Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Φεβρουάριος 1926 : Η δίκη του Παντελή Πουλιόπουλου για την προπαγάνδιση της "αυτονομίας της Μακεδονίας". (Η προϊούσα γραφειοκρατικοποίηση του K.K.E. και ο Κώστας Σπέρας).


"ΕΜΠΡΟΣ" 24/2/1926


Στο προηγούμενο άρθρο γύρω από το Μακεδονικό ζήτημα [Το Μακεδονικό (και οι ... τσάμηδες) στις δεκαετίες 1920 - 1930 : Ένας αποκαλυπτικός διάλογος του Λέοντα Τρότσκυ με το ελληνικό "Αρχείο του Μαρξ"” http://tassosanastassopoulos.blogspot.com/2011/12/1920-1930-l-d-trotsky-kai-makedoniko.html ], είδαμε τον διάλογο του Λέοντα Τρότσκυ, με έναν εκπρόσωπο των αρχειομαρξιστών και το πολιτικό παρασκήνιο, που οδήγησε την ηγεσία του Κ.Κ.Ε. στην εξωπραγματική και καταστροφική υποστήριξη της θέσης υπέρ της "αυτονομίας της Μακεδονίας", για χάρη της Κομμουνιστικής Διεθνούς, η οποία, υπό την καθοδήγηση των Μανουήλσκυ και Κολάρωφ, στήριξε μια τυχοδιωκτική - και τελικά ατελέσφορη - συμμαχία του βουλγαρικού Κ. Κ., με τους Βουλγαρομακεδόνες εθνικιστές.

Αυτή η θέση του Κ.Κ.Ε., που το απομόνωσε από την ευρύτερη ελληνική κοινωνία, κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου, δεν έμεινε χωρίς συνέπειες για την ηγεσία του (Παντελής Πουλιόπουλος, Σεραφείμ Μάξιμος κλπ), η οποία οδηγήθηκε από το καθεστώς της δικτατορίας του Θεόδωρου Πάγκαλου, τον Φεβρουάριο του 1926, στο στρατοδικείο, με την κατηγορία της προδοσίας.



Κώστας Σπέρας


Στο παραπάνω φύλλο της εφημερίδας "ΕΜΠΡΟΣ" της 24/2/1926 περιγράφεται η δίκη της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε. στην οποία παρουσιάστηκε, ως μάρτυρας κατηγορίας, ο παλαιός αναρχοσυνδικαλιστής και εκ των ιδρυτών της ΓΣΕΕ, Κώστας Σπέρας, την κατάθεση του οποίου μπορούμε να διαβάσουμε, πάντοτε, με την επιφύλαξη του γεγονότος ότι το κείμενο που δημοσιεύεται στην συντηρητική εφημερίδα της εποχής εκείνης δεν είναι η αυτούσια κατάθεση του Κώστα Σπέρα στο στρατοδικείο, αλλά αυτό που ο ρεπόρτερ της εποχής κατέγραψε, λαμβανομένων υπόψη των απαγορεύσεων και των σκοπιμοτήτων, που το, τότε, εκδοτικό κατεστημένο και το καθεστώς του Πάγκαλου (παππού του νυν αντιπροέδρου της κυβερνήσεως) επέβαλαν και ακολουθούσαν.

Ας παρακολουθήσουμε την εμφανιζόμενη κατάθεση του Κώστα Σπέρα, η οποία είναι πλήρως αποκαλυπτική της επικρατούσας κατάστασης στο νεαρό, εκείνη την εποχή, Κ.Κ.Ε., το οποίο (πολύ πριν από την σταλινοποίησή του, η οποία επήλθε με την εγκαθίδρυση της ηγεσίας του Νίκου Ζαχαριάδη και των άλλων κούτβηδων, που επέβαλαν ο Στάλιν και η Κομιντέρν) είχε, ήδη, γραφειοκρατικοποιηθεί και εξέφραζε, ως προέκταση της νεοπαγούς γραφειοκρατίας του Κ.Κ.Σ.Ε., τα συμφέροντα αυτής της γραφειοκρατίας, όπως αυτή εκτιμούσε ότι αυτά εξειδικεύονταν στον ευρύτερο βαλκανικό και στον στενότερο ελληνικό χώρο.

Πραγματικά, η ηγεσία του ΚΚΕ απετελείτο, όπως περιέγραψε ο Κώστας Σπέρας, από ανθρώπους με αγνές προθέσεις (ιδεολόγους, με την μαρξική έννοια της λέξης, δηλαδή άνθρωπους με κυρίαρχο στοιχείο της δράσης τους την ψευδή συνείδηση) και ανθρώπους, στους οποίους το στοιχείο αυτό (η ψευδής συνείδηση, με την μαρξική έννοια της λέξης) υποχωρούσε μπροστά στην επιδίωξη ανέλιξής τους στην ιεραρχική δομή του νεαρού κόμματος.

Κοινωνιολογικά και πολιτικά ο Κώστας Σπέρας είχε δίκιο. Αυτές οι δύο ανθρώπινες συμπεριφορές και επιδιώξεις ήσαν (και είναι) διαχρονικά σημαντικές κινητήριες δυνάμεις, που εξωθούν τους ανθρώπους να δρουν και να συνεργάζονται σε ομαδικό επίπεδο και αυτές οι δυνάμεις εξωθούσαν και την προσωπική δράση των ηγετών του ΚΚΕ.

Στο δικαστήριο, όμως η διαδικασία είναι διαφορετική και άλλα τα ζητούμενα. Σε δικαστικό επίπεδο, δεν υπήρξε καμμία προσωποποιημένη κατηγορία του Σπέρα κατά των ηγετών του ΚΚΕ. Δεν συνέδεσε τις κατηγορίες, με πρόσωπα και ψευδώς, είπε ότι δεν ξέρει ποιοί, εκ των κατηγορουμένων, αποτελούν την ηγεσία του Κ.Κ.Ε., μιλώντας και για ''αγνές προθέσεις'' ορισμένων και για φιλοδοξίες κάποιων άλλων, χωρίς ποτέ να τους εξατομικεύει. Και στα δικαστήρια είναι η εξατομίκευση, που μετράει και όχι η γενικολογία και η αοριστολογία.

Με λίγα λόγια, ο Σπέρας είπε στο δικαστήριο ότι : Κύριοι έγιναν αυτά τα πράγματα, που εγώ περιέγραψα, δεν γνωρίζω ποιοί εκ των κατηγορουμένων συμμετείχαν σε εκείνα για τα οποία κατηγορούνται και σε όσα γεγονότα έπεσαν στην αντίληψή μου, διότι δεν γνωρίζω ποιοί είναι οι ηγέτες του ΚΚΕ, αφού οι ηγέτες του ΚΚΕ εναλλάσσονται. Ψάξτε εσείς να βρείτε ποιοί είναι, τι έκαναν και πόσο και σε ποιές πράξεις συμμετείχαν.

Αυτή ήταν η τοποθέτηση του Σπέρα στο δικαστήριο, συνοδευόμενη από την απίθανη εκείνη θέση του ότι η ρωσική κυβέρνηση εξυπηρετεί και τα διεθνή συμφέροντα των εργατών και των αγροτών (προφανώς είχε ακόμα και τότε αυταπάτες για την ''Ε.Σ.Σ.Δ.'', ο Σπέρας, παρά την σύγκρουση, που είχε γίνει για το Εργατικό Κέντρο Αθηνών, σχεδόν ένα χρόνο νωρίτερα και παρά τα όσα καταμαρτυρούσε στους κομμουνιστές την ώρα των αντιπαραθέσεων μαζί τους, για τις καρέκλες στο ΕΚΑ).

Και φυσικά ο Κώστας Σπέρας είχε δίκιο για το Μακεδονικό και άδικο ο Στίνας (ο οποίος στήριξε την υπερασπιστική γραμμή του Παντελή Πουλιόπουλου στο στρατοδικείο). Δεν υπήρξε καμμία ''μάχη υπεράσπισης των αρχών'', όσον αφορά το Μακεδονικό ζήτημα και την αυτονόμηση της Μακεδονίας. Δεν γινόταν καμμία μάχη υπεράσπισης του ''διεθνισμού'', απέναντι στον ''εθνικισμό''.

Δυστυχώς, τα πράγματα ήσαν πολύ πιο πεζά και οπορτουνιστικά. Ο Παντελής Πουλιόπουλος είχε αναλάβει το υπαλληλικό καθήκον να φέρει σε πέρας την γραμμή της Κομμουνιστικής Διεθνούς, για την αυτονόμηση της Μακεδονίας, προκειμένου να εξυπηρετηθεί μια, οπορτουνιστικής φύσεως, τακτική πολιτική συμμαχία των Βουλγάρων κομμουνιστών, με τους Βούλγαρους κομιτατζήδες εθνικιστές.



Λέων Τρότσκυ


Ας ξαναθυμηθούμε τον διάλογο του Λέοντα Νταβίντοβιτς Μπρονστάϊν Τρότσκυ, με τον εκπρόσωπο των αρχειομαρξιστών τον Ιούνιο του 1932 :


''ΛΕΩΝ ΤΡΟΤΣΚΙ: Δεν έχετε πει τίποτα για το εθνικό ζήτημα. Τι άποψη έχετε για τη Μακεδονία και τις μειονότητες;

ΑΡΧΕΙΟ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ: Το συνέδριό μας πήρε απόφαση ενάντια στο σύνθημα για ανεξαρτησία της Μακεδονίας, που είχε υιοθετήσει το κόμμα το 1925.

Λ.Τ.: Γιατί;

Α.Μ.: Προέκυψε μετά την πλήρη ανταλλαγή πληθυσμών Ελλήνων, Τούρκων και των Βουλγάρων. Η βουλγαρική Μακεδονία αποτελούνταν σro 90% από Βούλγαρους, η ελληνική Μακεδονία από 90% Έλληνες, η σερβική Μακεδονία το ίδιο. Αν εξαιρέσουμε την εβραϊκή μειονότητα, η οποία μένει μόνο στις πόλεις, όπου στην επαρχία είναι Έλληνες από τη Μικρά Ασία και την περιοχή της Μαύρης θάλασσας.

Λ.Τ.: Γιατί πρόβαλε το κόμμα το σύνθημα για ανεξαρτησία της Μακεδονίας;

Α.Μ.: Ο Μανουήλσκυ και ο Κολάρωφ επέμεναν σ' αυτό. Την εποχή εκείνη, το βουλγαρικό κόμμα είχε συμμαχήσει με τους Βούλγαρους εθνικιστές, οι οποίοι αυτοαποκαλούνταν «Μακεδόνες», ελπίζοντας να τους κερδίσουν με το μέρος τους. Σ' αυτήν τη βάση ήταν που προβλήθηκε το σύνθημα για την ανεξαρτησία της Μακεδονίας. Όμως οι «Μακεδόνες», υπό την ηγεσία του Τσανκώφ έστρεψαν αμέσως τα πυρά τους κατά των κομμoυνιστών.''

Ο Κώστας Σπέρας είχε δίκιο. Και υπήρξε πολύ επιεικής με την ηγεσία του ΚΚΕ και την ''ΕΣΣΔ'' στην δίκη. Και ο Στίνας το ήξερε αυτό...


Παντελής Πουλιόπουλος


Αντίθετα, η ηγεσία του Παντελή Πουλιόπουλου έβλαψε τον τόπο. Όχι γιατί υπάρχει φετίχ με την εδαφική ακεραιότητα της χώρας. Η εδαφική ακεραιότητα μιας χώρας είναι υπό αίρεση, όταν αλλάζουν τα δημογραφικά δεδομένα, σε ένα τμήμα της και οι πλειοψηφίες της μιας χρονικής περιόδου γίνονται μειοψηφίες, σε μια άλλη χρονική περίοδο.

Ο Παντελής Πουλιόπουλος, με την θέση που υπεράσπιζε, έβλαπτε τους πάνω από 1.000.000 πρόσφυγες που είχαν εγκατασταθεί, μέσω της Συνθήκης της Λωζάνης, στον χώρο της Μακεδονίας και της Θράκης, ανατρέποντας τα δημογραφικά δεδομένα στην περιοχή και καθιστώντας τους Έλληνες συντριπτική πλειοψηφία. Η υλοποίηση αυτού του εγκλήματος θα οδηγούσε σε έναν νέο εξανδραποδισμό και σε μια νέα προσφυγοποίηση των μόλις εγκατασταθέντων στην ελληνική Μακεδονία προσφύγων. Κάτι που κόντεψε να γίνει, κατά την διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής, στην Μακεδονία και στην Θράκη, κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και θα ολοκληρωνόταν, αν οι ναζί κέρδιζαν τον πόλεμο (και πιθανότατα, αν οι ζαχαριαδοσταλινικοί κέρδιζαν αυτοί στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο).

Και το αίσχιστο όλων είναι ότι αυτό το έπραξε, ως υπάλληλος της γραφειοκρατίας της Κομιντέρν, για να εξυπηρετήσει μια, τακτικής φύσεως, οπορτουνιστική συμμαχία του Κ.Κ. Βουλγαρίας, με τους κομιτατζήδες εθνικιστές....

Δυστυχώς!

Μπορούμε να μιλάμε ''ιδεολογικά'' - ψευδοσυνειδησιακά όσο θέλουμε. Αλλά αυτά δεν είναι τα πραγματικά προβλήματα. Τα πραγματικά προβλήματα έχουν να κάνουν με την εγκληματική πολιτική του Πουλιόπουλου, ο οποίος, φυσικά, δεν εκτελέστηκε. Κανείς δεν εκτελέστηκε. Και, φυσικά, πολύ σωστά δεν εκτελέστηκε. Απλούστατα οι πάτρωνές του, της "ΕΣΣΔ", τα βρήκαν, με τον Πάγκαλο, στο παρασκήνιο και γι’ αυτό η δίκη δεν ολοκληρώθηκε.

Αυτό οι μαρξιστές - λενινιστές, όλων των αποχρώσεων, το ξεχνούν, ή, μάλλον, κάνουν πως το ξεχνούν.

Για το Μακεδονικό ο Κώστας Σπέρας είχε απόλυτο δίκιο, επί της ουσίας. Η ηγεσία του Κ.Κ.Ε. (Παντελής Πουλιόπουλος, Σεραφείμ Μάξιμος κλπ), εκτελώντας ρητές εντολές από την Κομμουνιστική Διεθνή, έκανε κεντρικό σύνθημα του κόμματος την αυτονόμηση της Μακεδονίας, προκειμένου να εξυπηρετήσει μια οπορτουνιστική πολιτική συμμαχία του βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος με το κόμμα των Βούλγαρων εθνικιστών, χωρίς να λαμβάνει υπόψη της την απλή πραγματικότητα της εποχής της. Ότι δηλαδή η παλaιά πολυεθνική Μακεδονία είχε παύσει να υπάρχει και ότι, μετά τον διαμελισμό της στην Ελλάδα, την Βουλγαρία και την Νοτιοσλαβία, στο ελληνικό κομμάτι της (δηλαδή στο 51% του συνόλου) είχαν εγκατασταθεί πάνω από 1.000.000 πρόσφυγες, αλλάζοντας πλήρως τα δημογραφικά δεδομένα στην περιοχή, καθιστώντας συντριπτική πλειοψηφία τους Έλληνες, απέναντι στους βουλγαρόφωνους και τους άλλους.

Αυτή η πραγματικότητα ήταν άμεσα ορατή. Ήταν μπροστά στα μάτια των ηγετών του ΚΚΕ, αφού μόλις πρόσφατα είχε διαμορφωθεί, μετά την Συνθήκη της Λωζάνης. Αυτήν την πραγματικότητα ο Παντελής Πουλιόπουλος την έγραψε στα παλαιότερα των υποδημάτων του, προκειμένου, ως πιστός υπάλληλος της Κομμουνιστικής Διεθνούς, να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της νεοπαγούς λενινιστικής γραφειοκρατίας της Διεθνούς, έτσι όπως αυτά εκφράζονταν από την συγκεκριμένη οπορτουνιστική πολιτική συμμαχία του Κ. Κ. Βουλγαρίας, με τους Βούλγαρους κομιτατζήδες, οι οποίοι είχαν υποστεί δεινή ήττα, πριν από λίγα χρόνια, κατά την διάρκεια των βαλκανικών πολέμων.

Αυτό ήταν το έγκλημα των ηγετών του ΚΚΕ εκείνη την εποχή. Ένα έγκλημα που έγινε υπό την καθοδήγηση της Κομμουνιστικής Διεθνούς και του Κολάρωφ, για χάρη μιας τυχοδιωκτικής τακτικιστικής πολιτικής συνεργασίας του Κ. Κ. Βουλγαρίας, μέσα στα πλαίσια της πολιτικής σκηνής της γειτονικής χώρας, η οποία πολιτική συνεργασία υπήρξε και ατελέσφορη. 

Και όλα αυτά, λόγω της υπαλληλοποίησης των στελεχών του ΚΚΕ, μέσα στον λενινιστικό μηχανισμό της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που τους καθιστούσε ικανούς να παρακάμπτουν την ζώσα πραγματικότητα, όχι εξ αγνοίας των πραγματικών δεδομένων της εποχής, αλλά, λόγω των εντολών που είχαν αναλάβει να διεκπεραιώσουν!

Αυτή είναι η αλήθεια και έτσι έχουν τα πράγματα. Και είναι, πραγματικά, αξιοπερίεργο το τι υπερασπίζονται οι πάσης φύσεως μαρξιστές - λενινιστές!

Προφανώς, έχουν την αντίληψη ότι το Κ.Κ.Ε. εκείνη την εποχή ήταν ένα ''επαναστατικό'' και ''εργατικό'' κόμμα και γι' αυτό ξεκινούν από εσφαλμένη βάση. Το Κ.Κ.Ε., φυσικά ήταν ένα εργατικής σύνθεσης κόμμα, αλλά, ήδη πριν από τότε (1926), είχε διαμορφωθεί, ως λενινιστικό κόμμα του μηχανισμού των ''επαγγελματιών επαναστατών'' - ωμά και ρεαλιστικά μιλώντας, ως κόμμα των επαγγελματικών του στελεχών, τα οποία, μέσα από την κατοχή της ''επαναστατικής πολιτικής και κοινωνικής επιστημονικής θεωρίας'', συγκροτούνταν, ως συνεκτικός εξουσιαστικός, ολοκληρωτικός γραφειοκρατικός μηχανισμός, μέσα από την περίφημη διαδικασία μπολσεβικοποίησής του, καθιστάμενος ο μηχανισμός αυτός αναπόσπαστο τμήμα της αναδειχθείσας, νέας κυρίαρχης εκμεταλλευτικής τάξης στην ''Ε.Σ.Σ.Δ.'' και του διεθνούς λενινιστικού μηχανισμού του Κ.Κ.Σ.Ε., ο οποίος ήταν ο κύριος μοχλός συγκρότησης των Κομμουνιστικών Κομμάτων, μέσα από την ίδρυση και την λειτουργία της Κομιντέρν.

Αυτή η υπαλληλοποίηση της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε., μέσα στον διεθνή λενινιστικό μηχανισμό είχε ήδη ολοκληρωθεί από εκείνη την προσταλινική εποχή και παρά τις όποιες αστάθειες και αναταράξεις λειτουργούσε πλήρως, έτσι όπως μας έχει περιγράψει και ο Καρλ Μαρξ την λειτουργία των κυρίαρχων τάξεων των μελών και των υποτακτικών τους, μέσα στην ιστορική εξέλιξη.

Αυτήν την προϊούσα υπαλληλοποίηση της νεοσχηματισθείσας νομενκλατούρας του Κ.Κ.Ε. κατέδειξε πλήρως και η υπόθεση της δίκης για το Μακεδονικό και το βρώμικο παρασκήνιο της απόφασης, που πήραν οι Μανουήλσκυ και Κολάρωφ, την οποία και μετέφεραν, ως πιστοί και υπάκουοι υπάλληλοι ο Παντελής Πουλιόπουλος και η λοιπή ηγεσία του Κ.Κ.Ε., δίχως να λαμβάνουν υπόψη τους την ζώσα πραγματικότητα (τους πάνω από 1.000.000 πρόσφυγες, που μόλις είχαν εγκατασταθεί στην Μακεδονία και οι οποίοι προσεφέροντο βορά στους Βούλγαρους κομιτατζήδες εθνικιστές, οδηγούμενοι σε νέα προσφυγοποίηση αν η εγκληματική πολιτική Πουλιόπουλου είχε ευωδοθεί). Και δεν λαμβάνονταν υπόψη η ζώσα πραγματικότητα, διότι δεν ενδιέφερε την ηγεσία του Κ.Κ.Ε. αυτή η πραγματικότητα, ή οποιαδήποτε άλλη. Αυτό που ενδιέφερε αυτούς τους υπάκουους υπαλλήλους της Κομμουνιστικής Διεθνούς ήταν η διεκπεραίωση της πολιτικής γραμμής που είχαν αναλάβει να φέρουν εις πέρας και τίποτε περισσότερο.


5/2/1927 "ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ" : Έναν χρόνο μετά την δίκη στο στρατοδικείο, ο Παντελής Πουλιόπουλος - και ενώ η Κομιντέρν έχει αλλάξει πολιτική και προτεραιότητες στον βαλκανικό χώρο, μετά την αποτυχία της προσέγγισης του βουλγαρικού Κ.Κ. με τους κομιτατζήδες - αλλάζει θέση για το Μακεδονικό, ομολογώντας (ορθότατα) ότι η πολιτική της αυτονομίας της Μακεδονίας (και της Θράκης) είχε χρεωκοπήσει. Αυτή η διαπίστωσή του, όμως, δεν θα τον εμποδίσει, αρκετά χρόνια αργότερα, όταν θα έχει φύγει από το Κ.Κ.Ε., να αλλάξει και πάλι θέση για το Μακεδονικό ζήτημα και να επανέλθει στις φιλοαυτονομιστικές του θέσεις, τις οποίες θα επαναλάβει, ως ηγέτης των Ελλήνων τροτσκιστών. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου (και ιδίως του δογματικού)...

(Και μπορεί στην συνέχεια, πολύ γρήγορα, ο Πουλιόπουλος να έφυγε από το Κ.Κ.Ε. Αυτή η φυγή του, όμως, δεν τον σώζει, ούτε τον απαλλάσσει από τις βαρύτατες ευθύνες, που έχει, εξ αιτίας της αυτόβουλης εξυπηρέτησης των συμφερόντων της γραφειοκρατίας της "Σοβιετικής Ένωσης" και της Κομμουνιστικής Διεθνούς, μια εξυπηρέτηση, η οποία ουσιαστικά πήρε την μορφή της πρακτόρευσης των συμφερόντων αυτών, αφού η θέση την οποία υπερασπίστηκε - η προπαγάνδιση της αυτονόμησης της Μακεδονίας και εξωπραγματική ήταν, αφού δεν στηριζόταν στα πληθυσμιακά δεδομένα της εποχής εκείνης στον ελληνικό μακεδονικό χώρο, αλλά και στήριζε μια τυχοδιωκτική πολιτική συμμαχία στην Βουλγαρία, μεταξύ των ηττημένων οπαδών του βουλγαρικού κομιτάτου και του νεοπαγούς βουλγαρικού Κ. Κ.).

Όντας, λοιπόν και οι σύγχρονοι μαρξιστές - λενινιστές (προεχόντως οι τροτσκιστές) εγκλωβισμένοι στην ιδεολογία τους, θα πουν ότι η ηγεσία του Κ.Κ.Ε. έκανε ό,τι έκανε, για ιδεολογικούς λόγους. Θα συμφωνήσω, με αυτή την υπερασπιστική γραμμή των μελών της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε., αλλά όχι για όλα τα μέλη αυτής της ηγεσίας. Αυτό, όμως, θα το κάνω, πάντοτε, ταυτίζοντας την έννοια της ιδεολογίας με την έννοια της ψευδούς συνείδησης, όπως κάνει - σε μια από τις καλύτερές του αναλύσεις - και ο Καρλ Μαρξ, που θεωρεί ότι η ιδεολογία έρχεται να κρύψει και να μυστικοποιήσει την πραγματικότητα, για να δικαιολογήσει όσα πραγματικά πράττουν οι άνθρωποι και οι κυρίαρχες τάξεις, βυθίζοντας τους σκοπούς και τα κίνητρά τους, μέσα στην παραμυθία, έτσι ώστε άλλα να κάνουν στην πράξη και άλλα να λένε και να πιστεύουν ότι κάνουν.

Αυτή η ιδεολογία τους, όμως, έκρυβε την εξελισσόμενη σύγκρότησή τους, ως νέας κυρίαρχης εκμεταλλευτικής τάξης και την υπαλληλοποίησή τους, ως τμήματος του Κ. Κ. Σ. Ε., μέσω του μηχανισμού της Κομιντέρν. Ό,τι το χειρότερο, δηλαδή, μπορούσε να προκύψει, μέσα από την κυριαρχία των λενινιστών στο διεθνές εργατικό κίνημα και την αντιδημοκρατική εκτροπή που έφερε η δημιουργία του Κ.Κ.Ε., ως τμήματος της διεθνούς λενινιστικής ελίτ, στο ελληνικό εργατικό κίνημα.

Και αυτή η ιδεολογία (πέρα από ελαφρυντικό, σε προσωπικό επίπεδο, για ορισμένους) δεν τους απαλλάσσει από τις ευθύνες τους, διότι αυτό που μετράει στην πράξη είναι αυτό που κάνει κάποιος και όχι αυτό που λέει, ή πιστεύει, ότι κάνει.

Ο Κώστας Σπέρας, λοιπόν, αρεστόν ή όχι (πέρα από τα προσωπικά του λάθη, αν και ό,τι και να έκανε ήταν χαμένος, ως αναρχοσυνδικαλιστής, μέσα στο κλίμα της δεκαετίας του '20) είχε δίκιο απέναντι στο Κ.Κ.Ε., διότι, πρώτος από όλους, είχε αντιληφθεί, μέσα από την εμπειρία του, το που πήγαινε το πράγμα, με το Κ.Κ.Ε. και τις εξελίξεις μέσα στο ελληνικό εργατικό κίνημα.

Ως αναρχοσυνδικαλιστής ηττήθηκε και στην συνέχεια προσπάθησε (ως ''σοσιαλφασίστας'', κατά το Κ.Κ.Ε.) να αντιμετωπίσει τον εξουσιαστικό, ολοκληρωτικό και νεομεσαιωνικό γραφειοκρατικό λενινιστικό μηχανισμό του Κ.Κ.Ε., όπως μπορούσε και όχι πάντοτε με τον καλύτερο τρόπο και με όχι πάντοτε με τις καλύτερες συμμαχίες. Δεν ήταν θέμα, λοιπόν, ψύχωσης - αν και είχε πολλά απωθημένα με το Κ.Κ.Ε. Ήταν ζήτημα πολιτικής πράξης (καλής ή κακής, ορθής ή εσφαλμένης). Και αυτήν την πολιτική πράξη δεν την άντεχε το Κ.Κ.Ε., όπως ουδέποτε άντεξε κάθε πολιτική πράξη, η οποία δεν ήταν εναρμονισμένη με αυτό και πολύ περισσότερο όταν αυτή η πολιτική πράξη στρεφόταν εναντίον του, διότι το Κ.Κ.Ε. ουδέποτε καλλιέργησε, ή ανέχθηκε, την δημοκρατική κουλτούρα, μέσα στον χώρο του, ή στο εργατικό κίνημα.

Οι άλλοι, οι αντίπαλοι, για τον ολοκληρωτικό γραφειοκρατικό μηχανισμό του Κ.Κ.Ε. υπάρχουν κατά παραχώρηση και τούτο επειδή (και για όσο) το Κ.Κ.Ε. βρίσκεται σε θέση αδυναμίας επιβολής των απόψεών του και ενσωμάτωσης/απορρόφησης/εξαφάνισης των όποιων άλλων.

Δεν υπάρχει, λοιπόν, ψόγος για τις θέσεις του Κώστα Σπέρα, για την ηγεσία του Κ.Κ.Ε. (κριτική μπορεί και πρέπει να του γίνει, για τον χώρο και την συγκυρία της έκφρασής τους, αλλά αυτό, είπαμε, ότι είναι ένα άλλης τάξεως ζήτημα και αφορά την εκτίμηση της συγκυρίας και των επικρατουσών συνθηκών εκείνη την εποχή. Όπως, επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Σπέρας ανήκει σε εκείνη την γενιά, που πολέμησε στους δύο βαλκανικούς πολέμους και η οποία ενσωμάτωσε, δίνοντας το αίμα της, τον μακεδονικό χώρο στην Ελλάδα).

Ούτε και είναι ψέμμα ότι όλη η τότε ηγεσία του ΚΚΕ έπαιξε με την εδαφική ακεραιότητα της χώρας, όσον αφορά το Μακεδονικό εκείνη την εποχή. Δεν το αρνήθηκαν οι ηγέτες του Κ.Κ.Ε. Έπαιξαν με την εδαφική ακεραιότητα της χώρας, όπως και η μετέπειτα ηγεσία του Κ.Κ.Ε., η ηγεσία των κούτβηδων του Νίκου Ζαχαριάδη, επίσης, έπαιξε με την εδαφική ακεραιότητα της χώρας για το ίδιο θέμα.

Αυτό το γνωρίζουν, πολύ καλά, οι σύγχρονοι μαρξιστές - λενινιστές, πλην όμως το αποσιωπούν και κατηγορούν τον Κώστα Σπέρα, που το είπε.

Δίκαιο, λοιπόν, είχε ο Κώστας Σπέρας και όχι οι ηγέτες του Κ.Κ.Ε. για το Μακεδονικόοι οποίοι για λόγους τυφλής υποταγής στις τακτικές σκοπιμότητες της Κομμουνιστικής Διεθνούς οδηγούσαν την χώρα στον εδαφικό διαμελισμό - κάτι που οι αρχειομαρξιστές είδαν και αντιστάθηκαν στον άλλο δογματικό τον Λέοντα Τρότσκυ. Και φυσικά ο Σπέρας είχε δίκιο, όταν έλεγε πως οι ''εξ αγνής προθέσεως'' ηγέτες του Κ.Κ.Ε. είχαν παρασυρθεί από την Κομιντέρν (οι άλλοι - οι καρριερίστες - φυσικά, το έκαναν για την προσωπική τους ανάδειξη).

Αυτή είναι η αλήθεια και ο Σπέρας υπήρξε πολύ επιεικής μαζί τους. Διότι αυτοί, μέσα στα πλαίσια της ψευδούς συνειδήσεώς τους και των συμφερόντων, που εξυπηρετούσαν, πουλούσαν κόσμο, ως έμμισθα όργανα της Κομιντέρν, άνευ αποχρώντος λόγου και ενώ οι δημογραφικές ισορροπίες είχαν αλλάξει άρδην στην περιοχή.

Όσο και αν δεν αρέσει αυτή η διαπίστωση, έτσι έχουν τα πράγματα...



8/2/1929 "ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ" : Η παραχάραξη της αλήθειας στην πρώτη γραμμή (και στην πρώτη σελίδα)...


Τότε, άλλωστε, τα πράγματα στο νεαρό ελληνικό προλεταριακό κίνημα ήσαν πολύ - και μάλιστα απείρως - χειρότερα, από ό,τι είναι σήμερα. Μην ξεχνάμε ότι, κατά τον Μεσοπόλεμο, οι ισορροπίες στο ελληνικό εργατικό κίνημα ήσαν υπό διαμόρφωση και το Κ.Κ.Ε., με την ισχύ της "Ε.Σ.Σ.Δ.", είχε τα πρωτεία στον χώρο και επέβαλε συνειδήσεις και πολιτικές πρακτικές. Εκείνη την εποχή, όπως προκύπτει και από το παραπάνω φύλλο του ''ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ'', που έφερα, ως ντοκουμέντο, πολλές φορές (τις πλείστες) οι εργατικές, οι συνδικαλιστικές και οι πολιτικές διαφορές, μέσα στο ελληνικό εργατικό κίνημα λύνονταν με την συκοφαντία, το ασύστολο ψέμμα, την διαβολή, την τερατώδη παραχάραξη και διαστρέβλωση της αλήθειας, αλλά και - το κυριώτερο και πολύ περισσότερο επικίνδυνο - με πιστόλια, μαχαίρια, φαλτσέτες, στιλέτα, κατσαβίδια και άλλα συναφή  όργανα, τα οποία, φυσικά, δεν ήσαν όργανα διαλόγου και αντιπαράθεσης ιδεών, αλλά όργανα επιβολής των απόψεων και όργανα φυσικής εξόντωσης του αντιπάλου.

Φυσικά, δεν τα χρεώνεται όλα αυτά μόνον το Κ.Κ.Ε. Και οι άλλοι, δηλαδή οι άλλες τάσεις του εργατικού κινήματος (οι αρχειομαρξιστές κλπ), έχουν τις δικές τους ευθύνες για αυτήν την αντιδημοκρατική λοξοδρόμησή του.

Αλλά το Κ.Κ.Ε. έχει τις μεγαλύτερες και τις βαρύτερες ευθύνες επειδή ήταν το μεγαλύτερο κόμμα, επειδή ήταν μέρος του τεράστιου διεθνούς λενινιστικού μηχανισμού της Κομιντέρν και επειδή είχε πίσω του την αστείρευτη κρατική, οικονομική και πολιτική στήριξη της "Ε.Σ.Σ.Δ.", γεγονός το οποίο το καθιστούσε συντριπτικά ισχυρότερο των άλλων τάσεων του ελληνικού εργατικού κινήματος και έγκυρο συνομιλητή του ελληνικού αστικού πολιτικού κόσμου και του ίδιου του ελληνικού αστισμού.

Και αυτή η βαθιά αντιδημοκρατική εκτροπή του ελληνικού προλεταριακού κινήματος (και του ευρύτερου εργατικού) ήταν προϊόν (και) της ίδιας της ύπαρξης και της ιδιοσυστασίας του κόμματος, ως λενινιστικού κόμματος, το οποίο στην πορεία της μπολσεβικοποίησής του, έγινε ένας εξουσιαστικός, ολοκληρωτικός, ιεραρχικά δομημένος μηχανισμός, που δρούσε υπό την άτεγκτη καθοδήγηση ενός σκληρού πυρήνα αστών διανοουμένων, μισοπρολετάριων και προλετάριων ‘‘επαγγελματιών επαναστατών’’, οι οποίοι απετέλεσαν την εξουσιαστική καθοδηγητική γραφειοκρατική ηγεσία του, η οποία ήταν η προέκταση της νέας κυρίαρχης κοινωνικής τάξης, που δημιούργησε ο λενινισμός, με την ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς και των Κομμουνιστικών Κομμάτων, μετά την αποτυχία του συμβουλιακού πειράματος, για την συγκρότηση μιας εργατοαγροτικής εξουσίας στην επαναστατική Ρωσία.

Αυτή η αντιδημοκρατική εκτροπή του Κ.Κ.Ε. κατέστησε το κόμμα αυτό ένα βαθιά αντεπαναστατικό, κοινωνικά αντιδραστικό, πολιτικά ολοκληρωτικό και οργανωτικά συντηρητικό κόμμα, του οποίου η επικινδυνότητα αυξανόταν όσο αυτό αποτελούσε οργανικό κομμάτι του διεθνούς λενινιστικού μηχανισμού, μέσω πρωτίστως της "Ε.Σ.Σ.Δ." και της Κομιντέρν.

Αν γυρίσουμε στο φύλλο του ‘‘ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ’’, που επανέφερα, ως στοιχείο του διαλόγου, θα δούμε ότι αυτή η βαθιά αντιδημοκρατική και πλήρως ολοκληρωτική συμπεριφορά, είχε γίνει δομικό στοιχείο συγκρότησης του εν λόγω κόμματος και η εξουσία της στυγνής γραφειοκρατικής εξουσίας είχε ήδη δομηθεί από πολύ πριν το 1929. Δηλαδή πολύ πριν από την έλευση του σταλινισμού των κούτβηδων του Νίκου Ζαχαριάδη και φυσικά δεν έχει να κάνει με το σταλινικό φαινόμενο, το οποίο δεν ήταν τίποτε περισσότερο από την ακραία και περισσότερο απάνθρωπη εκδοχή του λενινισμού. Στο φύλλο αυτό θυμίζω ότι μια άλλη τάση του ελληνικού εργατικού κινήματος οι αρχειομαρξιστές, οι οποίοι ήσαν μια σημαντική τάση τη περίοδο του Μεσοπολέμου στην Ελλάδα, περιγράφονται ως χαφιέδες της αστυνομίας, οι οποίοι με κοινό σχέδιο και δράση με την Ασφάλεια, επιτίθενται κατά του συνεδρίου για την Ενωτική ΓΣΕΕ, που διοργανώνει το Κ.Κ.Ε. και σφάζει τους συνέδρους του κόμματος.

Αυτό που έχει σημασία εδώ να δούμε είναι το γεγονός ότι η αντιδημοκρατική εκτροπή, μέσα στο εργατικό κίνημα και η ολοκληρωτική δόμηση του Κ.Κ.Ε. είχαν ήδη προ πολλού οικοδομηθεί και ότι οι κοινωνικοαπελευθερωτικές διαδικασίες μέσα στον εργατικό χώρο ήσαν, από πολύ χρόνο πριν, σε αδιέξοδο. Είχαν δηλαδή μπει σε ένα τέλμα και τις είχαν υποκαταστήσει ολοκληρωτικές πρακτικές και στάσεις, οι οποίες προοιώνιζαν αυτό που θα ακολουθούσε (με την τριπλή Κατοχή της χώρας, κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου), όταν το Κ.Κ.Ε. θα εκμεταλλευόταν τις συγκυρίες και θα γινόταν, μέσω του Ε.Α.Μ., η κυρίαρχη πολιτική και στρατιωτική δύναμη στον τόπο.

Μέσα σε αυτό το ολοκληρωτικό και αντιδημοκρατικό περιβάλλον ο Κώστας Σπέρας και η μικρή του ομάδα, δεν είχαν περιθώρια πολιτικής επιβίωσης, ως αναρχοσυνδικαλιστές.

Στην πραγματικότητα, ήταν δύσκολη και η επιβίωσή τους, ως προσώπων και γι’ αυτό όλοι τους προσχώρησαν στην πορεία των εξελίξεων στον ευρύτερο ρεφορμιστικό ή φιλελεύθερο/συντηρητικό χώρο.

Ο ίδιος ο Κώστας Σπέρας, καθώς η διαμάχη του, με το Κ.Κ.Ε., οξυνόταν και φυσικά συντηρητικοποιούμενος (αν και ποτέ δεν εγκατέλειψε πλήρως όλες τις θέσεις που είχε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’20 – ο Άγις Στίνας τον περιγράφει στην φυλακή που τον συνάντησε επί Μεταξά, ως άλλον άνθρωπο, που θυμόταν με συγκίνηση τις ηρωικές στιγμές της οργανωτικής οικοδόμησης του ελληνικού εργατικού κινήματος, με την ίδρυση του ΕΚΑ και της ΓΣΕΕ, καθώς και βαθιά επηρεασμένο από το επαναστατικό πνεύμα και το έργο των Ισπανών αναρχικών στο ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, που ήταν σε εξέλιξη) αντιμετώπισε ουσιαστικό πρόβλημα και ως προς το ζήτημα της εύρεσης των προς το ζειν , αφού οι λενινιστές φρόντιζαν να μην βρίσκει δουλειά, με τους κατάλληλους εκβιασμούς προς τους υποψήφιους εργοδότες του, αλλά και ως προς την ίδια την ζωή του, η οποία, ουκ ολίγες φορές, κινδύνευσε από κουμπουροφόρους και φαλτσετοφόρους ‘‘απεσταλμένους’’ των λενινιστών.

Γι’ αυτό και εμείς τώρα στην σημερινή εποχή μπορούμε εύκολα να μιλάμε και να τον κρίνουμε, για το τι έκανε και το τι δεν έκανε σωστά. Η ουσία, με τον Κώστα Σπέρα, είναι ότι, πολύ πριν από τις άλλες τάσεις του ελληνικού εργατικού κινήματος (τους αρχειομαρξιστές π. χ.), αντελήφθη, όσο μπορούσε να αντιληφθεί, με τις γνώσεις που είχε και με την καθημερινή του εμπειρία, ότι το ΚΚΕ είχε πάρει αυτόν τον δρόμο και ότι δεν υπήρχε δυνατότητα μετασχηματισμού αυτού του κόμματος σε ένα δημοκρατικό εργατικό κόμμα.

Αυτό το κόμμα το πολέμησε, με όλους τους τρόπους που είχε και με όσα μέσα μπόρεσε να χρησιμοποιήσει. Όλες οι πιθανότητες ήσαν εις βάρος του και φυσικά ηττήθηκε και ως αναρχοσυνδικαλιστής, αλλά και ευρύτερα ως ανένταχτος συνδικαλιστής, με τις όποιες συμμαχίες έκανε. Σημασία έχει πως, στην ουσία, είχε σε όλα δίκιο απέναντι στο Κ.Κ.Ε. Και δικαίως το πολέμησε, άσχετα αν μπορεί να του γίνει κριτική, για τις όποιες τακτικές κινήσεις, ή συμμαχίες έκανε.

Η ουσία είναι ότι, μέσα από την καθημερινότητά του έζησε την ολοκληρωτική εκτροπή που εισήγαγε το Κ.Κ.Ε. στο ελληνικό εργατικό κίνημα και τις ολοκληρωτικές πρακτικές του, μέσα από την αδιάλλακτη απαίτησή του, για την κατοχή της ''επαναστατικής επιστημονικής κοινωνικής οικονομικής και πολιτικής θεωρίας'' και αντέδρασε, όταν όλοι οι άλλοι (ακόμα και όταν το Κ.Κ.Ε. τους ξεκλήριζε επί Κατοχής και στα Δεκεμβριανά) πίστευαν αφελώς ότι το Κ.Κ.Ε. μπορούσε να αλλάξει και να μετασχηματισθεί σε επαναστατικό - κοινωνικοαπελευθερωτικό κόμμα, όπως αφελώς επίσης πίστευαν ότι η Ε.Σ.Σ.Δ. ήταν ένα ''εργατικό κράτος'', (αυτού του είδους την αυταπάτη είχε, αρχικά και για αρκετό χρόνο αργότερα, όπως είδαμε σε εκείνη την .... φουτουριστική δίκη των ηγετών του ΚΚΕ, για το Μακεδονικό και ο Κώστας Σπέρας, ο οποίος, όμως, κατάφερε νωρίς, σε σχέση με τους άλλους, να απεμπλακεί από αυτήν), έστω και αν ήταν γραφειοκρατικά παραμορφωμένο - ο Άγις Στίνας είναι η αλήθεια ότι απεμπλάκηκε από αυτή την πεποίθηση πολύ αργότερα από τον Κώστα Σπέρα και οι μνήμες που άφησε πίσω του, για τον πρώην αναρχοσυνδικαλιστή και στην συνέχεια συντηρητικοποιηθέντα παλιό του φίλο και σύντροφο, αποπνέουν την αναγνώριση του γεγονότος ότι ο Κώστας Σπέρας, πρώτος από όλους, αντελήφθη το που πάει η κατάσταση με το Κ.Κ.Ε. και την εξουσιαστική γραφειοκρατία του.

Τελειώνοντας, ας το ξαναπούμε : Στην δίκη, για το Μακεδονικό, γίνεται μια πολύ καλή κοινωνιολογική τοποθέτηση του Κώστα Σπέρα, για τις προθέσεις της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε. Και φυσικά, όπως έχω ξαναπεί, οι ηγέτες του Κ.Κ.Ε. διακρίνονταν σε εκείνους, οι οποίοι δρούσαν με βάση την ιδεολογία, με την μαρξική έννοια της ψευδούς συνειδήσεως και σε εκείνους, που η ιδεολογία, δηλαδή η ψευδής συνείδηση, υποχωρεί και συνδυάζεται, με το βαθύ ανθρώπινο ένστικτο της προσωπκής ανέλιξης. Αυτό, δηλαδή, που ονομάζουμε προσωπική φιλοδοξία.

Αρεστόν, ή όχι, η τότε ηγεσία του Κ.Κ.Ε., με την θέση της στο Μακεδονικό, οδηγούσε στον διαμελισμό την χώρα. Και αυτό δεν είναι το χειρότερο. Το χειρότερο είναι ότι το έκανε αυτό, ενσυνειδήτως, την στιγμή που οι δημογραφικές ισορροπίες στην ελληνική Μακεδονία είχαν, μόλις, ανατραπεί, με την Συνθήκη της Λωζάνης του 1924 και είχαν εκεί εγκατασταθεί, περί το 1.000.000 πρόσφυγες από την Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη και την Ανατολική Ρωμυλία. Και το έκανε, ενσυνειδήτως, προκειμένου να ικανοποιήσει την τακτική συμμαχία των Βούλγαρων Κομμουνιστών, που ήσαν, τότε, ισχυροί στην χώρα τους, με τους Βούλγαρους κομιτατζήδες εθνικιστές, που προπαγάνδιζαν την αυτονόμηση της Μακεδονίας, με απώτερο στόχο της ενσωμάτωσή της στην Βουλγαρία.

Η, τότε, ηγεσία του Κ.Κ.Ε. διέπραττε έγκλημα, κατά των προσφύγων, που είχαν εγκατασταθεί στην ελληνική Μακεδονία, αφού η παλιά πολυεθνική Μακεδονία, που υπήρχε, μέχρι πριν το 1912, είχε πλέον εξαφανισθεί.

Δεν είχε άδικο ο Κώστας Σπέρας που το είπε. Μπορεί να του καταλογισθεί ότι το είπε, σε ακατάλληλο τόπο. Ίσως να μην χρειαζόταν (και δεν χρειαζόταν) να πάει εκεί στην δίκη των ηγετών του Κ.Κ.Ε. Μπορούσε αυτή να προχωρήσει και χωρίς αυτόν....




(Όποιος επιθυμεί, μπορεί να δει και τις θυελλώδεις συζητήσεις, που διεξήχθησαν το 2008 - 2009 και στις οποίες συμμετείχα, στο Athens Indymedia, με τίτλο "ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΣΠΕΡΑ ΖΗΤΟΥΝ ΑΠΑΝΤΗΣΗ" http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=958886 και στο Phorum.gr, με τίτλο : «Για τον Κώστα Σπέρα» http://www.phorum.gr/viewtopic.php?f=51&t=148657 . Επίσης στο μπλογκ μου μπορείτε να δείτε τα θέματα: “ΚΩΣΤΑΣ ΣΠΕΡΑΣ: Ο πρώην αναρχοσυνδικαλιστής που ηττήθηκε & δολοφονήθηκε από τον λενινοσταλινικό μηχανισμό - Μία συζήτηση στο ''ATHENS INDYMEDIA''” http://tassosanastassopoulos.blogspot.com/2011/12/1926-kke-makedoniko-kai-kostas-speras.html και “Υπόθεση Κώστα Σπέρα: Ο καπετάν - Περικλής αποκαλύπτει τα ψεύδη του Karhergr & της παρέας του περί ''κατάσχεσης'' του ''αρχείου του ΕΔΕΣ'' τον 11/1943” http://tassosanastassopoulos.blogspot.com/2009/08/houliaraskarhergr.html  και “Ιωάννης Καλομοίρης και Κώστας Σπέρας : Δύο περιπτώσεις με εντελώς αποκλίνουσα μεταχείριση από τον σταλινολενινιστικό μηχανισμό του ζαχαριαδικού Κ.Κ.Ε. (Η προδοτική επιστολή Καλομοίρη της 29/8/1941 και το Κ.Κ.Ε.)” http://tassosanastassopoulos.blogspot.com/2010/12/2981941-speras-kalomoiris-kke.html ).



1 σχόλιο:

TassosAnastassopoulos είπε...

Akrat, σε παρακαλώ, στείλε, πάλι, το μήνυμα, που εστειλες, για τον διάλογο, που περιλαμβάνεται, στο παραπάνω κειμενο, διότι, με δική μου ευθύνη, το έχασα.


Συγγνώμη, για την αβλεψία μου.