Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

17/11/1973 - 17/11/2013 : Η πορεία μιας γενιάς που πρόδωσε τους αγώνες της μετατρέποντας την χώρα σε μια αποικία χρέους. (Μια κατάθεση προσωπικών αναμνήσεων, συνδυασμένη, με μια απόπειρα συμπερασματικής αποτίμησης της εξέγερσης του Πολυτεχνείου).


Ο άγριος Νοέμβριος του 1973 και τα μετέπειτα, μέσα από ένα εκτενές απόσπασμα της εκπομπής "ΦΑΚΕΛΟΙ", που προβλήθηκε στο MEGA, τον Νοέμβριο του 2006, με αφορμή την επέτειο της εξέγερσης στο Πολυτεχνείο. Μπορεί να μην πέρασε όλη η αλήθεια, μέσα από αυτό το τηλεοπτικό αφιέρωμα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι χρήσιμο. Κάθε άλλο...



Το κείμενο αυτό, 40 χρόνια μετά από τον άγριο Νοέμβριο του 1973, προσπαθεί να είναι μια κατάθεση προσωπικών αναμνήσεων, από εκείνη την εποχή, αλλά και μια απόπειρα συμπερασματικής αποτίμησης των όσων έγιναν, εκείνη την ταραγμένη περίοδο, που ξεκινάει τον Μάϊο του 1973, με το κίνημα του Ναυτικού, εξελίσσεται στην προσπάθεια φιλελευθεροποίησης του δικτατορικού καθεστώτος, με το δημοψήφισμα, για την κατάργηση της βασιλείας, στις 29/7/1973 και το πείραμα της κυβέρνησης του Σπύρου Μαρκεζίνη, περνάει μέσα από την καταστολή της φοιτητικής εξέγερσης, στην Αθήνα και καταλήγει στην ιωαννιδική δικτατορία, η οποία, 8 μήνες μετά, έφερε τους Τούρκους στην Κύπρο, στην οποία και παραμένουν, ακόμη, χωρίς, φυσικά, να έχουν καμμία διάθεση, για να φύγουν.

Η αποτίμηση αυτή γίνεται, στην σκιά των όσων διαδραματίζονται, σήμερα, στην χώρα μας, ως αποτέλεσμα της χρεωκοπίας, που αυτή υπέστη, εξ αιτίας της διαχείρισης της τύχης της, από την γενιά εκείνη, η οποία πρωταγωνίστησε, στην εξέγερση του Νοεμβρίου του 1973, μια γενιά, η οποία, εκτός από την διαχειριστική της ανικανότητα, επέδειξε  - και αυτό είναι το απείρως σημαντικότερο - και μια αδυναμία να σκεφθεί, με όρους τακτικής και στρατηγικής ανάλυσης, μια αδυναμία, η οποία προέκυψε ως αποτέλεσμα της ολοκληρωτικής ενσωμάτωσής της, στο διαπλεκόμενο πολιτικοοικονομικό κατεστημένο της χώρας και εγκαταλείποντας μια σειρά, από τις πολιτικές της θέσεις, οι οποίες ήσαν πλειοψηφικές, στις τάξεις της, εκείνη την εποχή.

Η γενιά του Πολυτεχνείου - και όταν μιλάμε για την γενιά αυτή, μιλάμε για την κυρίαρχη τάση, που επικράτησε, μέσα στο διάβα των τεσσάρων δεκαετιών, που μεσολάβησαν, από την εξέγερση του Νοεμβρίου του 1973 - και φυσικά δεν τσουβαλιάζουμε τους πάντες, διότι εξαιρέσεις υπήρξαν και υπάρχουν - οργάνωσε και θεσμοθέτησε, διαχρονικά, την ιστορία της, μετατρέποντάς την, σε μύθο, ο οποίος, εν πολλοίς, έλαβε και τις διαστάσεις ενός παραμυθεύματος. Η γενιά αυτή κατασκεύασε τα σύμβολά της και μύησε, στο όλο σκηνικό της λατρείας του μύθου αυτού, τις επόμενες γενεές, μετατρέποντας, σε μια επίσημη κρατική εορτή, την 17/11/1973, την ημέρα, δηλαδή, που το τάνκ ισοπέδωσε την πύλη του Πολυτεχνείου, για, εντελώς, πρακτικούς λόγους και κατόπιν προσυμφωνίας της Συντονιστικής Επιτροπής (όχι όλης), με τον στρατό και την αστυνομία.

Φυσικά, όλοι οι "επιφανείς" εκπρόσωποί της - και όχι μόνον αυτοί - έκτισαν τις καριέρες τους, είτε ήσαν πολιτικές, είτε επαγγελματικές, πάνω σε αυτόν τον μύθο, φθάνοντας, σε απίστευτα επίπεδα εκμετάλλευσης, ενός γεγονότος, το οποίο, μπορεί να ήταν σημαντικό, ως ένα γεγονός αντίστασης, απέναντι σε μια κρατική βία, η οποία, ως προϊόν μιας δικτατορίας, δεν είχε και δεν υπάκουε, σε νόμους, αλλά το γεγονός αυτό δεν βρισκόταν, στην πρώτη γραμμή των συμβάντων, μέσα στην διαδρομή της νεοελληνικής ιστορίας.

Όμως, μόνον έτσι, ήταν δυνατή όλη αυτή η επιχείρηση υπερεκμετάλλευσης του όποιου έργου της, που διοργάνωσε αυτή η γενιά, η οποία, στην μεγίστη πλειοψηφία της, ενταγμένη στις τάξεις των πολιτικών κομμάτων, που ξεπήδησαν, μέσα στην μεταπολίτευση του 1974, ως κληρονόμοι του παλαιού και φθαρμένου αστικού και κομμουνιστικού πολιτικού κόσμου, ενσωματώθηκε, γρήγορα, στην διαχειριστική λογική του πολιτικού και οικονομικού συστήματος, που προέκυψε, μετά την πτώση της δικτατορίας.



Τα όσα γράφει ο Μιχάλης Γαργαλάκος, ένας χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της γενιάς του Πολυτεχνείου, στην εφημερίδα "ΤΟ ΠΑΡΟΝ" της 17/11/2013, είναι αυθεντικά δείγματα της πορείας της γενιάς αυτής και της πλήρους ενσωμάτωσής της στο σύστημα, με το οποίο η γενιά αυτή θέλησε (υποθετικά, ή/και πραγματικά) να αντιπαρατεθεί, για να οδηγηθεί, γρήγορα, στο να αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος και βασικό κορμό του διεφθαρμένου πολιτικού, οικονομικού, κοινωνικού και πνευματικού κατεστημένου του συστήματος αυτού. Το αστείο και συνάμα το τραγικό, είναι ότι η γενιά του Πολυτεχνείου εγκαταλείποντας τις όποιες σωστές θέσεις της, που είχαν να κάνουν, με τον ξένο παράγοντα και ιδιαίτερα την, τότε, Ε.Ο.Κ., οδηγήθηκε, στην πλήρη υποταγή, στα κελεύσματα των ξένων επικυρίαρχων, στους οποίους παρέδωσε τα κλειδιά της διακυβέρνησης της χώρας, υποτάσσοντας τον πληθυσμό της, σε ένα ανελέητο καθεστώς πεονίας και μετατρέποντας την Ελλάδα, σε μια σύγχρονη αποικία χρέους. Το παραπάνω εμετικό κείμενο του απιθανογραφούντος Μιχάλη Γαργαλάκου μιλάει μόνο του...




Έτσι, η τελική απαξίωση της γενιάς αυτής και των αγώνων της (που η αυτή η ίδια εγκατέλειψε και πρόδωσε), συνδυαζόμενη με την παταγώδη και απίστευτης εκτάσεως και τεραστίου μεγέθους διαχειριστική και στρατηγική αποτυχία της, που αποκαλύφθηκε, με την τρέχουσα χρεωκοπία της χώρας, δεν ήταν ένα ατύχημα.  Υπήρξε και είναι ένα φυσικό επακόλουθο των πεπραγμένων των επιφανών και των μη επιφανών μελών της γενιάς του Πολυτεχνείου και πήρε γενικότερες διαστάσεις, περιλαμβάνοντας και όσους, από την γενιά αυτή, δεν είχαν ενεργό ανάμειξη στα γεγονότα του 1973, ακόμη και όσους αντιπαρατέθηκαν στους (πραγματικούς, ή νομιζόμενους) ριζοσπάστες φοιτητές, σπουδαστές, εργάτες, μισθωτούς, μικροαστούς και άλλους, που βρέθηκαν, απέναντι στην βία της δικτατορίας.


Αλλά, αφήνοντας τα μετέπειτα έργα και τα επακόλουθα των έργων αυτών, της γενιάς του Πολύτεχνείου και το σάπισμά της, μέσα από την πλήρη και άνευ όρων ενσωμάτωσή της, στο σύστημα, που προέκυψε, μετά την πτώση της δικτατορίας, ας έλθω στα γεγονότα του 1973 και στις αναμνήσεις, από εκείνη την μακρινή και ταραχώδη εποχή.

Μην έχοντας, ακόμη, κλείσει τα 15 μου χρόνια, το κίνημα του Ναυτικού, τον Μάϊο του 1973, ήταν η αφορμή, για να καταλάβω ότι το καθεστώς της 21/4/1967 ήταν ένα περίεργο, ένα αυταρχικό, ένα μη κανονικό καθεστώς. Το γεγονός ότι βρισκόμουν, μέσα σε μια οικογένεια, η οποία δεν είχε περιπέτειες με τις αρχές, η γοργή άνοδος του βιοτικού επιπέδου του κοινωνικού περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο μεγάλωνα, ως αποτέλεσμα της ταχύρρυθμης οικονομικής ανάπτυξης, που συνεχίστηκε, απρόσκοπτα, στην δικτατορία, η, κατά το δυνατόν, αποφυγή ακραίων εισοδηματικών ανισοτήτων, αλλά, κυρίως, το μικρό της ηλικίας μου, δεν μου επέτρεψαν να αντιληφθώ, νωρίτερα, το πραγματικό περιεχόμενο του δικτατορικού καθεστώτος.

Η αλήθεια είναι ότι η κοινωνική βάση της συντηρητικής παράταξης, αλλά, σε μεγάλο βαθμό και η κοινωνική βάση του κεντρώου χώρου, είχε αποδεχθεί το καθεστώς των συνταγματαρχών, που, υπό τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, είχαν ανατρέψει την κολοβωμένη δημοκρατία της προδικτατορικής περιόδου. Η λαϊκιστική οικονομική πολιτική της δικτατορίας βοήθησε πάρα πολύ, σε αυτό, ιδίως όταν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος προέβη στην αγροτική σεισάχθεια, αποκτώντας γερές βάσεις στην ελληνική ύπαιθρο.

Δεν ήταν, απλώς, ο φόβος, που κρυβόταν πίσω από την συμπεριφορά των ανθρώπων, απέναντι στο δικτατορικό καθεστώς, το οποίο φαινόταν παντοδύναμο. Εντελώς, πρωτόλεια, κατάλαβα ότι, σε γενικές γραμμές, η δικτατορία των συνταγματαρχών, ακόμη και όταν γινόταν κωμική, μέσα από τους λόγους του Παπαδόπουλου και το μυστρί του Παττακού, ήταν αποδεκτή, αφού είχε εξασφαλίσει μια αδιατάρακτη και ταχύρρυθμη οικονομική μεγέθυνση, η οποία γινόταν αντιληπτή, στην καθημερινή ζωή και στο επίπεδο ζωής των πολιτών.

Φυσικά, αυτό δεν μπορούσα να το τεκμηριώσω, όπως το κάνω τώρα. Προέκυπτε, όμως, μέσα από την καθημερινότητα, την δική μου, της οικογενείας μου και του κοινωνικού περιβάλλοντος, στο οποίο ζούσα και το οποίο, φυσικά, δεν ήταν ένα περιβάλλον μεσοαστικό. Ήταν το κλασικό και γνωστό, στην μεγάλη πλειοψηφία, των συμπολιτών μας, περιβάλλον των εργατικών και ανελισσόμενων μικροαστικών στρωμάτων της Αθήνας και του ευρύτερου πολεοδομικού συγκροτήματος του Λεκανοπεδίου της Αττικής.



ΕΤΟΣ     ΡΥΘΜΟΣ     ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ ΑΝΕΡΓΙΑ  ΙΣΟΖΥΓΙΟ       ΑΕΠ
           ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ  Γ.Δ.Τ.Κ.                                   ΤΡΕΧ. ΣΥΝΑΛ   ΚΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΝ
                    ( % )                    (%)                  (%)              (%)                    (%)


1965

10,8

3,0

4,8

-4,6

772

1966

6,5

4,9

5,0

-1,4

855

1967

5,7

1,7

4,4

-1,6

912

1968

7,2

0,3

5,6

-2,9

989

1969

11,6

2,5

5,2

-3,2

1135

1970

8,9

3,0

4,2

-2,3

1280

1971

7,8

3,0

3,1

-0,9

1426

1972

10,2

4,3

2,1

-0,7

1627

1973

8,1

15,5

2,0

-2,1

2146

1974

-6,4

26,9

2,1

-0,5

2419







Τί είχε συμβεί; Γιατί η δικτατορία βρήκε μια τέτοια αποδοχή, κατά την περίοδο 1967 - 1973;



Ο παραπάνω πίνακας - παρά τα όποια του προβλήματα, ως προς τον χρόνο απεικόνισης των παρουσιαζόμενων μακροοικονομικών μεγεθών και ως προς την πιστότητά τους - είναι, άκρως, περιγραφικός, ως καταγραφέας των επικρατουσών τάσεων, στην ελληνική οικονομία, για το τί συνέβη, κατά την διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών και εξηγεί αυτό, που αναφέρω και το οποίο, τότε, στην πρώιμη αρχή της συνειδητοποίησής μου, που είχε να κάνει με το ότι η πολιτική αποτελεί ένα σημαντικό τμήμα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, που αφορούν την προσωπική καθημερινότητα εμού του ιδίου, αλλά και του συνόλου της κοινωνίας, μου φαινόταν αξιοπερίεργο.

Την αλήθεια της αποδοχής της δικτατορίας, από ευρέα κοινωνικά στρώματα, την κατάλαβα πολλά χρόνια αργότερα.

Και η αλήθεια είναι ότι η γενική ρευστότητα, που υπολογίζεται, σε σταθερές τιμές, από τον λόγο της παροχής χρήματος, προς το σύνολο του ΑΕΠ, αυξήθηκε,  το 1972, στα επίπεδα του 76%, ενώ το 1966 βρισκόταν στο 51%. Η δικτατορία αύξησε, κατά πολύ την πίστωση, ρίχνοντας το βάρος, στους τομείς της ναυτιλίας, του τουρισμού και στην οικοδομική δραστηριότητα, με κέντρο την κατοικία. Οι δικτάτορες δεν αγνόησαν την βιομηχανία και την αγροτική παραγωγή, αλλά το κέντρο βάρους έπεσε στους άλλους τομείς, ενώ το 25% της νέας πίστωσης ήρθε από φρέσκο χρήμα, το οποίο τυπώθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος και δόθηκε, επιλεκτικά, σε συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού, στην νέα μικροαστική και μεσαία αστική τάξη, που απετελείτο, από έμπορους και επιχειρηματίες, που δραστηριοποιούνταν, στον χώρο των ανωνύμων εταιριών.

Φυσικό και επόμενο ήταν τα στρώματα αυτά του πληθυσμού να στηρίξουν το δικτατορικό καθεστώς και να αποτελέσουν τον άμεσο κοινωνικό προπαγανδιστικό του μηχανισμό.

Αυτή η πραγματικότητα είναι, που εξηγεί το γιατί, μέχρι τον Νοέμβριο του 1973, ο πληθυσμός της χώρας δεν προέβαλε καμμία ουσιαστική και με ένα κάποιο κοινωνικό περιεχόμενο, αντίσταση στο δικτατορικό καθεστώς.

Κρατώντας τις, επί μέρους, πολιτικοϊδεολογικές της απόψεις η ελληνική κοινωνία αποδέχθηκε, στην πλειοψηφία της, ως τετελεσμένο γεγονός (εξαιρουμένου ενός τμήματος των οπαδών της κομμουνιστικής αριστεράς, το οποίο κατεδιώχθη από το καθεστώς, αλλά ήταν, κατ' εξοχήν, μειοψηφικό), την επιβολή της δικτατορίας και το παραληρηματικό περιεχόμενο των μακροσκελών λόγων του Γεώργιου Παπαδόπουλου, τα λογίδρια και το μυστρί του Στυλιανού Παττακού και τους τοπάρχες, που αυτοί επέβαλαν, στις τοπικές κοινωνίες.


Όμως, μετά την είσοδο του 1973, το κλίμα στην ελληνική κοινωνία έχει αρχίσει να αλλάζει. Αυτό συμβαίνει κυρίως στην Αθήνα και λιγότερο στα άλλα αστικά κέντρα. Το καθεστώς, χωρίς να χάσει την αποδοχή του πληθυσμού, έχει αρχίσει να κουράζει. Το γιατί συνέβη αυτό, προκύπτει και από τον παραπάνω πίνακα, αλλά, σήμερα, μπορούμε να το δούμε, πολύ πιο καθαρά. Η αιτία της κάποιας δυσαρέσκειας, η οποία ήταν, απολύτως, ελεγχόμενη, έχει να κάνει, με την εμφάνιση του πληθωρισμού.

Η νομισματική και δημοσιονομική διαχείριση της δικτατορίας, συνδυασμένη με την άνοδο των μικροαστικών στρωμάτων, με τα χαμηλά ποσοστά ανεργίας, με την πλήρη λειτουργία του παραγωγικού μηχανισμού και την ανυπαρξία ενός μηχανισμού ελέγχου των τιμών, επέφερε υψηλά επίπεδα πληθωρισμού.

Η Ελλάδα με το χαμηλότερο ποσοστό πληθωρισμού - γύρω στο 2,2% - μεταξύ όλων τον χωρών του ΟΟΣΑ, κατά την περίοδο 1961 - 1971, οδηγήθηκε, το 1973, στο να μετατραπεί, σε μια χώρα, η οποία ήταν ένας από τους πρωταθλητές στον πληθωρισμό. Ο  γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε, κατά 15,5%, το 1973 και αυτό συνδυάστηκε, με μια μεγαλύτερη αύξηση στα είδη πρώτης ανάγκης, η οποία απεικονίστηκε από μια υπερμεγέθη αύξηση του δείκτη των χονδρικών πωλήσεων, κατά 31,8%. Το αποτέλεσμα ήταν ότι το αυξημένο ποσοστό του πληθωρισμού φαίνεται ότι, στις εισοδηματικές κατηγορίες των μισθωτών, οι οποίες είχαν απωλέσει το δικαίωμα, για απεργία, είχε επιφέρει μειώσεις των πραγματικών μισθών, έως και κατά 4%.
Κάπου εκεί, ο αστικός πολιτικός κόσμος (προεξάρχοντες οι Ευάγγελος Αβέρωφ και Πέτρος Γαρουφαλιάς) και ο αυτοεξόριστος, μετά το αποτυχημένο αντιπραξικόπημα της 13/12/1967, βασιλιάς Κωνσταντίνος Β' είχαν αρχίσει να ελπίζουν ότι θα μπορούσαν να ανατρέψουν το καθεστώς των συνταγματαρχών. Φυσικά, δεν ήθελαν ανάμειξη του λαϊκού παράγοντα και προσπάθησαν, με ένα νέο πραξικόπημα, στο πραξικόπημα, να ανατρέψουν την τριανδρία των Παπαδόπουλου - Παττακού - Μακαρέζου, με ένα κίνημα στο Πολεμικό Ναυτικό, το οποίο είχε προγραμματισθεί να γίνει στις 23/5/1973, αλλά απέτυχε, προφανώς, επειδή κάποιος από τους μυημένους ήταν άνθρωπος των συνταγματαρχών, στους οποίους και κατέδωσε την κίνηση αυτή, η οποία και κατεστάλη, με μόνη απώλεια την φυγή, στις 25/5/1973, του αντιτορπιλικού "Βέλους", υπό τον Νίκο Παππά, στην Ιταλία, κατά την διάρκεια νατοϊκής άσκησης.

Το κίνημα του Ναυτικού το θυμάμαι αρκετά καλά. Εκείνη την εποχή, είχα την τύχη να έχουμε τηλεόραση και παρακολούθησα, εκ του σύνεγγυς, την καθημερινή ροή της ειδησεογραφίας των καναλιών του δικτατορικού καθεστώτος (ΕΡΤ και ΥΕΝΕΔ), γύρω από την εξάρθρωση της οργάνωσης του κινήματος, την σύλληψη του Ευάγγελου Αβέρωφ και όλα τα σχετικά γεγονότα, που οδήγησαν τους δικτάτορες να καταργήσουν την βασιλεία και να μετατρέψουν, την 1/6/1973, το πολίτευμα, σε προεδρική δικτατορία (την οποία αποκάλεσαν δημοκρατία), με πρώτο πρόεδρο τον Γεώργιο Παπαδόπουλο και με αντιπρόεδρο τον στρατηγό Οδυσσέα Αγγελή. Για να νομιμοποιήσουν, μάλιστα, την νέα κατάσταση, που δημιουργήθηκε, προκήρυξαν ένα νοθευμένο δημοψήφισμα, στις 29/7/1973, το οποίο και κέρδισαν, με ευρύτατη πλειοψηφία, η οποία άγγιξε το 70%.

Ο Παπαδόπουλος μπορεί να απέφυγε την ανατροπή του, με την καταστολή του κινήματος του Ναυτικού, όμως, οι αποφάσεις, που πήρε και οι εξελίξεις, που ακολούθησαν, έπληξαν ευθέως και καίρια τα κοινωνικά του ερείσματα στην βάση της συντηρητικής παράταξης, η οποία, εκείνη την εποχή, διακατεχόταν από φιλοβασιλικά αισθήματα. Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, οι συνταγματάρχες άφησαν,τον Δεκέμβριο του 1967, τον Κωνσταντίνο να φύγει στην Ρώμη, μετά την αποτυχία του βασιλικού κινήματος και γι' αυτόν τον λόγο, δεν κατάργησαν, ήδη, από τότε, την βασιλεία.

Ο δικτάτορας αντελήφθη ότι, εκ των πραγμάτων, θα έπρεπε να οδηγήσει το καθεστώς, πριν βρεθεί, ενώπιον μιας νέας απόπειρας ανατροπής, σε μια ελεγχόμενη μεταπολίτευση, με την επαναφορά μιας νέας κολοβωμένης και ελεγχόμενης δημοκρατίας, υπό τον παρασκηνιακό έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων, κατά τα πρότυπα του κεμαλικού καθεστώτος, που επικρατούσε, στην γείτονα Τουρκία. Και αυτό ήταν εκείνο, που επιχείρησε να πράξει, με τον διορισμό, τον Οκτώβριο του 1973, του παλαίμαχου πολιτικού Σπύρου Μαρκεζίνη, ως πρωθυπουργού, ο οποίος είχε εντολή να πολιτικοποιήσει το καθεστώς και να οδηγήσει την χώρα σε εκλογές, εντός του 1974.





Αλλά από το καλοκαίρι του 1973, μέχρι τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, η κοινωνική και οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα είχε αλλάξει, δραματικά. Η αιτία ήταν εξωγενής και είχε να κάνει, με τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο του Οκτωβρίου του 1973 και την τεράστια πετρελαϊκή κρίση, που ξέσπασε, ως αποτέλεσμα του embargo πετρελαίου, που επέβαλαν στην Δύση οι αραβικές χώρες και ο OPEC.

Σε ολόκληρη την Ευρώπη και στην Ελλάδα, παρατηρήθηκε μια τεράστια έλλειψη του "μαύρου χρυσού", η οποία οδήγησε, σε μια, ακόμη μεγαλύτερη, άνοδο του πληθωρισμού και σε ελλείψεις ειδών και πρώτων υλών, κυρίως, σε πετρελαιοειδή, αλλά και στο ρεύμα, που έπληξαν την ελληνική οικονομία και τα εισοδήματα των λαϊκών τάξεων, με γοργούς ρυθμούς. Η παραπάνω γελοιογραφία του ΚΥΡ, την οποία θυμάμαι, από εκείνη την εποχή και με πολύ χαρά και συγκίνηση βρήκα στο διαδίκτυο, είναι πλήρως απεικονιστική του κοινωνικού, οικονομικού και πολιτικού κλίματος, που επικρατούσε τον Νοέμβριο του 1973.

Η δικτατορία δεν είχε πέσει, αλλά η κυβέρνηση Μαρκεζίνη επέτρεψε την ελευθεροτυπία και είχε έλθει, σε επαφή με τον πολιτικό κόσμο, με σκοπό την ομαλή πορεία, προς τις εκλογές. Έτσι και στην κοινωνία είχαν αρχίσει να εκφράζονται ξανά τα διάφορα πολιτικά ρεύματα, καθώς και η διογκούμενη κοινωνική δυσαρέσκεια, από τις πράξεις και τις παραλείψεις του δικτατορικού καθεστώτος, πριν και μετά την προσπάθεια φιλελευθεροποίησής του. Και φυσικά, ήταν, απόλυτα, λογικό να εκφραστεί και η κοινωνική δυσαρέσκεια, για την επιδείνωση του οικονομικού κλίματος, όπως αυτή η επιδείνωση προέκυπτε, από την αλματώδη άνοδο του πληθωρισμού, στην οποία ο πληθυσμός δεν είχε εθιστεί και από τους περιορισμούς, που προέκυπταν, από την έλλειψη των προϊόντων του πετρελαίου, με περισσότερο ορατή την επιβολή του περιορισμού στην κατανάλωση του ρεύματος και της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων, ανάλογα με τον τελευταίο αριθμό των πινακίδων κυκλοφορίας τους (μονά - ζυγά).











Σε αυτήν την διαμορφωμένη κοινωνική δυσαρέσκεια είναι που βρήκαν έδαφος οι ριζοσπαστες φοιτητές εκείνης της εποχής και αυτή η δυσαρέσκεια είναι εκείνη, που στήριξε και ανατροφοδότησε τον φοιτητόκοσμο, στην αντιπαράθεσή του, με το δικτατορικό καθεστώς, το οποίο, ακριβώς, επειδή βρισκόταν, σε μια φάση ανοίγματος, προς τον παλαιό πολιτικό κόσμο, με σκοπό τον ειρηνικό μετασχηματισμό του, σε ένα καθεστώς ελεγχόμενου κοινοβουλευτισμού, δεν μπορούσε να μεταχειρισθεί την βία και την αιματηρή καταστολή, όπως έκανε, κατά την εκδήλωση του πραξικοπήματος της 21/4/1967 και μετέπειτα.

Βέβαια, οι συγκρούσεις των  ριζοσπαστών φοιτητών εκείνης της εποχής, με τα όργανα του δικτατορικού καθεστώτος και την αστυνομία, είχαν ξεκινήσει, από τον Φεβρουάριο του 1973, στην Νομική Σχολή της Αθήνας, αλλά δεν είχαν ευαισθητοποιήσει τον πληθυσμό. Ήταν, ακόμη, νωρίς. Η κοινωνική δυσαρέσκεια, για το καθεστώς και τα έργα του, ήταν ελεγχόμενη και φυσικά, δεν υπήρχε κάτι που να προμηνύει ότι αυτή η κατάσταση θα άλλαζε, σύντομα και ριζικά. Η δικτατορία αισθανόταν ότι στεκόταν δυνατή, στα πόδια της και θεωρούσε ότι οι εξελίξεις, στον φοιτητικό χώρο, δεν αποτελούσαν κάποιον ουσιαστικό κίνδυνο, για την ίδια και τους ανθρώπους της. Η αστυνομική βία ήταν, κατά τους κρατούντες, ικανή να φοβίσει και να συγκρατήσει την μεγάλη μάζα των φοιτητών, αφού ό,τι συνέβαινε, στους πανεπιστημιακούς χώρους, ουδεμία σχέση και ουδεμία απήχηση είχε στην κοινωνία.

Έτσι νόμιζαν οι δικτάτορες. Και μπορεί, μέχρι το καλοκαίρι του 1973, να είχαν δίκιο. Αυτή η κατάσταση, όμως, δεν έμελε να διαρκέσει.






Μετά το καλοκαίρι, με την βοήθεια της ελεγχόμενης φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος, και πολύ περισσότερο, τον Νοέμβριο του 1973, η κατάσταση ήταν, εντελώς, διαφορετική. Οι ριζοσπάστες φοιτητές δεν ήσαν, πια, απομονωμένοι από την υπόλοιπη ελληνική κοινωνία, μεγάλα τμήματα της οποίας έβλεπαν, με συμπάθεια, τις κινητοποιήσεις τους. Και αυτή η κοινωνική στάση δεν αφορούσε μόνο την κοινωνική βάση της αριστεράς και του παλαιού κέντρου, τις οποίες συσπείρωσε και το μνημόσυνο, στις 4/11/1973, που έγινε, για τα 5 χρόνια, από τον θάνατο του Γεωργίου Παπανδρέου.

Η ρήξη με την βασιλεία και η ανακήρυξη της ψευδεπίγραφης δημοκρατίας, υπό την προεδρία του δικτάτορα, έστρεψε, κατά του καθεστώτος, όπως, ήδη, έγραψα και μεγάλα κομμάτια της κοινωνικής βάσης της δεξιάς, που διαφωνούσαν, με τους χειρισμούς των δικτατόρων, στο πολιτειακό ζήτημα και τα οποία, φυσικά, υφίσταντο τις ίδιες επιπτώσεις, από τον πληθωρισμό και την επιδείνωση του οικονομικού κλίματος, όπως και οι υπόλοιπες ομάδες του πληθυσμού.

Όλο αυτό το κλίμα θα βοηθήσει τους ριζοσπάστες φοιτητές, ένα τμήμα των οποίων στις 14 Νοεμβρίου 1973, φεύγει από την συνέλευση της Νομικής και πηγαίνει στο Πολυτεχνείο, όπου εκεί αποφασίζεται η κατάληψη του ιδρύματος και η ίδρυση Συντονιστικής Επιτροπής και ραδιοφωνικού σταθμού.

Οι φοιτητές αυτοί θα κατηγορηθούν, ως προβοκάτορες και άνθρωποι της ΚΥΠ.

Ας κάνουμε, μια παρέκβαση και ας δούμε το τί παίχθηκε, τότε - εν αγνοία, βέβαια, της συγκεκριμένης ομάδας των φοιτητών :


Λίγους μήνες, μετά την εξέγερση (Ιανουάριος - Φεβρουάριος 1974), το φύλλαδιο των φοιτητών του Κ.Κ.Ε. "Πανσπουδαστική", στο τεύχος του Νο 8, κάνει λόγο, για 350 πράκτορες της ΚΥΠ, που κατέλαβαν το Πολυτεχνείο, στις 14/11/1973, με σκοπό να εκτρέψουν, σε άλλη κατεύθυνση, τον αγώνα, που γινόταν εκείνη την εποχή. Το κείμενο αυτό, που αναφέρεται στους φοιτητές της Νομικής Σχολής, που διέκοψαν την δική τους συνέλευση και από την Σόλωνος, πήγαν στο Πολυτεχνείο, ουδέποτε, μέχρι τώρα, το έχει ανακαλέσει, επισήμως, το Κ.Κ.Ε. Φυσικά, όσα αναφέρει, είναι γραμμένα, μέσα από την λογική της σταλινικής υπερβολής και του άγχους των στελεχών του Κ.Κ.Ε. να μην υπερφαλαγγισθούν, από τα αριστερά. Αλλά, προφανώς, το κείμενο δεν εξαντλείται μόνο σε μια προβοκατορολογία.

Έτσι, οι ευρύτερες πολιτικές εκτιμήσεις,  που γίνονται στο κείμενο, δεν είναι εσφαλμένες. Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, ουσιαστικά, ήταν, ήδη, παρελθόν, την εποχή που άρχισαν τα γεγονότα τπου Πολυτεχνείου. Και πολύ νωρίτερα, μάλιστα. Οι Η.Π.Α. εκείνης της εποχής είχαν προδιαγράψει την μοίρα του πρώην πράκτορα της CIA, που είχε αναρριχηθεί στην ύπατη εξουσία της Ελλάδας.

Απλώς, όλα όσα έγιναν, στο Πολυτεχνείο, τα οποία τα στελέχη της ιωαννιδικής χούντας εκμεταλλεύθηκαν και άφησαν να εξελιχθούν, προκειμένου να αποσαρθρωθεί το πολιτικό προφίλ του δικτάτορα, βοήθησαν, στην αιτιολόγηση της ανατροπής του Γεώργιου Παπαδόπουλου, που έγινε, με το πραξικόπημα της 25/11/1973. Έτσι επιτεύχθηκε η ανακοπή της ελεγχόμενης φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος και αποφεύχθηκε η διεξαγωγή των προγραμματισμένων, εντός του 1974, εκλογών.

Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι και χωρίς αυτά τα γεγονότα, η κυβέρνηση Μαρκεζίνη και το καθεστώς, που διαμορφώθηκε, μετά το δημοψήφισμα της 29/7/1973, θα ανατρεπόταν, από τον άλλο πράκτορα της CIA, τον Δημήτριο Ιωαννίδη και τους αξιωματικούς, που πρόσκεινταν, σε αυτόν και οι οποίοι δεν επιθυμούσαν την πολιτικοποίηση του καθεστώτος, που, γι' αυτούς, ήταν μια προδοσία των σκοπών και των στόχων της "Επαναστάσεως" της 21/4/1967 και φυσικά, μια αχρείαστη και επικίνδυνη μοιρασιά της εξουσίας, με τους εκπροσώπους του παλαιού πολιτικού κόσμου. Η κυβέρνηση Richard Nixon και ο ίδιος ο Henry Kissinger, προσωπικά, είχαν πολλά ράματα μαζεμένα, για την γούνα του Γεώργιου Παπαδόπουλου και του Σπύρου Μαρκεζίνη, εξ αφορμής του αραβοϊσραηλινού πολέμου του Οκτωβρίου του 1973 και της στάσης που εκείνοι κράτησαν. 

Το γεγονός ότι, 8 μήνες μετά, η CIA πούλησε τον Ιωαννίδη, αφού πρώτα του έδωσε το OK, για την ανατροπή του προέδρου Μακαρίου, στην Κύπρο και επέτρεψε την τουρκική εισβολή στην μεγαλόνησο, δεν αλλάζει την φορά των πραγμάτων...









Ο Αντώνιος Κοραντής μίλησε, ανοικτά, με διευθύνσεις και ονόματα, για το παρασκήνιο όσων προηγήθηκαν της ανατροπής του Γεώργιου Παπαδόπουλου, από τον Δημήτριο Ιωαννίδη και τον Gust Avrakotos (τον γνωστό και μη εξαιρετέο πράκτορα της CIA, που διοικούσε την χώρα, από τα παρασκήνια, μαζύ με τους συνταγματάρχες)...


Το πόσα είχε - ειδικά, ο  Χένρυ Κίσσινγκερ - μαζεμένα, στον Γεώργιο Παπαδόπουλο, τα περιγράφει ο πρέσβης, επί τιμή, Αντώνιος Κοραντής, ο οποίος υπήρξε φίλος και στενός συνεργάτης του δικτάτορα και του καθεστώτος του, σε επιστολή του, προς την εφημερίδα  "ΤΟ ΒΗΜΑ" της 2/7/2011. Την επιστολή αυτή, που απαντά, στην Φωτεινή Τομαή, την αναδημοσιεύω εδώ, αυτούσια, για να μπορούν οι αναγνώστες να έχουν άμεση γνώση του τί παίχτηκε, στα παρασκήνια, εκείνη την εποχή και το πώς και γιατί το πείραμα του Γεώργιου Παπαδόπουλου και του Σπύρου Μαρκεζίνη ήταν καταδικασμένο - χωρίς αυτό να δικαιώνει κανέναν από τους δύο. Άλλωστε, η όλη υπόθεση, ως πεδίο ιστορικής έρευνας είναι ανοικτή και πάντοτε, υπό επανεξέταση.

Ας δούμε τους ισχυρισμούς του Κοραντή :


"Αξιότιμε κύριε διευθυντά. 

Τα δύο άρθρα της κυρίας Φωτεινής Τομαή, ιστορικού, πρεσβευτού συμβούλου Α΄, (sic) στο υπουργείο Εξωτερικών, στο «Βήμα της Κυριακής» (15 Μαΐου 2011, σελ. Α28 και 29 Μαΐου 2011, σελ. Α40), με αναγκάζουν να λύσω την, πλέον των 37 χρόνων, σιωπή μου, για την αποκατάσταση της ιστορικής αληθείας. Συναφώς, ας μου επιτραπεί να σημειώσω ότι, κατά την εποχή του τέταρτου Αραβοϊσραηλινού Πολέμου, ή, όπως αποκλήθηκε, του «Γιομ Κιπούρ», ή του «Ραμαντάν», πριν και μετά, ήμουν πρέσβης της Ελλάδας στο Κάιρο - μεγαλύτερη ελληνική πρεσβεία, τουλάχιστον, κατά τους τότε ιθύνοντας, στην Μέση Ανατολή, στον αραβικό κόσμο και στην Αφρική γενικότερα.

Ο πόλεμος εξερράγη, με πρωτοβουλία αποκλειστικά του Σαντάτ - διαφωνώ πλήρως με τον χαρακτηρισμό του, ως ανδρός «μετρίου σχήματος» -, όπως προκύπτει από το βιβλίο του «Ιn search of identity» κ.λπ. Και αφού ο λόγος, περί του αειμνήστου, άκρως, φιλέλληνα προέδρου Ανουάρ ελ Σαντάτ, κρίνω σκόπιμο να υπενθυμίσω ότι σ΄ αυτόν, κατ΄ εμέ, οφείλει ο πολύς Κίσινγκερ το βραβείο Νομπέλ της Ειρήνης και οι ΗΠΑ, ίσως, την μεγαλύτερη επιτυχία τους, στην μεταπολεμική εξωτερική πολιτική τους.

Λίγες ημέρες μετά την έκρηξη του πολέμου, που κατέλαβε, εξαπίνης, τους Ισραηλινούς - λόγω της Μεγάλης Εορτής των οποίων, του «Γιομ Κιπούρ», ήσαν υποχρεωμένοι σε ακινησία -, με κάλεσε στο Γραφείο του, επειγόντως, ο τότε υπουργός Εξωτερικών και ισχυρός άνδρας του καθεστώτος Ισμαήλ Φάχμι και με παρεκάλεσε να παρέμβω στην Αθήνα, για να βρεθεί έλληνας εφοπλιστής να διαθέσει πετρελαιοφόρα, για τη μεταφορά υγρών καυσίμων, από Βεγγάζη, στην Αλεξάνδρεια, καθ΄ όσον ήταν αδύνατος, λόγω των πολεμικών γεγονότων, ο ανεφοδιασμός της τελευταίας, από τα διυλιστήρια του Πορτ Σουέζ. Η Αθήνα αποδέχθηκε το αιγυπτιακό αίτημα και η Αλεξάνδρεια - η, περί αυτήν, περιοχή είχε κηρυχθεί, από τους Ισραηλινούς, «πολεμική ζώνη» και όλα τα εμπορικά πλοία, που μετέφεραν, κυρίως, σιτηρά, τα οποία εστερείτο, τότε, η Αίγυπτος, ανέστρεφαν πρύμναν - ανεφοδιάστηκε, πλήρως, σε πετρέλαιο. Δεν πρόκειται να αναφέρω το όνομα του διαθέσαντος τα πετρελαιοφόρα εφοπλιστού, δι΄ ευνοήτους λόγους. Πάντως, η ενέργειά του έσωσε, κατά κάποιον τρόπο, την Αίγυπτο, πράγμα που η, τότε, κυβέρνησή της ανεγνώρισε, όπως είμαι σε θέση να γνωρίζω.

Μετά μία εβδομάδα περίπου, αν, πάντοτε, δεν με απατά η μνήμη μου, μου τηλεφώνησαν, γύρω στις 11 (23.00) τη νύχτα, να μεταβώ, τα μεσάνυχτα, στο Γραφείο του Σαντάτ «για κάτι το κατεπείγον» . Πράγματι, πήγα στα Ανάκτορα και ο Σαντάτ μου είπε, χωρίς περιστροφές, τα εξής - τα αναφέρω, κατ΄ ανάγκην, περιφραστικά :


«Πείτε στον ομόλογό μου και συνάδελφον, εν όπλοις, ότι ο Κίσινγκερ προτίθεται να στείλει αεροπορικώς μεγάλη βοήθεια, σε υπερσύγχρονο πολεμικό υλικό, στο κινδυνεύον Ισραήλ και θα ζητήσει, από την ελληνική κυβέρνηση, την άδεια υπερπτήσεως και προσγειώσεως, σε ελληνικά αεροδρόμια των μεταφερόντων το υλικό τούτο αμερικανικών αεροπλάνων. Εμείς οι στρατιωτικοί είμεθα τίμιοι άνθρωποι, γι΄ αυτό πιστεύω ότι και ο συνάδελφός μου έλληνας πρόεδρος θα συγκατανεύσει. Οπως βλέπετε, ο αραβικός κόσμος είναι, τώρα, ενωμένος, στον κοινόν αγώνα και ο πρόεδρός σας πρέπει να λάβει τούτο σοβαρά υπόψη και να απορρίψει το αίτημα Κίσινγκερ, άλλως ξεχάστε τον κόσμον αυτόν, με όλες τις δυσάρεστες συνέπειες για τον Ελληνισμό» κ.λπ.

Επιστρέψας στην πρεσβεία συνέταξα ένα, άκρως, απόρρητο τηλεγράφημα - διπλής κρυπτογραφήσεως - και το έδωσα, γύρω στις δύο το πρωί, στους συνεργάτες μου, για τα περαιτέρω. Ομολογώ ότι βρέθηκα ενώπιον του μεγαλύτερου διλήμματος της καριέρας μου: «Μπρος βαθύ και πίσω ρέμα»! Τελικώς, αναλογιζόμενος τους Ελληνες στις αραβικές χώρες, εισηγήθηκα την αποδοχή του αιτήματος του αιγυπτίου προέδρου. Το τηλεγράφημα είχε πρώτο παραλήπτη τον, τότε, Πρόεδρο της Δημοκρατίας Γ. Παπαδόπουλο, με κοινοποίηση στους Σπ. Μαρκεζίνη και Χ. Ξανθόπουλο-Παλαμά , αντιστοίχως, πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών.

Απορώ, πράγματι, πώς δεν το βρήκε στα αρχεία η κυρία Τομαή ένα τόσο σημαντικό «ντοκουμέντο», που τόσο συνέβαλε, όπως θα δούμε περαιτέρω, σε έσχατη ανάλυση, στην πτώση της δικτατορίας.

Οπως πληροφορήθηκα, τότε και οι τρεις προαναφερθέντες συμφώνησαν, με την εισήγησή μου και απαγορεύθηκε η διέλευση κλπ. Στην συνέχεια, έσπευσα να γνωστοποιήσω, στον αιγύπτιο πρόεδρο, την θετική απάντηση της Αθήνας. Παραλείπω τα λοιπά, περί της ευγνώμονης στάσεως του Σαντάτ υπέρ ημών, που ήλθε, δυστυχώς, να ανακόψει η δολοφονία του (6.10.1981).

Μετά την ανάκλησή μου, στην κεντρική υπηρεσία, ζήτησε να με δει, στο σπίτι του, ο μακαρίτης πρέσβης Σπύρος Τετενές, στενότατος φίλος μου. Με υποδέχθηκε, με τις λέξεις: «Αντώνη, ξέρεις ότι εσύ έριξες τον Παπαδόπουλο; Μου το είπε ο Παλαμάς σοβαρολογώντας!» Και μου εξήγησε τι είχε συμβεί:


«Στην πρόσφατη Σύνοδο του Συμβουλίου των ΥΠΕΞ του ΝΑΤΟ και κατά την έξοδο από την αίθουσα συνεδριάσεων, ο Αμερικανός ΥΠΕΞ κ. Χένρι Κίσινγκερ επλησίασε τον έλληνα ομόλογό του και κινώντας, απειλητικά, τον αντίχειρα, του είπε, υψηλόφωνα: “Αυτό που κάνατε, με τα αμερικανικά αεροπλάνα, θα το πληρώσετε πολύ ακριβά”
».
 
Τα ίδια μου επανέλαβε ο μακαρίτης υπουργός μου, σε τυχαία συνάντηση - και λίγους μήνας προ του θανάτου του - στο γνωστό καφέ της Γενεύης «Αux Αmbassadeurs», προσθέσας τα ακόλουθα: «Κατόπιν των όσων σας ανέφερα, τί γνώμη έχετε για την εξέγερση του Πολυτεχνείου που έλαβε χώρα μερικές εβδομάδες αργότερα;». Σε απάντησή μου ότι δεν μπορούσα να αποκριθώ, εφάνη εκνευριζόμενος λέγοντάς μου : «Λυπάμαι, γιατί διπλωμάτης με την εμπειρία σας, δεν αντελήφθη ποίος ήταν όπισθεν της εξεγέρσεως, κάτι το ολοφάνερο». Προφανέστατα, υπονοούσε τον αμερικανικό παράγοντα.

Ανάλωσα τον βίο μου, αξιότιμε κύριε διευθυντά, στην μελέτη και συγγραφή, κυρίως, της Διπλωματικής Ιστορίας, Παγκόσμιας και Ελληνικής, αποφεύγοντας οποιαδήποτε δημοσιότητα, ή προσπάθεια προβολής· μόνος γνώμονας της εργασίας μου ήταν η ιστορική αλήθεια, έστω και αν έθιγα, ή ανέτρεπα, ορισμένα «ταμπού» κλπ., όπως πράττω, με το τελευταίο βιβλίο μου «Το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα· η Ιστορία μιας Τραγωδίας» (Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών). Ευελπιστώ, λοιπόν, ότι όσα αποκαλύπτω, ανωτέρω, θα γίνουν πιστευτά και θα τεθεί τέρμα στην εκμετάλλευση της εξεγέρσεως του Πολυτεχνείου, από ορισμένους που συμμετέσχον σε αυτήν, αλλά δεν την διοργάνωσαν.


Μετά πάσης τιμής, 

Α. Ι. Κοραντής Πρέσβης ε.τ."




Αυτά είναι που παίχτηκαν, στο παρασκήνιο και φυσικά, μακριά, από τους εξεγερμένους φοιτητές, που έφυγαν από την Νομική για το Πολυτεχνείο, το οποίο και κατέλαβαν, στις 14/11/1973. Αυτά δεν μπορούσαν να τα ξέρουν και φυσικά, δεν μπορούσαν καν να τα υποψιασθούν. Αλλά και να τα υποψιάζονταν, το περιεχόμενό τους δεν αφορούσε τον αγώνα, που οι νέοι αυτοί έδιναν στην Αθήνα, εκείνες τις ημέρες.

Έτσι, μετά την κατάληψη του Πολυτεχνείου, στις επόμενες ημέρες, συγκεντρώνονται χιλιάδες από πολίτες και μαθητές, που καταφθάνουν, από όλα τα σχολεία των Αθηνών και των περιχώρων, κάτι που αποπειράθηκε να γίνει και στο δικό μου Γυμνάσιο της Πετρούπολης, όπου η 6η τάξη ξεκίνησε να πάει στο Πολυτεχνείο, αλλά εμφανίστηκε η Ασφάλεια και προέβη σε συλλήψεις, για να αποτρέψει το γεγονός.

Ο Παπαδόπουλος, όπως έχει ο ίδιος πει, στην απολογία του, έκανε λάθος υπολογισμούς και δεν προέβη, σε άμεση καταστολή των κινήσεων αυτών, πριν πάρουν διαστάσεις. Όπως έχουν πει ο Στυλιανός Παττακός και ο τότε υπουργός Τύπου Σπύρος Ζουρνατζής, ο δικτάτορας απέρριψε την άμεση καταστολή  των κινητοποιήσεων των φοιτητών με την φράση : "Άσε τα παιδιά να κλάνουνε".

Η εξέγερση πήρε διαστάσεις, αφού στην Θεσσαλονίκη και στην Πάτρα οι φοιτητές κατέλαβαν πανεπιστημιακούς χώρους, ενώ στο Αιγάλεω έγιναν πολύ σοβαρά επεισόδια, όπως και σε άλλες περιοχές, στην Αθήνα και στον Πειραιά. Κάπου εκεί, το βράδυ της 16/11/1973 ο Παπαδόπουλος έδωσε εντολή να κτυπηθούν οι ευρισκόμενοι έξω από το Πολυτεχνείο, που δεν είναι καθόλου λίγοι. Είναι, πλέον, χιλιάδες και για να διαλυθεί όλο αυτό το πλήθος τα δακρυγόνα πέφτουν χαλάζι και μαζύ με αυτά και οι πρώτες σφαίρες και οι νεκροί.

Μέχρι τις 12.00 τα μεσάνυχτα, που εμφανίστηκαν στην Αθήνα οι στρατιωτικές μονάδες, οι οποίες πήγαν, για να ενισχύσουν την αστυνομία, οι συγκρούσεις ήσαν, μεταξύ αστυνομικών και των εξεγερμένων. Στις 3.00 η ώρα, μετά τα μεσάνυκτα και ενώ ξημέρωνε η 17/11/1973, το τανκ, υπό τον υπίλαρχο Μιχάλη Γουνελά και σε συμφωνία, με τον Κώστα Λαλιώτη και την Συντονιστική Επιτροπή - παρά τις διαφωνίες, που είχαν υπάρξει, μέσα στους καταληψίες - γκρέμισε την φραγμένη, από πολλά πράγματα, πύλη του Πολυτεχνείου, για να ανοίξει ο χώρος, για την αποχώρηση των φοιτητών.

Η αποχώρηση αυτή είχε, προηγουμένως, συμφωνηθεί, προκειμένου να εγγυηθούν οι στρατιώτες την ομαλή έξοδο των φοιτητών από το χώρο του Πολυτεχνείου.

Φυσικά, δεν τηρήθηκαν τα συμφωνηθέντα. Έγιναν άγριοι ξυλοδαρμοί, συλλήψεις, κατ' ευθείαν, για τις φυλακές του Ε.Α.Τ -Ε.Σ.Α., ενώ οι οδομαχίες συνεχίστηκαν, μέχρι το πρωΐ.

Αυτά έγιναν, εν ολίγοις, εκείνον τον άγριο Νοέμβρη του 1973.


Οι δικές μου μνήμες, που είναι έντονες, έχουν κρατήσει την έκπληξη ημών των νεώτερων, για την επίδειξη και την έκταση της ωμής βίας του κράτους, απέναντι σε μια κοινωνία, η οποία βρισκόταν, σε αναβρασμό.

Έχουν κρατήσει τους ήχους ενός πλήθους πυροβολισμών, τον φόβο μπροστά στην ωμή βία, αλλά και τον θυμό, για αυτά που συνέβαιναν.

Έχουν κρατήσει το αίσθημα της αδικίας και το συναίσθημα αλληλεγγύης, απέναντι σε νέους ανθρώπους, οι οποίοι, όπως όλοι εμείς οι άλλοι, που θέλαμε να συμμετάσχουμε, αλλά δεν μπορούσαμε να το πράξουμε, αντιλαμβανόμασταν, προσπαθούσαν να επιτύχουν πράγματα, τα οποία μας αφορούσαν και μας άγγιζαν.

Έχουν κρατήσει τις φωνές των εκφωνητών, με όλο το συναισθηματικό τους φορτίο, από την αγωνιστική έξαρση, μέχρι την αγωνιώδη προσπάθεια να κινητοποιήσουν το πληθυσμό και να αγγίξουν τον συναισθηματικό κόσμο των απλών στρατευμένων νέων, που είχαν απέναντί τους.






Οι μνήμες μου από εκείνη την ταραγμένη εποχή, έχουν κρατήσει, πάρα πολύ έντονα, σαν να ήταν χθες, την τηλεοπτική "συνέντευξη" του Νίκου Μαστοράκη, που μεταδόθηκε το βράδυ της 24/11/1973, με μια ομάδα κρατουμένων στο ΚΕΒΟΠ. Η εκπομπή αυτή ήταν, πλήρως, απογοητευτική, διότι αποκάλυψε τον ρόλο ενός ανθρώπου, ο οποίος πρωταγωνιστούσε, στις τηλεοπτικές οθόνες της εποχής και αποτελούσε ένα είδος opinion leader, για πολλούς νέους - και όχι μόνον - ανθρώπους, αφού ήταν (και εξακολουθεί να είναι) ικανότατος, στην δουλειά του, που ήταν η τηλεόραση και ο κινηματογράφος.

Τα όργανα της δικτατορίας, όπως έγινε γνωστό, αργότερα, απευθύνθηκαν και σε άλλους, προκειμένου να πραγματοποιηθεί αυτή η καθαρά προπαγανδιστική εκπομπή, πλην όμως, δεν βρήκαν ανταπόκριση. Την ανταπόκριση, που δεν βρήκαν, από αυτούς, τα όργανα της δικτατορίας την βρήκαν, στον Νίκο Μαστοράκη, ο οποίος και υλοποίησε την προπαγανδιστική αυτή εκπομπή. Παρά τα όσα λέει, περί διατεταγμένης υπηρεσίας και παρά την επίκληση των εγγυήσεων, που του έδωσε ο υπουργός Τύπου, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, της κυβέρνησης Μαρκεζίνη, ο Σπύρος Ζουρνατζής, ο Νίκος Μαστοράκης μπορούσε να αρνηθεί. Δεν το έπραξε. Προτίμησε να διοργανώσει την εκπομπή και να εξυπηρετήσει τους σκοπούς της δικτατορίας.

Το κωμικοτραγικό είναι ότι ο Νίκος Μαστοράκης βιάστηκε και πραγματοποίησε αυτή την εκπομπή, αλλά και ο Γεώργιος Παπαδόπουλος και ο Σπύρος Ζουρνατζής, που την παρήγγειλαν, ουδόλως, ωφελήθηκαν από αυτήν. Δεν πρόλαβαν, καλά-καλά, να την παρακολουθήσουν.

Ο λόγος είναι απλός. Την είδαμε όλοι το βράδυ της 24/11/1973 και μόλις τελείωσε, πέσαμε για ύπνο. Το πρωΐ της επόμενης ημέρας ο Γεώργιος Παπαδόπουλος και η κυβέρνηση του Σπύρου Μαρκεζίνη ήσαν παρελθόν. Την διακυβέρνηση είχαν αναλάβει οι ιωαννιδικοί αξιωματικοί, που ανέτρεψαν τους Παπαδόπουλο και Μαρκεζίνη και οι οποίοι όρκισαν Πρόεδρο τον στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη, μαζύ με μια νέα κυβέρνηση, υπό τον Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο.



Οι μνήμες μου, όμως, έχουν κρατήσει και όλη αυτή την ατέρμονη συζήτηση, για τους νεκρούς του Πολυτεχνείου και τον αριθμό τους. Μέχρι την μεταπολίτευση της 24/7/1974, υπήρξαν ένα πλήθος φήμες, για αμέτρητους νεκρούς, για ομαδικούς τάφους. Αλλά αυτή η φημολογία δεν σταμάτησε, για πολλά χρόνια, μετά την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος. Και φυσικά, γύρω από αυτή την ιστορία, κατασκευάστηκαν πολλοί μύθοι και μυθοπλασίες, με χαρακτηριστικότερη αυτήν της ανύπαρκτης νεαρής Ηλένιας Ασημακοπούλου, που κράτησε λίγες ημέρες, αφού, προηγουμένως, διέσυρε το πολιτικό κατεστημένο της εποχής, μαζύ με την νεοπαγή γραφειοκρατική δομή της Ε.Φ.Ε.Ε.

Φυσικά, το ζήτημα δεν εξαντλείται στο πόσοι σκοτώθηκαν, μέσα στο Πολυτεχνείο, όπως εστιάζουν οι φιλοδικτατορικοί κύκλοι, επειδή εκεί δεν σκοτώθηκε κανείς. Οι νεκροί είναι αρκετοί, γύρω από το Πολυτεχνείο και γενικότερα, στην Αθήνα και στα προάστια. Το πόρισμα του εισαγγελέα Δημήτρη Τσεβά κατέγραψε 15 νεκρούς, οι οποίοι ήσαν :


1. Διομήδης Κομνηνός, ετών 17, μαθητής. Σκοτώθηκε έξω από το  Πολυτεχνείου, στις 22.15′ της 16/11/1973.

2. Βασίλειος Φαμέλλος, ετών 26. Σκοτώθηκε κοντά στο υπουργείο  Δημόσιας Τάξης, στις 22.30′ της 16/11/73, πυροβολημένος από κάποιους από εκείνους που βρίσκονταν στο υπουργείο.

3. Toril Engelend, σπουδάστρια, Νορβηγίδα. Σκοτώθηκε, από άγνωστο δράστη, στην πλατεία Αιγύπτου, στις 23.30′ της 16/11/1973.

4. Γεώργιος Σαμούρης, σπουδαστής, ετών 22. Σκοτώθηκε από άγνωστο δράστη, σε άγνωστο σημείο, με πυροβολισμό, εξ επαφής, τα μεσάνυκτα της 16/11/1973. Το πτώμα του μεταφέρθηκε και παρατήθηκε, στην διασταύρωση των οδών Καλλιδρομίου και Ζωσιμάδων.

5. Αλέξανδρος Σπαρτίδης, ετών 16, μαθητής. Σκοτώθηκε στην οδό Κότσικα (πάροδος Πατησίων), στις 10.20 της 17/11/1973, πυροβολημένος, από στρατιώτες, που ήσαν στο κτίριο του ΟΤΕ.

6. Μάρκος Καραμάνης, ετών 23. Σκοτώθηκε στην πολυκατοικία της οδού Πατησίων και Αιγύπτου 1, στις 10.30 της 17/11/1973, πυροβολημένος και αυτός, από στρατιώτες, που ήσαν στο κτίριο του ΟΤΕ.

7. Βασίλειος Καράκας, ετών 43. Τούρκος υπήκοος, που σκοτώθηκε στην πλατεία Αιγύπτου, στις 13.00′ της 17/11/1973, κτυπημένος, από τανκ.

8. Δημήτριος Θεοδωράς, ετών 6. Σκοτώθηκε στην οδό Ορεινής Ταξιαρχίας Ζωγράφου, στις 13.30 της 17/11/1973. Το παιδάκι πυροβολήθηκε από στρατιώτη, που ήταν μπροστά από τον Ναό του Αγίου Θεράποντος.

9. Βασιλική Μπεκιάρη, ετών 17. Σκοτώθηκε στην ταράτσα του σπιτιού της, στην οδό Μεταγένους 8, στον Νέο Κόσμος, στις 12.30′ της 17/11/1973. Κτυπήθηκε, στο κεφάλι, από αδέσποτο βλήμα τανκ.

10. Γεώργιος Γεριτσίδης, ετών 48, εφοριακός υπάλληλος. Σκοτώθηκε στα Νέα Λιόσια (το σημερινό Ίλιον), στις 12.15′ της 17/11/1973, ενώ εκτελούσε υπηρεσία. Κτυπήθηκε και αυτός, στο κεφάλι, από βλήμα τανκ. (Περιττό να πω ότι την ίδια ημέρα πληροφορηθήκαμε, στην γειτονιά μου, την δολοφονία του ανθρώπου αυτού, από διερχόμενους, από εκείνο το σημείο).

11. Νικόλαος Μαρκουλής, ετών 25. Σκοτώθηκε στην πλατεία Βάθης, στις 11.00′ της 17/11/1973, κτυπημένος από βλήμα τανκ.

12. Στυλιανός Καραγεώργης, ετών 19, εργάτης. Τραυματίστηκε, θανάσιμα, στην οδό Πατησίων, μπροστά στον κινηματογράφο ΕΛΛΗΝΙΣ, στις 10.00′της 17/11/1973, κτυπημένος απο βλήμα τανκ και πέθανε στο το ΚΑΤ, στις 30/11/1973.

13. Ανδρέας Κούμπος, ετών 63. Τραυματίστηκε, σοβαρά, στην οδό Καποδιστρίου, στις 14.00′ της 18/11/1973, κτυπημένος από βλήμα τανκ  και πέθανε στις 30/1/1974.

14. Μιχαήλ Μυρογιάννης, ετών 20, εργάτης. Σκοτώθηκε στην διασταύρωση των οδών Πατησίων και Στουρνάρα, στις 13.30′ της 18/11/1973, κτυπημένος, στο κεφάλι, από σφαίρα περιστρόφου.

15. Κυριάκος Παντελάκης, ετών 45, δικηγόρος. Τραυματίστηκε, σοβαρά, στην οδό Γλάδστωνος, στις 12.40′ της 18/11/1973, από βλήμα τανκ, που βρισκόταν στην οδό Πατησίων άρματος και πέθανε στις 18/12/1973.







Η ιστορία με τους νεκρούς του Πολυτεχνείου δεν σταμάτησε, στο πόρισμα του Δημήτρη Τσεβά. Οι αμφισβητήσεις συνεχίστηκαν και αργότερα, το 1982, επί κυβερνήσεως Ανδρέα Παπανδρέου ανατίθεται στον αντιστασιακό αστυνομικό διευθυντή Γεώργιο Σαμπάνη, ο οποίος είχε αποταχθεί από το καθεστώς του Γεώργιου Παπαδόπολου και είχε επαναφερθεί στην ενεργό υπηρεσία, από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, να πραγματοποιήσει νέα έρευνα, για τους νεκρούς του Πολυτεχνείου.

Το πόρισμα Σαμπάνη καταλήγει, όπως και το πόρισμα Τσεβά, ότι δεν υπήρχε νεκρός, μέσα στο Πολυτεχνείο, ότι δεν σκοτώθηκε κανένας φοιτητής και αναφέρει 12 σκοτωμένους από αδέσποτες σφαίρες, σύμφωνα με την παραπάνω κατάσταση των φονευθέντων, γύρω από το Πολυτεχνείο, που υπογράφει ο Σαμπάνης. Η κυβέρνηση θορυβημένη, τότε, από το πόρισμα, το θάβει, αλλά αυτό ήλθε στην δημοσιότητα, από διαρροές.

30 χρόνια μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, πραγματοποιήθηκε, επίσημη έρευνα, από το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, για τον ακριβή αριθμό των θυμάτων. Σύμφωνα με την έρευνα αυτή, οι επώνυμοι νεκροί φθάνουν 23, ενώ υπάρχουν 16 περιπτώσεις, με άγνωστα στοιχεία. Ο διευθυντής του Ιδρύματος Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, προσπάθησε να προσδιορίσει τις συνθήκες, κάτω από τις όποίες σκοτώθηκαν οι άνθρωποι αυτοί, καθώς και το εάν υπήρχαν νεκροί, μέσα ή έξω, από το Πολυτεχνείο. Το συμπέρασμά του είναι ότι υπήρχαν νεκροί, οι οποίοι, όμως, είχαν κτυπηθεί, στους δρόμους έξω από το Πολυτεχνείο και είχαν μεταφερθεί, στο πρόχειρο ιατρείο που είχε στηθεί από τους φοιτητές.

Η έρευνα αυτή αναφέρει 23 νεκρούς, που κατανεμήθηκαν χρονικά, ως εξής :


16 Νοεμβρίου 1973

1. Σπυρίδων Κοντομάρης, ετών 57, στις 20.30.

2. Διομήδης Κομνηνός, ετών 17, στις 21.30.

3. Σωκράτης Μιχαήλ, ετών 57, ανάμεσα στις 22.30 και στις 23.00.

4. Βασίλειος Φάμελλος, ετών 26 στις 23.30.

5. Torill Engeland Magrette, ετών 22, στις 23.30.

6. Γεώργιος Σαμούρης, ετών 22 στις 24.00.

7. Δημήτριος Κυριακόπουλος, κτυπήθηκε το βράδυ και πέθανε στις 19/11/1973.

8. Σπύρος Μαρίνος (Γεωργαράς), ετών 35, κάπου το βράδυ.


17 Νοεμβρίου 1973

9. Νικόλαος Μαρκούλης, ετών 24 , κτυπήθηκε, γύρω στο πρωΐ και πέθανε στις 19/11/1973.

10. Αικατερίνη Αργυροπούλου, ετών 76, κτυπήθηκε στις 10.00 και πέθανε τον Μάϊο του 1974.

11. Στυλιανός Καραγεωργής, ετών 19, στις 10.15.

12. Μάρκος Καραμανής, ετών 23, στις 10.30.

13. Αλέξανδρος Σπαρτίδης, ετών 16, στις 10.30 με 11.00.

14. Δημήτριος Παπαϊωάννου, ετών 60, στις 11.30.

15. Γεώργιος Γερτζίδης, ετών 48, στις 11.30.

16. Βασιλική Μπεκιάρη, ετών 17, στις 12.00.

17. Δημήτρης Θεοδωράς, ετών 5, στις 13.00.

18. Αλέξανδρος Βασίλειος Καράκας, ετών 43, στις 13.00.


18 Νοεμβρίου 1973

19. Αλέξανδρος Παπαθανασίου. ετών 59, στις  10.00.

20. Ανδρέας Κούμπος, ετών 63, κτυπήθηκε στις 11.00, και πέθανε, στις 30/1/1974.

21. Μιχαήλ Μυρογιάννης, ετών 20, στις 12.00.

22. Κυριάκος Παντελεάκης, ετών 43, στις  12.00-12.30.

23. Ευστάθιος Κολινιάτης, πέθανε στις 21/11/73.



Σε τρεις διαφορετικές χρονικές περιόδους (1975 - 1982 - 2003) ο αριθμός των νεκρών είναι διαφορετικός και κυμαίνεται, ανάμεσα στους 12 και στους 23. Περιττό να πω ότι περισσότερο αξιόπιστος φαίνεται να είναι ο αριθμός των νεκρών, που εμφανίζει το πόρισμα του Σαμπάνη, ακριβώς επειδή εκείνη την εποχή η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου δεν είχε κανέναν λόγο να κρύψει και να μειώσει τον αριθμό των νεκρών. Το αντίθετο, μάλιστα.





Όμως η κατάσταση των νεκρών των γεγονότων του Πολυτεχνείου, που εμφανίζει το πόρισμα Σαμπάνη έχει ένα πρόβλημα, το οποίο δεν είναι καθόλου μικρό. Είναι τεράστιο. Και σχετίζεται, με τον φόνο του Μιχάλη Μυρογιάννη, για τον οποίο κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε, σε ισόβια δεσμά ο εικονιζόμενος στην, παραπάνω φωτογραφία, ταξίαρχος Νικόλαος Ντερτιλής.

Τον φόνο του Μιχάλη Μυρογιάννη τον περιγράφει το πόρισμα Τσεβά, αλλά δεν τον αναφέρει το πόρισμα Σαμπάνη.

Ο Μιχάλης Μυρογιάννης, σύμφωνα με το πόρισμα Τσεβά, δολοφονήθηκε, στην διασταύρωση των οδών Πατησίων και Στουρνάρα, στις 13.30′ της 18/11/1973, κτυπημένος, στο κεφάλι, από σφαίρα περιστρόφου.

Στο πόρισμα Σαμπάνη γίνεται αναφορά, στον φόνο κάποιου Μιχαήλ Μαυρογιάννη, ηλικίας 19 ετών, ο οποίος σκοτώθηκε στην οδό Καρνεάδου. Για τον 20χρονο Μιχαήλ Μυρογιάννη, δεν γίνεται, καν, λόγος, στο πόρισμα αυτό.

Τα πράγματα, λοιπόν, δεν είναι τόσο απλά. Ο Νικόλαος Ντερτιλής, μέχρι τον θάνατό του, αρνήθηκε, πεισματικά, ότι δολοφόνησε τον Μυρογιάννη, όπως προκύπτει και από το βίντεο, που παρουσιάζω στην αρχή του παρόντος δημοσιεύματος.

Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι ο Ντερτιλής ήταν ικανός να πράξει αυτό, το οποίο αρνήθηκε, με τόσο πείσμα, όλα αυτά τα χρόνια. Απέναντι στους αντιπάλους του υπήρξε ανελέητος και δεν έβαζε κανόνες και όρια στην αντιμετώπισή τους, όταν βρισκόταν, με τα όπλα στα χέρια, ή όταν έδιδε διαταγές, σε καταστάσεις, όπου μαίνονταν οι ένοπλες συγκρούσεις. Η αλήθεια, επίσης, είναι ότι ο Ντερτιλής, σε τέτοιες καταστάσεις και σε άλλες ανάλογες, έπαιρνε τις πρωτοβουλίες, που θεωρούσε πρέπουσες, αγνοώντας και τις όποιες αντίθετες εντολές.

Ας δούμε ένα περιστατικό, που δείχνει τον χαρακτήρα του ανδρός. Το 1964, όταν οι Τούρκοι βομβάρδιζαν την Κύπρο και απειλούσαν, με απόβαση, ο Ντερτιλής υπηρετούσε, στο νησί. Στην μάχη της Μασούρας, ο Νικόλαος Ντερτιλής, επιτίθεται, κάτω από τις διαταγές του στρατηγού Γεωργίου Γρίβα (του Διγενή του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των Ελληνοκυπρίων, κατά της βρετανικής αποικιοκρατίας), σε τουρκοκυπριακό χωριό, όπου σφάζει, ανηλεώς, Τουρκοκύπριους και Τούρκους. Ο στρατηγός Γρίβας, μαθαίνοντας την έκταση της σφαγής, τον κάλεσε, από τον ασύρματο, να δείξει αυτοσυγκράτηση, με αποτέλεσμα ο Ντερτιλής να πυροβολήσει τον ασύρματο, προκειμένου να παύσει να ακούει τέτοιου είδους διαταγές.

Όπως δείχνει η παραπάνω φωτογραφία, ο Ντερτιλής κυκλοφορούσε, εκείνες τις ημέρες, με το όπλο στο χέρι και προφανώς δεν είχε κανέναν δισταγμό να το χρησιμοποιήσει. Ούτε και το ψέμα ήταν ξένο, στην προσωπικότητα του Ντερτιλή (όπως και κάθε ανθρώπου), όταν αυτό ήταν χρήσιμο, για τους σκοπούς του.

Ως εκ τούτου, το θέμα δεν είναι το εάν ο Ντερτιλής, θα μπορούσε να δολοφονήσει, εν ψυχρώ, τον Μυρογιάννη. Και φυσικά, μπορούσε να τον σκοτώσει, χωρίς να έχει καμμία τύψη, εάν έκρινε ότι έπρεπε να το πράξει. Όπως, επίσης, θα μπορούσε να πει ψέματα και να αρνηθεί ότι το έπραξε.

Το ζήτημα είναι, εάν το έπραξε. Εάν, δηλαδή, δολοφόνησε τον Μιχάλη Μυρογιάννη. Και αυτό δεν είναι αυτονόητο, παρά την δικαστική απόφαση, η οποία του επέβαλε την ποινή της ισοβίας καθείρξεως, ως φυσικού αυτουργού της ανθρωποκτονίας, εκ προθέσεως, του άτυχου νέου, στις 18/11/1973.

Το πόρισμα Σαμπάνη θέτει, εκ των πραγμάτων, ερωτηματικά, για την δολοφονία του Μιχάλη Μυρογιάννη, αφού δεν την αναφέρει καν. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πρόκειται, για τσαπατσουλιά, που έπραξε το 1982 ο Σαμπάνης και να πει ότι ο αναφερόμενος, στο πόρισμα, ως Μιχάλης Μαυρογιάννης, είναι ο Μιχάλης Μυρογιάννης. Μόνο που ο αναγραφόμενος στο πόρισμα Σαμπάνη, ως Μιχάλης Μαυρογιάννης, αναφέρεται ότι σκοτώθηκε στην οδό Καρνεάδου, οδός η οποία ουδεμία σχέση έχει, με την διασταύρωση Στουρνάρα και Πατησίων, στην οποία δολοφονήθηκε ο Μυρογιάννης.

Αλλά δεν είναι μόνον αυτή η σύγκρουση των πορισμάτων, που καθιστά προβληματική την αποδοχή της δολοφονίας του Μιχάλη Μυρογιάννη, από τον Νικόλαο Ντερτιλή. Αυτή η σύγκρουση θα μπορούσε να είναι προϊόν μιας ακραίας τσαπατσουλιάς.

Πρόβλημα υπάρχει και στις μαρτυρικές καταθέσεις, που έγιναν, ενώπιον του δικαστηρίου, που δίκασε τον Νικόλαο Ντερτιλή.

Ας δούμε πως περιγράφει, ενώπιον του δικαστηρίου, τον φόνο του Μιχάλη Μυρογιάννη, ο Μίμης Τραϊφόρος, ο σύζυγος της Σοφίας Βέμπο, το σπίτι της οποίας ήταν στις αρχές της οδού Στουρνάρη, απέναντι από το Πολυτεχνείο και η οποία άνοιξε την πόρτα του σπιτιού, στους καταδιωκόμενους φοιτητές και άλλους, εκείνες τις άγριες ημέρες του Νοεμβρίου του 1973, προξενώντας την μήνι των δικτατόρων, οι οποίοι, φυσικά, δεν τόλμησαν να πειράξουν ούτε τρίχα της, παρά το γεγονός ότι υπήρξαν, δημοσίως, απειλητικοί, για την στάση της :

Κατέθεσε,  λοιπόν, ο αξέχαστος Μίμης Τραϊφόρος, τα εξής : 

"Περί ώραν 2:15 της Κυριακής 18/11/1973 ευρισκόμουν εις το μπαλκόνι του σπιτιού μου επί της οδού Πατησίων και αντελήφθην έναν νεαρό άνδρα, ύψους περίπου 1,80 μ. με μακριά μαλλιά, να κατέρχεται την οδόν Στουρνάρη, ήσυχος και αδιάφορος. Καθώς είχεν φθάσει εις το μέσον της διασταυρώσεως των άνω οδών, φαίνεται ότι κάποιος από το Πολυτεχνείο του φώναξε κάτι, εγώ δεν άκουσα τίποτε, αλλά το συμπεραίνω, διότι τον είδα να επιταχύνη το βήμα του και στον τρίτο - τέταρτο βηματισμό του άκουσα δύο πυροβολισμούς. Εκ των υστέρων έμαθα ότι ο ανωτέρω αποβιώσας ωνομάζετο Μυρογιάννης, υιός θυρωρού, ο οποίος πήγαινε να επισκεφθή τον πατέρα του εις κάποιαν πολυκατοικίαν επί της οδού Γ΄ Σεπτεμβρίου. Ο πατέρας του επεσκέφθη την σύζυγόν μου, Σοφίαν Βέμπο, και της άφηκε μιαν φωτογραφίαν του νεκρού με αφιέρωσιν, εγώ έλειπα κατά την επίσκεψιν του ανωτέρω".


Η κατάθεση, όμως, του βασικού μάρτυρα, Αντώνη Αγριτέλλη, οδηγού του Νικόλαου Ντερτιλή, στην οποία στηρίχθηκε το δικαστήριο, παρουσιάζει, μιαν άλλη εκδοχή των γεγονότων. Ας την δούμε :





"Την Παρασκευή το απόγευμα (16ης Νοεμβρίου) τον παρέλαβα από το σπίτι του και τον μετέφερα με το τζιπ στην Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών στην οδό Σταδίου 10, γύρω στις 7 το βράδυ. Κατά τις 10 η ώρα βγήκε ο Ντερτιλής μαζί με κάποιον ανώτερο αξιωματικό της Αστυνομίας και έφυγαν. Πότε επέστρεψαν δεν τους αντελήφθην. Στις 4, ή 4:30, ξημερώνοντας Σάββατο παρέλαβα τον Ντερτιλή και τον μετέφερα από την ΑΣΔΕΝ στο Πολυτεχνείο με το τζιπ. Σταμάτησα κοντά στην κατεστραμμένη πύλη, ο Ντερτιλής κατέβηκε και συζητούσε με κάποιον αξιωματικό της Αστυνομίας.

Ξαφνικά αντελήφθην φασαρία και φωνές προς τη μεριά της διασταύρωσης Πατησίων και Στουρνάρα. Παρετήρησα ότι αστυφύλακες έδερναν έναν νεαρό. Ξαφνικά αυτός κατόρθωσε να αποσπασθεί από τους αστυφύλακες. Τότε ο Ντερτιλής, που μόλις είχε αντιληφθεί το επεισόδιο, έβγαλε από το μπουφάν του το περίστροφό του και πυροβόλησε χωρίς να πολυσκεφθεί. Ο νεαρός έπεσε σαν κοτόπουλο. Έμεινε επί τόπου ακριβώς στην διασταύρωση Πατησίων και Στουρνάρα, προς την πλευρά της Ομόνοιας. Εγώ φαντάστηκα ότι του έριξε στα πόδια και περίμενα να κινηθεί. Όταν όμως είδα να σχηματίζεται μια λίμνη από αίμα και μια μικρή άσπρη λιμνούλα από μυαλά, κατάλαβα ότι τον πυροβόλησε στο κεφάλι και ήταν ήδη νεκρός.   

Μετά, σαν να μη συνέβαινε τίποτα, μπήκε στο τζιπ και κτυπώντας με στην πλάτη, μου είπε “με παραδέχεσαι ρε; Σαράντα πέντε χρονών άνθρωπος και με τη μια τον πέτυχα στο κεφάλι”. Εγώ τα είχα χάσει και ήμουνα φοβερά ταραγμένος και φοβισμένος. Συνεχίσαμε προς την Πατησίων και φθάσαμε στο Μουσείο. Εκεί κάποιος υπάλληλος των τρόλεϋ ήταν μπλοκαρισμένος και οι αστυφύλακες του φώναζαν και τον έσπρωχναν.
 

Ο Ντερτιλής κατέβηκε απ’ το τζιπ, κόλλησε το περίστροφό του στο στομάχι του ανθρώπου και τον φοβέριζε ότι θα τον σκοτώσει αν δεν εξαφανιστεί. Μετά προχωρήσαμε προς τον ΟΤΕ όπου ευρίσκοντο αρκετοί πολίτες. Ο Ντερτιλής έβγαλε το περίστροφό του και άρχισε να πυροβολεί χωρίς να μπορώ να διαπιστώσω αν χτυπήθηκε κανείς. Από τον ΟΤΕ γυρίσαμε πίσω και φθάσαμε στα Χαυτεία ακριβώς έξω από τον ΜΠΡΑΒΟ. Ενώ δεν είχαμε σταματήσει ακόμη, ο Ντερτιλής αντελήφθη πάνω από τον Κινηματογράφο “Αλάσκα” πολίτες που είχαν αποκλεισθεί. Κατέβηκε αμέσως από το αυτοκίνητό του και διέταξε τους ΛΟΚατζήδες να κάνουν έφοδο και να τους πιάσουν. 

Ο ίδιος έδινε διαταγές με το περίστροφο στο χέρι λέγοντας: “Βαράτε στο ψαχνό, πέντε παληόπαιδα θα μας κάνουν ό,τι θέλουν;” Μετά από λίγο, οι ΛΟΚατζήδες κατέβασαν τριάντα περίπου άτομα και τους έβαλαν επάνω σε καμιόνια και τους πήραν. Από το σημείο εκείνο φύγαμε και πήγαμε στην οδό Γ΄ Σεπτεμβρίου και Μάρνη, σε μια υπηρεσία της Χωροφυλακής. Το διεπίστωσα αυτό, γιατί μόλις κατέβηκε ο Ντερτιλής έτρεξαν οι Χωροφύλακες και τον υποδέχτηκαν. Αυτός όμως τους είπε, σαν να τους μάλωνε, “τι φοβάστε ρε; Βαράτε στο ψαχνό, εγώ έκανα την αρχή.”. Τότε κατάλαβα ότι είχε μαθευτεί η πράξις του Ντερτιλή.

Μετά από μέρες με ρώτησε ο Ντερτιλής: “Θυμάσαι ρε, αυτόν που πυροβόλησα στο Πολυτεχνείο; Ε, τη γλύτωσε τελικά.” Φυσικά ήταν προφανής ο σκοπός του, ήθελε να απαλύνει την τρομερή εντύπωση που μου είχε δημιουργήσει με τον φόνο που έκανε εν ψυχρώ και να τον λησμονήσω. Αλλά το φοβερό αυτό γεγονός θα το θυμάμαι σ’ όλη μου τη ζωή. Έκανα πως τον πίστεψα αλλά δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία ότι ο νεαρός ήταν νεκρός. Πράγμα που το διάβασα αργότερα στις εφημερίδες. Μετά από αρκετές μέρες μ’ έδιωχναν με δυσμενή μετάθεση στο Πολύκαστρο".


Από την κατάθεση αυτή, προκύπτει ότι το περιστατικό, που περιγράφει ο Αντώνης Αγριτέλλης έγινε στις 17/11/1973 και μάλιστα το πρωΐ, περίπου, στις 4.30. Αυτό το περιστατικό - εφ' όσον συνέβη - ουδεμία σχέση έχει, με το περιστατικό που περιγράφει, στην κατάθεσή του ο Μίμης Τραϊφόρος και το οποίο, πρέπει να έχει σχέση, με τον δολοφονία του Μιχάλη Μυρογιάννη.

Ο Ντερτιλής, που τον Νοέμβριο του 1973 ήταν 52 ετών, αρνήθηκε, όπως είπαμε, την κατηγορία, με πείσμα, όπως, επίσης, αρνήθηκε ότι ο Αγριτέλλης ήταν οδηγός του. Ο δεύτερος ισχυρισμός του ελέγχθηκε, ως ανακριβής, αφού το δικαστήριο είχε ζητήσει από τον Αντώνη Αγριτέλλη, να προσδιορίσει τις συνήθειες του Ντερτιλή, κάτι που ο Αγριτέλλης έπραξε, καταθέτοντας ότι ο Ντερτιλής τον έστελνε να αγοράζει τσιγάρα Dunhill και να πηγαίνει για επιδιόρθωση τον αναπτήρα του, μάρκας Ronson, σε ένα κατάστημα της οδού Πανεπιστημίου.

Μια τέτοια απόδειξη επιδιόρθωσης αναπτήρα, εκδομένη, στο όνομα του Ντερτιλή, βρήκε ο φοιτητής, κατά την εποχή των γεγονότων του Πολυτεχνείου, Στέλιος Λογοθέτης, που αργότερα εξελέγη δήμαρχος της Νίκαιας, με το Κ.Κ.Ε. και του Πειραιά, με το ΠΑΣΟΚ, αφού, προηγουμένως, εντόπισε το μαγαζί, για το οποίο έκανε λόγο ο Αγριτέλλης και την προσκόμισε, ως στοιχείο, στο δικαστήριο. Την κατάθεση του οδηγού του, που ήταν η μοναδική, που τεκμηρίωνε την εμπλοκή του, ως φυσικού αυτουργού της δολοφονίας του Μιχάλη Μυρογιάννη, αμφισβήτησε ο Ντερτιλής, που το 1973 ήταν πενήντα δύο χρόνων και όχι σαράντα πέντε.

 Στις 30 Δεκεμβρίου του 1975, το 5μελές εφετείο Αθηνών, μετά από ακροαματική διαδικασία 2 και 1/2 μηνών και μια διάσκεψη των δικαστών, που κράτησε έξι ημέρες, καταδίκασε τον Ντερτιλή, για τον φόνο του Μιχάλη Μυρογιάννη, σε ισόβια κάθειρξη και διαρκή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.

Τον καταδίκασε, μεν, αλλά δεν έπεισε, δε.

Οι αντιφάσεις και το άσχετο των περιστατικών, που αναφέρονται, από διαφορετικούς ανθρώπους, δείχνουν ότι, πιθανότατα, ο Ντερτιλής δεν έχει σχέση, με τον φόνο του Μυρογιάννη.

Φυσικά, ουδόλως, αποκλείεται να πυροβόλησε και να σκότωσε κάποιον άνθρωπο, εκείνο το πρωϊνό του Σαββάτου, στις 17/11/1973, σύμφωνα, με όσα περιγράφει ο Αγριτέλλης, στην κατάθεση, που προαναφέρω και που είναι δημοσιευμένη στο διαδίκτυο - όπως δημοσιευμένη είναι και η κατάθεση του Μίμη Τραϊφόρου ( http://www.lesvosnews.net/articles/news-categories/koinonia/mihalis-myrogiannis-nekros-ntertilis-me-ti-mia-ton-petyha-sto ).

Δεν αποκλείεται, επίσης, να τον πυροβόλησε και να μην τον σκότωσε, όπως φέρεται να είπε, αργότερα, στον Αγριτέλλη, ο Ντερτιλής - αν και η περιγραφή του περιστατικού δεν αφήνει περιθώρια, ως προς την τύχη του ανθρώπου που πυροβολήθηκε από τον Ντερτιλή.

Εφ' όσον, φυσικά, η περιγραφή του Αγριτέλλη είναι ακριβής και εάν δεν είναι προϊόν φαντασίας...


Με αυτό το κείμενο θέλησα να δώσω τις πραγματικές διαστάσεις των όσων έγιναν εκείνον τον σκληρό, βίαιο και αιματηρό Νοέμβρη του 1973. Καθώς και όσων επακολούθησαν, τα οποία μας ταλαιπωρούν και σήμερα. Και θα εξακολουθήσουν, για πολλά χρόνια να ταλαιπωρούν και εμάς και τις γενιές, που θα έλθουν ,στην θέση μας.

Τα συμπεράσματα, ως προς το, εάν τα κατάφερα, αφήνονται, στην κρίση των αναγνωστών...

3 σχόλια:

koulpa είπε...

από τα πιό ψυχραιμα κείμενα που έχω διαβάσει επί του θέματος.. ήμουν 9 ετών.. αλλά λόγω τοπου κατοικίας.. παγκράτι.. κοντά στο καλημέρμαρο.. κι οικογένειας που περιλάμβανε διάφορα δείγματα.. βασιλικούς στρατιωτικούς κεντρόους κι αριστερούς.. έχω λίγο πιό έντονες αναμνήσεις.. όπως και πιο ακραίες ερμηνίες τοτε.. γενικά ομως τις ίδιες απόψεις έχω σχηματίσει με σένα.. :) :)
την καλησπέρα μου :) :)

TassosAnastassopoulos είπε...

Η αλήθεια είναι ότι, εδώ και πολύ καιρό, έχει έλθει η ώρα της ψύχραιμης αποτίμησης των γεγονότων εκείνης της σκληρής εποχής.

Αυτό προσπάθησα να κάνω, αν και δεν ξέρω, εάν και πόσο τα κατάφερα. Αλλά, αν κρίνω από τις αντιδράσεις μελών εκείνης της γενιάς, τις οποίες αντιμετώπισα, δεν πρέπει να τα πήγα και πολύ άσχημα.

Από όσα έχεις γράψει, αυτό, που κρατώ περισσότερο, είναι η αναφορά σου στις πιο ακραίες ερμηνείες, που έχεις κάνει, για τα γεγονότα του Νοέμβρη του 1973.

Αυτές τις ερμηνείες θα ήθελα να τις συζητήσουμε, εάν, βέβαια, επιθυμείς να τις αναπτύξεις, εάν θέλεις να τις συζητήσεις και εάν, φυσικά, έχεις τον χρόνο, για κάτι τέτοιο...

kostas pappas είπε...

"Η γενιά του Πολυτεχνείου" που δήθεν πρόδωσε τους αγώνες της μετατρέποντας την χώρα σε μια αποικία χρέους ήταν το 5-6% της πραγματικής γενιάς των φοιτητών του Πολυτεχνείου και αποτελείται απο μεμονωμένα άτομα τύπου Δαμανάκη που ήταν απο τότε δακτυλοδεικτούμενa ως επιρρεπή προς τη δόξα και το χρήμα.
Η πραγματική εξέγερση των φοιτητών του Πολυτεχνείου έγινε τον Νοέμβρη του 1972. Τότε παραβιάστηκε και το Πανεπιστημιακό άσυλο απο την Αστυνομία για πρώτη φορά στην Ιστορία της χώρας, και στρατεύτηκαν οι πρωτεργάτες της εξέγερσης φοιτητές του Πολυτεχνείου (που κανείς τους σχεδόν δεν είναι γνωστό πολιτικό πρόσωπο σήμερα). Ο "Νοέμβρης του '72" οδήγησε στην κατάληψη της Νομικής το Μάη του '73 με σύνθημα να επιστρέψουν στις σπουδές τους οι στρατευθέντες, και στη συνέχεια στο κίνημα του ναυτικού επ' ευκαιρία της έκρρυθμης κατάστασης που προέκυψε. Η 17 Νοέμβρη ήρθε ενα ολόκληρο χρόνο μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου και ήδη είχαν διεισδύσει τα κόμματα ΚΚΕ, ΚΚΕ Εσωτ. και ΠΑΚ. Η ΝΔ συμπαθούσε ακόμα την Χούντα και ήλπιζε οτι θα επικρατούσε τελικά.