Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

Τα αδιέξοδα της συμβατικής οικονομικής θεωρίας, γύρω από την βραχυχρόνια και μακροχρόνια συμπεριφορά της συναθροιστικής προσφοράς, της συναθροιστικής ζήτησης και της παραγωγής. (Μια ανατομία γύρω από τις ιδεολογικές και ψευδοεπιστημονικές αιτίες των συμφορών, που μας έχουν βρει).


Η υπόθεση της βραχυχρόνιας και της μακροχρόνιας ισορροπίας, όπως απεικονίζεται από τα δύο παραπάνω διαγράμματα του σχήματος, που υποτίθεται ότι συμβιβάζει τις κεϋνσιανές αντιλήψει και τις νεοκλασικές παραδοχές. Αυτή η ειδική υπόθεση, ενώ είναι μια μερική υποπερίπτωση της κεϋνσιανής ανάλυσης, που μπορεί να ισχύσει, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, ανάγεται, από την σύγχρονη συμβατική οικονομική σκέψη, σε γενικό κανόνα, ο οποίος, προφανώς, δεν μπορει να ισχύει - και φυσικά, δεν ισχύει - ως τέτοιος. Η επιλογή αυτή, βέβαια, δεν είναι τυχαία, ούτε προϊόν μιας απλής (έστω και αν αυτή είναι εσφαλμένη) επιστημονικής αναζήτησης. Είναι μια καθαρή πολιτική και κοινωνική επιλογή, που ευνοεί κάποιους (σχετικά, λίγους) και βλάπτει κάποιους άλλους (αριθμητικά πολλούς)...



Ότι ο Αντώνης Σαμαράς ήταν διατεθειμένος να γράψει και ότι έχει γράψει, στα παλαιότερα των υποδημάτων του, τους δύο λιλιπούτειους κυβερνητικούς του εταίρους και τις ανάγκες τους έχει γίνει σαφές, εδώ και καιρό. Αδιαφορεί για την τύχη του μπουχέσα Ευάγγελου Βενιζέλου και του κωμικού μπαρμπα-Φανούρη, οι οποίοι δεν μπορούν και δεν θέλουν να ρίξουν την κυβέρνηση και κανιβαλίζει, κατασπαράσσοντας τα πολιτικά τους πτώματα, ενώ τους αγνοεί επιδεικτικά, προκειμένου να κάνει την δουλειά, που του έχει ανατεθεί, από τα αφεντικά του, όπως καθίσταται, ολοένα και περισσότερο, σαφές, με τελευταία εκδήλωση της βαθιάς περιφρόνησής του, γι' αυτούς, την επιβολή του ξαφνικού θανάτου - ο οποίος στην πράξη είναι μια ξαφνική δολοφονία - στην κρατική ραδιοτηλεόραση και την απόλυση, πάνω από 2.500 ανθρώπων

Αυτή η εκδήλωση, όμως, εκφράζει και την δική του προσωπική και πολιτική απελπισία, αλλά προβαίνει, σε αυτήν, διότι, φυσικά, γνωρίζει, πολύ καλά, ότι οι αντιδράσεις των κυβερνητικών του εταίρων είναι υποκριτικές, αφού γνώριζαν, εδώ και καιρό, τις προθέσεις της κυβέρνησης, απέναντι στην ΕΡΤ.

Αλλά, επίσης, ο Αντώνης Σαμαράς πράττει αυτά που πράττει, επειδή είναι υποχρεωμένος, από τις επιλογές που έχει κάνει, να τα πράξει. Και αυτή του η υποχρέωση απορρέει από τις εντολές των τοκογλυφικών δανειστών του ελληνικού δημοσίου και τα, άκρως, πενιχρά, έως ανύπαρκτα, αποτελέσματα του έργου αυτής της τρικομματικής κυβέρνησης, στην οποία ηγείται, τα οποία αποτελέσματα παρουσιάζονται, πλέον, απροκάλυπτα και σκιαγραφούν τις συνθήκες κατάρρευσης της ελληνικής οικονομίας και του σαφέστατου εκτροχιασμού όλων των δημοσιονομικών μακροοικονομικών μεγεθών, ο οποίος δεν μπορεί, πια, να κουκουλωθεί.

Ο Αντώνης Σαμαράς και όλη αυτή η προδοτική παρέα της νεκραναστημένης "Πολιτικής Άνοιξης", που διοικεί την Ν.Δ., τα εμετικά αποστήματα του καθεστωτικού ΠΑΣΟΚ και οι γερασμένοι αντιδραστικοί "ανανεωτές" της ΔΗΜΑΡ, δεν πρόκειται να σταματήσουν εδώ. Οι απαιτήσεις των δανειστών και οι δεσμεύσεις, που έχουν αναλάβει ο τάχα πρωθυπουργός, η παρέα του και οι εταίροι του στο κυβερνητικό σχήμα, είναι τέτοιες, που τους υποχρεώνουν να κλείσουν ολόκληρους τομείς του κράτους, προκειμένου να συρρικνώσουν τις δημόσιες δαπάνες, να καλύψουν τις χασματικές ανεπάρκειες των κρατικών εσόδων και να προσπαθήσουν να μειώσουν, μέχρις εξαλείψεως, το πρωτογενές δημόσιο έλλειμμα, το οποίο, μέσα στο πρώτο 5μηνο του τρέχοντος έτους, ξαναπήρε και επίσημα, την ανηφόρα, ξεπερνώντας τα 800 εκατομμύρια ευρώ, αφού, τώρα πια, δεν μπορούν, ο Στουρνάρας και το επιτελείο του, να πλαστογραφούν το έλλειμμα αυτό και να το εμφανίζουν, ως πρωτογενές πλεόνασμα.

Άλλωστε, το ελληνικό ... success story συνεχίζεται. Η χώρα μας, εδώ και τρείς ημέρες, δεν ανήκει στις αναπτυγμένες, αλλά στις αναπτυσσόμενες χώρες. Ο υποβιβασμός αυτός συμβαίνει, για πρώτη φορά, από το 1987!
«Η Ελλάδα δεν πληροί τις προϋποθέσεις όσον αφορά το μέγεθος της αγοράς” δήλωσε στο πρακτορείο ειδήσεων Reuters o  Remy Briand, διευθύνων σύμβουλος και επικεφαλής παγκόσμιας έρευνας  του δείκτη MSCI.



Υπερβολικό; Όχι. Καθόλου. Αλλά το να καθήσουμε και να κλαίμε την μοίρα μας, γι' αυτό το  γεγονός, όπως και για το ότι το κυβερνητικό τσίρκο δεν έχει φιλότιμο και δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει την εξουσία, επειδή θέλει να παραμείνει προσκολλημένο σε αυτήν, καθυβριζόμενο από την κοινωνία, αλλά και αλληλοϋβριζόμενο, δεν βοηθάει σε τίποτε.  Οι κυβερνητικοί εταίροι θα παραμείνουν στην εξουσία, διότι, για να φύγουν από αυτήν, ή/και για να πάνε σε εκλογές, δεν είναι αυτοί, που θα αποφασίσουν, γι' αυτά τα θέματα. Τις σχετικές αποφάσεις θα τις πάρουν τα αφεντικά τους, τα οποία τους έχουν παραχωρήσει ένα κομμάτι της εξουσίας, που ασκούν, ως κατοχική κυβέρνηση, μέσα στην σύγχρονη αποικία χρέους της ευρωζώνης, που αποκαλείται Ελλάδα. 

Έτσι, μια τέτοια φυγή από την κυβέρνηση, ή μια πρόωρη προσφυγή σε εκλογές, δεν φαίνεται να είναι αποδεκτή, από τους δανειστές και ειδικά, από την κ. Μέρκελ. Η καγκελάριος της Γερμανίας και οι λοιποί δανειστές πρέπει να πεισθούν, για την αναγκαιότητα ενός εκλογικού εγχειρήματος. Εκτός, εάν, ειδικά, οι μικρότεροι εταίροι του κυβερνητικού σχήματος έχουν αποφασίσει να αυτοχειριασθούν, πρόωρα. Κάτι, που θα ήταν ενδιαφέρον να το δούμε.

Αλλά σημασία, δεν έχουν όλα αυτά, τα οποία, όσο και αν είναι σημαντικά, παραμένουν προϊόντα συγκυριών. Σημασία έχει να μπορούμε να προσδιορίζουμε τις αιτίες, για το κακό που έχει βρει την χώρα μας και τον πληθυσμό της. Και ως προς τα γεγονότα και τα πρόσωπα, που πρωταγωνίστησαν, σε αυτά τα γεγονότα, ξέρουμε πολλά πράγματα. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Από μόνο του είναι ανεπαρκές, διότι τα πρόσωπα δεν έδρασαν και τα γεγονότα δεν συνέβησαν, μέσα σε ένα ιδεολογικό κενό. Κάθε άλλο.

Ως εκ τούτου, αυτό που έχει σημασία, για να κατανοήσουμε τις αιτίες των συμφορών, που μας έχουν βρει, ως άτομα και ως κοινωνία, απαραίτητο είναι να καταλάβουμε το εσώτερο περιεχόμενο των ιδεών, που κρύβονται πίσω από και νοηματοδοτούν όσα μας συμβαίνουν. Και αυτό είναι απαραίτητο, διότι, χωρίς αυτές τις ιδέες, που έχουν κατασταλάξει, ως επιστημονικές (ή, ορθότερα, επιστημονικοφανείς) θεωρίες, ουδέν, εξ όσων μας συμβαίνουν και προσδιορίζουν την τύχη μας και την ζωή μας, θα είχε συμβεί.

Αυτόν τον εσώτερο πυρήνα των σχηματοποιημένων, σε θεωρητικές κατασκευές, ιδεών είναι που θα αποπειραθώ να παρουσιάσω στο σημερινό δημοσίευμα. Και αυτό το καταστροφικό και αντιεπιστημονικό σύστημα ιδεών, που έχει οδηγήσει στην τωρινή κρίση την ελληνική κοινωνία και την ευρωζώνη, αλλά και όλον τον αναπτυγμένο κόσμο του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού είναι που εκφράζει, με πλήρη ενάργεια το παραπάνω σχήμα, με τα δύο διαγράμματα, που θέλει να παρουσιάσει την οικονομική ισορροπία στην βραχυχρόνια και στην μακροχρόνια περίοδο, πάνω στο οποίο εδράζεται η (ψευδ)επιστημονική θεωρία, με την οποία οι υποστηρικτές της θέλουν να πείσουν τους εαυτούς τους και τους άλλους - όλους εμάς -, ως προς την ορθότητα και την αναγκαιότητα των παρόντων πολιτικοοικονομικών χειρισμών και να στηρίξουν τον ισχυρισμό, που προβάλλουν, κατά κόρον και με όλα τα μέσα και ο οποίος συνίσταται στο απλό και καθαρά τρομοκρατικό ψευδοεπιχείρημα ότι δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση, εμπνεόμενοι από το περίφημο σύνθημα T.I.N.A. (There Is No Alternative) της αείμνηστης Margaret Thatcher, ένα σύνθημα, το οποίο προέβαλε, στην Βρετανία,, σε όλη την περίοδο της πρωθυπουργίας της, στην διάρκεια της δεκαετίας του 1980 και το οποίο αντέγραψε και ο πρόεδρος Ronald Reagan την ίδια εποχή, στις Η.Π.Α.

Παρατηρώντας και μιλώντας, όλον αυτόν τον καιρό, για τα αδιέξοδα της νομισματικής πολιτικής, είτε αυτή και αυτά αφορούν το κοντινό, ή το μακρινό παρελθόν, είτε αφορούν το σήμερα, μπορούμε, πλέον, να προσδιορίσουμε τις αιτίες των αδιεξόδων αυτών, οι οποίες είναι συναφείς με την ίδια την νομισματική πολιτική, ως κεντρικό εργαλείο χειρισμού των μακροοικονομικών μεγεθών και άσκησης οικονομικής πολιτικής. Η νομισματική πολιτική στην ουσία της χρησιμοποιεί εργαλεία τα οποία, στην καλύτερη των περιπτώσεων, την καθιστούν μια επιτρεπτική πολιτική, μια πολιτική, δηλαδή, που επιτρέπει να πραγματοποιηθούν οι επιδιωκόμενοι στόχοι.

Σε αυτό το σενάριο της καλύτερης των περιπτώσεων, η νομισματική πολιτική έχει ένα βασικό μειονέκτημα, το οποίο συνίσταται στο γεγονός ότι, όντας, μόνον, επιτρεπτική δεν μπορεί να εξασφαλίσει την επίτευξη των στόχων, που επιδιώκει να πραγματοποιήσει, ιδίως, όταν ο επιδιωκόμενος στόχος είναι η επαναφορά της οικονομίας σε αναπτυξιακούς ρυθμούς, με αποτέλεσμα η μονοδιάστατη χρήση της να συντηρεί και να επιτείνει την παγίδα ρευστότητας, στην οποία έχει πέσει η οικονομία.

Το χειρότερο είναι ότι, συνήθως, η νομισματική πολιτική έχει την ενδογενή τάση να στρέφει την οικονομία, περισσότερο στην στασιμότητα και λιγότερο στην ανάπτυξη και τούτο επειδή η συνάφειά της με την χρήση του νομίσματος οδηγεί τους διαμορφωτές της, όταν αυτοί σχετίζονται με τον χρηματοπιστωτικό τομέα, στην προστασία του νομίσματος, ως μέσου διατήρησης των αξιών και λιγότερο, ως μέσου συναλλαγών, ή σε περιοδικές κρίσεις υπερπληθωρισμού, όταν οι διαμορφωτές της δεν προέρχονται από τον χρηματοπιστωτικό τομέα και τα κριτήριά τους είναι περισσότερο πολιτικά και λιγότερο (ή καθόλου) οικονομικά - ιδίως όταν πιέζονται από ισχυρές ομάδες του πληθυσμού και όταν επιδιώκουν, κυρίως, τον πληθωρισμό των δημόσιων χρεών και με την βοήθεια της εκτεταμένης χρήσης του seigniorage.

Το παραπάνω σχήμα, με τα δύο διαγράμματα, που απεικονίζουν την βραχυχρόνια και την μακροχρόνια ισορροπία, είναι το κατάλληλο εργαλείο, για την κατανόηση αυτών των αδιεξόδων της νομισματικής πολιτικής, τα οποία, άλλωστε, ζούμε σήμερα, με ιδιαίτερη ένταση στην ευρωζώνη και πολύ περισσότερο, στην χώρα μας, ακριβώς επειδή η νομισματική πολιτική σε μια νομισματική ζώνη, καθίσταται και μετατρέπεται, εκ των πραγμάτων, από περιθωριακό, σε κύριο εργαλείο άσκησης οικονομικής πολιτικής, με σκοπό την προστασία του νομίσματος, ως μέσου διατήρησης των αξιών και μεταφοράς της αγοραστικής δύναμης του χρήματος από το παρόν, στο μέλλον.

Η μαθηματική ανάλυση της γενικευμένης θεωρίας, περί βραχυχρόνιας και μακροχρόνιας ισορροπίας, όπως απεικονίζεται από την συμβατική θεωρία, δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια ειδική και ως εκ τούτου περιθωριακή, υπόθεση εργασίας. Η συμβατική θεωρία, που επιθυμεί να συμβιβάσει τις νεοκλασικές παραδοχές, με την κεϋνσιανή λογική, συγκρίνει τις δύο υποθέσεις εργασίας, που απεικονίζονται στο σχήμα, παρουσιάζοντας την βραχυχρόνια και την μακροχρόνια ισορροπία μέσα από το (α) διάγραμμα IS-LM, καθώς και μέσα από το (β) διάγραμμα της συναθροιστικής προσφοράς, με την συναθροιστική ζήτηση.

Η θεωρία αυτή προϋποθέτει ότι οι τιμές P1, P2 παίζουν κεντρικό ρόλο και στα δύο διαγράμματα και ότι, ενώ οι τιμές (P1) στην βραχυχρόνια περίοδο, παραμένουν άκαμπτες, στην μακροχρόνια περίοδο οι τιμές (P2) καθίστανται ελαστικές, με αποτέλεσμα η ισορροπία της οικονομικής δραστηριότητας, στις βραχείες χρονικές σειρές να επιτυγχάνεται στο σημείο K και στις μακρές χρονικές σειρές, η αντίστοιχη ισορροπία της οικονομίας να επιτυγχάνεται στο σημείο C.

Εδώ χρειάζονται οι σχετικές επεξηγήσεις : 

Στο (α) διάγραμμα, η καμπύλη IS εκφράζει την την ισορροπία στην αγορά των προϊόντων, ενώ η καμπύλη LM εκφράζει την ισορροπία στην αγορά για πραγματικά χρηματικά διαθέσιμα. Και οι δύο καμπύλες μαζύ, εκφράζουν το εθνικό εισόδημα, στις βραχείες χρονικές σειρές, όπου το επίπεδο των τιμών θεωρείται ως σταθερό. Το Y υποτίθεται ότι εκφράζει το φυσικό επίπεδο της παραγωγής και η καμπύλη LM υποχρεώνεται να συρθεί, στο σταθερό επίπεδο των τιμών P1 και η ισορροπία στις βραχείες χρονικές σειρές επιτυγχάνεται, κατά την δεδομένη υπόθεση, στο σημείο K, στο οποίο η καμπύλη IS, τεμνει την καμπύλη LM.

Στο (β) διάγραμμα, όπου απεικονίζεται η υπόθεση της συμπεριφοράς της συναθροιστικής προσφοράς και της συναθροιστικής ζήτησης. Στο διάγραμμα αυτό, ως δεδομένη υπόθεση, θεωρείται ότι, στο επίπεδο των τιμών P1, η ποσότητα της παραγωγής βρίσκεται κάτω από το φυσικό της επίπεδο και έχει δημιουργηθεί ανεπάρκεια ζήτησης, υποθέσεις και δεδομένα τα οποία δεν επιτρέπουν την διατήρηση της οικονομίας στα κανονικά της επίπεδα.

Στα δύο διαγράμματα (α) και (β) προκύπτει το θεωρητικό σχήμα, στο οποίο στηρίζεται η συμβατική λογική των σύγχρονων οικονομολόγων, που θέλει να συμβιβάσει και να συνταιριάξει τις νεοκλασικές αντιλήψεις, με την κεϋνσιανή θεωρία.

Έτσι, υποτίθεται ότι το σημείο K προσδιορίζει την ισορροπία στις βραχείες χρονικές σειρές, επειδή λαμβάνει, ως δεδομένο, ότι οι τιμές είναι άκαμπτες και παραμένουν προσκολλημένες στο σημείο P1. Όμως, επειδή η οικονομία έλκεται, από και προς την μακροχρόνια ισορροπία, η χαμηλή ζήτηση, για τα προϊόντα, υποτίθεται, σύμφωνα, πάντοτε, με τις παραδοχές αυτής της θεωρίας, που συμφωνεί με τις νεοκλασικές αντιλήψεις και παραδοχές, οδηγεί, τελικά, στην πτώση των τιμών και στην επάνοδο της παραγωγής και της οικονομίας στο φυσικό τους επίπεδο, το οποίο απεικονίζεται στο σημείο C.

Με αυτά δεδομένα, αυτή η θεωρητική κατασκευή, που υποτίθεται ότι συμβιβάζει τις κεϋνσιανές και τις νεοκλασικές παραδοχές, υποστηρίζει ότι η τελική μακροχρόνια ισορροπία προσδιορίζεται, εντός των πλαισίων του μοντέλου IS-LM, από την μετατόπιση της καμπύλης LM, προς τα δεξιά, την οποία μετατόπιση προξενούν, η πτώση των τιμών και η αύξηση των πραγματικών χρηματικών διαθεσίμων.

Όπως έχουμε πει, η λογική που διέπει την σύγχρονη οικονομολογική σκέψη, η οποία προσπαθεί να συμβιβάσει την κεϋνσιανή θεωρία, με την κλασική και την νεοκλασική οικονομική ανάλυση, μέσα σε ένα θεωρητικό σχήμα, σύμφωνα με το οποίο, στην βραχυχρόνια περίοδο ισχύει η κεϋνσιανή θεωρία, και στην μακροπρόθεσμη περίοδο, ισχύει η κλασική θεωρία, είναι αφελής και εξωπραγματική, όταν έρχεται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα.

Έτσι, μακροπρόθεσμα, η συμβατική και κρατούσα οικονομική "επιστήμη" - τα εισαγωγικά τίθενται διότι, πίσω από την επιστημονικοφανή θεωρία είναι η εξυπηρέτηση των συμφερόντων της κυριαρχούσας χρηματοπιστωτικής ελίτ που κυριαρχεί και όχι η επιστημονική συνέπεια, με τα όποια επιστημονικά κριτήρια -, θεωρώντας δεδομένο ότι οι τιμές είναι εύκαμπτες, ή ότι, εν πάση περιπτώσει, κάμπτονται (αν και το επίπεδο των τιμών και η ελαστικότητά τους, είναι, συνήθως, δεδομένα, τα οποία, πολλές φορές, δεν συσχετίζονται και δεν μπορεί να τους χρεωθεί η ξαφνική πτώση της παραγωγής και του ΑΕΠ, όταν η οικονομία εισέρχεται σε ύφεση, γεγονός του οποίου η παρουσία είναι εκείνη που πρέπει να εξηγηθεί), υιοθετεί την κλασική ανάλυση και θεωρεί ότι το ΑΕΠ και το επίπεδο της παραγωγής των αγαθών και των υπηρεσιών, μέσα σε μια οικονομία, εξαρτάται από τους συντελεστές της παραγωγής (δηλαδή το κεφάλαιο και την εργασία) και την τεχνολογία, δια μέσου της οποίας το κεφάλαιο και η εργασία μετουσιώνονται και μετασχηματίζονται, σε κοινωνικό προϊόν, είτε αυτό είναι ένα σύνολο αγαθών, είτε ένα σύνολο υπηρεσιών, είτε, φυσικά και τα δύο μαζύ.

Το συμπέρασμα, λοιπόν, της συμβατικής και κρατούσας άποψης στην σύγχρονη οικονομολογική σκέψη και θεωρία, θέλει να πιστεύει ότι, μακροχρονίως, η αύξηση του ΑΕΠ επιτυγχάνεται όταν αυξάνονται οι συντελεστές της παραγωγής και όταν βελτιώνεται η διαθέσιμη τεχνολογία. Η άποψη αυτή  - έτσι όπως, αφελώς, εκτίθεται - φαίνεται να εμπεριέχει μια πασιφανή και πασίδηλη παραδοχή.

Ποιός θα μπορούσε να αντισταθεί και να αμφισβητήσει αυτή την διαπίστωση; Υποτίθεται ουδείς. Και όμως, είναι, συνήθως, οι ακράδαντες λογικές πεποιθήσεις των ανθρώπων, που περιέχουν εκείνα τα σφάλματα, τα οποία αποτελούν τα απαραίτητα κρίσιμα μεγέθη, δια των οποίων επιταχύνεται η έκλυση φαινομένων, τα οποία οδηγούν στην καταστροφή.

Η ίδια συμβατική και κρατούσα οικονομική λογική, όταν κινείται και εξετάζει τις βραχυχρόνιες περιόδους, σε μια οικονομία, θεωρεί ότι, στο επίπεδο αυτό η κλασική και η νεοκλασική ανάλυση δεν είναι χρήσιμες. Στην βραχυχρόνια περίοδο, για τους συμβατικούς οικονομολόγους, προσδιοριστικός (ή συμπροσδιοριστκός, αλλά, πάντως, καθοριστικός) παράγοντας του μεγέθους του ΑΕΠ είναι το επίπεδο της συναθροιστικής ζήτησης, για τις υπηρεσίες και τα αγαθά, που παράγονται, μέσα στα πλαίσια της οικονομίας, επειδή, βραχυχρόνια, οι τιμές είναι άκαμπτες.

Το τελευταίο είναι σωστό. Οι τιμές στην βραχυχρόνια περίοδο είναι, συνήθως, άκαμπτες. Για να είμαστε ακριβείς, η διαπίστωση αυτή δεν είναι, απολύτως, ορθή. Σε κάποιους τομείς της οικονομίας, που διέπεται από τους κανόνες της αγοράς, δηλαδή στον χώρο των μικροεπιχειρηματιών, οι τιμές μπορούν να καμφθούν και στην βραχυχρόνια περίοδο, αλλά, σε γενικές γραμμές, η διαπίστωση, περί της ακαμψίας των τιμών, βραχυπόθεσμα, είναι βάσιμη. Η ουσία στην όλη υπόθεση είναι και εδώ, ότι οι τιμές και το επίπεδό τους, δεν αποτελούν εκείνα τα φαινόμενα, τα οποία πρέπει, οπωσδήποτε, να συσχετισθούν, με τις αυξομειώσεις της συναθροιστικής ζήτησης. Συνήθως, οι τιμές και το επίπεδό τους, συσχετίζονται περισσότερο, με την αύξηση της συναθροιστικής ζήτησης (δηλαδή με τα επίπεδα του πληθωρισμού) και λιγότερο, με την πτώση της. Και συνήθως, όταν οι τιμές συσχετίζονται με την πτώση της συναθροιστικής ζήτησης, αυτό γίνεται, ως δευτερογενές αποτέλεσμα της επιμήκυνσης αυτής της πτώσης, που συντηρείται, μέσα από την διαδικασία αντιστροφής της δημιουργίας του χρήματος, η οποία διαδικασία προξενείται από την ίδια την έλευση της οικονομικής κρίσης και την αύξηση των διαθεσίμων του χρηματοπιστωτικού τομέα, που η κρίση αυτή επιβάλλει, μέσα στα πλαίσια ενός οικονομικού συστήματος που δεν έχει ρυθμιστικούς μηχανισμούς, ή που οι ρυθμιστικοί του μηχανισμοί είναι ατελείς και ανεπαρκείς, να προλάβουν την έλευση μιας οικονομικής κρίσης και να την αντιμετωπίσουν, όταν αυτή προκύψει.

Αυτό που δεν είναι σωστό στην όλη συλλογιστική και στην μεθοδολογία της κρατούσας συμβατικής σκέψης των οικονομολόγων της εποχής μας είναι η μεθοδολογική διάκριση, στην οποία προβαίνουν, προκειμένου να συμβιβάσουν την κλασική και την νεοκλασική σχολή, με την κεϋνσιανή και την νεοκεϋνσιανή ανάλυση. Η διάκριση αυτή περιέχει ένα τεράστιο θεωρητικό μεθοδολογικό χάσμα, αφού θέλει να περιορίσει την καθοριστική επίδραση των εξελίξεων, που συμβαίνουν στον χώρο της συναθροιστικής ζήτησης και την επιρροή τους, πάνω στην παραγωγή και στο ΑΕΠ, μόνον στην βραχυχρόνια περίοδο και να αποκλείσει την επίδραση των εξελίξεων αυτών, που προκύπτουν στο πεδίο της συναθροιστικής ζήτησης, πάνω στην παραγωγή και στο ΑΕΠ, κατά την διάρκεια της μακροχρόνιας περιόδου.

Φυσικά, εάν το χάσμα ήταν μόνον θεωρητικό, θα ήταν αδιάφορο και το πολύ-πολύ, να αποτελούσε ένα, ακόμη, λογικό παράδοξο, μέσα στα τόσα άλλα. Αλλά ο αποκλεισμός της συναθροιστικής ζήτησης, ως καθοριστικού παράγοντα των επιπέδων της παραγωγής και του ΑΕΠ, στην μακροχρόνια περίοδο, δεν αποτελεί μόνον ένα θεωρητικό ζήτημα, που απασχολεί τους οικονομολόγους και δεν είναι ένα απλό ακαδημαϊκό ζήτημα. Μακάρι να ήταν. Αν ήταν, θα παρέμενε αδιάφορο.

Αλήθεια, θα ήταν δυνατόν, σε μακροχρόνια βάση, να μην επηρεάζει η συναθροιστική ζήτηση τα επίπεδα της παραγωγής και το ΑΕΠ, εφόσον τα επηρεάζει στις βραχείες χρονικές σειρές; Και αν αυτό ήταν δυνατόν, πως θα μπορούσε να συμβεί;

Όπως γίνεται, εύκολα, κατανοητό δεν θα μπορούσε η συναθροιστική ζήτηση να μην επηρεάζει, στην μακροχρόνια περίοδο, την παραγωγή και το ΑΕΠ. Ένα τέτοιο σενάριο, δεν θα μπορούσε να υπάρξει, παρά μόνο, ως υποπερίπτωση, που θα ήταν δυνατό να υποστασιοποιηθεί, κάτω από συγκεκριμένες ειδικές περιστάσεις, οι οποίες θα πρέπει, κάθε φορά, να εξετάζονται, προκειμένου να δούμε, εάν ισχύουν. Και αυτό δεν αποτελεί τον κανόνα. Αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα.



Προφανώς, λοιπόν, η συναθροιστική ζήτηση επηρεάζει, σε μακροχρόνια βάση και την παραγωγή και το ΑΕΠ. Αυτός είναι ο κανόνας, του οποίου η ισχύς εκτείνεται, μέχρι εκείνου του σημείου, που οι αντίρροπες δυνάμεις, σε μια θεωρητική υποπερίπτωση, θα ήταν δυνατόν να τον αδρανοποιήσουν. Το πως και υπό ποιές συνθήκες, θα μπορούσε να συμβεί, ή εάν αυτό συνέβη, είναι κάτι που αποτελεί ένα ζήτημα, το οποίο τελεί, υπό εξέταση, εάν και εφ' όσον οι οικονομικοί επιστήμονες θέλουν να παραμείνουν αυτό, που επικαλούνται ότι είναι (δηλαδή επιστήμονες) και εφόσον δεν επιθυμούν να ευνοήσουν μια εφαρμοσμένη πολιτική, παρουσιάζοντας την ειδική υποπερίπτωση, ως κάτι τοοποίο δεν είναι. Δηλαδή, ως έναν κανόνα, γενικής ισχύος, που ισχύει, σε κάθε οικονομία, σε κάθε περίπτωση και επί παντός επιστητού.

Από την άλλη πλευρά, είναι εσφαλμένη η διαπίστωση ότι, σε μακροχρόνια βάση, οι συντελεστές της παραγωγής και η τεχνολογία είναι οι μακροχρόνιοι προσδιοριστικοί παράγοντες της παραγωγής και του ΑΕΠ, σε μια οικονομία; Θα μπορούσε να μην ήσαν;

Φυσικά και δεν είναι δυνατόν να μην είναι προσδιοριστικοί παράγοντες της αύξησης της παραγωγής και του ΑΕΠ οι παραγωγικοί συντελεστές (κεφάλαιο - εργασία - τεχνολογία). Προφανώς και είναι (αν και δεν είναι οι μόνοι). Αλλά αυτό δεν είναι κάτι που συμβαίνει, μόνο στις μακρές χρονικές σειρές της εξέλιξης των μακροοικονομικών μεγεθών. Συμβαίνει και στις βραχείες χρονικές περιόδους, πλην εκείνης της υποπερίπτωσης, όπου οι αντίρροπες προσδιοριστικές δυνάμεις, που καθορίζουν τα συγκεκριμένα μεγέθη της παραγωγής και του ΑΕΠ, σε βραχυχρόνια βάση, ισορροπούν σε ένα επίπεδο, στο οποίο η όποια αύξηση της συναθροιστικής ζήτησης δεν μπορεί να μεγεθύνει τα επίπεδα και τον όγκο της παραγωγής και του ΑΕΠ. Αυτό, όμως, δεν είναι ο κανόνας στις σύγχρονες οικονομίες (ή, τουλάχιστον, δεν έχει γίνει κανόνας).

Πώς θα μπορούσε, άραγε, μια οικονομική πολιτική να επιτύχει, σε μακροχρόνια βάση, την αύξηση του ΑΕΠ;

Δεν είναι δύσκολο να το αντιληφθούμε. Φυσικά, αυτό που μπορεί να επιδιωχθεί είναι η αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας και ικανότητας της οικονομίας, η οποία, συνήθως, συνδυάζεται με την αύξηση της αποταμίευσης και την δημιουργία ενός αυξανόμενου αποθέματος κεφαλαίου, με την αύξηση της αποδοτικότητας της εργασίας και του κεφάλαιου και την διαρκή βελτίωση της εκπαίδευσης του εργατικού δυναμικού και την τεχνολογική πρόοδο.

Όλα αυτά, στα οποία αναφέρεται η νεοκλασική σχολή, ως μέσα μιας, σε μακροχρόνια βάση, αύξησης της παραγωγής και του ΑΕΠ, με προσδιοριστικούς παράγοντες το κεφάλαιο, την εργασία και την τεχνολογία, μπορεί να φαίνονται - και σε ένα βαθμό να είναι - σωστά, αποτελούν, όμως, μια μερική και πλήρως, ανεπαρκή περιγραφή της πραγματικότητας, όταν μένουν χωρίς εκείνο το εργαλείο, το οποίο είναι απαραίτητο, για την κινητροδότηση, όλου του παραγωγικού μηχανισμού. Το απαραίτητο εργαλείο, για το οποίο μιλάω, είναι το πιο σημαντικό μακροοικονομικό μέγεθος, το οποίο στον σύγχρονο κόσμο του γραφειοκρατικού καπιταλισμού δεν μπορεί να αγνοείται.

Αυτό το μακροοικονομικό μέγεθος είναι, φυσικά, η κατανάλωση, δηλαδή η ενεργός συναθροιστική ζήτηση και τα επίπεδά τους, τα οποία προσδιορίζουν και στην μακροχρόνια περίοδο, τα επίπεδα της παραγωγής και του ΑΕΠ. Όπως, άλλωστε, πολύ σωστά, έχει γράψει ο Adam Smith, τον οποίον οι σύγχρονοι οικονομολόγοι ελάχιστα διαβάζουν και ακόμη λιγότερο, κατανοούν : "Η κατανάλωση είναι ο μοναδικός σκοπός και στόχος όλης της παραγωγής".


Adam Smith (16/6/1723 - 17/7/1790). Ο πατέρας της οικονομικής επιστήμης υπήρξε βαθύς γνώστης του επιστημενικού αντικειμένου, το οποίο ίδρυσε, παρά τους ασφυκτικούς περιορισμούς, που του επέβαλε η εποχή, μέσα στην οποία έζησε. Σίγουρα, υπήρξε πολύ καλύτερος από πολλούς μεταγενέστερους από αυτόν και ακόμη, περισσότερο σίγουρα, είναι πολύ καλύτερος από την πλειοψηφία των τωρινών νεοκλασικών και συντηρητικών κεϋνσιανών οικονομολόγων, οι οποίοι, με το χιμαιρικό εφεύρημα του συγκερασμού των κεϋνσιανών θεωριών, με τις νεοκλασικές αντιλήψεις, προσπαθούν να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα και να αποδόσουν στην συναθροιστική ζήτηση, έναν, ίσως, σημαντικό, αλλά, συνάμα, έναν παρακολουθηματικό ρόλο. Ο πατριάρχης του επιστημονικού κλάδου της οικονομίας, δεν θα συμφωνούσε καθόλου, με κάτι τέτοιο. Και θα το έπρατε, μετά λόγου γνώσεως. Μιας γνώσεως, της οποίας στερούνται, κατά πλειοψηφία, οι σύγχρονοι οικονομολόγοι...



Ο Adam Smith δεν είχε ηλεκτρονικούς υπολογιστές και στατιστικά δεδομένα, για να διαπιστώσει αυτή την αλήθεια. Παρ' όλ' αυτά, δεν φοβήθηκε να προβεί στην απερίφραστη διατύπωσή της, διότι δεν είχε ανάγκη ούτε τα στατιστικά δεδομένα, ούτε τους ηλεκτρονικούς (ή όποιους άλλους) υπολογιστές. Και φυσικά, δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί ότι θα του αποδιδόταν η πατρότητα μιας πεποίθησης των μεταγενέστερων από αυτόν, η οποία συντείνει στην αντίληψη ότι η συναθροιστική ζήτηση και οι προσδιοριστικοί της παράγοντες, στις μακρές χρονικές σειρές,, δεν παίζουν ρόλο στην εξέλιξη της συνολικής παραγωγής ενός νεωτερικού οικονομικού συστήματος, όπως ο καπιταλισμός της εποχής του, ή ο μεταγενέστερος γραφειοκρατικός καπιταλισμός της δικής μας εποχής. Ενώ θα γελούσε, με την ψυχή του και μόνο στο άκουσμα της άποψης ότι, μόνο, στις βραχυχρόνιες σειρές, παίζει ρόλο η ενεργός συναθροιστική ζήτηση, ακριβώς, επειδή γνώριζε, πάρα πολύ καλά, ότι οι βραχυχρόνιες σειρές αποτελούν μια αέναη αλληλοδιάδοχη χρονική διαδικασία και ως τέτοιες, συγκροτούν τις μακροχρόνιες σειρές, οι οποίες έτσι προσδιορίζονται, ως προϊόντα και αποτελέσματα των, επί μέρους, βραχυχρόνιων σειρών και ως εκ τούτου, τα μακροοικονομικά μεγέθη της συνολικής παραγωγής και του ΑΕΠ, που διαμορφώνονται, μέσα στα πλαίσια των μακρών χρονικών σειρών, δεν μπορούν να μην επηρεάζονται από τις εξελίξεις στην αντίστοιχη μακροχρόνια ενεργό συναθροιστική ζήτηση, δηλαδή στην κατανάλωση, για να μιλήσουμε, με όρους, που θα ήσαν κατανοητοί στον Adam Smith, δηλαδή στον πατέρα της οικονομικής επιστήμης και στους μορφωμένους ανθρώπους της εποχής του.

Για να συμβεί κάτι τέτοιο, για να μπορεί, δηλαδή, το επίπεδο της συναθροιστικής ζήτησης, σε μακροχρόνιο επίπεδο, να προσαρμόζεται στο αντίστοιχο επίπεδο της παραγωγής και του ΑΕΠ, θα έπρεπε η μακροχρόνια ενεργός συναθροιστική ζήτηση να είναι ένα απλό παρακολούθημα της παραγωγικής διαδικασίας και όχι ένα αυτόνομο μακροοικονομικό φαινόμενο, με την δική του δυναμική και τις δικές του εσωτερικές παραμέτρους. Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει. Δεν είναι έτσι τα πράγματα.

Η ενεργός συναθροιστική ζήτηση έχει την δική της αυτονομία, ως μακροοικονομικό μέγεθος και τις δικές της εσωτερικές παραμέτρους, που την επηρεάζουν. Γι' αυτό και γύρω από αυτήν, έχει αναπτυχθεί, μια σειρά από ειδικούς κλάδους (marketing, τεχνική των πωλήσεων κλπ), οι οποίοι την παρακολουθούν στενά και προσπαθούν - τις περισσότερες φορές με επιτυχία, αλλά και πολλές φορές, με αποτυχία - να την διαμορφώσουν και να  την κατευθύνουν. 

Ως εκ τούτου, οι εξελίξεις στην συναθροιστική ζήτηση, επηρεάζουν την παραγωγή και το ΑΕΠ και σε μακροχρόνιο επίπεδο, όπως μας έχουν διδάξει η κρίση της δεκαετίας του 1930, αλλά και η σύγχρονη μακρά περίοδος μαρασμού και παραγωγικής ασφυξίας, που πέρασε η ιαπωνική οικονομία, στην δεκαετία του 1990, όπως, επίσης και πολλές άλλες χώρες και περιοχές, με τελευταία την κρίση της ευρωζώνης.

Το σφάλμα των νεοκλασικών, που επαναλαμβάνεται από τους σύγχρονους οικονομολόγους, οι οποίοι επιδιώκουν τον αλυσιτελή γενικευμένο συμβιβασμό των κεϋνσιανών αναλύσεων, με τις νεοκλασικές θεωρίες, με βάση το σχήμα του διαχωρισμού των πεδίων ισχύος τους, εντοπίζεται στην γενικότητα, με την οποία περιβάλλουν αυτή την θεωρητική κατασκευή, που θέλει να περιορίζει την ισχύ των κεϋνσιανών αναλύσεων, για την επίδραση της συναθροιστικής ζήτησης, στις αυξομειώσεις της παραγωγής και του ΑΕΠ, στην βραχυχρόνια περίοδο και να εκτείνει την ισχύ των νεοκλασικών θεωριών, στην μακροχρόνια περίοδο, με κριτήριο του διαχωρισμού αυτού, την ελαστικότητα των τιμών. Το σφάλμα, των νεοκλασικών και των σύγχρονων οικονομολόγων δεν έγκειται στο ότι μια τέτοια περίπτωση ισορροπίας της συναθροιστικής ζήτησης, με την παραγωγή και το ΑΕΠ, δεν μπορεί να συμβεί.

Μια τέτοια ισορροπία, ανάμεσα σε μια βραχυχρόνια ισχύ της κεϋνσιανής θεωρίας και σε μια μακροχρόνια ισχύ των θεωριών των νεοκλασικών, μπορεί να επέλθει, ως μια, επί μέρους, περιπτωσιολογική ισορροπία των μακροοικονομικών μεγεθών της παραγωγής και του ΑΕΠ, με την συναθροιστική ζήτηση και να υπάρξει, ως μια ειδική περίπτωση, ανάμεσα σε ένα πλήθος άλλες περιπτώσεων, οι οποίες, στα πλαίσια των σύγχρονων οικονομιών, λειτουργούν, με δεδομένη την σημαντική και καθοριστική επιρροή, που ασκεί στην παραγωγή, στο ΑΕΠ και στις δυνάμεις, που διαμορφώνουν αυτά τα μακροοικονομικά μεγέθη, η ενεργός συναθροιστική ζήτηση.

Βέβαια, όλα αυτά, όπως έδειξε η GREAT DEPRESSION της δεκαετίας του 1930 και δείχνει και η παρούσα ύφεση, έχουν ένα άκρως περιορισμένο πεδίο εφαρμογής και ως γενικεύσεις, είναι εξωπραγματικά. Ας το δούμε περισσότερο αναλυτικά.




1929 - 1940 : Το αριθμητικό πανόραμα της εξέλιξης των αμερικανικών μακροοικονομικών μεγεθών της περιόδου της Μεγάλης Κρίσης, συνθλίβει, κατά κυριολεξία, την σαθρή επιχειρηματολογία των σύγχρονων και των παλαιότερων οικονομολόγων οι οποίοι πίστευαν ότι η αύξηση των πραγματικών χρηματικών διαθεσίμων, μέσα από την μείωση των τιμών, θα οδηγούσε τους καταναλωτές να προβούν σε αυξημένες δαπάνες και ότι η αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης θα οδηγούσε σε μεγαλύτερα εισοδήματα, που θα επανέφεραν την αναπτυξιακή διαδικασία. Η πεποίθηση ότι η μείωση των τιμών θα βοηθούσε στην ανάκαμψη της οικονομίας και θα αύξανε την απασχόληση, κυριολεκτικά, κονιορτοποιήθηκε. Η ολιγοπωλιακά διαρθρωμένη γραφειοκρατική καπιταλιστική οικονομία δεν μπορούσε και εξακολουθεί να μην μπορεί να ανακάμψει, χωρίς την χρήση του εργαλείου της δημοσιονομικής πολιτικής, με τις αυξημένες κρατικές δαπάνες και τα δημόσια ελλείμματα, παρά τους, άλλοτε αφελείς και άλλοτε πονηρούς ισχυρισμούς των σύγχρονων οικονομολόγων της νεοκλασικής σχολής, που έχουν ενσωματώσει και τον κεϋνσιανισμό, μέσα στα πλαίσια της επιχειρηματολογίας τους...



Στο μοντέλο IS-LM, που είδαμε στο σχήμα, η μείωση των τιμών, που επιδιώκεται να συμβεί στην μακροχρόνια περίοδο, αυξάνει το πραγματικό εισόδημα, διότι, για κάθε δεδομένο επίπεδο προσφοράς χρήματος M, οι μειωμένες τιμές P, οδηγούν σε αυξημένα πραγματικά χρηματικά διαθέσιμα (M/P). Έτσι, η αύξηση των πραγματικών χρηματικών διαθεσίμων (τα οποία προσδιορίζονται από την διαίρεση της προσφοράς του χρήματος, με το επίπεδο των τιμών και με τον πολλαπλασιασμό του εξαγόμενου, με το 100), οδηγεί μια επεκτατική μετατόπιση της καμπύλης LM και σε αυξημένο πραγματικό εισόδημα. Αυτή είναι η τελική φιλοδοξία των θεωριών και των δογμάτων της νεοκλασικής σχολής, η οποία επιμένει στο ότι το κέντρο βάρους πρέπει να δίνεται στην μακροχρόνια ισορροπία, διότι η επίτευξη των υψηλότερων εισοδημάτων (και η ανισοκατανομή τους, η οποία βοηθάει στην αυξημένη ροπή προς αποταμίευση και επένδυση), που γίνεται με αυτόν τον τρόπο, είναι ο σκαπανέας της αναπτυξιακής διαδικασίας.

Ένας παραπληρωματικός συνδυασμός των θεωριών του νεοκλασικού δογματισμού είναι το αποτέλεσμα του Arthur Pigou, ο οποίος, στην δεκαετία του 1930, διακήρυξε ότι η μείωση των τιμών και η αύξηση των πραγματικών χρηματικών διαθεσίμων δημιουργεί στο κοινό την εντύπωση του πλουτισμού, επειδή τα πραγματικά χρηματικά διαθέσιμα είναι μέρος του πλούτου των νοικοκυριών, τα οποία, έτσι, αυξάνουν την καταναλωτική τους δαπάνη και με αυτόν τον τρόπο, προκαλούν μια επεκτατική μετατόπιση και της καμπύλης IS, οδηγώντας, επίσης, σε υψηλότερο εισόδημα.

Στην πράξη οι εξελίξεις, με την πτώση των τιμών, μέσα σε μια ολιγοπωλιακή οικονομία του γραφειοκρατικού καπιταλισμού και με τον ορυμαγδό των τραπεζικών πτωχεύσεων, πήραν μια, εντελώς, αντίθετη τροπή, στην περίοδο 1929 - 1933.

Οι σαρωτικές μεταβολές στο επίπεδο των τιμών και η κατακλυσμιαία τους πτώση, που έφθασε στο 25%, οδήγησαν, σε καταστροφές περιουσιών και σε μια τεράστια αναδιανομή του συρρικνούμενου εισοδήματος, μέσα στο πληθυσμό, μετασχηματίζοντάς τον σε υποσύνολα χρεωστών και δανειστών, επηρεάζοντας την καταναλωτική δαπάνη (και μέσω αυτής και την επενδυτική δαπάνη).

Έτσι, η πτώση των τιμών, οδήγησε σε έναν τεράστιο όγκο μη εξυπηρετούμενων χρεών, μέσα από την διόγκωση των πραγματικών υποχρεώσεων των οφειλετών προς τους δανειστές, αφού τα αρχικά χρέη, που πριν από την έναρξη της διαδικασίας πτώσης των τιμών ήσαν π.χ., στα 100 δολλάρια, με την έναρξη της πτώσης των τιμών και της συρρίκνωσης των εισοδημάτων αυξήθηκαν, σε πραγματικές τιμές, κατά 100/P (όπου P είναι το επίπεδο των τιμών). Αυτό συνέβη διότι η πτώση των τιμών, σε συνθήκες συρρίκνωσης του συνολικού εισοδήματος, δημιουργεί και αυξάνει το ποσόν των πραγματικών χρεών, αφού μεγαλώνει το ποσόν της αγοραστικής δύναμης, που πρέπει ο οφειλέτης να πληρώσει στον δανειστή και του δημιουργεί υποχρεώσεις στις οποίες δεν μπορεί να αντεπεξέλθει. Αυτήν την διαδικασία, άλλωστε, την γνωρίζουμε και σήμερα, από την τεράστια κρίση, μέσα στην οποία, σκοπίμως και μελετημένα, έχει ριφθεί η ελληνική κοινωνία.

Αυτή η αναγκαστική αναδιανομή του πλούτου, βέβαια, κάνει (στην πραγματικότητα υποτίθεται ότι κάνει) πλουσιότερους τους δανειστές, έναντι των οφειλετών και επηρεάζει, καταλυτικά, την καταναλωτική δαπάνη, διότι οι δύο αυτές ομάδες πληθυσμού έχουν διαφορετικές ροπές προς κατανάλωση, αφού οι πτωχοποιημένοι οφειλέτες καταναλώνουν πολύ λιγότερο, παρά το γεγονός ότι η φυσική τους ροπή προς κατανάλωση είναι πολύ μεγαλύτερη, από αυτή των δανειστών. Όμως, η συρρίκνωση του εισοδήματός τους είναι απαγορευτική, για την έκφραση της συνήθους καταναλωτικής τους ροπής.

Από την δική τους πλευρά, οι δανειστές, ως στρώμα με μικρότερη καταναλωτική ροπή, μέσα σε μια συρρικνούμενη αγορά, αναστέλλουν τις επενδυτικές τους πρωτοβουλίες, λόγω της ανεπάρκειας της ζήτησης και μεταφέρουν πλούτο εκεί που μπορεί να φυλαχθεί, είτε στο εξωτερικό, είτε στα σεντούκια, είτε σε θυρίδες, ή οπουδήποτε άλλου.

Το αποτέλεσμα είναι σαρωτικό και απομυθοποιητικό, για τις νεοκλασικές ανοησίες, αφού, σε αυτές τις συνθήκες, η πτώση των τιμών, οδηγεί σε συρρίκνωση της καταναλωτικής δαπάνης, πέρα από τις βραχείες και στις μακρές χρονικές σειρές, δηλαδή σε μακροχρόνια βάση και σε μια απότομη και βίαιη συσταλτική μετατόπιση της καμπύλης IS. Και φυσικά, η όλη διαδικασία οδηγεί σε, ολοένα και χαμηλότερο, εισόδημα, καθιστώντας πρόδηλο και πασιφανές ότι αυτή η εξαθλιωτική διαδικασία μπορεί να ανακοπεί, μόνο, μέσω μιας επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής, υψηλών κρατικών δαπανών και αυξημένων δημόσιων ελλειμμάτων.

Αυτή την οδυνηρή, για την νεοφιλελεύθερη σχολή, πραγματικότητα προσπάθησαν να παραγκωνίσει ο Milton Friedman και η Anna Schwartz, διατυπώνοντας την άποψη ότι αιτία για την κρίση της δεκαετίας του 1930. ήταν η τεράστια μείωση της προσφοράς χρήματος, που έφθασε στο 25%, ανάμεσα στο 1929 και στο 1933. Αυτή η υπόθεση του χρήματος (money hypothesis) θεωρεί ότι η κρίση εκείνης της εποχής μπορεί να ερμηνευθεί με μια συσταλτική μετατόπιση της καμπύλης LM. Αλλά δεν είναι έτσι. Ο Friedman κάνει λάθος. Όχι γιατί η μείωση της προσφοράς χρήματος δεν έπαιξε τον ρόλο της στην εμβάθυνση της κρίσης. Τον έπαιξε τον ρόλο της. Αλλά αυτός ο ρόλος ήταν περιθωριακός.

Όπως είπαμε, η συσταλτική μετατόπιση της καμπύλης LM, προκύπτει μόνον όταν τα πραγματικά χρηματικά διαθέσιμα μειώνονται. Αλλά, η νομισματική πολιτική, από το 1929, μέχρι το 1931, οδήγησε σε αύξηση των πραγματικών χρηματικών διαθεσίμων, γεγονός το οποίο οδήγησε τις τιμές να σημειώνουν μεγαλύτερη πτώση από την προσφορά του χρήματος. Μπορεί η περιοριστική νομισματική πολιτική, με την μείωση της προσφοράς χρήματος, να έπαιξε τον ρόλο της - και προφανώς, τον έπαιξε, έστω και συμπληρωματικά - όταν την περίοδο 1931 - 1933 αυξήθηκε η ανεργία και τα πραγματικά χρηματικά διαθέσιμα μειώθηκαν, αλλά δεν ευθύνεται, για όσα συνέβησαν στην πρώτη διετία της κρίσης.

Παράλληλα, αν η κρίση είχε προέλθει από μια συσταλτική μετατόπιση της καμπύλης LM, θα έπρεπε να είχαν διαμορφωθεί υψηλά επιτόκια, ως αποτέλεσμα αυτής της μετατόπισης της καμπύλης LM. Όμως, τα ονομαστικά επιτόκια, όλη την περίοδο 1929 - 1933, μειώνονταν συνεχώς. Όχι, ίσως, όσο έπρεπε, αλλά μειώνονταν.

Το πρόβλημα ήταν, προφανώς, στην αντιπληθωριστική πολιτική, που καταπολεμούσε τον ανύπαρκτο πληθωρισμό και σάρωνε την συναθροιστική ζήτηση, η οποία επενεργούσε, ομοίως, σαρωτικά, στην συναθροιστική παραγωγή και στο ΑΕΠ. Τα συνδυαστικά και σωρευτικά αποτελέσματα αυτών των τεράστιων συσταλτικών, για την οικονομία, μηχανισμών, εισήλθαν σε μια διαδικασία αλληλοτροφοδότησης, με αποτέλεσμα την δημιουργία ενός φαύλου κύκλου, ο οποίος οδηγούσε σε μια καθοδική διαδικασία το σύνολο της οικονομίας, σε μια ελεύθερη πτώση, χωρίς φρένο και χωρίς τέρμα.




John Maynard Keynes (5/6/1883 - 21/4/1946). Ο Βρετανός οικονομολόγος παραμένει πάντα παρών και επίκαιρος, ακόμη και όταν κάποιοι αφελείς θέλησαν να πιστέψουν ότι τον είχαν ξεπεράσει, ή και απορρίψει. Η σοβούσα και επιμένουσα ύφεση, που ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2008 και κατέστησε, κλινικά, νεκρή την ευρωζώνη, ήλθε να τους διαψεύσει οικτρά και να διακωμωδήσει τις απόψεις τους, για την διάκριση, ανάμεσα στην βραχυχρόνια και την μακροχρόνια οικονομική ισορροπία, την οποία, από μια υποπερίπτωση (περί της οποίας είχε κάνει λόγο ο ίδιος ο Κέϋνς και η οποία θα μπορούσε να υλοποιηθεί, υπό ειδικές συνθήκες), προσπάθησαν να την εγκαθιδρύσουν, ως μια γενικευμένη θεωρία, που ισχύει, περίπου, σε κάθε περίπτωση και "για κάθε νόσο και μαλακία"...




Αυτήν την διαδικασία μπορούσε να την ανακόψει, μόνον, η δημοσιονομική πολιτική, με τις τεράστιες δημόσιες δαπάνες, τα υψηλά κρατικά ελλείμματα, τον πάμφθηνο και υποχρεωτικό δημόσιο δανεισμό και την άσκηση του κρατικού δικαιώματος νομισματοκοπής (seigniorage). Αυτά ήσαν τα όπλα, που εισηγήθηκε ο John Maynard Keynes και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν, μαζύ με την δημιουργία του FDIC, της αμερικανικής εταιρείας για την ασφάλιση των τραπεζικών καταθέσεων, που έπαυσε τις τραπεζικές πτωχεύσεις και διασφάλισε την στοιχειώδη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, η οποία δεν ήταν καθόλου δεδομένη, αφού είχε διαταραχθεί, λόγω του γεγονότος ότι οι χιλιάδες πτωχεύσεις των τραπεζών είχαν καταστήσει ανύπαρκτο τον αμερικανικό χρηματοπιστωτικό τομέα, ο οποίος πρακτικά, από το 1929, μέχρι το 1933, δεν λειτουργούσε.

Το ίδιο φάρμακο και το ίδιο εργαλείο είναι που χρειάζεται να χρησιμοποιηθεί και σήμερα, προκειμένου να ξεπεραστεί η σοβούσα διεθνής ύφεση, καθώς και η κρίση της ευρωζώνης.

Ακόμη, περισσότερο είναι αναγκαία η εκτεταμένη χρήση του εργαλείου της επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής, με αυξημένες κρατικές δαπάνες και διευρυμένα κρατικά ελλείμματα, στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας, την οποία όμως, αντιθέτως, οδηγούν σε έναν παρατεταμένο στραγγαλισμό, του οποίου τις αιτίες και τις ιδεολογικές και θεωρητικές αφετηρίες, μόλις περιγράψαμε.

Σε αυτόν τον στραγγαλισμό, ο οποίος πρέπει να σταματήσει, όχι, απλώς, τώρα, αλλά εδώ και τρία χρόνια, προηγουμένως, άμεσοι συμμέτοχοι και συνσχεδιαστές είναι οι κωμικοτραγικοί εταίροι της τρικομματικής συγκυβέρνησης, οι οποίοι τρώνε τις σάρκες του ελληνικού πληθυσμού και έχουν αρχίσει να αλληλοσπαράσσονται.

Και φυσικά, δεν θα είναι αυτοί, που θα σταματήσουν αυτόν τον, κατά παραγγελία των τοκογλύφων δανειστών της χώρας, στραγγαλισμό της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας.

Αυτόν τον τερματισμό στον στραγγαλισμό της ελληνικής οικονομίας, μόνον, η ελληνική κοινωνία μπορεί να τον επιβάλει. 

Αλλιώς θα τον υποστεί, μέχρι τέλους...




2 σχόλια:

Emmanuel Goldstein είπε...

Ενδιαφέρον. Μακροσκελές. Το πρόβλημα με τα "μαθηματικά" των οικονομικών είναι οτι είναι αδύνατον να "εισέρθω", δεν είναι "σαφώς" ορισμένα, με δυσκολεύουν πολύ παρ' ότι είμαι σε "προχωρημένο" επίπεδο φυσικής και μαθηματικών, ο μαθηματικός συμβολισμός είναι περιορισμένος, παρότι το παρόν είναι από τα καλύτερα που έχω διαβάσει.
Δεν είμαι, πάντως, οικονομολόγος, όπως ομολόγησα πρωτύτερα.
Από τα λίγα που έχω καταλάβει εν πάσει περιπτώσει είναι οτι ο βασικός τρόπος αύξησης του Κ στην "συνάρτηση" του ΑΕΠ είναι η ελπίδα.
Συγχαρητήρια για την προσπάθειά σας

TassosAnastassopoulos είπε...

Σε ευχαριστώ, για τα καλά σου λόγια, αγαπητέ φίλε.

Η αλήθεια είναι ότι το άρθρο μπορεί να κουράζει τον αναγνώστη, αλλά το έγραψα, με πλήρη επίγνωση, ελπίζοντας ότι θα βοηθήσει στην κατανόηση των βαθύτερων αιτιών, που αφορούν όσα μας συμβαίνουν σήμερα.

Και από ό,τι βλέπω κάνει την δουλειά, για την οποία δημοσιεύτηκε.

Ως εκ τούτου, τα όσα γράφεις αποτελούν, για μένα, μια πολύ καλή και ευχάριστη έκπληξη.

Και πάλι ευχαριστώ.