών της ευρωζώνης, καθιστώντας τον δημόσιο δανεισμό πανάκριβο και ουσιαστικά απαγορευτικό.

Για τον λόγο αυτόν, η Ελλάδα και οι άλλες χώρες της ευρωζώνης, εάν θέλουν να παραμείνουν στην ευρωζώνη, πρέπει να ασκήσουν το κυριαρχικό δικαίωμα της νομισματοκοπής (seigniorage), που έχουν τα κράτη τους και το οποίο το ασκούσαν, πριν από την ένταξή τους στην ευρωζώνη.

Πρέπει, δηλαδή, να κόψουν ευρώ, για να καλύψουν τις ανάγκες τους και να ξαναβάλουν εμπρός στην αναπτυξιακή διαδικασία. Και αυτό πρέπει να το πράξουν, δίνοντας τις σχετικές εντολές στην Ε.Κ.Τ. και αν αυτή δεν πειθαρχήσει, υποχρεώνοντας τις δικές τους κεντρικές τράπεζες.

Το νόμιμο δικαίωμα της Ελλάδας και των άλλων κρατών της ευρωζώνης, να τυπώνουν ευρώ προκύπτει από το άρθρο 106 της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπου προβλέπεται ότι :

«Η ΕΚΤ έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπει την έκδοση τραπεζογραμματίων μέσα στην Κοινότητα. Η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες μπορούν να εκδίδουν τέτοια τραπεζογραμμάτια. Τα τραπεζογραμμάτια που εκδίδονται από την ΕΚΤ και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες είναι τα μόνα τραπεζογραμμάτια που αποτελούν νόμιμο χρήμα μέσα στην Κοινότητα».

Τα ίδια επαναλαμβάνει και το Πρωτόκολλο για το Καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στο άρθρο 16.

Οι διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με την κήρυξη της χώρας μας και των χωρών που περνούν κρίση δανεισμού, σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, κατοχυρώνουν την άσκηση, εκ μέρους τους, του δικαιώματος της νομισματοκοπής (seigniorage), με σκοπό την νομισματοποίηση του δημόσιου χρέους τους - δηλαδή τον "εκπληθωρισμό" του χρέους αυτού [o όρος είναι αδόκιμος, διότι δεν υπάρχει ένας αυτόματος μηχανισμός, που να μεταφράζει την πληρωμή των δημοσίων χρεών, σε πληθωρισμό, όπως λέει η γερμανική ελίτ, πλην όμως, τον χρησιμοποιώ αυτόν τον όρο, για να περιγράψω την διαδικασία αποπληρωμής του, μέσω της άσκησης του κρατικού δικαιώματος εκτύπωσης χρήματος (seigniorage). Ο όρος "νομισματοποίηση του χρέους" είναι ορθότερος, αλλά είναι ένας οικονομοτεχνικός όρος, ο οποίος δεν γίνεται κατανοητός στο ευρύ κοινό, ως προς το περιεχόμενο του νοήματός του]. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, άλλωστε, ότι το δικαίωμα νομισματοκοπής το έχει ασκήσει, ήδη, η Ιρλανδία - έστω και αν το έπραξε διστακτικά και αποσπασματικά - τυπώνοντας γύρω στα 51 δισ. € και μάλιστα, χωρίς να κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης και ενημερώνοντας, για την ενέργειά της αυτή, την Ε.Κ.Τ., η οποία δεν έφερε αντίρρηση.

Αλλιώς, το μόνο που έχουν να κάνουν οι πληττόμενες χώρες της ευρωζώνης, είναι το να επιστρέψουν στα παλιά τους νομίσματα και να ασκήσουν το δικαίωμα νομισματοκοπής, κόβοντας δικό τους νόμισμα.

Ας δούμε, όμως, το κείμενο, που ακολουθεί και το οποίο δημοσιεύτηκε, τμηματικά κατά το χρονικό διάστημα, από τις 14/5/2012 έως τις 19/5/2012, ως σχόλια σε τρία άρθρα που δημοσιεύτηκαν στην "Αριστερή Στρουθοκάμηλο". Τα άρθρα αυτά, στα οποία μπορείτε να βρείτε τα, εν λόγω, σχόλια είναι : "Για το ελληνικό Μνημόνιο" http://aristeristrouthokamilos.blogspot.com/2012/05/blog-post_2112.html και "Τα νούμερα δεν λένε ψέμματα Αλέξη - τα πολιτικά νούμερα μπορεί" http://aristeristrouthokamilos.blogspot.com/2012/05/blog-post_14.html και "Εκλογές με δίλημμα : Σαμαράς ή Τσίπρας; Όχι ευχαριστώ!" http://aristeristrouthokamilos.blogspot.com/2012/05/blog-post_15.html .




"Σε πολλούς είναι αρεστή η αμετροεπής παραμυθολογία. Πολλές φορές στην ζωή τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά.


Η ευρωζώνη του πάνσκληρου και ιλιγγιωδώς υπερτιμημένου ευρώ (αυτού του νέου "χρυσού κανόνα" της εποχής μας) είναι, ήδη, νεκρή - αν και η κ. Μέρκελ και η παρέα της την αφήνουν να επιβιώνει σαν ζόμπυ. Η ευρωζώνη, όμως, παρ' όλ' αυτά, θα ταφεί. Αυτό θα συμβεί, προφανώς, μέσα από μια αργή και βασανιστική διαδικασία, αλλά δεν μπορεί να αποφευχθεί. Και στην θέση της, ή θα επανέλθει ο παλαιός ευρωπαϊκός κατακερματισμός (με κάποιες νομισματικές συσσωματώσεις, ένθεν, κακείθεν, στον Βορρά και στον Νότο), ή θα ακολουθήσει ο μετασχηματισμός της Ε.Ε. (ή τμήματός της), σε μια ευρωπαϊκή κρατική ομοσπονδία αμερικανικού τύπου.


Αν κάποιος νομίζει ότι, με ένα ευρώ, του οποίου η ισοτιμία με το δολλάριο κυμαίνεται στα επίπεδα 1/1,30 και 1/1,40 (ενώ η πραγματική του ισοτιμία είναι 1/0,95 έως 1/0,85), η Ελλάδα μπορεί να επιβιώσει (ή ότι μπορούν να επιβιώσουν χώρες, σαν την Ιταλία και την Ισπανία - ή ακόμα και η Γαλλία) είναι αφελής και μακριά νυχτωμένος. Με αυτό το ευρώ, η Ελλάδα δεν μπορεί να πουλήσει, ούτε να παράξει. Για να πουλήσει και να παράξει, πρέπει το ευρώ να πληθωριστεί.


Αλλά ποιος θα πράξει κάτι τέτοιο; Η Ε.Κ.Τ.; Κομμάτι δύσκολο.


Η επιστροφή στην δραχμή θα ήταν μια κάποια λύση. Αλλά, πριν από την επιστροφή στην δραχμή, υπάρχουν δυνατότητες χειρισμών και εντός ευρώ, στις οποίες μπορεί να καταφύγει η χώρα μας. Αρκεί οι πολιτικοί της ηγέτες της να μην λειτουργούν, ως μπράβοι των δανειστών.


Τι μπορεί να πράξει η Ελλάδα; Πολλά μπορεί να πράξει. Ας δούμε ένα από αυτά, που μπορεί να πράξει :


Κηρύσσοντας την χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης (η οποία είναι υπαρκτή και δεν αποτελεί αποκύημα φαντασίας), μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα του seigniorage και να δώσει εντολή στα όργανα της Ε.Κ.Τ. στην Φραγκφούρτη (τα οποία αποτελούν μέρος του ελληνικού κράτους, ως όργανα ασκούντα, κατά παραχώρηση, δημόσια εξουσία) να κόψουν χρήμα, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι ανάγκες του, εν καταστάσει ανάγκης, ευρισκομένου ελληνικού δημοσίου. Εάν τα φυσικά πρόσωπα των αρμοδίων οργάνων της Ε.Κ.Τ. δεν το πράξουν - πέρα από την άσκηση ποινικών διώξεων, για ανυπακοή και εσχάτη προδοσία, εις βάρος όσων αρνηθούν να υπακούσουν -, η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να προχωρήσει, αυτοδυνάμως, στην εκτύπωση ευρώ, μέσω των νομισματοκοπείων, που βρίσκονται στην χώρα μας, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες της, ενημερώνοντας, σχετικά, την Φραγκφούρτη.


Άλλωστε, ασκώντας το δικαίωμα του seigniorage - το οποίο συνίσταται στην κυριαρχική εξουσία κάθε κράτους να κόβει νόμισμα, εκ του μηδενός και να καλύπτει τις ανάγκες του - η Ελλάδα, επί δραχμής (πριν το έτος της καταστροφής - περί του έτους 2002 ο λόγος), ικανοποιούσε ένα μέρος από τις ανάγκες της, δαπανώντας ένα ποσόν της τάξης του 10% του ΑΕΠ, όπως και η Ιταλία. Κάτι που, άλλωστε, κάνουν και οι ΗΠΑ, σε μικρότερα επίπεδα. Ως εκ τούτου, τα ποσά που αναφέρει ο minority opinion είναι αναξιόλογα, ως μέγεθος.


Λύσεις και δυνατότητες χειρισμών υπάρχουν, πάντοτε. Αρκεί να υπάρχει η βούληση να χρησιμοποιηθούν...


Όλα τα υπόλοιπα είναι άνευ ουσίας και λέγονται, απλώς για να γίνεται κουβέντα. (Και για να μην στενοχωρούνται η ευρωμπατιροτραπεζοκρατία και η γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ, που κατασκεύασαν το ευρώ, σύμφωνα με τις επιθυμίες και τα συμφέροντά τους - και καλά έκαναν, αφού οι άλλοι τους το επέτρεψαν και αποδέχτηκαν τις γερμανικές απαιτήσεις, οι οποίες συνέπιπταν, με αυτές της ευρωμπατιροτραπεζοκρατίας. Τώρα, όμως, τα πράγματα άλλαξαν και το χαοτικό αυτό θεσμικό συγκρότημα καταρρέει. Και δυστυχώς, για όλους τους, τίποτε δεν το σώζει. Δεν πειράζει. Μικρό το κακό).


Περισσότερα, επί του θέματος της εγχώριας εκτύπωσης ευρώ μπορεί, όποιος επιθυμεί, να δει στο μπλογκ μου ένα παλαιό δημοσίευμά μου, με τίτλο : «Η σύγχρονη χρηματοπιστωτική τοκογλυφία, μέσω της δημιουργίας του Fiat Money, το ελληνικό δημόσιο χρέος και οι εξωσυμβατικές λύσεις για την αντιμετώπισή του. (Θαρσείν χρη. Καιρός είναι να τυπώσουμε ευρώ)» http://tassosanastassopoulos.blogspot.com/2011/03/fiat-money.html .


Φυσικά, δεν διεκδικώ κάποια ... ευρεσιτεχνία, ως προς την εξεύρεση λύσεων, αλλά όποιος θέλει να βρει λύσεις, βρίσκει. Όποιος δεν θέλει, δεν βρίσκει...


Όσον αφορά τα 2 Μνημόνια, οποιαδήποτε ουσιαστική διαπραγμάτευση ξεκινάει, μόνο με την καταγγελία τους. Κάθε τι άλλο, νομιμοποιεί ένα αποτέλεσμα εκβίασης της χώρας, από τους εκπροσώπους των δανειστών της - διότι οι "εταίροι" της ευρωζώνης λειτούργησαν, ως μπράβοι των ιδιωτών δανειστών, αρχικά και στην συνέχεια και οι ίδιοι, ως τοκογλυφικοί δανειστές. Αυτή είναι η ουσία του πράγματος. Και η πρόσφατη λαϊκή ετυμηγορία απέρριψε τα Μνημόνια και ως προς το περιεχόμενό τους και ως προς την διαδικασία δημιουργίας τους. Και όπως φαίνεται, θα επαναλάβει την ψήφο του. (Αν και όπως έχω, επανειλημμένα, γράψει, τα Μνημόνια έπρεπε να τεθούν στην κρίση του εκλογικού σώματος και τον Μάϊο του 2010 και εφέτος τον Φεβρουάριο).


Το να επαναδιαπραγματευθούν (οι ίδιοι, ή μέσω τρίτων, τους οποίους θα στηρίζουν και οι οποίοι θα εξαρτώνται από αυτούς) εκείνοι οι πολιτικοί αρχηγοί, που, ενεργώντας, ως μπράβοι των δανειστών, ενέπλεξαν την χώρα σε αυτές τις δουλοκτητικού περιεχομένου συμβάσεις, είναι αστείο και να το συζητεί κάποιος. Ουδέν πρόκειται να επαναδιαπραγματευθούν και θα πράξουν ό,τι έπραξαν και τον περασμένο Φεβρουάριο.


Την διαπραγμάτευση πρέπει να την κάνουν άλλοι, πάνω σε μηδενική βάση, όσο και αν αυτό δυσαρεστήσει τους "εταίρους" και δανειστές της χώρας. Αλλιώς, άκρη δεν βρίσκεται, σε αυτήν την υπόθεση, η οποία, όσο μένει, ως έχει, θα παράξει πολύ άσχημα αποτελέσματα, τα οποία πολύ δύσκολα θα ανεχθεί ο ελληνικός πληθυσμός.


Το έχω ξαναγράψει :

Η Ελλάδα πρέπει να αντεπιτεθεί και να προχωρήσει στους δέοντες εκβιασμούς, έναντι των "εταίρων" και δανειστών της χώρας. Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική κυβέρνηση (όχι φυσικά αυτή η κυβέρνηση, που λειτουργεί, ως μπράβος των δανειστών του ελληνικού κράτους, ή όποια άλλη, η οποία θα συνεχίσει να επιτελεί το ίδιο έργο) θα κηρύξει την χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης (και η παρούσα κρίση αποτελεί μια πραγματική κατάσταση έκτακτης ανάγκης) και θα καλέσει τα όργανα της Ε.Κ.Τ., ως τμήμα του ελληνικού κράτους και ασκούντα, κατά παραχώρηση, δημόσια εξουσία, να κόψουν νόμισμα (ευρώ), για να χρηματοδοτηθούν οι ανάγκες της χώρας. Αν τα όργανα της Ε.Κ.Τ. αρνηθούν, η κυβέρνηση πρέπει να διατάξει την Τράπεζα της Ελλάδος (και αν αυτή αρνηθεί, να την υποχρεώσει) να τυπώσει τις απαραίτητες ποσότητες ευρώ για την κάλυψη των αναγκών του ελληνικού δημοσίου, ασκώντας το κρατικό δικαίωμα του seigniorage, το οποίο συνίσταται στο κυριαρχικό δικαίωμα κάθε κράτους να προβαίνει στην, εκ του μηδενός, νομισματοκοπή, προϊόν του απλούστατου γεγονότος ότι τα σύγχρονα νομίσματα είναι νομίσματα αναγκαστικής κυκλοφορίας.


Με αυτόν τον τρόπο, παύει κάθε δυνατότητα εκβίασης της χώρας, από τους δανειστές της και το μέσον εκβίασής της, από αυτούς (δηλαδή το κλείσιμο της στρόφιγγας της χρηματοδότησης της χώρας), στρέφεται εναντίον τους. Έτσι η κυβέρνηση θα αποφύγει την χρηματοδοτική ασφυξία και θα αφοπλίσει, πλήρως, τους δανειστές, θέτοντας την όποια, εξ αρχής, διαπραγμάτευση, πάνω σε νέες βάσεις.


Οι φίλοι, που συζητούν, για τα δημόσια οικονομικά και τις πηγές των εσόδων τους, ξεχνούν ότι αυτές οι πηγές δεν είναι μόνον δύο, όπως τις εμφανίζουν. Είναι τρεις. Γι' αυτό και όταν συζητούν για τα έσοδα, αναφέρονται μόνον στις δύο ευρύτερα γνωστές πηγές των δημοσίων εσόδων.


Πως μπορεί, όμως, το κράτος να αντλήσει τα έσοδά του. Ποιές είναι οι πηγές τους;


Οι πηγές των δημοσίων εσόδων είναι οι εξής (και σε αυτό το σημείο συμφωνούν όλοι οι οικονομολόγοι και στην θεωρία και στην πράξη) :


1) Το κράτος αντλεί τα έσοδά του μέσω της φορολογίας, όπως οι φόροι εισοδήματος φυσικών προσώπων και ανωνύμων εταιριών κλπ.


2) Το κράτος αντλεί, επίσης, τα έσοδά του, δανειζόμενο από το αποταμιευτικό κοινό, είτε απ' ευθείας, είτε, μέσω των τραπεζών και των διαφόρων funds.


Μέχρι εδώ, όλοι οι φίλοι που ασχολούνται με το θέμα των δημοσίων εσόδων, τα πάνε πολύ καλά. Μόνον που, όλοι τους, σταματούν εδώ. Και σε αυτό σφάλλουν. (Και οι ευρωζωνίτες και η ευρωμπατιροτραπεζοκρατία σταματούν εδώ. Μόνο που, αυτοί δεν σφάλλουν. Το κάνουν εξ ιδιοτελούς συμφέροντος). Ας δούμε, τώρα, την τρίτη πηγή εσόδων, για την οποία μίλησα παραπάνω.


3) Το κράτος αντλεί έσοδα, πέρα από την φορολογία και τον κρατικό δανεισμό, τυπώνοντας, απλώς, χρήμα, δηλαδή με την άσκηση του δικαιώματος νομισματοκοπής (seigniorage). Ο όρος έχει φεουδαρχική προέλευση και προέρχεται από την γαλλική λέξη seigneur, η οποία υποδήλωνε τον φεουδάρχη, ο οποίος στον Μεσαίωνα διατηρούσε το αποκλειστικό δικαίωμα να κόβει νόμισμα στο φέουδό του. Σήμερα, το δικαίωμα αυτό της νομισματοκοπής ανήκει στο κράτος (στην ευρωζώνη τα πράγματα είναι μπερδεμένα, λόγω των χαοτικών συνθηκών της).


Αυτό το δικαίωμα της νομισματοκοπής μπορεί να το ασκήσει η χώρα μας και να αντλήσει εκείνα τα ποσά που έχει ανάγκη. Και οφείλει να το ασκήσει, όσο η Μέρκελ και η ευρωμπατιροτραπεζοκρατία την οδηγούν στην θανατηφόρα, για την οικονομία και την κοινωνία της, χρηματοδοτική ασφυξία. Φυσικά, έτσι θα αυξήσει την προσφορά χρήματος στην ελληνική οικονομία και δι' αυτού του τρόπου, θα αναζωογονήσει την αγοραστική κίνηση και την παραγωγή, πολύ πριν προχωρήσει στην αύξηση των όποιων πληθωριστικών πιέσεων, οι οποίες θα μπορέσουν να αποφευχθούν, εφ' όσον το ελληνικό δημόσιο προσέξει να κατανείμει το επιπρόσθετο χρήμα, που θα πέσει στην αγορά, με τέτοιον τρόπο, ώστε το χρήμα αυτό να αντιστοιχηθεί σε αύξηση της πραγματικής παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών, εντός της ελληνικής οικονομίας, αυξάνοντας δηλαδή το πραγματικό ΑΕΠ της χώρας, γεγονός το οποίο θα βοηθήσει στην αποφυγή πληθωριστικών πιέσεων, αφού η αύξηση της νομισματικής κυκλοφορίας δεν θα οδηγήσει σε αύξηση των τιμών, αντιστοιχούμενη σε αύξηση της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών.


Τα πράγματα, βέβαια, δεν θα είναι τόσο απλά, διότι κάποιες πληθωριστικές πιέσεις θα υπάρξουν, ιδίως, εάν δεν υπάρξει στην πορεία κάποιος έλεγχος των τιμών και εφ' όσον η παραγωγή και η απασχόληση φθάσουν σε ένα κάποιο σημείο ισορροπίας. Αλλά στην παρούσα φάση της κατακλυσμιαίας και παρατεταμένης, επί 5 έτη, ύφεσης, η οποία, από το 2010, μετετράπη, σε οργανωμένη, από τα Μνημόνια, βαθιά κρίση, το κύριο ζήτημα της ελληνικής οικονομίας, δεν είναι η αντιμετώπιση του πληθωρισμού - ο οποίος είναι και αυτός ένα επιδιωκόμενο προϊόν των εφαρμοστικών πολιτικών των Μνημονίων και εύκολα μπορεί να αντιμετωπισθεί με μεγάλες και άμεσες μειώσεις των φόρων, επί της κατανάλωσης, που επιβλήθηκαν από τους τροϊκανούς και την άθλια κυβέρνηση του ΓΑΠ -, αλλά η εξάλειψη της ενεργού κρίσης της ελληνικής οικονομίας, μέσα από ένα ταχύτατο και εκτεταμένο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων.


Έτσι, οι όποιες πληθωριστικές πιέσεις υπάρξουν, θα λειτουργήσουν σαν ένας φόρος πληθωρισμού, ο οποίος, όμως, θα αναγεννήσει την καταρρέουσα ελληνική οικονομία και θα φορτωθεί στους εταίρους, στο μέτρο, που το τυπωμένο χρήμα εξοφλήσει και ένα μεγάλο μέρος των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας - αν και ο φόρος αυτός δεν θα είναι τόσο μεγάλος, αφού το μέγιστο μέρος των χρημάτων θα αποταμιευθούν στις θυρίδες των τραπεζών και δεν θα πέσουν στην αγορά, για να χρηματοδοτήσουν την κίνησή της.


Προϋπόθεση, λοιπόν, για να λειτουργήσει ο φόρος πληθωρισμού είναι η άνοδος του επιπέδου των τιμών. Αυτόν τον φόρο πληθωρισμού θα τον πληρώσουν όλοι οι κάτοχοι χρήματος (αυτό είναι που δεν αρέσει, ιδίως στους τραπεζίτες και στους ραντιέρηδες), αφού η άνοδος του επιπέδου των τιμών μειώνει την αξία του χρήματος, μετατρέποντας αυτού του είδους τον πληθωρισμό, σε ένα είδος φόρου στην διακράτηση χρήματος.


Αλλά, όπως είπαμε, αυτό δεν αποτελεί τον άμεσο κίνδυνο, ούτε είναι και η άμεση προτεραιότητα στην παρούσα φάση, για την ελληνική οικονομία, η οποία εμφανίζει άμεσα και βαθύτατα κρισιακά φαινόμενα, που μόνο με την άσκηση του κρατικού δικαιώματος του seigniorage (της νομισματοκοπής) μπορούν να αντιμετωπισθούν.


Και σε αυτή την άμεση νομισματοκοπή η χώρα πρέπει να προχωρήσει, τυπώνοντας ευρώ, για να καλύψει τις ανάγκες της, ή καταφεύγοντας στο παλαιό τοπικό της νόμισμα (την δραχμή), αφού προηγουμένως, διαπραγματευθεί σκληρά με τους "εταίρους" και δανειστές, οι οποίοι ουδόλως θα χαρούν από την άσκηση, εκ μέρους της χώρας μας, του δικαιώματος νομισματοκοπής - δηλαδή της εκτύπωσης ευρώ, προς κάλυψη των έκτακτων και αναγκαίων κρατικών δαπανών της.


Και οι οποίοι, φυσικά, θα προσέλθουν σε μια διαπραγμάτευση (η οποία θα αφορά και το ελληνικό δημόσιο χρέος), πάνω σε μηδενική βάση και επί ίσοις όροις, μετά την καταγγελία του Μνημονίου από την ελληνική κυβέρνηση.


Αλλά, για να γίνει κάτι τέτοιο, απαραίτητο είναι η ελληνική κυβέρνηση να μην αποτελείται από, ούτε να στηρίζεται, σε μπράβους των δανειστών...


Και με την ανακεφαλαιοποίηση (των τραπεζών) δεν πρόκειται οι μικρομεσαίοι να επιβιώσουν. Και τούτο, επειδή τα χρήματα της ανακεφαλαιοποίησης δεν πρόκειται να πέσουν στην οικονομία, ούτε ως δάνεια, ούτε, υπό οποιαδήποτε άλλη μορφή. Η μόνιμα εγκατεστημένη κρίση δεν επιτρέπει καμμιά χρηματοδότηση στην αγορά, αφού οι προοπτικές εκεί είναι και παραμένουν μαύρες, ενώ το δημόσιο, λόγω της χρεωκοπίας του και της διαρκούς μείωσης των δαπανών του (που πλήττουν βάναυσα και το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων), επιτείνει το πρόβλημα στο έπακρο.


Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο στην όλη υπόθεση, διότι, μέσα σε αυτό το κλίμα, μόνον οι δημόσιες επενδύσεις και η τόνωση της δημόσιας κατανάλωσης, μαζί με την ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης, μέσα από την αύξηση των μισθών των υπαλλήλων του δημοσίου, των συνταξιούχων, των επιδοματούχων και των ληπτών κάθε είδους κρατικών παροχών, θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην έξοδο της ελληνικής οικονομίας από αυτήν την τεράστια παγίδα ρευστότητας, μέσα στην οποία έχει εγκλωβιστεί.


Όμως, μέσα από την ενοχοποίηση των υψηλά ελλειμματικών κρατικών προϋπολογισμών και των μεγάλων δημοσίων χρεών, ως βασικών αιτιών της κρίσης, την οποία ενοχοποίηση έχει επιτύχει, έως τώρα, η νεοφιλελεύθερη σχολή σκέψης (είτε αυτή εκφράζεται, ως αριστερή, είτε, ως δεξιά, είτε, ως κεντρώα), ουδέν, εκ των αναγκαίων δραστικών παρεμβάσεων του δημοσίου, πρόκειται να γίνει. Και ως εκ τούτου, ουδέν πρόκειται να λυθεί. Πολύ περισσότερο, ουδεμία λύση πρόκειται να δοθεί, εντός ευρωζώνης, όσο αυτή παραμένει αυτό που είναι, δηλαδή μια, συστημικά, ασταθής νομισματική ζώνη, της οποίας το νόμισμα - το ευρώ - δεν είναι ένα δομημένο νόμισμα, αφού, ουσιαστικά, δεν υποστηρίζεται και δεν αντιστοιχεί σε καμμία οικονομία.


Αλλά γιατί η ευρωζώνη θεωρείται συστημικά ασταθής;


Γιατί πολλές άλλες χώρες, εκτός ευρωζώνης, (Η.Π.Α., Βρετανία, Ιαπωνία), παρά το γεγονός ότι έχουν μεγαλύτερα κρατικά ελλείμματα και χρέη, από πολλές χώρες της ευρωζώνης, δεν αντιμετωπίζουν ανάλογες δυσκολίες δανεισμού, όταν απευθύνονται στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων;


Γιατί τα κράτη της ευρωζώνης επιβαρύνονται, με μεγαλύτερα επιτόκια δανεισμού και αξιολογούνται πολύ αυστηρότερα, ως προς την πιθανότητα - ή βεβαιότητα - επέλευσης του κινδύνου χρεωκοπίας, σε σχέση με τα υπερχρεωμένα κράτη, τα οποία ευρίσκονται εκτός ευρωζώνης;


Η αιτία αυτής της συμπεριφοράς των διεθνών αγορών κεφαλαίου δεν είναι παράξενη και δεν αποτελεί παραδοξολογία, ακριβώς επειδή η πηγή της αστάθειας βρίσκεται στο αβαθές νόμισμα της ευρωζώνης, το ευρώ. Οι χώρες της ευρωζώνης, με τα μεγάλα ελλείμματα και χρέη - αλλά και οι μη υπερχρεωμένες - δανείζονται, ουσιαστικά, σε ξένο νόμισμα και είναι χρεωμένες σε ένα, εμφανιζόμενο ως νόμισμά τους, το οποίο, όμως, είναι και λειτουργεί, ως υπερεθνικό ξένο νόμισμα και τούτο διότι δεν ελέγχουν τις διαδικασίες της προσφοράς του, δηλαδή την ποσότητα του κυκλοφορούντος χρήματος και τα επιτόκια δανεισμού του.


Εδώ είναι που υστερούν οι χώρες της ευρωζώνης, έναντι των χωρών, εκτός ευρωζώνης, αφού οι τελευταίες είναι χρεωμένες στα δικά τους τοπικά νομίσματα, των οποίων μπορούν και κατευθύνουν την λειτουργία, γεγονός που τα καθιστά δομικά νομίσματα, ως αντιστοιχούντα στην δική τους οικονομία, της οποίας αντανακλούν την κατάσταση και τις επιδιώξεις των ελίτ τους, σε αντίθεση με την ευρωζώνη, στην οποία το ευρώ είναι, όπως προανέφερα, ένα μη δομημένο νόμισμα, επειδή δεν αντιστοιχεί και δεν υποστηρίζεται από καμμία οικονομία (ούτε και αυτήν της Γερμανίας).


Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της κρίσης της ευρωζώνης. Και γι' αυτό, εδώ και δύο χρόνια, συνεχίζεται και επιδεινώνεται η κρίση χρέους και δανεισμού στην ευρωζώνη, παρά τα όποια "σχέδια διάσωσης", που έχουν μεσολαβήσει. Οι όποιοι επενδυτές βλέπουν ότι οι καθυστερημένες κινήσεις των ηγετών της ευρωζώνης είναι προϊόν των δύσκολα κρυπτόμενων αμφιβολιών των ηγετών αυτών, για την δυνατότητα διατήρησης της νομισματικής αυτής ένωσης, γεγονός, το οποίο βοήθησε στην εξάπλωση της κρίσης, από την Ελλάδα στις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης, η κλιμάκωση της οποίας οδηγεί τους επενδυτές στην απόσυρση των χρημάτων τους, από τα ομόλογα πολλών ευρωπαϊκών κρατών.


Έτσι, αν οι διεθνείς επενδυτές μιας χώρας της ευρωζώνης αμφιβάλλουν, για τα δημόσια οικονομικά της και πωλούν τα ομόλογά της, αυξάνονται τα επιτόκια δανεισμού της και μαζί με αυτά αυξάνεται και το κόστος της αναχρηματοδότησής της και δυσκολεύεται, έτσι η, εκ μέρους της, λήψη δανείων, για την κάλυψη των ελλειμμάτων της.


Ομοίως, εάν οι τοπικοί επενδυτές της χώρας πουλήσουν τα κρατικά ομόλογά της και τα τοποθετήσουν σε μια άλλη χώρα της ευρωζώνης, τότε το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας αυτής χάνει ευρώ, δηλαδή χρήμα, σε μορφή συναλλάγματος, με αποτέλεσμα να μειώνεται η ποσότητα και η προσφορά χρήματος στην χώρα αυτή, δημιουργώντας ένα επιπρόσθετο πρόβλημα ρευστότητας, το οποίο επιδεινώνει την κατάσταση και στην πραγματική οικονομία και στα δημόσια οικονομικά, αφού αυξάνονται, έτσι και τα δημόσια ελλείμματα της χώρας, καθώς και το δημόσιο χρέος, ενώ στην άλλη χώρα η εξέλιξη ακολουθεί την αντίθετη φορά, αφού αυτή είναι κερδισμένη,


Επίσης, αντίθετα με μια χώρα εκτός ευρώ, οι χώρες της ευρωζώνης δεν διαθέτουν δική τους Κεντρική Τράπεζα, η οποία, αν υπήρχε, θα μπορούσε να παίξει τον ρόλο του διαμεσολαβητή και να αγοράσει τα ομόλογα του δημοσίου που πωλούνται, έτσι ώστε να κατευνάσει τους φόβους των επενδυτών και να σταθεροποιήσει τα επιτόκια δανεισμού της. Αυτό είναι ό,τι χειρότερο για τους δανειστές του κράτους της ευρωζώνης, οι οποίοι ουδόλως είναι βέβαιοι ότι οι ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις τους θα πληρωθούν κανονικά και στην ώρα τους.


Ακόμα χειρότερα, εντός της ευρωζώνης δεν υπάρχουν νομισματικές υποτιμήσεις και ως εκ τούτου, δεν μπορεί, μέσα από αυτές τις υποτιμήσεις να εμποδιστεί η εκροή/διαφυγή κεφαλαίων, ούτε και μπορεί να λειτουργήσει ο σταθεροποιητικός παράγοντας στο εξωτερικό εμπόριο, στην διαδικασία επαναφοράς της οικονομικής ανάπτυξης και στα δημόσια οικονομικά, αφού τα κράτη της ευρωζώνης δεν μπορούν να εμποδίσουν την φυγή των κεφαλαίων σε άλλες χώρες, με την αύξηση των επιτοκίων, ή την υποτίμηση του νομίσματος, προκειμένου να καταστούν ανταγωνιστικές οι εξαγωγές του, να μειωθούν οι εισαγωγές και να μειωθούν, δια του πληθωρισμού, τα δημόσια χρέη του.


Έτσι, λοιπόν, τα κράτη της ευρωζώνης δεν μπορούν να είναι σίγουρα ότι θα μπορούν να αναχρηματοδοτούν τα ληξιπρόθεσμα χρέη τους και είναι εκτεθειμένα, σε σχέση με τα άλλα κράτη, που βρίσκονται εκτός της ευρωζώνης, σε πολύ μεγαλύτερα ρίσκα έλλειψης ρευστότητας και χρεωκοπίας (και ειδικά με πολύ μεγαλύτερο ρίσκο χρεωκοπίας).


Αλλά, επίσης, όταν ένα κράτος της ευρωζώνης βρεθεί αντιμέτωπο με μια οικονομική ύφεση, έχει περιορισμένες δυνατότητες να καταφύγει σε αντικυκλικά δημοσιονομικά μέτρα, δηλαδή στα όπλα εκείνα που ευρίσκονται στο κλασσικό οπλοστάσιο κάθε χώρας, που δεν συμμετέχει στην ευρωζώνη και τα οποία όπλα συνίστανται στην αύξηση της νομισματικής κυκλοφορίας και στην χρήση των ελλειμματικών προϋπολογισμών, για την σταθεροποίηση της οικονομίας του και την καταπολέμηση της ύφεσης, η οποία, έτσι, εύκολα, μεταπίπτει σε κρίση, αφού η κυβέρνησή του αντιμετωπίζει δυσκολίες στην έκδοση ομολόγων με χαμηλά επιτόκια, με τα οποία θα μπορούσε να πάρει μέτρα στήριξης της οικονομίας του.


Το αστείο και συνάμα τραγικό, στην όλη υπόθεση είναι ότι, ακόμα και αν ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας της χώρας είναι, εντελώς, υγιής το κράτος αδυνατεί να αντιστρέψει την καταστροφική τάση που διαμορφώνεται. Το ίδιο συμβαίνει ακόμα και όταν το συνολικό χρέος (κρατικό και ιδιωτικό) της χώρας είναι υπό έλεγχο.


Παράδειγμα η Ελλάδα, η οποία, το 2011, είχε συνολικό χρέος ίσο με 333% του ΑΕΠ (ιδιωτικό χρέος 167% του ΑΕΠ, δημόσιο 166% του ΑΕΠ).


Για να έχουμε μέτρο σύγκρισης πρέπει να πω ότι στην Γερμανία το συνολικό χρέος ανέρχεται στα 321% του ΑΕΠ της (ιδιωτικό χρέος 238% του ΑΕΠ - ειδικά το τραπεζικό χρέος ανέρχεται στα 98% του ΑΕΠ της, έναντι του 22% στην Ελλάδα - και δημόσιο χρέος 83% του ΑΕΠ).


Στην Γαλλία το συνολικό χρέος ανέρχεται στο 449% του ΑΕΠ (ιδιωτικό χρέος 362% του ΑΕΠ, τραπεζικό χρέος 151% του ΑΕΠ και δημόσιο χρέος 87% του ΑΕΠ).


Στην Ισπανία το συνολικό χρέος ανέρχεται στα 457% του ΑΕΠ (ιδιωτικό χρέος 390% του ΑΕΠ, τραπεζικό χρέος 111% του ΑΕΠ, δημόσιο χρέος 67% του ΑΕΠ).


Στην Ιταλία το συνολικό χρέος ανέρχεται στα 377% του ΑΕΠ (ιδιωτικό χρέος 256% του ΑΕΠ, τραπεζικό χρέος 96% του ΑΕΠ, δημόσιο χρέος 121% του ΑΕΠ).


Στην Βρετανία το συνολικό χρέος ανέρχεται στα 847% του ΑΕΠ (ιδιωτικό χρέος 766% του ΑΕΠ, τραπεζικό χρέος 547% του ΑΕΠ, δημόσιο χρέος 81% του ΑΕΠ.


Στις Η.Π.Α. το συνολικό χρέος ανέρχεται στα 376% του ΑΕΠ (ιδιωτικό χρέος 276% του ΑΕΠ, τραπεζικό χρέος 94% του ΑΕΠ και δημόσιο χρέος 100% του ΑΕΠ).


Στην Ιαπωνία το συνολικό χρέος ανέρχεται σε 641% του ΑΕΠ (ιδιωτικό χρέος 408% του ΑΕΠ, τραπεζικό χρέος 188% του ΑΕΠ, δημόσιο χρέος 233% του ΑΕΠ).


Όλα αυτά τα αναφέρω για να παύσει όλη αυτή η νεοφιλελεύθερη ανοησιολογία με το ελληνικό χρέος - και το δημόσιο - το οποίο θα ήταν, πλήρως, αντιμετωπίσιμο, αν η ευρωζώνη ήταν ελάχιστα ορθολογική, από θεσμική άποψη. Όπως, άλλωστε, ήταν αντιμετωπίσιμο, επί δραχμής, πριν από το 2002, οπότε μετατράπηκε σε χρέος σε ευρώ, δηλαδή, ουσιαστικά, σε χρέος σε ξένο συνάλλαγμα και έτσι κατέστη αδύνατον να πληρωθεί, οδηγώντας, ήδη από τότε, την Ελλάδα μια αφανώς χρεωκοπημένη χώρα.


Με λίγα λόγια :


Το έγκλημα όσων έβαλαν την χώρα στην ευρωζώνη είναι κολοσσιαίο. Όπως κολοσσιαίο είναι και το έγκλημα εκείνων, που χειροκρότησαν αυτή την ένταξη…


(Το δυστύχημα είναι ότι, εδώ που φθάσαμε, δεν μας σώζει τίποτε. Ακόμη και η πλήρης νίκη των φιλομνημονιακών, ή των "ευρωπαϊστικών" δυνάμεων στις νέες βουλευτικές εκλογές του ερχομένου Ιουνίου θα είναι άνευ αντικρύσματος. Η χώρα, εντός ευρωζώνης δεν σώζεται).


Έτσι, το κράτος, αδυνατώντας να ασκήσει, επί της ουσίας, οικονομική πολιτική, υποχρεούται, εντός ευρωζώνης, να ακολουθήσει μια πολιτκή λιτότητας, η οποία αντιμετωπίζει την ύφεση, με ακόμα μεγαλύτερη ύφεση και στασιμοπληθωρισμό, που αυξάνει την ανεργία και μειώνει τα έσοδα και του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας.


Η όλη κατάσταση επιδεινώνει τα τραπεζικά προβλήματα, τα οποία προξενούνται από το γεγονός ότι ο τραπεζικός τομέας κατέχει ένα πολύ μεγάλο μέρος των κρατικών ομολόγων, τα οποία καθίστανται, ολοένα και περισσότερο σκουπίδια και εξ αιτίας των οποίων υποχρεούται να καταγράφει μειούμενες αξίες στους προϋπολογισμούς του, ολοένα και περισσότερο, λόγω της μείωσης των τιμών τους. Αυτό επιδεινώνει την κατάσταση στην αγορά, διότι ο τραπεζικός τομέας οδηγείται στο κλείσιμο της στρόφιγγας του δανεισμού, προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Και μάλιστα, όταν δανείζει τις επιχειρήσεις, το κάνει τσιγκούνικα και με υψηλά επιτόκια δανεισμού, επιδεινώνοντας, έτι περαιτέρω, την ανταγωνιστικότητά τους, η οποία, έτσι κι' αλλιώς, υποφέρει από την έλευση και την διόγκωση της ύφεσης, με την πτώση των τζίρων, των κερδών, των μεριδίων αγοράς κλπ. Έτσι δημιουργείται ο καθοδικός σπειροειδής κύκλος, ο οποίος δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί.


Και επειδή όλες οι χώρες της ευρωζώνης είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους, αφού, όπως συμβαίνει και στον τραπεζικό τομέα και στις επιχειρήσεις, η μία χώρα χρωστάει στην άλλη, η κρίση επεκτείνεται από τις πιο αδύναμες χώρες, στο σύνολο των χωρών της, ακριβώς, επειδή αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία.


Το ζήτημα, λοιπόν, είναι ότι στην ευρωζώνη δεν υπάρχουν θεσμικοί μηχανισμοί, οι οποίοι μπορούν να λειτουργήσουν, σταθεροποιητικά, όταν η οικονομία και ο δημόσιος τομέας μιας χώρας μέλους της εισέρχονται σε κρίση. Έτσι όλα τα μέτρα, που λαμβάνονται, στηρίζονται στην παραδειγματική τιμωρία της δήθεν κακής διαχείρισης των υπερχρεωμένων κρατών και στην αποφυγή του ηθικού κινδύνου (moral hazard), δηλαδή του ετεροβαρούς ρίσκου, χωρίς να ασχολούνται με τα θεσμικά προβλήματα της ευρωζώνης, τα οποία θεωρούνται ως δεδομένα και καλώς καμωμένοι κανόνες λειτουργίας της ευρωζώνης. Ως εκ τούτου, καθίσταται αυτονόητο ότι όλα αυτά όχι μόνο δεν θα μπορούσαν να συμβάλουν στην σταθεροποίηση της κατάστασης και στην αποφυγή της εμβάθυνσης της ύφεσης, αλλά, αντιθέτως, την επιδεινώνουν.


Έτσι, τα συνεχώς υψηλότερα επιτόκια, με τα οποία τιμωρήθηκε η Ελλάδα και οι άλλες χώρες, που τέθηκαν, υπό το καθεστώς των Μνημονίων, αύξησαν το κόστος χρηματοδότησης, και μεγέθυναν τα ελλείμματα, τα χρέη, την ύφεση, τα τραπεζικά προβλήματα και μαζί με τα προγράμματα λιτότητας, επέτειναν την καταστροφή, καθιστώντας αδύνατη την μείωση και των ελλειμμάτων και των χρεών των υπερχρεωμένων κρατών, για επιδεινωθούν, ακόμα πιο πολύ, όλα αυτά, από την επιμονή της Γερμανίας στην διαγραφή των χρεών του ιδιωτικού τομέα, ο οποίος αντέδρασε, πολύ φυσιολογικά, με την παύση αγοράς των κρατικών ομολόγων των χωρών της ευρωζώνης και την διόγκωση του κόστους δανεισμού τους, παρά τις προσπάθειες της Ε.Κ.Τ., η οποία δεν μπορεί και δεν επιθυμεί να κάνει και πολλά πράγματα, ενώ ο EFSF, είναι αναποτελεσματικός, λόγω της τοξικής φύσεως των ομολόγων του και της κεφαλαιακής του ανεπάρκειας να στηρίξει τις παραπαίουσες χώρες τις ευρωζώνης.


Με αυτά δεδομένα, η κατάσταση στην αγορά των κρατικών ομολόγων δεν πρόκειται να βελτιωθεί, χωρίς την ύπαρξη δραστικών οικονομικών και πολιτικών μέτρων, από μεριάς ευρωζώνης.


Ένα πρώτο μέτρο είναι η αναδιοργάνωση της Ε.Κ.Τ., η οποια πρέπει να γίνει μια πραγματική Κεντρική Τράπεζα, όπως το αμερικανικό FED. Να γίνει, δηλαδή, ένας δανειστής της τελευταίας καταφυγής (lender of last resort) και να μπορεί να παρεμβαίνει στην πρωτογενή αγορά και να αγοράζει όσα κρατικά ομόλογα των χωρών της ευρωζώνης δεν είναι διατεθειμένες να αγοράσουν τα funds και οι τράπεζες, σταθεροποιώντας τα επιτόκια αγοράς τους, ασκώντας δηλαδή πολιτική ανοικτής αγοράς, αφού μόνον αυτή θα μπορεί να διαθέτει απεριόριστες οικονομικές δυνατότητες.


Αλλά κάτι τέτοιο προϋποθέτει την πολιτική και οικονομική/δημοσιονομική ένωση των χωρών της ευρωζώνης και τον μετασχηματισμό της σε ομοσπονδία κρατών. Σε αυτήν την εξέλιξη, όμως, αντιτίθεται, με σφοδρότητα, ο γερμανικός εθνικισμός και η ελίτ της Γερμανίας, η οποία διακατέχεται από επαρχιωτικά αισθήματα και αντίστοιχες αντιλήψεις, ως προς τα συμφέροντά της, αποσκοπώντας στην ουσιαστική αποικιοποίηση των υπόλοιπων "εταίρων" της στην ευρωζώνη, μετατρέποντάς τους, σε περιοχές επιρροής, με την βοήθεια της εισροής κεφαλαίων από εκείνες προς την Γερμανία, αφού η μείωση των ποσοτήτων του χρήματος από τις άλλες χώρες της ευρωζώνης, προς την Γερμανία (και τις άλλες τρεις πλεονασματικές χώρες) συνοδεύεται από και προκαλεί την αύξηση της ποσότητας του χρήματος σε αυτήν - γι' αυτό και η Γερμανία αντιτίθεται σφοδρά στην αύξηση της νομισματικής κυκλοφορίας στις άλλες χώρες της ευρωζώνης. Όχι γιατί αυξάνεται, δήθεν, ο πληθωρισμός, αλλά επειδή ισοσταθμίζεται η αύξηση των κεφαλαίων, εντός της γερμανικής οικονομίας και αναδιανέμεται υπέρ των χειμαζόμενων χωρών της ευρωζώνης, με αποτέλεσμα η Γερμανία να χάνει το πλεονέκτημα, που αποκτά από την κίνηση των κεφαλαίων.


Έτσι, όσο η κατάσταση παραμένει, ως έχει, η ευρωζώνη είναι, ήδη, νεκρή και διατηρείται, εν ζωή, ως ζόμπυ. Αν δεν αλλάξει (που είναι και το πιο πιθανό) θα οδηγηθεί στην διάλυση. Αλλά, όσο υπάρχει, καθιστά εγκλωβισμένη την Ελλάδα, εντός αυτής, λειτουργώντας ως μια θανάσιμη ποντικοπαγίδα, αφού η χώρα μας αδυνατεί να επιβιώσει, όσο παραμένει, μέσα σε αυτήν (όπως συμβαίνει και με τις άλλες χώρες της ερωζώνης). Ενώ, παράλληλα, καθιστά πολύ δύσκολη και την επιστροφή στην δραχμή.


Μια επιστροφή, όμως, η οποία, όσο περνάει ο καιρός, καθίσταται αναγκαία...


Όσο και αν αυτό λυπεί και εξοργίζει τους αφελείς και ιδεοληπτικούς "ευρωπαϊστές" μας - είτε αυτοί ευρίσκονται στην δεξιά, είτε στην αριστερά.


Γιώργο θα πέσει πολύ "μαύρο". Είστε, εκτός τόπου και χρόνου. Το γιατί, το έχω γράψει, εκτενέστατα, στο θέμα : "Τα νούμερα δεν λένε ψέμματα Αλέξη - τα πολιτικά νούμερα μπορεί" http://aristeristrouthokamilos.blogspot.com/2012/05/blog-post_14.html .


Θα το πω επιγραμματικά : Η ευρωζώνη είναι νεκρή και υπάρχει μόνον ως ζόμπυ, αλλά εσείς ιδεοληπτικά ενεργώντας, είσθε αλλού.


Ακόμα και αν οι "ευρωπαϊστικές" δυνάμεις κερδίσουν τις εκλογές, το αδιέξοδο θα επιταθεί και η χώρα θα συνεχίσει την πορεία της προς τον όλεθρο. Η ζημιά που της επέφεραν οι "ευρωπαϊστές", από το 1996 και μετά, είναι ανήκεστη, όσο η χώρα μένει μέσα σε αυτήν την ευρωζώνη. Μπορεί (υπό προϋποθέσεις) να αναταχθεί, με την επιστροφή στην δραχμή, κάτι που, δεν είναι, επίσης, εύκολο, διότι απαιτείται λεπτομερές σχέδιο και ικανό επιτελείο που θα εφαρμόσει αυτό το σχέδιο. Και τέτοιο σχέδιο, όπως, επίσης και τέτοιο επιτελείο δεν υπάρχουν, προς το παρόν.


Το πρόβλημα με τον Αλέξη Τσίπρα είναι ότι έχει ένα πρόγραμμα, με πολλά σωστά σημεία. Το οποίο, όμως, είναι ανεπαρκές, όσο δεν αντιμετωπίζει το ζήτημα της επιστροφής στην δραχμή.


Πρόβλημα αποτελεί και το γεγονός ότι ο ίδιος είναι άπειρος, ενώ εμένα, προσωπικά, δεν με έχει πείσει ότι θέλει να κυβερνήσει. Το ίδιο άπειρο φαίνεται ότι είναι και το επιτελείο του. Και απέναντι στην Μέρκελ και τους άλλους στην ευρωζώνη, χρειάζονται έμπειροι και ικανοί διαπραγματευτές.


Το ζήτημα είναι ότι οι, έως πρόσφατα, θεωρούμενοι ως έμπειροι, απέτυχαν παταγωδώς. Ως εκ τούτου, η επιστροφή σε αυτούς είναι αδιέξοδη και πιθανότατα, θα υποχρεωθούμε να επιλέξουμε τους άπειρους.


Τι μπορούμε και τι πρέπει να κάνουμε, όσο είμαστε στην ευρωζώνη - την οποία δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε εύκολα και χωρίς σκληρή διαπραγμάτευση, δίνοντας την ευκαιρία στους άλλους να διαλύσουν την ευρωζώνη, πριν από την χώρα μας;


Απαραίτητη είναι η στάση πληρωμών εντός ευρωζώνης και η αναδιαπραγμάτευση του χρέους μας, με στόχο την μείωσή του, στα 75 δισ. €, στην επιμήκυνσή του χρονικά και στην δραστική μείωση των επιτοκίων του, γύρω στο 1%. Ή στην ανάληψη της συνολικής εξυπηρέτησής του, από την Ε.Κ.Τ, ή το EFSF. Φυσικά, βέβαια, με την κατάργηση του Μνημονίου.


Φυσικά, η Γερμανία θα αντιδράσει, λόγω των διαφορετικών συμφερόντων της. Είπαμε ότι θέλει και επιδιώκει την αποικιοποίηση των "εταίρων" της. Αυτό δεν πρέπει να της επιτραπεί και γι' αυτό η χώρα πρέπει να συνάψει συμμαχίες, με τις άλλες ελλειμματικές χώρες της ευρωζώνης, για την δημοσιονομική και πολιτική/ομοσπονδιακή ένωση της ευρωζώνης, την αναδιανομή των πλεονασμάτων και των ελλειμμάτων, εντός αυτής και την μετατροπή της Ε.Κ.Τ. σε πραγματική Κεντρική Τράπεζα.


Αδιαπραγμάτευτο όπλο, για να αποσυμπιεσθεί η ελληνική οικονομία και να πιεσθούν ασφυκτικά οι βόρειες ελίτ των πλεονασματικών χωρών είναι η άσκηση του κρατικού δικαιώματος της νομισματοκοπής (seigniorage) από την χώρα μας, η οποία πρέπει να κόψει ευρώ, αν η Ε.Κ.Τ. αρνηθεί να την χρηματοδοτήσει.


Και ως τελικό όπλο, προς χρήση (και όχι ως μπλόφα), θα πρέπει να είναι και η επιλογή της επιστροφής στην δραχμή.


Έχει ο ΣΥΡΙΖΑ τέτοιες προθέσεις; Μπορεί να τις εφαρμόσει - και με ποιό επιτελείο;


Θα δούμε...


Αυτά είναι τα πραγματικά ζητήματα και όχι οι "ευρωπαϊστικές" ή οι "αντιευρωπαϊστικές" ιδεοληψίες.

Να είσαι έτοιμος να ακούσεις πολλά, αγαπητέ μου. Το να ακούει κάποιος δεν είναι κακό. Ούτε είναι κακό το να μαθαίνει κάποια πράγματα, που, πιθανώς, να μην τα γνωρίζει.

Π.χ. δεν βλάπτει να γνωρίζει το αναγνωστικό κοινό ότι η Ιρλανδία άσκησε το δικαίωμά της να εκτυπώσει νόμισμα (ευρώ) όταν στις 15 Ιανουαρίου 2011 τύπωσε 51 δισ. € και χαρακτηρίζοντάς τα, ως "άλλα έσοδα" του προϋπολογισμού, τα έδωσε στις τράπεζές της, προκειμένου να μην χρεωκοπήσουν και γνωστοποίησε την πράξη της αυτή στην Ε.Κ.Τ., η οποία δεν έφερε αντίρρηση. Οι αφελείς "εραστές" της ευρωζώνης καλόν είναι να μάθουν ότι αυτό το αποκρυπτόμενο από όλους γεγονός αποκαλείται "νομισματοποίηση του χρέους" και είναι το πιο αποτελεσματικό όπλο, που χρησιμοποιείται, επανειλημμένως, από όλες τις χώρες, για την αποφυγή χρεωκοπίας, όταν το χρέος τους είναι εκφρασμένο στο νόμισμά τους.

Η κυβέρνηση του Barack Obama (για παράδειγμα) έχει εκδώσει πάνω από 2,6 τρισ.$, για να καλύψει τα υπέρογκα ελλείμματα των ΗΠΑ και να μην αυξηθεί το χρέος που ξεπερνά τα 14 τρισ.$ και συνεχίζει αυτή την πρακτική. Και καλά κάνει.

Ως εκ τούτου, η όποια έκπληξη, γύρω από τα ζητήματα κρατικής νομισματοκοπής (seigniorage), είναι περιττή και αποτελεί δείγμα αγνοίας, ως προς τα τεχνικοοικονομικά ζητήματα, γύρω από την εφαρμοζόμενη (και εφαρμοστέα) νομισματική πολιτική. Η σχετική πρόταση, ούτε καινοφανής είναι, ούτε πρωτότυπη, αφού αποτελεί μια συνήθη πρακτική όλων των σοβαρών κρατών.

Η εφαρμογή της είναι απλούστατη και εφικτή και έχει να κάνει με την πολιτική βούληση των κυβερνώντων. Και φυσικά απολύτως απαραίτητη, αν οι ευρωζωνίτες θέλουν να επιβιώσει η ευρωζώνη.

Ως εκ τούτου, ψυχραιμία..."






Δεν υπάρχουν σχόλια: