Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Οι Η.Π.Α., η Δύση, ο επιδιωκόμενος έλεγχος των παγκόσμιων ενεργειακών πηγών, η Κίνα, η Ρωσία και τα αδιέξοδα της παγκοσμιοποίησης που καταρρέει. (Ο ανερμάτιστος λόγος του John Kerry, στο Μόναχο και οι ακροβασίες της αμερικανικής ελίτ, γύρω από την ανάγκη της ανάσχεσης των αντιπάλων της).



Ο Winston Churchill, προς τον Βρετανό πρωθυπουργό Neville Chamberlain (μετά την διάσκεψη του Μονάχου της 29ης Σεπτεμβρίου του 1938  και την παράδοση του τελευταίου, στις απαιτήσεις του Adolf Hitler) : "Σας δόθηκε η επιλογή, ανάμεσα στον πόλεμο και στην ατίμωση. Διαλέξατε την ατίμωση και γι’ αυτό θα έχετε πόλεμο". Σε μια αντίστροφη θέση έχουν βρεθεί οι Δυτικοί, σήμερα. Επέλεξαν τον πόλεμο, στην Συρία και ηττήθηκαν. Αυτόν τον πόλεμο, που έχασαν, επιμένουν να θέλουν να τον κερδίσουν, υποκρινόμενοι τους ανθρωπιστές και τους ειρηνευτές. Καλό, γι' αυτούς, όπως και για όλους μας, είναι να το πάρουν απόφαση και να αποδεχθούν την ήττα τους, αποδεχόμενοι, παράλληλα και την ενσωμάτωση της Ρωσίας, στους δυτικούς και σε όλους τους παγκόσμιους θεσμούς. Κέρδος θα έχουν, εάν βάλουν μυαλό και εάν, όντως, τους απασχολεί το μέλλον και ο κινεζικός γίγαντας...




Όσοι άνθρωποι, που έχουν ένα ελάχιστο επίπεδο σοβαρότητας, παρακολούθησαν, χθες 13/2/2016, την ομιλία του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών John Kerry, στην διάσκεψη του Μονάχου (οποία σύμπτωση και αυτή), είναι, περίπου, βέβαιο ότι θα γέλασαν, με πολλές δόσεις μελαγχολίας, ερχόμενοι αντιμέτωποι, με το πλήθος των επιτηδευμένων (αλλά και των ανεπιτήδευτων), των - όχι, πάντα, αλλά τις πλείστες φορές - παραπλανητικών και των στοχευμένων ανοησιών, που ο άνθρωπος αυτός εξέμεσε, προσπαθώντας να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα πεπραγμένα του σκληρού πυρήνα της κυβερνώσας αμερικανικής ελίτ, στην οποία, άλλωστε και ο ίδιος ανήκει.

Η ομιλία αυτή του εκπροσώπου της φθίνουσας και ξεθωριασμένης αμερικανικής αυτοκρατορίας, ο οποίος έχει πλήρη συνείδηση του επικείμενου παραμερισμού της, πέραν του Ατλαντικού, υπερδύναμης και του δυτικού συνασπισμού, στον οποίον, οι Η.Π.Α. ηγούνται, αποτελεί ένα κλασικό δείγμα του πόσο διασκεδαστικές (κάτω από άλλες, περισσότερο ομαλές, συνθήκες) ανοησιολογίες, μπορούν να εκστομισθούν, από, κατά τα άλλα, σοβαρούς, ή σοβαροφανείς ανθρώπους, όταν η ξιπασιά, συνδυάζεται, με τον πανικό. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν αυτός ο, κατά τα άλλα, πικάντικος συνδυασμός είναι προϊόν και αποτέλεσμα μιας σοβαρής ήττας, σε τακτικό επίπεδο, η οποία τείνει να (και στην πραγματικότητα, έχει) λάβει διαστάσεις μιας στρατηγικής πανωλεθρίας.

Με αυτά τα δεδομένα και κάτω από αυτές τις συνθήκες, σε όλες τις περιόδους της Ιστορίας, όλοι οι εκπρόσωποι των ηγετικών δυνάμεων, που αρνούνταν να δεχθούν και να προσαρμοστούν, στην σκληρή πραγματικότητα της ανατροπής του συσχετισμού των δυνάμεων και του παραγκωνισμού τους, δεν έκαναν τίποτε άλλο, από το να συμπεριφέρονται και κυριολεκτικά, να καταντούν, σαν τον John Kerry, αναπολώντας μεγαλεία, που οδηγούνται, στο τέλος τους, κραδαίνοντας απειλές, χωρίς ακροατήριο και ως εκ τούτου, κενές περιεχομένου.

Όπως έχουμε, πολλές φορές πει, στα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής και με δεδομένη την αγχώδη επιθυμία της να διατηρήσει, σε βάθος (πολύ μακρού, έως ατελεύτητου) χρόνου, την παγκόσμια κυριαρχία, η αμερικανική ελίτ, από την εποχή του προέδρου George Bush jr και με έναν, εκπληκτικά, εντεινόμενο ρυθμό, κατά την διάρκεια της διακυβέρνησης του Barack Hussein Obama, τα έχει κάνει θάλασσα, αφού, κυριολεκτικά, δεν ξέρει τί της γίνεται και τί της ξημερώνει.

Έτσι, αφού ο σκληρός πυρήνας της αμερικανικής κυβερνητικής ελίτ, με την αμέριστη βοήθεια των υπόλοιπων ελίτ της Δύσης, τα έκανε όλα λάθος, με τους χειρισμούς του, στην, ανόητα, μεθοδευμένη διαδικασία της αλλαγής των γεωπολιτικών και των γεωστρατηγικών ισορροπιών, στο νότιο και στο ανατολικό τμήμα της λεκάνης της Μεσογείου, καθώς και στην περιοχή του Περσικού Κόλπου και ειδικότερα, με τις σεισμικές ρήξεις, που προξένησε, στον αραβικό κόσμο, η αμερικανόπνευστη "αραβική άνοιξη", βρίσκεται, στις ημέρες μας, ενώπιον των οδυνηρών συνεπειών της καταιγιστικής και περίπου, απόλυτης ήττας του.

Η, μέχρι τώρα, ακολουθούμενη πολιτική της αμερικανικής κυβέρνησης και της Δύσης αποδείχτηκε, εκ των πραγμάτων και εκ του αποτελέσματος, ότι είναι ανόητη, εξωπραγματική και φυσικά, αλυσιτελής, αφού, στο, καθαρά, στρατιωτικό πεδίο των μαχών της Συρίας, έχει οδηγήσει, στην επικράτηση ενός αντιδυτικού συνασπισμού, ο οποίος μπορεί, μεν, να φαινόταν ότι είναι ευκαιριακός, αλλά, στην πραγματικότητα και κατά την διάρκεια των εξελίξεων, στην Συρία, στον αραβικό κόσμο και στην Ουκρανία, οδηγείται, στο να συμπυκνωθεί και να στερεοποιηθεί, με αποτέλεσμα να αποκτήσει μονιμότερα χαρακτηριστικά.

Όλη αυτή η γεωπολιτική διαδικασία των σεισμικών αλλαγών και των ανατροπών, μιας σειράς καθεστώτων, στην Μέση Ανατολή, στην Ανατολική Μεσόγειο, στην αραβική χερσόνησο και στην Ουκρανία είχε και εξακολουθεί να έχει, έναν συγκεκριμένο γεωστρατηγικό στόχο και σκοπό. Αυτός ο σκοπός και αυτός ο στόχος συνοψίζονται, στην προσπάθεια των Η.Π.Α. και της Δύσης να πετάξουν έξω από αυτές τις, ενεργειακά, κρίσιμες και ζωτικές περιοχές την, πάντοτε, ενοχλητική και επικίνδυνη Ρωσία και (ακόμη περισσότερο) την Κίνα, την οποία ο δυτικός συνασπισμός θέλει να φρενάρει και να εκμηδενίσει τις δυνατότητές της, για την διεκδίκηση και την αξίωση μιας μελλοντικής πλανητικής πρωτοκαθεδρίας, στα πλαίσια της οποίας οι ελίτ των Η.Π.Α. και των άλλων χωρών της Δύσης αντιλαμβάνονται ότι, εάν, οψέποτε, αυτή η πρωτοκαθεδρία πραγματοποιηθεί, αυτές θα περιορισθούν, συν τω χρόνω, σε έναν δευτερεύοντα και παρακολουθηματικό ρόλο, μετατρεπόμενες, σε θεραπαινίδες της ανερχόμενης κινεζικής ελίτ, η οποία, πιθανότατα, θα μεταχειρισθεί τους Δυτικούς της "εταίρους", ως παιδιά και διαμεσολαβητές, για την πραγματοποίηση των δικών της θελήσεων. Και αυτό, φυσικά, οι Δυτικοί δεν θέλουν, ούτε και να το σκέπτονται.

Τα εργαλεία, με τα οποία, οι Η.Π.Α., ως ηγέτιδα δύναμη της Δύσης και με την πλήρη, ή μερική συμφωνία των δυτικών ελίτ, προσπαθούν να επιτύχουν τους στόχους τους, οι οποίοι συμποσούνται, στην διηνεκή κυριαρχία τους, στον πλανήτη, είναι δύο :

Πρωτ' απ' όλα, αποσκοπούν, στον, περίπου, πλήρη έλεγχο, από τον δυτικό συνασπισμό, όλων των παραδοσιακών εξορύξιμων πηγών ενέργειας, που έχουν να κάνουν, με τους υδρογονάνθρακες (πετρέλαιο, φυσικό αέριο), σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υδρογείου, προκειμένου, με αυτόν τον τρόπο, η ευρύτερη Δύση να έχει, υπό την άμεση, ή/και την έμμεση κατοχή, πάνω από τα 2/3, έως τα 3/4 των παγκόσμιων αποθεμάτων ενέργειας, καθώς και των κύριων και βασικών οδών, για την μεταφορά τους.

Με αυτόν τον τρόπο, οι σκληροί πυρήνες των αμερικανικών και των ευρύτερων δυτικών ελίτ στοχεύουν, σε δύο κατευθύνσεις.

Από την μία πλευρά ο στόχος τους είναι η πλήρης απεξάρτηση όλων των χωρών της Δύσης, από τις ενεργειακές πηγές της Ρωσίας του Βλαντιμίρ Πούτιν και αποσκοπούν, στην στέρηση της Ρωσίας, από τις βασικές πηγές, του ξένου συναλλάγματος, που τροφοδοτούν την οικονομία της και την κρατούν, σε επαφή, με ένα σημαντικό τμήμα της ανάπτυξης της τεχνολογίας και της συναφούς οικονομικής ανάπτυξης. Η Ρωσία, στα πλαίσια αυτού του σεναρίου, ως μόνος παρών και ενεργός επικίνδυνος αντίπαλος, για τις Η.Π.Α. και την Δύση (λόγω του απλού γεγονότος ότι το ρωσικό πυρηνικό οπλοστάσιο είναι το μόνο, που μπορεί να τις εξαφανίσει, μετατρέποντας, σε ραδιενεργό σκόνη το σύνολο του δυτικού κόσμου και του πλανήτη ολόκληρου, εάν η ρωσική ελίτ το αποφασίσει), θα μετατραπεί, εκ νέου, όπως, στην δεκαετία του 1990,  σε έναν παρία, ο οποίος θα γίνει και πάλι, ένα ενεργούμενο, στα χέρια των δυτικών ελίτ και (γιατί όχι;) ένας απέραντος χώρος προς κατάκτηση και νεοαποικιακή εκμετάλλευση. 

Η ανάπτυξη των στρατιωτικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ, μέχρι τα σύνορα της Ρωσίας, παρά τις, περί του αντιθέτου, αρχικές υποσχέσεις των αμερικανικών κυβερνήσεων και ιδίως, αυτής του πατρός George Bush, προς την ύστερη "σοβιετική" ηγεσία του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, οι συγκρούσεις, στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, μαζύ με τα γεγονότα, στην Μεσόγειο και στην Συρία, περιγράφουν, πολύ καθαρά, αυτή την στόχευση των αμερικανικών ελίτ, ως ηγέτιδας δύναμης του δυτικού συνασπισμού.

Από την άλλη πλευρά, η στόχευση των αμερικανικών ελίτ κατευθύνεται προς την Κίνα, τον δεύτερο και μελλοντικά, επίσης, επικίνδυνο αντίπαλο, ο οποίος, εάν αφεθεί, τώρα, χωρίς ανάσχεση, θα προκαλέσει, θα αμφισβητήσει και θα διεκδικήσει, σε παγκόσμιο επίπεδο, την πρωτοκαθεδρία, από τις Η.Π.Α. και τους συμμάχους τους. Με δεδομένο το γεγονός ότι η Κίνα στερείται από τις δικές της ενεργειακές πηγές και με δεδομένη την αντιπαράθεση αυτής της ανερχόμενης μεγάλης δύναμης, με τις στρατιωτικές δυνάμεις των Η.Π.Α., οι οποίες στηρίζουν τους συμμάχους της, στην περιοχή των θαλασσών της νότιας Κίνας (Ιαπωνία, Φιλιππίνες, Νότια Κορέα, Ταϊβάν κλπ) και τα τεράστια κοιτάσματα υδρογονανθράκων, που κρύβουν αυτές οι θάλασσες, η κυριαρχία των Η.Π.Α. και των συμμάχων της, στα παγκόσμια αποθέματα ενεργείας θα υποχρεώσει την κινεζική ελίτ να συμπεριφέρεται, ως υποτελής του δυτικού συνασπισμού, εάν και όσο θα θέλει και στον βαθμό, που θα είναι υποχρεωμένη να λειτουργήσει την οικονομία της χώρας της, χωρίς την πρόκληση εσωτερικών εντάσεων, που θα κλυδωνίσουν το καθεστώς, ή ακόμη, και την ενότητα της χώρας.

Αλλά αυτές οι στοχεύσεις των αμερικανικών ελίτ δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν, χωρίς την ενεργοποίηση του δικού τους "πυρηνικού όπλου", στον χώρο της οικονομίας, το οποίο δεν είναι άλλο, από την συρρίκνωση της δυσμενούς, ως προς την εξέλιξή της, για τα συμφέροντα των Η.Π.Α. και του δυτικού συνασπισμού, διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης και της εκδίωξης, με κάθε πρόσφορο μέσο, των αντιπάλων τους, δηλαδή της Ρωσίας, της Κίνας (και όποιου άλλου), από το, υπό κατασκευή, παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Και φυσικά, οι εξορύξιμες ενεργειακές πηγές, δηλαδή οι υδρογονάνθρακες (το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και όλα τα συναφή) και ο έλεγχος και η  κυριαρχία, επί των δύο τρίτων, έως των τριών τετάρτων των κοιτασμάτων τους, στον πλανήτη, καθιστούν τις Η.Π.Α. και τους δυτικούς συμμάχους τους, θεμελιακούς και κυρίαρχους κανόναρχους και ρυθμιστές του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.

Με αυτόν τον τρόπο, με αυτά τα μέσα και με αυτούς τους συμπαίκτες και συμμάχους, ο σκληρός πυρήνας των αμερικανικών ελίτ υπολογίζει ότι θα μπορέσει να συντηρήσει την αμερικανική κυριαρχία, στον πλανήτη, πάνω, σε μια διηνεκή βάση, επιδιορθώνοντας τις έμπρακτες ατέλειες του εθνικού σχεδίου αυτών των ελίτ, το οποίο επικεντρώθηκε, συγκροτήθηκε και μορφοποιήθηκε, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ύστερα από την πτώση της "Ε.Σ.Σ.Δ" και του "υπαρκτού σοσιαλισμού", με την επικράτηση της παγκοσμιοποίησης, ως ενός υλοποιήσιμου σχεδιασμού, ο οποίος μπορεί να ονομασθεί, ως "υπαρκτός διεθνισμός", με την εξεζητημένη μορφή του κοσμοπολιτισμού, τον οποίον εξέπεμψαν οι τεχνοδομές του κόσμου των πολυεθνικών εταιρειών και του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, με βάση τις Η.Π.Α. και δευτερευόντως, τον λοιπό δυτικό κόσμο και τους, ανά την υφήλιο, συμμάχους τους. 

Έτσι, ελπίζεται και θεωρείται ως ένας εφικτός στόχος ότι η, με επιλογή των αμερικανικών ελίτ, συστροφή και συρρίκνωση της σύγχρονης διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης, θα οδηγήσει, σε μια νέα έκδοση της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας, στην οποία οι αντίπαλοι των Η.Π.Α. και της Δύσης δεν θα έχουν θέση, ως συμπαίκτες, αλλά, μόνον, ως υποτακτικοί. Και αυτό, μόνον, εάν και όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν.

Περιττό να πω ότι όλες οι, παραπάνω εκτειθέμενες επιδιώξεις των αμερικανονατοϊκών και του ευρύτερου δυτικού συνασπισμού, πάσχουν, ως προς τις δυνατότητες υλοποίησής τους και ως προς την έμπρακτη αποτελεσματικότητα των σχετικών παρασκηνιακών και προσκηνιακών σχεδιασμών, με δεδομένο το γεγονός ότι η τεράστια πυρηνική υπεροπλία της Ρωσίας, ως στρατιωτικής υπερδύναμης, δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί, από τις Η.Π.Α. και τον δυτικό συνασπισμό και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αγνοηθεί.






Παρ' όλ' αυτά, ο απίστευτος John Kerry, ως υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης του Barack Hussein Obama, του γνωστού και μη εξαιρετέου, ως αφελούς, έγχρωμου αφεντικού των Ουκρανών ναζιστών και των σουνιτών τζιχαντιστών, θέλησε, ως φορέας της κυρίαρχης ψευδούς συνειδήσεως των αμερικανικών ελίτ, να αναφερθεί, για πολλοστή φορά, στον (υποτιθέμενο ως εγγενή, αλλά ουσιωδώς, ανύπαρκτο) οπτιμισμό, που εμπεριέχεται, στην σύγχρονη παγκοσμιοποιητική διαδικασία, την ίδια στιγμή, που αυτή η διαδικασία, με ευθύνη της αμερικανικής διοίκησης, καταρρέει.

Όπως είπαμε, ο άνθρωπος αυτός και τα υλικά συμφέροντα, που εκπροσωπεί, είναι για γέλια. Και μαζύ με γέλια, που του αξίζουν, από κοντά πηγαίνουν και τα κλάματα, αφού, ουδέποτε, στο παρελθόν, η αμερικανική ελίτ είχε βρεθεί, σε τέτοια και μάλιστα, ασυμμάζευτα, χάλια, διότι αυτό, που καταρρέει, στην ουσία, δεν είναι μια συγκεκριμένη μορφή της καπιταλιστικής εκδοχής της παγκοσμιοποίησης, η οποία θα μπορούσε - και μπορεί - να αντικατασταθεί, από μια άλλη.

Αυτό, που καταρρέει, στις ημέρες μας, μέσα από τις μάχες του Χαλεπίου και στο ευρύτερο μέτωπο του εμφύλιου πολέμου, στην Συρία, αλλά και επί των εδαφών της διχοτομημένης Ουκρανίας, η οποία ευρίσκεται έρμαιο, ενώπιων των ορέξεων και των επιθυμιών της ρωσικής ελίτ, είναι ο ίδιος ο σκληρός πυρήνας της ιδεολογίας της παγκοσμιοποίησης, ως εθνικού σχεδιασμού των αμερικανικών ελίτ και κυρίως, της τεχνοδομής των πολυεθνικών εταιρειών και της αμερικανικής και της διεθνούς μπατιροτραπεζοκρατίας.

Ουσιαστικά, αυτό, που καταρρέει είναι, όπως ανέμεναν όλοι οι έχοντες ελάχιστες γνώσεις γεωστρατηγικής, η, μέσω του μάγματος των παγκοσμιοποιητικών ιδεολογημάτων, διαχυθείσα πίστη και πεποίθηση ότι η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης θα επιφέρει και θα εγκαθιδρύσει, μέσα από την ολοένα και μεγαλύτερη εξίσωση των συνθηκών ζωής, στον πλανήτη, μια σειρά από κοινούς στόχους και σκοπούς και θα οδηγήσει, στην οργανική κοινωνική κατασκευή κοινών σημείων, ανάμεσα στις κοινότητες των ανθρώπων, καθιστώντας, έτσι τους πολέμους, οικονομικά, ζημιογόνους και τις συγκρούσεις περιττές και ασύμφορες.

Στα πλαίσια αυτά, η υποτιθέμενη, εν τοις πράγμασι, εξέλιξη, που θα ακολουθούσε, θα ήταν η εξασθένιση των κρατών και των εθνών, μέσα από ένα σχήμα μιας διεθνούς διακυβέρνησης, στην οποία το αμερικανικό κράτος, οι αμερικανικές ελίτ και τα αντίστοιχα κρατικά και κοινωνικά σχήματα, στον ευρύτερο δυτικό συνασπισμό, θα είχαν τον πρώτο και κυρίαρχο λόγο.

Εννοείται, βέβαια, ότι η, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, επισυμβάσα κατάρρευση του κομμουνισμού (ορθότερα :  του "υπαρκτού σοσιαλισμού") και η υποκατάστασή του, από το, αμερικανικής εμπνεύσεως,  παγκοσμιοποιητικό ιδεολόγημα του "υπαρκτού διεθνισμού", ως έμπρακτου και αποπολιτικοποιημένου - και παραπολιτικοποιημένου - κοσμοπολιτισμού, ενίσχυσε αυτή την δέσμη των πίστεων και των πεποιθήσεων, που εκπορεύτηκαν, από την αμερικανόπνευστη εκδοχή της σύγχρονης παγκοσμιοποποίησης, που, στις ημέρες μας, έχει αρχίσει να πνέει τα λοίσθια.

Έτσι, με δεδομένο το γεγονός ότι η εκδοχή του διεθνισμού, που εκπορευόταν από την κομμουνιστική ιδεολογία αποδείχθηκε φρούδα και χωρίς έμπρακτο περιεχόμενο, η σύγχρονη παγκοσμιοποιητική ιδεολογία ήλθε να διαβεβαιώσει και να πιστοποιήσει ότι η νέα εκδοχή του διεθνισμού, με την μορφή του καπιταλιστικού κοσμοπολιτισμού, θα είναι περισσότερο επιτυχής και απολύτως, εφαρμόσιμη, κάτω από την κυριαρχία των πολυεθνικών εταιρειών και της μπατιροτραπεζοκρατικής εκδοχής του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, όχι πλέον, ως μια ιδεοληψία, και ως ουτοπική ιδεολογική κατασκευή, αλλά, ως ένα αναπόδραστο αποτέλεσμα της οικονομικής δραστηριότητας, η οποία, στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, λογίζεται ως, λειτουργεί και είναι κυρίαρχη, δημιουργώντας μια, αέναα, διευρυνόμενη και πολύπλοκα, διαπλεκόμενη πολυεθνική και πολυπολιτισμική οικονομία, η οποία, αποκολλώμενη από και υποτάσσοντας την πολιτική, υποτίθεται ότι διακατέχεται από μια εγγενή ειρηνοφιλία.

Όλα αυτά, βέβαια, αποδεικνύονται, για πολλοστή φορά, ανοησίες. 

Αυτού του είδους ο διαχωρισμός, ανάμεσα στην πολιτική και στην οικονομία, ακόμη και όταν η πολιτική καταντάει μια απλή θεραπαινίδα των διάφορων οικονομικών συμφερόντων, με κυρίαρχη την μπατιροτραπεζοκρατία, πάντοτε, ιστορικά, ήταν και παραμένει και στις ημέρες μας, χωρίς περιεχόμενο. Υπήρξε και είναι μια αβάσιμη και παραπλανητική κατασκευή, η οποία, πάντοτε, διαψευδόταν και εξακολουθεί να διαψεύδεται, από τις εξελίξεις, ακόμη και αν η πολιτική οριστεί, στενά, ως διοίκηση και διαχείριση των κοινωνιών και η οικονομία προσδιορισθεί, ως μια σειρά τεχνικών διαδικασιών, που αφορούν την παραγωγή των αγαθών και των υπηρεσιών.

Αυτό το αναγεννημένο και πολλαπλώς, διαψευδόμενο μάγμα των  παγκοσμιοποιητικών ιδεολογημάτων, που θέλει να προσδιορίσει την διχοτόμηση των κοινωνικών διαδικασιών, ανάμεσα στην οικονομία και στην πολιτική και να εμφανίσει την οικονομία, ως κυρίαρχη, επί της πολιτικής, προφανώς, αποτελεί μια προσφιλέστατη επιχειρηματολογική γκάμα, που οι διάφοροι οικονομικοί κύκλοι, έχουν στην διάθεσή τους και αρέσκονται να την χρησιμοποιούν, επιδιώκοντας να πείσουν, όπως και οι, ανά τους αιώνες, προκάτοχοί τους, ότι η οικονομία και το εμπόριο έχουν υποκαταστήσει τους πολέμους, οι οποίοι - υποτίθεται ότι - είναι ασύμφοροι. Όμως, η πραγματικότητα, όπως αυτή εξελίσσεται και όπως μας διδάσκει το απώτερο και το πρόσφατο παρελθόν, ακολούθησε και ακολουθεί άλλες οδούς, οι οποίες βρίσκονται, στην, εντελώς, αντίθετη κατεύθυνση, των εξωπραγματικών και των ανορθολογικών κατασκευών των δοξασιών, που πηγάζουν και εκπορεύονται, από την παγκοσμιοποιητική ιδεολογία, σε όλες της τις εκδοχές, είτε αυτές ανατρέχουν, στην περίοδο, πριν τον Αύγουστο του 1914, είτε, στην τωρινή εποχή.

Έτσι, μέσα στα πλαίσια των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, οι επερχόμενες, κάθε φορά, αλλαγές, που προκύπτουν, από την οικονομική δραστηριότητα, αυτό, που κάνουν, είναι να ανατρέπουν τους συσχετισμούς των δυνάμεων, ανάμεσα, στους ανθρώπους και στις κοινωνίες. Αυτές οι αλλαγές, μπορεί στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες να ήσαν ανεπαίσθητες και να λειτουργούσαν σωρευτικά, σε μακρές περιόδους - χωρίς αυτό να αποτρέπει τους πολέμους, κάθε άλλο -, στις καπιταλιστικές κοινωνίες, όμως, οι αλλαγές αυτές υπήρξαν και είναι, πάντοτε, ταχείες και κοσμογονικές. Ως εκ τούτου, οι αλλαγές, στους συσχετισμούς των δυνάμεων, που προξενεί η ίδια η οικονομική δραστηριότητα, λειτουργούν, εκ των πραγμάτων, υπέρ κάποιων και κατά κάποιων άλλων.

Με δεδομένες τις ταχύτατες και κοσμογονικές αλλαγές, που η ίδια η καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη επιφέρει, οι σχετικές θέσεις ισχύος και αδυναμίας, ανάμεσα, στους ανταγωνιστές παίκτες, στα πλαίσια ενός πολυεθνικού οικονομικού συστήματος, πάντοτε, αξιολογούνται, όχι, τόσο, ως προς τα απόλυτα μεγέθη της θέσεως του κάθε ανταγωνιστή, αλλά, ως προς τα σχετικά μεγέθη, που διαμορφώνονται και τα οποία έχουν να κάνουν, συγκρινόμενα, με την εκάστοτε θέση, που καταλαμβάνουν οι ανταγωνιστές.

Κάπου, εδώ, διαχωρίζονται - όσο μπορούν να διαχωρισθούν - και οι ρόλοι, ανάμεσα, στην οικονομία και στην πολιτική. Διότι, εάν η οικονομία θέλει να προσδιορίζεται, ως μια δραστηριότητα, η οποία διαχειρίζεται τα της παραγωγής, η πολιτική είναι εκείνη, η οποία προσδιορίζει την κατανομή και ιδίως, την ανακατανομή του παραγόμενου πλούτου. Και φυσικά, όταν αυτές οι αρμοδιότητες και οι σχετικές διαδικασίες αφορούν κοινωνίες και κράτη, τα πράγματα παίρνουν και αποκτούν άλλες διαστάσεις, όταν οι κοινωνίες αυτές είναι μεγάλες και ισχυρές, ή, όταν τα κράτη αυτά, που εμπλέκονται, σε τέτοιου είδους διαδικασίες είναι και αυτά ισχυρά, ασχέτως, εάν οι κοινωνίες, ή οι οικονομίες τους βρίσκονται, σε ασθενέστερη θέση.

Ως εκ τούτου, εάν κάποιοι από τους ανταγωνιστές διαπιστώσουν ότι τα μειονεκτήματα της οικονομικής διαδικασίας είναι τόσο πολλά, που δεν μπορούν να αντισταθμισθούν, από τα όποια ωφελήματα, τότε αυτό, που θα προκύψει, δεν είναι άλλο, είτε από την αποδοχή του γεγονότος αυτού (σε αυτή την κατάσταση έχει περιέλθει η σύγχρονη Ελλάδα), αφού δεν υπάρχει, ή δεν είναι επιθυμητός ένας άλλος τρόπος αντίδρασης, ή η άρνηση της αποδοχής της κατάστασης, που έχει προκύψει, από την οικονομική δραστηριότητα, με την επίκληση της ύπαρξης και της υπεράσπισης των "ζωτικών συμφερόντων" εκείνου, ο οποίος έχει περιέλθει, σε δυσμενή θέση.



Ο Mao Zedong μπορεί να είναι νεκρός, αλλά η Κίνα, που άφησε πίσω του, δεν είναι, πλέον, μια δύναμη, η οποία μπορεί να παραγνωρισθεί. Αποτελείται, από ένα συμπαγέστατο έθνος, το οποίο συνέχει το 90% του πληθυσμού της χώρας αυτής και από ένα δυναμικό εθνικό κράτος και ως σύνολο, συγκροτεί, εάν δεν ανασχεθεί, με στρατιωτικά μέσα, την υπερδύναμη του μέλλοντος, ακόμη και αν τερματισθεί, με κάποιο τρόπο, η εξουσία του Κομμουνιστικού Κόμματος. Κάτι, που, επί του παρόντος και στο ορατό μέλλον, δεν φαίνεται, ως κάτι το πιθανό. Με αυτή την κατάσταση, ως δεδομένη, η μέλλουσα ηγέτιδα δύναμη του πλανήτη, είναι πολύ πιθανό να μην είναι μια χώρα, με καθεστώς αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, δυτικού τύπου...




Έτσι η τρέχουσα παγκοσμιοποίηση, όπως και η παλαιότερη έκδοσή της, πριν το 1914, αυτό, που έκανε, και το οποίο, τώρα, την οδηγεί, στην αποδόμηση, δεν ήταν άλλο, από το να οξύνει το ζήτημα της κατανομής του, εντός των διαδικασιών της, παραγόμενου πλούτου και να θέσει, σε κίνηση, έναν πολλαπλασιαστικό μηχανισμό προσδοκιών, για κέρδη, τα οποία δεν μπορούσε να ικανοποιήσει, δημιουργώντας επιθετικές και αμυντικές συμπεριφορές, εκατέρωθεν, καθώς και τον φόβο, στις παραδοσιακές και κυρίαρχες δυνάμεις της Δύσης, οι οποίες, υπό την πρωτοκαθεδρία των Η.Π.Α. (οι οποίες, με ένα, κατά κεφαλήν ΑΕΠ της τάξεως των 56.300 $ και με συνολικό ΑΕΠ, που φθάνει, τα 17,97 τρισ. $, διολίσθησαν, το 2015, ως οικονομία, στην δεύτερη θέση, στον κόσμο), αντελήφθησαν ότι η σχετική τους θέση, έναντι των κύριων ανταγωνιστών τους, είχε, κατά πολύ, εξασθενίσει, αφού η Κίνα του 2015 (με, κατά κεφαλή ΑΕΠ, στα 14.300 $ και με συνολικό ΑΕΠ, που φθάνει τα 19,51 τρισ. $, είναι, πλέον, η πρώτη οικονομία, στον κόσμο) δεν έχει καμμία σχέση με την Κίνα του 1990 και η Ρωσία της ίδιας περιόδου, δεν ήταν η διαλυμένη Ρωσία της πρώτης μετασοβιετικής εποχής.

Ως εκ τούτου, αυτό, που έκανε η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση, είναι να μειώσει, σε διαρκή βάση και μάλιστα, κατά πολύ, το σχετικό μερίδιο των ανεπτυγμένων χωρών στον παγκόσμιο πλούτο, με  αποτέλεσμα όλη αυτή η σύγκρουση, γύρω, από τα ζητήματα της ανταγωνιστικής παραγωγής και γύρω από την κατανομή του παραγόμενου πλούτου, να εσωτερικεύεται, σε κάθε χώρα και ιδίως, στις πλούσιες χώρες, όπου κυριαρχεί η λιτότητα, ως εργαλείο, για την διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων, που παράγονται, σε αυτές, γεγονός, το οποίο έφερε και επέτεινε την διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση και οδήγησε, στην βαθιά διεθνή οικονομική ύφεση του 2008, η οποία, ακόμη, είναι πάρουσα και ενεργή.

Κάπως έτσι, φθάσαμε, σήμερα, στην δημιουργία ενός καταθλιπτικού παρόντος, το οποίο θυμίζει, πάρα πολύ, τα περιστατικά και τις συνθήκες, που είχαν δημιουργηθεί, το 1914, λίγο πριν την έκρηξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, αλλά και το 1938 - 1939, λίγο πριν από την έκρηξη του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου.

Στην πραγματικότητα, αυτό, που, τώρα, συμβαίνει, μπροστά στα μάτια μας, είναι ότι οι αμερικανικές ελίτ και οι εταίροι τους, στον αποκαλούμενο δυτικό συνασπισμό, έχουν διαπιστώσει ότι η εφαρμοσμένη παγκοσμιοποίηση, ως ένα επικερδές αμερικανικό εθνικό σχέδιο, το οποίο αποσκοπούσε, στην διαιώνιση της αμερικανικής πλανητικής κυριαρχίας, έχει φάει τα ψωμιά του και έχει καταστεί ένα εργαλείο, το οποίο, πλέον, λειτουργεί, υπέρ των συμφερόντων των ανταγωνιστών του δυτικού συνασπισμού (περί της Κίνας και της Ρωσίας ο λόγος), τους οποίους, έφερε, ή επανέφερε, στο προσκήνιο και τους κατέστησε ισχυρούς παίκτες και στο παρόν, αλλά κυρίως, στο μέλλον.

Ως εκ τούτου, η παγκοσμιοποίηση, σύμφωνα με τους κύκλους του σκληρού πυρήνα της αμερικανικής ελίτ, πρέπει να αναστραφεί και να τεθούν, εκτός αυτής, αυτοί οι επικίνδυνοι ανταγωνιστές, τώρα, που βρίσκονται, σε συνθήκες, μιας σχετικής αδυναμίας, η οποία έχει μια σαφή οικονομική διάσταση, ως προς την Ρωσία και μια σαφή στρατιωτική διάσταση, ως προς την Κίνα. Οι δύο αυτοί αντίπαλοι πρέπει να ανασχεθούν, τώρα, διότι, αν αφεθούν, χωρίς ανάσχεση, δεν θα μπορούν, αργότερα, να ανασχεθούν και ο δυτικός συνασπισμός θα βρεθεί, σε θέση αδυναμίας, ιδίως, απέναντι στην Κίνα, η οποία πρόκειται να είναι ο μεγάλος αντίπαλος των Η.Π.Α. και της Δύσης, στο μέλλον, εάν δεν διαλυθεί, στα εξ ων συνετέθη.

Εννοείται, βέβαια, ότι οι παρασκηνιακοί σχεδιασμοί των αμερικανικών ελίτ και των συμμάχων τους, είναι αδιέξοδοι. Βρίσκουν - και θα βρίσκουν - τοίχο και θα οδηγούνται, από ήττα σε ήττα, όσο δεν αποφασίζουν την αποδοχή αυτού, που δεν μπορεί, λογικά, να αποφευχθεί. Και αυτό, που δεν μπορεί να αποφευχθεί, δεν είναι άλλο, από την αποδοχή της τωρινής ήττας των Η.Π.Α. και της Δύσης, τόσο, στο μέτωπο της Ουκρανίας, όσο και στο μέτωπο της Συρίας και της Μέσης Ανατολής.

Και αυτά είναι μόνον, η αρχή, διότι οι αμερικανικές και οι λοιπές δυτικές ελίτ έχουν μπροστά τους, να αντιμετωπίσουν τις επερχόμενες, νωρίτερα, ή αργότερα, κρίσεις, στην Ευρώπη, στην ανατολική Ασία και στην Αφρική.

Και το μέλλον τους δεν είναι ευοίωνο.


 

1 σχόλιο:

Vasilis είπε...

Η ένταξη της Ρωσίας στη παγκοσμιοποιημένη νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική οικονομία προκάλεσε τεράστια οικονομική και κοινωνική καταστροφή. Οι κοινωνικές συνέπειες ( φτώχεια, μείωση γεννήσεων και πληθυσμού, ασθένειες , δραματική αύξηση θνησιμότητας κλπ) ειναι λιγο πολύ γνωστές.

Υπήρξε επίσης σημαντική συρρίκνωση της (σοβιετικής) βιομηχανίας αφού πολλές απο τις κρατικές επιχειρήσεις ειτε ιδιωτικοποιήθηκαν κακήν κακως ειτε έκλεισαν αφου δεν μπορούσαν να επιβιώσουν σε περιβάλλον καπιταλιστικης οικονομίας και να ανταγωνιστούν τις ξένες πολυεθνικές.

Η αύξηση τιμών πετρελαίου και η ενδυνάμωση του κράτους επι Πουτιν οδήγησαν σε μια ανάκαμψη.

Μια ένταξη της Ρωσιας στη παγκοσμιοποίηση θα οδηγούσε σε καθεστως πλήρους οικονομικής υποτέλειας και δραστικής απώλειας της ρωσικής εθνικής κυριαρχίας.

Ενας πιθανός αποκλεισμός της Ρωσίας απο τη δύση μπορεί και να ήταν ευλογία για τη Ρωσία.

Απο τη μία υπάρχουν χώρες οπως η Κινα που παράγουν και προμηθεύουν παρα πολλά απο τα προιόντα που η δύση θα σταματούσε να παρέχει. Επίσης η Ρωσία εχει όλους τους φυσικούς πόρους, στρατιωτική δύναμη, το μέγεθος αγοράς, το επιστημονικό και εργατικό δυναμικό κλπ ώστε να ξανα χτίσει τη παραγωγική της βάση και να γίνει αυτάρκης σε μεγάλο βαθμό (οπως ηταν και η ΕΣΣΔ).
Οπως αντίστοιχα η ΕΣΣΔ εξελίχθηκε σε υπερδύναμη αναπτύσσωμενη υπο αποκλεισμό απο τη δυτική οικονομία, το ίδιο θα μπορούσε να κάνει πάλι η Ρωσία. Αυτο βέβαια προυποθέτει ρήξη με τους θεσμους της παγκοσμιοποίησης αλλα και την επαναφορά κάποιων σοβιετικού τύπου οικονομικών πολιτικών