Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

1893 - 1932 - 2010 : Από την Λατινική Νομισματική Ένωση στην ΟΝΕ. Ομοιότητες και διαφορές τριών ελληνικών χρεωκοπιών. (Seigniorage, ευρωομοσπονδία και επιστροφή στην δραχμή).









1850 - 1938 : Η εξέλιξη των Α.Ε.Π. Ελλάδας - Πορτογαλίας - Ισπανίας - Ιταλίας - Η.Π.Α. - Γαλλίας - Βρετανίας - Γερμανίας, εκφρασμένα σε αμερικανικά δολλάρια του 1990. Τα στοιχεία, προφανώς, πρέπει να γίνουν δεκτά, με σημαντικό βαθμό επιφυλακτικότητας, λόγω της ανακρίβειας των τηρουμένων στοιχείων, των διαφορετικών μεθόδων υπολογισμού, αλλά και εξ αιτίας του γεγονότος ότι, όταν εξετάζονται τόσο μεγάλες χρονολογικές σειρές, όπως συμβαίνει εδώ, με ένα συγκεκριμένο νομισματικό εργαλείο μέτρησης (εδώ το δολλάριο Η.Π.Α. του 1990), η απεικόνιση είναι, εξ ορισμού, ανακριβής, διότι το εργαλείο αυτό, ανταποκρίνεται σε και μετράει, τελείως, διαφορετικά πράγματα και μεγέθη, από αυτά, που πρέπει να μετρηθούν. Στην συγκεκριμένη περίπτωση των χωρών, των οποίων εξετάζεται η μεγέθυνση των Α.Ε.Π. τους, πρέπει να επισημανθεί ότι η συνάρτηση της κατανάλωσης, όπως και το ίδιο το περιεχόμενο και η σύνθεσή της (δηλαδή το καλάθι της νοικοκυράς), έχει διαφοροποιηθεί, ριζικά, μέσα στην διαδρομή αυτής της μακροχρόνιας ιστορικής περιόδου, ενώ, από χώρα, σε χώρα, οι διαφορές των καταναλωτικών ροών και του περιεχομένου τους, φθάνουν σε πολύ σημαντικά επίπεδα, που καθιστούν τις μετρήσεις και τις σχετικές συγκρίσεις, εντελώς, επισφαλείς. Ομοίως και το αμερικανικό δολλάριο του 1990 - έστω και στην διεθνή του διάσταση -, ως μονάδα μέτρησης και σύγκρισης, των Α.Ε.Π., αυτής της μακράς περιόδου, ανταποκρίνεται, σε ένα, εντελώς, διαφορετικό καλάθι νοικοκυράς και σε μια σύνθεση κατανάλωσης, που ουδεμία σχέση έχει, με τις χρονικές περιόδους των οικονομιών, που εξετάζονται και συγκρίνονται στον πίνακα αυτόν. Γνωρίζοντας και επισημαίνοντας τα παραπάνω, πρέπει να πω, επίσης, ότι οι ενστάσεις αυτές, γύρω από τα στοιχεία του πίνακα, δεν τον καθιστούν άχρηστο. Κάθε άλλο. Ο πίνακας αυτός είναι χρήσιμος, ως εργαλείο δουλειάς και γνώσης της εξέλιξης της πραγματικότητας. Αρκεί να χρησιμοποιηθεί και να ληφθεί, ως καταγραφέας τάσεων και ενδείξεων, γύρω από τις δυναμικές των παρουσιαζόμενων μεγεθών των οικονομιών, που εξετάζονται.






Η Ιστορία της ελληνικής οικονομίας, από την περίοδο της ανεξαρτησίας, μέχρι την έλευση της οικονομικής κρίσης της δεκαετίας του 1930 και του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, είναι, πάντοτε, διδακτική και είναι ωφέλιμο και πολλαπλώς, χρήσιμο να την θυμόμαστε. Όχι για κανέναν άλλον λόγο, αλλά επειδή τα τωρινά σφάλματα, θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί, εάν υπήρχε μια βαθιά και ουσιώδης γνώση της Ιστορίας, η οποία θα βοηθούσε, καίρια, στο να διαγνωσθεί, το τί δεν θα έπρεπε να έχει γίνει στις δικές μας ημέρες, έτσι ώστε να είχε αποφευχθεί η τεράστια τραγωδία, που ζει, σήμερα, ο τόπος.

Κάνοντας μια αποτίμηση, για την περίοδο, από την ελληνική ανεξαρτησία, ήτοι από το 1830, έως το 1938, δηλαδή το τελευταίο έτος, πριν ξεσπάσει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος - και προκειμένου να έχουμε υπόψη μας το αντικείμενο, για το οποίο γίνεται λόγος, δηλαδή την εξέλιξη των ελληνικών μακροοικονομικών μεγεθών -, πρέπει να αναφέρω ότι η εκτιμώμενη αύξηση του, κατά κεφαλήν, ΑΕΠ της χώρας φθάνει το 0,76%, εξεταζόμενη, σε ετήσια βάση, ενώ η αντίστοιχη ετήσια αύξηση, στο συνολικό ΑΕΠ φθάνει, κατά την ίδια περίοδο, στο 2,98%, γεγονός το οποίο υποδεικνύει και την σημαντικότατη ανισοκατανομή του παραγόμενου κοινωνικού προϊόντος και φυσικά, του συνολικού εισοδήματος, ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, τις κατηγορίες και τις ομάδες του πληθυσμού. 

Βέβαια, η μεθοδολογία της μέτρησης του συνολικού ΑΕΠ της Ελλάδας, μετά τους πολέμους του 1912 και την ανταλλαγή των πληθυσμών του 1924, πρέπει να ελεγχθεί, αφού η Ελλάδα, πριν από τους βαλκανικούς πολέμους και την μικρασιατική καταστροφή, ουδεμία (ή, έστω, μικρή) σχέση έχει, με την Ελλάδα, που διαμορφώθηκε, μετά το τέλος αυτών των πολέμων. Και αυτό συνέβη, σε όλα τα επίπεδα. Και πληθυσμιακά και εδαφικά και από άποψη πλουτοπαραγωγικών πόρων. 

Άλλωστε, σοβαρές μελέτες και ικανοποιητικά στοιχεία των συνολικών μακροοικονομικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας δεν υπάρχουν, σε όλη αυτήν την περίοδο, από την κήρυξη της ανεξαρτησίας, έως τον ερχομό του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Υπάρχουν μόνο οι μελέτες του Γιώργου Κωστελένου και άλλων 4 ερευνητών, για το ελληνικό ακαθάριστο εγχώριο προϊόν 1830 - 1938. Και αυτές, ορθότερο είναι να εκληφθούν, ως ενδεικτικές, με ελεγχόμενη πιστότητα, ως προς την ακρίβεια των παρουσιαζόμενων στοιχείων, για λόγους, που οφείλονται, όχι τόσο στους ίδιους τους ερευνητές, αλλά, στα πενιχρά στοιχεία, που καθιστούν το εγχείρημά τους, πολύ δύσκολο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι είναι και ακατόρθωτο. Κάθε άλλο...



1900 - 1938 : Η εξέλιξη του ελληνικού Α.Ε.Π., κατά κεφαλήν, σε σταθερές τιμές 1914 και σε δραχμές της Λατινικής Νομισματικής Ένωσης. Αυτό που έχει σημασία να παρατηρήσουμε είναι ότι, στην πρώτη περίοδο (1900 - 1912) το, κατά κεφαλήν, ΑΕΠ φθάνει στο μεγαλύτερό του σημείο, το 1911, ήτοι, στις 350 δρχ. Λ.Ν.Ε. Σε αυτό το σημείο θα ξαναφθάσει, 26 χρόνια, αργότερα, το 1937, αφού προηγουμένως, θα το αγγίξει και το 1935.



Οι δραχμές της Λατινικής Νομισματικής Ένωσης, στις οποίες αναφέρεται το παραπάνω διάγραμμα, και οι οποίες προέκυψαν, από την ένταξη της Ελλάδας, σε αυτήν την χαώδη νομισματική ένωση του 19ου αιώνα (όπως και οι χρυσές δραχμές του 1928, όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος συνέδεσε το εθνικό μας νόμισμα, με την αγγλική χρυσή λίρα), αποτελώντας αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής νομισματικής και οικονομικής ιστορίας, διδάσκουν, πολύ καλά, το τί δεν έπρεπε να γίνει, στις ημέρες μας, αφού η ένταξη της Ελλάδας, σε μια νομισματική ένωση, σαν αυτήν της ευρωζώνης, δεν αποτελεί ένα πρωτόγνωρο γεγονός. 

Έχει ξανασυμβεί, στο παρελθόν και το πλήρωσαν οι περασμένες γενιές, με την χρεωκοπία του 1893 και τον διεθνή οικονομικό έλεγχο, που επέβαλαν οι ξένοι δανειστές του ελληνικού δημοσίου, με την εθελόδουλη επικουρία του εντόπιου πολιτικού προσωπικού, το οποίο και τότε, λειτούργησε, όπως λειτουργεί και σήμερα, η πλειοψηφία των σύγχρονων απογόνων του : Ως μια ομάδα μπράβων των ξένων δανειστών.

Όπως, επίσης, το πλήρωσαν και πάλι, οι μεταγενέστερες γενιές, με την χρεωκοπία του 1932. Μόνο που, τότε, ο ελληνικός πολιτικός κόσμος, μετά τις πρώτες ανοησίες λειτούργησε διαφορετικά και δεν υπέκυψε στις αξιώσεις των ξένων δανειστών, ενεργώντας, δηλαδή, αντίθετα, από όσα είχαν πράξει, μετά την χρεωκοπία του 1893, οι Χαρίλαος Τρικούπης, Θεόδωρος Δηλιγιάννης και Δημήτριος Ράλλης, μετά την χρεωκοπία του 1893 (και φυσικά, με διαφορετικό βαθμό ευθύνης ο καθένας από αυτούς).



Χαρίλαος Τρικούπης (11/7/1832 - 30/3/1896). Με το "δυστυχώς επτωχεύσαμεν", πιστοποίησε την χρεωκοπία της χώρας και χρεώνεται με το γεγονός ότι, επί πρωθυπουργίας του, η ελληνική οικονομία προσδέθηκε στην Λατινική Νομισματική Ένωση, με την δημιουργία της δραχμής της Λ.Ν.Ε. και την στραγγαλιστική ισοτιμία της, με το γαλλικό φράγκο, ύστερα από την υποτίμηση της παλαιάς δραχμής, το 1882.



Η χρεωκοπία του 1893, με το "Δυστυχώς, επτωχεύσαμεν" του Χαριλάου Τρικούπη (φράση, η οποία δεν έχει διασωθεί, στα υπάρχοντα κείμενα του αρχείου της Βουλής, αλλά ειπώθηκε και προφανώς, δεν κατεγράφη, ή διεγράφη, επειδή θα εκτιμήθηκε, από τον, τότε, πρωθυπουργό ότι η καταγραφή της είναι βλαπτική, για τον ίδιο και την κυβέρνησή του), φυσικά, δεν ήλθε τυχαία. Ήταν αποτέλεσμα της δραχμής της Λατινικής Νομισματικής Ένωσης, η οποία προέκυψε, μετά την υποτίμηση της 1/11/1882, και θεσπίστηκε, προκειμένου η χώρα να είναι έτοιμη, για την ενεργό συμμετοχή της στην Λατινική Νομισματική Ένωση. Η δραχμή αυτή φιλοδόξησε να αποτελέσει μια νέα νομισματική μονάδα του ελληνικού κράτους και αντικατέστησε την παλαιά δραχμή, με μια ισοτιμία της τάξεως των 89 λεπτών της δραχμής Λ.Ν.Ε., προς μία παλαιά δραχμή, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι διατάξεις του νόμου, για το νέο νομισματικό σύστημα, που είχε ψηφίσει η Βουλή, τον Απρίλιο του 1867, με τον οποίο η Ελλάδα, εντασσόταν στην Λατινική Ένωση, που είχαν ιδρύσει η Γαλλία, η Ιταλία, το Βέλγιο και η Ελβετία (και στην οποία εισήλθαν, στην πορεία και άλλες χώρες), αποδεχόμενη τον διμεταλλισμό και την δολοφονική, για την ελληνική οικονομία, απόλυτη ισοτιμία της νέας "χρυσής δραχμής", με το γαλλικό φράγκο, σε επίπεδα 1 : 1.

Έτσι, τα θεμέλια, για την ελληνική χρεωκοπία του 1893, είχαν τεθεί.

Βέβαια, η Λατινική Ένωση, όπως και όλες οι, έως την ίδρυση της ευρωζώνης, νομισματικές ενώσεις, ανήκει στις δέλτους της Ιστορίας, διότι, στην πορεία του χρόνου, ατόνησε και περιέπεσε σε αχρηστία, αφού δεν μπορούσε να ικανοποιήσει τις εθνικές και τις, επί μέρους, δημοσιονομικές και οικονομικές απαιτήσεις των χωρών, που την συναποτελούσαν, με αποτέλεσμα να αυτοδιαλυθεί το 1927.

Αξία έχει να παρατηρήσουμε το γεγονός ότι η Γαλλία και η Ιταλία, αλλά και η Ελλάδα, όπως στην πορεία του χρόνου και οι άλλες χώρες, που συμμετείχαν, σε αυτήν την νομισματική ένωση, τύπωναν χαρτονόμισμα, προκειμένου να καλύψουν τις δημοσιονομικές ανάγκες τους, μεταφέροντας το κόστος, στις άλλες χώρες, που ήσαν μέλη της Ένωσης αφού δεν είχε θεσπιστεί κάποια απαγόρευση εκτύπωσης χαρτονομίσματος, ή, έστω, κάποιο όριό του.

Αυτήν την παράλειψη, η οποία, όμως, ήταν πολύ χρήσιμη, για τα κράτη μέλη της Λατινικής Ένωσης και για την ανάπτυξη των οικονομιών τους, οι ευρωζωνίτες, την απέφυγαν...




  1851 - 1938 : Εδώ παρουσιάζεται, πέραν της αριθμητικής εξέλιξης και η διαγραμματική εξέλιξη των Α.Ε.Π. των χωρών του πρώτου πίνακα, με το ίδιο μέτρο σύγκρισης. Οι ίδιες επιφυλάξεις, που αναφέρω, στις σχετικές παρατηρήσεις, που κάνω στον πρώτο πίνακα της ίδιας, σχεδόν, χρονικής περιόδου, ισχύουν, εις το ακέραιο. Απλώς, το παρουσιαζόμενο, εδώ, διάγραμμα είναι πολύ περισσότερο απεικονιστικό της πραγματικότητας, διότι αναδεικνύει, μέσα από την εξέλιξη των καμπυλών, τις μακροχρόνιες τάσεις, που επικράτησαν, ως προς τα εξεταζόμενα και αλληλοσυγκρινόμενα μακροοικονομικά μεγέθη...





Δεδομένο είναι ότι την ελληνική οικονομία, ως, κατά κεφαλήν του ΑΕΠ, μέγεθος, αλλά και ως σύνολο, την έβλαψαν οι πόλεμοι, στους οποίους εισήλθε η χώρα, από το 1912, μέχρι το 1922 (αν και αυτό δεν συνέβη, όταν δούμε την ελληνική οικονομία, ως σύνολο, αφού η χώρα υπερδιπλασιάστηκε εδαφικά και πολλαπλασίασε τους παραγωγικούς της πόρους). Όμως, με την λήξη των πολέμων και παρά τις τεράστιες δυσκολίες, από το 1924, ακολούθησε μια, σχεδόν, συνεχής ανοδική τροχιά. Από το, παραπάνω, κατατοπιστικό διάγραμμα του Γιώργου Κωστελένου, προκύπτει ότι η οικονομική διακύμανση, που έπληξε την ελληνική οικονομία και κοινωνία, την περίοδο της διεθνούς οικονομικής κρίσης (1929 - 1932), δεν ξεπέρασε τα όρια της οικονομικής ύφεσης. Αυτό συνέβη διότι η τότε πολιτικοοικονομική ελίτ, που διέπραξε το σφάλμα να συνδέσει την δραχμή, φρόντισε να το διορθώσει. 

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος έδωσε μια επίμονη, άφρονα και απέλπιδα μάχη, για να κρατήσει κλειδωμένη την ισοτιμία της "χρυσής δραχμής", με την σκληρή αγγλική χρυσή λίρα, μια ισοτιμία, η οποία κατέστησε μη ανταγωνιστική την ελληνική παραγωγή, θέτοντάς την, εκτός της διεθνούς και της εσωτερικής αγοράς. Το τραγικό, στην όλη υπόθεση, είναι ότι, παρά το γεγονός ότι η Βρετανία εγκατέλειψε τον "χρυσό κανόνα" στις 21/9/1931 και υποτίμησε την στερλίνα, κατά 30%, ο Έλληνας πρωθυπουργός επέμεινε να κρατά την δραχμή προσκολλημένη στην χρυσή λίρα και στον κανόνα του χρυσού, διακηρύσσοντας, 6 ημέρες μετά, την πίστη του στην "χρυσή δραχμή", με τα εξής λόγια :

"Δίδω, προς τον ελληνικόν λαόν την προσωπικήν διαβεβαίωσιν ότι έχω απόλυτον την πεποίθησιν ότι ημπορούμεν να διατηρήσωμεν την ακεραιότητα του εθνικού μας νομίσματος και να αποφύγωμεν, επομένως, τας συμφοράς, που θα επακολούθουν την ανατροπήν της σταθεροποιήσεως".

Φυσικά, η διαβεβαίωση του Ελευθέριου Βενιζέλου αποδείχτηκε ότι ήταν εξωπραγματική, κάτι, που, στην πορεία του χρόνου το αντελήφθη και ο ίδιος, με αποτέλεσμα να αποφασίσει, έστω και πολύ καθυστερημένα, στις 27/4/1932, να διαρρήξει αυτή την ισοτιμία και να αποσυνδέσει την δραχμή, από την χρυσή λίρα και από τον "χρυσό κανόνα", κηρύσσοντας τον Μάϊο του ίδιου έτους και στάση πληρωμών, λόγω της αδυναμίας της χώρας να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις.







Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ως πρωθυπουργός (photo  1931) κατά την περίοδο 1928 - 1932, συνέδεσε την δραχμή, με την αγγλική λίρα, μετατρέποντας το τοπικό μας νόμισμα, σε "χρυσή δραχμή". Το αποτέλεσμα ήταν αναπόφευκτο. Και δεν ήταν άλλο, από την χρεωκοπία της χώρας.




Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν, ο Ελευθέριος Βενιζέλος να παραιτηθεί, από την πρωθυπουργία, στις 21/5/1932, παραδίδοντάς την στον Αλέξανδρο Παπαναστασίου (για να επανέλθει στις 5/6/1932, παρά το γεγονός ότι είχε δηλώσει ότι δεν πρόκειται να ξαναγίνει πρωθυπουργός, εάν δεν ενισχύονταν οι εξουσίες της κυβέρνησης, εις βάρος της Βουλής και της ελευθερίας του τύπου), αφού, πλέον, είχε βρεθεί, ενώπιον μιας εντεινόμενης λαϊκής και κοινωνικής δυσαρέσκειας, λόγω των εξοντωτικών μέτρων, που είχε πάρει, όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα, προκειμένου να χρηματοδοτήσει και να στηρίξει την εξοντωτική ισοτιμία της δραχμής, με την σκληρή αγγλική λίρα.


Ένα αντίστοιχο κόστος, με εκείνο που πλήρωσαν εκείνες οι γενιές, που έπεσαν στα δίκτυα του χρυσού φράγκου, στην περίπτωση της Λατινικής Νομισματικής Ένωσης και της χρυσής λίρας, στην περίπτωση της άρρηκτης σύνδεσης της δραχμής, με το βρετανικό νόμισμα, κλήθηκαν να πληρώσουν οι παρούσες γενιές, που συγκροτούν την ελληνική κοινωνία, λόγω της ανόητης και αψήφιστης ένταξης της ελληνικής οικονομίας στην νομισματική ένωση του ευρώ, το 2002. Μόνο, που στην περίπτωση του ευρώ και της ζώνης του, το κόστος, για την ελληνική οικονομία και κοινωνία είναι, ασύγκριτα, βαρύ, οποιαδήποτε σύγκριση και αν γίνει, με τις δύο αυτές εμπειρίες του παρελθόντος.

Το γιατί δεν είναι δύσκολο να το αντιληφθούμε. Και στις δύο εμπειρίες του παρελθόντος η δραχμή παρέμεινε, ως τοπικό νόμισμα της χώρας, οπότε το μόνο που έμενε, με την έλευση των κρίσεων, ήταν η αποσύνδεσή της, από το γαλλικό φράγκο και την αγγλική λίρα, προκειμένου να αποσπασθεί η ελληνική οικονομία, από τα δεσμά των δύο αυτών πολύ σκληρών νομισμάτων, να αποφύγει, σε μεγάλο βαθμό, την διαδικασία της εσωτερικής υποτίμησης, να αποφύγει την κατακλυσμιαία πτώση των μακροοικονομικών μεγεθών της και να επανέλθει, σε αναπτυξιακούς ρυθμούς. 

Και αυτό ήταν, που έγινε, με αποτέλεσμα να επανέλθει η ελληνική οικονομία, η οποία είχε πληγεί βαρύτατα, από την σύνδεσή της, την πρώτη φορά, με την Λατινική Ένωση και το γαλλικό φράγκο και την δεύτερη φορά, με την αγγλική λίρα, που την οδήγησαν σε βαρύτατες κρίσεις και υφέσεις, οι οποίες έφεραν, στον ελληνικό πληθυσμό, την εξαθλίωση.





1/1/2002 : Ο κατεδαφιστής της ελληνικής οικονομίας Κώστας Σημίτης , που εκείνη την εποχή ήταν πρωθυπουργός, πανηγυρίζει, με τα χαρτονομίσματα του ευρώ, στα χέρια του, για την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη. Το έργο αυτό, στηριγμένο, σε πλαστά στοιχεία, είναι, κατά το μέγιστο μέρος του, δικό του. Τα ολέθρια αποτελέσματα του έργου αυτού, τα ζούμε σήμερα...


Η τρίτη φορά, κατά την οποία η ελληνική οικονομία συνδέθηκε, με ένα ξένο και εξωστρεφές νομισματικό σύστημα, ήταν και η φαρμακερή. Και συνέβη, με την ένταξη της Ελλάδας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση, το 1999 και αφού προηγουμένως, έναν χρόνο νωρίτερα, είχε απορριφθεί η ένταξη της χώρας μας, σε αυτήν την, υπό κατασκευή, χαοτική νομισματική ένωση, επειδή δεν πληρούσε τα κριτήρια, που είχαν τεθεί και τα οποία το 1999, παρακάμφθηκαν, μέσα από την συστηματική παραχάραξη των στοιχείων, για τα μακροοικονομικά μεγέθη της χώρας, που σχετίζονταν, με τα κριτήρια, για την ένταξη στον Ο.Ν.Ε. 

Όμως, με το ευρώ και την ζώνη του, δεν συμβαίνει κάτι ανάλογο, με αυτά που συνέβησαν,όσον αφορά την σχέση της δραχμής, με το γαλλικό φράγκο και την Λατινική Νομισματική Ένωση, ούτε με εκείνα, που έγιναν, όσον αφορά την σύνδεση της δραχμής, με την αγγλική λίρα και τον χρυσό κανόνα. Και τούτο, επειδή η δραχμή δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το ευρώ, όπως μπορούσε να αποσυνδεθεί από το γαλλικό φράγκο και την αγγλική λίρα. Και δεν μπορεί η δραχμή να αποσυνδεθεί από το ευρώ, διότι, απλούστατα, η δραχμή δεν υπάρχει, αφού την αντικατέστησε το ευρώ.

Το αποτέλεσμα ήταν η παρούσα κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας, η οποία δεν οφείλεται, στην όποια κακοδιαχείριση έχει γίνει. Η κακοδιαχείριση, απλώς, επιτείνει το πρόβλημα και αποτελεί τον λόγο, για τον οποίο η χώρα μας βρίσκεται στην χειρότερη θέση, από όλες τις άλλες χώρες της ευρωζώνης, οι οποίες έχουν πληγεί και αυτές, από την ένταξή τους, σε αυτήν. Δεν βρίσκεται, όμως, στην κακοδιαχείριση, η αιτία του προβλήματος, που αντιμετωπίζει η χώρα.

Το πρόβλημα, όπως γίνεται κατανοητό, από όσα έχουμε περιγράψει, είναι συστημικό.

Έχει να κάνει, με την απώλεια της νομισματικής κυριαρχίας των χωρών της ευρωζώνης και αφορά όλες τις χώρες, που έχουν ενταχθεί, σε αυτήν, είτε αυτές ανήκουν στον πλούσιο βορρά, είτε στον πτωχό νότο. 

Αυτή η απώλεια της νομισματικής κυριαρχίας των κρατών, επειδή δεν συνοδεύεται από την άσκηση μιας ανάλογης νομισματικής κυριαρχίας, σε ομοσπονδιακό κρατικό επίπεδο, με μια κεντρική κυβέρνηση, η οποία να έχει θέσει, υπό την εξουσία της, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μετατρέπεται, σε ζωτικό πρόβλημα, λόγω των διαφορετικών δομών των οικονομιών των χωρών του βορρά - κυρίως, της Γερμανίας, αλλά όχι μόνον αυτής -, από εκείνες του νότου.

Έτσι, πρωτίστως, η Γερμανία (φαίνεται να) ευνοείται από την θεσμική οικοδόμηση και συγκρότηση του ευρώ, το οποίο, μαζύ με την θεσμισμένη ανεξαρτησία της Ε.Κ.Τ., λειτουργεί, υπέρ της χώρας αυτής, η οποία παράγει ομοειδή προϊόντα, τα οποία στηρίζονται σε μια αγορά, που λειτουργεί με λίγες εταιρικές επιχειρήσεις, που δραστηριοποιούνται, σε ίδιους κλάδους. Οι επιχειρήσεις αυτές ενεργούν, ως καρτέλ, δηλαδή, σαν ολιγοπώλιο, καθορίζοντας υψηλές τιμές, με τεράστια κέρδη και αποκλείουν την είσοδο και την δημιουργία άλλων ανταγωνιστικών επιχειρήσεων, που να λειτουργούν, στους κλάδους αυτούς και να παράγουν όμοια και ανταγωνιστικά προϊόντα.

Αυτές οι εταιρίες είναι και επιχειρήσεις εντάσεως κεφαλαίου και υψηλής τεχνολογίας και στις οποίες οι επενδύσεις, σε τεχνολογία και καινοτομία είναι πολύ μεγάλες, σε σχέση με το κόστος εργασίας και τα προϊόντα, που παράγουν, εμπεριέχουν ελάχιστο κόστος σε πρώτες ύλες και εργασία.

Το προφανές αποτέλεσμα είναι ότι η παραγωγή των εταιριών αυτών έχει μικρό κόστος, αλλά τα προϊόντα τους, επειδή δεν έχουν ανταγωνιστές - ή και αν έχουν, αυτοί αντιμετωπίζουν τεράστιες δυσκολίες στην είσοδό τους στην αγορά - η τιμή των προϊόντων, που παράγουν, να είναι, αυθαίρετα, υψηλή, με φυσικό επακόλουθο την εκτίναξη των κερδών τους, σε δυσθεώρητα επίπεδα, γεγονός, που τους επιτρέπει, την αέναη συσσώρευση των απαιτούμενων κεφαλαίων, προκειμένου το ολιγοπωλιακό αυτό σύστημα να αυτοσυντηρείται και να επεκτείνεται.

Ο συνδυασμός, όλων αυτών, που επιτρέπει μια εξοντωτική ισοτιμία του ευρώ, με τα άλλα νομίσματα, καθιστώντας το νόμισμα της ευρωζώνης, ως το περισσότερο σκληρό νόμισμα στον πλανήτη, αφού η τεχνητή του ισοτιμία κυμαίνεται, με απόφαση της μπατιροτραπεζοκρατίας της Ε.Κ.Τ., σε επίπεδα της τάξης του 1,00 €~1,30 $, ενώ η πραγματική του ισοτιμία βρίσκεται στα επίπεδα του 1,00 €~0,90 $, οδηγεί στην κατάρρευση των περισσότερων χωρών της ευρωζώνης, σε αντίθεση, με εκείνες, που βρίσκονται έξω από αυτήν, όπως άλλωστε προκύπτει και από την μελέτη της εξέλιξης των ισοζυγίων πληρωμών και των λοιπών μακροοικονομικών μεγεθών των χωρών, που βρίσκονται μέσα, ή έξω, από το ευρώ και την ζώνη του.

Με δεδομένο το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία είναι μια οικονομία μικρομεσαίων επιχειρηματιών, με παράλληλη κατεύθυνση στον τουρισμό και στην γεωργία, αντιλαμβανόμαστε ότι η χώρα μας είναι μια οικονομία, που στηρίζεται στην ένταση εργασίας, το κόστος της οποίας δεν μπορεί να συμπιεστεί, πέρα από ένα επίπεδο, ούτως ώστε το κόστος των ελληνικών προϊόντων να είναι χαμηλότερο από το επίπεδο των προϊόντων των χωρών, που λειτουργούν, εκ των πραγμάτων, ανταγωνιστικά. 

Στα πλαίσια αυτά, η ελληνική οικονομία, όσο η ευρωζώνη παραμένει, ως αυτό που είναι, δηλαδή ως νομισματική ένωση (και δεν μετατρέπεται σε ομοσπονδιακό κράτος, με κεντρική κυβέρνηση και με ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, ο οποίος να ανακυκλώνει τα εντός της ομοσπονδίας παραγόμενα πλεονάσματα και να ανακατανέμει το παραγόμενο εισόδημα) δεν έχει κανένα μέλλον, εκτός από αυτό της παρατεταμένης εξαθλίωσης.



Πλεονάσματα και ελλείμματα, εντός ευρωζώνης, ανάμεσα σε Γερμανία - Ιταλία - Ισπανία - Ιρλανδία - Ελλάδα - Πορτογαλία, σύμφωνα με τον Hans Werner Sinn (3/2012). Η σύγκριση είναι συντριπτική, όσον αφορά την πλεονασματική Γερμανία και τις άλλες τέσσερεις ελλειμματικές χώρες...



Το ευρώ είναι βαθύτατα προβληματικό, όχι, μόνο, ως προς την Ελλάδα, αλλά και ως προς ολόκληρη την ευρωζώνη. Το πρόβλημα δεν είναι, απλώς, τεχνικό, αλλά κοινωνικό, αφού, ανάμεσα στα άλλα, η Γερμανία έχει συμπιέσει την αμοιβή της εργασίας, μέσα στα πλαίσια της εσωτερικής της οικονομίας, σε τέτοιο βαθμό, που να έχει ενισχύσει, υπέρμετρα, το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα, το οποίο έχει, ούτως, ή άλλως, κρατήσει, σε χαμηλά επίπεδα, λόγω της ίδιας της δομής του οικονομικού και του παραγωγικού της συστήματος, όπως, περιέγραψα, παραπάνω. Και φυσικά, αυτό το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα δεν αφορά, μόνο τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Αφορά και τις άλλες χώρες και τείνει να γίνει απαγορευτικό, ακόμη και για την Γαλλία, ενώ, ήδη, είναι για την Ιταλία.

Για τους λόγους αυτούς, που έχουν να κάνουν, με το στενό οικονομικό και εθνικό συμφέρον της μεγάλης αυτής χώρας, οι κυβερνήσεις της επιμένουν να αρνούνται τις όποιες ουσιαστικές αλλαγές, εντός της ευρωζώνης, καθώς και την μετεξέλιξη της νομισματικής αυτής ένωσης, σε ένα είδος ομοσπονδίας. Αυτό συμβαίνει, διότι η Γερμανία επιθυμεί να παραμείνει η ευρωζώνη, ως έχει, αφού η θεσμική συγκρότηση της ζώνης του ευρώ την ικανοποιεί, απολύτως. 


Παρ' όλ' αυτά, η πολιτική της γερμανικής ελίτ δεν έχει μέλλον. Δημιούργησε πολλές και ολοένα και εντεινόμενες κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις, μέσα στην ευρωζώνη, γονατίζοντας χώρες, όπως η Ιταλία, η Ισπανία, ακόμη και η Γαλλία. Στο τέλος, όσο η κρίση της ευρωζώνης διογκώνεται, η Γερμανία θα κληθεί να πληρώσει τον λογαριασμό.

Έτσι, όσο τα κράτη, που βρίσκονται, εντός αυτής, βουλιάζουν, στα χρέη (η Ελλάδα είχε, ήδη, βουλιάξει, με την είσοδό της στην ευρωζώνη, το 2002, εξ αιτίας της μετατροπής του δημόσιου χρέους της, από ένα μαλακό και ευκόλως εξυπηρετήσιμο, κατά 85%, δραχμικό χρέος, σε ένα σκληρό χρέος εκφρασμένο σε ευρώ, το οποίο, επειδή λειτουργεί, ως ξένο νόμισμα, κατέστησε το χρέος αυτό, το οποίο υπερέβαινε, ήδη, από τότε, το 100% του ελληνικού Α.Ε.Π., αδύνατο να εξυπηρετηθεί και το ελληνικό δημόσιο, ουσιαστικά χρεωκοπημένο, έστω και αν αυτή η χρεωκοπία ήταν, τότε, αφανής) και εκτός των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών, ή όσο ακριβαίνουν, ή όσο παραμένουν, σε υψηλά επίπεδα, τα επιτόκια δανεισμού τους, εξ αιτίας και της συστηματικής κερδοσκοπίας του γερμανικού δημοσίου, με τα διαφορικά επιτόκια δανεισμού των κρατών της ευρωζώνης, αφού οι όποιοι αποταμιευτές εμπιστεύονται, όπως δείχνουν οι μεγάλες διαφορές στις αποδόσεις των κρατικών ομολογιακών τίτλων, πολύ περισσότερο την οικονομία της Γερμανίας, έναντι των άλλων χωρών της ευρωζώνης, η Γερμανία θα καλείται να συμμετέχει στους μηχανισμούς ψευδοδιάσωσής τους - μηχανισμοί που είναι ουσιαστικά, εργαλεία δανεισμού και τοκογλυφίας, ακόμη και όταν τα επιτόκια είναι μηδαμινά, ή και μηδενικά.

Αλλά αυτή η συμμετοχή, σε δανειοδοτήσεις κρατών, τέτοιας φύσεως και εκτάσεως, σημαίνει ότι η Γερμανία θα υποχρεωθεί κάποια στιγμή, να αναγνωρίσει ότι τα δανεικά δεν μπορούν να της επιστραφούν. Θα αποδεχθεί, δηλαδή, το γεγονός ότι η ευρωζώνη έχει μετατραπεί, σε έναν μηχανισμό μεταφοράς και ανακύκλωσης κεφαλαίων και πλεονασμάτων, χωρίς ανταποδοτικότητα.

Μια τέτοια παραδοχή, όμως, θα σημαίνει ότι η ευρωζώνη, ουσιαστικά, άλλαξε χαρακτήρα, περιεχόμενο και θεσμική συγκρότηση. Αλλά κάτι τέτοιο η Γερμανία δεν θέλει, δεν μπορεί και δεν είναι έτοιμη να το αποδεχθεί, ένώ από την άλλη πλευρά, δεν θα μπορεί να φύγει από την ευρωζώνη, εάν δεν πείσει τους νικητές της στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι οποίοι της επέβαλαν την είσοδό της στην ευρωζώνη, ως αντάλλαγμα, για την ενοποίησή της, μετά την κατάρρευση του "υπαρκτού σοσιαλισμού" και για να την έχουν υπό έλεγχο.

Υπ' αυτές τις συνθήκες και όσο οι ισορροπίες παραμένουν, ως έχουν, το ευρώ δεν είναι μακροπρόθεσμα διατηρήσιμο.

Από εκεί και πέρα, η Ελλάδα πρέπει να δει το τί θα κάνει. Και αυτά, που μπορεί να κάνει δεν είναι πολλά. Μπορεί να υπάρχουν διάφορες και ποικίλες παραλλαγές τους, αλλά τα βασικά μοτίβα των ενεργειών της είναι δύο :


Η ελληνική κυβέρνηση - η όποια ελληνική κυβέρνηση, η οποία, πάντως, δεν θα είναι αυτή των μπράβων των ξένων δανειστών -, είτε θα κηρύξει την χώρα, σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και θα ζητήσει, από την Ε.Κ.Τ., την άσκηση του seigniorage, με την κοπή των απαραίτητων ποσοτήτων ευρώ, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι ανάγκες της χώρας και εάν η Ε.Κ.Τ. αρνηθεί, τότε, η κυβέρνηση θα υποχρεώσει την Τράπεζα της Ελλάδος να κόψει, στα νομισματοκοπεία, που βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια, τις απαραίτητες ποσότητες ευρώ.

Ή η ελληνική κυβέρνηση θα θέσει η ίδια θέμα εξόδου από την Ο.Ν.Ε., ακολουθώντας την πολιτική της παύσης των πληρωμών των χρεών του ελληνικού δημοσίου. Μια έξοδος, η οποία θα ήταν καλύτερα, εάν γίνει, με την σύμφωνη γνώμη των εταίρων και με εξάλειψη του, συντριπτικά, μεγαλύτερου μέρους του ελληνικού δημόσιου χρέους, το οποίο θα πρέπει να μειωθεί, κατά 90% και να περιορισθεί, στο 15% του ελληνικού Α.Ε.Π. 

Η χώρα μας, όμως, θα πρέπει να είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει και την άρνηση των ευρωζωνιτών να συναινέσουν, σε μια κοινά αποδεκτή λύση και θα πρέπει να είναι έτοιμη να ασκήσει μονομερείς ενέργειες, που θα συνδυάζουν και την παύση των πληρωμών και την άσκηση του seigniorage, από το ελληνικό δημόσιο, με την κοπή (μεταβατικά και ανεξάρτητα από τις θελήσεις των ευρωζωνιτών) και των απαραίτητων ποσοτήτων, χρήματος, σε ευρώ, προκειμένου να υπάρξει ομαλή και ανώδυνη μετάβαση, από την αναγκαία αλλαγή του νομίσματος, καθώς και των απαιτούμενων ποσοτήτων νέων δραχμών, που θα αντικαταστήσουν, σταδιακά, μεν, αλλά και γρήγορα το ευρώ, ως τοπικό νόμισμα της χώρας. πρέπει να είναι έτοιμη και για μονομερείς ενέργειες γιατί πλέον είναι θέμα κοινωνικής και εθνικής επιβίωσης. Η επιλογή της “συντεταγμένης εξόδου” παραμένει και σήμερα απολύτως εφικτή  και θα ήταν ευχής έργο να μη φτάσει η χώρα εκεί μετά από ακόμη βαθύτερη καταστροφή, με απρόβλεπτες κοινωνικές συνέπειες.

 Βέβαια, για να γίνει πράξη, είτε η μία, είτε η άλλη επιλογή, απαραίτητο είναι να υπάρχουν :


1) Κυβέρνηση με πολιτική βούληση.

2) Οργανωμένος και λεπτομερής επιτελικός και τακτικός πρακτικός σχεδιασμός.

3) Ικανό επιτελείο, το οποίο θα φέρει σε πέρας το σχέδιο και

4) Συμμαχίες, που θα στηρίξουν το όποιο εγχείρημα.



 Οι δυνατότητες, για την υλοποίηση αυτών των επιλογών, είναι υπαρκτές και φυσικά, αφού ληφθούν οι οριστικές αποφάσεις, η πραγματοποίησή τους μπορεί να επιτευχθεί, πολύ πιο εύκολα, από όσο μπορεί κάποιος να φανταστεί...

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ακομα και ομοσπονδιακο κρατος να γινοταν η Ε.Ε παλι μια περιφερειακη χωρα οπως η Ελλαδα θα ηταν σε μειονεκτικη θεση.

Αρχέλαος είπε...

Ενδιαφέρουσα ανάλυση.
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση του στο www.phorum.gr?

TassosAnastassopoulos είπε...

Το σίγουρο είναι ότι η Ελλάδα δεν θα ήταν, σε αυτό το χάλι, που βρίσκεται, σήμερα, αφού θα υπήρχε ένας μηχανισμός ανακύκλωσης των παραγόμενων πλεονασμάτων, για την αντιμετώπιση των υφέσεων, ο οποίος μηχανισμός δεν θα στηριζόταν στον τοκογλυφικό δανεισμό.

TassosAnastassopoulos είπε...

Αγαπητέ Αρχέλαε, με τους κατάπτυστους τύπους, που κάνουν κουμάντο, στο Phorum.gr δεν έχω και ούτε θέλω να έχω, οποιαδήποτε σχέση...