Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

Let's occupy E.C.B. Let's destroy "deadzone". (Αν η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ - ή η όποια άλλη -, που θα διαδεχθεί το παρόν κυβερνητικό πτώμα, δεν ασκήσει το seigniorage θα έχει την κακή τύχη όλων των κυβερνήσεων, που προέκυψαν από την χρεωκοπία του 2010).




Μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ (ή όποιαδήποτε άλλη), όταν διαδεχθεί την εκμετρούσα τις ημέρες του κακού βίου της, σημερινή κυβέρνηση, εάν θέλει να διαπραγματευθεί, από θέση ισχύος, με τους ευρωζωνίτες, για την παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη και την ρύθμιση του μη διαχειρίσιμου ελληνικού δημόσιου χρέους, δεν μπορεί να συνεχίσει, στο ίδιο μοτίβο, με την, εδώ και ένα χρόνο, τελούσα, υπό κατάρρευση, κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά και του Ευάγγελου Βενιζέλου. Οφείλει να ασκήσει τις αρμοδιότητες, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, για την έκδοση και εκτύπωση του κοινού νομίσματος των χωρών του ευρώ της ζώνης του - της "ζώνης των νεκρών". Άλλως και η τύχη της κυβέρνησης αυτής, που θα διαδεχθεί - όταν αυτό συμβεί - το παρόν κυβερνητικό κουφάρι, δεν θα είναι διαφορετική...




Let's occupy E.C.B.  Είναι η μόνη λύση...


Μέσα στα πλαίσια της σκληρής πραγματικότητας, που έχει διαμορφωθεί, εντός του ευρώ και της ζώνης του, η οποία, στην ουσία αποτελεί μια "deadzone", με δεδομένη την βλακώδη και άκρως, προδοτική μετατροπή του ελληνικού δημόσιου χρέους, από ένα χρέος, εκφρασμένο, κατά 80% και άνω, σε δραχμές, το οποίο οφειλόταν, σε ιδιωτικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και λοιπούς ιδιώτες και τελούσε, κατά 95%, υπό το νομικό καθεστώς του ελληνικού δικαίου, σε ένα χρέος σε ευρώ, οφειλόμενο, κατά συντριπτική πλειοψηφία, σε κράτη και τους θεσμούς της ευρωζώνης και υπό το νομικό καθεστώς του αγγλικού δικαίου, μια αυριανή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ - ή οποιαδήποτε άλλη -, που θα θελήσει να κρατήσει την Ελλάδα, εντός της ευρωζώνης και να διαπραγματευθεί αυτή την ζοφερή κατάσταση, που έχει διαμορφωθεί, δεν έχει άλλα περιθώρια, πέρα από την άσκηση σκληρών εκβιασμών. 

Οι εκβιασμοί αυτοί, οι οποίοι θα τεθούν, στην πράξη εκατέρωθεν, αναγκαστικά, θα περιέχουν, ως βασικό όπλο, στην διαπραγμάτευση, με τον σκληρό πυρήνα των ευρωζωνιτών (την γερμανική ελίτ, τις χώρες του βορρά, την γραφειοκρατία των Βρυξελλών και την ευρωμπατιροτραπεζοκρατία), όχι μόνο την απειλή, αλλά και την έμπρακτη άσκηση του seigniorage (δηλαδή την έκδοση και την εκτύπωση του ευρώ, που ευρίσκονται, εντός των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας), από την ελληνική κυβέρνηση. Η απειλή αυτή, όχι, ως μπλόφα, αλλά και ως πραγματική και υλοποιούμενη πραγματικότητα, θα αλλάξει, καταλυτικά, το τοπίο της διαπραγμάτευσης και είναι ικανή να υποχρεώσει τον σκληρό πυρήνα των ευρωζωνιτών να υποχωρήσει, ατάκτως. Μπορεί, κυριολεκτικά, να τσακίσει κάθε αντίσταση και να ρίξει, στα γόνατα, την γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ.

Οποιαδήποτε άλλη διαπραγμάτευση, η οποία δεν θα περιέχει την έκτακτη, έστω, άσκηση του seigniorage, από την ελληνική κυβέρνηση, δεν θα αποτελεί διαπραγμάτευση, αφού θα γίνεται, μέσα στα, αυστηρώς, καθορισμένα πλαίσια των κανόνων, που έχει θεσπίσει ο σκληρός πυρήνας των ευρωζωνιτών, τα οποία έχουν αποδεχθεί, βλακωδώς, όλοι οι υπόλοποι. Μια "διαπραγμάτευση" αυτού του είδους θα είναι εικονική και προσχηματική, αφού θα αποτελεί το πλαίσιο της, άνευ όρων, τελικής παράδοσης της ελληνικής κυβέρνησης, στις απαιτήσεις του Βερολίνου, της Φραγκφούρτης, των Βρυξελλών και του Παρισιού.

Η εκλογική διαδικασία, για την ανάδειξη των μελών του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, όπως και κάθε άλλη εκλογική αναμέτρηση, που διεξάγεται, στην Ελλάδα, αλλά και σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της ευρωζώνης, μετά την έλευση της κρίσης χρέους της ευρωζώνης και την χρεωκοπία της, έτσι, όπως αυτές εκφράζονται, από τον Απρίλιο του 2010 και μετά, με αφορμή την ειδικότερη ελληνική χρεωκοπία, η οποία υπήρξε η επίσημη έναρξη αυτής της διαδικασίας, θέτει, στην πράξη, το ακανθώδες υπαρξιακό ζήτημα, που έχει αντιμετωπίσει, κατά το παρελθόν, κάθε νομισματική ένωση και το οποίο αντιμετωπίζει και η σύγχρονη και πολύ περισσότερο πολύπλοκη ευρωζώνη και το οποίο έχει να κάνει, με τον έλεγχο της προσφοράς του χρήματος και την άσκηση της νομισματικής πολιτικής, μέσα στα πλαίσια αυτής της νομισματικής ένωσης. Έχει να κάνει, δηλαδή, με το ποιός ασκεί και το ποιός δεν ασκεί τις σχετικές αρμοδιότητες, που αφορούν αυτές τις ζωτικές διαδικασίες, για την λειτουργία των οικονομιών των χωρών, που απαρτίζουν την ευρωζώνη, αλλά και την ίδια την νομισματική ένωση, ως σύνολο και ως οικονομικό και κοινωνικό οργανισμό.

Γι' αυτό, λοιπόν, ας το ξαναπώ, ξαναδιατυπώνοντας τις προτάσεις, τις οποίες, ήδη, ανέφερα :

Όποιες εξελίξεις και αν λάβουν χώρα, στην Ελλάδα και στην ευρωζώνη, μετά τις ευρωεκλογές της 25ης Μαΐου και ό,τι και να πούμε, γύρω από τις εξελίξεις αυτές, τίποτε το ουσιαστικό δεν πρόκειται να συμβεί, εάν η όποια ελληνική κυβέρνηση, που θα προκύψει, ως αποτέλεσμα των όσων ακολουθήσουν, δεν προχωρήσει, μέσα από την δημιουργία ενός νομικού πλαισίου έκτακτης ανάγκης, στην άσκηση των αρμοδιοτήτων, που, τώρα, έχουν ανατεθεί στην Ε.Κ.Τ. και αφορούν τον προσδιορισμό και την εφαρμογή της αναγκαίας επεκτατικής νομισματικής πολιτικής και την εκτύπωση των απαραίτητων ποσοτήτων ευρώ, δηλαδή με την άσκηση του seigniorage

Εάν η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ - ή όποια άλλη και αν είναι αυτή - επιλέξει να συνεχίσει να ακολουθεί την οδό της παραμονής της χώρας, στην ζώνη του ευρώ, δεν έχει άλλη επιλογή, από την άσκηση του seigniorage, μέσα από την δημιουργία και την εφαρμογή αυτού του νομικού πλαισίου της έκτακτης ανάγκης. Σε διαφορετική περίπτωση, η χώρα, θα καταρρεύσει, με αργούς, ή γρήγορους ρυθμούς - κάτι, που έχει, μεν, την σημασία του, αλλά είναι αυτό, που πρέπει να αποφευχθεί.

Ο σκοπός και ο στόχος όλων αυτών των αντισυμβατικών, αλλά αναγκαίων ενεργειών, δεν είναι τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο, από την προσπάθεια, για επάνοδο της χώρας, σε γοργούς αναπτυξιακούς ρυθμούς και την επίλυση του οξύτατου προβλήματος της εξυπηρέτησης του δυσβάστακτου ελληνικού δημοσίου χρέους και των πιεστικών δημοσιονομικών και κοινωνικών αναγκών. Από τις αρμοδιότητες αυτές, για την άσκηση της νομισματικής πολιτικής και την έκδοση του νομίσματος, στην Ελλάδα και στην ευρωζώνη, όπως είναι γνωστό, κάποιες έχουν αποκλειστεί και δεν υπάγονται, καν, στην αρμοδιότητα της Ε.Κ.Τ. (πολιτική ανοικτών αγορών, δανειστής της τελευταίας καταφυγής), ενώ κάποιες άλλες (seigniorage, προεξοφλητικό επιτόκιο) έχουν ανατεθεί, από τις συνθήκες της νομισματικής ένωσης, που ιδρύθηκε και λειτουργεί, στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην μπατιροτραπεζοκρατία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία, όχι, απλώς, αρνείται να ασκήσει αυτές τις αρμοδιότητες, αλλά και όταν τις ασκεί, αυτό γίνεται, προς την αντίθετη κατεύθυνση, από αυτήν, που απαιτούν οι περιστάσεις.

Ως εκ τούτου, ο μόνος τρόπος, για να αντιμετωπισθούν, εντός της ευρωζώνης, τα προβλήματα, που έχουν προκύψει, από την διαλυτική, για την ελληνική οικονομία και κοινωνία, οικονομική κρίση, που έχει έλθει, ως αποτέλεσμα των ακραίων πολιτικών της οικονομικής και της δημοσιονομικής λιτότητας, που επιβλήθηκαν, με τα δύο Μνημόνια, που εφαρμόστηκαν, μαζύ με τις όποιες αναθεωρήσεις τους, από τον Μάϊο του 2010, μέχρι τώρα (και που προβλέπεται να εφαρμοστούν και στο απρόβλεπτο μακρινό μέλλον) είναι η "κατάληψη" και η άσκηση των σχετικών αρμοδιοτήτων της Ε.Κ.Τ., από την ελληνική κυβέρνηση, για όσο χρονικό διάστημα η τραπεζιτική γραφειοκρατία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αρνείται να ασκήσει, για την Ελλάδα, την απαραίτητη επεκτατική νομισματική πολιτική, μέσα από την εκτύπωση των απαραίτητων ποσοτήτων του κοινού νομίσματος των χωρών της ευρωζώνης και την χρησιμοποίησή τους, για την κάλυψη των πιεστικών αναγκών και για την χρηματοδότηση της επανόδου της ελληνικής οικονομίας, στην αναπτυξιακή διαδικασία.

Με λίγα λόγια, η όποια ελληνική κυβέρνηση πρέπει να κηρύξει την χώρα, υπό το νομικό καθεστώς της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, για να παρακάμψει το νομικό καθεστώς των Συνθηκών της ευρωζώνης και να απαιτήσει από την γραφειοκρατία της Ε.Κ.Τ. να προσαρμόσει την νομισματική της πολιτική, ως προς την Ελλάδα, στις απαιτήσεις της εξυπηρέτησης του καθεστώτος της έκτακτης ανάγκης και εάν ο κ. Mario Draghi και οι κεντροτραπεζίτες, αρνηθούν, τότε, η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να ασκήσει τις σχετικές ποινικές διώξεις, για εσχάτη προδοσία, κατά των προσώπων εκείνων, που θα αρνηθούν να υπηρετήσουν αυτό το έκτακτο νομικό καθεστώς της ανάγκης και να κάνει αυτό, που δεν κάνει (που, πεισματικά, αρνείται να κάνει) η Ε.Κ.Τ. : 

Πρέπει να εγγυηθεί και να εξασφαλίσει την πληρωμή των δημοσίων χρεών της χώρας.

Πρέπει να τυπώσει τις απαραίτητες ποσότητες χρήματος (ευρώ), τις οποίες να θέσει και σε άμεση κυκλοφορία, η οποία θα φθάνει, μέσα από την άσκηση και της ανάλογης δημοσιονομικής πολιτικής, στην ολοκλήρωση του κύκλου της, δηλαδή, στον μετασχηματισμό της σε πραγματοποιημένες δαπάνες, μέσα από ένα εκτεταμένο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων και μέσα από την άσκηση μιας εισοδηματικής πολιτικής, η οποία θα στηρίζεται στην τόνωση των μισθών, στον δημόσιο, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα. 

Επικουρικά, μπορεί να εκδώσει και κρατικά ομόλογα, τα οποία να εγγυηθεί και να στηρίξει, με την δημιουργία των απαραίτητων ποσοτήτων του κοινού νομίσματος, που θα απαιτηθεί, προκειμένου οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές να πεισθούν ότι αυτά τα κρατικά ομόλογα δεν είναι σκέτα χαρτιά.

Με λίγα λόγια, η ελληνική κυβένηση πρέπει να παρέμβει, άμεσα, στην διαδικασία, που έχει να κάνει, με την προσφορά του χρήματος, αυξάνοντάς της, μέσα από την έκδοση του. Και όταν μιλάω, για έκδοση χρήματος, φυσικά, δεν αναφέρομαι στην έκδοση τοπικού νομίσματος, με επιστροφή στην δραχμή. Αναφέρομαι στην έκδοση - στην εκτύπωση - των απαραίτητων ποσοτήτων ευρώ, για την κάλυψη των πιεστικών αναγκών της χώρας.


Όσο και αν αυτό ακούγεται, ως παράταιρο, ακόμη και ως παραδοξολογία, αν το δούμε περισσότερο ψύχραιμα, θα αντιληφθούμε ότι δεν είναι.

Αν θυμηθούμε ότι το χρήμα είναι ένα μέσο, με το οποίο διατηρούνται και καταμετρώνται, μεν, οι αξίες, από το παρόν, στο μέλλον (και αντίστροφα), αλλά, παράλληλα, αποτελεί και μέσο συναλλαγών, ότι δηλαδή, με το χρήμα αγοράζονται τα αγαθά και οι υπηρεσίες, που παράγονται, μέσα, στα πλαίσια του οικονομικού συστήματος, αντιλαμβανόμαστε ότι αυτή η τελευταία λειτουργία του χρήματος είναι, πρακτικά και επί της ουσίας, η περισσότερο καθοριστική λειτουργία του, η οποία, μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής καθίσταται καίρια, για την λειτουργία του, σε όλες τις ιστορικές φάσεις του συστήματος αυτού, όπως και στην παρούσα.

Και φυσικά, αυτό συμβαίνει, παρά το γεγονός ότι οι άλλες δύο λειτουργίες του και κυρίως, αυτή της διατήρησης των αξιών, από το παρόν στο μέλλον (παρά το γεγονός ότι οι οικονομολόγοι αναγνωρίζουν το γεγονός ότι το χρήμα αποτελεί ένα ατελές μέσο διαφύλαξης των αξιών) θεωρούνται, ευρέως, ως πολύ σημαντικότερες, από την λειτουργία του, ως μέσου πραγματοποίησης των συναλλαγών.

Στην πραγματικότητα, όταν δηλαδή παρακολουθήσουμε την λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος, στο σύνολό του και ιδίως στον κρίσιμο τομέα της παραγωγικής διαδικασίας, θα δούμε ότι αυτή η ιδιαίτερη λειτουργία του χρήματος, ως μέσου πραγματοποίησης των συναλλαγών, είναι πολύ πιο σημαντική, από τις άλλες δύο λειτουργίες του, με τις οποίες έρχεται, σε ευθεία σύγκρουση, όσο και αν αυτό αποφεύγεται να λέγεται και δεν ομολογείται από τους οικονομολόγους - αν εξαιρέσουμε τον Τζων Μαίηναρντ Κέϋνς (όχι, όμως και τους κεϋνσιανούς, ή τους νεοκεϋνσιανούς οικονομολόγους, οι οποίοι, αν και γνωρίζουν το θέμα, προτιμούν να το αποφεύγουν).

Το τί συμβαίνει και η λειτουργία του χρήματος, ως μέσου συναλλαγών, έρχεται σε σύγκρουση, με τις άλλες δύο λειτουργίες του (αυτή της διατήρησης των αξιών, από το παρόν, στο μέλλον και αντίστροφα, αλλά και της μέτρησής τους) δεν είναι δύσκολο να το αντιληφθούμε, αν και οι κρατούντες - οι συστημικοί, αλλά και πολλοί μη συστημικοί - οικονομολόγοι φροντίζουν να το κρατούν μυστικό, ή να το συσκοτίζουν.

Θα προσπαθήσω, εδώ, να αποσυσκοτίσω την επικρατούσα κατάσταση, για να γίνει κατανοητή αυτή η αντίφαση, ανάμεσα στις λειτουργίες του χρήματος και τις υφέσεις και τις κρίσεις, που προκύπτουν, από τις αντικρουόμενες λειτουργίες του.

Η λειτουργία του χρήματος, ως μέσου συναλλαγών, σχετίζεται και συνδέεται, άμεσα, με την κατανάλωση, αφού, όσο περισσότερες συναλλαγές πραγματοποιούνται, μέσα στο οικονομικό σύστημα, τόσο περισσότερο αυξάνεται η κατανάλωση. Αυτή η διαδικασία που οδηγεί στην αύξηση των συναλλαγών, η οποία αύξηση απεικονίζει, όχι, μόνον, την πρωτογενή αύξηση της κατανάλωσης, αλλά και την ενίσχυση και την διατηρησιμότητα της αυξητικής πορείας της καταναλωτικής δαπάνης, μέσα από την αυξητική πορεία των συναλλαγών, προϋποθέτει, εκ των πραγμάτων, την αύξηση των ποσοτήτων του χρήματος, που θα βοηθήσουν την ομαλή εξέλιξη της πορείας της καταναλωτικής δαπάνης και της αύξησης του ΑΕΠ, αφού η αυξητική πορεία των συναλλαγών και της καταναλωτικής δαπάνης, συνακόλουθα, οδηγεί, στη αύξηση των επενδύσεων.

Έτσι, σε μια πρωταρχική, κάθε φορά, φάση, η αύξηση των συναλλαγών πρέπει να συνοδεύεται και από μια μορφή αναδιανομής του εισοδήματος, η οποία θα διασφαλίζει την διατηρησιμότητα της αυξητικής πορείας των συναλλαγών - δηλαδή, σε τελική ανάλυση, της κατανάλωσης, η οποία, στην βάση της όλης αναπτυξιακής διαδικασίας, τροφοδοτεί την ανάπτυξη μιας οικονομίας.

Εδώ, όμως, είναι που η λειτουργία του χρήματος, ως μέσου συναλλαγών, έρχεται, σε ευθεία σύγκρουση, με τις άλλες δύο λειτουργίες του και κυρίως, με την λειτουργία του χρήματος, ως μέσου διατήρησης των αξιών, από το παρόν στο μέλλον (και το αντίστροφο), αφού αυτή η, ουσιαστικά, αποθησαυριστική λειτουργία του χρήματος, είναι αυτή που φρενάρει την εκροή των απαραίτητων ποσοτήτων του χρήματος, αφού, μέσα από την αποταμίευση, αποσύρει ικανές ποσότητες χρήματος, από την οικονομία, οδηγώντας την χρηματική οικονομία και το χρηματοπιστωτικό σύστημα, σε κατάσταση υπεραποταμίευσης και, στην πορεία, την πραγματική οικονομία, σε ύφεση και στην συνέχεια, σε κρίση, εάν δεν ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα, από τις κρατικές αρχές.

Τόσο απλά είναι τα πράγματα, όσο και αν οι κρατούντες συστημικοί οικονομολόγοι αρνούνται να το ομολογήσουν και να το επισημάνουν. Και γι' αυτό, ο John Maynard Keynes θεωρούσε την αποταμίευση, ως μια μορφή απεχθούς και καταστροφικής πολυτέλειας, για την οποία θα έπρεπε να επιβάλλονται διάφορες ποινές, σε εκείνους, οι οποίοι επιδίδονται, σε αυτήν και που, συνηθέστατα, είναι τα πλουσιότερα στρώματα του πληθυσμού των διαφόρων κοινωνιών, που λειτουργούν, μέσα σε χρηματικές οικονομίες.


Αυτή η λειτουργία του χρήματος, ως μέσου για την πραγματοποίηση και κυρίως, την αύξηση των συναλλαγών, ήταν και η αιτία της δημιουργίας του, αφού στην ανταλλακτική οικονομία του αντιπραγματισμού μπορούν να πραγματοποιηθούν, μόνο ένας περιορισμένος κύκλος από απλές συναλλαγές και όχι ένας διευρυμένος και ογκώδης κύκλος, από έμμεσες και σύνθετες συναλλαγές, που μπορούν να πραγματοποιηθούν, μόνο με την διαμεσολάβηση του χρήματος.

Ο ίδιος λόγος, δηλαδή η λειτουργία του χρήματος, ως μέσου πραγματοποίησης, αύξησης και διεύρυνσης του όγκου και του αριθμού των συναλλαγών, υπήρξε η αιτία και για το γεγονός ότι το χρήμα, ιστορικά, όπως συμβαίνει και σήμερα, έχει πάρει και παίρνει πολλές μορφές.

Έτσι, αν και σήμερα το χρήμα έχει πάρει την μορφή των χαρτονομισμάτων και των κερμάτων, τα οποία ως χαρτί και ως μέταλλο, δεν έχουν καμμία εσωτερική αξία, γι' αυτό και αυτό το χρήμα είναι παραστατικό χρήμα (fiat money) αναγκαστικής κυκλοφορίας, το οποίο έχει καθοριστεί, ως τέτοιο, με μια απλή κυβερνητική απόφαση, αυτή η μορφή του χρήματος, η οποία δεν στηρίζεται, σε μια ενδογενή αξία του νομίσματος, αυτή η κατάσταση δεν ήταν, πάντα, έτσι.

Πράγματι, το χρήμα αναγκαστικής κυκλοφορίας, που, σήμερα, αποτελεί τον κανόνα, σε όλες τις σύγχρονες οικονομίες, δεν ήταν κανόνας, εις το διηνεκές, αν ανατρέξουμε, ακόμη και στην, σχετικά, πρόσφατη, ή, στην παλαιότερη νομισματική ιστορία.

Στο παρελθόν, οι περισσότερες κοινωνίες και οικονομίες χρησιμοποιούσαν, ως χρήμα, διάφορα εμπορεύματα (commodity money), τα οποία είχαν μια δική τους εσωτερική αξία, η οποία συνδεόταν με την σπάνι των αγαθών, από τα οποία απετελούντο τα νομίσματα, τα οποία, στην μεγίστη πλειοψηφία τους, ήσαν φτιαγμένα από χρυσό, ασήμι, χαλκό, ή διάφορα άλλα μέταλλα.

Και φυσικά, ήταν ο χρυσός, ο οποίος ήταν το πιο διαδεδομένο αγαθό, το οποίο χρησιμοποιούνταν, ως χρήμα και οι οικονομίες του 19ου αιώνα, μέχρι τις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ου, λειτουργούσαν, κάτω από τον χρυσό κανόνα, την κατάρρευση του οποίου ανέδειξε η Great Depression της περιόδου 1929 - 1932, η οποία υπήρξε προϊόν της απέλπιδας προσπάθειας, για την διατήρησή του, κάτι που υπήρξε άτοπο και αλυσιτελές, αφού ο χρυσός και ο κανόνας του είχαν, από καιρό πριν, μετατραπεί, σε έναν ασφυκτικό βρόγχο, στον λαιμό των Η.Π.Α. και των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών της εποχής εκείνης, αφού η διατήρησή τους, ως βάσης των νομισμάτων και της νομισματικής πολιτικής και ως θεματοφυλάκων των λειτουργιών του χρήματος, για την διατήρηση, την μεταφορά στο μέλλον και την μέτρηση των αξιών, ερχόταν σε άμεση και σφοδρή σύγκρουση, με την λειτουργία του χρήματος ως μέσου των συναλλαγών, των οποίων ο χρυσός κανόνας εμπόδιζε όχι μόνον την αλματώδη αύξηση, αλλά και την απλή πραγματοποίησή τους, όπως έδειξε η ίδια η εμφάνιση της κρίσης του Μεσοπολέμου, κατά την διάρκεια της οποίας οι συναλλαγές, κυριολεκτικά, κατέρρευσαν, οδηγώντας, μέσα από μια πολύπλοκη διαδικασία και στην έκρηξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Κάπου, σε αυτό το χρονικό σημείο, κατέστη εμφανής και η κατάρρευση του χρυσού κανόνα και της ίδιας της μορφής του χρήματος, ως χρήματος-αγαθού, το οποίο είχε γίνει αποδεκτό, λόγω της εσωτερικής του αξίας (δηλαδή, λόγω της σπανιότητάς του). Το χρήμα της αναγκαστικής κυκλοφορίας, που είχε κάνει, πολύ καιρό πριν, την εμφάνισή του, με την μορφή των πιστοποιητικών, που ήσαν φτιαγμένα, από χαρτί, δηλαδή το χαρτονόμισμα, το οποίο είχε, σαν φύλλο συκής, την αντιστοίχισή του, σε χρυσό, "πληρωτέο, επί τη εμφανίσει", πήρε την θέση του και αντικατέστησε το χρήμα-αγαθό, δηλαδή το χρήμα, με εσωτερική αξία.

Και αν, για πολλά χρόνια, πολλές κοινωνίες πίστευαν ότι τα χάρτινα αυτά πιστοποιητικά, που εξέδιδαν τα κράτη, αντιστοιχούσαν, σε χρυσό και τα χρησιμοποιούσαν, σαν να ήσαν χρυσά, η ίδια η πικρή εμπειρία τις δίδαξε, στην πορεία του χρόνου, ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε, με αποτέλεσμα τα εγγυημένα, από το κράτος χαρτονομίσματα, να γίνουν ένα σύνηθες νομισματικό μέτρο και ένα γενικευμένο μέσο συναλλαγών, χωρίς να έχει κανένα ενδιαφέρον, αν αυτά αντιστοιχούν σε χρυσό, ή σε οποιοδήποτε αγαθό με υψηλή εσωτερική αξία. Έτσι το χρήμα της αναγκαστικής κυκλοφορίας αντικατέστησε το χρήμα-αγαθό, με τελική φάση του δράματος, την κατάρρευση των συμφωνιών του Μπρέτον Γουντς το 1971.

Αλλά στις σύγχρονες οικονομίες, που κινούνται, με χρήμα αναγκαστικής κυκλοφορίας, η αξία του χρήματος, ως μέσου διατήρησης των αξιών και μονάδας μέτρησης, εξαρτάται από την ποσότητά του, η οποία δεν προσδιορίζεται, απλώς, από την προσφορά του χρήματος, η οποία ελέγχεται από το κράτος. Προσδιορίζεται, από την ενεργό και υλοποιημένη (δηλαδή την χρησιμοποιημένη) προσφορά του, η οποία, σε τελική ανάλυση έχει να κάνει με την ενεργό ζήτηση του χρήματος, την οποία, βέβαια, δεν ελέγχει, πλήρως, το κράτος, αν και μπορεί να την ελέγξει.

Αυτό συμβαίνει παντού, εκτός από την ευρωζώνη, στην οποία ελέγχεται, από την, κατ' όνομα, Κεντρική της Τράπεζα, την Ε.Κ.Τ., ακριβώς επειδή, σε αυτήν την σύγχρονη νομισματική ένωση δεν υπάρχει ένα ενιαίο και ομόσπονδο κράτος.

Αυτή η ανυπαρξία ενός κεντρικού ομοσπονδιακού κράτους, το οποίο να ασκεί οικονομική, νομισματική και δημοσιονομική πολιτική και να έχει, υπό τον άμεσο έλεγχό του την Ε.Κ.Τ., είναι και η αιτία της αποδιοργάνωσης της ευρωζώνης και της ουσιαστικής της χρεωκοπίας, η οποία είναι μια πραγματική κατάσταση, όσο και οι ευρωζωνίτες προσπαθούν να την κρύψουν, διατηρώντας την, προ πολλού νεκρή (και θνησιγενή) ευρωζώνη, σε μια κατάσταση ενός άταφου ζόμπυ.

Έτσι, όλα όσα περιγράψαμε, μέχρι τώρα, δεν κάνουν τίποτε άλλο, εκτός από το να οδηγούν, σε μια ακραία ριζοσπαστική, αλλά, απολύτως, αναγκαία διαχείριση της κατάστασης, που έχει διαμορφωθεί, στην ευρωζώνη και η ελληνική κυβέρνηση οφείλει, εάν θέλει να μείνει η χώρα, στην ευρωζώνη, ή εάν επιθυμεί να επιχειρήσει την έξοδό της από αυτήν, με τους καλύτερους όρους, να χρησιμοποιήσει την άσκηση των αρμοδιοτήτων, για την έκδοση του κοινού νομίσματος, από την ίδια, αφού η Ε.Κ.Τ., αποτελεί εμπόδιο και να εγγυηθεί και να πληρώσει όλα τα χρέη, καθώς και τις λοιπές πιεστικές ανάγκες του ελληνικού δημοσίου και της ελληνικής οικονομίας, επαναφέροντάς την, σε αναπτυξιακούς ρυθμούς, ύστερα από τα έξι χρόνια της καταστροφικής κρίσης, στην οποία την έριξαν οι ανερμάτιστες, ιδεοληπτικές και βλακώδεις πολιτικές των ευρωζωνιτών και του Δ.Ν.Τ.

Η ελληνική κυβέρνηση, δηλαδή, πρέπει να κάνει όλα αυτά τα οποία δεν θέλει και αρνείται, με πείσμα η γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ και η ευρωμπατιροτραπεζοκρατία, προκειμένου να σταθεί δυνατό να μετατραπεί η Ε.Κ.Τ., σε πραγματική κεντρική τράπεζα όλων των κρατών, που είναι μέλη της ευρωζώνης.

Το τί πρέπει να κάνει η Ε.Κ.Τ., για να γίνει ουσιαστική κεντρική τράπεζα της ευρωζώνης δεν είναι άγνωστο, ούτε και αποτελεί κάποιο μυστήριο. Ας δούμε τα τρία εργαλεία άσκησης νομισματικής πολιτικής, τα οποία μπορούν να την καταστήσουν πραγματική Κεντρική Τράπεζα, με την σύγχρονη έννοια του όρου :



1) Άσκηση και εφαρμογή των συναλλαγών ανοικτής αγοράς.


Πρέπει, δηλαδή η Ε.Κ.Τ. να πραγματοποιεί αγορές και πωλήσεις κρατικών ομολόγων, τις οποίες αρνείται να πραγματοποιήσει. Ασκώντας πολιτική συναλλαγών ανοικτής αγοράς η κεντρική τράπεζα αγοράζει από τις χρηματοπιστωτικές αγορές και το αποταμιευτικό κοινό κρατικά ομόλογα και τα χρήματα, που δίνει, ως αντάλλαγμα, αυξάνουν την νομισματική βάση, ενώ όταν πουλάει κρατικά ομόλογα, στο κοινό και στις χρηματοπιστωτικές αγορές μειώνει την προσφορά του χρήματος - τουλάχιστον σε μια πρώτη φάση και για όσο χρονικό διάστημα το χρήμα αυτό δεν ανακυκλώνεται, στην οικονομία και δεν μεταφράζεται σε αύξηση των κρατικών δαπανών. Αυτή η λειτουργία, που η Ε.Κ.Τ. αρνείται, πεισματικά, να ασκήσει, είναι και η κυριότερη και βασικότερη λειτουργία των κεντρικών τραπεζών, σε όλο τον κόσμο. Είναι, μάλιστα και η πρώτη λειτουργία, που άσκησε, από το 1694, που ιδρύθηκε, η Τράπεζα της Αγγλίας, η οποία είναι και η πρώτη Κεντρική Τράπεζα, μέσα σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο. Και φυσικά, οι συναλαγές της ανοικτής αγοράς είναι το εργαλείο αυτό, που η αμερικανική κεντρική τράπεζα - το FED - ασκεί συχνότερα, από οποιοδήποτε άλλο εργαλείο, πραγματοποιώντας συναλλαγές ανοικτής αγοράς, περίπου, κάθε εβδομάδα.

Μια και μιλάμε, για τις έννοιες της νομισματικής βάσης και της προσφοράς του χρήματος, πρέπει να πούμε ότι η προσφορά του χρήματος έχει αναλογίες, με την νομισματική βάση, ως προς τις αυξομειώσεις τους. Αυτό συμβαίνει, επειδή η νομισματική βάση ισούται με το συνολικό ποσό των ευρώ, το οποίο έχουν στην κατοχή τους το κοινό, ως νόμισμα και οι τράπεζες, ως διαθέσιμα. Έτσι, όσο μικραίνει ο λόγος των διαθεσίμων μέσα στο τραπεζικό σύστημα μιας χώρας, ή μιας νομισματικής ζώνης, προς τις καταθέσεις του συστήματος αυτού (δηλαδή το ποσοστό των καταθέσεων, που κρατούν οι τράπεζες, ως διαθέσιμα), τόσο περισσότερο χρήμα δημιουργείται, από κάθε νομισματικη μονάδα, από κάθε ευρώ των διαθεσίμων αυτών. Αυτή η μείωση του λόγου των τραπεζικών διαθεσίμων προς τις τραπεζικές καταθέσεις οδηγεί - υπό προϋποθέσεις - στην αύξηση του πολλαπλασιαστή και της προσφοράς του χρήματος.

Τα παραπάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι όσο πιο χαμηλή είναι η ποσότητα του νομίσματος, που κρατούν τα άτομα, ως προς τις τραπεζικές καταθέσεις (αφαιρουμένων των καταθέσεων όψεως, που λογίζονται, ως νόμισμα, που κατέχει το κοινό), όσο, δηλαδή, είναι χαμηλότερος ο λόγος του νομίσματος, προς τις καταθέσεις, που διατηρεί το τραπεζικό σύστημα - ένα μέγεθος, το οποίο δείχνει τις προτιμήσεις του κοινού, σχετικά με την μορφή του χρήματος, που επιθυμεί να κρατεί -, τόσο περισσότερα ευρώ σωρεύονται στην νομισματική βάση, τα οποία κρατούνται από τις τράπεζες, ως διαθέσιμα και τόσο περισσότερο χρήμα δημιουργείται από το τραπεζικό σύστημα.

Έτσι, μέσα από μια πολύπλοκη διαδικασία, η προσφορά του χρήματος εξαρτάται από τις τρεις αυτές εξωγενείς μεταβλητές και αναλογίζεται, με την νομισματική βάση, με έναν συντελεστή αναλογικότητας, ο οποίος είναι ο περίφημος πολλαπλασιαστής χρήματος, ο οποίος πολλαπλασιαζόμενος, με την νομισματική βάση, μας δίνει την ισορροπία της προσφοράς χρήματος, σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή και περίοδο.

Με αυτόν τον τρόπο, κάθε ευρώ της νομισματικής βάσης, δημιουργεί, ως νέο χρήμα, μια ποσότητα ευρώ, που ισούται, με τον πολλαπλασιαστή και ακριβώς, επειδή η νομισματική βάση έχει πολλαπλασιαστική επίδραση, στην προσφορά του χρήματος, για τον λόγο αυτόν, αποκαλείται και χρήμα υψηλής ισχύος. Αυτό, φυσικά, σημαίνει ότι η μείωση του λόγου του νομίσματος, προς τις καταθέσεις, αυξάνει τον πολλαπλασιαστή του χρήματος και έτσι, αυξάνει και την προσφορά του τελευταίου. Έτσι, τουλάχιστον, υποτίθεται, αν και η υπόθεση αυτή δεν είναι, πάντοτε σε ισχύ


2) Ρύθμιση και εφαρμογή μηχανισμών ελέγχου των υποχρεωτικών διαθεσίμων των τραπεζών. 


Η Ε.Κ.Τ. πρέπει, όπως κάθε κεντρική τράπεζα, να επιβάλει, στις τράπεζες - σε όλες τις τράπεζες - την υποχρέωση να διατηρούν έναν ελάχιστο λόγο των διαθεσίμων τους, προς καταθέσεις, που έχουν. Έτσι, μια αύξηση των υποχρεωτικών διαθεσίμων των τραπεζών, όπως έχουμε δει, αυξάνει τον λόγο των διαθεσίμων προς τις καταθέσεις και μειώνει τον πολλαπλασιαστή και την προσφορά του χρήματος, ενώ μια μείωση των διαθεσίμων προς τις καταθέσεις, λειτουργεί στην αντίθετη κατεύθυνση και αυξάνει τον πολλαπλασιαστή και την προσφορά του χρήματος.

Μπορεί οι κεντρικές τράπεζες να χρησιμοποιούν, σπανιότερα, αυτόν τον μηχανισμό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πράττουν σωστά, εάν δούμε το τί έγινε και περισσότερο το τί δεν έγινε, στον τομέα αυτόν, όλη την περίοδο που προηγήθηκε της μεγάλης παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του Σεπτεμβρίου του 2008 και της βαθιάς ύφεσης που ακολούθησε.


3) Άσκηση πολιτικής επιτοκίων και προεξοφλητικό επιτόκιο.


Και αυτή η πολιτική πρέπει να παύσει να ασκείται, πλέον, σε εθνικό επίπεδο. Πρέπει να ασκηθεί, σε επίπεδο ευρωζώνης.

Το προεξοφλητικό επιτόκιο, που επιβάλλει η κεντρική τράπεζα, όταν χορηγεί δάνεια, στις τράπεζες είναι, μεν, ένα εργαλείο, το οποίο χρησιμοποιεί η Ε.Κ.Τ., αλλά σταματάει, περίπου, σε αυτό. Ο δανεισμός των τραπεζών προκύπτει όταν αυτές διαπιστώσουν ότι έχουν μειωθεί τα διαθέσιμά τους, σε επίπεδο, που δεν μπορούν να καλύψουν τα υποχρεωτικά διαθέσιμα, που πρέπει να έχουν. Όσο πιο χαμηλό είναι το προεξοφλητικό επιτόκιο, τόσο πιο φθηνός είναι ο δανεισμός των τραπεζών, από την κεντρική τράπεζα, για ενίσχυση των διαθεσίμων τους και τόσο περισσότερο ενισχύεται η νομισματική βάση και συνακόλουθα, η προσφορά του χρήματος, ενώ μια κίνηση στην αντίθετη κατεύθυνση, με μια αύξηση του προεξοφλητικού επιτοκίου, περιορίζεται η νομισματική βάση και η προσφορά του χρήματος - έτσι λέει η κλασική θεωρία, αν και στην πράξη, τα πράγματα είναι περισσότερο πολύπλοκα.  



4) Δανειστής της τελευταίας καταφυγής.


Συνήθως, όμως, όπως έχει διδάξει η παγκόσμια νομισματική ιστορία, η πολιτική του δανεισμού και της δημιουργίας χρήματος, από τις τράπεζες, πηγαίνει στραβά. Αυτό συμβαίνει, με τον ερχομό των οικονομικών υφέσεων, όταν πέφτει η κατανάλωση, εξ αιτίας πολλών και διαφόρων, κάθε φορά, λόγων, το επίκεντρο των οποίων βρίσκεται, στο απλούστατο γεγονός ότι, όσο οι κοινωνίες γίνονται πλουσιότερες, εξασθενεί η ροπή προς κατανάλωση, ένα φαινόμενο, το οποίο λαμβάνει διαστάσεις, όταν συνοδεύεται - και πάντοτε συνοδεύεται -, από ακραία επίπεδα ανισοκατανομής των εισοδημάτων, ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις και τις διάφορες ομάδες πίεσης, μέσα σε μια οικονομία, γεγονός το οποίο αυξάνει την ροπή προς αποταμίευση των πλουσιότερων στρωμάτων του πληθυσμού και τις στρέφει, προς την ανάληψη υψηλών επενδυτικών ρίσκων, τα οποία, κάποια στιγμή, πηγαίνουν άσχημα, ως αποτέλεσμα της εξασθένισης της κατανάλωσης, αλλά και λόγω εξωγενών παραγόντων, που σχετίζονται, με το ίδιο το ρίσκο, που αναλήφθηκε και την κατάρρευση της όποιας επένδυσης, η οποία κατάρρευση λειτουργεί, έτσι, ως επιταχυντής του ερχομού της ύφεσης και της μετατροπής της, σε ανοικτή κρίση.

Η έλευση της ύφεσης, όμως, δεν αφήνει ανεπηρέαστο το τραπεζικό σύστημα, αφού το οδηγεί, σε επισφάλεια των δανείων, που έχει χορηγήσει, καθώς και των ευρύτερων επενδυτικών του κινήσεων, με αποτέλεσμα τον περιορισμό των χορηγήσεων δανείων, την μεγαλύτερη πτώση της κατανάλωσης, με τελικό επακόλουθο την όξυνση των προβλημάτων της επάρκειας των διαθεσίμων των τραπεζών και την εμφάνιση μαζικών ανλήψεων των καταθέσεων, μέσα από έεν διαρκές bank run, εάν και εφ' όσον δεν υφίσταται, ως θεσμός, ένας δανειστής της τελευταίας καταφυγής, ο οποίος, τελικά, άμεσα ή έμμεσα, είναι η κεντρική τράπεζα, όπως μας έδειξε η εμπειρία της Great Depression, στην αμερικανική οικονομία, κατά την δεκαετία του 1930 και όπως θεσμοθετήθηκε, κατόπιν, σε όλες τις ομαλές οικονομίες του σύγχρονου καπιταλιστικού κόσμου - πλην ευρωζώνης.



Αυτές τις αρμοδιότητες, που δεν ασκεί - και όσες ασκεί, προς την αντίθετη κατεύθυνση, από τις ανάγκες, που έχει η ελληική οικονομία και κοινωνία - η μπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ., είναι, που πρέπει να ασκήσει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, ή ηόποια ελληνική κυβέρνηση, αν θέλει να ευδοκιμήσουν οι προσπάθειές της και αν θέλει η ίδια να έχει σοβαρές πιθανότητες, για την πολιτική της επιβίωση.


Άλλωστε, τα περιθώρια, που έχει, δεν είναι, ούτως, ή άλλως, πολλά. Είναι, ουσιαστικά, ανύπαρκτα, αφού το αβάστακτο ελληνικό δημόσιο χρέος δεν μπορεί να πληρωθεί, από την ελληνική οικονομία και στο μέτρο, που δεν θα χρησιμοποιηθεί η άσκηση του seigniorage, για την πληρωμή του, δεν προβλέπεται το οποιοδήποτε κούρεμά του, παρά το γεγονός ότι το απαιτεί η ανάγκη, κάτι που το βλέπει και το προτείνει και το Δ.Ν.Τ., το οποίο μπορεί να έχει αφήσει πολύ κακή φήμη, όπου πήγε, για την εμμονή του, σε πολιτικές σκληρής και ανελέητης λιτότητας, αλλά, ακριβώς, επειδή γνωρίζει, πολύ καλά, την διαχείριση κρίσεων χρέους, ζητεί το κούρεμα του ελληνικού δημόσιου χρέους, επειδή έχει συνείδηση ότι είναι ο μόνος τρόπος, για να γίνει διαχειρίσιμο.




Ευάγγελος Βενιζέλος - Γιώργος Παπανδρέου - Κώστας Σημίτης. Το τρίο των καταστροφέων, που οδήγησαν την ελληνική οικονομία, με την ένταξή της, στην "deadzone" ευρωζώνη, στην χρεωκοπία και από εκεί στην χωματερή. Για όσα έπραξαν (μαζύ, με τον Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος πρόδωσε τις δικές του διακηρύξεις, τον κόσμο, που τον εμπιστεύτηκε και τον ανέδειξε αρχηγό της Ν.Δ., αλλά και την πατρίδα), τα οποία προξένησαν μια βαριά και ανήκεστο βλάβη, στην ελληνική οικονομία και κατέσρεψαν τις ζωές των παρουσών και των μελλοντικών γενεών της χώρας, οι άνθρωποι αυτοί, πρέπει να δώσουν λόγο και να πληρώσουν, για το κακό που έκαναν. Όσο και αν επιθυμούν να αποφύγουν την λογοδοσία και την επακόλουθη τιμωρία, η ελληνική κοινωνία δεν πρέπει να τους ξεχάσει και να τους αφήσει ατιμώρητους, μέσα από την πάροδο του χρόνου, την οποία επιδιώκουν, προκειμένου να μην τιμωρηθούν. Και δεν θα τους ξεχάσει...




Οι ευρωζωνίτες, όμως, αποκλείουν μια τέτοια εξέλιξη, επειδή δεν θέλουν να πληρώσουν το κόστος του κουρέματος, γι' αυτό και οι εντόπιοι μπράβοι των δανειστών - οι κυβερνήτες αυτού του τόπου - και τα δημοσιογραφικά και άλλα παπαγαλάκια τους, επαναλαμβάνουν, αυτούσιους τους ισχυρισμούς των ευρωζωνιτών, για το ότι είναι αδύνατον να εκριθεί οποιοδήποτε κούρεμα του ελληνικού δημόσιου χρέους, από τα κοινοβούλια των μελών της ευρωζώνης, καθώς και οτι είναι άδικο να πληρώσουν οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι το ελληνικό δημόσιο χρέος, επικαλούμενοι όλοι αυτοί το επιχείρημα ότι θα πρέπει η χώρα αρκεστεί στην όποια επιμήκυνση της αποπληρωμής και την μείωση του επιτοκίου, που, κάποια στιγμή, θα παραχωρήσουν οι ευρωζωνίτες.

Ουσιαστικά, δηλαδή, όλοι αυτοί λένε ότι, τώρα, που το ελληνικό δημόσιο χρέος έχει περάσει, κατά την μεγίστη πλειοψηφία του, στα χέρια των θεσμών της ευρωζώνης, δεν μπορεί να γίνει κανένα κούρεμά του. Αλλά, τον Απρίλιο του 2010, όταν ξέσπασε η ελληνική χρεωκοπία και μετέπειτα, όταν, δηλαδή, ακόμη το ελληνικό δημόσιο χρέος βρισκόταν στα χέρια των ιδιωτικών θεσμών του χρηματοπιστωτικού τομέα, οι εντόπιοι μπράβοι των δανειστών και ο σκληρός πυρήνας της ευρωζώνης υποστήριζαν ότι δεν έπρεπε να γίνει κούρεμα, εις βάρος των ιδιωτών και μάλιστα, αποκαλούσαν όλους εμάς που υποστηρίζαμε το κούρεμα ανεύθυνους.

Έτσι, οι ευρωζωνίτες και το Δ.Ν.Τ. δάνεισαν το ελληνικό κράτος, για να αποπληρώσει, στο ακέραιο, όσα ομόλογα έληγαν, μέχρι τις αρχές του 2012, για να μη χάσουν χρήματα οι γαλλογερμανικές, κυρίως, τράπεζες και οι άλλοι  επενδυτές και τον Μάρτιο του 2012, έκαναν, αργά και χωρίς ουσιαστική σημασία το PSI, στους ιδιώτες, επιβαρύνοντας τους φορολογουμένους, που, τώρα, λένε ότι δεν θέλουν να επιβαρύνουν! Γι' αυτό και τώρα, που το ελληνικό χρέος έχει περάσει στα χέρια των θεσμών της ευρωζώνης, θα προσπαθήσουν να το ξαναπεράσουν, στα χέρια των ιδιωτών.

Βέβαια, η  ουσιαστική συζήτηση για την όποια αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους θα αρχίσει, από το φθινόπωρο και μετά, αφού θα προηγηθεί νέος έλεγχος και φυσικά, θα τεθούν νέοι όροι. Φυσικά, όλα αυτά είναι χάσιμο χρόνου και αποτελούν ανοησίες. Και αν η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και η όποια άλλη ελληνική κυβέρνηση πάρει (και όποτε την πάρει) την θέση του σημερινού κυβερνητικού πτώματος, το οποίο βρίσκεται, σε προχωρημένη κατάσταση αποσύνθεσης, δεν αλλάξει, ριζικά, το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης, με τους ευρωζωνίτες, δεν θα κάνει τίποτε άλλο, από το να υποχρεωθεί να συμφωνήσει με τις επιδιώξεις και τις επιθυμίες του σκληρού πυρήνα της ευρωζώνης.

Αλλά, αν κάνει κάτι τέτοιο και η δική της τύχη δεν θα είναι καλύτερη, από την τύχη της παρούσας κυβέρνησης των Αντώνη Σαμαρά και Ευάγγελου Βενιζέλου, που οδηγείται, προς την πλήρη αποτέφρωση.

Γι' αυτό και ο μόνος δρόμος, που έχει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, ή η όποια άλλη διαδεχθεί το παρόν κυβερνητικό πτώμα, δεν είναι άλλος από αυτόν που οδηγεί στο :

Let's destroy "deadzone". Let's occupy E.C.B.!

Αυτός ο δρόμος είναι, ουσιαστικά, μονόδρομος και λυτρωτικός. Και για την Ελλάδα και για την ευρωζώνη, την ίδια. (Όσο και αν η γερμανική ελίτ και το ευρωϊερατείο αρνούνται να το δεχτούν. Και παρ' ότι θα επιμείνουν, στην άρνησή τους αυτή)...


2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Γιατί να επιλέξει το seigniorage αντί να αποχώρησει από το ευρώ και να έχουμε εισαγωγή νέου εθνικού κρατικού νομίσματος ??

Επίσης, ακόμα και αν βγούμε από το ευρώ υπάρχει το προβλημα που λέγεται ΕΕ . Όσο είμαστε μέλος της ΕΕ είμαστε προτεκτοράτο χωρίς εθνική κυριαρχία. Τεραστιο μέρος της νομοθεσίας μας είναι είναι υποχρεωτικοι κανονισμοί/νομοι/οδηγίες της ΕΕ που τους αποφασίζουν ( διορισμένοι αγνωστο σπό ποιους ) ελιτιστες γραφειοκράτες κομισαριοι....

Επίσης, πλέον ακόμα και οι προϋπολογισμοι τωρα θα ελέγχονται από την ΕΕ.

Ενώ όλες αυτές οι συνθηκες (Μάαστριχ, λισσαβόνα κλπ) όχι μόνο οδήγησαν σε καταστροφή της παραγωγικής μας βάσης αφού επιβάλλουν την εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης Παγκοσμιοποίησης (4 ελευθερίες) αλλα θέτουν και τις βασεις για τη δημιουργία ενός ολοκληρωτικού απολυταρχικου ευρωκρατους.

Ανώνυμος είπε...

Μόνες λύσεις

1) Αποχώρηση από ΕΕ και ευρώ
2) εθνικό κρατικό νόμισμα που θα εκδίδεται ατοκα από μια εθνικοποιημενη ΤτΕ
3) μονομερή διαγραφή όλου του χρέους
4) παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας