Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

Τα ελληνικά πανεπιστήμια, από την δικτατορία του 1967 και την μεταπολιτευτική κάθαρση του 1974, στο ζοφερό σήμερα : Η καθηγητική αυταρχία και "αυθεντία", η συνενοχή του σύγχρονου καθηγητικού κατεστημένου στην έλευση της παρούσας ελληνικής χρεωκοπίας και τα καθήκοντα μιας κυβέρνησης της Αριστεράς.



Νοέμβριος 1973 : Πολυτεχνείο. Οι φοιτητές και τα διάφορα "εξωπανεπιστημιακά στοιχεία", επί το έργον. Εννοείται ότι το σύγχρονο νεοσυντηρητικό καθηγητικό κατεστημένο των πανεπιστημίων, με το αναπαλαιωμένο στυλ της "εκσυγχρονισμένης" αυταρχίας, που προσπαθεί, με επιτυχία, μέχρι στιγμής, να επαναφέρει, στους πανεπιστημιακούς χώρους, θα είχε καλέσει τις αρχές και τα ένοπλα τμήματα του κράτους και θα τους είχε μαζέψει. Όπως επιχειρεί να κάνει - φορτσάροντας όσο μπορεί περισσότερο - και σήμερα...




Ενώ η τουρκική ελίτ των ισλαμιστών του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογκάν και του πρωθυπουργού Αχμέτ Νταβούτογλου, καθώς και οι κεμαλιστές στρατιωτικοί, σκέπτονται και σχεδιάζουν την κατάληψη του Καστελλόριζου και των παρακείμενων νησίδων, που αποτελούν την εσχατιά του ελληνικού θαλάσσιου χώρου, που βρίσκεται, πέραν του Αιγαίου, στον μεσανατολικό χώρο (και οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις θα προχωρήσουν σε αυτή την ενέργεια - τώρα, ή αργότερα -, για να προλάβουν οποιαδήποτε ελληνική απόπειρα, για ανακήρυξη της ελληνικής ΑΟΖ, που θα περιλαμβάνει και το νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελλόριζου και όσο οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις βρίσκονται, σε αδυναμία υπεράσπισης αυτής της περιοχής, αν και αυτό, προς το παρόν, αποφεύχθηκε, αφού προχθές ο Αντώνης Σαμαράς δεν τόλμησε να μιλήσει, για την άμεση ανακήρυξη της ελληνικής ΑΟΖ, ούτε στην Κύπρο, ούτε στο Κάϊρο), τα φορτσάκεια "κατορθώματα", η βλακώδης ρήση, για τα "θρασίμια" της φοιτητικής νεολαίας, του ανερμάτιστου "ανοιξιάτικου" αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας, που λειτουργεί, ως παίγνιο των ξένων δανειστών, οδηγώντας την πολιτική ναυαρχίδα της συντηρητικής παράταξης, προς τον εκλογικό εξευτελισμό και στον πολιτικό θάνατο, μαζύ με το κατάντημα της μεγάλης πλειοψηφίας των ανθρώπων της γενιάς του Πολυτεχνείου και των μεταπολιτευτικών φοιτητικών γενεών, που οδήγησαν την χώρα, στα βράχια, όση λύπη και αν προκαλούν, δεν είναι τίποτε περισσότερο, από την φυσιολογική κατάληξη της εξελισσόμενης παρακμιακής κατάστασης, την οποία βιώνει η ελληνική κοινωνία. Μιας κατάστασης της οποίας το τέλος αργεί, ακόμη. Και μάλιστα, αργεί πολύ.

Η παρούσα "ευρωπαϊστική"/κοσμοπολιτική και κατ' ουσίαν, μειωμένου πατριωτισμού πολιτικοοικονομική ελίτ της χώρας είναι δεδομένο ότι δεν έχει καμμία αναστολή, ως προς τα όσα πράττει και φυσικά, είναι διατεθειμένη να πουλήσει, ακόμη και στα σκλαβοπάζαρα, τον εντόπιο πληθυσμό, όπως αποδεικνύουν τα πεπραγμένα της, κατά την τελευταία πενταετία.

Όμως, αυτή η πουλημένη, ψυχή τε και σώματι, ελίτ δεν θα μπορούσε να πράξει όσα έπραξε, όσα πράττει και όσα θα εξακολουθήσει να πράττει, εάν δεν είχε και εάν δεν έχει, ως άμεσο συμπαραστάτη και συναυτουργό, στα εγκλήματά της, κατά της ελληνικής κοινωνίας, την αποκαλούμενη πνευματική ελίτ της χώρας.

Μια πνευματική ελίτ η οποία διακρίνεται, για την δουλικότητά της, προς κάθε μορφή δημόσιας και κυρίως ιδιωτικής εξουσίας και για το χαμηλό μορφωτικό και μαθησιακό επίπεδο, το οποίο χαρακτηρίζει τα μέλη της, των οποίων η κουλτούρα είναι, ομοίως, κακής ποιότητας, ως προϊόν του έντονου επαρχιωτισμού τους, ο οποίος τα οδηγεί σε συμπεριφορές, που προσδιορίζονται, από μια αμετροεπή μνησικακία, η οποία οφείλεται στην σαφέστατη γνώση των χαμηλών προσόντων, που αποτελούν το χαρακτηριστικό γνώρισμα των μελών της ελληνικής "πνευματικής" ελίτ.

Αυτός ο γενικός κανόνας, που προσδιορίζει το περιεχόμενο των χαρακτηριστικών των μελών της ελληνικής "πνευματικής" ελίτ και ο οποίος συμπληρώνεται, με την ιδιοτελή αρπακτικότητα, την ακόρεστη βουλιμία, για πλουτισμό (με χαρακτηριστικούς εκπροσώπους τον μακαρίτη, πλέον, Αιμίλιο Μεταξόπουλο και την παρέα του, στο Πάντειο) και την δίψα για την ανεξέλεγκτη άσκηση της όποιας εξουσίας, στους χώρους, όπου απλώνεται η όποια δραστηριότητά τους (ιδίως, ως προς την τελευταία ιδιότητα, ο Θεόδωρος Φορτσάκης δεν είναι το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα, παρά τις ακραίες συμπεριφορές, που επιδεικνύει), προφανώς, έχει - όπως κάθε κανόνας - εξαιρέσεις. Αλλά αυτές οι εξαιρέσεις, δεν αλλάζουν τον κανόνα. Γι' αυτό και παραμένουν, απλώς, εξαιρέσεις.

Σε αυτήν την κακής ποιότητας και χαμηλού πνευματικού επιπέδου "πνευματική ελίτ" και μάλιστα, στην πανεπιστημιακή εκδοχή της, είναι που παρέδωσε, με την ουσιαστική κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου και της συμμετοχής των φοιτητών, στα όργανα της διοίκησης, στα Ανώτατα Επαιδευτικά Ιδρύματα, την ανεξέλεγκτη άσκηση της εξουσίας, μέσα στους χώρους της Ανώτατης Παιδείας του τόπου, ο ευήθης ΓΑΠ και η καταστροφική κυβέρνησή του, η οποία, ως τυφώνας, διέλυσε την χώρα και την κοινωνία της, παραδίδοντας τον σύγχρονο ελληνισμό του ελλαδικού χώρου, στους ξένους τοκογλύφους.

Με λίγα λόγια, ο "αντιεξουσιαστής, στην εξουσία" ΓΑΠ, η "εκσυγχρονίστρια" Άννα Διαμαντοπούλου και η εκθεμελιωτική παρέα τους πραγματοποίησαν τα όνειρα του ελληνικού καθηγητικού κατεστημένου και του παρέδωσαν την πλήρη εξουσία, του λύειν και του δεσμείν, στους πανεπιστημιακούς χώρους, οδηγώντας, σε μια θεσμική επαναφορά της εξουσίας της καθηγητικής έδρας, όχι μόνον, όπως αυτή είχε, αμέσως, πριν από την ψήφιση του Ν. 1268/1982, από την πρώτη κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ, ύστερα από τις βουλευτικές εκλογές της 18/10/1981, αλλά, έτσι, όπως, ακριβώς, είχε διαμορφωθεί, πριν από την μεταπολίτευση του 1974, κατά την περίοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών.

Έτσι, οι πανεπιστημιακοί θεσμοί οπισθοδρόμησαν, στην κατάσταση, στην οποία βρίσκονταν, κατά την περίοδο, που δρούσε ανεξέλεγκτο, το παλαιό δικτατορικό και προδικτατορικό καθηγητικό καταστημένο, ακολουθώντας πρακτικές, σαν εκείνες, που άσκησαν, στους καιρούς τους, ο "πρύτανης των τανκς" Ευάγγελος Σδράκας και όλο αυτό το καθηγητικό σκυλολόϊ, που, σε έναν κάποιο - έστω και ανεπαρκή - βαθμό, ξεκαθαρίστηκε, με τον ερχομό της μεταπολίτευσης και την συγκρότηση του Ειδικού Πειθαρχικού Συμβουλίου, ύστερα, από την παράδοση της εξουσίας, από την αυτοκαταρρεύσασα δικτατορία του Δημήτριου Ιωαννίδη, στον Κωνσταντίνο Καραμανλή και την κυβέρνησή του.

Περιττό να πω, βέβαια, ότι, ακόμη και αυτή η συγκρότηση του Ειδικού Πειθαρχικού Συμβουλίου και ο, έστω, περιορισμένος κατασταλτικός πειθαρχικός έλεγχος, που υπήρξε και τον οποίον υπέστη μερίδα του καθηγητικού κατεστημένου της εποχής, του οποίου η δικαίωση ήλθε μετά από 40, σχεδόν, χρόνια, δεν θα είχε υπάρξει, εάν δεν υπήρχε εκείνο το σφριγηλό και δυναμικό φοιτητικό κίνημα εκείνης της εποχής, όσες αδυναμίες και αν είχε αυτό. Και η αλήθεια είναι ότι είχε πολλές, οι οποίες, τελικά, το οδήγησαν, στον μαρασμό, τον οποίον βιώνει, όχι μόνο τώρα, αλλά εδώ και πολλά χρόνια. Αλλά, αυτές οι αδυναμίες, τότε, δεν είχαν δείξει το πρόσωπό τους και εν πάση περιπτώσει, δεν ήσαν αυτές, που καθόρισαν την στάση του κινήματος αυτού, στην αποκαθήλωση της απόλυτης εξουσίας του αρτηριοσκληρωτικού καθηγητικού κατεστημένου της εποχής εκείνης. Κάθε άλλο.

Όπως, τότε, η δύναμη και η δυναμική του φοιτητικού κινήματος, ήταν αυτή, που βοήθησε, στην αποκαθήλωση της αυθαίρετης και απόλυτης, καθ' έδραν, εξουσίας του καθηγητικού κατεστημένου, έτσι και τώρα, η προφανής αδυναμία και η ανυποληψία, στην οποία έχει περιπέσει, η έρπουσα σκιά αυτού του κινήματος, είναι αυτή, που τροφοδότησε και τροφοδοτεί την επαναφορά αυτής της απόλυτης και ανεξέλεγκτης εξουσίας του σύγχρονου καθηγητικού κατεστημένου, το οποίο, μάλιστα, επιχαίρει και αδημονεί, για την πλήρη απομάκρυνση κάθε ελάχιστου στοιχείου ελέγχου των πράξεων του κατεστημένου αυτού, του οποίου η αγροίκα και αγελαία επίδειξη της εξουσιομανίας, από την οποία διακατέχεται και ο θεσμικός επαρχιωτισμός, που το διακρίνει, είναι, ως συμπεριφορές, απολύτως παρούσες και αποτελούν στοιχεία, με τα οποία ταυτοποιείται η, περίπου, αδιάσπαστη συνέχεια αυτού του καθηγητικού κατεστημένου της εποχής, με εκείνο της δικτατορικής και της προδικτατορικής περιόδου.

Ας θυμηθούμε κάποια από τα έργα και τις ημέρες του παλαιού καθηγητικού καταστημένου, για να αντιληφθούμε το είδος και την ποιότητα των όσων πρόκειται να επακολουθήσουν, στους πανεπιστημιακούς χώρους - κάποια από τα οποία, ήδη, πιθανότατα, έχουν συμβεί, από την στιγμή, που το τωρινό καθηγητικό κατεστημένο έχει αρχίσει να ανακτά, τον απόλυτο έλεγχο των όσων συμβαίνουν, στα πανεπιστήμια, με την "βοήθεια του νόμου και των οργάνων του" :

Ο καθηγητής Γεώργιος Θεοχαρίδης απομακρύνθηκε, από την Φιλοσοφική Ιωαννίνων, επειδή, σύμφωνα, με το Ειδικό Πειθαρχικό Συμβούλιο, έγραφε, ως πρωτοετή φοιτητή, τον υποδιοικητή Ασφαλείας της πόλης Κ. Κονιστή, με τον οποίο ήταν κολλητός, για να μπορεί ο αρχηγός της Ασφάλειας να περιφέρεται, διαρκώς και ανεξέλεγκτος, στα γραφεία, στις αίθουσες και σε όλους τους χώρους της Σχολής.

Ο καθηγητής της Ανωτάτης Βιομηχανικής Πειραιά Κλαύδιος Μπανταλούκας απομακρύνθηκε, επειδή, ανάμεσα, στα άλλα, με επιστολή του, προς τον αρχηγό της ΚΥΠ ταξίαρχο Αλέξανδρο Χατζηπέτρο, κατήγγειλε τον δικηγόρο Ιωάννη Γκόγκο, για τα φρονήματά του, ενώ, με την ίδια επιστολή, βοήθησε, καθοριστικά, στην οριστική απόλυση του καθηγητή της ίδιας Σχολής Νικόλαου Μοσχολιού.

Ο Φαίδων Μπουμπουλίδης καθηγητής, στην Φιλοσοφική Αθηνών, απολύθηκε, από το Ειδικό Πειθαρχικό Συμβούλιο, επειδή συμμετείχε, ενεργά, στην απόλυση διδάσκοντος, ο οποίος είχε δημοσιεύσει άρθρο, υπέρ του φοιτητικού κινήματος.

Ο Αλέξανδρος Κατσαντώνης, που ήταν καθηγητής, στην Νομική Σχολή Αθηνών, απολύθηκε, οριστικά, επειδή συνεργάστηκε, πολιτικά, με το δικτατορικό καθεστώς, αφού, ως υφηγητής, συμμετείχε, ως μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας, υπό τον υπουργό Δικαιοσύνης του δικτατορικού καθεστώτος, στην Διάσκεψη των υπουργών Δικαιοσύνης των κρατών - μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, αλλά και επειδή συμμετείχε, σε ομάδα εργασίας, η οποία ανέλαβε να εισηγηθεί την νομοθετική ρύθμιση, για τους όρους και τις προϋποθέσεις άσκησης του δημοσιογραφικού επαγγέλματος.

Αυτά τα ελάχιστα αποτελούν ένα πολύ μικρό δείγμα των πεπραγμένων της πλειοψηφίας του καθηγητικού κατεστημένου, κατά την εποχή της δικτατορίας των συνταγματαρχών (1967 - 1974).

Φυσικά, αυτές οι συμπεριφορές και οι πρακτικές, που αναδείχτηκαν, μέσα από αυτές, πέρα από, απλώς, ενδεικτικές, δεν περιγράφουν όλα όσα έγιναν και βυσοδομήθηκαν, στα παρασκήνια, εκείνη την εποχή. Ούτε και εκτείνονται, μόνο, στην δικτατορική περίοδο. Ο χαφιεδισμός, το ρουφιανιλίκι και η συνεργασία, με κάθε μορφή της και εκδοχή κρατικής εξουσίας, προϋπήρξαν της περιόδου της δικτατορίας και η επίδειξή τους χάνεται, στα βάθη του χρόνου, ανατρέχοντας, στις αρχές της ύπαρξης των ελληνικών πανεπιστημίων, αφού το καθηγητικό στρώμα, στην πλειοψηφία του, υπήρξε και παραμένει το πιο συντηρητικό στρώμα της ελληνικής πνευματικής ελίτ.

Αυτό το βαθιά συντηρητικό - που αγγίζει και υπερβαίνει τα όρια του αντιδραστικού - καθεστώς είναι, που πασχίζουν να επαναφέρουν, σε πλήρη ισχύ και μέσα, στις σύγχρονες συνθήκες, η ελεεινή πολιτικοοικονομική ελίτ και το τωρινό πανεπιστημιακό καθηγητικό κατεστημένο, με την επίκληση και με την δικαιολογία των όποιων πραγματικών και μεγάλων στρεβλώσεων, που έγιναν όλα αυτά τα χρόνια της ισχύος του πανεπιστημιακού ασύλου και του Ν.1268/1982, στην λειτουργία των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων της χώρας. Και φυσικά, εάν όλοι αυτοί αφεθούν να ολοκληρώσουν την προσπάθειά τους, δεν θα διστάσουν να προβούν, σε αυτή την ολική επαναφορά του καθεστώτος, της ρουφιανιάς, του χαφιεδισμού και της αστυνομοκρατίας, μέσα στους χώρους των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων του τόπου μας.

Όλα αυτά, μάλιστα, θα γίνουν νομότυπα και εντελώς, "δημοκρατικά", αφού οι όποιες εκδηλώσεις και παρεκτροπές υπάρξουν, από οποιεσδήποτε ομάδες "ταραξιών", προφανώς, θα αντιμετωπισθούν, από τις μονάδες της έννομης της τάξεως (ιδιωτικές και δημόσιες), που θα μισθώσουν και θα καλέσουν οι αρμόδιες πανεπιστημιακές αρχές - δηλαδή ο Πρύτανης και η, χωρίς τους φοιτητές, Σύγκλητος. Δηλαδή, σε τελική ανάλυση, το ίδιο το καθηγητικό κατεστημένο (στο σύνολό του, ή, κατά πλειοψηφία), το οποίο, ηθικά, μεν, θα σφετερισθεί την νομιμότητα, αλλά, νομοτυπικά, θα την εκπροσωπεί, αφού, με βάση την νομοθεσία, που έχει (και θα έχει) θεσπίσει η "δημοκρατική" βουλή του σύγχρονου νεοκατοχικού καθεστώτος της, εν Ελλάδι, δημιουργηθείσας, από τον Απρίλιο του 2010, αποικίας χρέους, σε και με αυτό το νεοσυντηρητικό καθηγητικό κατεστημένο, εκφράζεται, υλοποιείται και προσδιορίζεται η νομιμότητα αυτή.

Έτσι, μέσα στις σύγχρονες συνθήκες ο κ. Φορτσάκης (και ο κάθε Φορτσάκης) θα νομιμοποιείται να προσλαμβάνει σεκουριτάδες, να καλεί τα ΜΑΤ, για να καταστείλει τις αντιδράσεις των φοιτητών, που δεν θα βρίσκονται, εντός των πλαισίων της νομιμότητας, που αυτός εκφράζει και εκπροσωπεί, ενώ, παράλληλα, με την λογική της πρόληψης τέτοιων φαινομένων "φοιτητικής βίας", "καταστροφών της δημόσιας περιουσίας" και "οχλοκρατικών αναταραχών", ο σύγχρονος Θεοχαρίδης θα ονομάζει, με την χορήγηση επισήμων εγγράφων, ως φοιτητές (πρωτοετείς ή μη) τους διάφορους ασφαλίτες, για να κατοπτεύουν τους πανεπιστημιακούς χώρους και να κόβουν κίνηση, παρακολουθώντας τις κινήσεις του φοιτητόκοσμου, προκειμένου να προλάβουν οποιαδήποτε αναταραχή και να την καταστείλουν, πριν προλάβει να εκδηλωθεί.

Ακόμη, μέσα σε αυτό το πνιγηρό και νοσηρό περιβάλλον, που θα διαμορφωθεί, στους πανεπιστημιακούς χώρους, οι διάφοροι  σύγχρονοι Μπανταλούκες και Μπουμπουλίδηδες θα μπορούν, ανενδοίαστα, να καταγγέλουν όλους όσους "εγκωμιάζουν", δημοσίως, τις όποιες "έκνομες" ενέργειες πραγματοποιηθούν, ή, ακόμη και εάν αυτές γίνει προσπάθεια να πραγματοποιηθούν, από οποιεσδήποτε ομάδες φοιτητών.

Και φυσικά, αυτό το, ακραία, συντηρητικό καθηγητικό κατεστημένο δεν πρόκειται να σταματήσει και δεν θα φεισθεί οποιασδήποτε προσπάθειας και ενέργειας θα χρειασθεί να πραγματοποιήσει, προκειμένου να κατοχυρώσει, σε μια μόνιμη βάση την, σχεδόν, απόλυτη εξουσία του, στους πανεπιστημιακούς χώρους.

Το σύγχρονο καθηγητικό κατεστημένο, που διακατέχεται, από την ακόρεστη δίψα, για την εξουσία, μέσα, στα του οίκου του, αυτή την, περίπου, απόλυτη εξουσία, που τους χάρισαν και εξακολουθούν να τους χαρίζουν οι νεοσυντηρητικοί πολιτικοί, σαν τον ΓΑΠ, την Άννα Διαμαντοπούλου, τον Κωνσταντίνο Αρβανιτόπουλο, τον Ανδρέα Λοβέρδο, τον Ευάγγελο Βενιζέλο και όλη αυτή την, κοινωνικά, ακραία αντιδραστική κομπανία της ηθικά, εξαθλιωμένης ελληνικής πολιτικής ελίτ, που είναι αδιάσπαστο τμήμα αυτού του κατεστημένου, θα την ασκήσει πλήρως.

Άλλωστε, αυτό το σύγχρονο καθηγητικό κατεστημένο, (όπως και η πολιτική τάξη της χώρας) έχει διαπλακεί, πλήρως, με την άσκηση της πολιτικής και της κρατικής διοικητικής εξουσίας και παράλληλα, έχει διαπλακεί και με τα μεγάλα ιδιωτικά επιχειρηματικά συμφέροντα, των οποίων έχει καταστεί υποτακτική θεραπαινίδα. Και φυσικά, επιθυμεί να συνεχίσει, αδιατάρακτα, τα έργα του αυτά, την ύπαρξη και την υλοποίηση των οποίων θέλει να παρουσιάσει και να επιβάλει, ως μια "φυσιολογική διαδικασία" και συμπεριφορά, ως "μέρος της επιστημονικής διαδικασίας"  και ως "αναγκαία κοινωνική διαβούλευση, που προωθεί το επιστημονικό έργο".

Η αλήθεια είναι ότι, σε αυτή την προσπάθεια ιδεολογικοποιητικής αιτιολόγησης και δικαιολόγησης της εγκαθίδρυσης της πολιτικοοοικονομικής διαπλοκής του, το καθηγητικό κατστημένο έχει επιτύχει, περίπου, πλήρως, να επιβάλει την δική του ερμηνεία, για την "ορθότητα", την "αναγκαιότητα" και την "φυσιολογική βάση" του φαινομένου αυτού.

Εννοείται, βέβαια, ότι όλοι αυτοί οι έωλοι ισχυρισμοί δεν είναι τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο, από ανοησίες και παραμυθολογήματα. Αλλά δεν είναι αυτό, που έχει, γι' αυτούς, σημασία.

Αυτό, που ενδιαφέρει το καθηγητικό κατεστημένο (και την συμπαρομαρτούσα γλίτσα της, παταγωδώς, αποτυχημένης εντόπιας πολιτικής ελίτ, η οποία οδήγησε την χώρα, στην παρούσα κατάσταση της δολίας χρεωκοπίας), είναι να καταφέρει να περάσει, τα πεπραγμένα του αυτά, ως "ορθολογικά" και να τα καταστήσει, κοινωνικώς, αποδεκτά. Όλα τα άλλα του είναι, παντελώς, αδιάφορα.

Έτσι, η ανάμειξη στα ζητήματα της άσκησης της πολιτικής εξουσίας και η συναφής άμεση, ή έμμεση, εμπλοκή του πανεπιστημιακού καθηγητικού στρώματος, στα ζητήματα της άσκησης της διοικητικής εξουσίας, στην κρατική μηχανή και στις ιδωτικές επιχειρήσεις θεωρείται, ως κάτι το φυσιολογικό και ως ένα δεδομένο, το οποίο - υποτίθεται ότι - δεν σχετίζεται, με το όποιο επιστημονικό έργο παράγει.

Βλακείες. Αυτός ο ισχυρισμός είναι ένα τεράστιο παραπλανητικό μύθευμα.

Η οποιαδήποτε εμπλοκή του καθηγητικού στρώματος, στα ζητήματα της άσκησης της πολιτικής και της κρατικής εξουσίας, αποτελεί μια πλήρη διαστροφή και έρχεται, σε ευθεία σύγκρουση, με τα όποια πανεπιστημιακά καθήκοντα έχουν απονεμηθεί, στο στρώμα αυτό. Και φυσικά, αυτή η εμπλοκή του καθηγητικού κατεστημένου του πανεπιστημιακού χώρου, με την άσκηση της πολιτικής και της κρατικής εξουσίας, βρίσκεται, σε πλήρη ρήξη, με το όποιο επιστημονικό έργο καλείται αυτό το, εξαιρετικά, συντηρητικό κοινωνικό στρώμα να επιτελέσει.

Με λίγα λόγια, η ακαδημαϊκή ελευθερία και η επιτέλεση του όποιου επιστημονικού έργου των διδασκόντων, στα πανεπιστήμια δεν μπορούν να πάρουν σάρκα και οστά, δεν μπορούν να επιτελεσθούν, στο ελάχιστο, όταν τα μέλη αυτού του στρώματος διαπλέκονται και είναι τμήματα της πολιτικής εξουσίας και του διοικητικού μηχανισμού του ευρύτερου κράτους.

Παραπάνω, ανέφερα, ως παράδειγμα απαξιωτικής συμπεριφοράς και ως τιμωριτική περίπτωση, την οριστική απόλυση του καθηγητή της Νομικής Σχολής Αθηνών Αλέξανδρου Κατσαντώνη, από το Ειδικό Πειθαρχικό Συμβούλιο, που συγκροτήθηκε, μετά την αλλαγή φρουράς, που επέφερε η κυπριακή τραγωδία, τον Ιούλιο του 1974, με την παράδοση της εξουσίας, από το δικτατορικό καθεστώς, στην πολιτική κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Η κατηγορία, που αντιμετώπισε ο, κατά τα άλλα, άξιος και πλήρως κατηρτισμένος νομικός δεν ήταν ο χαφιεδισμός, ή η ρουφιανιά. Τέτοια ποταπή συμπεριφορά δεν επέδειξε ο Αλέξανδρος Κατσαντώνης και δεν του καταλογίστηκε. Και για να μην του καταλογισθεί, προφανώς, δεν θα υπήρξαν οι σχετικές αφορμές, διότι, εάν υπήρχε υπόβαθρο, σε τέτοιου είδους ατιμωτικές κατηγορίες, αυτές θα του είχαν καταλογισθεί. 

Η ευθεία κατηγορία, που αντιμετώπισε, ο αείμνηστος, πλέον, Αλέξανδρος Κατσαντώνης ήταν η πολιτική συνεργασία του, με το δικτατορικό καθεστώς. Γι' αυτόν τον λόγο, καταδικάστηκε και απομακρύνθηκε, από το καθηγητικό στρώμα, παρά το γεγονός ότι ήταν ένας εγκρατέστατος νομικός.

Αυτή η πειθαρχική κατηγορία και ο σχετικός καταλογισμός, που επιβλήθηκε, στον Αλέξανδρο Κατσαντώνη, για την πολιτική του συνεργασία, με το δικτατορικό καθεστώς (πέρα από το γεγονός ότι αποδείχτηκε βάσιμη, ως προς το περιεχόμενό της, αφού η πολιτική εμπλοκή του κατηγορηθέντος καθηγητή, με το δικτατορικό καθεστώς, υπήρξε άμεση και αναμφισβήτητη) ήταν και απολύτως ορθή και ως προς τα ουσιώδη και ως προς τα διαδικαστικά χαρακτηριστικά της.

Το πρόβλημα του Αλέξανδρου Κατσαντώνη και η τιμωρία του, για την πολιτική του συνεργασία, με την δικτατορία των συνταγματαρχών, μπορεί να περιορίστηκε, στο γεγονός της πολιτικής ανωμαλίας, που συγκροτούσε, αυτό το ίδιο το καθεστώς, ως προϊόν ανελεύθερης πολιτικής εκτροπής και ως σφετερισμός της εξουσίας, από τους στρατιωτικούς, αλλά η ουσία του ξεφεύγει και ξεπερνά, κατά πολύ, αυτή την περιορισμένη διάσταση, που θέλησαν να του δώσουν, εκείνη την εποχή, οι κατήγοροι και εκείνοι, που τους ακολούθησαν.

Η ίδια η κατηγορία, περί της πολιτικής συνεργασίας του ακαδημαϊκού καθηγητή, υπήρξε και είναι απόηχος μιας παλαιάς και απόλυτα, ορθής πεποίθησης, η οποία αποτελεί την βαριά κληρονομιά του Διαφωτισμού, η οποία επικρατούσε (και έχει αφήσει την σκιά της, μέχρι σήμερα), στους πανεπιστημιακούς χώρους και προσδιορίζει την πλήρη και απόλυτη ανεξαρτησία της ακαδημαϊκής και της επιστημονικής ζωής και δραστηριότητας, από την πολιτική και την κρατική εξουσία.

Απόηχος αυτής της πεποίθησης, που ήθελε και θέλει την ανεξαρτησία της πανεπιστημιακής επιστημονικής κοινότητας και των ερευνητικών και των λοιπών δραστηριοτήτων, που λαμβάνουν χώρα, στα πανεπιστήμια, από την πολιτική και την κρατική εξουσία, είναι το αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων και το άσυλο.

Αυτή την ανεξαρτησία, από την πολιτική και την, εν γένει, κρατική εξουσία, είναι που καταδολιεύει και καταστρέφει η άμεση και έμμεση εμπλοκή των πανεπιστημιακών καθηγητών, με την πολιτική και την κρατική δραστηριότητα. Αυτή η εμπλοκή είναι εκείνη, που καταργεί το αδέσμευτο και το ακηδευμόνευτο περιεχόμενο της επιστημονικής έρευνας και δραστηριότητας, αφού ο καθηγητής, που εμπλέκεται, σε αυτές τις δραστηριότητες της πολιτικής και της κρατικής διοίκησης, χάνει, εκ των πραγμάτων, την όποια λειτουργική και πραγματική ανεξαρτησία του και την επιστημονική του ιδιότητα.

Αυτό ήταν το βαθύτερο περιεχόμενο της κατηγορίας, η οποία απευθύνθηκε, στον Αλέξανδρο Κατσαντώνη (και όχι μόνο, σε αυτόν), μετά την μεταπολίτευση του 1974. Η κατηγορία, που του απευθύνθηκε, για την πολιτική συνεργασία, περιορίστηκε, βέβαια, στο γεγονός ότι αυτή η συνεργασία έγινε, με μια πολιτική εξουσία της οποίας η νομιμοποιητική βάση, ήταν ανώμαλη. Αλλά αυτή η κατηγορία, έτσι όπως διατυπώθηκε, υπήρξε ανεπαρκής.

Η ουσία της κατηγορίας και το αληθές περιεχόμενό της, έχουν ευρύτερη διάσταση και δεν αφορά το γεγονός της συνεργασίας, με ένα ειδικό πολιτικό καθεστώς, όπως είναι μια στρατιωτική δικτατορία, ή κάποιο άλλο ανώμαλο πολιτικό καθεστώς.

Η πραγματική και ουσιώδης κατηγορία, η οποία έχει και μια ατιμωτική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική διάσταση, είναι η συνεργασία, με την πολιτική και την κρατική εξουσία, η εισπήδηση, σε αυτές, χωρίς την παράλληλη οριστική (δηλαδή, χωρίς μεταγενέστερη ανάκληση), πλήρη και παντελή απομάκρυνση, από τους πανεπιστημιακούς χώρους και η άσκηση δραστηριοτήτων, που έχουν να κάνουν με τις εξουσίες αυτές και οι οποίες, εκ φύσεως, απάδουν, σε ανθρώπους, οι οποίοι φέρουν την ιδιότητα του πανεπιστημιακού καθηγητή και επιστήμονα.

Και αυτή η κατηγορία, η οποία, όπως είπαμε, είναι, εντελώς, ατιμωτική, έπρεπε και τότε, αλλά πολύ περισσότερο, τώρα, να απευθυνθεί, σε όλους, ή σχεδόν όλους, όσους αποτελούν μέλη του καθηγητικού κατεστημένου των ελληνικών πανεπιστημίων.

Όταν, μάλιστα, ληφθεί υπόψη και η εμπλοκή αυτού του στρώματος, με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τα συμφέροντα, που αυτές εκπροσωπούν, τότε τα πράγματα γίνονται πολύ χειρότερα, αφού η επιτέλεση του όποιου επιστημονικού έργου πηγαίνει, σε μεγάλο βαθμό, περίπατο, ενώ η έννοια της ακαδημαϊκής ελευθερίας καταλύεται, ολοσχερώς, αφού το καθηγητικό κατεστημένο, με αυτόν τον τρόπο οδηγείται, σε άμεσες σχέσεις εξάρτησής του, από αυτά τα ιδιωτικά συμφέροντα και σε μια διαδικασία υπαλληλοποίησης, η οποία, ουδόλως, συνάδει, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της ανεμπόδιστης επιστημονικής έρευνας.

Για να καταλάβουμε, πού πάει η όλη υπόθεση και το καθεστώς της συντεχνιακής αυταρχίας, του οποίου την ολοκλήρωση επιδιώκει να επιβάλει το νεοσυντηρητικό καθηγητικό κατεστημένο, στα ελληνικά πανεπιστήμια, ας δούμε κάποιους χαρακτηριστικούς ισχυρισμούς των μελών του σύγχρονου πανεπιστημιακού κατεστημένου, οι οποίοι είναι αποκαλυπτικοί των προθέσεων, των ανθρώπων αυτών, παρά το γεγονός ότι προσπαθούν να τους δικαιολογήσουν, μέσα από την επίκληση των όποιων επιστημονικοφανών ιδεολογημάτων και ιδεοληψιών της ψευδούς συνειδήσεως (της παραμυθώδους "καθαρής πανεπιστημιακής και επιστημονικής" ιδεολογίας), που τους διακατέχει και την οποία, με εργαλειακό τρόπο, επικαλούνται. προκειμένου να προωθήσουν το συντεχνιακό τους συμφέρον, έτσι όπως αυτό κατοχυρώνεται, από την ολοκλήρωση της, εκ μέρους τους, άσκησης της απόλυτης εξουσίας, σε ατομική, αλλά και σε ομαδική βάση, ως ενός στεγνού και στυγνού εξουσιαστικού στρώματος, μέσα στους χώρους των ελληνικών πανεπιστημίων. 

Γράφει η καθηγήτρια της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου κ. Mαρία Mιμίκου, στην οικονομική εφημερίδα "Ημερησία" (ηλεκτρονική διεύθυνση : http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=26533&subid=2&pubid=113378340 ) :

"Mε την έναρξη της χρονιάς αυτής, η οποία ακολουθεί μια περίοδο εξαιρετικά ταραγμένη για τα Πανεπιστήμια με πολύμηνες διακοπές λειτουργίας τους, έχουν ξεκινήσει οι συζητήσεις και οι προσδοκίες για κάτι καλύτερο, σε συνδυασμό μάλιστα με τις νέες διοικήσεις που φέτος για πρώτη φορά εκλέχθηκαν με τον νέο νόμο. H περσινή κατάντια έχει κατεβάσει επικίνδυνα τον πήχυ για κάποιους που θεωρούν ότι θα είναι μεγάλο επίτευγμα να λειτουργήσουν απλώς τα ιδρύματα, έστω και σε αποδεκτό βαθμό. Aλήθεια, όμως, τι είναι το «αποδεκτό»; Eίναι να μας αφήνουν να μπαίνουμε ανεμπόδιστα στα γραφεία μας; Nα μην είναι κλειστό το γραφείο του πρύτανη από καταληψίες φοιτητές; Nα γίνονται μαθήματα; Nα λειτουργεί νόμιμα η Σύγκλητος; Aν είναι έτσι, τότε για μένα αυτό -από μόνο του- δεν συνιστά «αποδεκτό» επίπεδο λειτουργίας! Eίναι στοιχειώδεις και αυτονόητες προϋποθέσεις που η διοίκηση πρέπει να μπορεί να εξασφαλίζει, αλλιώς δεν έχει νόημα ύπαρξης! Φροντίζοντας μάλιστα το «αντάλλαγμα» γι' αυτά να μην είναι η ικανοποίηση παράλογων και παράνομων απαιτήσεων συντεχνιών που δεν εκφράζουν ούτε καν την πλειοψηφία αυτών που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν!

O πήχυς πρέπει να μπει πολύ ψηλότερα και να στοχεύει στην ανάπτυξη της εκπαίδευσης και της έρευνας, γιατί αν δεν γίνει αυτό τώρα, στην αρχή, δεν βλέπω αλήθεια πότε μπορεί να προβλέπεται! Δεν επιτρέπεται να συνεχίσουμε να χάνουμε και άλλη ενέργεια (περαιτέρω της διοικητικά απαραίτητης μέριμνας) στις «διαθεσιμότητες», στους «αιώνιους» φοιτητές κ.λπ., διεκδικώντας στην ουσία «αυτονομία» των Πανεπιστημίων -που δεν έχουν- και διευρύνοντας την αναρχία που μας περιβάλλει. Aντίθετα, θα πρέπει να διεκδικήσουμε το δικαίωμά μας στο «αυτοδιοίκητο» των Πανεπιστημίων -που παραμένει στα χαρτιά- για να ξεφύγουν επιτέλους από το άρμα της πολιτείας που τα χρησιμοποιεί ως εργαλείο και μέσο άσκησης πολιτικής των εκάστοτε κυβερνώντων.
Mερικά καίρια ερωτήματα, για τα οποία θα έπρεπε να υπάρχουν ήδη υλοποιήσιμες απαντήσεις είναι:

Eχουμε σχέδιο για τα προγράμματα σπουδών που -για παράδειγμα στο EMΠ όπου δουλεύω- χρειάζονται ανανέωση - επικαιροποίηση, ώστε να πάρουν τη θέση που τους αξίζει σε μια σύγχρονη πιστοποίηση; Θα εφαρμόσουμε αταλάντευτα ένα σταθερό ακαδημαϊκό ημερολόγιο, με μόνο τρεις εξεταστικές και πλήρη εξάμηνα; Θα ασχοληθούμε σοβαρά με τη μείωση της ταλαιπωρίας των ερευνητών στη διαχείριση των προγραμμάτων τους μέσα από τους τραυματισμένους EΛKE; Θα ξεκινήσουμε άμεσα την ανάπτυξη νέων λιγότερο γραφειοκρατικών και πιο ευέλικτων δομών, που θα μας βοηθήσουν στον δρόμο για την ανάπτυξη με δικά μας μέσα, μιας και τα δημόσια στέρεψαν; Θα φτιάξουμε, επιτέλους, τον προβλεπόμενο Oργανισμό που όμως θα πρέπει να περιγράφει ένα σύγχρονο Πανεπιστήμιο, βιώσιμο στο διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον, πραγματικά αυτοδιοίκητο με τη μέγιστη δυνατή θωράκιση σε έξωθεν παρεμβάσεις, όπως οι εξωφρενικές πρόσφατες της επαναφοράς των μετεγγραφών (που μετατρέπουν Σχολές σε αποθήκες φοιτητών) και της εξευτελιστικής για την ανταγωνιστική έρευνα οριζόντιας περικοπής χρηματοδότησης (Aριστεία, Θαλής);

Tο «αποδεκτό», λοιπόν, επίπεδο λειτουργίας για μένα φέτος είναι να απαντήσουμε θετικά στα παραπάνω και να αρχίσουμε συγκεκριμένες δράσεις, αξιοποιώντας οτιδήποτε διαθέτουμε, υλικό και άυλο! Γιατί έτσι θα σταθούμε στα δικά μας πόδια και μόνο έτσι θα μπορέσουμε να εξασφαλίσουμε άλλα στοιχειώδη και αυτονόητα για ξένα Πανεπιστήμια όπως: αξιοπρεπή βοήθεια σε νέα μέλη ΔEΠ, ακαδημαϊκό περιβάλλον για τους φοιτητές κ.λπ.

Tα Πανεπιστήμια είναι προπομποί και στηρίγματα των κοινωνιών! Aν εμείς δεν ανασκουμπωθούμε για την ανάπτυξή τους τώρα, αλλά περιορισθούμε - αναλωθούμε μόνο στην άμυνα για εξασφάλιση του στοιχειώδους, δηλαδή να τα κρατάμε... ανοιχτά, τότε πολύ φοβάμαι ότι η ελπίδα για το μέλλον της χώρας αυτής έχει χαθεί!"


Αυτό το κείμενο το είδα, στις 4/11/2014, χάρη, στην ανάρτηση, που έκανε η παλαιά κνίτισσα και νυν, νεοφιλελεύθερη καθηγήτρια Οικονομικών, στο Πάντειο κ. Αντιγόνη Λυμπεράκη, η οποία ανάρτηση συνοδευόταν, με παραπομπή, στην ηλεκτρονική διεύθυνση του άρθρου αυτού, καθώς και με ένα μικρό σχόλιό της, στο στο Facebook ( https://www.facebook.com/antigone.lyberaki/posts/933418326686499?comment_id=933696386658693&offset=0&total_comments=2&pnref=story ), με το οποίο, φυσικά, επιδοκίμαζε το περιεχόμενο του, άρθρου αυτού.

Την ίδια ημέρα, που διάβασα την ανάρτηση της κ. Λυμπεράκη και το άρθρο της κ. Μιμίκου, ανέβασα, στα σχόλια της ανάρτησης αυτής, το παρακάτω δικό μου απαντητικό σχόλιο, σε όσα αναφέρει, στο άρθρο της η κ. Μιμίκου :


"Διερωτώμενη η κ. Μιμίκου, για το ποιο είναι το αποδεκτό επίπεδο λειτουργίας των πανεπιστημίων, υποβάλλει τα κάτωθι ερωτήματα :


1) Eίναι να μας αφήνουν να μπαίνουμε, ανεμπόδιστα, στα γραφεία μας;


Προφανώς, η κ. Μιμίκου θεωρεί αυτονόητο το δικαίωμά της να μπαίνει στο γραφείο της. Και φυσικά, δεν μπορεί να διανοηθεί ότι οι φοιτητές της μπορεί, για κάποιους λόγους να διαμαρτύρονται και ότι αυτή η διαμαρτυρία είναι δυνατόν να εκφραστεί με διάφορους τρόπους άσκησης πίεσης, που μπορεί να έχουν πολλές μορφές. Κάθε ένας, που ασκεί μια οποιαδήποτε μορφή δημόσιας εξουσίας, έτσι σκέφτεται, θεωρώντας ότι το γραφείο, που του έχει παραχωρήσει το Δημόσιο, του ανήκει - είναι «του» (ή «μας»), όπως χαρακτηριστικά γράφει η κ. Μιμίκου.


2) Είναι να μην είναι κλειστό το γραφείο του πρύτανη από καταληψίες φοιτητές;


Και σε αυτή την περίπτωση η κ. Μιμίκου δεν μπορεί να φαντασθεί ότι οι διαμαρτυρίες των φοιτητών μπορούν να φθάσουν σε ένα τέτοιο επίπεδο, όταν έχουν να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε φαινόμενα πρυτανικής (ή καθηγητικής) αυθαιρεσίας.


3) Είναι να γίνονται μαθήματα;


Στα πλαίσια της εξάλειψης κάθε διαμαρτυρίας, εκ μέρους των φοιτητών – που, με βάση αυτή την λογική, θεωρούνται, απλώς, ως αντικείμενα, ή, στην «καλύτερη» περίπτωση ως παθητικοί δέκτες προκατασκευασμένων γνώσεων – η κ. Μιμίκου μας λέει ότι τα μαθήματα δεν μπορούν να διακόπτονται, ή να μην γίνονται και φυσικά δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται, ως έκφραση διαμαρτυρίας των φοιτητών, απέναντι στα όποια έργα των καθηγητών, αφού η διαμαρτυρία δεν πρέπει να υπάρχει, ούτε και οποιοσδήποτε τρόπος αντίδρασης, στα πεπραγμένα των καθηγητών, υπό οποιαδήποτε μορφή, στο μέτρο που οι καθηγητές τεκμαίρεται, εκ της θέσεώς τους, ότι είναι σοφοί και ως εκ τούτου πρέπει να κατέχουν ειδική ασυλία, που να τους προστατεύει, από κάθε διαμαρτυρία.


4) Nα λειτουργεί νόμιμα η Σύγκλητος;


Προφανώς, η κ. Μιμίκου, μιλώντας για την νόμιμη λειτουργία της Συγκλήτου, εννοεί ότι αυτή η λειτουργία δεν μπορεί και δεν πρέπει να συμπεριλαμβάνει τους φοιτητές.


(Μια χαρά – και δυό τρομάρες – θα έλεγα. Μόνο, που, αγαπητή κυρία Αντιγόνη, κάτι τέτοιες «σοφίες», επαναφέρουν, στην μνήμη μου, τον αλησμόνητο Ευάγγελο Σδράκα και τις ρήσεις του).


O tempora, o mores"…

Αυτά ήσαν τα ελάχιστα, που μπορούσα να γράψω, ως σχόλιο, σε έναν περιορισμένο χώρο μιας ανάρτησης, σαν κι' αυτήν. Θα μπορούσα να γράψω πολύ περισσότερα, αλλά το απέφυγα. Και πάντως, δεν μπορούσα να φαντασθώ ότι αυτός ο σύντομος σχολιασμός μου θα ήταν δυνατόν να "ατυχήσει". Και όμως, ατύχησε...

Αρχικά, το σχόλιο αυτό δημοσιεύτηκε, κάτω από την ανάρτηση της κ. Λυμπεράκη και έμεινε, για κάποιο χρονικό διάστημα, αλλά, δυστυχώς, δεν έμελλε να μακροημερεύσει, αφού, στην συνέχεια, αφαιρέθηκε, από την κ. Λυμπεράκη - κάτι, που, άλλωστε, είχε δικαίωμα να πράξει, αφού η σελίδα αυτή είναι δική της και προφανώς, ουδείς μπορεί να της υπαγορεύσει ποιούς απαντητικούς σχολιασμούς, θα διατηρήσει και ποιούς όχι, στις αναρτήσεις της.

Με αυτό το σχόλιο, προφανώς, δεν επιχειρούσα να δώσω, απλώς, μια απάντηση,  στους ισχυρισμούς της κ. Μιμίκου και στην επιδοκιμαστική ανάρτηση της κ. Λυμπεράκη. Ούτε καν σκεπτόμουν ότι η, εκ των πραγμάτων, συνοπτική επιχειρηματολογία, που ανέπτυσσα, θα μπορούσε να διεκδικήσει κάποιο αλάθητο. Κάθε άλλο. Φιλοδοξούσα, απλούστατα, να δώσω το έναυσμα, για να ανοίξει μια κάποια συζήτηση, γύρω από όσα θέτει η επιχειρηματολογία της κ. Μιμίκου και γύρω από όσα αναφέρω εγώ, στο παρόν δημοσίευμα.

Πλην όμως, οι βουλές της κ. Αντιγόνης ήσαν άλλες και εντελώς, διαφορετικές. Έτσι, η αλήθεια είναι ότι ατύχησα. Η απόπειρά μου αυτή αποδείχτηκε ατελέσφορη, αφού η αφαίρεση του σχολιασμού, στον οποίον προέβην, έκλεισε την πόρτα, στον όποιον διάλογο θα μπορούσε να διεξαχθεί.

Αυτού του είδους οι συμπεριφορές, εκ μέρους των μελών της καθηγητικής συντεχνίας των ελληνικών πανεπιστημίων, μπορεί να μην φαίνεται ότι έχουν αξία, αλλά μια τέτοια πρώτη διαπίστωση, είναι πρόχειρη και ως εκ τούτου, εσφαλμένη, αφού ο αυταρχισμός είναι δεδομένος, στην συμπεριφορά του σύγχρονου καθηγητικού κατεστημένου του πανεπιστημιακού χώρου και συμβαδίζει, με την υπέρμετρη αύξηση της εξουσίας του κατεστημένου αυτού, η οποία προέκυψε, μέσα από την κατάλυση και των τελευταίων απομειναριών της θεσμικής συγκρότησης των πανεπιστημιακών χώρων, έτσι όπως αυτή είχε ισορροπήσει, μέσα από την έμπρακτη εφαρμογή των προβλέψεων των διατάξεων του Ν. 1268/1982.

Βέβαια, το συγκεκριμένο δείγμα είναι μικρό, αλλά δεν χάνει την όποια αξία του, αφού υπενθυμίζει, με τον δικό του τρόπο, το ηχηρότατο μήνυμα, το οποίο η αναδυόμενη και επιταχυνόμενα, ανεξέλεγκτη εξουσία του πανεπιστημιακού καθηγητικού κατεστημένου θέλει να επιβάλει, στους φοιτητές και στο διοικητικό προσωπικό, μέσα στους χώρους άσκησης αυτής της εξουσίας.

Και το μήνυμα αυτό είναι η πλήρης υπακοή και υποταγή, στα κελεύσματα αυτής της εξουσίας, η οποία θέλει να είναι αυτή που θα ορίζει το τί πρέπει και το τί δεν πρέπει να γίνει, στα ελληνικά πανεπιστήμια, χωρίς πολλά λόγια. Και κυρίως, χωρίς αντίλογο. Και χωρίς ουσιαστικό - και πολλές φορές χωρίς καν τυπικό - διάλογο, με τις άλλες κοινωνικές ομάδες, που συγκροτούν τον πανεπιστημιακό χώρο.

Βέβαια, αυτή η αξίωση, για την αποδοχή και αναγνώριση της όποιας "αυθεντίας" του σύγχρονου καθηγητικού κατεστημένου χωλαίνει και δεν μπορεί να βρει μια σοβαρή νομιμοποιητική βάση. Αυτό συμβαίνει, επειδή το ίδιο το σώμα των πανεπιστημιακών καθηγητών στερείται ουσιώδους επιστημονικής σοβαρότητας και επάρκειας. Το γιατί η πανεπιστημιακή καθηγητική συντεχνία δεν έχει την απαραίτητη - ούτε καν την στοιχειώδη - επάρκεια και σοβαρότητα, ως κοινωνικό στρώμα και ως τμήμα της εντόπιας εξουσιαστικής ελίτ, δεν είναι δύσκολο να κατανοηθεί.

Έτσι, όταν κάποιος επικαλείται, ή θέλει να επιβάλει την όποια "αυθεντία" του, για να ληφθεί υπόψη αυτή του η επιθυμία και για να σταθεί δυνατό να σταθεί, σε μακροπρόθεσμη βάση, η επιβολή της, θα πρέπει αυτή η "αυθεντία", τουλάχιστον, να εδράζεται σε κάποια πραγματικά στοιχεία και δεδομένα.

Σε άλλες, πιο εύκολες και περισσότερο ανώδυνες εποχές, μια τέτοια επιδίωξη "αυθεντίας", θα ήταν περισσότερο εύκολη, για το ελληνικό πανεπιστημιακό καθηγητικό κατεστημένο. Στις σημερινές άγριες εποχές και μέσα στις συνθήκες της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας, αυτού του είδους οι αξιώσεις, για την επιβολή της καθηγητικής "αυθεντίας", στα ελληνικά πανεπιστήμια, φαίνονται ότι είναι και αντιμετωπίζονται, ως κωμικοτραγικές.

Αυτή η αντιμετώπιση τέτοιου είδους υπερφίαλων και δονκιχωτικών αξιώσεων, για την διεκδίκηση και την επιβολή της "αυθεντίας" του σύγχρονου ελληνικού πανεπιστημιακού καθηγητικού κατεστημένου προκύπτει, από την ίδια την φορά και την εξέλιξη των πραγμάτων, στην ελληνική κοινωνία, κατά την τελευταία πενταετία.

Δυστυχώς, για τους εκπροσώπους του φθαρμένου, ανίκανου και αμαθούς καθηγητικού κατεστημένου των ελληνικών πανεπιστημίων, η πλήρης διαπλοκή και η ολόψυχη εμπλοκή του, στα παιχνίδια της πολιτικής εξουσίας και της κρατικής διοικητικής μηχανής, μοιραία και αναπόδραστα, ενέπλεξε και κατέστησε, άμεσα συνυπεύθυνο το σύνολο, σχεδόν, των μελών αυτού του - κατά πλειοψηφίαν - παρασιτικού ελιτίστικου εξουσιαστικού στρώματος, που λειτουργεί, πλήρως, με τους κανόνες μιας εξουσιαστικής συντεχνίας, μαζί με την πολιτική τάξη της χώρας και την κοινωνικοοικονομική και λοιπή πνευματική ελίτ του τόπου μας, για την παταγώδη και κατακρημνιστική ελληνική χρεωκοπία του 2010.

Αυτό είναι το πελώριο και ασυμμάζευτο "κουσούρι", το χαώδες μειονέκτημα, που καταστρέφει και καθιστά αλυσιτελή κάθε προσπάθεια της πανεπιστημιακής καθηγητικής συντεχνίας να πείσει και να επιβάλει την "αυθεντία" της, στα ελληνικά πανεπιστήμια και στην κοινωνία.

Η πλήρης εμπλοκή αυτής της καθηγητικής συντεχνίας, στην ελληνική πολιτική και στην διοικητική κρατική μηχανή, το γεγονός ότι είναι αναπόσπαστο τμήμα και θεραπαινίδα των ελίτ, που διαχειρίζονται το ελληνικό κράτος, καθιστά κωμική αυτή την προσπάθεια, για την διεκδίκηση της όποιας "αυθεντίας", αφού η θυελλώδης έλευση, η καταιγιστική παρουσία και η δυσμενώς, εντεινόμενη εξέλιξη και πορεία της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας και της αντίστοιχης χρεωκοπίας της ελληνικής οικονομίας καθιστούν ολοφάνερη και ηλίου φαεινότερη την ανυπαρξία οποιασδήποτε "αυθεντίας", αφού αυτή η παταγώδης παρουσία της αποτυχίας μηδενίζει κάθε τέτοια προσπάθεια, αποδεικνύοντας ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός.

Έτσι το ελληνικό πανεπιστημιακό καθηγητικό κατεστημένο αποδεικνύεται ότι, εκ των πραγμάτων, είναι αμαθές και ανίκανο, στερείται ηγετικών προσόντων, αδυνατεί να προβεί, σε στοιχειώδη προγραμματισμό και δεν μπορεί να θέσει και να υλοποιήσει τους όποιους ρεαλιστικούς και πραγματοποιήσιμους στρατηγικούς στόχους, που χρειαζόταν και εξακολουθεί να έχει ανάγκη η ελληνική κοινωνία, ενώ, παράλληλα, λειτουργεί, μέσα από ένα πλέγμα έντονων ιδεοληψιών, οι οποίες έχουν αποκτήσει ένα εμμονικό και ως εκ τούτου, ατελέσφορο και αλυσιτελές περιεχόμενο, που οδηγεί τον τόπο και τον πληθυσμό του, στην καταστροφή.

Το αστείο, επίσης, είναι ότι η μεγίστη πλειοψηφία του νεοσυντηρητικού αυτού καθηγητικού κατεστημένου των ελληνικών πανεπιστημίων ομιλεί, για τον κομματισμό των φοιτητών (που, προφανώς, είναι υπαρκτός και είναι, σε έναν σημαντικό βαθμό, νοσηρός), για να κρύψει την εμπλοκή των μελών της, με τα εντόπια εξουσιαστικά πολιτικά κόμματα, των οποίων έχουν γίνει μέλη και στελέχη, με σκοπό την ανεμπόδιστη άσκηση της εξουσίας, τον καριερισμό και τον προσωπικό πλουτισμό.

[Εννοείται, βέβαια, ότι τα συγκρινόμενα μεγέθη είναι ανισοϋψή. Ανάμεσα στον ιδιοτελή κομματισμό του καθηγητικού κατεστημένου και τον όποιον ψευδοσυνειδησιακό/ιδεολογικό κομματισμό των αριστεριστών φοιτητών (αυτός, άλλωστε, είναι που ενοχλεί το καθηγητικό κατεστημένο των πανεπιστημίων), είναι προτιμότερος ο ψευδοσυνειδησιακός κομματισμός του νεαρού αριστεριστή φοιτητή, από τον ωφελιμιστικό κομματισμό του όποιου καριεριστή καθηγητή].

Τα πράγματα γίνονται, ακόμη, χειρότερα, για το πανεπιστημιακό καθηγητικό κατεστημένο, εάν, μαζύ με όλα αυτά, συνυπολογισθεί και η εντεινόμενη εξάρτηση του στρώματος αυτού, από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και ευρύτερα, τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, καθώς και τις όποιες άλλες ιδιωτικές δραστηριότητες ασκούν τα μέλη του, εν λόγω, πανεπιστημιακού καθηγητικού κατεστημένου. Αυτές οι καθόλου ευγενείς και ουδόλως ανεπίληπτες δραστηριότητες, είναι που, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, αποσπούν τα μέλη της καθηγητικής συντεχνίας των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, από το όποιο πραγματικό και ουσιαστικό διδακτικό τους έργο. Και μάλιστα, αυτό το διδακτικό έργο, για πολλούς από τους πανεπιστημιακούς καθηγητές, έχει οδηγηθεί, στο να είναι μια συμπληρωματική εργασία, ανάμεσα σε πολλές άλλες, που είναι και άσχετες, ή να έχει καταντήσει ένα πάρεργο, το οποίο, μάλιστα, τους προξενεί δυσθυμία.

Φυσικά, σε αυτή την συντεχνιακή ομάδα του ελληνικού πανεπιστημιακού καθηγητικού κατεστημένου αξίζουν τα χείριστα. Αυτά τα χείριστα, που αξίζουν, σε αυτή την υπερφίαλη και κενή ουσιώδους περιεχομένου ομάδα των άξεστων και παραμορφωμένων νεοσυντηρητικών, φαίνεται ότι έρχονται.

Μια μελλοντική κυβένηση της ελληνικής Αριστεράς και των συμμάχων της, εάν προκύψει, θα υποχρεωθεί, εκ των πραγμάτων, να ανακόψει την εγκαθιδρυόμενη νέα αυταρχία, στα ελληνικά πανεπιστήμια. Αυτό είναι, που τρέμει η πανεπιστημιακή καθηγητική συντεχνία. Αν, η όποια κυβέρνηση της Αριστεράς, δεν το πράξει, θα χάσει το ριζοσπαστικό momentum και θα κατακρημνισθεί, λιγότερο, ή περισσότερο, γρήγορα.

Και βέβαια καλό και απαραίτητο είναι μια τέτοια κυβέρνηση να συστήσει ένα νέο Ειδικό Πειθαρχικό Συμβούλιο, στον πανεπιστημιακό χώρο, για να ελέγξει, με εξονυχιστικό τρόπο, τα πεπραγμένα αυτού του, κατά πλειοψηφία, νοσηρού συντεχνιακού στρώματος, τα μέλη του οποίου θα πρέπει να μπουν στην διαδικασία του "λόγον διδόναι", για τις πράξεις και τις παραλείψεις τους, όλα αυτά τα χρόνια, που η χώρα μας οδηγήθηκε, στα βράχια, από μια "συμμορία" πανεπιστημιακών καθηγητών, που πάτησαν τον όρκο τους και οδήγησαν την χώρα, στην δολία χρεωκοπία του 2010.

Το θέμα δεν είναι να καταδικαστούν, χωρίς τις όποιες δικονομικές εγγυήσεις. Κάθε άλλο. Όλες οι δικονομικές εγγυήσεις, που προστατεύουν όσους κατηγορηθούν, πρέπει να τηρηθούν.

Αυτό, που έχει σημασία είναι να περάσουν, μέσα από την βασανιστική διαδικασία της λογοδοσίας. Να δώσουν τις όποιες εξηγήσεις θέλουν και πρέπει να δώσουν.

Και φυσικά, όσοι κριθούν αθώοι να αθωωθούν. Ενώ, οι υπόλοιποι να υποστούν την όποια τιμωρία προβλέπει ο νόμος...

1 σχόλιο:

Emmanuel Goldstein είπε...

Να αγιάσει το στόμα σου!!!

Το περίεργο είναι πως ενω γενικά είναι φειδωλός στην έκταση των γραφόμενών μου, σ' αυτό το θέμα θα μπορούσα να γράφω ώρες...
Τι να πρωτοθυμηθώ από τη γελοιότητα σε κάθε λειτουργία του πανεπιστημίου

- Στα κομματικά τσιράκια που μας φέρνανε τις ανοησίες από τα κομμάτά τους σε κάθε συνέλευση που πάντα συμπτωματικά ήταν ίδιες με τις επίσημες γραμμές του κόμματος, άσχετα με το συμφέρον των φοιτητών και του παναπιστημίου και τις οποίες έπρεπε κάθε τόσο με τις ώρες να κάθομαι να αποκρούω χωρίς να ανήκω σε κανένα κόμα?

- Στα ίδια κομματικά τσιράκια που βρισκόντουσαν με τα μαθήματα περασμένα για πλάκα, σύντομα σε θέσεις ΕΠΣΥΝ, υποψήφιου διδάκτορα κλπ?

- Το οτι τα ίδια κομματόσκυλα τα βλέπω τώρα διοικητές οργανισμών, κομματάρχες και περισπούδαστους επιστήμονες?

- Το οτι όταν έκανα το διδακτορικό μου σε μη ημέτερο καθηγητή (με θέση επίκουρου που είχε κολλήσει εκεί σχεδόν για πάντα για προφανείς λόγους) και τον ρώτησα αν υπάρχει ελπίδα για καριέρα μου είπε οτι ο μόνος τρόπος (και αν) είναι να φύγω στο εξωτερικό, να γίνω καθηγητής εκεί, να γυρίσω με περγαμηνές και βλέπουμε...

- Το ότι ξαφνικά γεμίζαμε με υλικά που έφταναν σε προϋπολογισμό κάτι δις (ναι δις όχι αστεία) δραχμές που δεν ξέραμε από που ήρθαν, ποιος τα είχε ανάγκη, ποιος τα είχε ζητήσει και αν έκανες καμιά ερώτηση σου υπονοούσαν ομερτά? Βλέπεις με είχαν βάλει άτυπα διαχειριστή των υπολογιστών του πανεπιστημίου και το τι ερχόταν χωρίς να το έχουμε ζητήσει δε λέγεται...

- Το τι παιζόταν για να εκλεγούν πρυτάνεις, αντιπρυτάνεις και όλο το σκυλολόι...

- Το ότι κάποιοι καθηγητές, ανέβαιναν δύο βαθμίδες σε ένα χρόνο...

- Το ότι σε δύο τρία έργα που συμμετείχα (με μπλοκάκι παρακαλώ...) οι υπεύθυνοι (εντάξει η χαμηλή βαθμίδα) είναι φυλακή και ακόμα τραβιέμαι στα δικαστήρια ως μάρτυρας, 18 χρόνια μετά? Οτι η εφορία με είχε ταράξει στον έλεγχο?

- Το οτι σιχάθηκα τη μούρη τους και το δασκαλίστικο και πατερναλιστικό ύφος τους απέναντί μου σε κάθε συνομιλία, ενώ ήξερα οτι ήταν τα χειρότερα λαμόγια και εγκάθετοι?

Ουφ