Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Η κρίση της ευρωζώνης, ως ειδική εκδήλωση της κρίσης του ευρωπαϊκού και του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος και οι βλακείες του ΓΑΠ και των ευρωζωνιτών. (Μια απάντηση στον Nuriel Roubini).

Η ευρωπαϊκή τραπεζική φούσκα, σε όλη της την έκταση. Οι 40 μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες και το ενεργητικό τους σε σχέση με το ΑΕΠ των χωρών από τις οποίες προέρχονται. Τα μεγέθη του ενεργητικού τους είναι εξωπραγματικά, μέσα στις παρούσες συνθήκες της ύφεσης. Προφανώς, το ενεργητικό αυτό είναι πολλαπλώς υπερτιμημένο και αναμένει το ξεφούσκωμά του, ενώ οι εντελώς ανεπαρκείς κεφαλαιακές τους καλύψεις χρηματοδοτούνται από τα κράτη της ευρωζώνης και την Ε.Κ.Τ., με χαμηλότοκο δανεισμό. Το ξεφούσκωμα, που θα ακολουθήσει, όλοι φοβούνται ότι θα είναι παταγώδες...



Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μια ουσιαστική ενότητα δύο άρθρων μου (
http://www.phpbbserver.com/pfor/viewtopic.php?p=9628&mforum=pfor#9628 και http://www.phpbbserver.com/pfor/viewtopic.php?p=9638&mforum=pfor#9638 στο PETROUPOLIS FORUMS, που δημοσιεύτηκαν στις 24/10/2010 και στις 25/10/2010, στο θέμα που άνοιξε εκεί, εκείνη την εποχή, ο αγαπητός μου φίλος Γιάννης Μιχαλόπουλος, με τίτλο : "Η άνοδος του ευρώ θα προκαλέσει μαζικό πόνο στις PIGS" http://www.phpbbserver.com/pfor/viewtopic.php?t=2158&start=0&postdays=0&postorder=asc&highlight=&mforum=pfor . Περιττό να πω ότι οι επακολουθήσασες εξελίξεις, με την ένταξη της Ιρλανδίας στον ψευδεπίγραφο "Μηχανισμό Στήριξης των χωρών της ευρωζώνης", ο οποίος στην πραγματικότητα είναι Μηχανισμός Στήριξης του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος και η επικείμενη ένταξη σε αυτόν και της Πορτογαλίας, καθώς και το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει η ευρωζώνη από τις επιθέσεις των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών, καθιστούν το κείμενο αυτό άκρως επίκαιρο...

Nuriel  Roubini - Καλά τα λέει, αλλά...


"Σε γενικές γραμμές φαίνεται σωστή η τοποθέτηση του Νουριέλ Ρουμπινί, γύρω από τα ζητήματα που αφορούν την νομισματική πολιτική της Ε.Κ.Τ.

Όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά, ειδικά, όσον αφορά το ζήτημα της ποσοτικής διάστασης στην νομισματική κυκλοφορία του ευρώ. Η αλήθεια είναι ότι η Ε.Κ.Τ. αύξησε την ποσότητα του χρήματος το 2009 στην ζώνη του ευρώ. Δηλαδή άσκησε το εκδοτικό της δικαίωμα και εξέδωσε αρκετές ποσότητες χρήματος, το οποίο ποσοστιαία έφθασε στα επίπεδα του 14%, περίπου, σε σχέση με το 2008.


Αυτό το κλασσικό κεϋνσιανό μέτρο νομισματικής πολιτικής ήταν απόρροια της αιφνιδιαστικής κατάρρευσης της αγοράς ακινήτων στις Η.Π.Α. και του κλυδωνισμού που υπέστη το αμερικανικό (και στην συνέχεια το διεθνές) χρηματοπιστωτικό σύστημα τον Σεπτέμβριο του 2008, με την απίθανη ανοησία των Μπους - Πώλσον - Μπερνάνκι να αφήσουν την Lehman Bros να καταρρεύσει. Οι Ευρωζωνίτες ακολούθησαν στην συνέχεια την νομισματική πολιτική των Αμερικανών, πολύ διστακτικά (κράτησαν τα αναπροεξοφλητικά επιτόκια σε υψηλά επίπεδα, την στιγμή που οι ιθύνοντες του FED μηδένισαν, ή και κατέστησαν αρνητικό το δικό τους αναπροεξοφλητικό επιτόκιο) και τούτο το έπραξαν επειδή πίστευαν (βλακωδώς) ότι το δικό τους τραπεζικό σύστημα ήταν πολύ περισσότερο προστατευμένο από τους κινδύνους, στους οποίους είχε εκτεθεί το αντίστοιχο αμερικανικό και ότι η ευρωζώνη προστάτευε ικανοποιητικά την ευρωοικονομία.


Για να αντιληφθούμε το μέγεθος των διαφορών των νομισματικών ποσοτήτων που βγήκαν στην πιάτσα, μέσα στις νομισματικές περιοχές του δολλαρίου και του ευρώ πρέπει να αναφέρω ότι τώρα στις Η.Π.Α., σε σχέση με την πριν την έλευση της ύφεσης του 2008 περίοδο, εκδόθηκε από το FED μια τεράστια ποσότητα δολλαρίων της τάξης του 60%, ενώ στην ευρωζώνη η αντίστοιχη ποσότητα του ευρώ που έκοψε η Ε.Κ.Τ. δεν ξεπέρασε (ούτε καν έφθασε) το ήμισυ των προαναφερόμενων ποσοτήτων του δολλαρίου.


Βέβαια, με έναν πληθωρισμό στην ευρωζώνη της τάξης λίγο πιο κάτω του 1% (το 2009) οι ποσότητες του χρήματος που κόπηκε στην ευρωζώνη από την Ε.Κ.Τ. φαίνονται υπεραρκετές, για την χρηματοδότηση της συγκράτησης της οικονομίας από την πτώση στην δίνη της ύφεσης και για την τροφοδότηση της αναπτυξιακής διαδικασίας (το 14% της αύξησης της ποσοτικής διάστασης της νομισματικής κυκλοφορίας, σε σχέση με το κάτι λιγότερο από το 1% του πληθωρισμού στην ευρωζώνη δεν είναι καθόλου λίγο - στην Ελλάδα, έτσι για να θυμόμαστε, ο πληθωρισμός πριν έλθουν ο ΓΑΠ και οι μαθητευόμενοι μάγοι της τρόϊκας, το 2009 ήταν στο 0,8%). Δεν ήσαν όμως.


Δεν ήσαν αρκετές αυτές οι νέες ποσότητες χρήματος, όπως δεν ήσαν αρκετές και οι αντίστοιχες νέες ποσότητες χρήματος στην αμερικανική οικονομία - αν και η αμερικανική οικονομία βγήκε πιο γρήγορα από την ύφεση από την ευρωζώνη, μέσα στο 2009 (μέσος όρος πτώσης του αμερικανικού ΑΕΠ : -2,4%, όταν στην ευρωζώνη το αντίστοιχο νούμερο ήταν γύρω στο -4,5%) και μάλιστα από το τελευταίο τρίμηνο του 2009 επανήλθε σε αναπτυξιακούς ρυθμούς πάνω από το 5%, με αρκετά σκαμπανεβάσματα από τότε και με επιμένουσα υψηλή ανεργία, αλλά πάντοτε σε θετικούς ρυθμούς.




Το τραπεζικό σύστημα της Ευρώπης είναι έτοιμα για φούντο, αφού αποτελείται από τράπεζες - ζόμπυ, που έχουν κατακλυσθεί από τεράστιες επισφαλείς απαιτήσεις και χρέη, που δεν θα αποπληρωθούν.


Και δεν ήσαν αρκετές αυτές οι νέες ποσότητες του χρήματος που κυκλοφόρησε στην ευρωζώνη, διότι αυτές δεν τροφοδότησαν την οικονομία των χωρών, που την αποτελούν, αλλά εγκλωβίστηκαν και λίμνασαν στο τραπεζοπιστωτικό σύστημα (βέβαια, αυτές οι ποσότητες, φαίνεται ότι επέτρεψαν, σε έναν βαθμό, την αποκόλληση της ευρωζώνης από τους έντονα αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης, αφού το -4,5% του 2009 δεν θα υπάρξει για το 2010 - πλην Ελλάδας, λόγω ΓΑΠ και τρόϊκας, αλλά σε καμμία περίπτωση δεν ανταποκρίνονται στις υπάρχουσες ανάγκες, διότι η ύφεση στην ευρωζώνη παραμένει, ενώ η ανεργία αυξάνεται).


Γιατί έγινε αυτό και λίμνασαν στις τράπεζες οι νέες (αλλά και ένα μεγάλο μέρος από τις παλιές) ποσότητες του κυκλοφορήσαντος στην ευρωζώνη νομίσματος; Για τους ίδιους λόγους που αυτό συμβαίνει όταν η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση/κρίση. Διότι δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στις πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας, διότι τα επιτόκια παρέμειναν υψηλά, σε σχέση με την πραγματική κατάσταση της οικονομικής δραστηριότητας και κυρίως, διότι το τραπεζικό σύστημα της ευρωζώνης γνωρίζοντας τις επισφάλειές του (οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες είναι τράπεζες ζόμπυ με τεράστια κενά στην κεφαλαιακή τους επάρκεια) και ως εκ τούτου, εκτεθειμένο σε κινδύνους, που μέσα σε μια υφεσιακή κατάσταση της πραγματικής οικονομίας, όπως η παρούσα, δεν επιτρέπει στην τραπεζοπιστωτική γραφειοκρατία να προβαίνει σε τέτοιου είδους ανοίγματα και στην ασφαλή χρηματοδότηση των επιχειρήσεων.


Αλλά και οι επιχειρήσεις, μέσα στο αρνητικό οικονομικό περιβάλλον, που επικρατούσε και εξακολουθεί να επικρατεί, δεν ήσαν διατεθειμένες να προβούν σε νέο δανεισμό, πέραν αυτού που σχετίζεται με την εκπλήρωση των πιεστικών άμεσων αναγκών τους. Και τούτο διότι, μέσα σε ένα κλίμα γενικής πτώσης, ή στασιμότητας της κατανάλωσης, της αντίστοιχης ζήτησης για τα αγαθά και τις υπηρεσίες τους και συνακόλουθα του τζίρου τους, οι επιχειρήσεις δεν ήσαν και δεν είναι διατεθειμένες να προβούν σε επενδύσεις, αφού αυτές οι επενδύσεις θα δημιουργήσουν προϊόντα, τα οποία δεν θα βρουν αγοραστές, όσο η ολική ζήτηση στην οικονομία των χωρών της ευρωζώνης θα είναι σε καθοδική πορεία, ή σε στασιμότητα.


Η Ε.Κ.Τ. και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εγγυήθηκαν στις τράπεζες μεγάλα ποσά για την χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας, αλλά τα αποτελέσματα υπήρξαν από πενιχρά, έως απογοητευτικά. Σίγουρα δεν λειτούργησαν, μέσα στο 2009, ενώ και στο 2010 παρουσιάζονται μεγάλα προβλήματα, διότι οι τράπεζες είναι τσιγγούνικες και δεν χρηματοδοτούν, σε μεγάλο βαθμό, ούτε τις τρέχουσες δαπάνες των επιχειρήσεων, δημιουργώντας συνθήκες ασφυξίας στην αγορά και μια ολοένα και αυξανόμενη ανεργία, αλλά και επειδή δεν υπάρχουν ενδιαφερόμενοι για να προβούν σε αναπτυξιακές πρωτοβουλίες, μέσα σε ένα περιβάλλον, που δεν εγγυάται την επάνοδο σε μια σταθερή και προβλέψιμη αναπτυξιακή πορεία.


(Αυτό συνέβη και στην ελληνική οικονομία το 2009. Από τα 28 δισ. ευρώ που εγγυήθηκε η κυβέρνηση Καραμανλή στις τράπεζες, για να χρηματοδοτήσουν την σε ύφεση ευρισκόμενη ελληνική οικονομία, χορηγήθηκαν μόλις τα 12 δισ. και από αυτά τα 12 δισ. ένα μέρος τους επανακατατέθηκε στις τράπεζες, ως κάλυψη για μελλοντικούς κινδύνους και δεν εισήλθε στην παραγωγική διαδικασία, με αποτέλεσμα την πτώση του ελληνικού ΑΕΠ στο -2% και στην εκτόξευση του ελλείμματος, περίπου στο 15%, όσο δηλαδή είχε το προβλέψει ο πρώην διοικητής της ΕΣΥΕ Μανώλης Κοντοπυράκης τον Οκτώβριο του 2009 και το είχε αποστείλει, πριν απομακρυνθεί, ως προβλεπόμενο ελληνικό δημοσιονομικό έλλειμμα, για το 2009, στον νέο Υπουργό Οικονομικών Γιώργο Παπακωνσταντίνου, άσχετα αν αυτός τότε παρουσίασε στην Eurostat και στην Comission, ως ελληνικό δημοσιονομικό έλλειμμα το 12,7% του ΑΕΠ και όχι το 14,8% του ΑΕΠ, που του παρουσίασε ο Κοντοπυράκης. Και αυτό το γράφω για να μην μας λένε οι δυο χαζογιώργηδες ότι δεν ήξεραν, ευθύς εξ αρχής, το μέγεθος του προβλήματος και ότι τώρα το μαθαίνουν. Το ήξεραν και το παραήξεραν. Απλώς, το απέκρυψαν, νομίζοντας, ανοήτως και αποδεικνύοντας το πόσο άσχετοι από οικονομική διαχείριση και διοίκηση είναι, ότι η ανακοίνωση του ψευδούς 12,7% του ΑΕΠ, ως ελληνικού δημοσιονομικού ελλείμματος, για το 2009, θα ... καθησύχαζε τους ευρωζωνίτες !!!- και τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές!!! Φυσικά, έπεσαν τραγικά έξω στους βλακώδεις υπολογισμούς τους και αυτό το πλήρωσε η χώρα και ο πληθυσμός της, αφού αμέσως μετά ακολούθησαν οι υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας από τους Οίκους Αξιολόγησης και η σκληρή αντίδραση του Ζαν-Κλωντ Τρισέ, που ανακοίνωσε ότι από 1/1/2011 τα υποβαθμισμένα ελληνικά ομόλογα δεν θα γίνονται δεκτά από την Ε.Κ.Τ., για να ακολουθήσει στην συνέχεια η ελληνική τραγωδία που οδήγησε στο Μνημόνιο και ενώ ο ευήθης και ανίκανος ΓΑΠ και το επιτελείο του ήσαν εκτός τόπου και χρόνου και πελαγοδρομούσαν, χωρίς συγκεκριμένη πολιτική και οικονομική τακτική και στρατηγική στόχευση, μη αντιλαμβανόμενοι που πάει το πράγμα).

 
Με λίγα λόγια το τραπεζοπιστωτικό σύστημα στην ευρωζώνη κάνει αυτό που κάνει πάντοτε, κάθε τραπεζοπιστωτικό σύστημα, σε περιόδους οικονομικής ύφεσης/κρίσης : Δεν ανταποκρίνεται στην απαραίτητη λειτουργία του και παύει να χρηματοδοτεί την πραγματική οικονομία, μη εκταμιεύοντας τις κατατεθειμένες σε αυτό αποταμιεύσεις προς την επένδυση και την κατανάλωση.


Και φυσικά, όσο οι ευρωτραπεζίτες θέτουν, ως πρώτη προτεραιότητά τους την αντιμετώπιση του πληθωρισμού και επιμένουν (άκρως στενά συμφεροντολογικά) να απαιτούν την απόδοση των όποιων επενδύσεών τους με τα επιτόκια του παρελθόντος, από την τρέχουσα νομισματική κυκλοφορία, με τις ίδιες πάνω – κάτω ποσότητες κυκλοφορούντος χρήματος, απαιτώντας την παρούσα αξία των επενδύσεών τους, δεν πρόκειται ποτέ να συναινέσουν στον «εκπληθωρισμό» του εισοδήματος των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των «επενδυτών», που αυτοί εκπροσωπούν (αν και στην πραγματικότητα αυτό που διακυβεύεται, περισσότερο, είναι η εξουσία και τα εισοδήματα της γραφειοκρατικής τεχνοδομής του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η απομάκρυνσή τους από το επίκεντρο της λήψης των αποφάσεων για τις επιχειρήσεις τους και για την οικονομία, ως σύνολο, αφού ο χρηματοπιστωτικός τομέας έχει την στρατηγική ιδιαιτερότητα, μέσα σε μια οικονομία, να ελέγχει αποφασιστικά την οικονομική δραστηριότητα).


Ως εκ τούτου, το θεσμικό χάος, που επικρατεί στην ευρωζώνη, το οποίο ανέδειξε η ελληνική κρίση του 2010, είναι μερικώς βολικό για τους ευρωτραπεζίτες και το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα, αφού τους και το καθιστά πολύ σημαντικούς, έως κυρίαρχους παράγοντες στους ασθενείς μηχανισμούς λήψης των αποφάσεων της ζώνης αυτής. Και τους καθιστά, μάλιστα, κυρίαρχους, ακριβώς επειδή δεν υπόκεινται σε κανέναν υπερκείμενο κρατικό έλεγχο, αφού δεν υπάρχει ομοσπονδιακή κεντρική κυβέρνηση στην Ευρώπη, αλλά - το κυριότερο - και επειδή δεν υπόκεινται σε κανέναν δημοκρατικό έλεγχο, αφού, θεσμικά, ευρωπαϊκός λαός δεν υπάρχει, όπως επίσης και οι επιμέρους λαοί των χωρών της ευρωζώνης δεν έχουν λόγο για αυτού του είδους τις αποφάσεις, αφού η ελίτ της γραφειοκρατικής τεχνοδομής του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος (Ε.Κ.Τ. κλπ) δεν είναι εκλεγμένη και έχει καταστήσει υποχείριά της σχεδόν το σύνολο της πολιτικής ελίτ που εκλέγουν οι ευρωπαϊκοί λαοί, στους οποίους λαούς χρεώνουν οι ελίτ αυτές τις δικές τους εγκληματικά εσφαλμένες στρατηγικές οικονομικές αποφάσεις, καθιστώντας τους μάλιστα και «ηθικά υπεύθυνους».


(Κλασσικό παράδειγμα η χώρα μας και ο ελληνικός πληθυσμός. Τα έχω γράψει πολλές φορές, αλλά δεν βλάπτει να το ξαναγράψω : Η ελληνική πολιτική και οικονομική ελίτ ενέταξε την Ελλάδα στην ευρωζώνη, ενώ η χώρα μας δεν είχε τις προϋποθέσεις να ενταχθεί σε αυτήν, όπως επίσης δεν είχε ούτε την ίδια οικονομική δομή με τις χώρες του ευρωπαϊκού βορρά, ούτε και τις απαραίτητες εγγυήσεις ασφαλείας, αν η εξέλιξη των πραγμάτων πήγαινε άσχημα στην πορεία. Και από κοντά, η ευρωπαϊκή ελίτ δέχτηκε την ένταξη της χώρας στην ευρωζώνη, γνωρίζοντας ότι η Ελλάδα δεν πληρούσε τους όρους της ένταξης. Και αυτό το έπραξε, για λόγους καθαρά συμφεροντολογικούς, για τους οποίους μίλησε με μισόλογα, μόλις πρόσφατα ο πρόεδρος του Eurogroup Ζαν-Κλωντ Γιούνκερ και που έχουν να κάνουν με την απρόσκοπτη και εύκολη πώληση των - κυρίως, αλλά όχι μόνον - γαλλικών και γερμανικών βιομηχανικών και άλλων προϊόντων τους στην χώρα μας. Το αστείο, μάλιστα, είναι ότι η Ελλάδα, μετά τις εκλογές της 7/3/2004 και την νίκη του Κώστα Καραμανλή ετέθη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, λόγω της περιβόητης απογραφής του Γιώργου Αλογοσκούφη, σε καθεστώς επιτήρησης, μέχρι το 2008 και φυσικά απεδέχθη όλες τις αλχημείες που διέπραξε, σχετικά με τα στατιστικά στοιχεία, τις οποίες γνώριζαν όλοι οι ευρωζωνίτες ιθύνοντες και φυσικά ουδείς εξ αυτών είπε κουβέντα. Και τώρα, που το πρόβλημα έσκασε, λόγω των απίθανων βλακειών του ΓΑΠ και του ανίκανου, παντελώς απροετοίμαστου και εντελώς άσχετου οικονομικού του επιτελείου, όλοι αυτοί, με πρώτη την ευρωπαϊκή γραφειοκρατία, που είναι πλήρως συνυπεύθυνη για όλα όσα έχουν συμβεί στην χώρα μας, φορτώνουν τις ευθύνες στον ελληνικό λαό!).


Φυσικά τα πράγματα δεν είναι έτσι. Η εξέλιξη στην ευρωζώνη είναι πλήρως αρνητική και θέτει, επί τάπητος, το ζήτημα, αν αυτή θα αντέξει σε βάθος χρόνου. Λύση υπάρχει, βέβαια και η ποσοτική χαλάρωση στην νομισματική κυκλοφορία του ευρώ, την οποία προτείνει ο Νουριέλ Ρουμπινί είναι ένα μέρος αυτής της λύσης - αν και όχι το κυριότερο, όπως προκύπτει από όσα προανέφερα. Και τούτο διότι, όσες ποσότητες νομίσματος και να ρίξει η Ε.Κ.Τ. στην αγορά, αν αυτές οι ποσότητες δεν εισέλθουν μέσα στην πραγματική οικονομία, αν δεν χρηματοδοτήσουν την παραγωγική διαδικασία και δεν ανατάξουν, πρωτίστως, την συναθροιστική ζήτηση και συνακόλουθα την συνολική κατανάλωση, δίνοντάς τους μιαν ανοδική πορεία, που θα θέσει σε λειτουργία το σύνολο της παραγωγικής δυναμικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας, δεν πρόκειται να υπάρξει ουσιαστική λύση του προβλήματος της ύφεσης στην ευρωζώνη, η οποία θα βολοδέρνει ανάμεσα στην ύφεση, στην στασιμότητα, ή, στην καλύτερη περίπτωση, στην αναιμική ανάπτυξη, που δεν θα καλύπτει τις ανάγκες του ευρωπαϊκού πληθυσμού και βοηθούσης της μεγάλης ανισότητας στην κατανομή των εισοδημάτων, θα διατηρεί μεγάλα επίπεδα ανεργίας, μεγάλα επίπεδα φτώχειας και έντονη χρηματοπιστωτική αστάθεια, που θα εμφανίζεται, ενδημικά και θα συγκλονίζει την σταθερότητα του συστήματος, το οποίο αποσταθεροποιήθηκε, σταδιακά, από την επικράτηση των νεοφιλελεύθερων ιδεών από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και την ξέφρενη παγκοσμιοποίηση του διεθνούς οικονομικού και ειδικά του χρηματοπιστωτικού, συστήματος, το οποίο κατέστη ανεξέλεγκτο, μετά την απορρύθμιση των ελέγχων, που οι προηγούμενες γενεές είχαν θέσει, προκειμένου να αποφεύγουν την αποσταθεροποίηση της οικονομίας, διδασκόμενες από τα μαθήματα της Μεγάλης Οικονομικής Κρίσης της δεκαετίας του 1930 και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που ακολούθησε.


Ο Τζων Μαίηναρντ Κέϋνς μας έμαθε ότι το καπιταλιστικό σύστημα σε περιόδους κρίσης έχει πρόβλημα μπαταρίας και ότι η ελίτ του βρίσκεται σε σύγχυση διότι δεν γνωρίζει πως να μεταχειριστεί μια ευαίσθητη μηχανή. Οι σύγχρονες χρηματοπιστωτικές ελίτ φρόντισαν να τον επιβεβαιώσουν...


Αυτές τις κλασσικές ανισορροπίες του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο όσο μένει χωρίς τις απαραίτητες ρυθμίσεις, ρέπει προς μεγάλα επίπεδα ανεργίας, συνδυασμένα με την χρόνια αργία ενός σημαντικότατου τμήματος του συνολικού δυναμικού της παραγωγικής υποδομής της χώρας, σε αγαθά και υπηρεσίες, η ιδιωτική οικονομία αδυνατεί να τις αντιμετωπίσει, όπως μας έχει διδάξει η πείρα από την εποχή της GREAT DEPRESSION της δεκαετίας του 1930 και όπως μας έχει καταδείξει ο Τζων Μαίηναρντ Κέϋνς, ο οποίος παραστατικά μιλώντας για τα προβλήματα, που παρουσιάζει το καπιταλιστικό σύστημα στην σύγχρονη γραφειοκρατική μορφή του, είπε ότι «έχουμε πρόβλημα γεννήτριας», αφού το παραγωγικό σύστημα, η οικονομική μηχανή, ήταν σε γενικές γραμμές σε καλή κατάσταση, αλλά η ζωτικής σημασίας μπαταρία – η γεννήτρια - του συστήματος, δηλαδή ο χρηματοπιστωτικός τομέας του οικονομικού συστήματος δεν λειτουργούσε. Για να συμπληρώσει ότι : «Βρισκόμαστε σε πολύ μεγάλη σύγχυση και έχουμε χειριστεί αδέξια μια ευαίσθητη μηχανή, την λειτουργία της οποίας δεν κατανοούμε».


Περιττό να πω ότι και οι δύο αυτές διαπιστώσεις του Κέϋνς ισχύουν σήμερα απολύτως, όπως ίσχυαν και τότε. Αυτό που συνέβη και επήλθε και στις ημέρες μας αυτή η νέα μεγάλη σύγχυση, όπως είχε γίνει και στην δεκαετία του 1930 έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι γενιές που ακολούθησαν, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, έθεσαν ένα αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο στον τραπεζοπιστωτικό τομέα, προκειμένου να αποφευχθούν οι τρομακτικές δυσλειτουργίες του, που είχαν οδηγήσει στην κρίση της δεκαετίας του 1930, θέτοντάς το κάτω από ένα προστατευτικό δίκτυο ασφαλείας, για να μην παρουσιαστούν οι ανισορροπίες ανάμεσα στην κατανάλωση, την επένδυση και την αποταμίευση, ενώ παράλληλα περιορίστηκαν οι διεθνείς κινήσεις των κεφαλαίων, οι οποίες έπαιξαν καθοριστικά αποδιοργανωτικό ρόλο, κατά την δεκαετία εκείνη, επιταχύνοντας και βαθαίνοντας αυτήν την κρίση, λόγω της τεράστιας ανισοκατανομής του εισοδήματος, που φυσικά ευνοούσε τις εύπορες τάξεις του πληθυσμού και αυξάνοντας τις αποταμιεύσεις, ωθούσε σε δύο αντιφατικές κατευθύνσεις, που ήταν απόλυτα βέβαιο ότι στην πορεία θα έφθαναν το σύστημα στα όριά του, αφού, με αυτές, φούσκωναν μια σειρά από φούσκες οι οποίες θα έσπαγαν με παταγώδη θόρυβο :

1) Από την μια πλευρά, η τεράστια ανισοκατανομή του εισοδήματος συγκέντρωνε το χρήμα στα χέρια λίγων κοινωνικά εύπορων ομάδων, γεγονός που μίκραινε τα όρια επέκτασης της κατανάλωσης, αφού οι εύπορες τάξεις στην πορεία του χρόνου στρέφονται, ολοένα και περισσότερο στην αποταμίευση και


2) Από την άλλη πλευρά, η ολοένα και μεγαλύτερη συγκέντρωση πλούτου στα χέρια των ομάδων αυτών και η αυξανόμενη αποταμίευση οδηγούσαν τις τράπεζες και τα hedge funds, σε ολοένα και περισσότερο ριψοκίνδυνες χρηματοπιστωτικές πρακτικές (επενδύσεις), με σκοπό την αποκόμιση υψηλών αποδόσεων, οι οποίες επενδύσεις, όμως, ενείχαν ολοένα και μεγαλύτερους κίνδυνους και επισφάλειες.

Φυσικά, όταν οι δύο αυτές αλληλοσυγκρουόμενες τάσεις του συστήματος, το οποίο εκείνη την εποχή είχε γίνει περισσότερο πολύπλοκο από ποτέ στο παρελθόν, αντικαθιστώντας την κλασσική μορφή του ολιγοπωλιακού καπιταλισμού, με αυτήν του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού (του οποίου η ύπαρξη διαπιστώθηκε, μέσα στο καμίνι της κρίσης της δεκαετίας του 1930), έφθασαν στα όριά τους, με την παύση της αύξησης της κατανάλωσης και την συνακόλουθη αδυναμία του τραπεζοπιστωτικού συστήματος να μετατρέψει τις αποταμιεύσεις σε επενδύσεις, ήλθε η κατάρρευση της Wall Street στις 29/10/1929 και η επακολουθήσασα κατάρρευση του αμερικανικού τραπεζοπιστωτικού συστήματος, το οποίο μέσα σε τρία χρόνια κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος, με αποτέλεσμα να σαρωθεί η πραγματική οικονομία των Η.Π.Α. από τον γιγαντιαίο αποχρηματισμό της πιο σύγχρονης οικονομίας του κόσμου, αφού οι Η.Π.Α. έχασαν το 1/3 περίπου της αξίας του ΑΕΠ τους, ενώ και η ανεργία εξακοντίστηκε σε ανάλογα επίπεδα, λόγω της έντονης αποπληθωριστικής πολιτικής που ακολουθήθηκε, εξ αιτίας του γεγονότος ότι η «οικονομική σοφία» της εποχής απέδιδε την κρίση στην «δηλητηρίαση» της αμερικανικής οικονομίας, σε όλη την προηγούμενη δεκαετία (η δεκαετία του 1920 ήταν κυρίως μια δεκαετία ανάπτυξης, η οποία ήταν, βέβαια, στρεβλή, όπως προείπα, δείχνοντας και τα σημεία της στρεβλότητάς της, αλλά, εν πάση περιπτώσει, ήταν μια δεκαετία ανάπτυξης, της οποίας οι στρεβλώσεις έπρεπε να διορθωθούν με μια νέα αναπτυξιακή διαδικασία, που θα θεράπευε αυτές τις στρεβλώσεις, επιβάλλοντας μια δικαιότερη ανακατονομή του εισοδήματος και ρυθμίζοντας τις λειτουργίες του χρηματοπιστωτικού τομέα και όχι να οδηγήσουν σε μια αντιπληθωριστική πολιτική, την ώρα που δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος πληθωρισμού και δι’ αυτής της πολιτικής στην υπανάπτυξη) και δικαίωνε πρακτικά και θεωρητικά την έλευση της οικονομικής κρίσης, την οποία η κατεστημένη οικονομική σοφία της εποχής την έβλεπε, ως έναν νομισματικό μηχανισμό «αποδηλητηρίασης» της οικονομίας, σύμφωνα με τον τότε υπουργό Οικονομικών των Η.Π.Α. Άντριου Μέλλον, ο οποίος επιθυμούσε και διακήρυττε την ανάγκη της ρευστοποίησης των πάντων - εργατικού δυναμικού, εργοστασίων, χρηματικών αποθεμάτων κλπ -, προκειμένου να αποδηλητηριασθεί η οικονομία.


Οι ίδιες δυνάμεις, που έδρασαν τότε (η τεράστια ανισοκατανομή του εισοδήματος και οι συνακόλουθες ριψοκίνδυνες «επενδυτικές» πρακτικές, ως απόρροια του αποσυντονισμού των ρυθμιστικών ελέγχων του χρηματοπιστωτικού συστήματος), έδρασαν και σήμερα για να φθάσει η ευρωπαϊκή και η παγκόσμια οικονομία στα χάλια που τώρα έχει – αν και αυτό που συμβαίνει στην εποχή μας δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια light εκδοχή της κρίσης της δεκαετίας του 1930, αφού υπάρχουν ακόμα ενεργοί οι κεϋνσιανοί προστατευτικοί μηχανισμοί, που προστάτευσαν το σύστημα από την κατάρρευση και μάλιστα χρησιμοποιήθηκαν από την ρεπουμπλικανική κυβέρνηση του Τζώρτζ Μπους jr, η οποία έσωσε το αμερικανικό και το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα από την κατακλυσμιαία κατάρρευση τον Σεπτέμβριο του 2008, με τα κλασσικά κεϋνσιανά όπλα της χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής (μηδενικά επιτόκια και άφθονη έκδοση χρήματος για την σωτηρία του τραπεζοπιστωτικού συστήματος και της πραγματικής οικονομίας των Η.Π.Α., μια πολιτική που συνέχισε, με μεγάλες ανεπάρκειες, αλλά την συνέχισε και την επέκτεινε ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα.


Αυτό που συνέβη το έχουμε περιγράψει. Το βαρετό και προβλέψιμο, αλλά και συνάμα ασφαλές χρηματοπιστωτικό σύστημα, που είχαν θέσει υπό έλεγχο και συγκεκριμένες ρυθμίσεις οι γενιές, μετά τον πόλεμο, κατέστη και πάλι απρόβλεπτο, ανασφαλές και επικίνδυνο, από την δεκαετία του 1990, ως προϊόν της αχαλίνωτης παγκοσμιοποίησης του οικονομικού συστήματος, δημιουργώντας το περιβάλλον για μια σειρά από νομισματικές κρίσεις, κατά την δεκαετία αυτή και την παγκόσμια οικονομική ύφεση του 2008, η οποία συνεχίζεται, λαμβάνοντας στην ευρωζώνη ειδικά και τοπικά χαρακτηριστικά, τα οποία εντείνονται από την θεσμική ανεπάρκεια αυτής της ατελέστατης οικονομικής ένωσης, η οποία αρνείται να πράξει τα απολύτως αναγκαία, απαραίτητα και φυσιολογικά σε όλες τις νομισματικές και οικονομικές ζώνες, που επιβίωσαν σε όλες τις εποχές : 

1) Να ολοκληρώσει την οικονομική αυτή ένωση, εγγυώμενη, δια της Κεντρικής της Τράπεζας, ή ενός άλλου θεσμού, ο οποίος θα στηρίζεται σε αυτήν την τράπεζα, τα χρέη των χωρών της ευρωζώνης και


2) Να ομοσπονδιοποιηθεί πολιτικά, δημιουργώντας μια ισχυρή κεντρική κυβέρνηση, που να ελέγχει την Κεντρική Τράπεζα της ευρωζώνης και να ασκεί την νομισματική και δημοσιονομική πολιτική που είναι απαραίτητη, υπαγόμενη φυσικά στους κανόνες του δημοκρατικού ελέγχου από το εκλογικό σώμα της Ομοσπονδίας.


Επανερχόμενος στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα πρέπει να πω ότι, με την απορρύθμισή του, τα πράγματα από βαρετά απέκτησαν και πάλι ενδιαφέρον, αφού η ανάπτυξη του σκιώδους τραπεζικού συστήματος (hedge funds, επενδυτικές τράπεζες, τράπεζες που είναι και επενδυτικές και εμπορικές, ασφαλιστικά ταμεία, που εκτελούν και επενδυτικές τραπεζικές δραστηριότητες και πλείστοι άλλοι οργανισμοί, οι οποίοι εκτελούν και τραπεζικές εργασίες) δημιούργησε συνθήκες για αναλήψεις κατατεθειμένων κεφαλαίων σε νέα μαζική κλίμακα, με το κλικ ενός ποντικιού Η/Υ, χωρίς την ύπαρξη αλλόφρονων, τρομοκρατημένων και εξαγριωμένων καταθετών μπροστά στους γκισέδες, ή έξω από τις κλειδαμπαρωμένες θύρες πτωχευμένων τραπεζών, χωρίς όμως αυτό να κάνει αυτές τις νέου τύπου αναλήψεις λιγότερο καταστροφικές από τις παλαιού τύπου αναλήψεις, που είχαν ζήσει οι πατεράδες και οι παππούδες μας στην δεκαετία του 1930.


Αυτή η νέα κατανομή του εισοδήματος και η συνακόλουθη επιβολή των απαραίτητων ρυθμίσεων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, δεν είναι δυνατόν να αφεθεί στην «οικονομία της αγοράς», που άλλωστε δεν υπάρχει, αφού η σύγχρονη γραφειοκρατική καπιταλιστική οικονομία είναι μια ολιγοπωλιακή οικονομία, ούτε, φυσικά μπορούν να τεθούν ρυθμιστικοί κανόνες στο χρηματοπιστωτικό σύστημα από την χρηματοπιστωτική ελίτ. Και οι δύο κεντρικοί άξονες της σύγχρονης οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής πρέπει να ασκηθούν, με βασική έως καθοριστική παρέμβαση του κράτους και μάλιστα ειδικά για το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, πρέπει να τεθούν κανόνες για την διεθνή ροή των κεφαλαίων σε διακρατικό επίπεδο, φθάνοντας, μέχρι την ανοικτή (πλήρη ή μερική / οριστική ή προσωρινή) κρατικοποίησή του, όσο και αν αυτό τρομάζει τις χρηματοπιστωτικές ελίτ - και όχι μόνον αυτές -, αφού στην πράξη, άλλωστε, είναι τα διάφορα κράτη του αναπτυγμένου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, που κρατούν στην ζωή το μέγιστο μέρος του τραπεζικού συστήματος, παρέχοντάς του αφειδώς κεφαλαιακή στήριξη, από την εποχή της έλευσης της ύφεσης του 2008.

Ο βασικός κανόνας, για την επιβολή ρυθμιστικών μηχανισμών στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, πρέπει να είναι παραπάνω από σαφής και ως εκ τούτου να προσδιορίζει και την έκταση του υπό ρύθμιση επίδικου υποκειμένου, καθορίζοντας και το ποιοι οργανισμοί περιλαμβάνονται στην έννοια του χρηματοπιστωτικού συστήματος :

Κάθε τι που πρέπει στην διάρκεια μιας χρηματοπιστωτικής κρίσης να διασωθεί από το κράτος, επειδή παίζει σημαντικό ρόλο στον χρηματοπιστωτικό μηχανισμό και λειτουργεί ως οιονεί τράπεζα, πρέπει, παράλληλα, στις περιόδους που δεν υπάρχει κρίση, να τελεί υπό ένα ρυθμιστικό πλαίσιο κανόνων λειτουργίας, προκειμένου να μην αναλαμβάνει και να εκτίθεται σε μεγάλα και επικίνδυνα για την λειτουργία του συστήματος ρίσκα.


Οι ρυθμιστικοί μηχανισμοί και οι κανόνες δεν είναι άγνωστοι. Από την δεκαετία του 1930 είχε αποφασισθεί να διαχωρισθούν οι εμπορικές από τις επενδυτικές τράπεζες και υπήρχε η υποχρέωση των εμπορικών τραπεζών να έχουν επαρκή κεφάλαια και αποθεματικά ρευστοποιήσιμων περιουσιακών στοιχείων, τα οποία να μετατρέπονται γρήγορα σε μετρητά, όταν αυτό ήταν απαραίτητο, περιορίζοντας τα είδη των επενδύσεων που κάνουν, προκειμένου να έχουν τις κρατικές εγγυήσεις που χρειάζονταν, όταν τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά.

Αυτό το σύστημα ελέγχων και ρυθμίσεων δεν πήγαινε καθόλου άσχημα, μέχρι και την δεκαετία του 1980, όταν οι νεοφιλελεύθερες ιδέες των Ρήγκαν και Θάτσερ άρχισαν να κυριαρχούν, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση του ρυθμιστικού πλαισίου στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, που επιτάθηκε, κατά την δεκαετία του 1990, με την έλευση της άκρατης παγκοσμιοποίησης και την δημιουργία ενός ευρύτατου φάσματος από επιχειρηματικούς οργανισμούς, που επισήμως, λειτουργούν, ως μη τραπεζικοί οργανισμοί, οι οποίοι όμως στην πράξη ασκούν τραπεζικές εργασίες και αποτελούν ένα σκιώδες τραπεζικό σύστημα.


Αυτή η νέα εξέλιξη, που έχει να κάνει με την δημιουργία χρηματοπιστωτικών κρίσεων από ένα ευρύ φάσμα σκιωδών τραπεζοπιστωτικών οργανισμών, που από κεφαλαιακή άποψη και από άποψη κύκλου εργασιών φθάνουν σε μέγεθος όσο και το επίσημο χρηματοπιστωτικό σύστημα των χωρών του αναπτυγμένου γραφειοκρατικού καπιταλιστικού συστήματος, μπορεί να αντιμετωπισθεί με την επέκταση των κανόνων και των ρυθμίσεων από το κράτος, όχι μόνον στις κλασσικές εμπορικές τράπεζες, αλλά και σε όλον αυτόν τον τεράστιο σε έκταση σκιώδη χρηματοπιστωτικό τομέα της σύγχρονης οικονομίας και στην σύγχρονη γραφειοκρατική τεχνοδομή που τον διοικεί, η οποία χρησιμοποίησε ριψοκίνδυνες πρακτικές και ανέλαβε επικίνδυνα ρίσκα και οι οποίοι, εν πολλοίς, είναι υπεύθυνοι για την απορρύθμιση και αποσταθεροποίηση του σύγχρονου οικονομικού συστήματος και την έλευση της τωρινής ύφεσης και όχι η πραγματική οικονομία και οι συντελεστές της, ή οι λαοί, στις πλάτες των οποίων ( δηλαδή της πραγματικής οικονομίας, των παραγωγικών συντελεστών και των λαών) επιχειρούν προπαγανδιστικά και με την βοήθεια του κυρίαρχου τμήματος μιας εμετικής και πληρωμένης πνευματικής ελίτ (και ειδικά με τους εκπροσώπους του – κατά τον James Galbraith - ατιμασμένου επαγγέλματος των οικονομολόγων), να φορτώσουν ηθικά και οικονομικά τις αιτίες και τα βάρη της κρίσης.


Έχει, λοιπόν, μερικώς δίκιο ο Νουριέλ Ρουμπινί, αλλά αυτά που λέει είναι η μισή αλήθεια, ενώ για όσα συμβαίνουν εδώ και πολλά χρόνια και οι δικές του ευθύνες είναι τεράστιες...


Φυσικά, όσον αφορά την ευρωζώνη, μέσα σε αυτό το αποπνικτικό κλίμα που έχει σκοπό να δημιουργήσει, για την Ελλάδα και τις χώρες του νότου, η γραφειοκρατία της Ε.Κ.Τ. και η γαλλογερμανική πολιτική ελίτ και εφ' όσον αυτή η νομισματική και δημοσιονομική πολιτική δεν αλλάξει, η χώρα μας δεν έχει καμμία δουλειά να παραμείνει στην ευρωζώνη και πρέπει να αρχίσει να σκέπτεται την υλοποίηση ενός εναλλακτικού σχεδίου εξόδου από το ευρώ, αφού προηγουμένως, βέβαια, απαλλαγεί από τον ΓΑΠ και την ανίκανη και συνάμα επικίνδυνη παρέα του...




Είδα σήμερα (25/10/2010) τον (χαζο)γιώργη να λέει ότι και αυτός και η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν περίμεναν ότι οι αγορές θα αντιδρούσαν, με αυτόν τον τρόπο, που αντέδρασαν, καθιστώντας την Ελλάδα, ουσιαστικά, αναξιόχρεη, όταν άρχισε η κλωτσοπατινάδα, ανάμεσα στους ΓΑΠ - Τρισέ και Μέρκελ, γύρω από το αν η Ε.Κ.Τ. θα δέχεται (και μέχρι πότε θα δέχεται) τα ελληνικά κρατικά ομόλογα (ένα ερώτημα που στην συνέχεια μετατράπηκε στο αν η ευρωζώνη εγγυάται το ελληνικό δημόσιο χρέος και κατ' επέκταση, αν εγγυάται όλα τα δημόσια χρέη των κρατών της).


"Δεν περιμέναμε ότι οι αγορές θα αντιδρούσαν έτσι και ότι θα ξέσπαγαν στην Ελλάδα" είπε ο ευήθης ΓΑΠ!!! Πρέπει να είναι αλήθεια αυτό που είπε.

Δεν περίμεναν ότι οι αγορές θα αντιδρούσαν βίαια στην έμπρακτη εμφάνιση και στην ουσιαστική ενεργοποίηση του μπαχαλοειδούς θεσμικού πλαισίου της ευρωζώνης, το οποίο απαγορεύει την διάσωση μιας χώρας του ευρώ από την χρεωκοπία. Και φυσικά, δεν περίμεναν (πρώτ' απ' όλα, ο ίδιος ο αφελής ΓΑΠ και το πλήρως ανίκανο και απροετοίμαστο οικονομικό του επιτελείο και σε δεύτερο πλάνο οι ευρωζωνίτες) ότι αυτό θα το πλήρωνε η Ελλάδα, ενώ ήταν αυτή που βρέθηκε στο επίκεντρο του προβλήματος, αφού η ηγεσία της με την δημοσιοποίηση όλων των εσωτερικών μυστικών της χώρας, με την διεκτραγώδηση της κατάστασής της στα διεθνή ΜΜΕ, με την διατυμπανιζόμενη, παντί τρόπω, την χρεωκοπία της και με την διεθνοποίηση του ελληνικού προβλήματος, την κατάστησε πρώτο στόχο με πρωτοβουλία του ίδιου του πρωθυπουργού!!!


Όλα αυτά, φαίνονται και είναι παιδαριώδη, αλλά παρ' όλ' αυτά, (πρέπει να) είναι, έστω και μερικώς, αληθινά. Και αυτή η διαπίστωση αποδεικνύει το απλούστατο και πασιφανές γεγονός, το οποίο φαίνεται απίστευτο στον πολύ κόσμο, ακόμα και στον εγγράμματο πληθυσμό : Ότι, δηλαδή, η βλακεία και η ανικανότητα είναι παντοδύναμες, όχι μόνον μέσα στους κύκλους της ελληνικής πολιτικής και οικονομικής ελίτ, αλλά και μέσα στον σκληρό πυρήνα της ευρωπαϊκής και της διεθνούς πολιτικής και οικονομικής ελίτ.


Γι' αυτό και οδήγησαν το ελληνικό και το ευρωζωνικό καράβι για φούντο (όπως και οι Αμερικανοί ιθύνοντες - και όχι μόνον αυτοί - οδήγησαν το αμερικανικό και μαζί και το παγκόσμιο καράβι, για φούντο, με το ξέσπασμα της ύφεσης του 2008, αφού, κατά τις προηγούμενες δύο δεκαετίες, είχαν απορρυθμίσει το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, με τα γνωστά αποτελέσματα)...




Οκτώβριος 2009  Μάϊος 2010 : Η διακύμανση των ελληνικών διαφορικών επιτοκίων (spreads), χάρη στις απίθανες ανοησίες του ΓΑΠ, του  Γιώργου Παπακωνσταντίνου και του οπερεττικού κυβερνητικού επιτελείου...


Όπως και να το κάνουμε, όσο και αν δεν μπορούμε να το πιστέψουμε, είναι αδιαφιλονίκητη η αλήθεια ότι η ανοησία και η βλακεία είναι δυνάμεις που είναι παντοδύναμες μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία. Και οι κυβερνώσες και ιθύνουσες ελίτ δεν ξεφεύγουν από αυτόν τον κανόνα.


Το αντίθετο, μάλιστα...

Γι' αυτό και ο ΓΑΠ δημοσιοποίησε το ελληνικό δημοσιονομικό πρόβλημα και κουτοπόνηρα το διεύρυνε, διατυμπανίζοντας ότι η Ελλάδα είναι χρεωκοπημένη και παρομοιάζοντάς την με τον "Τιτανικό".


Γι' αυτό άρχισε και έναν ατέλειωτο κύκλο ταξιδιών διεθνοποιώντας όλα τα παραπάνω και διεκτραγωδώντας την επικρατούσα διαφθορά στην χώρα, στοχοποιώντας την στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, οι οποίες φοβούμενες από την εποχή της κρίσης στο Ντουμπάϊ ότι θα σκάσει κάπου κανόνι, εξέλαβαν ότι όλα αυτά λέγονταν, διότι σχεδιαζόταν η πτώχευση της χώρας και γι' αυτό ανέβασαν στα ύψη τα spreads και έκλεισαν τις κάνουλες του δανεισμού στην Ελλάδα.


Γι' αυτό και πέταξε στα σκουπίδια την ευκαιρία να συνάψει, τότε που μπορούσε, έναν σημαντικό δανεισμό, με χαμηλά επιτόκια, προκειμένου να μπορέσει η χώρα να αποφύγει την επιβολή της ουσιαστικής Κατοχής στην χώρα και το επαχθές και απεχθές Μνημόνιο, δίνοντάς της μιαν άνεση χρόνου για να αντιμετωπίσει τα πιεστικά της οικονομικά και δημοσιονομικά προβλήματα και να αποφύγει να βρεθεί με την πλάτη στον τοίχο, κατά την διάρκεια μιας έντονα αρνητικής συγκυρίας, όπως αυτή διαμορφώθηκε στις αρχές του 2010.


Γι' αυτό και δεν πίεσε τους "εταίρους" να βρουν ένα τρόπο, ώστε να χορηγήσει η Ε.Κ.Τ. στην Ελλάδα ένα μακροπρόθεσμο και χαμηλότοκο δάνειο (παρά την αντίδραση της Γερμανίας, η Γαλλία, τότε, ήταν θετική) και έχασε την ευκαιρία να αποφύγει το Μνημόνιο (αν ήθελε να το αποφύγει).


Γι' αυτό και δεν κατέφυγε σε άλλες πηγές δανεισμού εκτός των διεθνών αγορών (π.χ. Κίνα), υποκύπτοντας στις πιέχεις των Γερμανών και υπογράφοντας, με το Μνημόνιο, την δέσμευση της χώρας να μην καταφύγει σε διακρατικό δανεισμό, εκτός της ευρωζώνης.


Γι' αυτό και δεν κατέφυγε στον εσωτερικό δανεισμό (τον είχε προτείνει ο Μίμης Ανδρουλάκης, αλλά τον απέρριψε ο Παπακωνσταντίνου, για να "μην λείψει η ρευστότητα από την αγορά"!!! - λες και μετά το Μνημόνιο η αγορά έχει ... γεμίσει από την ρευστότητα!!!), προκειμένου να αντιμετωπίσει τις πιεστικές ανάγκες κάλυψης των δαπανών του προϋπολογισμού και ενώ θα μπορούσε να προβεί σε έκδοση εντόκων γραμματίων, απευθείας στους Έλληνες αποταμιευτές, όπως έκανε και στο παρελθόν και όπως κάνει και τώρα.


Γι' αυτό και δεν προχώρησε, ευθύς εξ αρχής, στην επαναδιαπραγμάτευση, με τους πιστωτές της χώρας, του ελληνικού δημόσιου χρέους, για να επιτύχει την μείωση του ύψους του και την επιμήκυνση της καταβολής του (επειδή, όπως αφελώς έχει πει, αυτό ακριβώς ήθελε να αποφύγει, για να είναι ειλικρινής και συνεπής απέναντί τους).


Γι' αυτό και υπέγραψε το επαχθές και κατοχικό Μνημόνιο της ντροπής, χωρίς καμμία διαπραγμάτευση.

Διότι η βλακεία, η ανοησία, η απρονοησία και η ανικανότητα ήσαν, είναι και παραμένουν κυρίαρχες μέσα στο περιβάλλον κάθε εξουσίας.


Και ο ΓΑΠ και το επιτελείο του είναι, απλώς, μια ακραία εκδήλωση αυτού του κοινότυπου φαινομένου..."




(Δύο άρθρα μου στο θέμα που άνοιξε στο "PETROUPOLIS FORUMS", ο Γιάννης Μιχαλόπουλος, με τίτλο : Η άνοδος στο ευρώ, θα προκαλέσει μαζικό πόνο στις PIGS ).

Δεν υπάρχουν σχόλια: