Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

5/1/1945 - 12/2/1945 - 24/3/1945 : Η αποχώρηση του ΕΛΑΣ, από την Αθήνα, η Συμφωνία της Βάρκιζας, ο παραπειστικός "αφοπλισμός" του ΕΛΑΣ και οι αυταπάτες του Άρη Βελουχιώτη. (Ανασκόπηση μιας πολυαίμακτης περιόδου, κατά την οποία διακυβεύτηκε η πολιτική και η εδαφική ενότητα της Ελλάδας).


12/2/1945 : Η Συμφωνία της Βάρκιζας έχει, μόλις υπογραφεί. Στην αναμνηστική φωτογραφία, εικονίζονται, ανάμεσα, σε άλλους, ο Στέφανος Σαράφης, ο Γιώργης Σιάντος,  ο Ηλίας Τσιριμώκος, ο Ιωάννης Σοφιανόπουλος, ο Μιχάλης Μπαρούτσος και ο Μήτσος Παρτσαλίδης. (Πίσω, βρίσκεται ο Παυσανίας Κατσώτας και ακόμη, πιο πίσω, ο νεαρός με τον μπερέ, τα γυαλιά και το μικρό μουστάκι, είναι ο Λεωνίδας Κύρκος).



Καθώς οι δεκαετίες περνούν και ενώ έχουν, ήδη συμπληρωθεί 71 χρόνια, από την καθοριστική Συμφωνία της Βάρκιζας, η υπαγορευμένη, μεθοδευμένη και εξαναγκαστική υπογραφή της, από τον - απόντος του Νίκου Ζαχαριάδη - γενικό γραμματέα του Κ.Κ.Ε. Γιώργη Σιάντο και την λοιπή ηγεσία του κόμματος των Ελλήνων σταλινικών, δεν έχει παύσει να προβληματίζει και κυριολεκτικά, να στοιχειώνει τον χώρο της ελληνικής κομμουνιστικής και κομμουνιστογενούς αριστεράς. Και όχι, μόνο, αυτής, αλλά και ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας, αφού οι μνήμες του ελληνικού εμφυλίου πολέμου δεν έχουν σβήσει, παρά το γεγονός ότι έχουν σωρευθεί μεγάλες ποσότητες, από την σκόνη του χρόνου, που απαιτούνται, για να ξεθωριάσει η αιματηρή αλληλουχία των γεγονότων της δεκαετίας του 1940, που ακολούθησαν την τριπλή ξενική Κατοχή.

Μπορεί να φαίνεται ότι είναι, αλλά δεν είναι παράξενη αυτή η εξέλιξη. Η ελληνική κομμουνιστική αριστερά, μέσα από την ήττα της και μέσα από την πλήρη στρατιωτική νίκη και την επικράτηση των αντιπάλων της, που συνέθεσαν τον μεταπολεμικό ελληνικό αστισμό, μπόρεσε να κατακτήσει ένα ηθικό πλεονέκτημα, το οποίο συγκροτήθηκε, από το γεγονός ότι, τελικά, δεν κυβέρνησε αυτόν τον τόπο και δεν δοκιμάστηκαν, ούτε οι (εφαρμοσμένες, στο στρατόπεδο του "υπαρκτού σοσιαλισμού") ιδέες της, ούτε η ίδια, ως διαχειριστής της εξουσίας.

Οι περιστάσεις του εμφυλίου πολέμου, της περιόδου 1946 - 1949, έθεσαν το Κ.Κ.Ε. και την κομμουνιστική ιδεολογία, εκτός νόμου, για μια μακρά περίοδο, ενώ τα πολιτικά σχήματα, που θέλησαν, με τις ευλογίες της Κομινφόρμ και του Νίκου Ζαχαριάδη, αλλά και των μεταζαχαριαδιών ηγεσιών του Κ.Κ.Ε., να υποκαταστήσουν το κόμμα αυτό, στην ελληνική πολιτική σκηνή, με κυρίαρχη την Ε.Δ.Α., δεν μπόρεσαν και δεν τους επετράπη να ασκήσουν κυβερνητική εξουσία, κατά την περίοδο της κολοβομένης δημοκρατίας και της δικτατορίας των συνταγματαρχών.

Βέβαια, αυτό το "ηθικό πλεονέκτημα" της ελληνικής κομμουνιστικής αριστεράς οδηγείται, στην γοργή και περίπου, πλήρη αποδόμησή του, τώρα, που  ο ΣΥΡΙΖΑ, ως μια παραληρηματική, πτωματική και σάπια εκδοχή του παρακμιακού ελληνικού σταλινισμού ασκεί κυβερνητική εξουσία και εφαρμόζει, περίπου, πλήρως, έχοντας εγκολπωθεί, το πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό πρόγραμμα των πιο ακραίων νεοσυντηρητικών κύκλων του ευρωπαϊκού και του ελληνικού μπατιροτραπεζοκρατικού γραφειοκρατικού αστισμού, αλλά αυτή η διαδικασία, ευρισκόμενη, κυριολεκτικά, εν εξελίξει, απέχει αρκετά, από το να ολοκληρώσει την πορεία της.

Ως εκ τούτου, οι παλαιές παραμυθίες της ελληνικής κομμουνιστικής αριστεράς, οι οποίες έχουν δομηθεί πάνω, σε μια λογικοφανή συλλογιστική, η οποία στηρίζεται, σε ιστοριογραφικές αφηγήσεις, που αναπτύσσονται και εξελίσσονται, σε σενάρια "λαθολογίας" και "προδοσίας" της ηγεσίας Κ.Κ.Ε. και θρηνούν για τον "χαμένο παράδεισο", μπορούν, ακόμη, να προσελκύουν την προσοχή ενός, εντυπωσιακά, μεγάλου κοινού.  

Βέβαια, αυτός ο "χαμένος παράδεισος" ήταν ανύπαρκτος, σε κάθε του εκδοχή, είτε εάν τον ταυτίσουμε, με τα καθεστώτα του "υπαρκτού σοσιαλισμού", είτε αν τον αντιστοιχίσουμε, με το όραμα ενός κάποιου απροσδιόριστου, ως προς το περιεχόμενό του, "αυθεντικού σοσιαλισμού", αλλά, στην Ιστορία, δεν είναι αυτό, που μετράει, στον βαθμό, που η στρατιωτική ήττα μιας πολιτικής παράταξης, ιστορικά, αφήνει, εκ των πραγμάτων, κενά, στην ιστορική αφήγηση, ως προς το τί θα συνέβαινε, εάν αυτή η ήττα δεν είχε πραγματοποιηθεί και εάν είχε αντικατασταθεί, από την νίκη των ηττημένων και την ήττα των νικητών.




Κάπως έτσι έχει επιβιώσει, επιδεικνύοντας, εκπληκτικές, ομολογουμένως, αντοχές και η υπόθεση της Συμφωνίας της Βάρκιζας, που υπέγραψαν η ηγεσία του ζαχαριαδοσταλινικού Κ.Κ.Ε., και η ελληνική κυβέρνηση, κάτω από την καθοδήγηση της Βρετανίας του Winston Churchill και της "Σοβιετικής Ένωσης" του Ιωσήφ Στάλιν, στις 12 Φεβρουαρίου 1945, ύστερα, από την πρόωρη και καθοδηγημένη ήττα του ΕΛΑΣ, στην Μάχη των Αθηνών και την σχεδιασμένη, οργανωμένη και συμφωνημένη αποχώρηση των στρατιωτικών τμημάτων του ΕΛΑΣ, από την περιοχή της πρωτεύουσας, της Αττικής, αλλά και άλλων περιοχών της ελληνικής επικράτειας, όπως φαίνεται, από τον παραπάνω χάρτη, ο οποίος περιγράφει την αρχική συμφωνία, για την ανακωχή και την προκαταρκτική μοιρασιά των εδαφών, στις 11 Ιανουαρίου 1945, ανάμεσα, στις δυνάμεις των Βρετανών και της ελληνικής κυβέρνησης, από την μία πλευρά και του ΕΛΑΣ, από την άλλη. Στον χάρτη αυτόν, οι περιοχές, με το λευκό χρώμα απεικονίζουν τα διοικητικά όρια της κυβέρνησης των Αθηνών και οι περιοχές, με τις αδρές μαύρες και άσπρες γραμμές απεικονίζουν τα διοικητικά όρια του ΕΛΑΣ.

Αυτή την αρχική συμφωνία της 11/1/1945, η οποία ουσιαστικά, κατέγραφε την διάσπαση  της Ελλάδας και την δημιουργία δύο κρατών, ήλθε να αντικαταστήσει η Συμφωνία της Βάρκιζας, με την οποία τερματίστηκε αυτή η πρώιμη εδαφική, πολιτική και διοικητική διαίρεση της χώρας και ουσιαστικά, αποκαταστάθηκε η ενότητά της, υπό την εξουσία μιας φιλοβρετανικής κυβέρνησης, με την πλήρη συμφωνία της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε. και του Ε.Α.Μ.

Αυτό το σκέλος της συμφωνίας, για την αποκατάσταση της εδαφικής ενότητας της Ελλάδας και η, εν συνεχεία, υλοποίηση αυτής της συμφωνίας, που κατέστησε, την χώρα, πραγματικά ενιαία, στην πραγματικότητα, έχει, απείρως, μεγαλύτερη σημασία, από όλες τις άλλες πτυχές της Συμφωνίας της Βάρκιζας, αφού, με αυτόν τον τρόπο, αποδιοργανώθηκε, γρήγορα και περίπου, πλήρως, το, εκ των πραγμάτων, υπαρκτό κράτος του Κ.Κ.Ε., το οποίο ήταν, απολύτως λειτουργικό και ασκούσε πλήρη εξουσία, στην μεγίστη πλειοψηφία των εδαφών και των πληθυσμών της ελληνικής επικράτειας, αμέσως, μετά την Απελευθέρωση, αλλά και μετά την, όπως πολλές φορές έχουμε πει
[ενδεικτικά δείτε το δημοσίευμά μου, σε αυτό εδώ το μπολγκ, με τίτλο : Δεκέμβρης 1944 : Η πολιτική διαχείριση των μαχών στην Αθήνα και η ήττα του ΕΛΑΣ. (Το παραμύθι του Στάλιν που έβγαλε "εκτός γραμμής" του ΚΚΣΕ την καθοδήγηση Δημητρώφ στον Σιάντο)! ], πρόωρη και μεθοδευμένη ήττα του ΕΛΑΣ, στην Μάχη των Αθηνών, κατά την περίοδο 3/12/1944 - 5/1/1945, η οποία είναι γνωστή, με το προσωνύμιο "Δεκεμβριανά" και άφησε πίσω της, πάνω από 20.000 νεκρούς, εκ των οποίων οι πλείστοι ήσαν άμαχοι και οι περισσότεροι, εξ αυτών, υπήρξαν θύματα πολιτικών εκκαθαρίσεων, κ
υρίως, από την ΟΠΛΑ, ή προσωπικών αντεκδικήσεων.

Αν και έχει δοθεί μεγάλη βαρύτητα, στην όποια παράδοση του οπλισμού του ΕΛΑΣ, η σκληρή, για την ελληνική κομμουνιστική αριστερά, αλήθεια είναι ότι αυτή η παράδοση των όπλων έχει πολύ μικρότερη σημασία, από αυτή, που της αποδίδεται. Και τούτο διότι, η ουσία της Συμφωνίας της Βάρκιζας βρίσκεται στην αποκατάσταση της εδαφικής ενότητας της χώρας και στην σύστοιχη, αν και σε κάθε περίπτωση, δύσκολη αποκατάσταση της κυριαρχίας του κράτους του παραδοσιακού αστισμού, δηλαδή των νικητών του Δεκέμβρη.

Αυτό το κράτος δεν μπορούσε, υπό αυτές τις συνθήκες, να είναι άλλο, από αυτό, που, τελικά, οικοδομήθηκε.  Ήταν, δηλαδή, ένα κράτος, υπό την κυριαρχία των Βρετανών, το οποίο αποκαθιστούσε την κυριαρχία του, με την συμφωνία του Ιωσήφ Στάλιν, στα πλαίσια μιας ευρύτερης συμφωνίας, η οποία επιτεύχθηκε, στην Γιάλτα και δια της οποίας ο Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς και η "σοβιετική" ηγεσία, κατοχύρωσαν την κυριαρχία τους, στην ανατολική Ευρώπη, μαζύ με την νεοπαγή κομμουνιστική γραφειοκρατία των χωρών αυτής της περιοχής, αποκτώντας την δυνατότητα να οικοδομήσουν το, μετέπειτα, αποκληθέν "σοσιαλιστικό στρατόπεδο".

Ως εκ τούτου, η όποια παράδοση των όπλων, από τον ΕΛΑΣ είχε πολύ μικρότερη σημασία, από την αποκατάσταση της εδαφικής ενότητας και συνέχειας της ελληνικής επικράτειας. Και φυσικά,  αυτή η παράδοση του όποιου οπλισμού των στρατιωτικών δυνάμεων του ΕΛΑΣ είχε ακόμη μικρότερη σημασία, από την αποκατάσταση της ισχύος του παραδοσιακού αστικού κράτους και την εξαφάνιση του κράτους του Ε.Α.Μ. και του Κ.Κ.Ε., στην οποία προέβη, σε εθελούσια βάση, η ηγεσία του κόμματος των Ελλήνων σταλινικών.






Ακόμη περισσότερο, στερείται σημασίας η παράδοση των όποιων όπλων του ΕΛΑΣ, επειδή αυτή η παράδοση είχε έναν επικοινωνιακό, εικονικό και ως εκ τούτου, παραπειστικό χαρακτήρα, αφού η ηγεσία του Κ.Κ.Ε., επέλεξε και διέταξε τα ένοπλα τμήματα του ΕΛΑΣ (με την - γνωστή, πλέον - μυστική τηλεγραφική εντολή του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, της 31ης Ιανουαρίου 1945, που έχει υπογραφεί, από τον Άρη Βελουχιώτη) να αποκρύψουν, μαζικά, την μεγίστη πλειοψηφία του οπλισμού τους, παραδίδοντας κάθε τι το άχρηστο και γενικά ό,τι από τα όπλα αυτά ήταν για τα σκουπίδια,  δύσχρηστο, ή άχρηστο, επιλέγοντας την διενέργεια ενός νέου ένοπλου αγώνα, για την κατάληψη της εξουσίας, σε συνθήκες, οι οποίες θα ήσαν περισσότερο ευνοϊκές, για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Ετσι, όταν, στο τέλος Φεβρουαρίου 1945, υποτίθεται ότι ολοκληρώθηκε, επίσημα, ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ, είχαν παραδοθεί, στους Βρετανούς και στην ελληνική κυβερνηση, 100 πυροβόλα, 210 όλμοι, 420 πολυβόλα, 1.400 οπλοπολυβόλα, 700 αυτόματα και 49.000 τουφέκια και πιστόλια, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία του οπλισμού του ΕΛΑΣ είχε, ήδη, τεθεί, σε απόκρυφα σημεία, σε όλη την επικράτεια και με αυτόν τον οπλισμό, μπορούσε να εξοπλισθεί μια δύναμη, τουλάχιστον, 30.000 μαχητών, όποτε η ηγεσία του Κ.Κ.Ε. θα αποφάσιζε να προχωρήσει, σε έναν νέο ένοπλο αγώνα, κατά του ετοιμόρροπου αστικού καθεστώτος και των Βρετανών.

Όσον αφορά αυτές τις συνθήκες, για τις οποίες γίνεται λόγος και το πότε αυτές θα ήσαν ευνοϊκές, αυτό, που έχει σημασία είναι ότι ο προσδιορισμός τους δεν αφορούσε, τόσο τον ίδιο τον εσωτερικό συσχετισμό δυνάμεων, τον οποίο η ηγεσία του Κ.Κ.Ε., είτε αυτή είχε, ως επί κεφαλής, τον Γιώργη Σιάντο, είτε, από το τέλος Μαΐου του 1945, τον Νίκο Ζαχαριάδη, θεωρούσε ότι ήταν, ούτως, ή άλλως, ευνοϊκός, για την κατάληψη της εξουσίας. Η ηγεσία του Κ.Κ.Ε. ήταν πεισμένη ότι η πλειοψηφία του ελληνικού λαού θα στρεφόταν, με το μέρος της, όταν κάποια στιγμή, θα αποφάσιζε να καταλάβει την εξουσία, με έναν νέο ένοπλο αγώνα. Αυτό το θεωρούσε δεδομένο και βέβαιο.

Ως εκ τούτου, για την ηγεσία του κόμματος των Ελλήνων σταλινικών, ήταν ο εξωτερικός συσχετισμός των δυνάμεων, που θα προσδιόριζε το πότε θα ξεκινούσε και πάλι ο ένοπλος αγώνας, για την κατάληψη της εξουσίας, η αναγκαιότητα του οποίου ήταν δεδομένη, επιβεβλημένη και εκτός συζητήσεως. Έτσι, το μόνο πρόβλημα, που υπήρχε, αφορούσε τον προσδιορισμό και την εκτίμηση της κατάλληλης χρονικής στιγμής, κατά την οποία θα γινόταν πραγματικότητα το ένοπλο εγχείρημα, για την κατάληψη της εξουσίας και τίποτε άλλο.

Όμως, σε μια τέτοιου είδους εκτίμηση, ως προς την καταλληλότητα και την επιλεξιμότητα της χρονικής στιγμής, για την ένοπλη εξέγερση, κατά του παραδοσιακού αστισμού, στην Ελλάδα, η οποία εκτίμηση σχετιζόταν και είχε να κάνει με τον συσχετισμό των δυνάμεων, στο εξωτερικό και ιδίως, στον ευρωπαϊκό χώρο, η ηγεσία του Κ.Κ.Ε. δεν είχε την αρμοδιότητα να προβεί.

Αυτή την αρμοδιότητα την είχαν ο Ιωσήφ Στάλιν και η ηγεσία του Κ.Κ.Σ.Ε., μέσω του γενικού γραμματέα του βουλγαρικού Κ.Κ. και επί κεφαλής του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων του Κ.Κ.Σ.Ε. Γκιόργκυ Δημητρώφ, ο οποίος ήταν εκείνος, που διαβίβαζε την, εκάστοτε, ακολουθητέα γραμμή, στο ελληνικό Κ.Κ. και ο οποίος, όπως έχουμε πολλές φορές πει διαμόρφωσε, ευθύς εξ αρχής, την πολιτικοστρατιωτική τακτική της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε., κατά την διάρκεια του αιματηρού Δεκέμβρη, οδηγώντας την, στην πρόωρη ήττα και στην συμφωνημένη και οργανωμένη αποχώρηση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ, από την Αθήνα, στις 5/1/1945.

Το παρακάτω τηλεγράφημα, που εκφράζει τις απόψεις του Δημητρώφ ("Ο Παππούς"), ήταν χαρακτηριστικό των προθέσεων και των επιθυμιών του ιδίου και του Ιωσήφ Στάλιν, τον οποίο και εκπροσωπούσε, στις επαφές και στην καθοδήγηση των κομμουνιστικών κομμάτων :

«Ο "Παππούς" νομίζει ότι, με την σημερινή διεθνή κατάσταση, η ένοπλη ενίσχυση, προς τους Έλληνες συντρόφους, από έξω, είναι, γενικά αδύνατη. Βοήθεια από μέρους της Βουλγαρίας, ή της Γιουγκοσλαβίας, η οποία θα τους δέσμευε, με το μέρος του ΕΛΑΣ, εναντίον ενόπλων αγγλικών δυνάμεων, σήμερα, λίγο θα βοηθήσει τους Ελληνες συντρόφους, ενώ πάρα πολύ θα μπορούσε να βλάψει την Γιουγκοσλαβία και την Βουλγαρία. Όλα αυτά πρέπει να τα υπολογίζουν οι φίλοι μας οι Έλληνες. Έλληνες και ΕΛΑΣ πρέπει να καθορίσουν τα περαιτέρω βήματά τους, ξεκινώντας από αυτή, ακριβώς, την κατάσταση, όχι ευνοϊκή γι' αυτούς. Δεν πρέπει τραβήξουν σχοινί, αλλά να δείξουν εξαιρετική ευλυγισία και ικανότητα χειρισμών, για να διατηρήσουν, όσον το δυνατόν, τις δυνάμεις τους και να περιμένουν ευνοϊκότερη στιγμή, για την πραγματοποίηση του δημοκρατικού τους προγράμματος. Για το ελληνικό κόμμα, το σπουδαιότερο είναι να μην επιτρέψει να απομονωθεί, από τις μάζες ελληνικού λαού και από τις δημοκρατικές ομάδες, που ανήκουν στο ΕΑΜ. Γιατί ΕΑΜ, ΓΣΕΕ και χωριστές προσωπικότητες ηγέτες δεν απευθύνονται επίσημα στα Συνδικάτα και Εργατικό Κόμμα Αγγλίας, στις αμερικάνικες μαζικές οργανώσεις και Συνδικάτα και κοινή γνώμη εξωτερικού, για να διαφωτίσουν για σκοπούς και χαρακτήρα πάλης τους, για να ξεσκεπάσουν ελληνική αντιδραστική κλίκα και τους καλέσουν ενίσχυσή τους; Αυτό θα έπρεπε να κάνουν, ακατάπαυστα, με όλους δυνατούς τρόπους και μέσα».

Αυτή ήταν η συλλογιστική, που οδήγησε το καθοδηγητικό κέντρο του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, στον ελληνικό συμβιβασμό της 5ης Ιανουαρίου του 1945 και στην ολοκλήρωσή του, που έγινε, στις 12 Φεβρουαρίου 1945, με την Συμφωνία της Βάρκιζας. 

Οι επιλογές αυτές, στις οποίες οι ηγέτες του Κ.Κ.Ε., με πρώτον τον Γιώργη Σιάντο, ως μέλη του Κ.Κ.Σ.Ε., ήσαν υποχρεωμένοι να υπακούσουν, αφού υπάγονταν στην ιεραρχική εξουσιαστική δομή του "σοβιετικού" κόμματος, ήσαν, καθαρά, πολιτικές και δεν αντιστοιχούσαν, στο επίπεδο των στρατιωτικών συσχετισμών, στα πεδία των μαχών, που είχαν λάβει χώρα, στα ελληνικά εδάφη, ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τους Βρετανούς, από την μια πλευρά και τον ΕΛΑΣ, από την άλλη.

Η πραγματικότητα είναι ότι ο ΕΛΑΣ, στην Αθήνα, δεν αποχώρησε, επειδή είχε ηττηθεί, στα πεδία των μαχών, ενώ, μάλιστα, ο κύριος όγκος των δυνάμεών του δεν είχε πάρει μέρος, στην Μάχη των Αθηνών, τον Δεκέμβρη και είχε παραμείνει ανέπαφος. Επρόκειτο, ουσιαστικά, για τις πιο ετοιμοπόλεμες και εμπειροπόλεμες δυνάμεις του. Αλλά με δεδομένη την κυριαρχία του ΕΛΑΣ, σε όλη την χώρα, εάν οι μάχες συνεχίζονταν, έξω από την Αθήνα, οι βρετανικές δυνάμεις δεν είχαν την δυνατότητα να αντιμετωπίσουν τον ΕΛΑΣ, παρά, μόνο, εάν ο Winston Churchill αποφάσιζε να φέρει, στα ελληνικά εδάφη πολλαπλάσιες στρατιωτικές δυνάμεις, τις οποίες δεν είχε διαθέσιμες, με δεδομένο το γεγονός ότι η ναζιστική Γερμανία, ακόμη, αντιστεκόταν. Αλλά και αν έβρισκε και έφερνε τέτοιες δυνάμεις, δεν θα μπορούσε να διεξαγάγει έναν μακρύ πόλεμο, σε όλη την χώρα, αφού ο τακτικός στρατός του ΕΛΑΣ, θα διεξήγαγε έναν φθοροποιό ανταρτοπόλεμο, τον οποίο η Βρετανία δεν θα μπορούσε να αντέξει. 

Ο ΕΛΑΣ είχε και το έμψυχο δυναμικό και τον απαραίτητο οπλισμό και τις χρειαζούμενες ποσότητες τροφίμων, για έναν μακρύ πόλεμο, κατά των Βρετανών και του κυβερνητικού στρατού, ο οποίος ήταν υπονομευμένος και ουσιαστικά, αμελητέος. Οι σχετικές διαταγές είχαν δοθεί και τον Φεβρουάριο του 1945, ήδη, από τις αρχές του μήνα αυτού, ήταν έτοιμος, για να προβεί, σε οποιαδήποτε ένοπλη σύρραξη και να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια των εχθρών του.

Εννοείται, βέβαια, ότι οι Βρετανοί γνώριζαν και τις δικές τους περιορισμένες δυνατότητες, όπως, επίσης και τις δυνατότητες του  ΕΛΑΣ να κάνει πόλεμο έξω από την Αθήνα, αφού ο στρατάρχης Harold Alexander, ως ανώτατος διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων στη Μεσόγειο, κατά την περίοδο 1944 - 1945,  στις 21 Δεκεμβρίου 1944, διαμήνυε, στον Βρετανό πρωθυπουργό, ότι : 

«Εάν υποθέσουμε ότι ο ΕΛΑΣ εξακολουθεί τον αγώνα, νομίζω ότι θα είναι δυνατόν να ξεκαθαρίσουμε την περιοχή Αθηνών - Πειραιώς και να την κρατήσουμε, σταθερά, αλλά, έτσι, δεν νικούμε τον ΕΛΑΣ, σε σημείο που να τον αναγκάσουμε να συνθηκολογήσει. Δεν είμαστε, αρκετά, ισχυροί, για να κάνουμε περισσότερα και να αναλάβουμε επιχειρήσεις, στην υπόλοιπη Ελλάδα. Οι Γερμανοί, κατά την κατοχή, είχαν διατηρήσει έξι, έως επτά, μεραρχίες, στην ηπειρωτική Ελλάδα, εκτός από τις τέσσερις, περίπου, στα νησιά. Ακόμα και έτσι, δεν μπόρεσαν να κρατήσουν, σταθερά, ανοικτές τις γραμμές επικοινωνιών τους και δεν είμαι βέβαιος ότι θα συναντήσουμε λιγότερο ισχυρή αντίσταση και λιγότερο αποφασιστική, από όση συνήντησαν εκείνοι. Πρέπει να επιβλέπουμε, πολύ προσεκτικά, τις προθέσεις των Γερμανών, στο ιταλικό μέτωπο. Τα τελευταία γεγονότα, στην Δύση και η σιωπή της 16ης μεραρχίας των S.S., που βρίσκονται μπροστά, στην 5η αμερικανική στρατιά, δείχνουν κάποιον ελιγμό, που πρέπει να προσέξουμε. Σημειώνω τα γεγονότα αυτά, για να κάνω σαφή την κατάσταση και να σας υπογραμμίσω ότι, κατά την γνώμη μου, το ελληνικό πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί, με στρατιωτικά μέσα. Η λύση θα βρεθεί, στον πολιτικό τομέα. Γενικά, γνωρίζετε, ελπίζω, ότι μπορείτε, πάντοτε, να υπολογίζετε πως θα κάνω ό,τι μπορώ, για να εκπληρώσω τις επιθυμίες σας, αλλά εύχομαι να κατορθώσετε να βρείτε μια πολιτική λύση, στο ελληνικό πρόβλημα, γιατί έχω πεισθεί ότι, κάθε στρατιωτική ενέργεια, μετά την εκκαθάριση της περιοχής Αθήνας και Πειραιά, θα ξεπερνούσε τις δυνατότητες των σημερινών μας δυνάμεων».

Σε αυτές τις καίριες παρατηρήσεις του Harold Alexander, ο Winston Churchill, όπως ήταν φυσικό, απάντησε, την επόμενη ημέρα, ότι δεν ετίθετο θέμα για την συνέχιση οποιασδήποτε στρατιωτικής επιχείρησης, εκτός της εκκαθάρισης της Αθήνας και του Πειραιά. (Μια εκκαθάριση, η οποία, ακόμη και αυτή ήταν αμφιλεγόμενη, εάν ο ΕΛΑΣ δεν αποφάσιζε να εγκαταλείψει την περιοχή της πρωτεύουσας).

Τελικά, η ηγεσία του Κ.Κ.Ε., καθοδηγημένη, από τον Γκιόργκυ Δημητρώφ και υπακούοντας, στους σχεδιασμούς της Μόσχας, έδωσε στους Βρετανούς και στους κυβερνητικούς, μακράν, πολύ περισσότερα, από όσα εκείνοι αναγνώριζαν ότι μπορούσαν να κερδίσουν και να υπερασπίσουν. Αλλά, παρ' όλ' αυτά, ο ΕΛΑΣ εκείνη την εποχή έλεγχε τα 3/4 της χώρας (κάπου 27, από 31 περιοχές) και ήταν εύκολο να επιβάλει τις θελήσεις του, έστω και με τον εδαφικό διαμελισμό της χώρας. 

Αυτόν τον διαμελισμό είναι, που απέτρεψε, οριστικά, η Συμφωνία της Βάρκιζας.



29/10/1944 Λαμία : Ο Άρης Βελουχιώτης (Θανάσης Κλάρας), μιλάει, στο συγκεντρωμένο πλήθος, στη πλατεία της πόλης. Δίπλα του ο Γεώργιος Σημίτης, πατέρας του Κώστα Σημίτη και παλαιός γερμανόφιλος, ο οποίος πέρασε, την κατάλληλη, για τον ίδιο, στιγμή, στο πλευρό του Ε.Α.Μ.



Κλείνοντας την παρούσα ιστορική αναφορά, στην Συμφωνία της Βάρκιζας θεωρώ χρήσιμη την μνεία της επιστολής του Άρη Βελουχιώτη, της 24ης Μαρτίου 1945, προς όλα τα μέλη της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., διότι αυτή η επιστολή περικλείει και περιγράφει, πλήρως, το κλίμα εκείνης της εποχής, αλλά και τις αυταπάτες του ίδιου του αμφιλεγόμενου καπετάνιου του ΕΛΑΣ, ιδίως, ως προς την πολιτική της ηγεσίας της "Σοβιετικής Ένωσης".

Ας δούμε το περιεχόμενό της :

"Προς όλα τα μέλη της ΚΕ του ΚΚΕ 

Αγαπητοί σύντροφοι,

Με το σημείωμά μου τούτο θα προσπαθήσω να τραβήξω την προσοχή σας, στα πιο κάτω.


1. Όπως πιστεύω, θα έχετε πειστεί και εσείς τώρα πως οι Έλληνες αντιδραστικοί και οι Άγγλοι κατακτητές δεν έχουν καμιά πρόθεση να εφαρμόσουν, έστω κι αυτή την ετεροβαρή, επιζήμια, στα συμφέροντα του λαού μας και μη δίδουσα καμιά εγγύηση – ομολογία δική σας –, για το σεβασμό των ελευθεριών του λαού μας, συμφωνία της Βάρκιζας. Οι παραβάσεις είναι καθημερινές και σοβαρές. Τις ξέρετε εσείς, καλύτερα και δεν συντρέχει κανένας λόγος να τις απαριθμήσω.


2. Αν δεν σας ήταν εύκολο να γνωρίζετε, προοπτικά, τις προθέσεις της ελληνικής αντίδρασης και των Άγγλων εχθρών της Ελλάδας, τώρα, θέλω να πιστεύω πως πρέπει να μπορείτε να τις βλέπετε. Πρόθεσή τους είναι: όχι να συμβάλουν σε προσπάθεια, για ομαλή εξέλιξη της πολιτικής ζωής του τόπου, ή, έστω, να ανεχθούν, απλώς, την δική σας προσπάθεια, προς την τέτοια κατεύθυνση, αντίθετα, να οργανώσουν και να διεξαγάγουν, με πλεονεκτικές, γι’ αυτούς, συνθήκες, τον εμφύλιο πόλεμο, μ’ όλα τα μέσα.


3. Η διάσκεψη και συμφωνία της Γιάλτας δεν πρέπει να έχετε καμιά αυταπάτη πως είναι δυνατό να επιδράσει, σε τόσο μεγάλο βαθμό, ώστε να στρέψει το τιμόνι της χώρας, που αφήσατε να κρατούν, γερά, στα χέρια τους, οι Άγγλοι. Η Σοβιετική Ένωση, όπως πρέπει να σας είναι γνωστό, δεν μπορεί να κάνει «ελληνική» πολιτική, ώστε να επέμβει, ενεργά, στο ελληνικό δράμα. Γιατί δεν κάνει, ούτε Σέρβικη, ούτε Βουλγάρικη, ούτε Ρώσικη, ακόμα, πολιτική. Κάνει πολιτική παγκόσμιας επανάστασης, και δεν είναι διατεθειμένη, ούτε, κατ’ ελάχιστο, να την διακινδυνεύσει, για το μικρό αυτό ποσοστό της ανθρωπότητας, που λέγονται Έλληνες, που οι ίδιοι – δια των ηγετών τους - οδηγήθηκαν, στην νέα σκλαβιά και που, στο κάτω-κάτω, αργά, ή γρήγορα, μετά την πλήρη νίκη της πολιτικής της παγκόσμιας επανάστασης της Σ.Ε. δεν μπορεί παρά να είναι, στο πλευρό του σοσιαλισμού.


4. Η Σ.Ε. θα μπορούσε να επέμβει, «ενεργότερα», όπως, δεν αποκλείεται, κι αυτή η Αμερική, αν εμείς –εσείς δηλαδή- ήσασταν ικανοί να δημιουργήσετε, στην Ελλάδα, διαφορετική κατάσταση, ανάλογη, περίπου, με αυτή της Γιουγκοσλαβίας και ίσως και καλύτερη, με μια ορθή και συνεπή πολιτική και όχι γεμάτη «αριστερά» και δεξιά οπορτουνιστικά λάθη, στα βασικότερα προβλήματα της χώρας. Οι δυνατότητες υπήρχαν όλες, για μια τέτοια πολιτική και για δημιουργία μιας τέτοιας διαφορετικής κατάστασης, στην χώρα μας. Και όποιος δεν το βλέπει και δεν παραδέχεται αυτό πρέπει να είναι, ή μαρξιστικά αγράμματος, ή … τί να πω.
Μπορεί, όπως μου παρήγγειλε ρητά ο σ. Γιάννης*, δια του σ. Ζήση*, να υπάρχει «σαφής παραίνεση» των Ρώσων συντρόφων, προς το ΚΚΕ, για το κλείσιμο της συμφωνίας της Βάρκιζας. Όμως, αυτό δεν αλλάζει τίποτα. Μετά την σωρεία των σοβαρών οπορτουνιστικών τακτικών, από των αρχών του 1943, στην διεύθυνση του αγώνος, από μέρους σας και το εγκληματικό επιστέγασμά τους, την μάχη των Αθηνών, έχασαν την εμπιστοσύνή τους κι αναγκάστηκαν, για να μην οδηγήσετε την χώρα και το λαό της, σε μεγαλύτερες καταστροφές, να σας «συμβουλέψουν» να υποχωρήσετε και να κλείσετε την συμφωνία της Βάρκιζας. Τις απόψεις του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, για τις δυνατότητες συνέχισης του αγώνα είμαι σίγουρος ότι δεν τις είπατε πουθενά και συνεπώς, δεν γνώριζαν οι Ρώσοι σύντροφοι, αν μπορούσε και σε ποιες δυνάμεις, να βασιστεί μια άλλη πολιτική.


5. Το ΕΑΜ, ως τον Λίβανο, ακολουθούσε ανιούσα γραμμή ανάπτυξης. Από εκεί κι ύστερα, πήρε την κάτω βόλτα. Από τη «μάχη της Αθήνας» κι ύστερα και την ήττα και πολύ περισσότερο, μετά την συμφωνία της Βάρκιζας, χάνει σε επιρροή, ραγδαία. Προβλέπω, ως το δημοψήφισμα και τις εκλογές και πιθανή διάσπασή του.


6. Το ΚΚΕ έχασε, από την αίγλη του και την δύναμη συγκέντρωσης και μέσα στο ΕΑΜ και μέσα στο λαό. Ακόμα, έχασε σε στενούς οπαδούς του και σε μέλη του. Τις στατιστικές εσείς τις κρατάτε και είμαι βέβαιος πως θα έχετε διαπιστώσει, ήδη, σημαντικό ποσοστό διαρροής. Προοπτική μου είναι ότι αυτό το ποσοστό θα δυναμώσει πολύ.


7. Η «διαφώτιση» του λαού, των οπαδών του ΕΑΜ και των οπαδών και μελών του ΚΚΕ, επί της «αναγκαιότητας» της πολιτικής της Βάρκιζας είναι αστεία, κυριολεκτικά και κανένα μέλος του ΚΚΕ δεν την πιστεύει. Μα και τί διαφώτιση να γίνει; Κατά ποιό ταχυδακτυλουργικό τρόπο, θα μπορούσε το άσπρο να γίνει μαύρο; Αφήνω τους οπαδούς του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, δεν υπάρχει κανένα μέλος απλό, γραμματέας βάσης, αχτιδικός, ή περιφερειακός, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, στους τελευταίους αυτούς, που η δύναμη της συνήθειας και η ρουτίνα δεν τους αφήνει να δούνε, που να μην έρχεται να με συναντήσει, με λαχτάρα, σε κάθε χωριό, που περνάω και να μου ρίχνει βροχή τα ερωτήματα: Γιατί το κάνατε αυτό; Για πού πάμε, γιατί χύσαμε το αίμα μας και κάψαμε τα σπίτια μας, επί τρία χρόνια; Γιατί μας παραδίνετε, αμαχητί; Τί θα κάνουμε τώρα; Πού είναι η λαϊκή μας δικαιοσύνη και η αυτοδιοίκηση; Γιατί και πάλι, θα μας χαρακτηρίζουν το βιός μας, ως λαθραίο και θα ξαναπληρώνουμε 2.000 δραχμές, για ένα τσιγάρο χωριάτικο καπνό, με εφημερίδα; Τί θα κάνουμε, με τους εθνοφύλακες – μπουραντάδες, που άρχισαν τις έρευνες, τους ξυλοδαρμούς, τις απαγορεύσεις συγκεντρώσεων, συνελεύσεων κλπ; Τί θα κάνουμε, με την αντίδραση των χωριών μας, που σήκωσε κεφάλι και μας απειλεί, ανοιχτά, ότι θα μας σφάξουν όλους; Με τί να προστατευθούμε; Με τον «εθνικό στρατό»; Μα πώς θα γίνει τέτοιος, αφού εμάς δεν μας δέχονται, χαρακτηρίζοντάς μας ανίκανους οι επιτροπές, με χίλιες ψεύτικες δικαιολογίες; Δεν το βλέπετε πως, στην περιοχή Καρδίτσας, από την κλάση του 1939, δεν πήραν ούτε 20%, από τους αμαρκάριστους, ως δικούς των; Όλα αυτά θα ήταν ένας σίφουνας ενάντιά σας, αν εγώ, για να αποφύγω διασπάσεις κλπ, δεν έκανα την πρόταση να πάω έξω και να θέσω τις απόψεις μου, μη τυχόν και λυθεί, κομματικά, το ζήτημα, κι έβγαζα, από τα χωριά τους, τους 200 και πλέον, αντάρτες, που είχα καταγράψει, στο βουνό και άρχιζα τον πόλεμο.


8. Παντού οι οργανώσεις είχαν μουδιάσει. Η αντίδραση είχε σηκώσει κεφάλι. Το πέρασμά μας δημιουργεί ρίγη συγκινήσεως και ενθουσιασμού και οι γυναίκες, ακόμα, βγαίνουν και μας καλωσορίζουν, μας εύχονται «καλή επιτυχία και καλή λευτεριά, από το νέο κατακτητή». Η αντίδραση κρύβεται. Πολλοί φεύγουν, για τις πόλεις. Το ξεκαθάρισμα ΕΔΕΣιτών, στην Ευρυτανία, που είχαν έλθει με ρητή εντολή να οργανώσουν, εκεί, ένοπλες ομάδες αντίδρασης, επικροτήθηκε, από όλους. Θα ξεκαθάριζα και την ομάδα του Π. Μελιά (Ευρυτανία – Λεπιανά) και την ομάδα Σούρλα, σε μια εβδομάδα, αν δεν ερχόταν ο αντιπρόσωπός σας. Στους κομματικούς των χωριών λέμε ότι, για ειδικούς λόγους, δεν πρέπει να εμφανιστούμε. Περπατάμε όλη νύχτα και κρυβόμαστε την ημέρα, για να φανούμε συνεπείς, σ’ ό,τι συμφωνήσαμε, με σας. Μα οι κομματικοί επιμένουν και με τρόπο, το διαλαλούν οι ίδιοι στους χωριανούς τους: «ξαναβγήκαν αντάρτες μας. Σε λίγο θα βγούμε και πάλι, όλοι, ο Άρης μας είναι εδώ, μη φοβάστε. Ξέρει αυτός και θα νικήσουμε και πάλι, Έλληνες αντιδραστικούς και Άγγλους κατακτητές».


9. Εσείς δεν τα βλέπετε όλα αυτά. Έχετε απομονωθεί από την λαϊκή μάζα και έχετε χάσει τον παλμό της. Συνέλθετε, έστω και τώρα. Δεν είναι αργά. Αργότερα, σίγουρα, θα είναι πολύ αργά και θα χρειαστούν τεράστιες θυσίες, σε κόπους και σε αίμα, για ν’ αρχίσει κάτι σοβαρό. Μην αφήνεται να θρονιαστεί η αντίδραση, οριστικά. Μην πιστεύετε ότι η «εθνοφυλακή» είναι πραγματικά εθνικός στρατός και μην βάζετε τον κόσμο να τους δέχεται τους Μπουραντάδες, ως «παιδιά του λαού», ενώ αυτοί τους δέρνουν. Μην κάνετε το έγκλημα να επιτρέψετε, στην εθνοφυλακή, να εγκατασταθεί παντού και να παίξει το ρόλο της παλιάς χωροφυλακής.


10. Μην αυταπατάστε ότι τα όπλα, που κρύψαμε, θα μπορέσετε αργότερα να τα χρησιμοποιήσετε. Όχι! Θα τα βρουν, σε λίγο, οι εθνοφύλακες, χρησιμοποιήστε τα –έστω και μέρος τους-, από τώρα. Βγάλτε, από τώρα, έστω και λίγους αντάρτες, έστω από μια ομάδα, σε κάθε επαρχία. Μην την χρωματίζετε, ως δική σας, ή ως συνέχεια του ΕΛΑΣ. Αφήστε την καμουφλαρισμένη, αφού δεν καταλαβαίνετε ότι πρέπει να ξαναπάρει τα όπλα ο ΕΛΑΣ. Δεν θέλετε εμένα, επικεφαλής τους; Βρείτε έναν άλλον. Πάντως, μην κάνετε το έγκλημα να αργείτε. Ενεργήστε, σύντομα και δραστήρια.


11. Εγώ συνεχίζω το ταξίδι, για το Ηπειρωτικό γραφείο και από εκεί, για έξω. Όμως, με κάποια επιβράδυνση, γιατί κινούμαστε όπως ξέρετε και λέω και πιο πάνω.


Επί όλων των ανωτέρω, ελπίζω να έχω γραπτή απάντησή σας, με έκτακτο σύνδεσμο, ώσπου να φτάσω, στο Ηπειρωτικό γραφείο. Εύχομαι να σκεφτείτε, ώριμα, έστω και την τελευταία στιγμή.


Εν πορεία 24/3/45
Συντροφικά, Άρης Βελουχιώτης".


* Εννοεί τους Γιάννη Ιωαννίδη και Ζήση Ζωγράφο.


Ο Άρης Βελουχιώτης πέθανε, τελικά, κουβαλώντας, μέχρι το τραγικό τέλος του, αυτές τις αυταπάτες. Και αυτό συνέβη, επειδή δεν μπόρεσε ποτέ του να καταλάβει και να πιστέψει ότι ήταν ο ίδιος ο Ιωσήφ Στάλιν και το σύνολο της "σοβιετικής" ηγεσίας, που επέβαλε, στην ηγεσία του Κ.Κ.Ε., αυτή την πολιτική της στρατιωτικής ήττας και της πολιτικής παράδοσης, για τις οποίες ο ίδιος ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ κατηγορούσε, με δριμύτητα, αυτή την ηγεσία.

Ο Άρης Βελουχιώτης ουδέποτε θέλησε να καταλάβει και να παραδεχθεί ότι όλα αυτά ήσαν κεντρικές στρατηγικές επιλογές των "Σοβιετικών" ηγετών και ότι δεν ήσαν, απλώς, λάθη της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε., που υποχρέωσαν τους Στάλιν και Δημητρώφ να ακολουθήσουν την συμβιβαστική πολιτική γραμμή, που οδήγησε, στην Συμφωνία της Βάρκιζας και τις μετέπειτα δυσμενείς, για το Κ.Κ.Ε., εξελίξεις.


Έσφαλλε. Και όχι, μόνο, ως προς αυτό...



Δεν υπάρχουν σχόλια: