Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2018

Πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος να ξεσπάσει ένας πόλεμος, στην Ευρώπη; Πολύ μεγαλύτερος, από όσο πολλοί νομίζουν. (Μια απόπειρα διερεύνησης των εξελίξεων και της αλλαγής των ισορροπιών και των συμμαχιών, στην γηραιά ήπειρο και τον κόσμο, μετά την συνάντηση και το deal, ανάμεσα στον Donald Trump και τον Βλαντιμίρ Πούτιν στο Ελσίνκι).


16/7/2018 Η συνάντηση του Donald Trump, με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, αφήνει, πίσω της, ουρές, των οποίων τα αποτελέσματα δεν θα αργήσουν να φανούν. Και φυσικά, μαζύ με τις ελπίδες, υπάρχουν και οι φόβοι...






Πόσο πιθανό είναι να αποτεφρωθεί, από έναν περιορισμένο πυρηνικό πόλεμο, ένα μεγάλο τμήμα της Ευρώπης;

Είναι πιθανό. Δεν είναι, καθόλου, απίθανο.

Και μάλιστα, είναι πολύ περισσότερο πιθανό, από όσο η μεγίστη πλειοψηφία των Ευρωπαίων νομίζει ότι είναι. Φαίνεται απίστευτο, φαίνεται εξωφρενικό, αλλά αυτό, δεν αλλάζει τα πράγματα.

Το ερώτημα αυτό, που έχει προκύψει, εδώ και αρκετά χρόνια, τα οποία έχουν, ως αφετηρία τους, την ρωσογεωργιανή σύγκρουση του 2008 και το οποίο επικαιροποιείται, από την συνάντηση των προέδρων Donald Trump και Βλαντιμίρ Πούτιν, που έγινε την περασμένη Δευτέρα, στο Ελσίνκι, παραμένει εκκρεμές. Οι διαβουλεύσεις των δύο προέδρων και των επιτελείων τους και το κλίμα, που έχει καλλιεργηθεί, μετά την συνάντηση των δύο ηγετών, προφανώς, έχει βελτιώσει, αισθητά τις προοπτικές, αλλά είναι η ίδια η πραγματικότητα και οι εξελίξεις, οι οποίες θα ακολουθήσουν αυτή την συνάντηση, που θα δείξουν το τί πραγματικά έχει - και το τί δεν έχει - επιτευχθεί, όπως και το τί έχει - και το τί δεν έχει - συμφωνηθεί.

Το περιεχόμενο αυτού του πακέτου των διαβουλεύσεων, όπως και το περιεχόμενο των όσων διαβουλεύσεων θα ακολουθήσουν, ως συνέχεια της συνάντησης, στο Ελσίνκι είναι αυτά που θα καθορίσουν την τύχη της γηραιάς ηπείρου. Όσο και αν αυτό δεν είναι αρεστό, αυτή είναι η ωμή αλήθεια. Και σε αυτή την αλήθεια είναι, που είναι υποχρεωμένοι όλοι να προσαρμοσθούν. Και φυσικά θα προσαρμοσθούν. Και οι Ευρωπαίοι, πρώτοι απ' όλους.

Αυτοί, που δεν θα προσαρμοσθούν, είναι όσοι αποτελούν το μεγάλο τμήμα της αμερικανικής ελίτ, που δεν θέλει να παραδεχθεί ότι οι Η.Π.Α., πλέον, δεν είναι η κραταιά πλανητική υπερδύναμη, που μπορεί - μαζύ με τους υποτακτικούς της, στην Δύση - να προσδιορίζει το τί πρέπει να γίνει και το τί δεν πρέπει να γίνει, στον πλανήτη. Και φυσικά, δεν μπορούν να συνεχίσουν να αδιαφορούν, για την υποβάθμιση της ζωής του απλού καθημερινού Αμερικανού πολίτη, από τις επιπτώσεις της αποδιοργανωμένης παγκοσμιοποίησης, που επέβαλε η τεχνοδομή, η γραφειοκρατική ελίτ των μεγάλων επιχειρήσεων και των πολυεθνικών εταιρειών, μαζύ με την, παλαιάς κοπής, αμερικανική κρατική ή κρατικοδίαιτη γραφειοκρατία.

Όλα αυτά τα συσπειρωμένα κατακάθια, που στήριξαν την, παταγωδώς, αποτυχημένη προεκλογική εκστρατεία του Δημοκρατικού Κόμματος και της Hillary Clinton, δεν μπορούν να αποδεχθούν την ήττα τους, η οποία είναι προϊόν και του γεγονότος ότι οι ρωσικές μυστικές υπηρεσίες χάκαραν τους Η/Υ της υποψήφιας των Δημοκρατικών και του ίδιου του κόμματος, με αποτέλεσμα να τους εκθέσουν, με την δημοσιοποίηση των ηλεκτρονικών μηνυμάτων της αλαζονικής, αλλά και απρόσεκτης, ανεκδιήγητης, ανίκανης και ανόητης Hillary Clinton, όπως και των αρχείων της ηγεσίας των Δημοκρατικών, η οποία είχε στραφεί, υπέρ της, εν λόγω, κυρίας και κατά του Bernie Sanders, τον οποίο υπονόμευσε, παντοιοτρόπως.

Φυσικά, όλοι αυτοί, ως υποστηρικτές της επιθετικής πολιτικής, απέναντι στην Ρωσία, την οποία νομίζουν ότι μπορούν να αποικιοποιήσουν (κάτι που κόντεψαν να το επιτύχουν, στα χρόνια του Μπορίς Γέλτσιν) αδιαφορούν για το γεγονός ότι η πολιτική την οποία υποστηρίζουν, φέρνει τον πλσνητικό πόλεμο και το πυρηνικό ολοκαύτωμα, όλο και πιο κοντά, ή μπλοφάρουν, αποδεχόμενοι τον κίνδυνο να φθάσουμε, σε, άκρως, επικίνδυνα όρια (αφού προηγουμένως, θα έχουν χρησιμοποιηθεί και περιορισμένα πυρηνικά όπλα).

Προφανώς, δεν είναι αυτή η διεθνής πολιτική, που χρειάζεται η παγκόσμια κοινότητα. Η παγκόσμια κοινότητα χρειάζεται ειρήνη, στον πλανήτη. Βέβαια, χρειάζεται και πολλά άλλα. Όμως, η ειρήνη, στην παρούσα φάση των τεράστιων πλανητικών ανακατατάξεων, που προκύπτουν, από την άνοδο της Κίνας, στο διεθνές στερέωμα, είναι το πρωτεύον ζήτημα των καιρών μας, αφού χωρίς την ειρήνη, τίποτε από όλα τα υπόλοιπα, δεν μπορεί να γίνει.

Αλλά, για να υπάρξει ειρήνη και μια σταθερότητα - όσο μπορεί αυτή να υπάρξει - στην υδρόγειο, είναι απαραίτητο οι δύο πυρηνικές υπερδυνάμεις να τα έχουν καλά, μεταξύ τους, ή, τουλάχιστον, να μπορούν να συνεννοούνται. Και αυτό, εδώ και αρκετά χρόνια, δεν συνέβαινε, αφού η Ουάσινγκτων αγχωμένη από τις, σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, επερχόμενες πλανητικές ανακατατάξεις, που λειτουργούν, εις βάρος της ισχύος και της παγκόσμιας επιρροής της.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η συνάντηση Donald Trump και Βλαντιμίρ Πούτιν θα μπορούσε να είναι χρήσιμη και εποικοδομητική, εάν αφορούσε την λείανση των τριβών, ανάμεσα, στις δύο πυρηνικές υπερδυνάμεις και την ειρηνική διευθέτηση των, on the ground, διαφορών τους, στην Συρία, στην Βαλκανική, στην Βαλτική και οπουδήποτε αλλού, εφόσον, βέβαια, αυτού του είδους οι διευθετήσεις δεν έχουν έναν ευρύτερο στόχο, ο οποίος να σηματοδοτεί την σύμπηξη ενός εκκολαπτόμενου συνεταιρισμού, ο οποίος θα έχει έναν αντικινεζικό χαρακτήρα και ένα αντίστοιχο περιεχόμενο.

Δυστυχώς, τίποτε από τα παραπάνω, δεν είναι σίγουρο. Τίποτε δεν μπορεί να θεωρηθεί, ως δεδομένο. Κάθε άλλο.

Προφανώς, υπάρχει μια ακτίδα φωτός, όσον αφορά την αποφυγή εκτεταμένων πολεμικών συγκρούσεων, τύπου Συρίας. Τα πράγματα φαίνονται να είναι καλύτερα, από ό,τι ήσαν πριν την 16η Ιουλίου, αλλά, μόνον, φαίνονται. Δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι και καλύτερα. Και αυτό διότι, μόνον, η πράξη και όσα μέλλουν να συμβούν, μπορούν να βεβαιώσουν, περί αυτού, ή περί του αντιθέτου.

Έτσι, παρά την ακτίδα του φωτός, που προέκυψε από την συνάντηση του Αμερικανού προέδρου, με τον Ρώσο ομόλογό του, στο Ελσίνκι, οι προοπτικές παραμένουν δυσοίωνες. Ο πρόεδρος Donald Trump μπορεί να επιθυμεί να φέρει, σε μια τάξη, τα πράγματα, με την Ρωσία, αλλά, ακόμη και αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, αυτό δεν σημαίνει ότι οι όποιοι σχεδιασμοί των επιτελείων των δύο προέδρων θα είναι αδιατάρακτοι. Κάθε άλλο.

Αυτό συμβαίνει, επειδή η όποια αναδιανομή ρόλων, σφαιρών επιρροής και εδαφικών επαναπροσδιορισμών, κάλλιστα, συνδυάζονται και με, επί μέρους, αναστατώσεις, συγκρόυσεις και συρράξεις, σε τοπικό επίπεδο. Αυτό το έχουμε δει πολλές φορές, στο παρελθόν και φυσικά, είναι οι πληθυσμοί των διαφόρων κοινωνιών, που κατά καιρούς, έχουν υποστεί τις δυσάρεστες, έως αιματηρές συνέπειες των διάφορων συμβιβασμών των Μεγάλων Δυνάμεων.

Για να γίνουν κατανοητά όλα αυτά και για να αντιστοιχηθούν, στην σημερινή πραγματικότητα, ας δούμε το παράδειγμα του Μαυροβουνίου και την ένταξή (;) του, στο ΝΑΤΟ, που υποτίθεται ότι έγινε πρόσφατα.

Τα προβλήματα, στην Βαλκανική, ως απόρροια των εκκρεμοτήτων, που άφησε ο γιουγκοσλαβικός πόλεμος της δεκαετίας του 1990, αλλά και λόγω της επιθετικότητας της Ουάσινγκτων, η οποία, με κύριο εργαλείο το ΝΑΤΟ, προσπαθεί να πετάξει την Ρωσία, έξω από αυτή την περιοχή, εντάσσοντας όλες τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, στην Ατλαντική Συμμαχία, που τελεί, υπό την αμερικανική ηγεμονία, είναι γνωστά.

Πέρα από το σύγχρονο μακεδονικό ζήτημα, η ένταξη του Μαυροβουνίου, στο ΝΑΤΟ ήταν (και είναι) ένα πρόβλημα αιχμής, στις σχέσεις των δύο υπερδυνάμεων. Για το ζήτημα αυτό έχω γράψει αρκετά πράγματα, εδώ και καιρό. (Όποιος επιθυμεί μπορεί να διαβάσει ένα παλαιό δημοσίευμά μου, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ, με τίτλο : Η Ρωσία, το λιλιπούτειο Μαυροβούνιο, το ΝΑΤΟ, η αναμόχλευση του γιουγκοσλαβικού ζητήματος, το Κόσοβο, η FYROM και οι πιθανές επιπτώσεις στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. (Τί συμβαίνει με τους Αμερικανούς; Τους τρώει ο πισινός τους; Αν, ναι· έχουν μπλέξει. Εκτός εάν)...).  

Η Ρωσία είχε (και έχει) αντιταχθεί, στην ένταξη του Μαυροβουνίου, στο ΝΑΤΟ και υποτίθεται ότι είχε αποπειραθεί να πραγματοποιήσει (πραγματικά, ή ψευδώς) ένα πραξικόπημα, για να αποτρέψει αυτή την εξέλιξη. Και φυσικά, η Μόσχα δεν εισακούσθηκε.

Ξαφνικά, τις αμέσως, επόμενες δύο, ημέρες, από τότε που έγινε η συνάντηση των προέδρων των Η.Π.Α. και της Ρωσίας, ο Donald Trump, θέτοντας ζήτημα χρησιμότητας του ΝΑΤΟ, έθεσε το ερώτημα, γιατί να πάει ο μέσος Αμερικανός να πολεμήσει, για το Μαυροβούνιο! Το οποίο Μαυροβούνιο, μάλιστα, αποτελείται, από πολύ επιθετικούς ανθρώπους, οι οποίοι μπορούν με την συμπεριφορά τους, να απειλήσουν την παγκόσμια ειρήνη.

Προφανώς, το παράδειγμα δεν είναι τυχαίο. Οι δύο ηγέτες συζήτησαν, ανάμεσα στα πολλά άλλα και το ζήτημα του Μαυροβουνίου, όπως και το ευρύτερο πρόβλημα της Βαλκανικής, όπου τα μαχαίρια είναι έτοιμα να βγουν, από τα θηκάρια τους και να ξεσπάσει, ανά πάσα στιγμή, μια φονικότατα σύγκρουση, ανάμεσα, στην Σερβία και την Αλβανία, για το ζήτημα του Κοσόβου, με δεδομένο το γεγονός ότι η Αλβανία είναι μέλος του ΝΑΤΟ και ότι η Σερβία, πλέον, δεν είναι μόνη της. Είναι ισχυρή και έχει δίπλα της την Ρωσία, η οποία δεν θα την αφήσει απροστάτευτη.

Τώρα, ο Αμερικανός πρόεδρος, πέρα από όλα αυτά, θέτει, δημοσίως και θέμα, για το Μαυροβούνιο, το οποίο υποτίθεται ότι δεν αξίζει να προστατευθεί και αποτελεί κίνδυνο, για την παγκόσμια ειρήνη, αφήνοντας να εννοηθεί, σαφέστατα, ότι, κακώς εισήλθε στο ΝΑΤΟ και ότι στην αμερικανική κυβέρνηση και στον ίδιο υπάρχουν δεύτερες σκέψεις, για το κράτος αυτό (το οποίο δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι διοικείται από μια ελίτ κακοποιών).

Προφανώς, όλα αυτά, όπως είπαμε, δεν λέγονται τυχαία. Αυτή η προσέγγιση του Donald Trump, όσον αφορά το Μαυροβούνιο, σκανδαλίζει την φιλοπόλεμη ελίτ της Ουάσινγκτων και τους υποτακτικούς της στην Ευρώπη και τον κόσμο, επειδή δείχνει ότι, όχι δύσκολα (και πάντως, ευκολότερα από ό,τι νομίζουν πολλοί) η αμερικανική κυβέρνηση και τα συμφέροντα, που αυτή εκφράζει, θα αφήσει κάποιον, ή κάποιους, από τους συμμάχους της, στο ΝΑΤΟ, στην τύχη του και χωρίς πραγματική υπεράσπιση.

Αυτό είναι, που ταράζει τον ύπνο και του μεγαλύτερου μέρους της ευρωπαϊκής πολιτικής ελίτ, παρά το γεγονός ότι αυτή αποτελείται, από ανθρώπους, που είναι εξωνημένοι υπηρέτες της αμερικανικής διοίκησης - όταν αυτή ήταν στα χέρια των παγκοσμιοποιητών.

Ας δούμε ένα απόσπασμα, από όσα έχει γράψει ο Paul Craig Roberts, για να καταλάβουμε το βάθος των σχέσεων και της σύστοιχης εξάρτησης των Ευρωπαίων ηγετών (αφού δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ένα μέρος από το δημοσιευμένο αρχείο της CIA, αποδεικνύει ότι η δημιουργία της ΕΟΚ ήταν ένα έργο, το οποίο διεκπεραίωσε, όχι, πάντα, χωρίς αντίσταση, η Ουάσινγκτων, μέχρι την τελευταία του λεπτομέρεια, με πρωταγωνιστή την ίδια την CIA και διεκπεραιώθηκε, από ανθρώπους (πρώτος και καλύτερος ο Jean Monnet), οι οποίοι βρίσκονταν, στο payroll των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών :

"Στην δεκαετία του 1970, ο πρόεδρος της επιτροπής αξιολόγησης της διδακτορικής διατριβής μου, που ήταν τότε υψηλός αξιωματούχος στην Ουάσιγκτων  (μιλάει, για έναν υφυπουργό Άμυνας), με αρμοδιότητα τις διεθνείς υποθέσεις ασφάλειας, μου ζήτησε να αναλάβω μια λεπτή αποστολή στο εξωτερικό. Αρνήθηκα. Ωστόσο απάντησε στο ερώτημα που του έθεσα: «Πως κατορθώνει η Ουάσιγκτων να πείθει τις ξένες χώρες να κάνουν ό,τι  αυτή επιθυμεί;»


«Λεφτά», μου απάντησε.«Δίνουμε στους ηγέτες τους σάκους γεμάτους λεφτά. Αυτοί μας ανήκουν.»"

Από τότε, οι δεκαετίες πέρασαν και η αργυρώνυτη Ευρωπαϊκή ελίτ βλέπει, με όχληση, με δυσαρέσκεια και με τρόμο, ότι η αμερικανική ηγεσία επανεξετάζει τις στρατηγικές της επιλογές και συνεννοείται, με την σύγχρονη Ρωσία, δίδοντας της τον ρόλο του ισότιμου συνομιλητή και αναγνωρίζοντας το status της υπερδύναμης, στην Μόσχα.

Αυτό που κάνει χειρότερα τα πράγματα, για τις ευρωπαϊκές ελίτ, είναι ο φόβος τους, που έχει καταστεί διαπίστωση, μέσα από την επιτηδευμένη αθυροστομία του Donald Trump, ο οποίος δεν φείδεται και δεν διστάζει να προσφύγει σε αντιευρωπαϊκές κορώνες, οι οποίες δεν αποτελούν σχήματα λόγου, αλλά συνοδεύονται, από έργα, αλλά και απειλές, οι οποίες δεν μπορούν να αγνοηθουν. Και φυσικά, δεν αγνοούνται.

Αυτή η νέα κατάσταση και οι νέες στρατηγικές επεξεργασίες, που επικρατούν, στα μυαλά των σχεδιαστών της αμερικανικής πολιτικής, οδηγούν τις ελίτ της γηραιάς ηπείρου, στην προσκόλληση τους, στο "καλό" παρελθόν και στην ελπίδα ότι, όταν περάσει η μπόρα, που λέγεται Donald Trump, η κλασική ελίτ των Η.Π.Α. θα επαναφέρει την εξωτερική πολιτική της Ουάσινγκτων, στις ασφαλείς παλαιές επιλογες και συμμαχίες.

Κατ' αρχήν, ο Donald Trump δεν προβλέπεται να φύγει, παρά τις, περί του αντιθέτου, επιθυμίες των Γαλλογερμανών. Ήλθε, για να μείνει καιρό, ενώ όταν θα φύγει, θα έχει δημιουργήσει και θα έχει εγκαταστήσει μια ολόκληρη εφαρμοσμένη πολιτική στρατηγικής σκέψης και αναστοχασμού, στην Ουάσινγκτων, η οποία θα συνεχίσει να υπάρχει και, μετά την Trump, εποχή, με την πιθανή εκλογή διαδόχων, που θα εμφορούνται, από το ίδιο πρόγραμμα δράσης.

Αλλά και η επαναφορά των παγκοσμιοποιητών, στην αμερικανική κυβέρνηση, δεν προβλέπεται να είναι ευτυχής, για τις ευρωπαϊκές ελίτ, αφού η όξυνση, που θα προκύψει, στις διεθνείς σχέσεις, από την αναδιάρθρωση των παγκόσμιων ισορροπιών, ως αποτέλεσμα της, περαιτέρω, αναβάθμισης της κινεζικής ισχύος, δεν θα αφήνει μεγάλα περιθώρια, σε όσους ονειρεύονται μια ολική επαναφορά της πολιτικής των παγκοσμιοποιητών, τύπου Barack Husssein Obama, ή George  Bush jr.

Το παλαιό αδιατάρακτο καλό παρελθόν της άφθονης χρηματοδότησης και της ανέξοδης αμερικανικής προστασίας, από τον μόνιμο ρωσικό εφιάλτη, πέρασε, ανεπιστρεπτί, για τις σημαντικότερες ευρωπαϊκές ελίτ. Προφανώς, αυτήν την πραγματικότητα  οι ευρωπαϊκές ηγεσίες και κυρίως οι κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Γαλλίας, δεν επιθυμούν να την αποδεχθούν. Αλλά δεν πρόκειται να την αποφύγουν και θα αποδεχθούν την μοίρα τους, η οποία είναι από δυσοίωνη, έως σκοτεινή, εάν το αμερικανορωσικό deal προχωρήσει και ολοκληρωθεί με την σύμπηξη μιας συμμαχίας (τυπικής, ή άτυπης, αλλά, πάντως, ουσιαστικής), διότι, προφανώς, η συμμαχία αυτή δεν θα έχει, μόνο, αντικινεζικό, αλλά και αντι"ευρωπαϊκό" περιεχόμενο, αφού οι Η.Π.Α., παρά το γεγονός ότι στήριξαν και ουσιαστικά, δημιούργησαν την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, ως μια χαλαρή οικονομική και πολιτική ύπαρξη, ως τοπικό αντίβαρο της "Σοβιετικής Ένωσης", δεν ευνοούν την εμβάθυνση της πολιτικής και της οικονομικής ενοποίησης του δυτικοευρωπαϊκού χώρου, έτσι όπως αυτός διευρύνθηκε, μετά την κατάρρευση του "υπαρκτού σοσιαλισμού". Όπως φαίνεται και ο "υπαρκτός ευρωπαϊσμός" τρώει τα ψωμιά του.

Έχοντας υπόψη όλα αυτά, γίνεται κατανοητό, για πολλοστή φορά, το τεράστιο μέγεθος των κινδύνων, που κρύβει η συνέχιση της αντιπαράθεσης των δύο πυρηνικών υπερδυνάμεων, την οποία επιθυμούν οι άρχουσες ευρωελίτ και το πολεμοχαρές τμήμα των αμερικανικών ελίτ, που αποτελούν το παραδοσιακό βαθύ κράτος των Η.Π.Α. Εάν αυτή η αντιπαράθεση συνεχισθεί, ο παγκόσμιος πυρηνικός όλεθρος θα εξακολουθήσει να βρίσκεται, στην πρώτη γραμμή των διεθνών σχέσεων.

Όμως και η αμερικανορωσική συνεννόηση δεν διασφαλίζει την ειρήνη. Μπορεί να απομακρύνει το παγκόσμιο ολοκαύτωμα και να κανονικοποιεί το πλαίσιο των αντιδικιών και της σύγκρουσης των συμφερόντων των δύο υπερδυνάμεων, αλλά δεν απομακρύνει τον κίνδυνο των γενικευμένων τοπικών συρράξεων, στην Ευρώπη και αλλαχού, ή και έναν περιορισμένο πυρηνικό πόλεμο, στην Ευρώπη - αν και αυτόν τον τελευταίο κίνδυνο η αμερικανορωσική συνεννόηση τον αδυνατίζει.

Το πεδίο δοκιμασίας της, υπό εκκόλαψη, αμερικανορωσικής συνεννόησης, προφανώς, στην παρούσα φάση, είναι η Βαλκανική. Εδώ, είναι, που θα φανούν, στην πράξη τα όρια, τα περιθώρια, τα ανταλλάγματα και τα αντίβαρα του αμερικανορωσικού deal και του δούναι και του λαβείν των δύο ηγετών και των επιτελείων τους. Και στην Βαλκανική, όπως έχουμε γράψει [Το NATO φέρνει πόλεμο στα Βαλκάνια; (Η συμφωνία των Πρεσπών, ως κομβικό εργαλείο για την εξυπηρέτηση των αμερικανικών σχεδιασμών, τα αντιτιθέμενα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, το σφοδρότατα, πιθανό πραξικόπημα, στην πΓΔΜ και η εσωτερική κοινοτική σύγκρουση Σλαβομακεδόνων και Αλβανών)], τα πράγματα είναι σκούρα.

Και δυστυχώς, στην περιοχή μας, τα πράγματα παραμένουν σκούρα, διότι, παρά την όποια αμερικανορωσική προσέγγιση, είναι άγνωστοι οι όροι, που έχουν υποβληθεί και τα ανταλλάγματα, που έχουν δοθεί, εκατέρωθεν. Όπως, επίσης, δεν είναι γνωστό το πλαίσιο των μελλόντων γεγονότων , όπως δεν είναι γνωστή η αλύσωση των περιστατικών, που θα οδηγήσουν, στην πραγματοποίηση των όποιων παρασκηνιακών συμφωνιών έχουν επιτευχθεί.

Η αλύσωση αυτών των περιστατικών μπορεί να διεξαχθεί, κάλλιστα, μέσα σε ένα πολεμικό πλαίσιο, όπως, επίσης, μπορεί να υπάρξει και μέσα σε ένα ειρηνικό πλαίσιο. Όμως, εμείς δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε και οι αναφορές, που έκανε ο Donald Trump, στην περίπτωση του Μαυροβουνίου, είναι, απολύτως, προβληματικές και παραπέμπουν, σε άγνωστα νερά.

Και φυσικά, οι πολεμικές αντιπαραθέσεις, στην όποια διευθέτηση των εκκρεμοτήτων, που άφησε πίσω του, ο γιουγκοσλαβικός πόλεμος και η αδηφαγία των Η.Π.Α. και της Δύσης, στην Βαλκανική, ουδόλως, μπορούν να αποκλεισθούν.

Κάθε άλλο. Πολύ περισσότερο, που η επαίσχυντη συμφωνία των Πρεσπών, που υπέγραψε, κάτω από τις οδηγίες του Αλέξη Τσίπρα, ο Νίκος Κοτζιάς, με την πλήρη καθοδήγηση του ΝΑΤΟ, αποτελεί το βασικό εργαλείο και την αιχμή του δόρατος, για την άσκηση αντιρωσικής πολιτικής, στην περιοχή μας και ισοδυναμεί με μια μεγάλη εχθρική ενέργεια, απέναντι, στην Μόσχα.

Αυτή η συμφωνία, ύστερα από την συνάντηση του Donald Trump, με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, φαίνεται ότι μπαίνει, στο ράφι, αφού είναι σαφές ότι, για να υπάρξει και να ευωδοθεί η αμερικανορωσική συνεννόηση, θα πρέπει να ανασταλούν οι αντιρωσικές πράξεις των Αμερικανών, στα Βαλκάνια.

Αλλά όλα αυτά αποτελούν υποθέσεις, διότι πρέπει να περιμένουμε να δούμε τις πράξεις των δύο υπερδυνάμεων, στην περιοχή (και ευρύτερα) και τις εξελίξεις, που θα λάβουν χώρα.

Κάτι που σημαίνει ότι τα πράγματα παραμένουν να είναι άσχημα. Ίσως, όχι τόσο άσχημα, όσο ήσαν, πριν την 16η Ιουλίου. Αλλά παραμένουν άσχημα...




Δεν υπάρχουν σχόλια: