Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

2010 - 2017 : Η ελληνική οικονομία υπό το καθεστώς των 3 Μνημονίων 8 χρόνια, μετά. (Μια ψύχραιμη αποτίμηση των αποτυχιών και των επιτυχιών των μνημονιακών στόχων, που έχουν θέσει οι ξένοι δανειστές και η φιλοτομαριστική συμπεριφορά της εντόπιας ελίτ).

Όπως φαίνεται και από αυτόν τον πρόσφατο πίνακα της ΕΛΣΤΑΤ, η ελληνική οικονομία και το 2016 παρουσίασε μια - καθόλου ασήμαντη - πτώση, από τα 176,312 δισ. €, όπως εκτιμώνται, για το 2015, στα 174,199 δισ. €. Η κρίση συνεχίστηκε, με περαιτέρω συρρίκνωση του ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας, μια συρρίκνωση, που εκτιμάται, στο -1,2%, για το 2016, παρά τις προηγηθείσες εκτιμήσεις, που εμφάνιζαν, αρχικά θετικούς δείκτες και στην συνέχεια, έστω και οριακά, αρνητικούς. Τώρα, για το 2017 οι αρχικές εκτιμήσεις, που ακόμη, δεν έχουν αποτυπωθεί, ομιλούν, για μια μικρή ανάκτηση των απωλειών του 2016, αλλά, ακόμη και αν αυτές οι εκτιμήσεις αποδειχθούν, ως "ορθές", η πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας, δεν αλλάζει. Η κρίση παραμένει αλώβητη και συνεχίζει ακάθεκτη την πορεία της.



Μετά από τα 8 χρόνια των Μνημονίων και της σαρωτικής κρίσης, που αυτά, με κατακλυσμιαίο τρόπο και ρυθμό, σώρευσαν, στην ελληνική οικονομία, όταν προβαίνουμε σε μια ανασκόπηση των αποτελεσμάτων, που προκύπτουν, από όλη αυτή την λαίλαπα, κάποια από τα μεγάλα, ουσιώδη και πολύ σημαντικά ερωτήματα, που, εκ των πραγμάτων τίθενται, έχουν να κάνουν, με το εάν, τελικά, με όλες τις αβαρίες, με τις αστοχίες και με την καταστροφική ισοπέδωση, που υπέστησαν η ελληνική παραγωγή, ως μέγεθος, αλλά και οι συντελεστές της, έγινε κατορθωτό να επιτευχθούν ο ριζικός - ή, έστω, ένας μετριοπαθής - μετασχηματισμός και η αλλαγή της δομής, της σύνθεσης και της συμπεριφοράς της ελληνικής οικονομίας. Εάν δηλαδή, η ελληνική παραγωγή και μαζύ με αυτήν, η ελληνική οικονομία προχωρεί, έστω και δύσκολα, στην "πολυπόθητη" διαδικασία του "εξευρωπαϊσμού" και της "ορθολογικής" συγκρότησης του ελληνικού καπιταλιστικού συστήματος, με την ενίσχυση των μεγάλων και εξωστρεφών παραγωγικών μονάδων και την δραστική συρρίκνωση της θάλασσας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των αυτοαπασχολουμένων, κάτι, που, συμπερασματικά, θεωρείται ότι είναι ο (υποτιθέμενος ως) βασικός στόχος των ξένων επικυρίαρχων, δηλαδή του Δ.Ν.Τ. και των ευρωθεσμών.

Θέτοντας τα παραπάνω ερωτήματα, είναι σαφές ότι αυτά πρέπει να απαντηθούν, με βάση τα κριτήρια, που τίθενται, ως βάση, για την διατύπωσή τους και τα οποία αποτελούν την πεμπτουσία των ιδεολογήματων της εντόπιας "ευρωπαϊστικής" ελίτ και των ξένων δανειστών, όπως και του πολιτικού προσωπικού, που υπηρετεί και τους δύο αυτούς καθοριστικούς και καίριους προσδιοριστικούς παράγοντες του οικονομικού και κοινωνικού βίου, στην χώρα μας.

Ως εκ τούτου, το απλό ερώτημα που συνοψίζει όλα τα παραπάνω, τίθεται, επεξηγήματικα, ως εξής :

Τελικά, όλα όσα έγιναν, μετά την ελληνική κρατική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010, άξιζαν τον κόπο; Άλλαξε κάτι, έστω και στο ελάχιστο, όσον αφορά την δομή, την σύνθεση, την διάρθρωση, τους προσανατολισμούς και την συμπεριφορά της ελληνικής παραγωγής και οικονομίας;

Με δεδομένο το γεγονός ότι το ελληνικό ΑΕΠ, που το μέγεθος του, το 2008, διαμορφώθηκε, στα 241,990 δισ. € (και το 2009 έπεσε, στα 237,534 δισ. €) κατακρημνίστηκε, το 2016, στα 174,199 δισ. €, το ερώτημα δεν είναι, καθόλου, θεωρητικό. Δεν αφορά κάποια συζήτηση φιλολογικού χαρακτήρα, που διεξάγεται, μεταξύ τυρού και αχλαδιού. Είναι, άκρως, σημαντικό και η απάντησή του είναι καθοριστική, για το παρόν και - απείρως περισσότερο -, για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας και της κοινωνίας μας.

Ως προς το να δοθεί αυτή η απάντηση, δεν παρουσιάζει ιδαίτερες δυσκολίες. Αν δούμε τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος του κ. Γιάννη Στουρνάρα, η ίδια η ζώσα κατάσταση της ελληνικής χρηματικής οικονομίας, λέει πολλά, για τα αποτελέσματα της 8χρονης πολιτικής των Μνημονίων, στην Ελλάδα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που προσανατολίζονται, κυρίως, στην εσωτερική αγορά.

Ας ρίξουμε μια ματιά, στα στοιχεία αυτά.

Σύμφωνα με τις κατανομές, που έχουν γίνει, στα πλαίσια της Ε.Κ.Τ. και του ευρωσυστήματος, προφανώς, επί τη βάσει του επίσημου ΑΕΠ της χώρας και της νομισματικής κυκλοφορίας, που, σε αυτό, υπολογίζεται ότι αντιστοιχεί, τα κυκλοφορούντα χαρτονομίσματα και κέρματα φθάνουν, γύρω στα 30,5 δισ. €. Αυτοί είναι οι επίσημοι υπολογισμοί.

Όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική, διότι, η ζήτηση των καταναλωτών (νοικοκυριά και επιχειρήσεις), για το καθημερινό χρήμα, που κυκλοφορεί, σε φυσική μορφή, είναι πολύ μεγαλύτερη, με αποτέλεσμα, η Ε.Κ.Τ. να υποχρεώνεται να χορηγεί, σε έκτακτη βάση, περίπου, άλλα 5,2 δισ. €, προκειμένου να καλύψει αυτή την υπερβάλλουσα ζήτηση, η οποία, τελικά, διαμορφώνει την πραγματική αξία των ποσοτήτων του κυκλοφορούντος, σε μορφή φυσικού χρήματος, ευρώ, στα επίπεδα των 35,7 δισ. €, περίπου.

Αλλά και αυτή η διαπίστωση είναι μετριοπαθής και ως εκ τούτου, απολύτως, ψευδής, διότι, το χρήμα, σε φυσική μορφή, που κινείται, μέσα στα πλαίσια των καθημερινών συναλλαγών, που συντελούνται, εντός της ελληνικής οικονομίας, υπερβαίνει, κατά πολύ τα 72 δισ. €, αφού, ξεπερνά τα 90 δισ. € (το μέγεθος αυτό υπερβαίνει, κατά πολύ, το 50% του ΑΕΠ της χώρας), αφού, όπως προκύπτει από τις διακινήσεις των αξιών, αυτές, φθάνουν τις 2250, σε καθημερινή βάση και, ξεπερνούν τις 800000, ετησίως.

Ο αριθμός αυτός, όσο και αν φαίνεται απίστευτος, είναι πραγματικός και προκύπτει από τα στοιχεία των χρηματαποστολών, που διενεργούν οι αντίστοιχες εταιρείες, στην ελληνική επικράτεια και συμπεριλαμβάνουν και πολλές αξίες, που δεν καταγράφονται, στα στοιχεία, που τηρεί η Τράπεζα της Ελλάδος, αφού το "μαύρο χρήμα", που κυκλοφορεί, μαζύ με το χρήμα, που βρίσκεται, στα σεντούκια των σπιτιών και στις θυρίδες των τραπεζών είναι πολύ μεγαλύτερης αξίας, από αυτή, που η Τράπεζα του κ. Γιάννη Στουρνάρα φαίνεται (και θέλει να ισχυρίζεται) ότι υπολογίζει.

Δεν είναι, καθόλου, τυχαίο αυτό. Το, γιατί δεν είναι τυχαίο αυτό το φαινόμενο, γίνεται κατανοητό, εάν γυρίσουμε, στο έτος της ελληνικής χρεωκοπίας, το 2010, στα μέσα του οποίου οι τραπεζικές καταθέσεις έφθαναν, στα 245 δισ. €. Από τότε πολλά έχουν αλλάξει, αφού οι τραπεζικές καταθέσεις, το 2014, γκρεμίστηκαν, στα επίπεδα των 170 δισ. €, ενώ, το 2015, μέχρι την κρίση του καλοκαιριού του 2015, έπεσαν, στα 122 δισ. € και από τότε, έχουν κολλήσει και περιστρέφονται, γύρω από αυτό το μέγεθος.

Το χρήμα των τραπεζικών καταθέσεων του παρελθόντος έχει διαρρεύσει - όπως και του παρόντος και εξακολουθεί να διαρρέει -, προς άλλες κατευθύνσεις. Τα χρήματα, πλέον, δεν εισρέουν, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Μένουν, στα σπίτια, πηγαίνουν, στις τραπεζικές θυρίδες (μιλάμε, για πάνω από 10 δισ. €) και αδρανοποιούνται, ενώ κάνει θραύση και το "σπόρ" της μεγάλης διαφυγής κεφαλαίων, στο εξωτερικό, το οποίο είναι ένα γεγονός, το οποίο έλαβε τεράστιες διαστάσεις, από την εποχή της εισόδου τη Ελλάδας, στην ευρωζώνη, το 2002. (Κάπου τρία - και πολύ περισσότερο - ΑΕΠ της χώρας έχουν φύγει, ανεμπόδιστα, από τότε, στο εξωτερικό και είναι σίγουρο ότι, τα 8 χρόνια της κατακλυσμικής κρίσης, που έφεραν η ελληνική χρεωκοπία και τα 3 Μνημόνια, επέτειναν το πρόβλημα και πιθανότατα, το έχουν καταστήσει ανεξέλεγκτο).

Αυτό, που χειροτερεύει τα πράγματα, είναι το γεγονός της μεγέθυνσης της παραοικονομίας, η οποία, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Τράπεζας του Γιάννη Στουρνάρα, στα χρόνια των Μνημονίων, έχει αυξηθεί, από το (επισήμως, υπολογιζόμενο, πλην όμως, απολύτως, μετριοπαθές) 15%, στο (επίσης, μετριοπαθές) 40% του ΑΕΠ της χώρας και ενώ - υποτίθεται ότι - ο βασικός στόχος  των μνημονιακών προγραμμάτων ήταν η καταπολέμηση και η συρρίκνωση της παραοικονομίας (η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, κατά την γνώμη μου, ήταν μεγαλύτερη από τους υπολογισμούς, που κάνει η Τράπεζα της Ελλάδας και πιθανότατα, είναι και τώρα, μεγαλύτερη από το υπολογιζόμενο μέγεθος της παραοικονομίας). Το 40% του ΑΕΠ της χώρας δεν είναι το τωρινό μέγεθος της ελληνικής παραοικονομίας. Το μέγεθός της είναι, κατά την γνώμη μου μεγαλύτερο. Και αυτό προκύπτει, όχι μόνο, ως αίσθηση και πεποίθηση, αλλά και από τα άλλα στοιχεία, που προαναφέρθηκαν.

Έτσι, αν δεχθούμε, το ποσοστό αυτό, που εκτιμάται, από την Τράπεζα της Ελλάδος, τότε η ελληνική παραοικονομία φθάνει, στα χρόνια της κρίσης και ιδιαίτερα το 2016, στα 69,6 δισ.€, όταν, το 2008, έφθανε (σύμφωνα, με τα επίσημα στοιχεία), στα 60 δισ. € και το 2010 (εάν δεχθούμε ότι η παραοικονομία, τότε, ισούτο, με το 25% του ΑΕΠ), στα 56,5 δισ. € - ενώ, αν δεχθούμε ότι η παραοικονομία φθάνει, στο 40% του ελληνικού ΑΕΠ, τότε, τα μεγέθη αλλάζουν, άρδην (για το 2010, η παραοικονομία εκτινάσσεται, στα 90,4 δισ. €). 

Αλλά τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα - ή καλύτερα, αναλόγως, με το πώς τα βλέπει κάποιος -, διότι η παραοικονομία έχει φουντώσει, από το 2010 και μετά, όπως καταγράφεται και από τις τάσεις των μακροοικονομικών μεγεθών, που παρουσιάζονται, από την Τράπεζα της Ελλάδος. Και προφανώς, το μέγεθός της ξεπερνά το 50% (ίσως και το 60%) του ΑΕΠ, ήτοι, στα 87 δισ. €, (ή, στα 100, με 104 δισ. €).

Τα παραπάνω στοιχεία, που αφορούν, κυρίως, την κατάσταση της χρηματικής ρευστότητας της ελληνικής οικονομίας, δείχνουν, με τον πιο εμφατικό τρόπο, την πλήρη αποτυχία των εμφανιζόμενων, ως κύριων στόχων των μνημονιακών προγραμμάτων, που εφαρμόζονται, κατά την διάρκεια της οκταετίας της σαρωτικής ελληνικής κρίσης, ιδίως όταν συνοδευτούν, από την δραματική πτώση της ελληνικής βιομηχανικής παραγωγής, η οποία εντάθηκε στα χρόνια των Μνημονίων και από την συρρίκνωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των θέσεων εργασίας των αυτοαπασχολουμένων, στις πόλεις και στην ύπαιθρο, όπως και των θέσεων εργασίας των, πάσης φύσεως, μισθωτών.

Με δεδομένη την πλήρη αποτυχία των ξένων δανειστών να προσεγγίσουν, έστω και κατ' ελάχιστον, τους στόχους τους, για τον "ευρωπαϊστικό εξορθολογισμό" της ελληνικής παραγωγής και της οικονομίας, το ερώτημα, που εξετάζουμε, μετατοπίζεται, σε μια άλλη κατεύθυνση, διότι είναι προφανές ότι οι μη επιτευχθέντες (το λέμε κομψά, αλλά αυτό δεν κρύβει το πασίδηλο γεγονός της παταγώδους αποτυχίας) στόχοι δεν είναι οι μόνοι στόχοι των ξένων δανειστών και της εντόπιας ελίτ, η οποία έχει αποδεχθεί την - πάση θυσία - εφαρμογή των μνημονιακών προγραμμάτων και την σκληρότατη λιτότητα, που έρχεται, ως φυσική συνέπειά τους. 

Μάλιστα, το κωμικοτραγικό στοιχείο, στην όλη υπόθεση, είναι αυτό, που αναδεικνύεται, από την εξέταση των αποτελεσμάτων της αποτυχίας επίτευξης των στόχων αυτών. Και αυτό, που αναδεικνύεται, δεν είναι άλλο, από την αντιφατικότητα των επιδιώξεων ενός μεγάλου μέρους της εντόπιας ελίτ, με τους στόχους αυτούς, που, στο σύνολό τους, αποσκοπούν,  όπως είπαμε, στον "ευρωπαϊστικό εξορθολογισμό" της ελληνικής οικονομίας, αφού είναι, κυρίως, η εντόπια ελίτ, που κρύβει τα εισοδήματά της, χωρίς να τα περνάει, μέσα από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και τα βγάζει, νόμιμα και παράνομα, στο εξωτερικό, προκειμένου να αισθάνεται ασφαλής, από τις συνέπειες των μνημονιακών προγραμμάτων, που εφαρμόζονται, με την δική της αποδοχή, στο εσωτερικό της χώρας, χρησιμοποιώντας, ως πειραματόζωο την λοιπή ελληνική κοινωνία, που δεν έχει τις δυνατότητες (ή έχει περιορισμένες δυνατότητες) να πράξει και να συμπεριφερθεί, αναλόγως.

Φυσικά, όλα τα παραπάνω είναι γνωστά, στους ξένους δανειστές. Για τον λόγο αυτόν, αυτοί έχουν αποδεχθεί την παρούσα κατάσταση, αφήνοντας στην τύχη τους, αυτούς τους μακρόσυρτους και μακροπρόθεσμους στόχους, αρκούμενοι, στους άλλους, τους βραχυπρόθεσμους στόχους, που αποδείχτηκαν περισσότερο επιτεύξιμοι και οι οποίοι αφορούν την βίαιη και διαλυτική δημοσιονομική προσαρμογή, που, για τα δικά τους συμφέροντα, είναι κάτι το πολύ σπουδαίο.

Αρκούνται, λοιπόν, οι ξένοι δανειστές, στο να "φέρουν σε τάξη" τα έσοδα και τα έξοδα του ελληνικού κράτους, ούτως ώστε οι ελληνικοί κρατικοί προϋπολογισμοί να μην παρουσιάζουν ελλείμματα (για να μην χρειάζεται να χρηματοδοτηθούν), αλλά να παρουσιάζουν μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα, προκειμένου να αυτοχρηματοδοτείται το ελληνικό δημόσιο χρέος.

Από εκεί και πέρα, οι ευρωθεσμοί και το Δ.Ν.Τ. έχουν αφήσει, όπως είπαμε, στην τύχη τους, τους άλλους, τους μακρόσυρτους και μακροπρόθεσμους, στόχους και δεν ενδιαφέρονται, για τίποτε άλλο, πέρα από την επίτευξη των βραχυπρόθεσμων, των άμεσων, στόχων τους - που εξυπηρετούν τα άμεσα και τα μεσοπρόθεσμα συμφέροντά τους - και οι οποίοι συνοψίζονται, στην παραγωγή μιας τέτοιας ισορροπίας, ανάμεσα στα έσοδα και τα έξοδα των ελληνικών κρατικών προϋπολογισμών, ούτως ώστε να μην επανατροφοδοτείται το ελληνικό δημόσιο χρέος (για να μην χρειάζεται να χρηματοδοτηθεί) και στην, επί μακρόν, δημιουργία επαρκέστατων πρωτογενών πλεονασμάτων, για να εξυπηρετείται το ελληνικό δημόσιο χρέος, την μεγίστη πλειοψηφία του οποίου έχουν αναλάβει οι ξένοι θεσμικοί δανειστές και την οποία προσπαθούν, με το ζόρι, να επαναμεταβιβάσουν στον ιδιωτικό τομέα - δηλαδή, στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, στην διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία. (Κάτι, που δεν θα είναι, καθόλου, εύκολο. Θα είναι δύσκολο και οδυνηρό, αφού θα υποχρεωθούν να φάνε τις σάρκες του ελληνικού πληθυσμού, αλλά και τις δικές τους σάρκες).

Και φυσικά, οι ξένοι δανειστές, όπως και η εντόπια εξωνημένη και φιλοτομαριστική ελίτ (που κοιτάζει και ασχολείται, μόνο, με το να σώσει τα "χρήματά της" και την "περιουσία της", που με πολλαπλούς παράνομους τρόπους - κρινόμενους, με βάση την ίδια, την δική της, αστική νομιμότητα -, απέκτησε, εις βάρος της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας), αδιαφορούν, τελείως, επιδεικνύοντας μια ωμότατη και πλήρως, κυνική στάση και συμπεριφορά, για το γεγονός ότι αυτοί οι στόχοι και οι πολιτικές της σκληρότατης λιτότητας, που εφαρμόζονται, για να επιτευχθούν, βλάπτουν τα συμφέροντα της ελληνικής κοινωνίας, της οποίας η οικονομία οδηγείται, στην υπανάπτυξη, μέσα από αυτή την επικράτηση της λογικής του "γαία, πυρί μειχθήτω".

Και φυσικά, όποιος αντέξει.

Έως ότου παύσει να αντέχει...







Δεν υπάρχουν σχόλια: