Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Από το 1ο τρίμηνο του 2016, στο 1ο τρίμηνο του 2017 : Τα αδιέξοδα της παγιδευμένης, στην κρίση, ελληνικής οικονομίας, η καταστροφική ισοτιμία του ευρώ, ως ιδιότυπου μηχανισμού συναλλαγματικών ισοτιμιών και η, εντός ευρωζώνης, αναπόφευκτη πολιτική της συντριβής των γενικών εισοδημάτων.




Επιτέλους ... ανάπτυξη, μας λέει η ΕΛΣΤΑΤ, κάνοντας, όπως φαίνεται από τον παραπάνω πίνακα, μία πρώτη και φυσικά, προσωρινή εκτίμηση των στοιχείων που έχουν συλλέξει οι οικονομέτρες της, για την πορεία και το συνολικό μέγεθος του ελληνικού ΑΕΠ, το 2016!

Σύμφωνα, με αυτά τα προσωρινά στοιχεία, το 2016, το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε, σε τρέχουσες τιμές, σε σχέση με το 2015, κατά 191 εκατομμύρια ευρώ και από τα 175,697 δισ. €, το 2015, έφθασε, το 2016, στα 175,888 δισ. €, με αποτέλεσμα να προκύψει​, μετά από πολλά χρόνια κάμψης, μία ποσοστιαία αύξηση της τάξεως του 0,1%.

Πέραν τούτου, μάλιστα, αυτά που η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και του Πάνου Καμμένου έχει αποδεχθεί, ως ένα πακέτο μέτρων, στα πλαίσια ενός, εξαιρετικά, αμφίβολου προσύμφωνου, που έχει ονομασθεί ως Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο της περιόδου 2018-2021 και το οποίο εξέρχεται των χρονικών ορίων του 3ου Μνημονίου, που η ίδια κυβέρνηση έχει υπογράψει με τους ξένους δανειστές (πλην του Δ.Ν.Τ.), προβλέπουν μια διαρκή πορεία αύξησης του ελληνικού ΑΕΠ, συνοδευόμενη από ιλιγγιώδη επίπεδα πρωτογενών πλεονασμάτων των ετήσιων προϋπολογισμών του ελληνικού κράτους, την οποία αξίζει να δούμε, με βάση τα, κατά την ΕΛΣΤΑΤ, προσωρινά αποτελέσματα, που αφορούν το ελληνικό ΑΕΠ του 2016 και όχι τις μη πραγματοποιημένες και ως εκ τούτου, αποτυχημένες προβλέψεις της Commission, για το έτος αυτό.

Όσον αφορά την αρνητική εξέλιξη του ΑΕΠ, το 2016 - και ειδικά, για το 2016, πρόκειται για πραγματική αρνητική εξέλιξη, που σηματοδότησε την συνέχιση της κρίσης και της πτώσης της πραγματικής παραγωγής, παρά το ονομαστικό πρόσημο του ΑΕΠ, στο +0,1%, εάν ληφθεί υπόψη και ο πραγματικός δείκτης τιμών καταναλωτή, ο οποίος ήταν, πέρυσι, μετά από αρκετό καιρό, μη αποπληθωριστικός -, αλλά και για την, επίσης, αρνητική διαμόρφωσή του, κατά την διάρκεια των πρώτων μηνών του τρέχοντος έτους, η αιτία αυτής της εξέλιξης δεν είναι καθόλου δύσκολο να εντοπισθεί. Κάθε άλλο. 


Η αιτία αυτών των αρνητικών εξελίξεων βρίσκεται, κυρίως, στο υπερμεγέθες πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα του 2016, το οποίο ξεπέρασε τον αρχικό στόχο του 0,5% του ΑΕΠ, φθάνοντας στα επίπεδα του 4,2% του ΑΕΠ του 2016, ήτοι στα, περίπου, 7,39 δισ. €, ως αποτέλεσμα της βαρειάς​ φορολογίας και των περικοπών στους μισθούς, στις συντάξεις και στα εισοδήματα, εντείνοντας, παράλληλα και τα, ήδη, μεγάλα προβλήματα ρευστότητας, που έχουν κτυπήσει, ανάμεσα στα άλλα, την, σε πλήρη καταστολή, ευρισκόμενη ελληνική οικονομία.


Το γιατί ο πρωθυπουργός και το οικονομικό επιτελείο, υπό τον Ευκλείδη Τσακαλώτο, επιδίωξαν να μαζέψουν αυτό το τεράστιο και αφύσικο, όσον αφορά τις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας, η οποία χειμάζεται και φυτοζωεί, πρωτογενές πλεόνασμα, δεν είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό. Οι κυβερνώντες σχημάτισαν την πεποίθηση ότι η σώρευση αυτού του δημοσιονομικού υπερπλεονάσματος θα έπειθε τους​ δανειστές να μην αποδεχθούν τα σκληρά μέτρα της αέναης λιτότητας και των σαρωτικών "μεταρρυθμίσεων", που πρότεινε το Δ.Ν.Τ. 

Τα αποτελέσματα αυτής της τακτικής, τελικά, είναι, απολύτως, πενιχρά, αφού οι ξένοι δανειστές πήραν το maximum, από αυτά, που ζητούσαν, χωρίς, ουσιαστικά, να δώσουν τίποτε, την ίδια στιγμή, που όλα όσα αφορούν το τελικό αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων (μεταξύ των ίδιων των ξένων δανειστών, δηλαδή ανάμεσα, στην γερμανική κυβέρνηση και τους ευρωθεσμούς, από την μία πλευρά και το Δ.Ν.Τ., από την άλλη) είναι, απολύτως, ανοικτό, όσο το Δ.Ν.Τ., δεν ξεκαθαρίζει την στάση του, ως προς το εάν θα συμμετάσχει, στην δανειοδότηση του ελληνικού κράτους και για όσο η χώρα θα έχει μπροστά της, μετά την δεύτερη αξιολόγηση, που παραμένει, σε εκκρεμότητα και τις επόμενες αξιολογήσεις, που αφορούν το 3ο Μνημόνιο, το οποίο λήγει τον Ιούλιο - Αύγουστο του 2018.

Έτσι, σύμφωνα με όσα έχει αποδεχθεί η κυβέρνηση, το ελληνικό πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα (όπως το προσδιορίζει το πλαίσιο των κανονισμών ESA 2010, που έχει θεσπίσει η Eurostat) προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 2,1% του ΑΕΠ, δηλαδή στα 3,817 δισ. €. Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό ΑΕΠ, το 2017, θα φθάσει, στα 181,752 δισ. € και θα παρουσιάσει μία αύξηση της τάξεως του 3,33%. Αυτή η πρόβλεψη, που, όντας, ήδη, εκτός στόχων, εξ αιτίας της στασιμότητας του ελληνικού ΑΕΠ, το 2016, θα καταστεί, εντελώς ανεπίκαιρη, όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα των, μόλις, πρόσφατων μετρήσεων της ΕΛΣΤΑΤ, που αφορούν την εξέλιξη του ελληνικού ΑΕΠ, κατά το πρώτο τρίμηνο του 2017, το οποίο παρουσίασε μια μείωση της τάξεως του 0,5% (συνδυασμένη, μάλιστα, με μια αύξηση του πληθωρισμού, κατά 2,6%). Το ελληνικό ΑΕΠ και για εφέτος έχει πάρει, για πολλοστή φορά, μια άλλη κατεύθυνση, από εκείνη, που θεωρήθηκε, ως δεδομένη. 
 
Εννοείται, βέβαια, η θεμελιώδης ανατροπή των δεδομένων του 2016 και του 2017 αλλάζει, δραστικά, το τοπίο και ανατρέπει την βάση και την αληθοφάνεια των προβλέψεων του (υποτιθέμενου ως) Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος, για την χρονική περίοδο 2018 - 2021, που στηρίχθηκαν, σε αυτά, που θεώρησαν, ως δεδομένα, αλλά αξίζει να παρακολουθήσουμε αυτές τις προβλέψεις, όχι, μόνο, για να γελάσουμε.

Για το 2018, λοιπόν, το υποτιθέμενο ως Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα (στην πραγματικότητα, πρόκειται, όπως είπαμε, για ένα  σχεδίασμα προσυμφώνου, με αβέβαιη την κατάληξη της τελικής συμφωνίας, η οποία θα υπάρξει, εάν συμφωνήσει και το Δ.Ν.Τ., θα είναι του 4ο, στην σειρά, Μνημόνιο, με τους ξένους δανειστές), το ελληνικό πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα θα αυξηθεί και θα φθάσει, στο 3,9% του ΑΕΠ, δηλαδή στα 7,415 δισ. €. Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό ΑΕΠ θα φθάσει, στα 190,128 δισ. € και θα παρουσιάσει, μια αύξηση της τάξεως του 4,61%.

Για  το 2019, το ελληνικό πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα, το σχεδίασμα του προσυμφώνου, με τους δανειστές, προβλέπει ότι θα φθάσει, στο 4,4% του ΑΕΠ, δηλαδή στα 8,522 δισ. €. Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό ΑΕΠ θα φθάσει, στα 193,682 δισ. € και θα παρουσιάσει μια αύξηση της τάξεως του 1,87%.

Για το 2020, προβλέπεται ότι το πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα θα φθάσει, στο 4,8% του ΑΕΠ, δηλαδή στα 9,675 δισ. € Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό ΑΕΠ θα φθάσει στα 201,562 δισ. € και θα παρουσιάσει μια αύξηση της τάξεως του 4,06%.

Τέλος για το 2021, το σχεδίασμα του προσυμφώνου, με τους ξένους δανειστές, προβλέπει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα του ελληνικού κρατικού προϋπολογισμού θα εκτοξευθεί στο 5,6% του ΑΕΠ, δηλαδή 11,825 δισ. €. Έτσι, το ελληνικό ΑΕΠ θα διαμορφωθεί στα 211,161 δισ. € και θα παρουσιάσει μια αύξηση της τάξεως του 4,76%.

Με δεδομένη την ψήφιση των μέτρων, που προβλέπονται από το ιδιόμορφο προσύμφωνο των Ευρωπαίων δανειστών του ελληνικού κράτους, με την ελληνική κυβέρνηση, όλα τα παραπάνω αποτελούν όνειρα θερινής νυκτός. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι η κατακρήμνιση της ελληνικής οικονομίας την έχει οδηγήσει, στον πάτο και ότι, με δεδομένο αυτόν τον πάτο, υπάρχουν κάποιες ελπίδες μιας κάποιας ανόδου. Όχι, όμως, μιας τέτοιας ανόδου, η οποία είναι εξωπραγματική.

Τίποτε από αυτά, που προβλέπει αυτό το ιδιόμορφο προσύμφωνο δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί. Ούτε τα πρωτογενή πλεονάσματα, ούτε  η προβλεπόμενη ετήσια αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ, η οποία, όπως φαίνεται και από τους παραπάνω πίνακες, που προέρχονται, από την ΕΛΣΤΑΤ, ακόμη και αν πραγματοποιηθεί, κρατάει αυτό το κρίσιμο μακροοικονομικό μέγεθος, κάτω και από τα επίπεδα του 2007. Και φυσικά, πολύ κάτω από τα επίπεδα της περιόδου 2009 - 2010, από τότε δηλαδή, που ο αφελής ΓΑΠ και το επιτελείο του οδήγησαν την χώρα, στην χρεωκοπία του Απριλίου του 2010.

Το αστείο είναι ότι, με δεδομένη την απελπισία, που προκύπτει, από την ανυπαρξία μη βραχυπρόθεσμων επενδύσεων, από το εξωτερικό και εξ αιτίας της σαρωτικής αποεπένδυσης, την οποία έχει υποστεί το σύνολο των κλάδων της ελληνικής οικονομίας, με κυρίαρχους τους τομείς της βιομηχανίας και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, η ελληνική πολιτική και οικονομική ελίτ θέλει να ελπίζει, στην ύπαρξη ενός, από μηχανής θεού, που θα την σώσει, από την παρούσα και εξελισσόμενη καταστροφή, που εδώ και περισσότερο, από οκτώ χρόνια, την έχει κτυπήσει και την οδηγεί, στον οικονομικό αποδεκατισμό (έστω και με βραδύτητα, σε σχέση με την υπόλοιπη κοινωνία).

Ένας τέτοιος, από μηχανής θεός, θεωρήθηκε, από τον πρώτο καιρό της ελληνικής χρεοκοπίας, ότι θα μπορούσε να είναι η περιουσία του ελληνικού δημοσίου και τα υπολογιζόμενα, κάπου, 250 δισ. €, της αξίας της - τα οποία, στην συνέχεια, περιορίστηκαν, στα 52 δισ. € -, που θα χρηματοδοτούσαν την (μερική, έστω) αποπληρωμή του ελληνικού δημοσίου χρέους.

Τα υποτιθέμενα, ως υπαρκτά, αναξιοποίητα αποθέματα του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, στον ελληνικό χερσαίο και θαλάσσιο χώρο, όξυναν την φαντασία των, κατά καιρούς, κυβερνώντων, αλλά η καταθλιπτική παρουσία της Τουρκίας και οι αξιώσεις της, στο Αιγαίο και την νοτιοανατολική Μεσόγειο, μαζύ με την έμμεση, αλλά και απολύτως, σοβαρή και υπαρκτή απειλή, για την επικείμενη κατάληψη του νησιωτικού συμπλέγματος του Καστελόριζου, σε περίπτωση, που οποιαδήποτε κυβέρνηση κηρύξει την ελληνική ΑΟΖ, σύμφωνα με τα ισχύοντα, στο διεθνές δίκαιο, έχει αναχαιτίσει κάθε σοβαρή προσπάθεια, για την έρευνα και την εκμετάλλευση των όποιων κοιτασμάτων, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, για την εξόφληση του δημοσίου χρέους της χώρας.

Βέβαια, τα παθήματα της πετρελαιοπαραγωγού Βενεζουέλας είναι χειροπιαστά και αδιάψευστα. Η χώρα αυτή, η οποία, όταν οι τιμές του πετρελαίου, το 2014, ήσαν υψηλές, είχε ένα κατά κεφαλήν εισόδημα, ίσο με 14900 $, έχει οδηγηθεί, στην κοινωνική κατάρρευση, ακριβώς επειδή στηρίχθηκε, στα πετρελαϊκά της αποθέματα, χωρίς οι διάφορες ελίτ, που την κυβέρνησαν, να ενδιαφερθούν, για τους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας της.

Έτσι, ακόμη και εάν η χώρα είχε τα απαραίτητα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, ακόμη και εάν μπορούσε να τα εκμεταλλευθεί, αυτό θα απέβαινε προς το συμφέρον των δανειστών του ελληνικού δημοσίου και όχι προς το συμφέρον της ελληνικής οικονομίας και του πληθυσμού της.

Όμως, με δεδομένη την γεωπολιτική ισορροπία στο Αιγαίο και στον ευρύτερο χώρο της περιοχής μας και όλα τα παραπάνω, αποτελούν όνειρα θερινής νυκτός, σαν τους υπολογισμούς, για την εξέλιξη των ελληνικών πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων και του ΑΕΠ της χώρας μας, που περιέχονται, στο υποτιθέμενο ως Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα της περιόδου 2018 - 2021 και ως εκ τούτου, δεν μπορούν και δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, στα σοβαρά.

Όλοι όσοι κάνουν αυτούς τους υπολογισμούς, στους οποίους και στηρίζονται, αρνούνται να παραδεχθούν και να αναγνωρίσουν τις ουσιαστικές χαοτικές δομικές αδυναμίες του ευρώ και της ζώνης του, για να καταλήξουν ότι η αιτία του ελληνικού προβλήματος είναι η πολιτική των διαρκών δημοσιονομικών ελλειμμάτων και όχι η δραματική πτώση της ζήτησης και η υπερμεγέθης διόγκωση της ανεργίας, που ανατροφοδότησε και διεύρυνε την πτώση της ζήτησης και την συνακόλουθη συντριβή όλων των μακροοικονομικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας, ως αποτέλεσμα της εσωτερίκευσης της βαθιάς διεθνούς οικονομικής ύφεσης του 2008 και των σκληρών μέτρων, που επιβλήθηκαν, από την γερμανική κυβέρνηση και την Commission, από τις αρχές του 2010, στην Ελλάδα, καθώς και από την μεθοδευμένη ελληνική κρατική χρεωκοπία του Απρίλιου του 2010 και τα τρία Μνημόνια, που ακολούθησαν, ως φυσιολογική συνέχεια όλων αυτών των αλόγιστων μέτρων, που οδήγησαν την ελληνική οικονομία, στην ιλιγγιώδη κατακρήμνιση της τελευταίας επταετίας, η οποία, ανάγλυφα, απεικονίζεται, στους παραπάνω παρουσιαζόμενους πίνακες της ΕΛΣΤΑΤ.

Ο σκληρός πυρήνας του ελληνικού προβλήματος, όπως έχουμε επισημάνει άπειρες φορές βρίσκεται, στην συμμετοχή της χώρας μας στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση και επικεντρώθηκε, το 2008, στην κατάρρευση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, η οποία έχασε τις εξωτερικές αγορές της και κυριότατα, ένα μεγάλο και μεγεθυνόμενο τμήμα της δικής της, της εσωτερικής αγοράς, από τους ξένους ανταγωνιστές της, αφού το έλλειμμα των τρεχουσών συναλλαγών της ελληνικής οικονομίας, έφθασε στο 15% του ΑΕΠ.

Το γιατί συνέβη αυτό, μας το ομολόγησε ο Γερμανός Οικονομικών Wolfgang Schäuble, ο οποίος αποδέχτηκε ότι η ισχύς της γερμανικής οικονομίας οφείλεται, κατά το ήμισυ, στην συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ και κατά το ήμισυ στην πτώση των γερμανικών μισθών. Εδώ εντοπίζεται ο σκληρός πυρήνας των αιτιών της καταβαράθρωσης της ελληνικής οικονομίας, αλλά και των προβλημάτων όλων, σχεδόν, των χωρών της ευρωζώνης, αφού το ευρώ, πρώτ' απ' όλα, λειτουργεί, όχι ως νόμισμα, αλλά, όπως έχουμε πολλές φορές γράψει, ως ένας ιδιότυπος μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών, ο οποίος, στην πράξη (όπως συμβαίνει, άλλωστε, σύμφωνα με την ιστορική εμπειρία, σε κάθε νομισματική ένωση) ενεργοποιείται, ως ζουρλομανδύας.

Έτσι, η γερμανική οικονομία και η υπερμεγέθης εξαγωγική της βιομηχανία, που διεξάγουν τις συναλλαγές τους, με βάση την διεθνή ισοτιμία του μέσου ευρώ, επωφελούνται, στο έπακρον, διότι το γερμανικό ευρώ, έχει μια ισοτιμία, με το μέσο ευρώ, η οποία κυμαίνεται, στο 1,88 προς 1,00. Αποτέλεσμα αυτής της σκανδαλώδους ισοτιμίας είναι η γερμανική οικονομία και η εξαγωγική της βιομηχανία να διεξάγουν τις συναλλαγές τους, με ένα, υπερβολικά, υποτιμημένο νόμισμα (το ευρώ των καθημερινών διεθνών συναλλαγών) και ως εκ τούτου, να έχουν ένα τεράστιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Και φυσικά, για τον λόγο αυτόν, οι ανταγωνιστές της Γερμανίας, με πρώτον και καλύτερο τον Αμερικανό πρόεδρο Donald Trump, την κατηγορούν ότι κλέβει τους ανταγωνιστές της.

Και βέβαια, αυτό το τεράστιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της γερμανικής οικονομίας συμπληρώνεται και ενισχύεται, από το πάγωμα των γερμανικών μισθών και την μείωση του μισθωτικού κόστους, που πραγματοποιείται πάνω στις πλάτες των Γερμανών εργατών και των ευρύτερων στρωμάτων των μισθωτών, που εγκαταλείπουν, μαζικά, το κόμμα του εγκλήματος και της προδοσίας, το SPD, το οποίο υιοθέτησε και εφάρμοσε αυτή την πολιτική, ιδίως, με την περιβόητη "Agenda 2010", που εφάρμοσε η κυβέρνηση συνασπισμού των Σοσιαλδημοκρατών και των Πρασίνων του καγκελάριου Gerhard Schröder, μετά την ρήξη του τελευταίου, με τον υπουργό Οικονομικών Oscar Lafontaine.

Από τη άλλη πλευρά, η ελληνική οικονομία, με τα έντονα εσωστρεφή χαρακτηριστικά της, επειδή είναι μια οικονομία προσανατολισμένη στην εσωτερική ζήτηση και συγκροτείται, με βάση την μικρομεσαία επιχείρηση, όπως και στην κατανάλωση μη διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, ήταν δεδομένο ότι θα υφίστατο την καταστροφή, που υπέστη, με δεδομένο, άλλωστε, τον τεράστιο όγκο του δημόσιου χρέους της, το οποίο, αμέσως, μετά την μετατροπή της νομισματικής του βάσης, το 2002, από ένα χρέος, που ήταν εκφρασμένο, κατά 85%, σε δραχμές, σε ένα χρέος, καθ' ολοκληρίαν, σε ευρώ, κατέστη αδύνατο να εξυπηρετηθεί, με τις ίδιες τις δυνάμεις της ελληνικής οικονομίας, η οποία δεν είχε εκείνο το επίπεδο των εξωτερικών συναλλαγών, που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν αυτόν το τεράστιο όγκο του ελληνικού δημόσιου χρέους.

Με δεδομένο το πάγωμα των γερμανικών μισθών και την συνακόλουθη δραστική μείωση του γερμανικού μισθωτικού κόστους, που ενισχύθηκε, στο έπακρον, από την συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ, η ελληνική οικονομία ήταν, απόλυτα, φυσικό, να εμπλακεί στην δίνη της κρίσης και του έντονου αποπληθωρισμού, αφού η ελληνική κυβέρνηση, έχοντας χάσει κάθε έλεγχο, πάνω στο ευρώ, το οποίο είχε υιοθετηθεί, ως το επίσημο νόμισμα της χώρας, δεν μπορεί να ασκήσει την απαραίτητη συναλλαγματική πολιτική, που θα βοηθούσε την οικονομία του τόπου να ανακτήσει την διεθνή και την εσωτερική ανταγωνιστικότητά της.

Έτσι η ελληνική οικονομία, διεξάγοντας τις συναλλαγές της, με βάση την διεθνή ισοτιμία του μέσου ευρώ, βρέθηκε να λειτουργεί, υπό το βάρος ενός, εντονότατα, υπερτιμημένου νομίσματος, αφού η ισοτιμία του ελληνικού ευρώ, με το μέσο ευρώ, κυμαίνεται, μεταξύ του 0,80 προς 1,00. Και εδώ είναι που η ελληνική οικονομία εγκλωβίστηκε, μέσα στην παγίδα της κρίσης.

Αυτή η δολοφονική, για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, ισοτιμία του ευρώ, που λειτουργεί, όπως είπαμε, ως ιδιότυπος μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών και όχι ως κανονικό νόμισμα δεν μπορούσε να αντιμετωπισθεί, παρά με δύο μόνον τρόπους :

1) Είτε με την συντριβή του ελληνικού μισθωτικού κόστους, όπως και των ευρύτερων εισοδημάτων του πληθυσμού και την συνακόλουθη καταστροφή των μικρομεσαίων κοινωνικών στρωμάτων.

2) Είτε με την έξοδο της Ελλάδας, από την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, με την εγκατάλειψη του ευρώ και την επιστροφή της, στην δραχμή.

Όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις, με τελευταία και χειρότερη αυτή των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, επέλεξαν την παραμονή στην ευρωζώνη και υιοθέτησαν τις πολιτικές των ευρωθεσμών και του Δ.Ν.Τ., που συγκροτήθηκαν, γύρω από την ταχύτατη και χωρίς ενδοιασμούς εκμηδένιση του δημοσιονομικού ελλείμματος, όπως και του ελλείματος των εξωτερικών συναλλαγών, με δεδομένη την συντριβή του μισθωτικού κόστους, των εισοδημάτων του ελληνικού πληθυσμού και την υπερδιόγκωση της ανεργίας. Και φυσικά, με δεδομένη, επίσης την αύξηση του δημόσιου χρέους, το οποίο δεν επιδιώκεται να ελαφρυνθεί ουσιαστικά.

Ουσιαστικά, η ελληνική οικονομία και ο πληθυσμός της χώρας, με δεδομένη την γερμανική πολιτική, για την στήριξη της εξαγωγικής της βιομηχανίας και του χρηματοπιστωτικού της συστήματος, η οποία απαγορεύει κάθε έννοια αμοιβαιοποίησης και νομισματοποίησης των δημοσίων χρεών των χωρών της ευρωζώνης, έχει εισέλθει σε μια διαρκή διαδικασία εσωτερικής υποτίμησης και αντιμεταρρυθμίσεων, οι οποίες πλασάρονται, ως "μεταρρυθμίσεις", η οποία στοχεύει, στην διάλυση κάθε ρύθμισης των εσωτερικών αγορών, στις ιδιωτικοποιήσεις και στην συνεχή πίεση επί του μισθωτικού κόστους και των εισοδημάτων του πληθυσμού, προκειμένου να ανακτηθεί και να διατηρηθεί η απωλεσθείσα ανταγωνιστικότητά της.

Με αυτά τα δεδομένα, ό,τι και να προκύψει, μέσα από τις δαιδαλώδεις διαδικασίες, που αφορούν την ολοκλήρωση της εκκρεμούσας δεύτερης αξιολόγησης, καθώς και την οριστική σύναψη ενός 4ου Μνημονίου, το μέλλον της Ελλάδας παραμένει, σταθερά, σκοτεινό και χωρίς ελπίδα, όσο η χώρα, η οικονομία και η κοινωνία μένουν εγκλωβισμένες, στο ευρώ και την ζώνη του.

Αργά, αλλά σταθερά, ο πληθυσμός της χώρας μας, μέσα από τις, εξαιρετικά, δυσάρεστες εμπειρίες του, που αποκομίζει, από την σκληρή πραγματικότητα, καταλαβαίνει και τα αδιέξοδα και τις αιτίες τους.

Αυτό, όμως, δεν είναι αρκετό, για να του επιτρέψει να βαδίσει προς την οδό, για την υπέρβαση αυτών των αδιεξόδων και την εξάλειψη των αιτιών, που τον έχουν οδηγήσει, σε αυτά, αφού η παθητικότητα και σε έναν σημαντικό βαθμό, η απογοήτευση τον κρατούν, στο να παραμένει ένας απλός θεατής όσων διαδραματίζονται, εις βάρος του.

Ως εκ τούτου, το τί θα προκύψει, από αυτόν τον δύσκολο, τον επίπονο και μακρόσυρτο μαραθώνιο, αποτελεί, σταθερά, το ζητούμενο. Αλλά, αυτό που έχει σημασία, είναι το γεγονός ότι τα δεδομένα παραμένουν τα ίδια.

Όπως και οι λύσεις τους...

4 σχόλια:

TassosAnastassopoulos είπε...

Το (καθόλου) αστείο είναι ότι το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών αμφισβητεί, με επίσημο έγγραφο του, τα στοιχεία και την αξιοπιστία της ΕΛΣΤΑΤ, παρά το γεγονός ότι η τελευταία έχει την πλήρη υποστήριξη της Eurostat (η οποία, βεβαίως - βεβαίως, είναι και η ίδια προβληματική, επειδή και τα δικά της στοιχεία είναι μαϊμουδένια).

Το έγγραφο του γερμανικού ΥΠΟΙΚ, αναφέρει, λοιπόν, οτι : "είναι αδιανόητο η βοήθεια δισ. ευρώ να καταβάλλεται στην βάση λανθασμένων μαθηματικών στοιχείων", όπως και ότι : "τα εξωραϊσμένα στατιστικά στοιχεία ήταν ένας λόγος, για τον οποίο η Ελλάδα μπήκε, με μη αξιόπιστο τρόπο, στην​ νομισματική ένωση".

Έτσι, σύμφωνα με όσα συνεχίζει να αναφέρει το έγγραφο αυτό, το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών ζήτησε, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, να διορθώσει, άμεσα και χωρίς καθυστέρηση, το στατιστικό χάος, που υπάρχει, στην Ελλάδα (και το οποίο - υποτίθεται ότι - είχαν διορθώσει ο Ανδρέας Γεωργίου και ο Walter Radermacher) : "Δεν νοείται" λέει το έγγραφο, "οι χώρες - δανειστές να προετοιμάζουν τον​ δρόμο, για το τρίτο πρόγραμμα βοήθειας προς την Ελλάδα, την ώρα, που η ΕΛΣΤΑΤ, ακόμη, εργάζεται με αναξιόπιστο τρόπο".

Αυτά λέει, σε επιστολή του ο Γερμανός υφυπουργός Οικονομικών και υπεύθυνος για θέματα Ευρώπης Τόμας Στέφεν, όπως γράφει το "Der Spiegel".

Καλά ξεμπερδέματα...

Athanasios M. είπε...

Πάρα πολύ καλό άρθρο. Σημαντικότατη η επισήμανση περί πτώσεως παραγωγής. Αν δεν υπήρχε το μάνα εξ ουρανού στον τουρισμό, λόγω πολέμων σε Β.Αφρική κ ταραχές Τουρκίας, η πτωση θα ήταν πολύ μεγαλύτερη.Τι είναι το μέσο ευρώ;

TassosAnastassopoulos είπε...

Ως γερμανικό, ελληνικό, ιταλικό, κυπριακό, μαλτέζικο, ολλανδικό κλπ ευρώ, νοείται ως συναλλαγματική αξία, η ως αξία αγοραστικής δύναμης, η αξία του ευρώ, σε κάθε αντίστοιχη οικονομία, εάν αυτό λειτουργούσε, ως εθνικό νόμισμα. Εάν δηλαδή, ήταν δραχμή, μάρκο, λιρέτα, λίρα κλπ.

Το μέσο ευρώ είναι η σταθμισμένη ράντα όλων των εκδοχών του ευρώ, σε κάθε χώρα της ευρωζώνης. Στην πράξη το μέσο ευρώ εκφράζεται από την καθημερινή συναλλαγματική του ισοτιμία, στις διεθνείς αγορές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ταυτίζεται με την μέση αξία, που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να εκφράζει.

Για όλους αυτούς τους λόγους (που, συνήθως, δεν αναφέρονται) το ευρώ, πρωτίστως, δεν είναι νόμισμα. Πρώτα και πάνω από όλα, είναι ένας ασφυκτικός μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών, που λειτουργεί, ως ζουρλομανδύας.

Μπορείς να δεις και το παλαιότερο δημοσίευμα, σε αυτό εδώ το μπλογκ, με τίτλο : Η υποταγή του Αλέξη Τσίπρα, στο δόγμα του "There Is No Alternative" και το επερχόμενο πολιτικό τέλος του ΣΥΡΙΖΑ. (Ο ντροπαλός ολοκληρωτισμός του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού" και τα αδιέξοδά τους, μέσα από τις αναλύσεις της Margaret Thatcher και του Milton Friedman, που αποδεικνύονται περισσότερο διορατικοί και λιγότερο αναλγητοί, από την για "πρώτη φορά αριστερά" κυβέρνηση των ορφανών του ελληνικού σταλινισμού).

TassosAnastassopoulos είπε...

Φυσικά, προκειμένου να είναι "έτοιμοι", στο αυριανό Eurogroup, έτρεξαν να δημοσιεύσουν, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τον σχετικό νόμο, που ψήφισαν την νύκτα της Πέμπτης προς την Παρασκευή (Ν. 4472/19-5-2017 ΦΕΚ 74Α).

Αλλά αυτό που θα λάβουν, θα τείνει προς το μηδέν, αφού ο κ. Βόλφγκανγκ έχει άλλες προτεραιότητες και διαφορετικούς σχεδιασμούς, εν όψει των γερμανικών βουλευτικών εκλογών της 24ης Σεπτεμβρίου 2017 το αποτέλεσμα των οποίων θα είναι να μην είναι δυνατή η πραγματική, ουσιαστική και αναγκαία ελάφρυνση του ελληνικού δημοσίου χρέους, αλλά και επειδή δεν προτίθεται να μοιράσει (με οποιονδήποτε τρόπο και υπό οποιαδήποτε μορφή) τα φθίνοντα, άλλωστε, γερμανικά οικονομικά πλεονάσματα, την ίδια στιγμή, που η ελληνική κυβέρνηση αποδεικνύει ότι δύναται να συσσωρεύει, ετησίως, υπερμεγέθη πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα...