Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

Ο λόγος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη προς την ελληνική νεολαία (Πνύκα Νοέμβριος 1838).

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (απεικονίζεται σε προχωρημένη ηλικία. Λιθογραφία του Giovanni Boggi).



Τώρα, που η χώρα μας βρίσκεται στα πρόθυρα μιας μοντέρνας ευρωγερμανικής οικονομικής κατοχής, στην οποία πρέπει, πάση θυσία, να αντισταθούμε, όπως έκαναν και οι παλαιότεροι και οι νεώτεροι πρόγονοί μας και ενώ, κατά κακή συγκυρία, εορτάζουμε την επέτειο της ανεξαρτησίας της πατρίδας μας από τον οθωμανικό ζυγό, είναι καλό να θυμηθούμε τις υποθήκες, που άφησε, διαχρονικά ο σύγχρονος "Οδυσσέας" του ελληνισμού ο Γέρος του Μωριά, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, στην ελληνική νεολαία, με τον περίφημο λόγο του στην Πνύκα τον Νοέμβριο του 1838.

Τον αναδημοσιεύω, εδώ, όπως ακριβώς τον δημοσίευσε η εφημερίδα "Ο αιών" στις 13/11/1838, γιατί, πέρα από όσα αναφέρονται στα γεγονότα της εποχής που έζησε, πλείστα όσων λέει ο μια ζωή επαναστάτης θυμόσοφος γέροντας έχουν μια διηνεκή διαχρονική αξία, που αγγίζουν και όσα συμβαίνουν σήμερα και θα εξακολουθούν να αφορούν, πέρα από εμάς, και τις επόμενες γενεές των Ελλήνων, που νοιάζονται γι' αυτόν τον τόπο :


Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης σε νεαρή ηλικία (σπάνια προσωπογραφία, που κυκλοφόρησε στο Παρίσι το 1827).

"Παιδιά μου! Εις τον τόπον τούτον, όπου εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημιουργούσαν τον πάλαιον καιρόν άνδρες σοφοί και άνδρες, με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλην δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρόν του Αγώνος μας, και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν, ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα.



Και δια τους παλαιούς Ελληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοι σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον, πως ήτον σοφοί και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των. Θα σας ειπώ μόνον ολίγα όσον ηξεύρω δια την θρησκείαν των. Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Ελληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθεν εις τον κόσμον ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το ευαγγέλιό του και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα.


Δεν επήρεν μαζί του ούτε σοφούς, ούτε προκομμένους, αλλ' απλούς ανθρώπους χωρικούς και ψαράδες, και με τη Βοήθεια του αγίου πνεύματος, έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν εύρισκαν εναντιότητες, και οι βασιλείς και οι τύρρανοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστι. Οι παλαιοί Ελληνες, οι προγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρόν πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα οι άλλοι βάρβαροι, και τους υπόταξαν.



Υστερα ήλθαν και οι Μουσουλμάνοι, και έκαμαν ότι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Εκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος τον σταυρόν του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε έναν βιτσερέ (αντιβασιλέα), ένα πατριάρχη και του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας.


Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ότι τους έλεγε ο σουλτάνος. Υστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες (προεστοί) εις όλα τα μέρη, Η τρίτη τάξις, οι έμποροι, και οι προκομμένοι, το καλλίτερο μέρος των πολιτών, μη υποφέροντες τον ζυγό, έφευγαν και οι γραμματισμένοι επήραν και έφυγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι έμεινε ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάστασι, και αυτή αύξαινε κάθε ημέρα χειρότερα διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθησι, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του, ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί, μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντες τες δόξες και τες ηδονές, οπού απελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστι τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Και τοιουτοτρόπως κάθε ημέρα ο λαός ελίγνευε και επτώχαινε.

Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάστασι μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανεν τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία, και έβλεπε ποιους είχαμεν προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάστασι ευρισκόμεθα τότε. Οθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε, και να γίνωμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινεν και επροόδευσεν η Εταιρία.



Η προκήρυξη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη προς τις ευρωπαϊκές αυλές, με την οποία κηρύσσει την ελληνική ανεξαρτησία.



 Οταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Eπανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε, ούτε πόσοι ήμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε "που πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα", αλλά, ως μία βροχή, έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και οι κληρικοί, και οι προεστοί, και οι καπεταναίοι, και οι πεπαιδευμένοι, και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι συμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό, και εκάμαμε την Επανάστασι.



Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Ελληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Ελληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι, μιαν αρμάδα. Αλλά δεν εβάσταξεν. Ηλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδι το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμωμε, Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια, και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώση χρήματα δια τας ανάγκας του έθνους, ή να υπάγη εις τον πόλεμο, τούτος επρόθαλε τον Γιάννη. Και μ' αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμη, ούτε να πολεμήση. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε έναν αρχηγό και μίαν κεφαλή. Αλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξη μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε, και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο, και ο άλλος το άλλο. Ισως όλοι ηθέλαμε το καλό πλην καθένας κατά τη γνώμη του. Οταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται, ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει, ότι η πόρτα πρέπει να βλέπη εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρυνό, και ο άλλος εις τον βορρέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά, και να γυρίζη καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτον τον τρόπο δεν χτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, όπου να προστάζη πως θα γένη. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζη και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ' επειδή ήμεθα εις τέτοια κατάστασι. εξαιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.


Η τελευταία σελίδα της απόφασης με την οποία ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας καταδικάστηκαν σε θάνατο στις 26/5/1834. (Στις υπογραφές των δικαστών που εξέδωσαν αυτήν την απόφαση δεν περιλαμβάνονται οι υπογραφές του Προέδρου του δικαστηρίου Τερτσέτη και του μέλους του δικαστηρίου Πολυζωΐδη, που αρνήθηκαν να υπογράψουν).


Εις αυτή την κατάστασι έρχεται ο βασιλεύς, τα πράγματα ησυχάζουν και το εμπόριο και η γεωργία και οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν, και μάλιστα η παιδεία. Αυτή η μάθησις θα μας αυξήση και θα μας ευτυχήση. Αλλά δια να αυξήσωμεν χρειάζεται και η στερέωσις της πολιτείας μας, η οποία γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξι του θρόνου. Ο βασιλεύς μας είναι νέος και συμμορφώνεται με τον τόπο μας, δεν είναι προσωρινός αλλ' η βασιλεία του είναι διαδοχική, και θα περάση εις τα παιδιά των παιδιών του, και με αυτόν και σεις και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστι σας, και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ Πίστεως και έπειτα υπέρ Πατρίδος. Ολα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια θρησκεία. Και αυτοί οι Εβραίοι, οι οποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστι τους.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης νεκρός.


 Να μην έχετε πολυτέλεια, να μην πηγαίνετε εις καφενέδες και εις τα μπιλιάρδα. Να δοθήτε εις τας σπουδάς σας, και καλλίτερα να κοπιάσετε ολίγον δύο και τρεις χρόνους, και να ζήσετε ελεύθεροι εις το επίλοιπο της ζωής σας, παρά να περάσετε τέσσαρους πέντε χρόνους τη νεότητα σας, και να μείνετε αγράμματοι. Nα σκλαβωθήτε εις τα γράμματά σας. Nα ακούετε τας συμβουλάς των διδασκάλων και γεροντότερων, και, κατά την παροιμία, μύρια ήξευρε και χίλια μάθαινε. Η προκοπή σας και η μάθησι σας να μην γίνει σκεπάρνι μόνο δια το άτομο σας, αλλά να κυττάξη το καλό της Κοινότητος, και μέσα εις το καλό ευρίσκεται και το δικό σας. Εγώ παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρησι, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα περασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχόνοιας, την οποία να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς, μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέρα των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ημέρα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, όπου ημείς ελευθερώσαμε και δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, τη θρησκεία, την καλλιέργεια του θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία. Τελειώνω τον λόγο μου. Ζήτω ο Βασιλεύς μας Οθων! Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω η Ελληνική Νεολαία! "


Κάποια πράγματα είναι διαχρονικά...

Δεν υπάρχουν σχόλια: