Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

1 - 2008 μ.Χ. : Η άνοδος και η πτώση των Η.Π.Α. και του Δυτικού Κόσμου και η ακάθεκτη πορεία της Κίνας, προς την πρωτοκαθεδρία, μέσα από την ανακατανομή των ποσοστιαίων μεριδίων των μεγάλων χωρών, στο παγκόσμιο ΑΕΠ. (Η διάσπαση των αμερικανικών ελίτ, οι επισφαλείς αμερικανορωσικές σχέσεις και οι κρίσιμες αμερικανικές προεδρικές εκλογές της 8ης Νοεμβρίου).




Το γεγονός ότι, ως παγκόσμια κοινότητα, έχουμε εισέλθει, από τα τέλη της περασμένης δεκαετίας, σε μια μακρά χρονική περίοδο, η οποία χαρακτηρίζεται, από το επώδυνο τέλος της κυριαρχίας αυτού του ευρύτατου συνασπισμού, που αποκαλείται και αναγνωρίζεται, διεθνώς, ως Δυτικός Κόσμος, στον οποίο συμπεριλαμβάνονται χώρες και πολιτισμοί της Ανατολής (δηλαδή η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα) και ο οποίος τελεί, υπό την, περίπου πλήρη ηγεμονία των Η.Π.Α., δύσκολα, πλέον μπορεί να αποκρυβεί.

Η Δύση βρίσκεται, σε μια κατάσταση παρατεταμένης φθοράς και παρακμής, από την οποία, όπως φαίνεται δεν έχει τις δυνάμεις να ανακάμψει. Εκτός εάν αποφασίσει να πάρει και να χρησιμοποιήσει τα όπλα της και την παρούσα, ομολογουμένως, μεγάλη, ακόμη, στρατιωτική της ισχύ, έναντι των αντιπάλων της, οι οποίοι, στην ουσία (ακόμη και όταν οι δυτικές ελίτ δεν το βλέπουν), είναι ένας : Η Κίνα.

 Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις και εκδοχές, η Δύση μπορεί να επιτύχει κάποιες μικρότερες, ή μεγαλύτερες αναβολές και παρατάσεις, οι οποίες θα καθυστερήσουν την όλη διαδικασία της υπαγωγής της, σε ένα ρόλο υποδεέστερο, από αυτόν, που τώρα κατέχει, αλλά, ούτως, εχόντων των πραγμάτων και υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν μπορεί, με την τρέχουσα διαχείριση των διεθνών υποθέσεων και με ομαλό τρόπο, να αποφύγει αυτό, που προκύπτει, από την ίδια την φορά και την εξέλιξη των διεθνών πραγμάτων και των παγκόσμιων ισορροπιών, που προκύπτουν, από αυτές.

Η, δια μέσου των αιώνων, εξέλιξη της ποσοστιαίας κατανομής του παγκόσμιου ΑΕΠ, ανάμεσα στις μεγαλύτερες δυνάμεις, όπως προκύπτει από το παραστατικότατο και πολύ χρήσιμο γράφημα του καθηγητή του πανεπιστημίου του Michigan, Mark J. Perry, το οποίο περιγράφει αυτή την διαδικασία, από την αρχή της ύστερης αρχαιότητας (1 μ.Χ.), έως τα τέλη της περασμένης δεκαετίας (το 2008), δείχνει, με έναν τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο, την ακμή, την παρακμή και την τρέχουσα φρενήρη ανάκαμψη της Κίνας, η οποία δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, ήδη, στα τέλη της ύστερης αρχαιότητας, από την οποία, ξεκινάει το γράφημα και αιώνες πριν από αυτήν, ήταν ένα ενιαίο κράτος και μια αυτοκρατορία.

Από το ίδιο γράφημα προκύπτει ότι η γέννηση του καπιταλισμού, που συνοδεύτηκε, από την κατάκτηση της Αμερικής, από τους Ευρωπαίους, άλλαξε, δραματικά, τις παγκόσμιες ισορροπίες οδηγώντας την Κίνα (αλλά και την Ινδία), σε μια μακραίωνη παρακμή. 

Από αυτό το γράφημα, επίσης, προκύπτει, αβίαστα και χωρίς καμμία αμφισβήτηση, η διαχρονική πορεία της αρχικής ακμής και της σύγχρονης παρακμής και η κατάρρευση της παντοδυναμίας των ευρωπαϊκών δυνάμεων, όπως και της αμερικανικής υπερδύναμης των μέσων του 20ου αιώνα.

Η μακραίωνη κυριαρχία της Δύσης και αυτού, που ονομάζουμε δυτικό πολιτισμό οδεύει προς το τέλος της, με ένα τρόπο, ο οποίος, εκ των πραγμάτων, είναι αργός και βασανιστικός, ενώ παράλληλα, στην χειρότερη εκδοχή του και στο πιο ακραίο, αλλά ουδόλως απίθανο σενάριο, μπορεί να εξελιχθεί και σε μια αφανιστική του ανθρώπινου είδους τραγωδία, εάν δεν επικρατήσουν οι απαραίτητες ώριμες σκέψεις και η απαραίτητη περίσκεψη, στις ελίτ των μεγάλων χωρών, οι οποίες λαμβάνουν τις σχετικές αποφάσεις, που αφορούν την τύχη των ανθρώπινων κοινωνιών, στις διεθνείς τους διαστάσεις. 

Αυτή την κατάσταση, που χαρακτηρίστηκε από την κυριαρχία της Δύσης, με έσχατο εργαλείο την παντοκρατορία των Η.Π.Α. και τις ισορροπίες, που διαμορφώθηκαν, μέχρι την πτώση της "Σοβιετικής Ένωσης", ήλθε να αλλάξει, εξ ίσου δραματικά, η σύγχρονη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, που ξεκίνησε, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ως ένα αμερικανικό εθνικό σχέδιο, το οποίο απέβλεπε, στην παρατεταμένη, επ' αόριστον, πλανητική κυριαρχία των Η.Π.Α. και των συμμάχων τους, στην αποκαλούμενη Δύση.

Η Κίνα των πολιτικών απογόνων του Μάο Τσετούνγκ και του Ντενγκ Ξιάοπινγκ, εκμεταλλευόμενη τους κανόνες του παιχνιδιού και το απλούστατο γεγονός του τεράστιου πληθυσμιακού όγκου της, ο οποίος τελεί, υπό την δεσποτική εξουσία της γραφειοκρατικής δομής του Κομμουνιστικού Κόμματος της χώρας αυτής, ανέτρεψε, όπως ήταν (και θα έπρεπε να είναι) αναμενόμενο, τις παγκόσμιες ισορροπίες καθιστάμενη, πλέον, η πρώτη, σε μέγεθος, οικονομία, στον πλανήτη, αφήνοντας πίσω τις Η.Π.Α. με αποτέλεσμα να διεκδικεί την συγκυριαρχία και αργότερα την πρωτοκαθεδρία, στην λήψη των αποφάσεων, που αφορούν τις γενικές, αλλά και τις ειδικές και επί μέρους, υποθέσεις, που απασχολούν την παγκόσμια κοινότητα και αφορούν τα συμφέροντα του κινεζικού κράτους και της ελίτ, που συνδιαμορφώνεται μαζύ του και η οποία διοικεί την κινεζική κοινωνία.

(Όπως έχουμε πει αρκετές φορές, στο παρελθόν, οι εκφραστές της δυτικής εκδοχής του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού εξακολουθούν να βρίσκουν μπροστά τους, τον Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, παρά το γεγονός ότι νόμισαν και πολλοί από αυτούς εξακολουθούν να  νομίζουν, ότι είχαν ξεμπερδέψει, μαζύ του, όταν κατέρρευσε ο "υπαρκτός σοσιαλισμός". Όμως, η Ιστορία, ως προς τις διαδρομές που ακολουθεί και τις οποίες κατασκευάζουν τα κοινωνικά υποκείμενα, που την διαμορφώνουν, είναι πολύ περισσότερο πολύπλοκη και πολυπλόκαμη, από όσο οι άνθρωποι σκέπτονται και νομίζουν. Ως εκ τούτου, είναι πολύ πιθανόν ο ηγέτης των μπολσεβίκων και ο πραγματικός πολιτικοϊδεολογικός ιδρυτής του Κ. Κ. Κίνας να πάρει την δική του ιστορική εκδίκηση, με έναν τρόπο, ο οποίος δεν διέφυγε μόνον, από τους αντιπάλους του, αλλά και από τον ίδιο).

Την ίδια στιγμή, που έχει διαμορφωθεί και διευρύνεται η κατάσταση αυτή και η ανατροπή των παγκόσμιων ισορροπιών, που περιγράψαμε, ο σκληρός πυρήνας του βαθέος αμερικανικού κράτους και των επιθετικότερων ελίτ της χώρας αυτής, που εκφράζονται από τον απερχόμενο πρόεδρο Barack Hussein Obama και την υποψήφια του Δημοκρατικού Κόμματος, για την προεδρία των Η.Π.Α. Hillary Clinton, ασχολούνται με άλλα πράγματα, τα οποία νομίζουν ότι είναι περισσότερο ουσιώδη, παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. 

Όπως πολλές φορές έχουμε πεί, το κυριότερο πρόβλημα και ο μεγαλύτερος φόβος των αμερικανικών ελίτ εντοπίζονται, στην Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν. Το πρόβλημα αυτό και ο φόβος, που το συνοδεύει, πηγάζουν, από το απλούστατο και συνάμα τρομακτικό γεγονός της μη αποτρέψιμης δυνατότητας και ικανότητας του ρωσικού πυρηνικού οπλοστασίου να εξαφανίσει τις Η.Π.Α., από τον πλανήτη, μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας. Πιστεύουν ότι, προς ώρας, αυτός είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος, που πρέπει να αντιμετωπισθεί και να εξουδετερωθεί.

Βέβαια, η αυξανόμενη και συνάμα καταθλιπτική παρουσία του κινεζικού παράγοντα, ως ενός επικίνδυνου μελλοντικού αντιπάλου, που αντιστρατεύεται τα στρατηγικά συμφέροντα και την αμερικανική επικυριαρχία, στον πλανήτη, δεν αγνοείται, από τις αμερικανικές ελίτ. Η ακάθεκτη άνοδος της Κίνας είναι τόσο εκρηκτική, που δεν μπορεί να αγνοηθεί, από την αμερικανική πολιτική, ακόμη και εάν αυτή θα ήθελε να πράξει κάτι τέτοιο. Δεν είναι η άγνοια (ηθελημένη, ή μη), που οδηγεί αυτές τις εξουσιαστικές ομάδες, οι οποίες αποτελούν τα κέντρα αποφάσεων στην Ουάσινγκτων, σε αυτήν την συμπεριφορά. Κάθε άλλο.

Οι κυβερνώσες αμερικανικές ελίτ επιλέγουν αυτή την συμπεριφορά, επειδή σε ένα πολύ σημαντικό τμήμα τους, η περιορισμένη στρατιωτική και πυρηνική ισχύς του ανερχόμενου κινεζικού γίγαντα, τις οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Κίνα, στην παρούσα φάση, δεν αποτελεί άμεση απειλή, για τα αμερικανικά συμφέροντα, αφού, από μόνη της, δεν μπορεί να αποτρέψει την υλοποίηση των αποφάσεων, που λαμβάνει η αμερικανική ηγεσία και οι οποίες αφορούν τις διεθνείς πολιτικές και οικονομικές σχέσεις και τα διάφορα τοπικά προβλήματα, στην υδρόγειο, που εμπλέκονται, με τον αμερικανικό τακτικό και στρατηγικό σχεδιασμό.

Όμως, αυτό, που, σύμφωνα, με τους Αμερικανούς στρατηγικούς σχεδιαστές, δεν μπορεί να αποτρέψει η (υποθετικά ή πραγματικά) περιορισμένη στρατιωτική ισχύς του κινεζικού δράκου, μπορεί να το αποτρέψει - και ήδη, το πράττει, χωρίς δισταγμό, στα μέτωπα της Συρίας και όχι μόνον, εκεί - η επανακάμψασα, ως παγκόσμια στρατιωτική πυρηνική δύναμη, ρωσική αρκούδα. Και αν η κινεζική στρατιωτική και πυρηνική ισχύς μπορεί να ανασχεθεί, από την πολλαπλάσια αμερικανική στρατιωτική και πυρηνική ισχύ, η ρωσική στρατιωτική και πυρηνική ισχύς δεν μπορεί να αγνοηθεί, ακριβώς, επειδή δεν μπορεί να ανασχεθεί. Στο τέλος της διαδικασίας, η πραγματικότητα ήταν, είναι και θα παραμείνει απλή, ωμή και αδυσώπητη :

Η Ρωσία, όπως έχουμε πει, είναι η μόνη χώρα, στον κόσμο, η οποία μπορεί με μια απλή απόφαση της ηγεσίας της, να εξαφανίσει, μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας, τις Η.Π.Α., από τον παγκόσμιο χάρτη. Και το γεγονός ότι οι Η.Π.Α. μπορούν να ανταποδώσουν αυτό το θανατηφόρο κτύπημα, δεν αποτελεί παρηγοριά, για την αμερικανική ελίτ. Κάθε άλλο.

Ως εκ τούτου, η μερίδα των αμερικανικών ελίτ, που ασκεί την τρέχουσα διοίκηση, στην Ουάσινγκτων, ενδιαφέρεται, μόνο, για να καταστρέψει την Ρωσία ως στρατιωτικό και γεωπολιτικό ανταγωνιστή. Και για να επιτύχει τον στόχο της, προσπαθεί να την καταστρέψει, οικονομικά, να την γονατίσει και με αυτό τον τρόπο, να την διασπάσει, εδαφικά, σε πολλαπλά τιμάρια και να την αποικιοποιήσει, προκειμένου ο αμερικανικός καπιταλισμός και η Δύση, ως σύνολο, να καρπωθούν και να απολαύσουν τα θεόρατα και αστείρευτα οφέλη, από τον, μυθικών διαστάσεων, πλούτο των παραγωγικών πηγών αυτής της αχανούς χώρας.

Μέσα στα πλαίσια αυτής της στρατηγικής, η Κίνα μπορεί να περιμένει την σειρά της, αφού αξιολογείται, ως δευτερεύων και μη άμεσος στρατιωτικός κίνδυνος, για τις Η.Π.Α. και τις εξαρτώμενες, από αυτές ελίτ των χωρών της Δύσης και στον βαθμό, που η παρούσα αμερικανική διοίκηση και οι ελίτ, που την στηρίζουν, προβαίνουν, σε μια, καθόλου, ασήμαντη προσπάθεια ανάσχεσης της ολοένα και αυξανόμενης κινεζικής οικονομικής δύναμης, μέσω της μελετημένης και σχεδιασμένης ανακοπής και καναλιζαρισμένης συρρίκνωσης της σύγχρονης διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης.

Η προσπάθεια αυτή, που ξεκίνησε, με αφορμή τον ρωσογεωργιανό πόλεμο του Αυγούστου του 2008 και με εργαλείο την χρηματοπιστωτική κρίση στην Wall Street, τον, αμέσως, επόμενο μήνα, συνεχίζεται ακάθεκτη και χωρίς ορατό τέρμα, προκειμένου να γονατίσει, οικονομικά, την θεωρούμενη, ως ασθενή κρίκο, στον τομέα αυτόν, Ρωσία και να καθηλώσει την φρενήρη οικονομική ανάπτυξη της Κίνας.



Το παραπάνω γράφημα, που περιγράφει, με έναν περισσότερο λεπτομερειακό και εκτεταμένο τρόπο, τις παγκόσμιες οικονομικές εξελίξεις, έχοντας, ως βασικό εργαλείο την μέτρηση και τον όγκο του ΑΕΠ και αφορά την ίδια, περίπου, χρονική περίοδο, με το αρχικό γράφημα (1 μ.Χ. - 2001 μ.Χ.), υποδεικνύει, όχι, μόνο, το τι συνέβη, στην κατανομή του παγκόσμιου ΑΕΠ και στις διαφοροποιήσεις του, ανάμεσα στις μεγάλες οικονομικές δυνάμεις και συσσωματώσεις, που έχουν παρελάσει όλα αυτά 2000 χρόνια, αλλά και το γιατί οι Η.Π.Α. και η Δύση αποφάσισαν την ανακοπή, την αναστροφή και την συρρίκνωση της παγκοσμιοποίησης.

Το τι συνέβη δεν είναι καθόλου δύσκολο να το δούμε. Είναι πανεύκολο, αφού το γράφημα τα λέει όλα. Η ανακάλυψη της Αμερικής και η αιματηρή κατάκτησή της από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις σήμαναν την συρρίκνωση της δύναμης της Κίνας και της Ινδίας. Παρ' όλ' αυτά, μέχρι τις αρχές του 1800, το άθροισμα του υπολογιζόμενου ΑΕΠ αυτών των δύο χωρών, υπερέβαινε το 50% του παγκόσμιου ΑΕΠ, αλλά, από εκείνη την εποχή και μέχρι την δεκαετία του 1980, με την έκρηξη της καπιταλιστικής ανάπτυξης, στον Δυτικό Κόσμο και την βοήθεια της αποικιοκρατίας, οι ισορροπίες αλλάζουν, δραματικά, αφού το ΑΕΠ της Δύσης, ως συνόλου, αλλά και των επί μέρους κυριότερων καπιταλιστικών χωρών (Η.Π.Α., Βρετανία, Αυστροουγγαρία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία και Ιαπωνία), όπως και των υποδεέστερων χωρών του Δυτικού Κόσμου, διογκώνεται υπέρμετρα, με διαρκή αυξητική τάση και σε μακραίωνα χρονική βάση.

Έτσι, κάπου στα 1950, το ΑΕΠ των Δυτικών χωρών, ως μερίδιο του παγκόσμιου ΑΕΠ, είχε υπερβεί, κατά πολύ, το 50%, ενώ, το αντίστοιχο ποσοστό, για την Ινδία και την Κίνα, μόλις και έφθανε, στο 2,5%, για κάθε μία από αυτές.

Το 2001, μια δεκαετία, μετά την έναρξη της σύγχρονης διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης, τα δεδομένα άλλαξαν το ίδιο δραματικά, όπως και προηγουμένως. Μόνο, που, τώρα, η διαδικασία ανεστράφη. Το ποσοστό των χωρών της Δύσης, στο παγκόσμιο ΑΕΠ, είχε πέσει κάπου στο 45%, ενώ της Κίνας εξακοντίστηκε, στο 14% (και της Ινδίας στο 5%).

Μετά το 2001, η κατάσταση οδηγήθηκε, στο να καταστεί ανεξέλεγκτη, για την Δύση, αφού η αναπτυξιακή πορεία της Κίνας συνεχίστηκε, με ξέφρενους ρυθμούς, οι οποίοι, το 2014, κατέστησαν την Κίνα την πρώτη οικονομική δύναμη του πλανήτη, αφού το ΑΕΠ της ξεπέρασε, για πρώτη φορά, αυτό των Η.Π.Α., φθάνοντας στα 18,14 τρισ. $, (έναντι 17,52 τρισ. $ του αμερικανικού ΑΕΠ και 18,64 τρισ. $ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της Βρετανίας, η οποία είναι, πλέον, υπ' ατμόν, μετά το δημοψήφισμα της 23/6/2016, στο οποίο το βρετανικό εκλογικό σώμα ψήφισε, υπέρ του Brexit). Και φυσικά, αυτή η εξέλιξη συνεχίζεται και διευρύνεται και το 2015 (19,39 τρισ. $, για την Κίνα, έναντι 17,95 τρισ. $ των Η.Π.Α. και 19,18 τρισ. $, για τις χώρες της Ε.Ε. Και όλα αυτά, ενώ το παγκόσμιο ΑΕΠ, το 2015, έφθασε στα 113,7 τρισ. $, με αποτέλεσμα το ποσοστιαίο μερίδιο του κινεζικού ΑΕΠ να ανέλθει, στο 17,05%.).  




Η αντιπαραβολή της μελλοντικής εξέλιξης των ίδιων μακροοικονομικών μεγεθών, έτσι, όπως αυτά προκύπτουν, από τις προβλέψεις του ΔΝΤ και αφορούν έτη 2030 και 2050, καθιστά τα πράγματα, για τις Η.Π.Α. και τους Δυτικούς συμμάχους των αμερικανικών ελίτ, ακόμη περισσότερα καταθλιπτικά και δυσοίωνα. Και γι' αυτόν τον λόγο, οι αμερικανικές ελίτ, με την προφανή συναίνεση των Ευρωπαίων και των λοιπών δορυφόρων τους, ανέλαβαν δράση, προκειμένου να ανακόψουν την κινεζική οικονομική κυριαρχία και να γονατίσουν, οικονομικά, την ανερχόμενη Ρωσία. Μπορεί να άργησαν να το πράξουν, αλλά, τελικά, το έπραξαν.

Αυτές οι δραματικές εξελίξεις, στο παγκόσμιο οικονομικό στερέωμα οδηγούν στην κατάρρευση της παγκοσμιοποίησης και μάλιστα, με αμερικανικό σχεδιασμό, που αποσκοπεί, στην αποκοπή της Ρωσίας και της Κίνας, που ωφελήθηκαν (κυρίως, η δεύτερη) τα μάλα, από αυτήν, με αποτέλεσμα την αργή και βασανιστική υπαγωγή των ΗΠΑ, σε δευτερεύουσα παγκόσμια δύναμη. Και οι επιδιωκόμενες εμπορικές συμφωνίες των Δυτικών (TTIP, CETA κλπ) εκεί αποσκοπούν και αυτόν τον σχεδιασμό εξυπηρετούν. Γίνονται μέσα στα πλαίσια της αμερικανικής στρατηγικής για την συρρίκνωση της παγκοσμιοποίησης και τον περιορισμό και την αποβολή της Κίνας και της Ρωσίας.


Οι Δυτικοί προσπαθούν, λοιπόν, να περιχαρακώσουν την παγκοσμιοποίηση, στα δικά τους χωράφια, υπό την σκεπή των ΗΠΑ. Η προσπάθεια, φαίνεται ότι είναι καλή, ως στρατηγικός σχεδιασμός, αλλά, ουσιαστικά, είναι άπελπις.
Ο σχεδιασμός αυτός των αμερικανικών ελίτ, με την προσπάθεια, για την συρρίκνωση της παγκοσμιοποίησης είναι άπελπις επειδή οι Η.Π.Α. φαίνεται ότι έχουν χάσει το παιχνίδι.

Οι Η.Π.Α. δεν είναι, πια, η παγκόσμια μονοκρατορική δύναμη, του πρόσφατου παρελθόντος, που μπορούσε, με, ή χωρίς την βοήθεια των υποτακτικών της, να επιβάλει τις θελήσεις της, σε όλα τα διεθνή ζητήματα, στα οποία, ως η μόνη υπερδύναμη, εμπλεκόταν, δίκην δικαστή και αστυνόμου.

Οι διασπασμένες, πλέον, αμερικανικές ελίτ γνωρίζουν αυτή την κατάσταση, έστω και αν, στην πλειοψηφία τους, αρνούνται να το ομολογήσουν ανοικτά. Και δεν το πράττουν, διότι, αν το πράξουν, είναι σαν να αποδέχονται την αδυναμία τους να ελέγξουν και να ρυθμίσουν, κατά την βούλησή τους, τις πλανητικές υποθέσεις. Και αποδεχόμενες την αδυναμία τους είναι σαν να ομολογούν την ήττα τους. Και μια τέτοια αποδοχή μαζύ με μια τέτοια ομολογία, θα ανοίξουν τους ασκούς του Αιόλου, αφού, πλέον, οι Η.Π.Α. και η Δύση θα χάσουν την αξιοπιστία τους. Και μαζύ με αυτήν και τους συμμάχους και τους υποτακτικούς τους.

Η υποψηφιότητα του Donald Trump, παρά την όποια (πραγματική και υποτιθέμενη) ωμότητα των απόψεών του, έρχεται να εκφράσει την δεδομένη διάσπαση των αμερικανικών ελίτ, ένα τμήμα των οποίων, φοβούμενο μια (έστω και περιορισμένη, στην Ευρώπη) πυρηνική αντιπαράθεση, με την ρωσική υπερδύναμη και αντιλαμβανόμενο ότι οι Η.Π.Α. δεν είναι, πλέον, το φόβητρο των αντιπάλων (αλλά και των φίλων) τους, προσπαθεί να βρεί ένα modus vivendi, με την Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν, ανοίγοντας μέτωπο, με την Κίνα, την οποία θέλει να ανασχέσει, ως μελλοντικό ανταγωνιστή.

Όμως, τίποτε δεν είναι δεδομένο, διότι οι επιδιώξεις επαναφοράς της μονοκρατορικής κυριαρχίας των Η.Π.Α., που κυριαρχούν, στον σκληρό πυρήνα των κυβερνητικών ελίτ της, πέραν του Ατλαντικού, υπερδύναμης και ο τρόμος των ευρωπαϊκών ελίτ, απέναντι, στην Ρωσία, παραμένουν, ως έχουν και συγκροτούν στάσεις και συμπεριφορές ισχυρότατες και κυριαρχούσες. Και φυσικά, η προεδρική εκλογή της 8ης Νοεμβρίου 2016 θα είναι, απολύτως, καθοριστική, για το μέλλον των σχέσεων Η.Π.Α. - Ρωσίας, όπως και για το μέλλον των ευρύτερων πλανητικών ισορροπιών.

Ως εκ τούτου, με δεδομένη την πολύπλοκη διεθνή κατάσταση, την οποία δημιουργεί η παγκόσμια ανακατανομή της ισχύος, που έφερε η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση και η αποδόμηση της τελευταίας, επανέρχονται, στο προσκήνιο, τα εθνικά κράτη, ως καθοριστικοί παράγοντες των πλανητικών υποθέσεων, την ίδια στιγμή, που οι διάφορες περιφερειακές πλαδαρές ενώσεις, σαν αυτή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποδιοργανώνονται.

Αυτή είναι η απλή αλήθεια. Και οι κοινωνίες θα ξαναμάθουν να ζουν με αυτήν.
 

Περιέργως πως, η νέα ανάδυση των εθνικών κρατών και η πτώση της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης, μέσα από μια νέα έκδοση του 1914 και της κατάρρευσης της παγκοσμιοποίησης εκείνης της εποχής, αλλάζει τα δεδομένα, σε μια κατεύθυνση, την οποία η λογική των σύγχρονων κοσμοπολιτών δεν μπόρεσε (κακώς) να προβλέψει.
 
Εννοείται βέβαια ότι δεν υπάρχει "μπρος και πίσω" στην Ιστορία και τούτο διότι αυτή δεν διακατέχεται από τον επιστημονικοφανή μανιχαϊσμό που διατρέχει την σκέψη των Δυτικών. Ως εκ τούτου, αυτή θα ακολουθήσει τα δικά της απρόβλεπτα μονοπάτια. Και φυσικά, οι αναφορές στον κλασικό καπιταλισμό, στερούνται νοήματος, διότι ουδείς ομιλεί για επιστροφή στο παρελθόν, που έχει κλείσει τον κύκλο του.


Αυτό που συμβαίνει είναι εντελώς νέο και προφανώς, θα συνταιριάξει τα τεχνολογικά και τα λοιπά επιστημονικά δεδομένα, στις νέες κοινωνικές συνθήκες και στο νέο status quo, που θα προσδιοριστεί από τις νέες ισορροπίες, οι οποίες θα διαμορφωθούν, από τις νέες παγκόσμιες δυνάμεις, που θα εκφραστούν, από τα παλαιά και τα αναδυόμενα εθνικά κράτη.

Απλώς, ζούμε το τέλος της κυριαρχίας της Δύσης.


Αυτό είναι που οι δυτικές ελίτ δεν θέλουν να παραδεχθούν. Και πολλές από αυτές δεν το βλέπουν καν. Αυτό το τέλος μοιάζει αναπόφευκτο, ως προς την ολοκλήρωσή του, όσες αναβολές και παρατάσεις και αν δοθούν σε αυτή την διαδικασία.

Και ακριβώς, επειδή ζούμε αυτή την διαδικασία, είναι που ανέρχονται, εκ νέου, τα εθνικά κράτη. Αυτή η ανάδυση βέβαια, πολυπλοκοποιεί τα διεθνή πράγματα και τα καθιστά έναν γρίφο, που καθίσταται και επικίνδυνος.


Όμως, έτσι είναι η ζωή. Και φυσικά, πρέπει να μάθουμε να ζούμε με αυτή...

Δεν υπάρχουν σχόλια: