Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

2010 - 2016 : Η ραγδαία πτώση του μισθωτικού κόστους, ως κυρίαρχου προγραμματικού στόχου των Μνημονίων, τα αδιέξοδα των "μεταρρυθμίσεων" και η, εκ των πραγμάτων, αναμενόμενη και επελθούσα καταστροφή της ελληνικής παραγωγής.


2001 - 2016 : Η εξέλιξη του μισθωτικού κόστους σε Ελλάδα - Γερμανία - Ισπανία, αναδεικνύει την, εντός της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, ανελαστική και αναπόφευκτη βάση της παρούσας καταστροφής, που βιώνει η ελληνική κοινωνία. (Όπως και η ισπανική, μέσα από τις δικές της ιδιαιτερότητες)...



Γιατί δεν περπατούν οι "μεταρρυθμίσεις";  Γιατί δεν έχουν ένα κάποιο - έστω και πενιχρό - ορατό αντίκρισμα;

Αυτό είναι το ερώτημα, που πλανάται, πάνω από και μέσα στην ελληνική κοινωνία, με δεδομένη την επιδείνωση της κατάστασης, που έχει διαμορφωθεί, ύστερα από την ψήφιση και τώρα, με την έναρξη της ουσιαστικής εφαρμογής του 3ου Μνημονίου, που συνομολόγησε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και του Πάνου Καμμένου.

Στην πραγματικότητα, η οικονομική και η κοινωνική κατάσταση, στην Ελλάδα είναι πολύ περισσότερο κακή, από ό,τι φαίνεται, με το φάσμα μιας συνολικής και ξαφνικής κατακρήμνισης, η οποία θα προκύψει, φυσικά, ως συνέχεια των προηγουμένων, να είναι πολύ κοντά και να αγγίζει τον, αμέσως, προσεχή χρονικό ορίζοντα, εντός του οποίου πρόκειται να κινηθεί η ελληνική οικονομία. Όριο έναρξης αυτής της διαδικασίας κατάρρευσης, όταν αυτή ενεργοποιηθεί, με το τέλος του καλοκαιριού, φαίνεται να είναι ο ερχόμενος Οκτώβριος και εν πάση περιπτώσει το φθινόπωρο, όταν, δηλαδή, η εφαρμογή των μέτρων του 3ου Μνημόνιου θα έχει λάβει σάρκα και οστά, με συγκεκριμένα αποτελέσματα και ενώ θα βρίσκονται, σε πλήρη εξέλιξη, οι περικοπές στους μισθούς, στις συντάξεις, στα εισοδήματα, όπως, επίσης και οι σαρωτικές αυξήσεις, στην άμεση και την έμμεση φορολογία.

Η ευθύνη της αριστεροδεξιάς κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, για αυτή την επερχόμενη εξέλιξη, είναι προφανής και δεδομένη, αφού τα μέτρα του 3ου Μνημονίου, που συμφώνησε, με τους ξένους δανειστές και τα οποία βασίζονται στην υπέρμετρη αύξηση της φορολογίας, σε συνδυασμό, με τις περικοπές, στους μισθούς και τις συντάξεις, οι οποίες δεν είναι καθόλου αμελητέες, θα οδηγήσουν, σε μια περαιτέρω συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας. Η συρρίκνωση αυτή, πιθανότατα, θα υπερβεί, το 2016, το 1% του ελληνικού ΑΕΠ, που υπολογίζει το ΙΟΒΕ, βασιζόμενο, στις, έως τον Απρίλιο, εξελίξεις και όχι, σε αυτές που θα προκύψουν, ως αποτέλεσμα της τωρινής εφαρμογής των μέτρων του Μνημονίου, αλλά και εκείνων, που θα έλθουν, στον εργασιακό τομέα, κατά την διάρκεια της δεύτερης αξιολόγησης.

Η "πολυπόθητη" (και με δόσεις) ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης των μέτρων του 3ου Μνημονίου, δεν οδήγησε στην αντιστροφή του κλίματος της παρακμής. Αντιθέτως, επιτάχυνε τα κρισιακά φαινόμενα, στην ελληνική οικονομία και αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο, αφού  τα φαινόμενα αυτά πρόκειται να ενταθούν, με την ολοκλήρωση των εργασιακών "μεταρρυθμίσεων", που επίκεινται, στο τέλος της δεύτερης αξιολόγησης, η οποία θα πραγματοποιηθεί, μέσα στο ερχόμενο φθινόπωρο.

Αυτό, που είναι αναμενόμενο, από όλη αυτή την επικείμενη και εν εξελίξει, διαδικασία, δεν είναι άλλο από την παραπέρα πτώση των στοιχείων του εργασιακού κόστους, δια της οποίας οι ξένοι δανειστές και οι εντόπιοι κυβερνητικοί και λοιποί υποτακτικοί τους φιλοδοξούν να επανενεργοποιήσουν και να αποκαταστήσουν την διακοπείσα αυξητική πορεία της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, με την συνέχιση της πτώσης των πραγματικών μισθών και του συνολικού μισθολογικού κόστους.

Όπως φαίνεται, από τον παραπάνω πίνακα, από το 2014 και μετά, έχει σταματήσει η πτώση των μισθών, στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα την συντήρηση της μειωμένης ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και την επαναφορά καθόλου ασήμαντων αρνητικών συγκριτικών αποκλίσεων, σε σχέση με τις λοιπές οικονομίες της ευρωζώνης, της Ε.Ε. και των οικονομιών των λοιπών ανταγωνιστριών χωρών, αφού το χάσμα της μειωμένης συγκριτικής ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, όσον αφορά τις χώρες αυτές, παραμένει στάσιμο, κατά την διετία 2014 - 2015, αφού οι κυβερνήσεις των σαμαροβενιζέλων και του Αλέξη Τσίπρα δεν μπόρεσαν και δεν θέλησαν, λόγω του εκλογικού κύκλου, να προχωρήσουν, στην συνέχιση της πτώσης του μισθωτικού κόστους, η οποία αποτελεί το "βαρύ όπλο" και είναι το κυρίαρχο και πρωταρχικό μνημονιακό πρόγραμμα, που το σύνολο των δανειστών επιθυμεί να εφαρμοστεί, θέτοντας όλα τα άλλα, σε μια δεύτερη και ως εκ τούτου, υποδεέστερη και παρακολουθηματική μοίρα. 





Παρενθετικά, πρέπει, εδώ, να επισημάνουμε, ότι το ελληνικό πρόβλημα, έτσι όπως αυτό έχει διαμορφωθεί, στην Ε.Ε. και στην ευρωζώνη, αντιμετωπίστηκε και έπαιξε τον ρόλο του, στο πρόσφατο δημοψήφισμα, που έγινε, στην Βρετανία. Οι τραγικές λεπτομέρειες και τα αποκρουστικά δεδομένα του προβλήματος αυτού, με την ραγδαία φτωχοποίηση της ελληνικής κοινωνίας έκαναν τον γύρο της Βρετανίας, όπως φαίνεται, παραπάνω, από την ευρέως διαδεδομένη αφίσα, που κολλήθηκε στις στάσεις των μέσων μαζικής μεταφοράς, στο Λονδίνο και στις άλλες πόλεις της βρετανικής επικράτειας. Η αφίσα αυτή περιείχε, με όλες τους τις λεπτομέρειες, τα καταστροφικά οικονομικά και κοινωνικά στοιχεία, που περιγράφουν την ελληνική πραγματικότητα, όπως αυτή διαμορφώθηκε, υπό το καθεστώς των τριών Μνημονίων. Αυτή η λεπτομερειακή επαφή του βρετανικού εκλογικού σώματος, με τα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας και την θεμελιακή καταστροφή, που υπέστη η ελληνική κοινωνία, είναι σαφές ότι έπαιξε τον ρόλο της, στο τελικό αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος της 23/6/2016. Αυτός ο ρόλος μπορεί να μην υπήρξε καθοριστικός, ως προς την νίκη των οπαδών του Brexit, αλλά είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να αγνοηθεί, αφού, μαζύ με όλα τα υπόλοιπα δεδομένα, είχε την δική του συνεισφορά, η οποία, προφανώς, δεν υπήρξε, συνδυαστικά, αμελητέα. Κάθε άλλο...

Αλλά, πέρα από την όποια επιρροή της καταθλιπτικής ελληνικής πραγματικότητας, στο βρετανικό δημοψήφισμα, πρέπει να πούμε, επανερχόμενοι, στην εσωτερική κατάσταση της χώρας μας, ότι η ουσία της όλης υπόθεσης των καταγιστικών και εξουθενωτικών "μεταρρυθμίσεων", που έχουν επιβληθεί, με την αλληλοδιαδοχή των Μνημονίων, από το 2010, έως σήμερα, εντοπίζεται στην αναποτελεσματικότητά τους.

Με δεδομένο, αυτό, που παραπάνω περιγράψαμε, ως προς την πρωτοκαθεδρική επιδίωξη της συντριβής του μισθωτικού κόστους, που εμπεριέχουν οι πολιτικές, που επέβαλαν οι ξένοι δανειστές, όσο παράλογο και αν ακούγεται,  αυτό, που συμβαίνει, είναι ότι, τελικά, οι αποδοχές των εργαζομένων, στα πλαίσια της ελληνικής οικονομίας, πέφτουν, ραγδαία, αλλά, παρ' όλ' αυτά, το κόστος εργασίας, είτε παραμένει στάσιμο, είτε αυξάνεται.

Στην πραγματικότητα, αυτό, που συμβαίνει, δεν έχει καμμία σχέση, με την συνήθη μίζερη μεμψιμοιρία των φανατικών οπαδών και διαπρύσιων απολογητών του σύγχρονου "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", η οποία εξαντλείται, στον επαναλαμβανόμενο δογματισμό του εξωπραγματικού αποφθέγματος, το οποίο ευρισκόμενο και εξαντλούμενο, στα όρια της αυτοπαρηγορητικής παραμυθίας, αρέσκεται να διατυμπανίζει την διαδεδομένη "διαπίστωση" ότι οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις, από εκείνη του ΓΑΠ, μέχρι και τις δύο τελευταίες των σαμαροβενιζέλων και του Αλέξη Τσίπρα δεν προώθησαν και δεν υλοποίησαν τις μεταρρυθμίσεις των Μνημονίων.

Αντιθέτως, οι "ελληνικές κυβερνήσεις" και προώθησαν και εφάρμοσαν τις "μεταρρυθμίσεις", που προέβλεπαν τα Μνημόνια, το ίδιο, όπως η Πορτογαλία και ακόμη καλύτερα, από την Ιρλανδία. Έτσι, αυτό, που, στην πράξη, συνέβη, είναι ότι, κατά την περίοδο 2010 - 2014, η ελληνική οικονομία και κοινωνία εμφανίζει, σύμφωνα, με την πρόσφατη έκθεση του Ο.Ο.Σ.Α. "καλύτερο" δείκτη "μεταρρυθμίσεων", από την Ιρλανδία. Στην Ελλάδα, με άριστα το 1, ο σχετικός δείκτης φθάνει το 0,81, την ίδια στιγμή, που, στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο δείκτης αυτός αγγίζει το 0,48 και ενώ η Ιρλανδία έχει τον ίδιο δείκτη, στο 0,62.  

Το (τραγικό) αστείο, στην όλη υπόθεση των εργασιακών "μεταρρυθμίσεων", τις οποίες οι ξένοι δανειστές, στα πλαίσια της δεύτερης αξιολόγησης του 3ου Μνημονίου, ωθούν την κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, να εφαρμόσει, είναι ότι ο "μεταρρυθμιστικός" οίστρος των ελληνικών κυβερνήσεων δεν υπήρξε καθόλου μικρός, αφού ο δείκτης της νομοθετικής προστασίας της εργασίας, στην Ελλάδα, έπεσε, από το 2,8 που ήταν το 2008, στο 2,1 φθάνοντας, περίπου, στα μέσα επίπεδα των χωρών του Ο.Ο.Σ.Α, τα οποία, τώρα, βρίσκονται, στο 2.

Εννοείται, βέβαια, ότι ο δείκτης αυτός θα πέσει, ακόμη περισσότερο, αφού, τελικά, η παρούσα κυβέρνηση της αριστεροδεξιάς θα ψηφίσει τα μέτρα απελευθέρωσης της αγοράς εργασίας, που απαιτούν και θα επιβάλουν οι ξένοι δανειστές.

Παρ' ολ' αυτά, οι "μεταρρυθμίσεις" αυτές δεν αποδίδουν.

Και αυτό δεν είναι καθόλου περίεργο. Μπορεί οι εραστές των Μνημονίων να έχουν φθάσει, πλέον, να προσδιορίζουν, ως αιτία της αναποτελεσματικότητας των "μεταρρυθμίσεων", τον χαμηλότερο δείκτη εφαρμογής των Μνημονίων, στον τομέα των ολιγοπωλίων, που έχουν διαμορφωθεί, στις αγορές των προϊόντων και της συναφούς επιχειρηματικής δραστηριότητας, όπως επίσης (σταθερά) και στις αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης, αλλά δεν βρίσκεται, εκεί, η ουσία του προβλήματος, που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία.

Έτσι, το εμφανιζόμενο, ως ποσοστό των συνολικών μεταρρυθμίσεων, στην Ελλάδα, το οποίο έχει μετρηθεί, στα επίπεδα του 70% (έναντι του 98% στην Πορτογαλία και του 97%, στην Ιρλανδία), δεν είναι καθόλου μικρό. Είναι πάρα πολύ μεγάλο και φυσικά, η όποια υπάρχουσα απόκλιση πλησίον των μεγεθών, που παρουσιάζονται, από τους φιλομνημονιακούς μελετητές, δεν δικαιολογεί αυτό το μέγεθος της καταστροφής, που έχει υποστεί η ελληνική οικονομία, η οποία δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι έχει χάσει, κατά την διάρκεια της τελευταίας εξαετίας, πάνω από το 25% του ΑΕΠ της. 

Όπως, ακριβώς, δεν ήσαν τα επίπεδα των μισθών υπεύθυνα, για την τεράστια ζημιά, που έχει υποστεί η ελληνική οικονομία, έτσι ακριβώς και για τους ανάλογους λόγους, δεν είναι η "στρέβλωση της αγοράς", από τα ολιγοπώλια, που έχει καταστρέψει την ελληνική οικονομία. Τα "υψηλά" επίπεδα των μισθών και οι "υψηλές" τιμές, ως αποτέλεσμα της ύπαρξης των ολιγοπωλίων αποτελούν δομικά στοιχεία των σύγχρονων καπιταλιστικών οικονομιών και δεν βρίσκεται, σε αυτά τα μεγέθη, η αιτία της σύγχρονης κρίσης της ευρωζώνης και του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού. 

Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι ύπαρξη των σύγχρονων ολιγοπωλίων και των όποιων ομάδων ταξικής και κοινωνικής πιέσεως, παίζουν τον όποιο αρνητικό ρόλο τους, στον σύγχρονο γραφειοκρατικό καπιταλισμό, αλλά αυτός ο ρόλος και τα αρνητικά αποτελέσματά του δεν δικαιολογούν την παρούσα καταστροφή, που έχει υποστεί και εξακολουθεί να υφίσταται η ελληνική οικονομία. 

Για τον λόγο αυτόν, είναι απαραίτητο και απολύτως, χρήσιμο, να επανέλθουμε, στον αρχικό πίνακα, ο οποίος δείχνει, πολύ παραστατικά, αυτό που έχει προκύψει, στο ελληνικό μισθωτικό κόστος, ως αποτέλεσμα της αλλαγής της νομισματικής μονάδας της χώρας μας, με την αντικατάσταση της μαλακής δραχμής, από το σκληρό ευρώ. 

Αυτό, που, αβίαστα και χωρίς περιστροφές, προκύπτει, από τον πίνακα αυτόν, ο οποίος μετράει το μισθωτικό κόστος, στην Ελλάδα, στην Γερμανία και στην Ισπανία, από το 2001, έως το 2015, είναι ότι το ελληνικό μισθωτικό κόστος (όπως και το ισπανικό) δεν μπορούσε να μείνει αλώβητο και χωρίς δραστικές περικοπές, μέσα στα πλαίσια του κοινού νομίσματος των χωρών της ζώνης του ευρώ. Η ίδια η ένταξη της ελληνικής οικονομίας, στην ευρωζώνη, το 2002, έθεσε τα θεμέλια της ραγδαίας συρρίκνωσης του ονομαστικού κόστους των μισθών, απλώς και μόνον, εξ αιτίας της τεράστιας απόκλισης του μισθωτικού κόστους, ανάμεσα στην Ελλάδα και την Γερμανία.

Αποτέλεσμα αυτής της δεδομένης και κεκτημένης ανισομέρειας ήταν η συναφής ραγδαία απώλεια της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, η οποία, πλέον, από το 2002, λόγω της άρρηκτης και συνεχούς διασύνδεσης των δύο οικονομιών (όπως και των άλλων χωρών της ευρωζώνης), μέσω του ευρώ, ως κοινού νομίσματος, δεν είχε καμμία άλλη δυνατότητα να προσαρμοσθεί, στην πολιτική των μακρόσυρτων και επίμονα, εξακολουθητικών παγωμένων μισθών, που ακολούθησε όλα αυτά τα χρόνια, προ της κρίσης, η γερμανική ελίτ. 

Αυτό, που ήταν δεδομένο ότι, υποχρεωτικά, θα συνέβαινε, δεν ήταν άλλο, από το ότι και η ελληνική οικονομία, αργά, ή γρήγορα, θα προσαρμοζόταν και αυτή, σε μια αντίστοιχη - με την γερμανική - πολιτική, που θα οδηγούσε, στην συρρίκνωση του ελληνικού μισθωτικού κόστους. Και επίσης, δεδομένο ήταν ότι αυτή η συρρίκνωση θα ήταν τεράστια, έως ιλιγγιώδης, εξ αιτίας της, ήδη υφιστάμενης χαοτικής απόκλισης ανάμεσα στα μισθωτικά κόστη της Ελλάδας και της Γερμανίας, όπως, επίσης και στα αντίστοιχα μισθωτικά κόστη όλων των άλλων χωρών της ευρωζώνης.

Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι η έναρξη αυτής της σαρωτικής μειωτικής διαδικασίας, όσον αφορά την προσαρμογή του ελληνικού μισθωτικού κόστους, στα δεδομένα της ευρωζώνης, άργησε. Και μάλιστα, άργησε πολύ, αφού έπρεπε να προκύψει η αμερικανική χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η οποία πήρε γιγαντιαίες διαστάσεις και, αστραπιαία, μετασχηματίστηκε, σε μια βαθύτατη και χρονικά, επίμονη παγκόσμια ύφεση και στην συνέχεια αυτός ο τοξικός οικονομικός συνδυασμός να εσωτερικευθεί, με πολλαπλάσια τοξικότητα, στην χαοτική ευρωπαϊκή νομισματική ένωση. Όμως, τελικά, ήλθε και σάρωσε την ελληνική οικονομία και κοινωνία.

Στα πλαίσια της ευρωζώνης, δεν θα μπορούσε να συμβεί κάτι διαφορετικό. Και όχι μόνον, αυτό, αφού, εντός της ευρωζώνης, αυτή η καταιγιστική συρρίκνωση του ελληνικού μισθωτικού κόστους ήταν δεδομένο ότι θα είχε τεράστιες παράπλευρες καταστροφικές επιπτώσεις, στο σύνολο της ελληνικής παραγωγής και συνακόλουθα, της οικονομίας της χώρας μας.

Έτσι, στα πλαίσια της λειτουργίας των κανόνων της ευρωζώνης, ως μιας νομισματικής ένωσης, η καταστροφή, που επακολούθησε, προέκυψε από την ίδια την δυναμική της συρρίκνωσης του μισθωτικού κόστους, αφού, σε μια οικονομία, που, κατά βάση, λειτουργεί η μικρή και μεσαία παραγωγή, στηριζόμενη, στην εσωτερική ζήτηση, η ραγδαία πτώση των μισθών, ήταν αναμενόμενο να συμπαρασύρει, πολλαπλασιαστικά, στην πτώση και την μεγίστη πλειοψηφία της εντόπιας παραγωγής.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ελληνική παραγωγική δραστηριότητα ήταν και είναι προσανατολισμένη στα εισοδήματα, που απευθύνονταν στην εσωτερική κατανάλωση, αποφασιστικό τμήμα της οποίας, πάντοτε, αποτελούσαν τα εισοδήματα εκ της μισθωτής εργασίας και οι ευμεγέθεις κρατικές δαπάνες, των οποίων ο ρόλος υπήρξε κρίσιμος και συνάμα σταθεροποιητικός, για το σύνολο της οικονομίας και αποτρεπτικός, ως προς την εμφάνιση των κλασικών υφεσιακών κύκλων, στην ελληνική οικονομική δραστηριότητα.

Ως εκ τούτου, η σάρωση του μισθωτικού κόστους και η ραγδαία πτώση των μισθών, των συντάξεων και των αντίστοιχων εισοδημάτων, εξ εργασίας, που περιέρχονται, στην κατοχή του πληθυσμού της χώρας, κτύπησε, καίρια και αποφασιστικά, το σύνολο, σχεδόν, της εντόπιας παραγωγής και ιδίως εκείνη των μικρών και μεσαίων ατομικών και εταιρικών παραγωγών, ωθώντας τους, στην επίταση του παραδοσιακού φαινομένου της φοροδιαφυγής, η οποία είναι ένα σύνηθες φαινόμενο, στον χώρο των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες, όπως είναι γνωστό, αποτελούν την ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας.

Έτσι, το κυρίαρχο πρόβλημα των παγωμένων γερμανικών μισθών, που πυροδότησε όλο αυτόν τον φαύλο καθοδικό κύκλο, με αφορμή την εσωτερίκευση της διεθνούς κρίσης, στην ευρωζώνη, οδήγησε σε αδιέξοδο την ελληνική οικονομία - όπως επίσης και τις οικονομίες των πλείστων χωρών της ευρωζώνης -, υποχρεώνοντάς την, με αφορμή την μεθοδευμένη ελληνική κρατική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010, να εισέλθει, στο ιλιγγιώδες καταστροφικό σπιράλ της διαρκούς συρρίκνωσης του εντόπιου μισθωτικού κόστους, προκειμένου να επιτευχθεί ένα επίπεδο ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, το οποίο η ίδια, ως οικονομία λειτουργούσα, κατά βάση και απευθυνόμενη στην εσωτερική ζήτηση και με ένα μεγάλο τομέα μη εμπορεύσιμων αγαθών, στις διεθνείς αγορές, δεν το χρειαζόταν και φυσικά, εξακολουθεί να μην το χρειάζεται.
 

Από αυτή την κυρίαρχη λογική των τριών Μνημονίων, που συγκεκριμενοποιείται, στη αντίληψη ότι η Ελλάδα θα γίνει ανταγωνιστική μέσα από την συνθλιπτική πτώση των μισθών και η οποία αντίληψη καθιστά όλα τα άλλα, που αφορούν την δημοσιονομική διαχείριση, καθώς και το σύνολο των άλλων "μεταρρυθμίσεων" δευτερεύοντα και ασήμαντα, είναι που πρέπει, τάχιστα, να απομακρυνθεί η ελληνική οικονομία.

Αλλά, για να απομακρυνθεί η χώρα από αυτόν τον σκληρό πυρήνα του σύγχρονου "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", που καταρρέει, είναι απαραίτητο, ή το ευρώ να ευτελισθεί και να μοιρασθούν τεράστιες ποσότητές του, στον πληθυσμό, με γοργές διαδικασίες, προκειμένου να αποκατασταθεί η καταρρεύσασα και συνεχώς, καταρρέουσα εσωτερική ζήτηση, ή η Ελλάδα να επιστρέψει, σε ένα νέο εθνικό νόμισμα.

Όμως, ο ευτελισμός του ευρώ έχει ως προαπαιτούμενο την καταστροφή της ευρωζώνης, ως νομισματικής ένωσης. Για να λειτουργήσει ένα τέτοιο σενάριο, στην πράξη, είναι απαραίτητο να ταφεί η ίδια η ευρωζώνη και να παύσει να λειτουργεί, ως νομισματική ένωση, μετατρεπόμενη σε ένα κρατικό ομοσπονδιακό σχήμα, με κεντρική κυβέρνηση.

Δυστυχώς, αυτόν τον μετασχηματισμό της ευρωζώνης, σε μια πραγματική ευρωπαϊκή ομοσπονδία, είναι που αντιστρατεύονται οι ευρωπαϊκές ελίτ, με προεξάρχουσα την τεχνοδομή και τους παλαιούς καπιταλιστές των τεράστιων εξαγωγικών και χρηματοπιστωτικών ελίτ της Γερμανίας, που, στο σύνολό τους, έχουν προσανατολισθεί, στην υπεράσπιση των άμεσων συμφερόντων τους, έτσι, όπως αυτές οι κυρίαρχες συνεκτικές ομάδες αντιλαμβάνονται τα συμφέροντά τους αυτά.

Με αυτά τα δεδομένα, η έξοδος από το ευρώ και την ζώνη του, όπως, ίσως και από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία έβλαψε, καθοριστικά, την ελληνική οικονομία, είναι η μόνη ορατή λύση, στα αδιέξοδα, στα οποία έχει εμπλακεί, λόγω της απύθμενης ηλιθιότητας των εντόπιων "ευρωπαϊστικών" ελίτ, ο ελληνικός πληθυσμός.

Αλλά για να συμβεί κάτι τέτοιο, απαιτείται σοβαρή, μελετημένη και αποφασισμένη ηγεσία. Μια τέτοια ηγεσία, επί του παρόντος, δεν υπάρχει. Ή, έστω, δεν φαίνεται να υπάρχει.

Και αυτό είναι το πρόβλημα, διότι, ενώ η παρούσα ψοφοδεής και ανίκανη ηγεσία των εντόπιων "ευρωπαϊστών" της κακιάς ώρας δεν μπορεί και πολύ περισσότερο, δεν επιθυμεί την έξοδο από την ευρωζώνη, από την άλλη πλευρά, δεν έχει εμφανισθεί ο αντικαταστάτης αυτής της παραζαλισμένης ηγεσίας.

Ένας αντικαταστάτης, ο οποίος θα πάρει από το χέρι και θα οδηγήσει την ελληνική κοινωνία, στην έξοδο από το ευρώ και την ζώνη του, την ίδια στιγμή, που αυτή η έξοδος καθίσταται μια, περίπου, απόλυτη αναγκαιότητα...


Δεν υπάρχουν σχόλια: