Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Ελλάδα και FYROM : Το μακεδονικό ζήτημα ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα, μετά την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης.




Η διαμελισμένη το 1913 Μακεδονία, όπως την θέλουν οι βουλγαρικής καταγωγής σλαβομακεδόνες στο βιβλίο Ιστορίας της 5ης Δημοτικού, σελ. 131 (Σκόπια 2005). Με το έντονο κοκκινωπό χρώμα η τωρινή FYROM και με το ροζ χρώμα οι ''κατακτημένες'' περιοχές της Μεγάλης Μακεδονίας στην Ελλάδα (η Μακεδονία του Αιγαίου) στην Βουλγαρία (η Μακεδονία του Πιρίν) και ένα ελάχιστο κομμάτι στην τωρινή Αλβανία.


Η σημερινή ανακοίνωση της απόφασης του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, επί της προσφυγής της πΓΔΜ κατά της Ελλάδας για την άρνηση της χώρας μας να εγκρίνει την είσοδο της γείτονος στο ΝΑΤΟ τον Απρίλιο του 2008, φέρνει και πάλι στην επιφάνεια το μακεδονικό ζήτημα στην σύγχρονη εκδοχή του και μου δίνει την αφορμή να αναδημοσιεύσω, εδώ, συνολικά μια αρθρογραφία μου, εκείνης της εποχής στο PETROUPOLIS FORUMS, αλλά και στο "Πολιτικό Καφενείο" του κ. Παναγιώτη Βήχου.


Παρά τους ισχυρισμούς του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη το 1993 (είχε πει ως πρωθυπουργός τότε ότι ''μετά από 10 χρόνια κανείς δεν θα θυμάται το θέμα της ονομασίας των Σκοπίων'') η υπόθεση της ονομασίας των Σκοπίων είναι πάντα παρούσα και ταλανίζει την πολιτική ζωή του τόπου και την εξωτερική πολιτική της χώρας. H realpolitik του Μητσοτάκη - μια πολιτική (υποτιθέμενου) πραγματισμού, η οποία άγγιζε τα όρια της ωμότητας - αποδείχτηκε ανεδαφική και φυσικά εκτός πάσης πραγματικότητας, αφού οι αρχικές της ορίζουσες υπήρξαν φρούδες και στερούμενες υλικής - πραγματικής βάσεως.


Οι απόψεις του Μητσοτάκη υπήρξαν εξωπραγματικές, επειδή ήσαν προϊόν ενός κοσμοπολιτισμού, που πάντα διακρίνει τον συντηρητικό Κρητικό πολιτικό. Ο πολύπειρος, αλλά πάντοτε υποπίπτων σε μοιραία λάθη Έλληνας statesman, έκανε το ίδιο λάθος που έκανε και ο Καρλ Μαρξ στην εποχή του, δεν έλαβε, δηλαδή, υπόψη του ότι η ιδεολογία δεν είναι ένα απλό κοινωνικό εποικοδόμημα, που επικαθορίζεται από την υλική βάση της κοινωνίας, αλλά αποτελεί μια βασική ορίζουσα και των σύγχρονων κοινωνιών, όπως, άλλωστε, συνέβαινε με τις παλαιότερες. Πολύ περισσότερο, η εθνική ιδεολογία, η οποία έχει να κάνει με τις αρχέγονες αναφορές των ανθρώπων και την συγκρότησή τους, ως κοινωνικών ομάδων, με συνοχή και διαχρονική συνέχεια. Μην ξεχνάμε ότι και η σύγχρονη μητρόπολη του κοσμοπολιτισμού και της παγκοσμιοποίησης, οι Η. Π. Α., είναι μια χώρα, η οποία συγκροτείται από και είναι μια εθνικιστική κοινωνία (''God Bless America'', με κυρίαρχο το τρίπτυχο της πατρίδας - θρησκείας - οικογένειας).


Έχοντας αυτά υπόψη μας, μπορούμε να κατανοήσουμε το γιατί το πρόβλημα της ονομασίας της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας παραμένει άλυτο και θα παραμείνει έτσι, όποια λύση και αν δοθεί στο θέμα της ένταξης της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ και όποια συμφωνία και αν υπογραφεί.

Ποιός είναι ο εθνικός μύθος αυτών των ανθρώπων; Τι τους καλλιεργεί, ως ιστορία, η νομενκλατούρα, την οποία κληρονόμησαν από την παλαιά τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία;


Με λίγα λόγια, η τιτοϊκής εμπνεύσεως ''μακεδονική'' νομενκλατούρα των Σκοπίων πράττει όσα έπραττε και κατά την εποχή που η χώρα της, ως Ομόσπονδη Γιουγκοσλαβική ''Σοσιαλιστική'' ''Δημοκρατία'' της Μακεδονίας, ήταν μέλος της ενιαίας ομοσπονδιακής ''σοσιαλιστικής'' Γιουγκοσλαβίας, (''Γιουγκοσλαβία'', για όσους δεν γνωρίζουν, σημαίνει στην σερβοκροατική γλώσσα και σε όλα τα σλαβικά ιδιώματα ''χώρα των νότιων Σλάβων'' και προπολεμικά στην Ελλάδα απεκαλείτο, με την ορθή εξελληνισμένη λέξη ''Νοτιοσλαβία''). Προσπαθεί συστηματικά να αποκόψει τον σλαβομακεδονικό πληθυσμό της FYROM (περί τους 1.300.000 ανθρώπους) από τις βουλγαρικές του ρίζες, προκειμένου να αποφύγει την αφομοίωσή του από την Βουλγαρία, γι' αυτό και προσφεύγει στον ''εκμακεδονισμό'' του. (Δεν το έχει καταφέρει ακόμα. Οι περισσότεροι - αν όχι όλοι - σλαβομακεδόνες κάτοικοι της FYROM έχουν και βουλγαρικά διαβατήρια).


Την εποχή της Γιουγκοσλαβίας του Κροάτη Γιόζιπ Μπροζ Τίτο, η καλλιέργεια του σλαβομακεδονικού εθνικισμού και ο εκμακεδονισμός του βουλγαρικής καταγωγής πληθυσμού της νότιας Γιουγκοσλαβίας, που κατοικούσε στα όρια της τωρινής FYROM, ήταν ζωτικής σημασίας για την αυτόχθονη κομμουνιστική νομεκλατούρα της κυβερνώσας Ένωσης Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών, διότι, μετά την αποτυχία της ένταξης της Βουλγαρίας στην Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία (το Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα και ο Γκιόργκυ Δημητρώφ, με την υποστήριξη του Στάλιν, ο οποίος δεν ήθελε την ενδυνάμωση του Τίτο στα Βαλκάνια, αρνήθηκαν την ένταξη στην Γιουγκοσλαβία, διότι έβλεπαν ότι θα γίνονταν μια γιουγκοσλαβική επαρχία και θα απεροφώντο από τους τιτοϊκούς) και μετά από λίγο, με την σύγκρουση Στάλιν - Τίτο το 1949, η τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία αισθάνθηκε περικυκλωμένη από την ΕΣΣΔ και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, που λίγο αργότερα ιδρύθηκε.


Πρώτο μέλημα των τιτοϊκών ήταν να αποκόψουν τους βουλγαρικής καταγωγής σλαβομακεδόνες από την ''μητέρα - πατρίδα'' και γι' αυτό οι διώξεις των βουλγαριζόντων φιλοσοβιετικών στην γιουγκοσλαβική Μακεδονία έλαβε συστηματικό χαρακτήρα και γι' αυτό ο μακεδονισμός έλαβε μια νέα ώθηση και μεγαλύτερη συστηματικότητα, αφού δεν είχε πλέον μόνον ανθελληνικό περιεχόμενο, αλλά και αντιβουλγαρικό.


Το μόνο σημείο στο οποίο διαφοροποιούνται οι τωρινοί νεογιάπηδες νομενκλατουρίστες του VMRO και των άλλων σλαβομακεδονικών κομμάτων, σε σχέση με την παλαιά φρουρά, που προέρχεται από την τιτοϊκή σλαβομακεδονική γραφειοκρατία (Κίρο Γκλιγκόρωφ κλπ) αφορά την σλαβική συνιστώσα του έθνους τους: Ενώ παλαιότερα δίνονταν έμφαση σε αυτήν την συνιστώσα, αφού, άλλωστε, η χώρα τους συμμετείχε, ως νοτιοσλαβική (γιουγκοσλαβική) χώρα, στην Ομοσπονδιακή Νοτιοσλαβία (Γιουγκοσλαβία) και οι κάτοικοί της εθνοτικά χαρακτηρίζονταν και από την σλαβική τους (προσοχή: όχι την βουλγαρική) καταγωγή, από το 2005 και μετά, έπαυσε κάθε αναφορά σε αυτήν, τουλάχιστον στα σχολικά εγχειρίδια, αλλά και ευρύτερα.



1912 : Η υποτιθέμενη ενιαία Μακεδονία, πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους. (Εγχειρίδιο Ιστορίας 8ης Δημοτικού. Σκόπια 2005). Παραποίηση αφίσσας, που κυκλοφόρησε εκείνη την μακρινή εποχή, με τους βασιλείς των βαλκανικών κρατών. Η παραποίηση έγκειται στο γεγονός ότι τονίζεται χρωματικά η περιοχή αυτή, για να θεωρήσουν οι μαθητές ότι η χώρα τους και οι, μετέπειτα, ''κατακτημένες'' περιοχές ήταν κάτι το εθνικά και εδαφικά διαφορετικό ήδη από τότε. Φυσικά, ουδείς ομιλούσε, τότε, για ξεχωριστούς ''Μακεδόνες''. Μιλούσαν όλοι (άδιάψευστοι μάρτυρες οι περιηγητές του ''National Geographic'') για Τούρκους, Έλληνες, Βούλγαρους, Βλάχους, Αλβανούς και Εβραίους κάτοικους της Μακεδονίας.





Έτσι λοιπόν, οι επίσημες εθνοτικές καταβολές των κατοίκων της FYROM και της ευρύτερης της ''κατακτημένης'' το 1913 Μακεδονίας ανάγονται, από τους ιστοριογράφους της FYROM, στους αρχαίους Μακεδόνες, με έμφαση στους Μακεδόνες του Φίλιππου Β' και του Αλέξανδρου του Μακεδόνα. Αυτή, λοιπόν, η Μακεδονία, σύμφωνα με τον ''μακεδονικό'' εθνοποιητικό μύθο της ελίτ της FYROM, εμφανίζει μια αδιάσπαστη διαχρονική εδαφική και ιστορική συνέχεια από την αρχαία εποχή του Φίλιππου και του Αλέξανδρου, μέχρι τον Μεσαίωνα, με την αυτοκρατορία του βασιλιά Σαμουήλ, φθάνοντας, μέσα από την Οθωμανική κατάκτηση, μέχρι την εξέγερση του Ίλιντεν το 1903, στον διαμελισμό της υποτιθέμενης ενιαίας Μακεδονίας, με την Συνθήκη του Βουκουρεστίου της 30/7/1913 και την επιβεβαίωσή της από τις Συνθήκες των Βερσαλλιών το 1919 και των Παρισίων το 1946. Η σλαβική συνιστώσα του έθνους, που εμφανίστηκε, κατά την μεσαιωνική εποχή (Βυζάντιο), περίπου σε ημιάγρια κατάσταση, θεωρείται από την ''μακεδονική'' ιστοριογραφία, ως αφομοιωθείσα, ή, εν πάση περιπτώσει, ως υπό αφομοίωση από τους ''Μακεδόνες'', αυτούς, δηλαδή, που έχουν την ιστορική τους καταγωγή στους αρχαίους Μακεδόνες του Φίλιππου και του Αλέξανδρου και οι οποίοι μιλούσαν μια ξεχωριστή γλώσσα, η οποία μπορεί να ήταν συγγενής με την ελληνική, την ιλλυρική και την θρακική, αλλά ήταν σαφώς διαφορετική. Στην τελευταία έκδοση των βιβλίων ιστορίας της FYROM, μάλιστα, έπαυσε να αναφέρεται και το παλαιότερο επιχείρημα, περί του ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες είχαν εξελληνιστεί. Το επιχείρημα αυτό το ανέφεραν, παλαιότερα, προκειμένου να δικαιολογήσουν την ανυπαρξία γραπτών κειμένων και λοιπών μνημείων αυτής της ανύπαρκτης ‘‘μακεδονικής’’ γλώσσας, που υποτίθεται ότι μιλούσαν οι αρχαίοι Μακεδόνες του Φιλίππου και του Αλέξανδρου και την ύπαρξη, αντίθετα, ενός πλήθους ελληνικών επιγραφών και κειμένων στις αρχαίες μακεδονικές πόλεις, που περιγράφουν την ζωή των Ελλήνων μακεδόνων. Τέλος, η ''μακεδονική'' ιστοριογραφία δέχεται ότι η τωρινή γλώσσα του ''μακεδονικού'' πληθυσμού, όπως και η γραφή του, είναι σλαβική, αλλά εμφανίζει αυτή την εξέλιξη, ως προϊόν μιας ώσμωσης, μιας συμφωνίας που έγινε, μέσα στον χρόνο, όπου οι σλαβικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας, αποδέχτηκαν ως πατρίδα τους την Μακεδονία, ενώ οι αρχαίοι Μακεδόνες - που ήσαν χριστιανοί και πολιτιστικά ανώτεροι των σλάβων - αποδέχτηκαν την γλώσσα τους και αργότερα το κυριλλικό αλφάβητο, ως γραφή τους.


Αυτός είναι, εν πολλοίς, ο ''μακεδονικός'' ιστοριογραφικός μύθος.


Το ότι αυτός ο μύθος (όντας μια αυθαίρετη και κλεψιδάνεια κατασκευή) μπάζει από παντού είναι ολοφάνερο, αλλά δεν είναι αυτό το κυριότερο, αφού όλοι οι εθνικοί μύθοι έχουν τα προβλήματά τους, ως προς την ιστορική τεκμηρίωσή τους. Το κυριότερο είναι ότι ουδέποτε, μέχρι την ενσωμάτωση της τωρινής FYROM στην ενιαία Νοτιοσλαβία (προπολεμικά και επί της κομμουνιστικής εποχής), οι άνθρωποι, τους οποίους θέλησαν οι ηγέτες της να εκμακεδονίσουν, έκαναν ως εθνική τους αναφορά τον ''Μακεδονισμό'', ή την ‘‘μακεδονική’’ εθνική ταυτότητα και τούτο επειδή θεωρούσαν τον εαυτό τους, ως Βούλγαρους κατοίκους της Μακεδονίας. Έτσι, άλλωστε, δηλαδή, ως Βούλγαρους, τους γνώρισαν και οι ελληνικοί προσφυγικοί πληθυσμοί, που από το 1924 κατέκλυσαν και διαφοροποίησαν την εθνολογική σύσταση του πληθυσμού της Μακεδονίας, τονώνοντας και καθιστώντας συντριπτική πλειοψηφία τους Έλληνες.


Για να μην υπάρχει αμφιβολία, περί αυτού, ας δούμε πως περιέγραφαν την Μακεδονία και τους κατοίκους της, κατά την περίοδο πριν από και λίγο μετά τους βαλκανικούς πολέμους του 1912 – 1913 οι ανεξάρτητοι Αμερικανοί περιηγητές του National Geographic, σε μνημειακά ρεπορτάζ τους, τα οποία περιγράφουν την παλαιά Οθωμανική Μακεδονία, με την πολυφυλετικότητά της, την πολυγλωσσία της και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, μια Μακεδονία, που δεν υπάρχει πια και στην οποία οι ‘‘Μακεδόνες’’, έτσι όπως περιγράφονται από την ‘‘μακεδονική’’ ιστοριογραφία της νομενκλατούρας της FYROM, δηλαδή, ως συγκροτημένη χωριστή εθνολογική ομάδα, απουσιάζουν παντελώς. Δείτε αποσπάσματα εκείνων των τευχών του National Geographic :




Σε αυτήν την πολυφυλετική Μακεδονία αναφερόταν το ΚΚΕ, με τον τότε Γενικό του Γραμματέα Παντελή Πουλιόπουλο και η Κομμουνιστική Διεθνής, την δεκαετία του 1920, όταν έθεταν θέμα ξεχωριστής κρατικής της συγκρότησης και όχι στην βουλγαρική, ή στην σλαβομακεδονική Μακεδονία του Τίτο. (Αργότερα, στον εμφύλιο πόλεμο ο Νίκος Ζαχαριάδης έπραξε διαφορετικά και πριμοδότησε τους σλαβομακεδόνες και το έπραξε αυτό επειδή στο τέλος του εμφυλίου οι σλαβομακεδόνες αποτελούσαν σημαντικότατο μέρος των ένοπλων ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού – εμφάνιζε, μάλιστα, την συμμετοχή υποχείριων στο ΚΚΕ μετωπικών σλαβομακεδονικών οργανώσεων, ως ένδειξη πολυκομματισμού).




Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι αυτοί οι άνθρωποι, που ηγεμονεύουν πληθυσμιακά (προς το παρόν) στην FYROM (συνολικός πληθυσμός περί τα 2.000.000) έχουν βουλγαρική καταγωγή. Η γλώσσα τους, άλλωστε, είναι μια καθαρή βουλγαρική διάλεκτος, όπως και η πομακική στην Δυτική Θράκη. Η γλώσσα αυτή ομιλείται, σποραδικά (αν και η ελληνοφωνία, πλέον, έχει σαρώσει τα πάντα, αφού οι νέοι απόγονοι των παλαιών σλαβομακεδόνων προτιμούν την ελληνική, την οποία έμαθαν στο σχολείο και η οποία τους είναι χρήσιμη στις καθημερινές επαφές τους) και στην ελληνική δυτική Μακεδονία (Καστοριά, Φλώρινα, Έδεσσα), από τα υπολείμματα του βουλγαρίζοντος πληθυσμού, που έμεινε, ύστερα από την ανταλλαγή των πληθυσμών σε Ελλάδα - Τουρκία το 1924, μετά από τις ανταλλαγές των πληθυσμών ανάμεσα σε Ελλάδα και Βουλγαρία επί Μεταξά το 1938, μετά από την γερμανοϊταλική και βουλγαρική κατοχή το 1941 - 1944, οπότε η μεγάλη πλειοψηφία των σλαβομακεδόνων πέρασαν στο πλευρό των κατακτητών και έστησαν βουλγαρική διοίκηση στις περιοχές τους (επίσημα στην ανατολική και κεντρική Μακεδονία, ατύπως αλλά ουσιαστικά στην Δυτική) και μετά από τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο 1946 - 1949, οπότε οι σλαβομακεδόνες τάχτηκαν στο πλευρό του Δημοκρατικού Στρατού και μετά την ήττα του, χιλιάδες από αυτούς έφυγαν για τις χώρες του υπαρκτού ''σοσιαλισμού''.


Οι άνθρωποι αυτοί, που η ''μακεδονική'' προπαγάνδα της FYROM διεκδικεί, ως μειονότητα, μιλούσαν πάντοτε αυτή την βουλγαρική διάλεκτο και είχαν οι παλαιότεροι βουλγαρική εθνική συνείδηση. Ουδέποτε είχαν μακεδονική εθνική συνείδηση. Πολύ αργότερα, κάποιοι βουλγαρίζοντες σλαβομακεδόνες της Δυτικής Μακεδονίας άρχισαν να αποκτούν ξεχωριστή μακεδονική συνείδηση, κάτω από την πίεση της προπαγάνδας των τιτοϊκών των Σκοπίων και λόγω της αποκοπής τους από την Βουλγαρία, η οποία ήταν μακριά και δεν είχε τα μέσα να τους επηρεάσει. Αλλά ακόμα και τώρα ο ''εκμακεδονισμός'' αρκετών εκ ανθρώπων αυτών δεν έχει αγγίξει την βουλγαρική εθνική τους συνείδηση.


Γι' αυτό η παλαιά τιτοϊκή νομενκλατούρα της Λίγκας των (σλαβο)Μακεδόνων Κομμουνιστών και οι νεογιάπηδες απόγονοί τους επιμένουν στον ''μακεδονισμό'' και στο όνομα Μακεδονία νέτα - σκέτα, χωρίς εθνικούς, γεωγραφικούς, ή άλλους προσδιορισμούς. Επιθυμούν να ολοκληρώσουν μια εθνογένεση, που ξεκίνησε ο Τίτο στην προσπάθεια να βρει, μέσω της (ενιαίας) Μακεδονίας, διέξοδο στο Αιγαίο, πάνω στα ερείπια της παταγώδους αποτυχίας του μεγαλοβουλγαρικού εθνικισμού, μια αποτυχία, η οποία υπήρξε προϊόν του γεγονότος ότι η Βουλγαρία και οι διαδοχικές κυβερνώσες ελίτ της, κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα, (του βασιλιά Φερδινάνδου Σάξκομπουργκ, του γιού του και επόμενου βασιλιά Βόρι και τέλος η νομενκλατούρα του Βουλγαρικού Κ. Κ.), διαχρονικά, επέλεξαν λάθος συμμάχους στις μεγάλες ευρωπαϊκές συγκρούσεις. Κατά των Ελλήνων και των Σέρβων στον β' Βαλκανικό πόλεμο, με αποτέλεσμα την σαρωτική ήττα τους και την απώλεια όλων όσων είχαν κερδίσει στον α' Βαλκανικό πόλεμο του 1912. Με τους Γερμανούς του Κάϊζερ Γουλιέλμου το 1914 - 1918 και την δεύτερη ήττα τους. Ξανά με τους Γερμανούς του Αδόλφου Χίτλερ το 1941 - 1944 και τέλος, με την ΕΣΣΔ μεταπολεμικά.


Σε αυτό το κενό, σε αυτή την μαύρη τρύπα έδρασαν οι νομενκλατουρίστες των Σκοπίων και επιχείρησαν την δημιουργία ενός νέου έθνους, με ένα ανακατεμένο ψηφιδωτό μύθων, παρμένο από διαφορετικούς λαούς, σε διαφορετικές εποχές, ήτοι από τους αρχαίους Έλληνες Μακεδόνες του Φίλιππου και του Αλέξανδρου, μέχρι την μεσαιωνική βασιλεία του πασίγνωστου Βούλγαρου βασιλιά Σαμουήλ, του ιδρυτή του μεσαιωνικού βουλγαρικού κράτους και κατ' ουσίαν πατριάρχη του βουλγαρικού έθνους.


Αλλά, πηγαίνοντας, ακόμα πιο πίσω στον χρόνο, τα ιστορικά δεδομένα είναι πολύ διαφορετικά. Ας κάνουμε μια ιστορική αναδρομή :


''Καθώς προχωρούσε η νύχτα και ησυχία απλώθηκε στα στρατόπεδα και οι στρατιώτες κοιμούνταν βαθιά, ένας καβαλλάρης πλησίασε τους Αθηναίους σκοπούς. Ήταν ο Αλέξανδρος του Αμύντα, στρατηγός και βασιλιάς των Μακεδόνων, που έψαχνε να έλθει σε επαφή με τους στρατηγούς. Οι περισσότεροι σκοποί έμειναν στις θέσεις τους, αλλά μερικοί έτρεξαν στους στρατηγούς και τους είπαν ότι ήλθε ένας καβαλλάρης από το στρατόπεδο των Μήδων, που δεν ήθελε να φανερώσει τίποτε άλλο, παρά το ότι ήθελε να μιλήσει στους στρατηγούς κι έλεγε τα ονόματά τους. Όταν οι στρατηγοί το άκουσαν αμέσως έτρεξαν στις προφυλακές κι όταν έφθασαν εκεί ο Αλέξανδρος τους είπε τα ακόλουθα : ''Αθηναίοι, έρχομαι να σας μιλήσω απόλυτα μυστικά και δεν πρέπει να πείτε τίποτα σε κανέναν, εκτός από τον Παυσανία, γιατί διαφορετικά θα ήμουν χαμένος. Δεν θα ερχόμουν να σας μιλήσω αν δεν νοιαζόμουν για ολόκληρη την Ελλάδα. Γιατί είμαι Έλληνας στην καταγωγή από παλαιά γενιά και δεν θα ήθελα να βλέπω την Ελλάδα υποδουλωμένη, αντί να είναι ελεύθερη. Σας λέω, λοιπόν, ότι οι θυσίες δεν δίνουν στον Μαρδόνιο και στο στράτευμά του τα αποτελέσματα που προσδοκά, γιατί διαφορετικά μάχη θα είχε γίνει από μέρες. Τώρα ο Μαρδόνιος αποφάσισε να αψηφήσει τις θυσίες και μόλις φανεί η ημέρα να κάνει επίθεση. Νομίζω πως φοβάται μήπως συγκεντρωθείτε περισσότεροι. Γι' αυτό ετοιμασθείτε. Αν πάλι ο Μαρδόνιος αναβάλει το σχέδιό του και δεν κάνει επίθεση, κάνετε υπομονή και μείνετε εδώ, γιατί έχει τρόφιμα μόνο για λίγες μέρες ακόμα. Αν ο πόλεμος αυτός τελειώσει όπως το επιθυμείτε, πρέπει τότε να θυμηθείτε να με ελευθερώσετε και μένα, που, για χάρη των Ελλήνων, ανάλαβα μια επικίνδυνη αποστολή από προθυμία να σας φανερώσω τα σχέδια του Μαρδόνιου, ώστε να μην σας κτυπήσουν ξαφνικά οι βάρβαροι. Είμαι ο Αλέξανδρος ο Μακεδών''. Αυτά είπε και γύρισε στο στρατόπεδο και στην θέση του.''

(Ο ΗΡΟΔΟΤΟΣ περιγράφει την νύκτα πριν την μάχη των Πλαταιών το 479 π. Χ.).




Την Μακεδονία, όμως, δεν την διεκδικούν μόνον οι Σλαβομακεδόνες των Σκοπίων. Την διεκδικούν και οι Βούλγαροι. Ποιά δίκια έχουν όμως, αυτοί;

Να το πούμε, αλλιώς : Τα δίκια των Βουλγάρων, όσον αφορά την εποχή, κυρίως, των πρώτων 20 ετών του περασμένου αιώνα, γύρω από το Μακεδονικό ζήτημα, ήσαν αρκετά, αλλά αυτά τα δίκια τα έχασαν μόνοι τους, με τις πράξεις του κράτους τους και της πολιτικοστρατιωτικής ελίτ του βασιλιά Φερδινάνδου Σάξκομπουργκ, οι οποίοι, μέσα από την ''λογική'' των ''Πρώσων της Ανατολής'' (εξ ου και ο καταστροφικός φιλογερμανισμός τους), οδήγησαν τα πράγματα στα άκρα, με αποτέλεσμα την δεύτερη βαλκανική σύρραξη του 1913, μετά τον παραγκωνισμό του μετριοπαθούς πρωθυπουργού Γκέσωφ από τον φιλοπόλεμο Ντάνωφ, αφού, βέβαια, προηγουμένως, είχαν οδηγήσει στην διχόνοια του πολυεθνικού πληθυσμού της Οθωμανικής Μακεδονίας και στους ποταμούς αίματος, που ακολούθησαν. Το όποιο δίκιο είχαν, εκμηδενίστηκε από τις πράξεις τους, εκείνη την εποχή (αλλά και μετέπειτα, με την συμμαχία τους με τον ναζισμό και το πισώπλατο κτύπημα στην Ελλάδα, κατά την δεκαετία του '40 και με την εμπλοκή τους στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο, που οδήγησαν στον εξανδραποδισμό του βουλγαρικού - σλαβομακεδονικού πληθυσμού της Ελλάδας) και έχασε την υλική του βάση, μετά την Μικρασιατική καταστροφή, οπότε το αδυνατισμένο ελληνικό στοιχείο της, υπό ελληνικό έλεγχο, Μακεδονίας κατέστη συντριπτική πλειοψηφία, με τον ερχομό των προσφυγικών πληθυσμών, που εγκαταστάθηκαν στην Μακεδονία, χάρη στην συνειδητή πολιτική επιλογή του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Κόμματος των Φιλελευθέρων να αλλαχθούν τα δημογραφικά δεδομένα στην περιοχή.


Όσον αφορά την αρχαία Μακεδονία, ορατός είναι ο στόχος τους να πουν ότι οι Μακεδόνες της αρχαίας εποχής και ιδιαίτερα οι Μακεδόνες του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, δεν ήσαν Έλληνες. Δεν αποπειρώνται καν να ισχυριστούν ότι ήσαν .... Βούλγαροι. Κάτι είναι και αυτό. Μια καλή απάντηση στους ισχυρισμούς των Βουλγάρων (αλλά και των βουλγαρικής καταγωγής σλαβομακεδόνων της πΓΔΜ) αποτελούν τα όσα αναφέρει ο Ηρόδοτος, για την κρίσιμη βραδιά, που προηγήθηκε της μάχης των Πλαταιών το 479 π. Χ., όπου ο πρόγονος του Φιλίππου και του Αλέξανδρου του επονομαζόμενου Μεγάλου και ομώνυμος του τελευταίου, ομιλεί ο ίδιος για το ποιός και το τι είναι, ως εθνική καταγωγή (''Είμαι Έλληνας από παλαιά γενιά'') και φυσικά ο εν λόγω ηγέτης των αρχαίων Μακεδόνων - ο Αλέξανδρος του Αμύντα - είναι ο μόνος αρμόδιος για να μιλήσει για την εθνική του καταγωγή (μια καταγωγή που, οι Βούλγαροι εθνικιστές - όπως όλοι οι εθνικιστές - ξεχνούν ότι, πρώτα από όλα, έχει μια πολιτισμική και κοινωνικοϊστορική αναφορά και λιγότερο μια φυλετική διάσταση) και όχι οι Βούλγαροι, ή οποιοιδήποτε άλλοι.


Ο ισχυρισμός ότι αυτά τα έγραψε ο Ηρόδοτος, δηλαδή ένας Έλληνας και όχι ο Αλέξανδρος του Αμύντα και ως εκ τούτου, αποτελούν ελληνική προπαγάνδα, στερείται σοβαρότητας, όπως στερείται σοβαρότητας και ο ανάλογος ισχυρισμός, περί μη ελληνικής καταγωγής του ονόματός του. Εκείνη την εποχή, που ο Ηρόδοτος έγραφε την ιστορία και ο ίδιος και οι Έλληνες ουδεμία βλέψη είχαν στην τότε (επίσης) πολυεθνική Μακεδονία και πολύ περισσότερο να διεκδικήσουν, ως ελληνικό, το προγονικό μακεδονικό φύλο της νότιας Μακεδονίας του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου του Μεγάλου, το οποίο ήταν σε ημιβαρβαρική κατάσταση, με αρχαϊκούς θεσμούς και το οποίο περιφρονούσαν, εξισώνοντάς το, ως βάρβαρο, λόγω της πολιτικοκοινωνικής υστέρησης από τους Έλληνες της κυρίως Ελλάδας και λόγω των επιμειξιών του, με μη ελληνικούς μακεδονικούς (και όχι μόνον) πληθυσμούς (οι μη ελληνικοί μακεδονικοί πληθυσμοί ήσαν μακεδονικοί, επειδή κατοικούσαν στην πολυεθνική αρχαία Μακεδονία, χωρίς να έχουν εθνική σχέση με το ελληνικό φύλο των Μακεδόνων του Φιλίππου και του Αλέξανδρου, καθώς και των προγόνων τους), των οποίων πολλές συνήθειες είχε αφομοιώσει. Επίσης, είναι γνωστό ότι ο Αλέξανδρος ο επονομαζόμενος Μεγάλος, ο οποίος υπήρξε ο πρώτος βασιλιάς των Ελλήνων, ο ίδιος παρουσίαζε τον εαυτό του, ως Έλληνα, (Το περίφημο ''Αλέξανδρος ο Φιλίππου και οι Έλληνες, πλην Λακεδαιμονίων'' - εδώ οι Μακεδόνες δεν αναφέρονται καν, ως χωριστή οντότητα από τους Έλληνες, ακριβώς επειδή ο Αλέξανδρος και οι ίδιοι έβλεπαν το φύλο τους ως αναπόσπαστο τμήμα του ελληνισμού -, είναι μία από τις πολλές αναφορές του, για τον εαυτό του και την εθνική του καταγωγή, ενώ οι αρχαίοι Μακεδόνες του νότου, έβλεπαν τους εαυτούς τους, ως απόγονους των Ηρακλειδών, οι οποίοι κατοίκησαν στην νοτιοδυτική Μακεδονία, όταν εκδιώχθηκαν, σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, από την Πελοπόννησο).




Νόμισμα του Βασιλιά Αρχέλαου (413 - 399 π. Χ.).





Νόμισμα του βασιλιά Περδίκα (365-359 π. Χ.).





Νόμισμα του Φιλίππου Β' (356 π. Χ.).





Νόμισμα του Φιλίππου Β', (για την νίκη του στους Ολυμπιακούς Αγώνες - αρματοδρομία. Η νίκη πιθανόν να ήταν στημένη. Αυτό, όμως, δεν είναι και σίγουρο, αφού ο Φίλιππος είχε τα προσόντα).





Νόμισμα του Αλεξάνδρου του επονομαζόμενου Μεγάλου.






Μακεδονικό νόμισμα επί ρωμαιοκρατίας.


Αυτά τα λίγα νομίσματα μιας μακράς εποχής, επί σειρά αιώνων - μάλιστα, αν συνεχίσουμε με τα νομίσματα της εποχής των επιγόνων του Αλεξάνδρου, κατά την ελληνιστική εποχή, η όλη υπόθεση θα καταστεί κουραστική και θα υποπέσω στο ολίσθημα του εθνικισμού -, νομίζω ότι αποτελούν μια καλή απάντηση στους βουλγαρικούς ισχυρισμούς, που περιέχονται στο βουλγαρικό http://www.bulgarmak.org/makedonia.htm και στους ανάλογους ισχυρισμούς των σλαβομακεδόνων της πΓΔΜ.





Κυνήγι ελαφιού στην Πέλλα, με σαφή ελληνική επιγραφή. ''ΓΝΩΣΙΣ ΕΠΟΙΗΣΕΝ''.




450 - 400 π. Χ. - Τάφος στην Βεργίνα με τα ονόματα των θανόντων, (φυσικά, στα Ελληνικά).


Ένα, επίσης, μικρό δείγμα των ελληνικών μνημειακών ελληνικών επιγραφών στην αρχαία Μακεδονία, για του λόγου το αληθές, όσων αναφέρει ο Ηρόδοτος (και την υπερηφάνεια των Μακεδόνων για την καταγωγή τους από τους Ηρακλείδες) ότι οι Γάβανος, Αέροπος και Περδίκας, απόγονοι του Τημένου και ιδρυτές της δυναστείας των Αργεαδών, έφυγαν από το πελοποννησιακό Αργος και έφθασαν στην πόλη Λεβαία της Μακεδονίας, όπου δημιούργησαν το Άργος Ορεστικό και ίδρυσαν το Μακεδονικό βασίλειο.





Πρωτοβουλγαρική επιγραφή στα Μάγαρα, με ελληνικούς χαρακτήρες, όπου διακρίνεται το όνομα του Βούλγαρου χαγάνου Κρούμου.



Από εκεί και πέρα, όσα περιέχονται στο site http://www.bulgarmak.org/makedonia.htm , το οποίο αποτελεί μια τυπκή βουλγαρική - και όχι σλαβομακεδονική - προπαγάνδα. Η οξύτητα του λόγου δεν με ενοχλεί, ούτε και οι μισές αλήθειες, που χρησιμοποιούν οι Βούλγαροι, για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους. Έχουν δικαίωμα να τις εκφράζουν, με όποιον τρόπο επιθυμούν.



Οι βουλγαρικές θέσεις, οι οποίες παραμένουν αναλλοίωτες από την εποχή των βαλκανικών πολέμων και την οδυνηρή ήττα της Βουλγαρίας το καλοκαίρι του 1913, που ολοκλήρωσε την καταιγιστική κατάληψη της ''αιγαιακής'' Μακεδονίας από τον ελληνικό στρατό, δείχνουν και την ουσιαστική γύμνια των θέσεων των σλαβομακεδόνων της FYROM, οι οποίοι - ξαναθυμίζω - έχουν βουλγαρική καταγωγή και ομιλούν διάλεκτο της βουλγαρικής γλώσσας, γι' αυτό και μπορούν να περιγραφούν, ως ''οι Βούλγαροι, που ντρέπονται να πουν το όνομά τους''.


Οι βουλγαρικές θέσεις δείχνουν και τον παλαιό αντίπαλο παίκτη της Ελλάδας στον βαλκανικό χώρο, μετά την τρέχουσα κατάρρευση της Σερβίας. Για τον λόγο αυτόν και η ιστορία έχει τον ρόλο της στην όλη υπόθεση. Φυσικά, δεν βρισκόμαστε στην εποχή του Μακεδονικού Αγώνα του Παύλου Μελά, του Τέλλου Άγρα, του Λάμπρου Κορομηλά και του διαβόητου Παπαδράκου, αλλά πάντα το ιστορικό επιχείρημα έχει τον ρόλο του. Ο ιστορικισμός, άλλωστε, διαχέεται σε όλο το βουλγαρικό site, που, προφανώς στηρίζεται από την βουλγαρική κυβέρνηση (οι τρόποι και τα οποιαδήποτε προκαλύμματα είναι αδιάφοροι, αφού αυτό που μετράει είναι η ουσία).


Η βουλγαρική προπαγάνδα, λοιπόν, προσπαθεί, παρουσιάζοντας την Βουλγαρία, ως μητέρα - πατρίδα, να πατρωνάρει την πΓΔΜ, της οποίας αναγνωρίζει την κρατική υπόσταση, αλλά όχι και την ξεχωριστή εθνική μακεδονική οντότητα, αναγνωρίζοντάς την, ως ένα δεύτερο βουλγαρικό κράτος, γι' αυτό και δεν λείπουν οι σαφείς αιχμές, κατά των ''αδελφών Μακεδόνων'', για την αντιβουλγαρική στάση της τιτοϊκής ελίτ του κράτους των. Με λίγα λόγια, οι Βούλγαροι πιάστηκαν αιχμάλωτοι και της δικής τους προπαγάνδας, όταν, μέσα από τον ''μακεδονισμό'', που καλλιέργησαν στις αρχές του περασμένου αιώνα, επιχείρησαν να περάσουν τις εθνικοπολιτικές βλέψεις τους στην πολυεθνική Οθωμανική Μακεδονία και να προσελκύσουν τις άλλες φυλές (Βλάχους, Γραικομάνους, Έλληνες κλπ) υπό την βουλγαρική επιρροή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εξέγερση του Ίλιντεν, κατά των Οθωμανών, το 1903, που υπήρξε προϊόν της βουλγαρικής μυστικής στρατιωτικοδιπλωματικής κρατικής πολιτικής και του ΒΜΡΟ (VMRO - Εσωτερική Επαναστατική Μακεδονική Οργάνωση), το οποίο, ως κόμμα, έχει ανασυσταθεί και στην πΓΔΜ (όπου και κυβερνά, τώρα, υπό τον φλωρινιώτη στην καταγωγή Νίκολα Γκρουέφσκυ) και στην Βουλγαρία. Αυτή η ψευδεπίγραφη ''μακεδονική'' οργάνωση, που στην πραγματικότητα ήταν βουλγαρομακεδονική οργάνωση, δημιουργήθηκε από το βουλγαρικό εθνικιστικό στρατιωτικό κατεστημένο, εκείνης της εποχής, ένα κατεστημένο, που 10 χρόνια αργότερα επέλεξε την καταστροφική, για την Βουλγαρία, σύγκρουση με τους Έλληνες και τους Σέρβους, η οποία οδήγησε στην ήττα του δεύτερου βαλκανικού πολέμου και στο θάψιμο των μεγαλοβουλγαρικών του οραμάτων, αφού πρώτα άναψαν την φωτιά στην πολυεθνική Οθωμανική Μακεδονία, οδηγώντας στην παρέμβαση και των άλλων βαλκανικών κρατών (Ελλάδα - Σερβία - Ρουμανία), που έβλεπαν ότι η βουλγαρική στρατιωτικοδιπλωματική δραστηριότητα στην Μακεδονία, έφερνε σε μειονεκτική θέση τους δικούς τους μειοψηφικούς - είναι η αλήθεια - πληθυσμούς, με όπλο την Εξαρχία (την αποσχισμένη από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως βουλγαρική Εκκλησία) και τον εκβουλγαρισμό, ο οποίος, σύντομα, μετά την εξέγερση του Ίλιντεν, αντικατέστησε το σύνθημα της αυτονόμησης της Μακεδονίας. [''Εάν δεν γείνητε Βούλγαροι, κατά το επερχόμενον έαρ, αι κεφαλαί σας θα είνε μία στον παράν'' έλεγε, αμέσως μετά την εξέγερση του Ίλιντεν, που οι Τούρκοι έπνιξαν στο αίμα, Βούλγαρος παράγων στους Πατριαρχικούς της Σκοπιάς της Φλώρινας και φυσικά, ακολούθησαν και οι ανάλογες πράξεις, που δίχασαν τον πολυεθνικό μακεδονικό πληθυσμό εκείνης της εποχής και απομόνωσαν - λίγο ή πολύ - τους Βούλγαρους από τις άλλες φυλές της Μακεδονίας και έστρεψαν τους Γραικομάνους (βουλγαρόφωνους με ελληνική συνείδηση, λόγω της προσήλωσής τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο - βλέπετε, εκείνη την εποχή, δεν αρκούσε η βουλγαροφωνία για να ορίσει την εθνική συνείδηση των ανθρώπων, παρά την προφανή βουλγαρική τους καταγωγή και δεν ήταν δυνατόν, οι άνθρωποι να υπακούσουν στις εντολές της Σόφιας και να υπαχθούν στην βουλγαρική Εξαρχία, εγκαταλείποντας την απαρασάλευτη, επί σειρά αιώνων, θρησκευτική υπαγωγή και υποταγή τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, του οποίου ο χαρακτήρας ήταν ρωμαίικος και ως εκ τούτου, νεοελληνικός) υπό την ελληνική επιρροή. Έτσι έχασαν τους Γραικομάνους οι Βούλγαροι.]
Ομοίως, αστείοι είναι και οι ισχυρισμοί τους, περί της μη ελληνικής μακεδονικής γλώσσας. Αν αυτή υπήρχε, θα είχε γραφεί, έστω, με ελληνικούς χαρακτήρες και θα είχε διασωθεί σε αρχαία κείμενα και μνημεία των αρχαίων μακεδονικών πόλεων, έστω, ως γλώσσα επιγραφών, για τον απλό μακεδονικό λαό, ο οποίος, σύμφωνα με την βουλγαρική προπαγάνδα, υποτίθεται, ότι δεν είχε ελληνική καταγωγή και δεν είχε την ελληνική παιδεία της ''εξελληνισμένης'', ή ''ελληνίζουσας'' - σύμφωνα, πάντοτε, με την βουλγαρική προπαγάνδα - αρχαίας μακεδονικής ελίτ. Οι ίδιοι οι Βούλγαροι , άλλωστε, όπως προκύπτει από την παραπάνω επιγραφή, όταν ήλθαν στον τόπο, που τώρα κατοικούν, άφησαν μνημειακές επιγραφές της γλώσσας τους, με ελληνική γραφή, πριν χρησιμοποιήσουν το (επίσης ελληνικής καταγωγής) κυριλλικό αλφάβητο.


Καλόν είναι να διαβαστεί η βουλγαρική ιστοσελίδα και οι παραπομπές της, για να μάθουμε τις θέσεις τους, οι οποίες δεν είναι εντελώς αναληθείς, έχουν κάποια ιστορική βάση, όσον αφορά, κυρίως, την σύγχρονη ιστορία. Αλλά, με μισές αλήθειες, δεν γράφεις ψύχραιμη και εξιστοριτική των γεγονότων ιστορία. Γράφεις εθνικιστικές ανοσίες, ή το ιστορικό σου παράπονο.....




Ο κάθε λαός έχει την (όποια) ιστορία του, με τα καλά και τα κακά της, για τα οποία πρέπει να αισθάνεται ωραία, ή άσχημα, ανάλογα με την περίοδο και την ποιότητα των πράξεων της κοινωνικοϊστορικής ομάδας, εντός της οποίας υπάρχει.

Το έχω ξαναπεί : Οι σλαβομακεδόνες υπάρχουν και φυσικά δικαιούνται να καθορίζουν το τι είναι, ως ομάδα και ως εθνική καταγωγή. Ούτε η βουλγαροφωνία, ούτε η προφανής τους βουλγαρική καταγωγή, αλλά ούτε και οι υπερβολές των Ελλήνων εθνικιστών (που τους αρνούνται, πλήρως, την μακεδονικότητά τους), μπορούν να τους στερήσουν το δικαίωμα του εθνικού και κοινωνικού αυτοπροσδιορισμού τους. Έχουν δικαίωμα, ως λαός, να αυτοπροσδιοριστούν, ως Μακεδόνες και να απαρνηθούν την βουλγαρική τους καταγωγή, αρκεί να προσδιορίσουν επίσης και το τι Μακεδόνες είναι. Αυτό, φυσικά, πρέπει να γίνει, με την χορήγηση σε τμήμα ή/και στην ολότητα του λαού αυτού, του δικαιώματος να ξεκαθαρίσει ανοικτά και απρόσκοπτα τους λογαριασμούς του, με την βουλγαρική του κληρονομιά, δηλαδή με το δικαίωμα των βουλγαρομακεδόνων της πΓΔΜ να εκφράσουν την θέση τους, ως προς το ζήτημα της εθνικής τους καταγωγής και φυσικά να επιλέξουν να αυτοχαρακτηρίζονται, ως Βούλγαροι, χωρίς εμπόδια και διώξεις.


Αν, όμως, η τιτοϊκή ελίτ επιτρέψει κάτι τέτοιο, τα πράγματα θα γίνουν δύσκολα για τους κυβερνώντες την FYROM, γιατί η ανεμπόδιστη επανακαλλιέργεια του βουλγαρικού φρονήματος στην χώρα, είναι σφόδρα πιθανό να θάψει οριστικά αυτή την ηγετική ομάδα, που προέρχεται από την σερβική και τιτοϊκή προπαγάνδα του παρελθόντος και έχει τις ρίζες της στην περιγραφείσα - στα προηγούμενα σημειώματά μου - συντριπτική ήττα της Βουλγαρίας στον Β' βαλκανικό πόλεμο τον Ιούνιο του 1913, όταν ο Βούλγαρος τσάρος Φερδινάνδος Σάξκομπουργκ (προερχόμενος από γερμανικό βασιλικό οίκο) εστράφη κατά των Ελλήνων και των Σέρβων, διεκδικώντας το απόλυτο και χάνοντας το σχετικό, δηλαδή ολόκληρη την ''αιγαιακή'' Μακεδονία από τους Έλληνες και την Μακεδονία των σημερινών Σκοπίων από τους Σέρβους.


Επαναλαμβάνω, λοιπόν, ότι οι σλαβομακεδόνες είναι Μακεδόνες, μετά από την υπερχιλιόχρονη παρουσία τους στα μακεδονικά εδάφη. Οφείλουν, όμως, να διευκρινίσουν το τι Μακεδόνες είναι και φυσικά να παύσουν να παραχαράσσουν την ιστορία, διεκδικώντας μια ιστορική κληρονομιά (αυτήν της αρχαίας Μακεδονίας), που δεν τους ανήκει, αφού ανήκει σε άλλους, δηλαδή στους Έλληνες - ακόμα και αν δεχτούμε το μη ιστορικά τεκμηριωμένο ιδεολόγημά τους ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες είχαν εξελληνιστεί. Αν οι αρχαίοι Μακεδόνες του νότου είχαν επιλέξει τον εξελληνισμό τους, δεν μπορούν, τώρα, οι σλαβομακεδόνες να τους ... αφελληνίσουν, αναδρομικά και να τους εντάξουν στην δική τους εθνικοκοινωνική ιστορική αναφορά, με δεδομένη και γνωστή την βουλγαρική τους καταγωγή! Οι Έλληνες, ως κληρονόμοι εκείνων, δεν θα το επιτρέψουν, επειδή δεν εξαφανίστηκαν, ως λαός από την ιστορική σκηνή και επειδή το ανήκειν σε ένα έθνος δεν είναι θέμα φυλετικής καταγωγής, αλλά παιδείας και κοινωνικοϊστορικής κληρονομιάς. ''Έλληνες καλούνται οι της ημετέρας παιδείας μετέχοντες'' έλεγε ο Ισοκράτης (κάπου το αναφέρουν οι Βούλγαροι εθνικιστές στην ιστοσελίδα τους, αλλά το προσπερνούν, χωρίς να εμβαθύνουν σε αυτό) και έχει δίκιο, κάτι που, άλλωστε, έχει πλέον αναγνωριστεί από τον σύγχρονο ελληνογενή και ρωμαιογενή δυτικό πολιτισμό.


Και εν κατακλείδι, οι σλαβομακεδόνες δεν μπορούν να οικειοποιούνται τον μακεδονισμό, με έναν διχαστικό τρόπο, που αναβιώνει πάθη και μίση του παρελθόντος, λόγω του προφανούς αλυτρωτισμού, που εμπεριέχει αυτή η απόπειρα οικειοποίησης του μακεδονικού ονόματος και της ιστορικής κληρονομιάς, που αυτό το όνομα κουβαλά.


Οι καλοί λογαριασμοί, λοιπόν, κάνουν τους καλούς φίλους. Πρέπει να επιλέξουν το τι είδους Μακεδόνες είναι και να ξεκαθαρίσουν τα ζητήματα ιστορίας, αλυτρωτισμού και εθνικής καταγωγής, που θέτουν, μέσα από μια διεθνή συμφωνία με την Ελλάδα και όποιον άλλον ενδιαφερόμενο γείτονα (Βουλγαρία), για να αποφεύγονται οι παρανοήσεις και οι παρεξηγήσεις.



Αυτά είναι τα ιστορικά δεδομένα.


Το θέμα είναι τι κάνουμε τώρα; Πως πρέπει να αντιμετωπιστεί η πολιτική των ηγετών της FYROM, η οποία δεν μπορεί και δεν θέλει να κρύψει έναν δεδομένο αλυτρωτισμό, έστω και αν αυτός είναι πρακτικά ανίσχυρος;


Το ότι οι σλαβομακεδόνες είναι μακεδόνες αυτό είναι δεδομένο. Ουδείς μπορεί να τους το αρνηθεί, μετά από τόσους αιώνες παραμονής στην Μακεδονία (έφθασαν εκεί από τον 6ο – 7ο αιώνα μ. Χ.).


Δεν είναι, όμως, Μακεδόνες μόνον αυτοί και δεν μπορούν να οικειοποιούνται αποκλειστικά ένα όνομα, το οποίο χρησιμοποιούν διχαστικά, όταν προσδίδουν, σε αυτό, το χαρακτηριστικό εθνότητας, ένα χαρακτηριστικό, που ουδέποτε ιστορικά είχε, αφού το μεν όνομα έχει ελληνική καταγωγή [Μακεδνός, λέξη που προέρχεται από το μάκος (μήκος), = μακρύς - βλέπετε ότι από τότε οι Μακεδόνες εθεωρούντο ψηλοί και η ίδια η Μακεδονία, όπως και ο Βιντάλ Νακέ (μεγάλος ιστορικός και επικριτής της στάσης της Ελλάδας έναντι της FYROM) παραδέχεται είναι το λίκνο όπου πρωτομιλήθηκε το πρόπλασμα της ελληνικής γλώσσας, πριν από την σταδιακή κάθοδο των ελληνικών φύλων στην μετέπειτα κυρίως Ελλάδα, αφού όλα αυτά τα φύλα, προηγουμένως, είχαν σταθμεύσει στον χώρο της Μακεδονίας] και η περιοχή ήταν, πάντα, πολυεθνική και πολυφυλετική, διότι ναι οι μεν αρχαίοι νότιοι Μακεδόνες του Φιλίππου και του Αλέξανδρου ήσαν Έλληνες, αλλά στην ευρύτερη Μακεδονία κατοικούσαν και μη Ελληνικά φύλα (π. χ. Παίονες κ.α), τα οποία περιγράφονται στον Αρριανό και τα οποία ήσαν και αυτοί Μακεδόνες, όπως και άλλα ελληνικά, μέσω εποικισμού. Ποιος μπορεί να ξεχάσει ότι η Χαλκιδική πήρε το όνομά της από τις πόλεις (Όλυνθος, Ποτίδαια, Στάγειρα κλπ), που ίδρυσαν άποικοι από την Χαλκίδα, στην οποία πέθανε και ο Έλληνας μακεδόνας φιλόσοφος Αριστοτέλης, ως απόγονος αρχαίων Χαλκιδέων αποίκων, οι οποίοι ίδρυσαν τα Στάγειρα – παρά το γεγονός ότι τον διεκδικεί και η ‘‘μακεδονική’’ ιστοριογραφία των Σκοπίων;


Πρέπει, λοιπόν, οι νεογιάπηδες νομενκλατουρίστες της FYROM να βάλουν νερό στο κρασί τους, να εγκαταλείψουν τους ψευδοαλυτρωτισμούς και την στροφή της διαδικασίας εθνογένεσής τους (αν τελικά την καταφέρουν), σε βάρος των Ελλήνων και αυτό να το κάνουν με την υπογραφή μιας συμφωνίας, η οποία θα ξεκαθαρίζει τα ζητήματα του αλυτρωτισμού και την ονομασία της χώρας τους, η οποία, ως τμήμα της παλαιάς Μακεδονίας (είναι το 38% αυτής, ενώ η ελληνική Μακεδονία είναι το 51,7%, η βουλγαρική Μακεδονία το 10% και το ελάχιστο υπόλοιπο βρίσκεται στην Αλβανία), έχει δικαίωμα στο όνομα Μακεδονία με έναν φυλετικό (Σλαβομακεδονία) ή γεωγραφικό (Ανω Μακεδονία), ή χρονικό προσδιορισμό (Νέα Μακεδονία), ή κάποιους άλλους παρεμφερείς προσδιορισμούς, που η διπλωματία – και η καλή θέληση, που δυστυχώς μέχρι τώρα δεν έχει επιδειχτεί – μπορεί να βρει.


Αν δεν το κάνουν αυτό, πρέπει να υποστούν τα επίχειρα. Τα επίχειρα αυτά είναι συγκεκριμένα και έχουν κόστος :


Μη ένταξη της FYROM στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.


Άλλωστε, το ότι η ονομασία της χώρας τους είναι αντικείμενο διαφοράς και διαπραγμάτευσης με την Ελλάδα, το έχουν αποδεχτεί οι νομενκλατουρίστες της FYROM, όταν απεδέχοντο το 1993 την προσωρινή ονομασία ‘πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας’’, για να ενταχθούν στον Ο. Η. Ε. και όταν υπέγραψαν τον Σεπτέμβριο του 1995 την Ενδιάμεση Συμφωνία με την Ελλάδα, προκειμένου να αρθεί το embargo, που τους είχε επιβάλλει, κόντρα στις θελήσεις της υπερατλαντικής υπερδύναμης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο αείμνηστος Ανδρέας Παπανδρέου. Και αυτή ήταν η μεγαλύτερη προσφορά αυτής της συμφωνίας, που με κόπο πέτυχαν ο τότε πρωθυπουργός και ο τότε ΥΠΕΞ Κάρολος Παπούλιας, αφού, για πρώτη φορά σε γραπτό κείμενο, προέκυψε η αναγνώριση από την ηγεσία της FYROM του γεγονότος ότι η ονομασία της χώρας είναι αντικείμενο διαφοράς με την Ελλάδα, μια διαφορά που έπρεπε να λυθεί με διαπραγματεύσεις, υπό την αιγίδα του Ο. Η. Ε.


Φυσικά, η ελίτ της FYROM είχε σκοπό να παρελκύσει και να διαιωνίσει αυτή την διαδικασία, χωρίς να καταλήξει πουθενά, με την επιδίωξη την επιβολή στην πράξη της λεγόμενης συνταγματικής ονομασίας του κράτους στις διεθνείς του σχέσεις και αυτό έπραξε όλα αυτά τα χρόνια και γι' αυτό οι ευθύνες των μετέπειτα του Ανδρέα Παπανδρέου κυβερνήσεων στην Ελλάδα είναι βαρύτατες, που άφησαν το ζήτημα να κακοφορμίσει. Να φανταστούμε ότι, αν ο Ανδρέας είχε αρρωστήσει και παραιτηθεί τρεις μήνες νωρίτερα από τότε που αρρώστησε (τέλη Νοεμβρίου 1995), δεν θα είχε υπάρξει ούτε η Ενδιάμεση Συμφωνία και ο Κώστας Σημίτης θα είχε αποσύρει το embargo, χωρίς αυτήν την συμφωνία και χωρίς καμμία άλλη, στα πλαίσια του ‘‘εκσυγχρονισμού’’ και της οσφυοκαμπτικής δήθεν ευρωπαϊκής κουλτούρας της διακυβέρνησής του.


Τώρα, αλλά και αργότερα, όταν η FYROM θελήσει να ενταχθεί στην Ε. Ε., είναι η ώρα της αλήθειας για το λεγόμενο ‘‘μακεδονικό’’ ζήτημα. Η FYROM πρέπει να υποχρεωθεί, προκειμένου να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και αύριο στην Ε. Ε., να προσδιορίσει τα ζητήματα, σε σχέση με την ονομασία της, την διαδικασία εθνογένεσης, που θέλει να ολοκληρώσει – εάν τα καταφέρει –, τον αλυτρωτισμό και το δικαίωμα της χρήσης του όρου ''Μακεδονία'', ''μακεδονικός'' και όλα τα σχετικά με αυτά, με την υπογραφή μιας συγκεκριμένης και σαφούς γραπτής συμφωνίας, παρά τα κελεύσματα των Η. Π. Α. και όλων όσων τις επικουρούν, αναλώμασι των ελληνικών συμφερόντων. Και όλα αυτά, χωρίς ελληνικούς παληκαρισμούς, ή απειλές σε βάρος των δύστροπων γειτόνων μας, αλλά επί τη βάσει της απλής καλής αρχής ότι ''οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους''.


Άλλωστε, τα πραγματικά προβλήματα της χώρας αυτής δεν έχουν να κάνουν με την ονομασία της, αλλά με την πραγματική ζωή των ανθρώπων αυτών και την συμβίωσή τους με την ολοένα και αυξανόμενη αλβανική μειονότητα, η οποία γίνεται όλο και πιο επιθετική στην συμπεριφορά της, παρά την ειρήνευση του 2001.


(Φυσικά, η υπογραφή της συμφωνίας δεν σημαίνει ότι η FYROM, θα την τηρήσει και ότι θα παύσει να ισχυρίζεται όσα ισχυρίζεται, αφού ακόμα και αν δεχτεί έναν προσδιορισμό στο όνομά της, μπορεί στο μέλλον να επαναφέρει την ονομασία που επιθυμεί και να την χρησιμοποιεί, κατά το δοκούν, μαζί με τον ‘‘μακεδονισμό’’ και τον σύστοιχο αλυτρωτισμό. Όμως, οι διεθνείς συμφωνίες είναι πάντα απαραίτητες, ως όπλα στα διεθνή fora και γι’ αυτό η υπογραφή μιας τέτοιας διεθνούς συμφωνίας είναι απαραίτητη, αφού η επίκλησή της και η συνυπογραφή της ελίτ της γειτονικής χώρας, θα είναι ένα ισχυρό όπλο της Ελλάδας, απέναντι στον ‘‘μακεδονικό’’ εθνικισμό, γεγονός που ενοχλεί, περισσότερο από κάθε τι άλλο, την νομενκλατούρα της γείτονος).


Πάσα άλλη γνώμη συζητήσιμη.

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Βλεπω οτι στην αρχη επικρύνετε τον Μητσοτάκη αλλα δεν λέτε οτι εκείνος είχε πετύχει τοτε το πακέτο Πινεϊρο που θα εδινε ενα συνθετο ονομα με εθνικο ή γεωφραφικό προσδιορισμό (πιθανότατα το όνομα Σλαβομακεδονία) πραγμα για το οποιο παρακαλάμε σήμερα και οι Σκοπιανοί δεν το δέχονται.

Αυτο που πληρώνουμε σήμερα ειναι οι μικροπολιτικοί εθνικισμοί των Σαμαρά και Ανδρέα Παπανδρέου που δεν διαφέρουν σε τίποτα απο τον εθνικισμό του Γκρουέφσκι, καθώς επίσης και την αδράνεια των κυβερνήσεων Σημίτη επι του θέματος αφού απο το 1995 εως το 2004 περισσότερες απο 100 χώρες έχουν αναγνωρίσει τη FYROM ως "Μακεδονία" χωρίς να αντιδράσει επίσημα το ελληνικό κράτος.

TassosAnastassopoulos είπε...

Το πρόβλημα με τον πολύπειρο Κωνσταντίνο Μητσοτάκη είναι ότι ουδέποτε πίστεψε στην υπόθεση του Μακεδονικού. Και φυσικά, όταν δεν πιστεύει κάποιος σε ένα ζήτημα που αφορά την πολιτική μιας χώρας στην οποία ηγείται, τότε είναι ακατάλληλος να την διαχειρισθεί.

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης όταν το Μακεδονικό ζήτημα επανατέθηκε, με την διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, εμφανίστηκε, επισήμως, ως οπαδός της γραμμής Αντώνη Σαμαρά - Ανδρέα Παπανδρέου. Δηλαδή συντάχθηκε με την γραμμή ότι το όνομα της Μακεδονίας και τα παράγωγα αυτού δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από το ομόσπονδο κράτος των βουλγαρικής καταγωγής κατοίκων της περιοχής των Σκοπίων.

Η στάση αυτή του Κων-νου Μητσοτάκη ήταν, φυσικά, υποκριτική και προϊόν εσωτερικής πολιτικής σκοπιμότητας. Αυτό που έκανε ο Κρητικός πολιτικός ήταν να υπονομεύσει, υπογείως, την ελληνική εξωτερική πολιτική και να οδηγήσει τις εξελίξεις, σε συνεννόηση με τους Αμερικανούς και τους Ευρωπαίους πολιτικούς, στην είσοδο του κράτους των σλαβομακεδόνων στον Ο.Η.Ε., με μια ονομασία (η οποία είπαν ότι ήταν προσωρινή), που περιείχε τον όρο "Μακεδονία". Συγκεκριμένα το κράτος αποκαλέστηκε, επισήμως, "πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας" (Former Yugoslav Republic of Macedonia" - F.Y.R.O.M.) με την παρουσία του ίδιου του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, στην συνεδρίαση του αρμοδίου οργάνου του Ο.Η.Ε.

Και όλα αυτά, σε μια εποχή που η Ελλάδα μπορούσε να επιβληθεί στην γειτονική χώρα, η οποία κινδύνευε με διάλυση, την οποία διάλυση η τότε κυβέρνηση Μητσοτάκη απέτρεψε (και καλά έκανε), αλλά χωρίς να απαιτήσει και χωρίς, φυσικά, να πάρει εκείνα τα ανταλλάγματα που μπορούσε, βοηθούσης της συγκυρίας (δηλαδή της τυχοδιωκτικής πολιτικής του Σλόμποταν Μιλόσεβιτς), να πάρει.

Το πακέτο Πινέϊρο θα ήταν χρήσιμο, εάν δεν ήταν μόνον μια ενδοευρωπαϊκή υπόθεση και εάν δεν ήταν, απλώς, για το θεαθήναι. Δυστυχώς, οι "εταίροι" της Ε.Ε. ουδέποτε πίεσαν, πραγματικά, την σλαβομακεδονική κυβέρνηση για οποιαδήποτε διαπραγμάτευση και ουσιαστικά, ουδέποτε η σλαβομακεδονική ηγεσία απεδέχθη την αλλαγή του ονόματος του κράτους της, σε οποιαδήποτε άλλο, πέραν του συνταγματικού της ονόματος, δηλαδή το σκέτο "Μακεδονία".

Οι σλαβομακεδόνες ηγέτες ήσαν και είναι διατεθειμένοι να συζητούν με την ελληνική πλευρά, γύρω από το όνομα του κράτους (την σημαία, τα σύμβολα κλπ), αλλά μόνον να συζητούν, με σκοπό να κερδίσουν χρόνο και να αφήσουν τον χρόνο και τις εξελίξεις να παγιώσουν την ονομασία του κράτους τους, κατά πως εκείνοι επιθυμούν.

Και αυτό, γι' αυτούς, είναι ζωτικής σημασίας, διότι το ζήτημα της ονομασίας του κράτους τους ταυτίζεται με την διαδικασία εθνογένεσής τους, που άρχισε να λαμβάνει σάρκα και οστά, επί της τιτοϊκής εποχής. Όσο αυτό δεν το καταλαβαίνει η ελληνική πλευρά (οι έμπειροι διπλωμάτες που ζουν το ζήτημα από κοντά το γνωρίζουν πολύ καλά), τόσο θα σφάλλει. Χωρίς το όνομα "Μακεδονία" και την εθνοποιητική έννοια του όρου (στην πραγματικότητα ο όρος "Μακεδονία" είναι ένας γεωγραφικός όρος), οι σλαβομακεδόνες ηγέτες αποδεικνύονται σφετεριστές και διαχειριστές μιας συνιστώσας του βουλγαρικού έθνους και τίποτε περισσότερο. Και αυτό, ουδόλως, το επιθυμούν.

Και οι ευθύνες του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη είναι βαρύτατες, για την τροπή που έχει λάβει το μακεδονικό, ύστερα από όσα αυτός έκανε, ως πρωθυπουργός της χώρας, στις αρχές της δεκαετίας του 1990

Δεν πίστεψε στην ελληνική εξωτερική πολιτική και την παρέλκυσε. Για να καταλήξει το 1993 στον ωμότατο, αήθη και εξωπραγματικό (και ως εκ τούτου διαψευσθέντα) ισχυρισμό ότι "μετά από δέκα χρόνια κανείς δεν θα θυμάται το ζήτημα της ονομασίας του κράτους των Σκοπίων".
Ένας ισχυρισμός, ο οποίος (πέρα από αναληθής) άρμοζε (και αρμόζει) σε ένα αδιάφορο ξένο, ή σε έναν κοσμοπολίτη, ο οποίος έχει ξεκοπεί από τις εθνικές του ρίζες και όχι σε έναν υπεύθυνο πρωθυπουργό του ελληνικού κράτους.

(Σκληρόν, αλλά αληθές)...

TassosAnastassopoulos είπε...

Ένα κομμάτι του παρόντος άρθρου μου, για το μακεδονικό ζήτημα, ανακάλυψα ότι αναδημοσιεύτηκε στις 6/12/2011 (δυστυχώς, χωρίς αναφορά στην πρωτότυπη πηγή), με τίτλο : "Το Μακεδονικό ζήτημα ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα". Την αναδημοσίευση αυτή μπορεί να την διαβάσει, όποιος επιθυμεί, στην ηλεκτρονική διεύθυνση : http://agiosgr.blogspot.com/2011/12/blog-post_06.html .

Η αναδημοσίευση των άρθρων είναι καλή και χρήσιμη, αφού έτσι διαδίδονται οι ιδέες και οι γνώσεις στο ευρύ κοινό. Όμως, η παράλληλα αναφορά στην πηγή, από την οποία γίνεται η αναδημοσίευση, είναι δεοντολογικά αναγκαία.

Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε όλοι μας - του εαυτού μου μη εξαιρουμένου...