Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

Η παταγώδης αποτυχία της επανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών και τα αδιέξοδα της νομισματικής πολιτικής, μέσω της αύξησης της προσφοράς του χρήματος και του πολλαπλασιαστή.( Η κρίση σε Ελλάδα και ευρωζώνη και το παράδειγμα των Η.Π.Α. από το 1930, μέχρι το 2008 και έως σήμερα).


4ο τρίμηνο 2001 - 4ο τρίμηνο 2012 : Η ραγδαία ανοδος και η κατακλυσμιαία κάθοδος της προσφοράς χρήματος στην ελληνική οικονομία. Η χρηματοδότηση του εγχώριου ιδιωτικού τομέα είχε μικρότερη πτώση, σε σχέση με τα άλλα μεγέθη, χωρίς αυτό να αλλάξει την φορά των πραγμάτων. Και όχι μόνον αυτό, αφού προφανές είναι ότι επιβάρυνε την χρέωση των επιχειρήσεων, οι οποίες, με τον δανεισμό, προσπάθησαν, βραχυπρόθεσμα, να προστατευθούν από την κρίση, που έφερε η ουσιαστική χρεωκοπία της ελληνικής οικονομίας, η έλευση της τρόϊκας των τοκογλύφων δανειστών του ελληνικού δημοσίου και η εφαρμογή των Μνημονίων, που η τρόϊκα επέβαλε.



Με την ευκαιρία της ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών, η οποία, όντας μια σκέτη φούσκα, είναι προϊόν της ανόητης νομισματικής πολιτικής των εγχώριων και των ευρωζωνικών υπηρετών της ευρωμπατιροτραπεζοκρατίας, θα εξετάσουμε, στο παρόν δημοσίευμα, τα αδιέξοδα των νομισματικών πολιτικών και ειδικότερα της προσφοράς του χρήματος, στην αυξομείωση της οποίας σημαντικό ρόλο παίζουν ο χρηματοπιστωτικός τομέας, ο οποίος είναι, άλλωστε και ο βασικός και κύριος υπεύθυνος, για την διεθνή ύφεση, που προέκυψε από τον Σεπτέμβριο του 2008, όπως, επίσης και για την παρούσα, χρονίσασα και επιδεινούμενη οικονομική κρίση στην νεκρή ευρωζώνη. Άλλωστε, ολόκληρο το φιάσκο της ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών, υποτίθεται ότι έγινε, για να αυξηθεί η προσφορά χρήματος στην ελληνική οικονομία και για να επανεκκινηθεί (υποτίθεται), μέσω αυτής, η ελληνική οικονομία.

Μάταιος κόπος και έλπίδες, που, εξ αρχής, ήσαν φρούδες.

Η ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, που, οσονούπω, ολοκληρώνεται, καταλήγει σε μια τραγική αποτυχία. Οι ανακεφαλαιοποιημένες τράπεζες, οι οποίες οδηγούν στην, περαιτέρω, εκτίναξη του ελληνικού δημοσίου χρέους, στα επίπεδα των 370 - 380 δισ. €, παραμένουν το ίδιο νεκρές, ως πιστωτικοί οργανισμοί, με ανύπαρκτα στοιχεία στο ενεργητικό τους, όπως και πριν, εάν λάβουμε υπόψη ότι η έκθεσή τους σε κόκκινα δάνεια, τα οποία ουδέποτε θα πληρωθούν, υπερβαίνει το 1/4 των συνολικών τους δανείων, ενώ και το υπόλοιπο ενεργητικό τους αποτελείται από περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, σε μεγάλο ποσοστό, απλώς, δεν υπάρχουν.

Έτσι, υπό την δαμόκλειο σπάθη των κατασχέσεων των καταθέσεων, που, μετά την περίπτωση της Κύπρου, επικρέμαται σε όλο το τραπεζικό σύστημα της ευρωζώνης, με πρώτα θύματα στην σειρά, τα τραπεζικά συστήματα των κρατών της ευρωπαϊκής περιφέρειας, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν έχει κανένα μέλλον - τουλάχιστον, ως αυτόνομο. Δεν θα είχε, ούτως ή άλλως. Αλλά, τώρα, τα πράγματα έχουν επιδεινωθεί κατά πολύ.

Στην πραγματικότητα, ο μόνος πραγματικός δανειστής του ελληνικού τραπεζικού συστήματος είναι ο ELA και οσονούπω, ο ESM. Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα - όπως και αυτό της υπόλοιπης ευρωζώνης - δεν έχει την επιφάνεια, για να βγει στην διατραπεζική αγορά, προκειμένου να δανειστεί. Ως εκ τούτου, ο μόνος που θα μπορούσε να το δανείσει είναι το ελληνικό κράτος (όπως έκαναν η Γαλλία και το Βέλγιο με την Dexia και η Ολλανδία με την SNS, όπου τα κράτη, στις περιπτώσεις αυτές, παρενέβησαν και έσωσαν τις πτωχευμένες τράπεζες, βάζοντας τους φορολογουμένους να πληρώσουν την πτώχευση των τραπεζών αυτών).

Αλλά το ελληνικό κράτος, όντας χρεωκοπημένο το ίδιο, αδυνατεί να παράσχει οποιαδήποτε βοήθεια στην ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία. Άλλωστε, το κράτος, ούτε και με τους περιφερειακούς του μηχανισμούς δεν μπορεί να βοηθήσει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και να το τονώσει χρηματοδοτικά.

Η τραγική κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει τα ασφαλιστικά ταμεία, που, υπό άλλες συνθήκες, θα μπορούσαν να βοηθήσουν, είναι γνωστή. Η ατία είναι η ίδια με αυτήν της τραγικής κατάστασης των τραπεζών και ολόκληρης της ελληνικής οικονομίας. Η αιτία αυτή εντοπίζεται στην έλλειψη των απαραίτητων χρηματικών διαθεσίμων, στην στενότητα της νομισματικής τους βάσης, που οδηγούν στην έλλειψη ρευστότητας.

Βέβαια, ένα μεγάλο μέρος της εξαϋλωσης της νομισματικής βάσης και των διαθεσίμων των ασφαλιστικών ταμείων, τα οποία η τρόϊκα των εκπροσώπων των τοκογλύφων δανειστών της χώρας οδηγεί στην κατάρρευση, προκειμένου να ενισχυθεί η ιδιωτική ασφάλιση, εις βάρος της κοινωνικής, σύμφωνα και με τις δημόσιες παροτρύνσεις του, απίστευτα, ανίκανου και λειτουργικά, αγράμματου μπατιροτραπεζίτη Γιώργου Προβόπουλου, εδράζεται στην τραγική μείωση των εσόδων τους, από τις ασφαλιστικές εισφορές, που οφείλεται στην ίδια την κρίση, η οποία ενέσκηψε στην ελληνική οικονομία, ως προϊόν των τροϊκανών πολιτικών, που στηρίζονται στο τσάκισμα του δημόσιου τομέα της χώρας, ως σταθεροποιητή των μακροοικονομικών μεγεθών, όπως επίσης βασίζονται και στην υπερφορολόγηση της ελληνικής οικονομίας, αλλά δεν είναι μόνον η υπερμεγέθης μείωση των εισφορών, η αιτία της καταστροφής που έπληξε τους οργανισμούς του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας.

Η απαλλοτρίωση και η εκμηδένιση ενός μεγάλου τμήματος των αποθεματικών των ασφαλιστικών οργανισμών είναι η άλλη ουσιαστική αιτία της καταστροφής που υπέστησαν και εξακολουθούν να υφίστανται οι οργανισμοί αυτοί. Και η απαλλοτρίωση και εκμηδένιση μεγάλου μέρους των αποθεματικών τους έγινε με το περίφημο PSI του άθλιου Ευάγγελου Βενιζέλου.

Το αστείο είναι ότι το PSI υποτίθεται ότι αφορούσε τον "ιδιωτικό τομέα", δηλαδή τις ιδιωτικές τράπεζες και όσους ιδιώτες είχαν επενδύσει σε ελληνικά κρατικά ομόλογα. Δεν αφορούσε την Ε.Κ.Τ. και τους άλλους επίσημους κρατικούς θεσμούς, που κατείχαν τα ομόλγα αυτά. Αν αυτή ήταν η λογική του διαχωρισμού, γύρω από ποιοί έπρεπε να κουρευτούν και ποιοί όχι, τότε τα ασφαλιστικά ταμεία της χώρας μας, θα έπρεπε να εξαιρεθούν από το κούρεμα του Μαρτίου του 2012, αφού η ΕΛΣΤΑΤ του υπόδικου Ανδρέα Γεωργίου και η Eurostat του Walter Radermacher θεωρούν (και σωστά) ότι τα ασφαλιστικά ταμεία είναι δημόσιοι οργανισμοί και δεν συμπεριλαμβάνουν το χρέος του ελληνικού δημοσίου προς αυτά, στο δημόσιο χρέος της χώρας.

Κάτι τέτοιο δεν έγινε στην περίπτωση των ελληνικών ασφαλιστικών οργανισμών. Το ελληνικό δημόσιο δεν είχε χρήματα για να πληρώσει τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, που διακρατούσαν τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία (τα οποία το ίδιο είχε παροτρύνει να αγοράσουν, μέσα από σκοτεινές διαδικασίες, που υπέκρυπταν προσωπικές και κομματικές μίζες) και για τον λόγο αυτόν, η τρόϊκα των εκπροσώπων των δανειστών κατέφυγε στην ερμηνεία ότι τα ασφαλιστικά ταμεία της χώρας, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή ως δανειστές του ελληνικού κράτους, πρέπει να αντιμετωπισθούν, ως ιδιώτες και όχι ως φορείς κρατικής εξουσίας και ως εκ τούτου, τα ομόλογά τους να κουρευτούν, όπως και εκείνα των τραπεζικών οργανισμών και των μικροεπενδυτών.

Αλλά ο τραγέλαφος με την αντμετώπιση των ασφαλιστικών ταμείων από την τρόϊκα των δανειστών δεν σταματάει εδώ. Φυσικά, συνεχίστηκε και με την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, αφού στην περίπτωση αυτή, οι ασφαλιστικοί οργανισμοί της χώρας, οι οποίοι κατέχουν τραπεζικές μετοχές δεν θεωρούνται ιδιώτες. Θεωρούνται δημόσιοι οργανισμοί. Έτσι, η συμμετοχή τους στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου δεν λαμβάνεται υπόψη και δεν μπορεί να καλύψει το 10%, που απαιτείται για την συμμετοχή ιδιωτών και δεν μπορούν να πάρουν τα απαραίτητα πιστοποιητικά (warrant), για να μπορέσουν, αργότερα, να αγοράσουν μετοχές από το Τ.Χ.Σ.

Αυτό, φυσικά, οδηγεί τα ασφαλιστικά ταμεία έξω από την συμμετοχή τους στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών, αφού, χωρίς τα πιστοποιητικά αυτά, τα οποία θα μπουν σε χωριστή διαπραγμάτευση, με την δική τους αξία, θα υποστούν τεράστιες ζημιές και θα καταστεί ασύμφορη, κάθε σχετική τοποθέτηση κεφαλαίων. Το μόνο που θα μπορέσουν να κάνουν τα ασφαλιστικά ταμεία - και αυτό είναι άκρως, αμφίβολο, είναι να πουλήσουν όποιο περιουσιακό στοιχείο έχουν επενδύσει σε χρεώγραφα και τίτλους των τραπεζών στην χρηματαγορά, για να μπορέσουν να βρουν χρήματα να επενδύσουν στις τραπεζικές μετοχές, για να μείνουν με ένα ποσοστό (το οποίο θα είναι και πολύ κουτσουρεμένο - και ιδίως στην Ε.Τ.Ε., όπου το ποσοστό συμμετοχής των ασφαλιστικών ταμείων φθάνει στο 13% και θα σαρωθεί), σε αυτές.

Ως εκ τούτου, το κράτος δεν μπορεί, αυτοδύναμα, άμεσα ή έμμεσα, να κάνει ό,τιδήποτε για την ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία.

Ετσι, δεν υπάρχει και δεν πρόκειται να υπάρξει, άλλος δανειστής για τις ελληνικές τράπεζες, εκτός από τον ESM, ο οποίος δανειζει το ελληνικό κράτος, για να δανείσει την ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία, καθιστώτας την καταβύθιση του ελληνικού δημοσίου, ακόμη μεγαλύτερη.

Αλλά και ως προς την καταθετική χρηματική βάση των τραπεζών υπάρχει πρόβλημα. Δεν είναι μόνον ότι οι τράπεζες δεν έχουν το χρήμα που απαιτείται, για να καλύψουν τις απαιτήσεις των καταθετών τους. Στην πραγματικότητα, ουδέποτε το είχαν. Ούτε καν την εποχή των παχειών αγελάδων, προ της κρίσης. Το πρόβλημα είναι, όπως έχουμε πει, ότι δεν υπάρχουν οι απαραίτητες εγγυήσεις για την ασφάλεια των τραπεζικών καταθέσεων στην ευρωζώνη. Ούτε καν για εκείνες που φθάνουν μέχρι τις 100.000,00 €, όπως απέδειξε η πρώτη απόφαση του Eurogroup τον Μάρτιο του 2013, η οποία επέβαλε ένα ποσοστό κατασχέσεων και στις καταθέσεις των κυπριακών τραπεζών, που ήσαν μικρότερες από τις 100.000,00 € και η οποία ανετράπη, ύστερα από την γενική κατακραυγή.

Ας δούμε εδώ, πως λειτουργεί όλο το κύκλωμα της προσφοράς χρήματος στην σύγχρονη ατελώς διευθυνόμενη καπιταλιστική οικονομία, όταν ένα κράτος δεν ασκεί το δικαίωμα της νομισματοκοπής και η Κεντρική Τράπεζα είναι ανύπαρκτη, ως μηχανισμός εγγύησης καταθέσεων και ως παραγωγός συναλλαγών ανοικτής αγοράς.

Όπως ήδη είπαμε, η προσφορά χρήματος εξαρτάται από τον πληθυσμό, που διακρατεί το χρήμα και από τις τράπεζες, στις οποίες αυτό κατατίθεται. Έτσι, κατ' αρχήν, στην προσφορά του χρήματος συμπεριλαμβάνεται το νόμισμα, στο οποίο, για απλουστευτικούς λόγους περιλαμβάνουμε τα χαρτονομίσματα και τα κέρματα, που έχει στα χέρια του ο πληθυσμός.

Αν υποθέσουμε ότι η οικονομία θα βρισκόταν σε λειτουργία, χωρίς να υπάρχει τραπεζικό σύστημα, στην περίπτωση αυτή, όλο το νόμισμα (κέρματα και χαρτονομίσματα), θα ταυτιζόταν, με το χρήμα. Και η προσφορά του χρήματος θα ταυτιζόταν με την προσφορά του νομίσματος. Κύριος παράγοντας σε αυτήν την περίπτωση, για την αυξομείωση της προσφοράς του χρήματος θα ήταν η συμπεριφορά του κοινού, που το διακρατεί.

Φυσικά, ο κόσμος μας δεν έχει καμμία σχέση, με μια τέτοια οικονομία. Οι τράπεζες υπάρχουν. Και προφανώς, είναι χρήσιμες.

Ας δούμε, τώρα, ένα άλλο σενάριο. Αυτό, στο οποίο υπάρχουν τράπεζες, αλλά αυτές, ενώ αποδέχονται καταθέσεις, από το αποταμιευτικό κοινό, δεν χορηγούν δάνεια, αρκούμενες στο να προσφέρουν στους καταθέτες ένα ασφαλές μέρος, για φύλαξη των χρημάτων τους και να τα προστατεύουν από κλοπές, ληστείες, φυσικές ή άλλες καταστροφές.

Τα χρήματα, λοιπόν, αυτά που διαθέτουν οι τράπεζες και δεν τα δανείζουν είναι τα αποκαλούμενα τραπεζικά διαθέσιμα. Στην υποθετική - και ανύπαρκτη - αυτή περίπτωση, το τραπεζικό σύστημα λειτουργεί με 100% υποχρεωτικά τραπεζικά διαθέσιμα (100% reserve banking) και φυσικά, με δεδομένο ότι στο ενεργητικό και το παθητικό των τραπεζών, τα τραπεζικά διαθέσιμα ισούνται με τις καταθέσεις των αποταμιευτών, καθίσταται σαφές ότι το τραπεζικό σύστημα δεν επηρεάζει την προσφορά του χρήματος.

Τέτοια οικονομία, φυσικά, δεν υπάρχει. Προφανώς, οι τράπεζες χρησιμοποιούν τις καταθέσεις και χορηγούν δάνεια. Μέσα σε μια τέτοια οικονομία ζούμε. Και αυτή θα λάβουμε υπόψη μας.

Έτσι, στο νόμισμα, που διακρατεί ο πληθυσμός προστίθενται και οι τραπεζικές καταθέσεις όψεως, οι οποίες μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να χρησιμοποιηθούν, με επιταγές. Με τα απλά αυτά δεδομένα, η προσφορά του χρήματος απεικονίζεται, ως ακολούθως :

Χ = Ν + Κ(ο). Όπου Χ=προσφορά χρήματος, Ν=νόμισμα και Κ(ο)=καταθέσεις όψεως.

Με την χορήγηση των δανείων, το προφανές κέρδος των τραπεζών είναι ο τόκος, που βάζουν πάνω στα δάνεια, που χορηγούν και φυσικά αυτό το κέρδος οδηγεί τις τράπεζες στο να επιθυμούν να προσελκύσουν κατάθέσεις, για να μπορέσουν να έχουν την απαραίτητη βάση, για να χορηγήσουν δάνεια, τα οποία θα τους αποφέρουν κέρδη. Για τον λόγο αυτόν, προσφέρουν, μέσω των επιτοκίων καταθέσεων, το ανάλογο κέρδος, για τους καταθέτες τους, τον τόκο, που προσδιορίζει το επιτόκιο καταθέσεων και το οποίο πρέπει να υπερκαλύψει το αντίστοιχο επιτόκιο δανεισμού.

Για να μπορέσουν να γίνουν όλα αυτά, οι τράπεζες πρέπει να διατηρούν ένα μέγεθος διαθεσίμων, για να ανταποκρίνονται στις συναλλαγές τους, με τους καταθέτες τους, οι οποίοι εμφανίζονται και ζητούν να κάνουν αναλήψεις. Και φυσικά, όταν οι νέες καταθέσεις είναι, λίγο ή πολύ, ανάλογες με τις αναλήψεις, τότε δεν είναι απαραίτητο οι τράπεζες να κρατούν όλες τις καταθέσεις, ως διαθέσιμα. Μπορούν να τις διαθέσουν σε δάνεια. Και βέβαια, έχουν κάθε κίνητρο, για να το κάνουν. Έτσι, οι τράπεζες διατηρούν  μόνο ένα ποσοστό των καταθέσεών τους, ως διαθέσιμα (fractional reserve banking).

Με αυτό τον τρόπο, δηλαδή με την χρησιμοποίηση των καταθέσεων, για χορηγήσεις δανείων, οι τράπεζες δημιουργούν χρήμα. Υποθέτοντας ότι το ποσοστό των καταθέσεων, που κρατούν οι τράπεζες, ως διαθέσιμα ανέρχεται στο 20%, μπορούμε να δούμε την πορεία της δημιουργίας του χρήματος από το τραπεζικό σύστημα.

Στην τράπεζα με ενεργητικό, που αποτελείται από δάνεια 80,00 € και διαθέσιμα 20,00 €, το παθητικό της αποτελείται από καταθέσεις ίσες με 100,00 €. Με τα δάνεια των 80,00 € η τράπεζα αυτή δημιουργεί ισόποσο χρήμα. Αυξάνεται, λοιπόν, η προσφορά χρήματος, αφού από τα αρχικά 100,00 €, το ποσόν του χρήματος μεγαλώνει στα 180,00 €, ενώ οι καταθέσεις όψεως παραμένουν στα 100,00 €. Όμως, τώρα, ο δανειολήπτης κατέχει, χρήμα, σε μορφή νομίσματος, ίσο με 80,00 €, το οποίο μπορεί να το διαθέσει όπως επιθυμεί.

Έτσι δημιουργείται το χρήμα, από τις τράπεζες, μέσω του συστήματος της διατήρησης ποσοστού των καταθέσεων, ως τραπεζικών διαθεσίμων. Αλλά η διαδικασία της δημιουργίας χρήματος, δεν σταματά εδώ.

Αν ο δανειολήπτης - ή ο συναλλασσόμενος, με τον δανειολήπτη -, χρησιμοποιήσει τα 80,00 €, για να ανοίξει λογαριασμό καταθέσεων σε άλλη τράπεζα, η διαδικασία της δημιουργίας χρήματος και αύξησης της προσφοράς του, συνεχίζεται. Η 2η τράπεζα, που εισπράττει τα 80,00 €, ως κατάθεση, παρακρατεί, ως διαθέσιμα, το 20% του ποσού αυτού, δηλαδή τα 16,00 € και δανείζει τα 64,00 €. Αυτό το ποσόν είναι ο νέο χρήμα, που δημιουργεί η 2η τράπεζα, η οποία, έτσι, αυξάνει την προσφορά του χρήματος, κατά 64,00 €.

Εφ' όσον ο νέος δανειολήπτης καταθέσει (ή εάν αυτός πληρώσει το ποσόν των 64,00 € σε κάποιον άλλον, για τις υπηρεσίες, που αυτός ο άλλος του προσέφερε και ο νέος δικαιούχος του ποσού το καταθέσει) σε μια 3η τράπεζα, αυτή θα κρατήσει και πάλι, το 20%, ήτοι 12,80 €, ως διαθέσιμα και θα δανείσει, το υπόλοιπο ποσόν των 51,20 €. Έτσι θα δημιουργήσει και αυτή νέο χρήμα, ισόποσο και θα αυήσει την προσφορά χρήματος, κατά 51,20 €. Από εκεί και πέρα, κάθε νέα κατάθεση, σε οποιεσδήποτε άλλες τράπεζες και κάθε νέο δάνειο, οδηγεί στην διαδικασία δημιουργίας νέου χρήματος και στην αύξηση της προσφοράς χρήματος.

Η διαδικασία αυτή μπορεί να είναι συνεχής, αλλά δεν εκτείνεται στο άπειρο - εκτός, εάν αυτό το επιδιώξουν οι τράπεζες και δεν το αποτρέψουν οι νομισματικές αρχές. Εφ' όσον, ο λόγος των διαθέσιμων προς τις καταθέσεις είναι δκ, τότε, με δεδομένο ότι η αρχική κατάθεση, που άνοιξε την διαδικασία της χρηματοοικονομικής διαμεσολάβησης, μέσω των τραπεζών με την μεταφορά κεφαλαίων από τους καταθέτες αποταμιευτές στους δανειζόμενους, οδηγώντας στην δημιουργία νέου χρήματος και την αύξηση της προσφοράς του χρήματος, είναι 100,00 €, η συνολική προσφορά χρήματος διαμορφώνεται, ως ακολούθως :

(1-δκ) x 100,00 €, από το δάνειο της αρχικής τράπεζας. Και (1-δκ)² x 100,00 €, από το δάνειο της 2ης τράπεζας και (1-rr)³ x 100,00 €, από το δάνειο της 3ης τράπεζας. Και (...) από τα δάνεια των υπόλοιπων τραπεζών.

Συνολική προσφορά χρήματος : [1-δκ) + (1-δκ)² + (1-δκ)³ + ...] x 100,00 € = (1/δκ) x 100,00 €.

Έτσι, κάθε ευρώ, που εισέρχεται στο τραπεζικό σύστημα, υπό την μορφή κατάθεσης, δημιουργεί χρήμα και αυξάνει την προσφορά του, κατά 1/δκ ευρώ. Εδώ το δκ ισούται με 0,2 € αφού εκφράζει, όπως είπαμε, τον λόγο των διαθεσίμων προς τις καταθέσεις και ως εκ τούτου, η αρχική κατάθεση των 100,00 €, μέσα από την χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση των τραπεζών, δημιουργεί 500,00 €, ως νέο χρήμα και αυξάνει ισόποσα την προσφορά του χρήματος.

Βέβαια, χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση δεν ασκούν μόνο οι τράπεζες. Χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση (financial intermediation), ασκεί και το χρηματιστήριο, όπως, επίσης, ασκεί και η αγορά ομολόγων. Όμως, οι τράπεζες μπορούν να επηρεάσουν, άμεσα, την προσφορά χρήματος, μέσα από την δημιουργία στοιχείων ενεργητικού, όπως οι λογαριασμοί όψεως, τα οποία είναι τμήμα της προσφοράς χρήματος. 

Την ίδια λειτουργία, με αργότερους ρυθμούς, επιτελούν και οι άλλοι χρηματοπιστωτικοί θεσμοί (το χρηματιστήριο, η αγορά ομολόγων, το σκιώδες τραπεζικό σύστημα). Όπως έχουμε πει, χρήμα είναι το απόθεμα των περιουσιακών στοιχείων, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί, άμεσα, για την διενέργεια των συναλλαγών και χρησιμεύει κυρίως, ως μέτρο διατήρησης των αξιών, ως μονάδα μέτρησης και ως μέσο συναλλαγών.

Στο χρήμα δεν υπολογίζονται μόνο το νόμισμα και οι καταθέσεις όψεως, που είναι άμεσα διαθέσιμες, μέσω των τραπεζικών επιταγών. Συνυπολογίζονται και οι καταθέσεις ταμιευτηρίου. Το ίδιο συμβαίνει και με τα αμοιβαία κεφάλαια των χρηματαγορών.

Ας δούμε το απόθεμα περιουσιακών στοιχείων, που προσμέτρώνται, ως χρήμα :

C = Νόμισμα.
M1 = (Νόμισμα, καταθέσεις όψεως, ταξιδιωτίκές επιταγές, και άλλοι λογαριασμοί που κινούνται, με επιταγές - ρέπος).
M2 = (Σύνολο M1 και συμφωνίες επαναγοράς εντός 24 ωρών, ευρωδολλάρια, καταθέσεις χρηματαγοράς, μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, καταθέσεις ταμιευτηρίου και βραχυπρόθεσμες προθεσμιακές καταθέσεις).
M3 = (Σύνολο M2, μακροπρόθεσμες προθεσμιακές καταθέσεις, συμφωνίες επαναγοράς μεσομακροπρόθεσμης διάρκειας - ρέπος).
L = (Σύνολο M3, αποταμιευτικά ομόλογα, έντοκα γραμμάτια του δημοσίου και άλλα ρευστοποιήσιμα στοιχεία).

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η προσφορά του χρήματος προσδιορίζεται από τρεις μεταβλητές και υποτίθεται ότι είναι ανάλογη με την νομισματική βάση (monetary base), η αύξηση της οποίας αυξάνει και την προσφορά του χρήματος. Φυσικά, κάτι τέτοιο είναι, απλώς, μια φιλοδοξία. Δεν αντικατοπτρίζει, πάντοτε, την πραγματικότητα. Ιδίως, όταν η οικονομία έχει εμπλακεί και έχει πέσει μέσα σε μια παγίδα ρευστότητας (liquidity trap). 

Σαν νομισματική βάση (ΝΒ) νοείται το ποσόν των ευρώ που διακρατείται από τον πληθυσμό, ως νόμισμα (Ν) και από τις τράπεζες, ως διαθέσιμα (Δ). Το χρήμα, βέβαια, ελέγχεται από την κεντρική τράπεζα, αλλά στην ευρωζώνη, αυτό γίνεται με έναν ιδιότυπο τρόπο και διαφέρει από την αμερικανική Fed, αφού η Ε.Κ.Τ. δεν προβαίνει σε πολιτικές ανοικτής αγοράς. σημείο, το οποίο είναι κρίσιμο και καθοριστικό.

Όσο μικρότερος είναι ο λόγος των διαθέσιμων προς τις καταθέσεις, τόσο πιο πολλά δάνεια είναι διατεθειμένες (για την ακρίβεια, υποτίθεται ότι είναι διατεθειμένες) να χορηγήσουν οι τράπεζες. Για να είμαστε, μάλιστα, ακόμη, πιο ακριβείς, πρέπει να πούμε ότι όσο μικρότερος είναι ο λόγος των διαθεσίμων προς τις καταθέσεις (reserve deposit ratio), αναλόγως περισσότερα δάνεια θα μπορούσαν να χορηγήσουν οι τράπεζες, αν βρουν διατεθειμένους να δανειστούν και αν δεν έχουν επισφάλειες. Όπως, έχουμε πει, ο λόγος των διαθεσίμων προς τις καταθέσεις (δκ) είναι το ποσοστό των καταθέσεων, που οι τράπεζες κρατούν, ως διαθεσιμα, προκειμένου να μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των καταθετών και των πιστωτών τους.

Έτσι, υποτίθεται ότι η μείωση του λόγου των διαθεσίμων προς τις καταθέσεις, αυξάνει τον πολλαπλασιαστή του χρήματος και την προσφορά του. Στην ζωή, τα πράγματα είναι περισσότερο πολύπλοκα. Αυτό, φυσικά, συμβαίνει διότι η αύξηση της προσφοράς του χρήματος δεν είναι καθόλου απαραίτητο να επηρεάσει την ζήτηση του χρήματος. Κάθε άλλο. Άλλωστε, πάντοτε, υπάρχει η διάκριση, ανάμεσα στα επίσημα και τα ανεπίσημα τραπεζικά διαθέσιμα. Και αυτά τα δύο δεν είναι καθόλου απαραίτητο να συμπίπτουν, αφού οι τράπεζες, σε συνθήκες κρίσης κρατούν μεγαλύτερα ποσά, για διαθέσιμα, από αυτά που ορίζει η Κεντρική Τράπεζα. Και για τους λόγους αυτούς, στην ευρωζώνη, όλα τα σχετικά μεγέθη είναι στο κόκκινο.

Όσο πιο μικρός είναι ο λόγος του νομίσματος προς τις καταθέσεις (currency deposit ratio), τόσο λιγότερα είναι τα ευρώ της νομισματικής βάσης, σε μορφή νομίσματος, που διακρατεί ο πληθυσμός και τόσο περισσότερα είναι τα δάνεια, που μπορούν να χορηγήσουν οι τράπεζες και έτσι να δημιουργήσουν χρήμα, αφού μια μείωση του λόγου του νομίσματος προς τις καταθέσεις (νκ) θα μπορούσε να αυξήσει τον πολλαπλασιαστή και την προσφορά του χρήματος, υπό τις προϋποθέσεις που αναφέραμε (δηλαδή να βρουν διατεθειμένους να δανειστούν και να μην έχουν οι ίδιες επισφάλειες) και οι οποίες προϋποθέσεις δεν υπάρχουν στην ευρωζώνη.

Σαν λόγος του νομίσματος προς τις καταθέσεις νοείται η ποσότητα του χρήματος σε ρευστό νόμισμα (Ν) και η ποσότητα του χρήματος σε τραπεζικές καταθέσεις (Κ), που κρατάει ο πληθυσμός. Αυτό το μέγεθος προσδιορίζει τις προτιμήσεις του πληθυσμού, για την μορφή του χρήματος που προτιμάει να διακρατεί.

Έτσι, η προσφορά του χρήματος, υπό κανονικές συνθήκες (που, όμως, δεν υπάρχουν), εξαρτάται από την νομισματική βάση (ΝΒ), τον λόγο των διαθέσιμων προς τις καταθέσεις (δκ) και του νομίσματος προς τις καταθέσεις (νκ), όπου χρήμα=Χ, νόμισμα=Ν, καταθέσεις=Κ και διαθέσιμα=Δ.

Ας δούμε τις σχετικές εξισώσεις :

Χ=Ν+Κ, δηλαδή η προσφορά του χρήματος ισούται με το άθροισμα του νομίσματος και τις καταθέσεις.

ΝΒ=Ν+Δ, δηλαδή η νομισματική βάση ισούται με το άθροισμα του νομίσματος και των τραπεζικών διαθεσίμων.

Για να δούμε, ως συνάρτηση, την προσφορά του χρήματος, με τις τρεις μεταβλητές διαιρούμε τις δύο εξισώσεις και έχουμε :

Χ/ΝΒ = (Ν+Κ)/(Ν+Δ) και διαιρώντας τον αριθμητή και τον παρονομαστή του β' σκέλους της εξίσωσης με τις καταθέσεις (Κ), έχουμε :

Χ/ΝΒ = [(Ν/Κ)+1]/(Ν/Κ+Δ/Κ).

Εδώ θυμίζουμε ότι Ν/Κ είναι ο λόγος του νομίσματος προς τις καταθέσεις(νκ) και ότι Δ/Κ είναι ο λόγος των διαθέσιμων προς τις καταθέσεις (δκ). Κάνοντας τις σχετικές αντικαταστάσεις (όπου Ν/Κ, βάζουμε νκ και όπου Δ/Κ, βάζουμε δκ), μεταφέρουμε το ΝΒ από το αριστερό στο δεξιό σκέλος της εξίσωσης και έχουμε :

Χ = (νκ+1)/(νκ+δκ) x ΝΒ.

Με αυτήν την εξίσωση βλέπουμε το πως η νομισματική βάση είναι ανάλογη με την προσφορά του χρήματος, ή - μάλλον ορθότερα - το πως ελπίζεται να συμβεί κάτι τέτοιο. Σαν συντελεστής αναλογικότητας λογίζεται το κλάσμα της εξίσωσης (νκ+1)/(νκ+δκ) και με αυτό περιγράφεται ο διαβόητος πολλαπλασιαστής του χρήματος (money multiplier).

Έτσι το χρήμα και η προσφορά του, προσμετρώντας και τον πολλαπλασιαστή χρήματος (Π), προσδιορίζονται ως ακολούθως :

Χ = Π x ΝΒ.



1980 - 2010 : Ο πολλαπλασιαστής M1, στις Η.Π.Α.



Υποτίθεται, λοιπόν, ότι κάθε ευρώ της νομισματικής βάσης (ΝΒ), δημιουργεί Π ευρώ, ως χρήμα και επειδή η νομισματική βάση υποτίθεται ότι λειτουργεί, πολλαπλασιαστικά, στην προσφορά χρήματος, ονομάζεται χρήμα υψηλής ισχύος. Αυτό είναι μια υπόθεση, όπως μας έχει δείξει η GREAT DEPRESSION, της δεκαετίας του 1930 και η παρούσα κρίση της ευρωζώνης.

Και είναι μια υπόθεση, η οποία δεν ίσχυε στην δεκαετία του 1930, δεν ισχύει, καλά-καλά, ούτε και για την παγκόσμια οικονομία, μετά την βαθιά ύφεση του 2008, δεν ισχύει στην οικονομία της ευρωζώνης - και πολύ περισσότερο στην ελληνική οικονομία. Αυτές οι διαπιστώσεις δείχνουν και το παραπλανητικό στοιχείο αυτών των μαθηματικών υπολογισμών, όταν μια οικονομία βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια παγίδα ρευστότητας.

Ας δούμε, το τι συνέβη, κατά την περίοδο που η αμερικανική οικονομία βρέθηκε, μέσα σε μια τεράστια παγίδα ρευστότητας, στην τετραετία 1929 - 1932 και πως αυτές οι εξισώσεις και ο πολλαπλασιαστής διέψευσαν τις προσδοκίες των οικονομολόγων.

Ανάμεσα στον Αύγουστο του 1929 και στον Μάρτιο του 1933, η προσφορά του χρήματος μειώθηκε από τα 26,5 δισ. $ στα 19 δισ. $ (το νόμισμα αυξήθηκε από τα 3,9 δισ. $ στα 5,5 δισ. $ και οι καταθέσεις όψεως μειώθηκαν από τα 22.6 δισ. $, στα 13,5 δισ. $).

Όμως, η μείωση της προσφοράς χρήματος δεν μπορεί να αποδοθεί σε κάποια μείωση της νομισματικής βάσης, η οποία - αν υπήρχε - θα επενεργούσε, αρνητικώς, πολλαπλασιαστικά, όπως, στην αντίθετη περίπτωση, θα επενεργούσε, θετικώς, πολλαπλασιαστικά. Η νομισματική βάση αυξήθηκε, κατά 18%, ανάμεσα στον Αύγουστο του 1929 και τον Μάρτιο του 1933 και από 7,1 δισ. $, ανέβηκε στα 8,4 δισ. $ (το νόμισμα αυξήθηκε από τα 3,9 δισ. $, στα 5,5 δισ. $ και τα διαθέσιμα από τα 3,2 δισ. $, μειώθηκαν στα 2,9 δισ. $).

Η προσφορά του χρήματος μειώθηκε, λόγω της δραματικής μείωσης, κατά 38%, του πολλαπλασιαστή, ο οποίος, παρά την αύξηση της νομισματικής βάσης, η οποία - υποτίθεται ότι - θα λειτουργούσε, πολλαπλασιαστικά, ως χρήμα υψηλής ισχύος (high powered money) κατέρρευσε από το 3,7 στο 2,3, κατά την ίδια χρονική περίοδο. Και φυσικά, ο πολλαπλασιαστής μειώθηκε, επειδή αυξήθηκαν, σημαντικά, ο λόγος του νομίσματος προς τις καταθέσεις ( από το 0,17, στο 0,41) και ο λόγος των τραπεζικών διαθεσίμων προς τις καταθέσεις (από το 0,14, στο 0,21), κατά διάστημα 8/1929 - 3/1933.

Οι προσπάθειες για να χρησιμοποιηθεί η αύξηση της νομισματικής βάσης, ως πολλαπλασιαστικός μηχανισμός, στην προσφορά του χρήματος υπήρξαν, άκρως, ανεπιτυχείς, αν και μειώθηκαν τα τραπεζικά διαθέσιμα. Αυτό δεν ήταν τυχαίο. Οφείλεται στο γεγονός ότι η μείωση των τραπεζικών διαθεσίμων ήταν πολύ μικρή, έως απειροελάχιστη, σε σχέση με τις τραπεζικές καταθέσεις, οι οποίες κατέρρευσαν και φυσικά, ήταν αδύνατο να μπορέσει να παίξει οποιονδήποτε ρόλο - έστω και ένα περιθωριακό ρόλο κάποιου κομπάρσου.

Η αιτία αυτής της παγίδας ρευστότητας, στην οποία βρέθηκε η αμερικανική οικονομία, κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1930, έχει να κάνει με την εξαφάνιση του χρήματος, η οποία ήταν προϊόν του τεράστιου αριθμού πτωχεύσεων των αμερικανικών τραπεζών, που έλαβαν χώρα και τα την περίοδο 1930 - 1933 και ο οποίος οδήγησε, πάνω από 9000 τράπεζες, να διακόψουν τις εργασίες τους και να μην επιστρέψουν στους καταθέτες τους, τα χρήματα, που είχαν εμπιστευθεί στο τραπεζικό σύστημα της χώρας.

Έτσι, οι τραπεζικές χρεωκοπίες αύξησαν τον λόγο του νομίσματος προς τις καταθέσεις, γεγονός το οποίο οφειλόταν στην πλήρη απώλεια της εμπιστοσύνης του πληθυσμού, στο αμερικανικό τραπεζικό σύστημα. Με δεδομένη την διαδικασία των τραπεζικών χρεωκοπιών και την επακόλουθη απώλεια των καταθέσεων, ο πληθυσμός θεώρησε ότι αυτό το ντόμινο των τραπεζικών πτωχεύσεων θα συνεχισθεί και προτίμησαν να έχουν στα χέρια τους νομίσματα, ως μέσο διατήρησης των περιουσιακών αξιών τους, αποφεύγοντας τις καταθέσεις, οι οποίες ήσαν πλέον, απολύτως, επισφαλείς.

Αυτό το κύμα των αναλήψεων των καταθέσεων του αποταμιευτικού κοινού, που έπληξε την αμερικανική οικονομία και το τραπεζικό σύστημα, άφησε τις τράπεζες χωρίς διαθέσιμα και αντέστρεψε την διαδικασία δημιουργίας χρήματος, αφού οδήγησε το τραπεζικό σύστημα να μειώνει, έως και να σταματά τα δάνεια που χορηγούσε.

Οι τραπεζικές πτωχεύσεις και το βαρύ κλίμα της κρίσης οδήγησαν το τραπεζικό σύστημα των Η.Π.Α. γίνει δύσπιστο και επιφυλακτικό, αυξάνοντας τον λόγο των διαθέσιμών προς τις καταθέσεις, αφού οι τραπεζίτες της εποχής κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι είναι, άκρως, επισφαλές, για τις τράπεζες, να λειτουργούν, με λίγα διαθέσιμα. Για τον λόγο αυτό, διατήρησαν διαθέσιμα, πολύ περισσότερα, από όσα είχαν την υποχρέωση, βάσει του νόμου, να κρατούν, ως ελάχιστο όριο.

Η συμπεριφορά αυτή, αν και βαθύτατα, ανορθολογική, από στρατηγική σκοπιά, είναι, πλήρως, λογική, όταν ένας τραπεζικός οργανισμός κινείται, μέσα στις συμπληγάδες της καθημερινής επιβίωσης. Όπως ο πληθυσμός, σε συνθήκες κρίσης, προτιμάει, ως χρήμα, το νόμισμα και όχι τις καταθέσεις, έτσι και η τραπεζική τεχνοδομή προτιμά, στις ίδιες συνθήκες, να κρατάει όσο το δυνατόν περισσότερα διαθέσιμα και όχι δάνεια.

Αυτή είναι η αιτία της κατάρρευσης του πολλαπλασιαστή, παρά την αύξηση της νομισματικής βάσης στην οικονομία των Η.Π.Α., κατά την πρώτη τετραετία της κρίσης της δεκαετίας του 1930.

Η ευθύνη του Fed, για την τραγική μείωση της προσφοράς του χρήματος, εκείνη την εποχή, είναι, τώρα, καθαρή και ευδιάκριτη. Το Fed ευθύνεται, όχι τόσο επειδή δεν αύξησε περισσότερο την νομισματική βάση (αργότερα, το έκανε, αλλά δεν παρήγαγε τα αποτελέσματα, που ανέμεναν οι οικονομολόγοι του ρουσβελτιανού επιτελείου, αφού η νομισματική πολιτική, σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, είναι αναποτελεσματική, εάν δεν συνοδεύεται από μια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, που σιγουρεύει ότι το χρήμα, που προσφέρεται, θα ξοδευτεί και έτσι, θα επαναφέρει την οικονομία, σε αναπτυξιακή τροχιά), αλλά επειδή δεν επενέβη, ως δανειστής της τελευταίας καταφυγής, για να αποφύγει την κατακλυσμιαία χρεωκοπία του αμερικανικού τραπεζικού συστήματος. γεγονός, το οποίο - εάν το έκανε και επενέβαινε - θα ενεθάρρυνε τον πληθυσμό και θα βοηθούσε στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.

Αλλά οι κινήσεις στον τομέα της προσφοράς χρήματος, προκειμένου να αναζωογονηθεί μια οικονομία, που έχει βυθιστεί στην ύφεση, είναι οριακές και αναποτελεσματικές. Δεν είναι η τόνωση της προσφοράς του χρήματος, που θα επαναφέρει την σύγχρονη οικονομία - και ειδικά, την οικονομία της ευρωζώνης - σε μια αναπτυξιακή τροχιά.

Την ανάπτυξη θα την φέρει, όπως προανέφερα, η πολιτική της τόνωσης της ζήτησης και η χρήση του όπλου της δημοσιονομικής πολιτικής, σε επίπεδο εθνικών κρατών και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Αλλά, πριν από αυτό, απαραίτητη είναι και η θεσμική εμπέδωση μιας πολιτικής, η οποία θα επαναφέρει την ασφάλεια και την εμπιστοσύνη στον μπατιριμένο χρηματοπιστωτικό τομέα της ευρωζώνης, με την πλήρη εγγύηση των τραπεζικών καταθέσεων και την αποφυγή της χρεωκοπίας των τραπεζικών οργανισμών στον χώρο αυτόν.

Άλλωστε, το μέτρο που άλλαξε το σκηνικό στην παγιδευμένη, μέσα στην GREAT DEPRESSION της δεκαετίας του 1930, αμερικανική οικονομία ήταν η δημιουργία του συστήματος ασφάλισης καταθέσεων, με την FDIC, τον ασφαλιστικό οργανισμό των καταθέσεων, τον οποίον δημιούργησε η κυβέρνηση του προέδρου Franklin Delano Roosevelt. Ο θεσμός αυτός, για τον οποίο έχουμε μιλήσει, υποκατέστησε το Fed, το οποίο απέτυχε, παταγωδώς, να αποτρέψει και να σταματήσει τον ορυμαγδό των πτωχεύσεων στο αμερικανικό τραπεζικό σύστημα και σταμάτησε, αστραπιαία, το πτωχευτικό ντόμινο του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, ανακόπτοντας την καταβύθιση της αμερικανικής οικονομίας.

Με την FDIC και την εγγύηση των τραπεζικών καταθέσεων στην βορειοαμερικανική ομοσπονδία, οι αποταμιευτές αισθάνθηκαν ασφαλείς, για τις καταθέσεις τους και με αυτήν την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, αποτράπηκαν οι μεγάλες διακυμάνσεις στον λόγο του νομίσματος προς τις καταθέσεις, γεγονός, που απέτρεψε την μεγάλη και αιφνιδιαστική μείωση του πολλαπλασιαστή του χρήματος (με εξαίρεση την περίπτωση της Lehmann Bros τον Σεπτέμβριο του 2008, η πτώχευση της οποίας, χάρη στις ανοησίες του οικονομικού επιτελείου του προέδρου George Bush jr, οδήγησε, σε μια μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση, η οποία, σε ριπή οφθαλμού, μετατράπηκε, σε μια, μετρίας εντάσεως, αλλά, συνάμα και βαθιά διεθνή ύφεση, τα απόνερα της οποίας ζούμε, σήμερα, με τον κλινικό θάνατο της ευρωζώνης, η οποία, ως νομισματική ζώνη, αποδείχτηκε ότι υπήρξε πολύ αδύναμη να αντεπεξέλθει στις επιπτώσεις της κρίσης, που ξεκίνησε από την Νέα Υόρκη και επεκτάθηκε στον υπόλοιπο κόσμο).

Η ευρωζώνη ένα τέτοιο σύστημα εγγύησης των τραπεζικών καταθέσεων δεν το έχει. Και δεν επιθυμεί να το αποκτήσει.

Οι καταθέσεις των τραπεζών, πλέον, στην ευρωζώνη έχουν μετατραπεί σε αμφίβολα κεφάλαια, αντιμετωπίζονται, δηλαδή, ως επενδύσεις και είτε αφορούν οικονομίες μιας ζωής, που δόθηκαν στις τράπεζες προς φύλαξη, είτε κεφάλαια κίνησης των επιχειρήσεων, μπορούν, από την μια στιγμή στην άλλη, να κατασχεθούν, εν όλω, ή εν μέρει και να αντικατασταθούν, με αμφίβολης και σαφώς, υποβαθμισμένης αξίας, μετοχές της τράπεζας, η οποία δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις της.

Από εκεί και πέρα, τα πράγματα είναι απλά, για τις ελληνικές τράπεζες και τις τράπεζες της ευρωζωνικής περιφέρειας. Και φυσικά, το μέλλον τους είναι σκοτεινό, αφού ουδείς πρόκειται να αγοράσει τραπεζικές μετοχές, ή τραπεζικά ομόλογα, ενώ, παράλληλα, έχει εμπεδωθεί η καχυποψία στους καταθέτες, οι οποίοι αναζητούν άλλους προορισμούς για τις καταθέσεις τους, ενώ και όσοι τις κρατούν εδώ, το κάνουν, επειδή δεν έχουν άλλη εναλλακτική λύση και τις αποσύρουν, είτε γιατί ζουν από αυτές, είτε, για ασφάλεια, στα σεντούκια των σπιτιών τους, είτε και για τους δύο αυτόυς λόγους, μαζύ. Άλλωστε, σε σχέση με το 2009, οι καταθέσεις στις ελληνικές τράπεζες, έχουν μειωθεί κατά 65 δισ. € και πρέπει τώρα να κυμαίνονται, περί τα 160 δισ. € ίσως κάτι λιγότερο, ίσως κάτι περισσότερο, από το ποσόν αυτό.

Υποτίθεται, βέβαια, ότι όλη αυτή η ιστορία με την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, έγινε, για να τονωθεί η ιδιωτική οικονομία και να υπάρξει επιστροφή κεφαλαίων στην χώρα και μια τόνωση στις τραπεζικές μετοχές, που θα ενεθάρρυνε την ρευστότητα, αλλά όλα αυτά υπήρξαν και είναι αποκυήματα της φαντασιοπληξίας των εντόπιων στουρνοσαμαράδων.


Με δεδομένο ότι τα κουρέματα θα ξεκινούν από τους μετόχους των τραπεζών, θα πηγαίνουν στους ομολογιούχους και στην συνέχεια στους λοιπούς δανειστές και τέλος στους καταθέτες, οι οποίοι αντιμετωπίζονται, πλέον και αυτοί, ως δανειστές, δεν πρόκειται να υπάρξει μια τέτοια ροή κεφαλαίων προς την χώρα μας. Και όχι μόνον αυτό, αλλά θα συνεχιστεί η ροή κεφαλαίων προς το εξωτερικό, με φυγή (και αποφυγή) καταθέσεων, η οποία είχε ανακοπεί, ιδίως, από τον Δεκέμβριο του 2012, μέχρι τα δραματικά γεγονότα της Κύπρου, τον Μάρτιο του 2013.


Έτσι, ο ESM θα είναι ο μόνος δανειστής της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας και έτσι, υπ' αυτές τις συνθήκες, το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν πρόκειται να φθάσει στον βαθμό κεφαλαιοποίησης, που θα μπορούσε να το καταστήσει και πάλι ενεργό και ζωντανό.

Όμως, αφού το ελληνικό δημόσιο δεν τολμάει να ασκήσει το δικαίωμα της νομισματοκοπής (seigniorage), μόνον οι τράπεζες είναι εκείνες που μπορούν να δημιουργήσουν χρήμα. Αυτές είναι που μπορούν να τονώσουν την προσφορά του χρήματος και φυσικά δεν το πράττουν και δεν είναι διατεθειμένες, λόγω των επισφαλειών τους, να το πράξουν.


Ομοίως και τα νοικοκυριά, με δεδομένη την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, δεν πρόκειται να βοηθήσουν στην δημιουργία ρευστότητας. Η συμπεριφορά τους θα ενισχύσει την διακράτηση του χρήματος και θα στραφεί στην αποφυγή της κατανάλωσης, αλλά και στην αποφυγή της επισφαλούς αποταμίευσης στις ελληνικές τράπεζες, οι οποίες μπορεί να υποχρεωθούν σε κατάσχεση των καταθέσεων, που τηρούνται σε αυτές, ανά πάσα στιγμή.

Παρ' όλ' αυτά, η εγχώρια πολιτικοοικονομική διαπλοκή, τα ΜΜΕ και οι δανειστές δημιουργούν μια οργανωμένη ψευδολογία, γύρω από την "ανάπτυξη", που - υποτίθεται ότι - έρχεται. Φυσικά, η ωμή και πικρή αλήθεια είναι ότι ουδεμία ανάπτυξη έρχεται. Η χώρα βουλιάζει και θα συνεχίσει να καταβυθίζεται.

Και όσο η ελληνική οικονομία συνεχίζει ακάθεκτη την γοργή πορεία της, προς την συντριβή των μακροοικονομικών της μεγεθών, τόσο περισσότεροι οι clowns της οπερεττικής αριστεροκεντρωοδεξιάς συγκυβέρνησης, υπό τον Αντώνη Σαμαρά, η εντόπια κλεπτοκρατία και η διεθνής τοκογλυφία θα ομιλούν, για "ανάπτυξη", προκειμένου να κρύψουν την εξελισσόμενη υπανάπτυξη και να φιμώσουν (όσο μπορούν) τις αντίθετες φωνές, που δεν κάνουν τίποτε περισσότερο, από το να περιγράφουν την πραγματική κατάσταση και τα χειρότερα, που έρχονται.

Όλο αυτό το σκηνικό είναι μια επικοινωνιακή φούσκα, η οποία θα ξεφουσκώσει, με πολύ μεγαλύτερο θόρυβο, από αυτόν της δημιουργίας της, αφού στερείται οποιασδήποτε βαθύτητας.

Ως εκ τούτου, όλοι οι ενύπνιοι - καθώς και οι μη ενύπνιοι - εφιάλτες, για την ελληνική πολιτικοοικονομική ελίτ, δεν είναι, μόνον, παρελθόντες. Οι εφιάλτες αυτοί είναι παρόντες και μέλλοντες, αφού η διατυμπανιζόμενη και προπαγανδιζόμενη "ανάπτυξη" είναι πολύ, μα πολύ, μακριά...

Δεν υπάρχουν σχόλια: