Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

Wolfgang Schäuble : "Το μνημόνιο είναι κακό για τον λαό σας. Δεν θα σας αφήσει να ανακάμψετε. Δεν βοηθάει την ανάπτυξη". (Η ελληνική "ευρωπαϊστική" ελίτ οδηγεί την Ελλαδα σε πλήρες αδιέξοδο, με την υπογραφή του 4ου Μνημονίου και την παραμονή της, ως αποικίας χρέους της ευρωζώνης).





Εν όψει του 4ου Μνημονίου, τα προκαταρκτικά του οποίου, μόλις συμφωνήθηκαν, ανάμεσα στον Ευκλείδη Τσακαλώτο (που διαδέχθηκε τον Γιάννη Βαρουφάκη, στην θέση του υπουργού Οικονομικών) και το κουαρτέτο των ευρωθεσμών και του Δ.Ν.Τ., τα όσα συνέβησαν, όσον αφορά τις εφιαλτικές διαπραγματεύσεις του επιτελείου της ελληνικής κυβέρνησης, με την γερμανική κυβέρνηση, τους θεσμούς της ευρωζώνης και το σύνολο των ξένων δανειστών, κατά την περίοδο του πολλά υποσχόμενου πρώτου επταμήνου του 2015, από τότε, που σχηματίστηκε η πρώτη κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, μετά την νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 μέχρι και το δημοψήφισμα της 5/7/2015 και την άδοξη παράδοση στις απαιτήσεις των ευρωζωνιτών, θα εξακολουθούν, πάντοτε να κεντρίζουν το ενδιαφέρον και να απασχολούν, όχι μόνο, τους ιστορικούς του παρόντος και του μέλλοντος, αλλά και το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας.

Η μνημειώδης και πρωτοφανής, σε μέγεθος, αλλά και σε έκταση, καταστροφή, την οποία υπέστη η ελληνική οικονομία και οι σαρωτικές επιπτώσεις της, στην καθημερινότητα του πληθυσμού της χώρας, αποτελεί την ασφαλέστερη εγγύηση, για την, επ' αόριστον, εξακολούθηση της επίδειξης αυτού του ενδιαφέροντος, από τους πολίτες της χώρας μας, για τα πεπραγμένα των κυβερνώντων. Ως εκ τούτου, το ενδιαφέρον των πολιτών και του συνόλου της ελληνικής κοινωνίας, θα παραμείνει αμείωτο, όσο και αν όλη αυτή η διαδικασία είναι, άκρως, ενοχλητική για την κυβέρνηση, αλλά και για το σύνολο της ελληνικής "ευρωπαϊστικής" ελίτ, αφού, μέσω αυτής, περιγράφονται, απλούστατα και ωμότατα, το μέγεθος της κοινωνικής, οικονομικής και παραγωγικής καταστροφής, που επέφεραν οι βλακώδεις επιλογές τους, που αφορούν την ένταξη της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ. και απείρως, περισσότερο, στην ευρωζώνη, αλλά και τα πλήρη και απόλυτα αδιέξοδα, στα οποία έχουν περιέλθει η ελληνική οικονομία και το σύνολο, σχεδόν, των στρωμάτων που διαρθρώνουν και συναποτελούν την ελληνική κοινωνία, από τις πολιτικές, που έχουν, ως αφετηριακή βάση, τις στρατηγικές και τακτικές, που αναδύονται και επιβάλλονται, από τα Μνημόνια. 

Και φυσικά, οι, σε δόσεις και σταδιακά, δημοσιευόμενες αποκαλύψεις, που άρχισαν, εδώ και καιρό να γίνονται και έτσι, όπως αυτές, εν μέρει, περιέχονται, στο νέο βιβλίο ("Adults in the Room") του, τότε, υπουργού Οικονομικών Γιάννη Βαρουφάκη, γύρω από τα όσα συνέβησαν, στα παρασκήνια του Eurogroup, αλλά και των λοιπών συναντήσεων του επιτελείου του πρώην υπουργού, με τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε, τους υπουργούς των λοιπών κυβερνήσεων των χωρών της ευρωζώνης, όπως και οι ενδοκυβερνητικές τριβές και ανοικτές συγκρούσεις, στις θυελλώδεις συνεδριάσεις του ελληνικού υπουργικού συμβουλίου, αλλά και των λοιπών τυπικών και άτυπων κυβερνητικών οργάνων, όπως και των κομματικών οργάνων του ΣΥΡΙΖΑ, αποτελούν μια πολύτιμη πηγή, για τις προθέσεις των πρωταγωνιστών, για τα πεπραγμένα τους και για την σαφή γνώση όλων των εμπλεκόμενων, για την ωμή πραγματικότητα, η οποία δεν ήταν τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο, από το τεράστιο, βαρύ και ασήκωτο μέγεθος της καταστροφής και της συνέχισης της πορείας της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, μέσα στα πλήρη και απόλυτα αδιέξοδα.

Όπως το είπε, ωμά και χωρίς περιστροφές, ο Wolfgang Schäuble :

"Το μνημόνιο είναι κακό για τον λαό σας. Δεν θα σας αφήσει να ανακάμψετε. Δεν βοηθάει την ανάπτυξη. Γι’ αυτό χρειάζεστε το δημοψήφισμα. Για να γίνει αυτό ξεκάθαρο".

Ο διάλογος, ανάμεσα, στον Γιάννη Βαρουφάκη και τον Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε, που έγινε, στις 11 Μαΐου του 2015, λίγο πριν από μια, ακόμη, συνεδρίαση του Eurogroup, είναι χαρακτηριστικός και απολύτως, αποκαλυπτικός, για την σκληρή πραγματικότητα, που αντιμετώπιζε η ελληνική οικονομία, εντός της ευρωζώνης, αλλά και για τις δυνατότητες, που είχε η ελληνική κυβέρνηση, για να συζητήσει και να διαπραγματευθεί μια "βελούδινη" έξοδο της Ελλάδας, από την ευρωζώνη, έστω και αν αυτή θα χαρακτηριζόταν, ως προσωρινή.

Ας δούμε αυτόν τον αποκαλυπτικό διάλογο των δύο ανδρών, έτσι όπως τον περιγράφει, στο νέο του βιβλίο, ο Γιάννης Βαρουφάκης, για να αντιληφθούμε, το τι συνέβαινε, στα παρασκήνια και το τί μπορούσε να γίνει και το οποίο, τελικά, δεν έγινε.
"Η κίνηση του Βόλφγκανγκ

Πιστός στη συμβουλή «κράτα τους φίλους σου κοντά αλλά τους εχθρούς σου κοντύτερα», όταν κανόνισα να συναντηθώ με τον Βόλφγκανγκ, πήρα μαζί μου τον Θεοχαράκη και τον Χουλιαράκη. Η συνάντηση θα γινόταν στο γραφείο της γερμανικής αντιπροσωπείας στις Βρυξέλλες, λίγο πριν αρχίσει το Eurogroup.

Μας δέχτηκε μαζί με τους υφυπουργούς του και μπήκε κατευθείαν στο ψητό: «Κοίτα», είπε, «είναι λάθος να πιστεύεις οτιδήποτε από αυτά που σου λέει η Επιτροπή. Τι μπορούν να σου δώσουν; Όλο λόγια είναι και τίποτα παραπάνω. Μην τους δίνεις σημασία». Βάσει προηγούμενων εμπειριών, ήξερα ότι είχε απόλυτο δίκιο. Αυτό που δεν ήξερα, όμως, ήταν ότι στον κατάλογο αυτών που με συμβούλευε να αγνοήσω συμπεριλάμβανε και την ίδια την καγκελάριο της Γερμανίας.

«Ξέρω ότι ο πρωθυπουργός σου μιλάει μαζί της όλη την ώρα», είπε. Με φανερή έξαψη συνέχισε ρωτώντας: «Γιατί μιλάει μαζί της τόσο πολύ; Για ποιο πράγμα; Τι περιμένει από κείνη; Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να του δώσει!».

Aναδίπλωση

Πιθανώς αντιλαμβανόμενος ότι είχε υπερβεί για λίγο τα όρια της ευπρέπειας, συνέχισε σε πιο ήπιο τόνο: «Χάρηκα πολύ που άκουσα τον πρωθυπουργό σου να αναφέρει την πιθανότητα δημοψηφίσματος. Αυτό θα’ταν τέλειο! Αλλά πρόσεξε. Πρέπει να είσαστε πολύ - πολύ ξεκάθαροι απέναντι στους Έλληνες ως προς το ποιές είναι οι επιλογές τους. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η πλειοψηφία είναι υπέρ του ευρώ. Πρέπει να τους πείτε ότι, αν θέλουν το ευρώ, πρέπει να δεχτούν το μνημόνιο. Αν δεν θέλουν το μνημόνιο, δεν πειράζει, ας προχωρήσουν. Ας προχωρήσουν».

Ανταπάντησα ότι η συμμετοχή μιας χώρας στην Eυρωζώνη δεν μπορούσε να έχει ως προϋπόθεση τη συγκατάθεση σε αποτυχημένες πολιτικές που υπονομεύουν το μέλλον της χώρας σε αυτή την ίδια την Eυρωζώνη.

Απέρριψε το επιχείρημά μου χωρίς δεύτερη σκέψη: «Το μνημόνιο, το μνημόνιο ως έχει, χωρίς αλλαγές. Ή την δραχμή. Πρέπει να δεχτείτε το μνημόνιο, αν θέλετε το ευρώ. Αν δε θέλετε το ευρώ, αυτό είναι άλλο ζήτημα. Ο ελληνικός λαός πρέπει να το αποφασίσει αυτό. Γι’ αυτό χάρηκα που άκουσα τον πρωθυπουργό σας να μιλάει για δημοψήφισμα. Πρέπει πραγματικά να το οργανώσετε αυτό το δημοψήφισμα. Και ξέρεις, αν οι Έλληνες χρειάζονται έξι μήνες καιρό για να πάρουν την απόφασή τους μετά από σοβαρό διάλογο και σκέψη, κανένα πρόβλημα. Θα σας χρηματοδοτήσουμε πλήρως για έξι μήνες».

Εδώ ήμασταν λοιπόν. Όλη εκείνη η φιλολογία περί αναντίρρητων κανόνων που – ανεξαρτήτως πολιτικής βούλησης – απαγόρευαν στην ΕΚΤ να μας παράσχει ρευστότητα «επειδή απλά τηρεί τους κανόνες της» αποδεικνυόταν ένα σκέτο ψέμα. Αν ήθελαν, για πολιτικούς λόγους, μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν «πλήρως» τις δανειακές υποχρεώσεις της κυβέρνησής μας.
Και όχι μόνο για δύο ή τρεις εβδομάδες, όπως τους ζητούσαμε εμείς, αλλά για έξι ολόκληρους μήνες, το οποίο πρακτικά σήμαινε την εκταμίευση εκ μέρους τους 11 δισεκατομμυρίων ευρώ για εκείνο το εξάμηνο!

«Όμως, Βόλφγκανγκ», απάντησα σοκαρισμένος ακόμα από τα λόγια του, «ως υπεύθυνοι ηγέτες – και ευρωπαϊστές – πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να αποφύγουμε το Grexit και να προσφέρουμε στους λαούς μας την προοπτική μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης μέσα στην Eυρωζώνη. Το να τους πιέζουμε να διαλέξουν μεταξύ μιας καταστροφικής δημοσιονομικής πολιτικής εντός Eυρωζώνης και μιας καταστροφικής εξόδου από την Eυρωζώνη δεν είναι δείγμα πεφωτισμένης πολιτικής ηγεσίας. Δεν βλέπεις ότι το πρόβλημα με το μνημόνιο είναι ότι στερεί κάθε ελπίδα για ένα αξιοπρεπές μέλλον;»

Παραδοχή

Φυσικά και το έβλεπε, το παραδέχτηκε άλλωστε: «Το μνημόνιο είναι κακό για τον λαό σας. Δεν θα σας αφήσει να ανακάμψετε. Δεν βοηθάει την ανάπτυξη. Γι’ αυτό χρειάζεστε το δημοψήφισμα. Για να γίνει αυτό ξεκάθαρο».

Σοκαρισμένος από την άνεση με την οποία υποστήριζε ουσιαστικά την αποδόμηση της Eυρωζώνης, του απάντησα: «Ας αφήσουμε για λίγο στην άκρη την Ελλάδα, πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι μπορείς να ελέγξεις την κατάσταση όταν ανοίξουν οι ασκοί του Αιόλου με το Grexit; Αυτό είναι σκέτη τρέλα. Κανείς δε θα μπορεί να την ελέγξει. Θα είναι ένα λάθος ιστορικών διαστάσεων».

«Μην το λες Grexit, τότε», είπε ο Βόλφγκανγκ. «Δεν είναι ανάγκη να το σκέφτεσαι ως μόνιμη έξοδο. Σκέψου το σαν time-out. Όπως το καταλαβαίνω εγώ, βγαίνετε για λίγο, ανακτάτε την ανταγωνιστικότητά σας μέσω της υποτίμησης κι έτσι επανακάμπτετε πολύ γρήγορα. Και μετά από έναν χρόνο περίπου, όταν θα έχετε ανακτήσει το μεγαλύτερο μέρος της χαμένης σας ανταγωνιστικότητας, μπορείτε να ξαναμπείτε».

Αντίδραση

Δεν ήξερα από πού να αρχίσω. «Βόλφγκανγκ, δεν μπορώ να αποδεχτώ την έξοδο της Ελλάδας από μία νομισματική ένωση στην οποία παραδέχομαι ότι δεν έπρεπε να έχουμε μπει. Εφόσον χρειάζεται να περάσει ένας χρόνος αφότου δημιουργήσεις ένα νέο νόμισμα μέχρι να μπορέσεις να το υποτιμήσεις, είναι σαν να ανακοινώνεις μια νομισματική υποτίμηση έναν χρόνο νωρίτερα. Το βραχυπρόθεσμο κόστος θα ήταν τεράστιο. Αν και φοβάμαι λιγότερο αυτό το κόστος από το κόστος της επ’ αόριστον παραμονής στο ευρώ υπό το καθεστώς ενός καταστροφικού μνημονίου, επιμένω ότι το να μας τίθεται το δίλημμα μνημόνιο ή δραχμή δε συνάδει με το συμφέρον της Ευρώπης.

»Ακόμα κι αν δε σε ενδιαφέρει η Ελλάδα, ένα Grexit, ή time-out, πες το όπως θες, θα κάνει το ευρώ να σταματήσει να φαίνεται ως κάτι αναπόδραστο. Αυτό θα φέρει ένα άμεσο και γερό χτύπημα στην Ιταλία και στην Ισπανία, πριν οι συνέπειες φτάσουν και στο Παρίσι. Και τότε δε θα υπάρχει τίποτα που να μπορεί να κάνει ο Μάριο Ντράγκι για να περιορίσει την ζημιά, ακόμα κι αν τυπώσει έναν πακτωλό χρημάτων. Η νομισματική ένωση θα ξηλωθεί από παντού από δυνάμεις που δεν μπορείτε να ελέγξετε».

Ο Βόλφγκανγκ διαφωνούσε. Αλλά εξέφρασε τη διαφωνία του μέσα από ένα περίεργο κομπλιμέντο. «Μέσα στο Eurogroup είσαι ο μόνος που καταλαβαίνει ότι η Eυρωζώνη δεν είναι βιώσιμη», είπε. «Η Eυρωζώνη φτιάχτηκε με λάθος τρόπο. Πρέπει να αποκτήσουμε μια πολιτική ένωση, δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό».

«Πάντα ήξερα ότι είσαι αφοσιωμένος φεντεραλιστής», τον διέκοψα. «Θυμάμαι τη διαφωνία σου με τους συναδέλφους σου στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και τα άρθρα σου με τον Lammers. Είμαι σίγουρος ότι η κ. Μέρκελ δεν έβλεπε με τόσο καλό μάτι όπως εσύ την δημιουργία ομοσπονδιακής πολιτικής δομής παράλληλα με τη νομισματική ένωση». Προς στιγμήν έδειξε ευχαριστημένος. «Ούτε οι Γάλλοι το έβλεπαν», πρόσθεσε. «Μου αντιτάχθηκαν». «Το ξέρω», είπα. «Ηθελαν να χρησιμοποιούν το μάρκο σας, χωρίς να μοιραστούν την κυριαρχία τους!»

Ο Βόλφγκανγκ συμφώνησε εγκάρδια: «Ναι, έτσι είναι. Και δεν θα το δεχτώ», διαβεβαίωσε. «Βλέπεις λοιπόν», συνέχισε, «ότι ο μόνος τρόπος να επιβιώσει η ένωση, το μόνο πράγμα που μπορεί να μας κρατήσει, είναι περισσότερη πειθαρχία. Όποιος θέλει το ευρώ πρέπει να αποδεχτεί την πειθαρχία. Η Eυρωζώνη θα δυναμώσει πολύ αν ένα Grexit επιβάλει την πειθαρχία».

Με την άκρη του ματιού μου έβλεπα τον Χουλιαράκη να χλωμιάζει. Ο Θεοχαράκης, από την άλλη, έδειχνε εντυπωσιασμένος αλλά όχι έκπληκτος με τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών, που είχε πάρει φωτιά. Σε μια απέλπιδα προσπάθεια, επέστρεψα σε αυτό που θεωρούσα την ουσία του θέματος: «Δεν θα μπορέσετε να ελέγξετε τη χαοτική διαδικασία που θα πυροδοτήσει ένα Grexit. Ξέχνα το προσωρινό time-out. Απαξ και βγήκαμε, τελείωσε, είμαστε εκτός, και θα ακολουθήσουν κι άλλοι. Σχεδιάζεις να ελευθερώσεις μια δυναμική που δεν μπορείς να ελέγξεις».

«Δεν συμφωνώ μαζί σου», απάντησε κουνώντας το κεφάλι ενώ κοίταζε το πάτωμα. «Μπορούμε να θωρακίσουμε καλύτερα το ευρώ όταν φύγετε, με τεράστια βοήθεια από εμάς προς εσάς, και μετά ξαναγυρνάτε». Ηταν φανερό ότι δεν είχε νόημα να προσπαθώ να τον πείσω ότι δεν μπορεί να ελέγξει ένα φαινόμενο τρομερό σαν δύναμη της φύσης. Και όταν ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών προσφέρει στην εξαθλιωμένη χώρα σου «τεράστια βοήθεια», οφείλεις να ζητήσεις διευκρίνιση.

Ετσι τον ρώτησα: «ΟΚ, όταν λες τεράστια βοήθεια, τί εννοείς με τον όρο “τεράστια”; Παρεμπιπτόντως, η καγκελάριος είναι ενήμερη γι’ αυτό;». Κοιτώντας με έντονα και με ένα χαμόγελο γεμάτο σημασία, μου είπε: «Αν σου απαντήσω σε αυτή την ερώτηση και το διαρρεύσεις, θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια!»

«Βόλφγκανγκ», του είπα, «έχω ποτέ διαρρεύσει τίποτα από όσα λέμε στις συναντήσεις μας; Εσύ το έχεις κάνει αλλά, όπως ξέρεις, εγώ όχι!». Γέλασε και είπε: «Ναι, έχεις δίκιο, έχεις δίκιο. Είναι ενήμερη και θα την πείσω ότι είναι καλή ιδέα».

Το «δράμα»

Οπως είχα υποψιαστεί, η καγκελάριος ήξερε το σχέδιο του Βόλφγκανγκ, αλλά δεν το ενέκρινε. Εκείνη τη στιγμή με πλημμύρισε η συνειδητοποίηση πως είχαμε κάτι κοινό. Διαφωνούσαμε στα πάντα, συμπεριλαμβανομένου του Grexit, αλλά μοιραζόμασταν ένα δράμα: λειτουργούσαμε υπό ηγέτη, τόσο εκείνος όσο και εγώ, που αυτοσχεδίαζε χωρίς αποφασιστικότητα, χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο.

«Από αυτά που μου λες, καταλαβαίνω ότι αυτή είναι μια συζήτηση που δεν έχεις την εξουσιοδότηση να κάνουμε», του είπα, για να ξεχάσω εκείνη την στενόχωρη σκέψη. «Ναι», συμφώνησε. «Για να κάνουμε αυτή την κουβέντα, εσύ χρειάζεσαι έγκριση από τον πρωθυπουργό σου και εγώ από την καγκελάριο». «ΟΚ», του είπα, «θα σε καλέσω αργότερα».

Ανταλλάξαμε τηλέφωνα και συμφωνήσαμε να μιλήσουμε μετά το Eurogroup που ακολουθούσε".

Εννοείται, βέβαια, ότι ο Γιάννης Βαρουφάκης θα μπορούσε να λέει και ψέμματα, ή να υπερβάλει. Αλλά, κάτι τέτοιο δεν πρέπει να συμβαίνει - τουλάχιστον, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να παραποιούνται τα ίδια τα γεγονότα - όπως φαίνεται, από τις ανύπαρκτες αντιδράσεις του ίδιου του Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε και όσων συμμετείχαν, στην συνάντηση εργασίας, που περιγράφεται παραπάνω, αλλά και των πρωταγωνιστών των άλλων περιστατικών, που περιγράφονται, στο βιβλίο του, τότε, υπουργού Οικονομικών της ελληνικής κυβέρνησης. Όλοι αυτοί, προφανώς, δεν έχουν πολλά να πουν, τα οποία να είναι διαφορετικά, από την ουσία της αφήγησης του Γιάννη Βαρουφάκη. Και αν έχουν να πουν κάτι το διαφορετικό, θα το ακούσουμε και θα το κρίνουμε.

Άλλωστε, όπως είναι γνωστό, ο Γιάννης Βαρουφάκης, έχει μαγνητοφωνήσει τις συνομιλίες του, με τους άλλους υπουργούς Οικονομικών, στα πλαίσια των συνεδριάσεων του Eurogroup και αυτό είναι φυσικό και αναμενόμενο να μην το έχει κάνει, μόνο, σε αυτές τις συνεδριάσεις. Θα το έχει πράξει και σε πολλές άλλες συνεδριάσεις και προφανώς, θα έχει μαγνητοφωνήσει τις συνομιλίες του, με διάφορους κυβερνητικούς παράγοντες και φυσικά, θα μπορεί, με αδιάψευστες αποδείξεις, να τεκμηριώσει, χωρίς οποιαδήποτε ουσιαστική αμφισβήτηση, τους ισχυρισμούς, που προβάλλει, στο νέο του βιβλίο, αλλά και όλα όσα πρόκειται να ισχυρισθεί και να παρουσιάσει, στο μέλλον, αφού έχει επιλέξει την, σε δόσεις, σταδιακή αποκάλυψη των όσων συνέβησαν, κατά την ταραχώδη περίοδο της ολιγόμηνης συμμετοχής του, στην πρώτη κυβέρνηση συνασπισμού ΣΥΡΙΖΑ - Ανεξαρτήτων Ελλήνων.

Προφανώς, ο πρώην υπουργός Οικονομικών θέλει να δώσει την πιο ευνοϊκή, για τον εαυτό του και τις πράξεις του, εκδοχή των γεγονότων. Εννοείται ότι επιθυμεί την δική του πολιτική δικαίωση, αφού, άλλωστε, δεν έχει εγκαταλείψει τις πολιτικές του φιλοδοξίες. Αλλά, έχοντας υπόψη αυτή την αλήθεια, μπορούμε να μείνουμε και να αποδεχθούμε, την ουσία των όσων περιγράφει, όσο αυτά δεν διαψεύδονται. Και από ό,τι φαίνεται, είναι πολύ δύσκολο να διαψευσθούν.

Με αυτά τα δεδομένα, αυτό, που καθίσταται αναγκαίο, είναι το έργο της κριτικής αποτίμησης των όσων ο Γιάννης Βαρουφάκης περιγράφει, αναφερόμενος, στον παραπάνω διάλογό του, με τον Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε. Και αυτό είναι που θα αποπειραθώ να πράξω εδώ, ενθυμούμενος δύο δημοσιεύματα, που ανήρτησα, σε αυτό εδώ, το μπλογκ, εκείνες τις ημέρες, που ελάμβανε χώρα η εξάμηνη διαπραγμάτευση, στην οποία είχε αναλωθεί ο, τότε, υπουργός Οικονομικών της ελληνικής κυβέρνησης, με τον Γερμανό ομόλογό του και τους ευρωζωνίτες.

[Όποιος επιθυμεί μπορεί να δει το περιεχόμενο των δημοσιευμάτων αυτών, οι τίτλοι των οποίων είναι : Are we going back to drachma? Μια πρώτη αποτίμηση της "ενδιάμεσης συμφωνίας" (;) του Eurogroup της 20-2-2015 και οι αμερικανικοί περιορισμοί στις τρεις εκδοχές των γερμανικών σχεδιασμών, για την ευρωζώνη. (Η χρεωκοπία εντός ευρωζώνης, οι αυταπάτες για ένα χαλαρό "Μνημόνιο με ανθρώπινο πρόσωπο" και τα αδιέξοδα της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ) και Το e-mail Χαρδούβελη, η ενδιάμεση συμφωνία, για την παράταση της δανειακής σύμβασης, που κακώς υπογράφηκε, η λίστα Βαρουφάκη, ο Barack Obama και τα παθήματα του Wolfgang Schaueble, που βρήκε τον δάσκαλό του. (Μπορεί, προς το παρόν, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα να απέφυγε να υπογράψει ένα νέο Μνημόνιο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα το υπογράψει). Σε κάθε περίπτωση, αυτή η ιστορική αναδίφηση δεν στερείται νοήματος. Κάθε άλλο. Και φυσικά, αυτά τα δημοσιεύματα είναι, μόνο, ενδεικτικά, αφού υπάρχουν και πολλά άλλα, που σχετίζονται, με το ζήτημα των διαπραγματεύσεων εκείνης της εποχής].

Η εξαιρετικά δυσχερής - η δυσχερέστατη - θέση του Γιάννη Βαρουφάκη, απέναντι, στον αντίπαλό του, τον Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε, είναι το πρώτο πράγμα, που βγαίνει, από τον διάλογο της 11ης Μαΐου 2015. Αυτή η υπερμεγέθης ανισοσκέλεια, στην ισχύ των δύο ανδρών, δεν προκύπτει, απλώς, από το γεγονός ότι ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών εξέφραζε ένα, ουσιαστικά, χρεωκοπημένο κράτος, το οποίο ζητάει δανεικά, για να επιβιώσει και από το ότι ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών εξέφραζε την πλευρά του σκληρού και απαιτητικού δανειστή. Αυτή η κατάσταση είναι ένα τμήμα του όλου πακέτου, που προσδιόριζε τις δυσκολίες, που είχε να αντιμετωπίσει ο Γιάννης Βαρουφάκης. Ήταν σημαντική, αλλά δεν ήταν η σημαντικότερη. Και αυτό συνέβαινε, επειδή, ουσιαστικά, η ελληνική πλευρά, την οποία εκπροσωπούσε ο ίδιος, με τις θέσεις, που εξέφραζε, είχε παραδώσει τα όπλα, στον Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε και τους ευρωθεσμούς. Η αιτία αυτής της διαπίστωσης δεν είναι δύσκολο να εντοπισθεί.

Ο Γιάννης Βαρουφάκης είχε αποδεχθεί τους όρους, καθώς και το διακύβευμα του παιχνιδιού. Αυτούς τους όρους, όμως, τους καθόριζε ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε. Η διαφωνία του Βαρουφάκη εντοπιζόταν, στην επιχειρηματολογία, ενώ οι στόχοι δεν άλλαζαν. Η δική του επιχειρηματολογία, όμως, εκ των πραγμάτων, οδηγούσε, στην αλλαγή κάποιων από τους όρους αυτούς, χωρίς να θίγει - υποτίθεται - το διακύβευμα. Αν και στην ουσία, το έθιγαν, έτσι, τουλάχιστον, όπως το έβλεπε ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε. Και μάλιστα, όχι εσφαλμένα, από την δική του πλευρά.

Ο Γιάννης Βαρουφάκης, έχοντας αποδεχθεί το θεσμικό πλαίσιο της ευρωζώνης, ως μιας, κατά βάση, νομισματικής ένωσης και το ευρώ, ως μόνιμο και εκτός διαπραγμάτευσης, νόμισμα της Ελλάδας, είχε διαμορφώσει το ασφυκτικό πλαίσιο της ποντικοπαγίδας, μέσα στο οποίο δεν είχε καμμία δυνατότητα, για να ελιχθεί. Από εκεί και πέρα, η κυριαρχία του, οικονομοτεχνικά, ελλιπούς Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε, επί του άρτιου γνώστη των θεμάτων της οικονομικής θεωρίας και επιστήμης Γιάννη Βαρουφάκη, ήταν, εκ των πραγμάτων, δεδομένη, πλήρης και περίπου, απόλυτη.

Αυτό συμβαίνει, πάντοτε, στις διαπραγματεύσεις και στους διαλόγους, όταν η μία εκ των πλευρών, που συμμετέχουν, αποδέχεται τους όρους του παιχνιδιού και τους στόχους της άλλης πλευράς. Είναι φυσικό εκείνος, που ορίζει τους όρους του παιχνιδιού, να φροντίζει αυτοί να είναι ευνοϊκοί για τον ίδιο και όχι για τον αντίπαλό του. Ιδιαίτερα, μάλιστα, όταν οι κανόνες του παιχνιδιού αφορούν τις σχέσεις, ανάμεσα σε δανειστές και δανειζόμενους και έχουν σχέση με την συμπεριφορά και τις υποχρεώσεις των οφειλετών.

Και αυτό, που, πάντοτε, συμβαίνει, συνέβη, όπως ήταν φυσικό και επόμενο και στην περίπτωση, την οποία τώρα εξετάζουμε, όσο και αν αυτή η διαπίστωση δεν αρέσει, στον πρώην υπουργό Οικονομικών της χώρας μας. Κάτι άλλο δεν θα μπορούσε, σε καμμία περίπτωση, να συμβεί.

Έχοντας αυτά τα σκληρά και αδυσώπητα δεδομένα, υπόψη μας, εύκολα, μπορούμε να κατανοήσουμε, το γιατί όλη η εμπεριστατωμένη και ορθολογική επιχειρηματολογία του Γιάννη Βαρουφάκη, πήγε χαμένη. Ακούστηκε, από τον Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε, αλλά δεν εισακούσθηκε. Ούτε και υπήρχε περίπτωση να εισακουσθεί, αφού ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών είχε δεδομένο το γεγονός ότι οι στόχοι και οι όροι του παιχνιδιού, που ο ίδιος είχε θέσει, ήσαν αποδεκτοί, από τον συνομιλητή του. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, που η όλη επιχειρηματολογία του Γιάννη Βαρουφάκη, ουσιαστικά, άλλαζε το περιεχόμενο των όρων του παιχνιδιού. Κάτι τέτοιο ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε δεν ήταν διατεθειμένος να το δεχθεί και το ξεκαθάρισε σαφέστατα, αναφερόμενος, στην στάση των Γάλλων, στους οποίους δεν είναι διατεθειμένος να επιτρέψει να εκμεταλλευθούν το (γερμανικό) ευρώ, κρατώντας, παράλληλα και την ανεξαρτησία τους. Κάτι που, άλλωστε, το πράττει, με πολλούς τρόπους, οδηγώντας, προς το αδιέξοδο και την διάλυση το πολιτικό σκηνικό αυτής της μεγάλης χώρας.

Δεν καθοδηγείται, από γεροντική παραξενιά, ή από την επήρεια ενός όποιου συμπλέγματος κατωτερότητας, αυτή η συμπεριφορά του Γερμανού υπουργού Οικονομικών. Ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε είναι βαθύς γνώστης των δυσκολιών και των αδιεξόδων, ενώπιον των οποίων ευρίσκονται οι ευρωζωνίτες - και μέσα σε αυτούς και η Γερμανία. Όμως, η εργασία, που έχει να διεκπεραιώσει, είναι η εργασία του υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας και τα συμφέροντα, που έχει να εξυπηρετήσει, είναι τα συμφέροντα των γερμανικών ελίτ και κυρίως, αυτά της τεράστιας εξαγωγικής βιομηχανίας και του χρηματοπιστωτικού τομέα της χώρας του.

Ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε δεν είναι υπουργός Οικονομικών της ευρωζώνης - άλλωστε, έχει αντιταχθεί και συνεχίζει να αντιτάσσεται, σθεναρά, στην δημιουργία ενός τέτοιου θεσμού - και φυσικά, δεν εκπροσωπεί, δεν εκφράζει και δεν είναι διατεθειμένος να εξυπηρετήσει τα διάφορα και ετερόκλητα συμφέροντα των ευρωπαϊκών ελίτ και των ομάδων πίεσης που δρουν, εντός της ευρωζώνης και της αυτοαποκαλούμενης Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία, στην μέγιστη πλειοψηφία τους, αντιτίθενται και συγκρούονται, σφοδρά, με τα συμφέροντα των γερμανικών ελίτ και ιδιαίτερα, με αυτά του γερμανικού παραγωγικού και εμπορικού τομέα, που είναι στραμμένος, προς τις εξαγωγές και ο οποίος φθάνει, στο ήμισυ του ετήσιου γερμανικού ΑΕΠ, την ίδια στιγμή, που το ετήσιο γερμανικό πλεόνασμα ξεπερνά τα 220 δισ. €.

Ως εκ τούτου, παρά τα όσα - κατά πάσα πιθανότητα, υποκρινόμενος - λέει ο Γιάννης Βαρουφάκης, με σκοπό να τον κολακεύσει, ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε δεν είναι φεντεραλιστής. Πρώτ' απ' όλα, είναι  ένας Γερμανός εθνικιστής. Και φυσικά, η όποια - υποτιθέμενη ως - αντιπαράθεσή του, με τον Karl Lammers, γύρω από τα ζητήματα της οικονομικής και της πολιτικής ενοποίησης, είναι άνευ πραγματικού περιεχομένου. Αυτό συμβαίνει επειδή, εν τέλει, ο συνολικός σχεδιασμός τον οποίον πρότειναν, το 1994, οι δύο Γερμανοί πολιτικοί, κάτω από το κάλυμμα της "ευρωπαϊκής ενοποίησης", περιλάμβανε έναν όλως υποτιθέμενο και στην ουσία, κενό περιεχομένου "ευρωπαϊσμό", ο οποίος είναι ένα όχημα μεταφοράς και υλοποίησης της γερμανικής πολιτικής και των παραδοσιακών στόχων του δύο φορές ηττημένου, στα πεδία των μαχών, γερμανικού εθνικισμού.

Αν θυμηθούμε τις προτάσεις των δύο Γερμανών πολιτικών, εύκολα, βλέπουμε τους στόχους και τους σκοπούς τους.

Οι Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε και Καρλ Λάμμερς απειλούσαν, σαφέστατα και χωρίς περιστροφές, με την επαναφορά της παραδοσιακής γερμανικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής - της αποκαλούμενης και ως Mitteleuropa -, εάν δεν προχωρήσει η διαδικασία της "ευρωπαϊκής ενοποίησης", η οποία, όμως, θα έπρεπε να έχει σαφή και διακριτά όρια, μέσω της υιοθέτησης της διαδικασίας της "Ευρώπης των πολλών και διαφορετικών ταχυτήτων", αλλά και με την συγκρότηση ενός "σκληρού πυρήνα" πέντε, ή έξι κρατών, στον οποίο η Ιταλία δεν θα συμμετέχει, ενώ η Γαλλία θα συμμετέχει, εξ ανάγκης και εντός του οποίου, εκ των πραγμάτων, η Γερμανία θα έχει τον πρώτο και κυρίαρχο λόγο. "'Οταν η Γερμανία υποβάλει ξεκάθαρες και σαφείς προτάσεις τότε η Γαλλία θα πρέπει να παίρνει τις ανάλογες σαφείς και ξεκάθαρες αποφάσεις" έλεγαν οι δύο Γερμανοί πολιτικοί εκείνη την εποχή, στις προτάσεις τους. 

Ως εκ τούτου, τα υπόλοιπα κράτη της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", με πρώτη την Γαλλία, καλούντο να παραδώσουν την εθνική τους κυριαρχία, στα ελεγχόμενα, από την Γερμανία θεσμικά όργανα της "Ε.Ε." (μιλώντας, ουσιαστικά, για την υποτιθέμενη, ως ενοποίηση της παλαιάς δυτικής Ευρώπης, με μια μορφή ενσωμάτωσης και της παλαιάς ανατολικής Ευρώπης, αλλά χωρίς την Ρωσία).

Με δεδομένο αυτό το πακέτο των προτάσεών τους, οι Σόϋμπλε και Λάμμερς δεν είναι τυχαίο ότι έφθαναν, στο σημείο να αμφισβητήσουν και την αμερικανική κυριαρχία, στον δυτικοευρωπαϊκό χώρο, μιλώντας, για αναδιάρθρωση των ευρωατλαντικών σχέσεων και για μετατροπή του ΝΑΤΟ, σε μια συμμαχία, εντός της οποίας οι Η.Π.Α., η γερμανική Ευρώπη και ο Καναδάς θα είχαν την ίδια βαρύτητα.

Αυτός είναι ο περιβόητος "ευρωπαϊστικός φεντεραλισμός" του Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε, για τον οποίο κάνει λόγο ο Γιάννης Βαρουφάκης. Καθίσταται σαφές ότι, στην πραγματικότητα, όσον αφορά τον σκληρό πυρήνα των προθέσεων, των επιδιώξεων και των θέσεων του Γερμανού υπουργού Οικονομικών, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κανενός είδους ευρωπαϊκό φεντεραλισμό.

Έχουμε να κάνουμε, με μια υποτιθέμενη ως ευρωπαϊκή θεσμική κατασκευή (ένα ιδεολογικό/ψευδοσυνειδησιακό κατασκεύασμα, το οποίο έχω ονοματίσει, ως "υπαρκτό ευρωπαϊσμό", επειδή αντιστοιχεί στο κατασκεύασμα του "υπαρκτού σοσιαλισμού", το οποίο ήταν το όχημα της εξυπηρέτησης των συμφερόντων της "Σοβιετικής Ένωσης"), η οποία χρησιμεύει ως λεοντή, που κρύβει έναν καθωσπρεπικό γερμανικό εθνικισμό και καθίσταται ένα επικερδές εξυπηρετικό όχημα των παραδοσιακών ευρωπαϊκών και ευρύτερων επιδιώξεων των πρακτικών εκδηλώσεών του, στην διεθνή σκηνή.

Με δεδομένα τα παραπάνω, καθίστανται, ακόμη περισσότερο σαφέστατα τα αδιέξοδα, εντός των οποίων είχε εγκλωβισθεί ο Γιάννης Βαρουφάκης και η όποια επιχειρηματολογία του. Ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε και η γερμανική πολιτική, στο σύνολό της, είτε αυτή εκφραζόταν, από τον ίδιο τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών, είτε από την καγκελάριο Angela Merkel, ακόμη και όταν η τελευταία δεν είχε πει τον τελευταίο λόγο, τον οποίο δικαιούτο να πει, λόγω της θέσεώς της, στην γερμανική κυβερνητική ιεραρχία, δεν ήσαν διατεθειμένοι και δεν μπορούσαν, ως δέσμιοι των ιδεών από τις οποίες διακατέχονται και από τα συμφέροντα, που εξυπηρετούν, να αποδεχθούν την ορθοτομημένη και ευρωπαϊστικού χαρακτήρα επιχειρηματολογία του Γιάννη Βαρουφάκη (η οποία, όμως, ειρήσθω εν παρόδω, ήταν εξυπηρετική των συμφερόντων της ελληνικής πλευράς), επειδή αυτή η επιχειρηματολογία είχε οικονομικό, πολιτικό και εξουσιαστικό κόστος, για την γερμανική κυβέρνηση και τις παραγωγικές, οικονομικές και χρηματοπιστωτικές ελίτ της χώρας της, που αυτή εκφράζει.

Όπως έχουμε, άπειρες φορές γράψει, η γερμανική κυβέρνηση και οι εγχώριες ελίτ, που αυτή εκφράζει, δεν μπορούν να αποδεχθούν, ούτε την μαζική διαγραφή χρεών, ούτε - πολύ περισσότερο - τον επαναπροσανατολισμό των εξωτερικών επενδύσεων της γερμανικής οικονομίας, στις χώρες της ευρωζώνης, με όπλο μια στοχευμένη πολιτική, η οποία να κατευθύνει τις σχετικές χρηματοπιστωτικές ροές από τις χώρες, που βρίσκονται, εκτός της ευρωζώνης και της "Ε.Ε.", στις χώρες που χρησιμοποιούν το, γερμανικής κατασκευής και εμπνεύσεως, ευρώ, ως κοινό νόμισμα.

Αυτή η διαδικασία της, εντός της ευρωζώνης, στοχευμένης ανακατεύθυνσης των γερμανικών εξωτερικών (και όχι μόνο, εξωτερικών) επενδύσεων της γερμανικής οικονομίας, η οποία χρειάζεται έναν κεντρικό και ισχυρό ευρωπαϊκό ομοσπονδιακό μηχανισμό, για να πραγματοποιηθεί, οδηγεί, αναπόδραστα και χωρίς περιστροφές, σε μια τεράστια και ιλιγγιώδη πτώση της κερδοφορίας της γερμανικής βιομηχανίας, ιδιαίτερα μάλιστα, του υπερμεγέθους εξαγωγικού της τομέα. Μια τέτοια εξέλιξη είναι, απολύτως, απαράδεκτη, για τις γερμανικές ελίτ και φυσικά, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, από ένα εθνικό κράτος, του οποίου οι ηγέτες είναι εμποτισμένοι, με την κλασική επαρχιωτική ιδεολογία, από την οποία διακατέχονται οι γερμανικές ελίτ και το πολιτικό προσωπικό της χώρας αυτής, που εξυπηρετεί τα συμφέροντα αυτών των ελίτ.

Η γερμανική ελίτ, στην συντριπτική πλειοψηφία της - αν όχι στο σύνολό της - ως μια επαρχιωτική και περιορισμένων δυνατοτήτων εθνική κοινωνική ομάδα συμφερόντων, δεν έχει την πλανητική λογική και θέαση των παγκόσμιων εξελίξεων της αμερικανικής ελίτ, η οποία λειτουργεί, με την λογική της υπερδύναμης, που έχει και επιθυμεί να διατηρήσει την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία. Ως εκ τούτου, ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε και όλο το γερμανικό πολιτικό προσωπικό δεν μπορούν, δεν θέλουν και δεν πρόκειται να αποδεχθούν την υλοποίηση μιας τέτοιας πολιτικής, η οποία μειώνει τον γερμανικό πλούτο,  περιορίζοντας, δραστικά την κερδοφορία των γερμανικών εξαγωγών - και όχι μόνο αυτών - μέσα από την ευρύτερη αναδιανομή του, στα πλαίσια της ευρωζώνης και της "Ε.Ε.".

Αυτή την πολιτική, όπως είπαμε, μόνον, ένα ομοσπονδιακό κράτος, με ισχυρή κεντρική κυβέρνηση, με πλήρεις εξουσίες, για αναδιανομή του παραγόμενου, στα πλαίσια της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας, κοινωνικού προϊόντος και για τον, κατά προτεραιότητα, εντός της ομοσπονδίας, προσανατολισμό των επενδύσεων, θα μπορούσε να υλοποιήσει.

Αλλά η Γερμανία, αν και είναι ομοσπονδιακό κράτος, δεν είναι μια ενιαία ευρωπαϊκή ομοσπονδία. Ούτε και η, κλεψιδανείως, αυτοαποκαλούμενη Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια ομοσπονδία. Δεν είναι και δεν θέλει να είναι, ούτε καν, συνομοσπονδία.

Έχοντας υπόψη αυτή την αδήριτη πραγματικότητα, μπορούμε να καταλάβουμε το γιατί η γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ επιμένει να παραμένει προσηλωμένη, στην τήρηση των κανόνων της ευρωζώνης, έτσι όπως αυτή τους αντιλαμβάνεται.

Όπως, επίσης, μπορούμε να αντιληφθούμε και το γιατί η γερμανική κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί και τα σενάρια της αποχώρησης της Ελλάδας, από το ευρώ, ή, ακόμη και την διάσπαση, ή και την διάλυση της ευρωζώνης, αφού εκτιμάει - και σωστά - ότι αυτό το παρόν θεσμικό σχήμα δεν είναι βιώσιμο, μέσα από την κλασική (και θεμιτή, όταν αναφερόμαστε σε συμφέροντα) αντίληψη ότι αυτές οι λύσεις είναι προτιμότερες, όταν η παραμονή των επί μέρους χωρών, μέσα σε αυτό το θεσμικό σχήμα της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, καθίσταται ασύμφορη για τα ευρύτερα γερμανικά συμφέροντα και την κερδοφορία της γερμανικής παραγωγής.

Και φυσικά, μπορούμε να κατανοήσουμε και το γιατί η γερμανική ελίτ και η κυβέρνηση της χώρας της είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί, ως λύση και την διάλυση της ευρωζώνης, όταν και η ίδια η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, ως συνολικό θέσμισμα, καταστεί βάρος, για την λειτουργία και την κερδοφορία της γερμανικής οικονομίας. (Το γεγονός ότι οι ευρύτερες γεωπολιτικές ισορροπίες δεν επιτρέπουν, στην Γερμανία, να φέρει, εις πέρας, αυτό το ριζοσπαστικό σενάριο οριστικής λύσης του αποτυχημένου ευρωζωνικού πειράματος, επειδή η δημιουργία της ευρωζώνης εμπλέκεται με την ενοποίηση της Γερμανίας, είναι το μόνο ουσιαστικό και επί του παρόντος, ανυπέρβλητο εμπόδιο, για την ευδοκίμηση αυτής της λύσης).

Ως εκ τούτου, ο Γιάννης Βαρουφάκης κτυπούσε (και συνεχίζει να κτυπάει) πόρτες, οι οποίες είναι, εκ της κατασκευής τους, ερμητικά, κλειστές.

Και φυσικά, το ίδιο, ερμητικά, κλειστές είναι και οι - ίδιες, άλλωστε - πόρτες, που κτυπάει η τωρινή ελληνική κυβέρνηση και η "ευρωπαϊστική" πολιτικοοικονομική ελίτ του τόπου μας, οι οποίες, ήδη, υπέγραψαν τα προκαταρκτικά του 4ου Μνημονίου, που τους υπέδειξαν οι ξένοι δανειστές, με σκοπό την μονιμοποίηση του καθεστώτος της πεονίας, δηλαδή της αποικίας χρέους της ευρωζώνης, το οποίο, μαζύ με τους ξένους δανειστές, επέβαλαν, εδώ και επτά χρόνια, από την εποχή της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας, με την υπογραφή του 1ου Μνημονίου, από τον παγκοσμιοποιημένο και ανεπίγνωτα, αφελή ΓΑΠ.

Προφανώς, όλοι αυτοί ελπίζουν, σε μια μόνιμη σταθεροποίηση της κατάστασης, αλλά, στην πραγματικότητα, οδηγούν την χώρα, σε ένα παρατεταμένο και πλήρες αδιέξοδο, παρά το γεγονός ότι η σταθεροποίηση, για την οποία μιλούν - εάν υπάρξει, όταν και εφόσον ολοκληρωθεί το τωρινό προσύμφωνο, με τους ξένους δανειστές - θα είναι, εκ φύσεως, προσωρινή και απόλυτα, ασταθής, ακόμη και εάν συνοδευτεί, από μια πραγματική και ουσιαστική αναδιάρθρωση της εξυπηρέτησης του ελληνικού δημόσιου χρέους...




Δεν υπάρχουν σχόλια: