23-6-1996. Ο θάνατος του Ανδρέα Παπανδρέου και η πολιτικοϊδεολογική του κληρονομιά. 3300 π.Χ. - 2200 π.Χ. Θεσσαλία. Αναθηματική στήλη, τύπου Μενίρ. 15ος αιώνας π.Χ. Σκόπελος (Πεπάρηθος). 490 π.Χ. Ο Τριπτόλεμος και οι ρίζες της κυπριακής διαλέκτου. 369 π.Χ. Μεσσήνη. 4ος αιώνας π.Χ. Ο έφηβος της Πρέβεζας. 3ος αιώνας π.Χ. Η κυπριακή συλλαβική γραφή. Πύργος Ηλείας. Ο ερμαφρόδιτος των ρωμαϊκών χρόνων. 14ος αιώνας - 1958 και μετά. Τραπεζούντα. 1909-1912. Ο εγκλεισμός του έκπτωτου Σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ, στην βίλα Αλλατίνι, στην Θεσσαλονίκη. 1910. Το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά. Σμύρνη. 1939 και μετά. Ριζούντα. 1923-1930. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και οι Παλαιομουσουλμάνοι της Ανατολικής Θράκης, δώρο, στον Μουσταφά Κεμάλ. 1928. Αθήνα. 1932. Βόλος. Συνωστισμός έξω από τὴν χρεωκοπημένη τράπεζα. 1933. Ο Ιωσήφ Στάλιν κουβαλάει το φέρετρο της Κλάρας Τσέτκιν. 20-6-1937. Ο Ιωσήφ Στάλιν δολοφονεί τον δάσκαλό του Γιάν Στεν. 1939. Φρεαττύδα. 1941. Η μάχη κατά των Γερμανών, στο αλβανικό μέτωπο. 1942. Στάλινγκραντ. 1943-1944. Τα τάγματα Ασφαλείας. 1944. Ο Κισά-Μπατζάκ. 1964. Ο Γιώργος Κατσίμπαλης. 1966. Ο Μίκης Θεοδωράκης, στην Τασκένδη. 1975. Ο Idi Amin Dada, πάνω στις πλάτες των λευκών και μετέπειτα. (219).
23/6/1996. Η εφημερίδα «Απογευματινή» ανακοινώνει τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου (Χίος 5/2/1919 - Αθήνα 23/6/1996). Πέρασαν 30 χρόνια…
1951. ΗΠΑ. Ανδρέας Παπανδρέου : Από τον τροτσκισμό, στην προσωπολατρία
[Καθημερινή, 21.6.2026]
Στις 9 Αυγούστου του 1939, οι αθηναϊκές εφημερίδες κατέγραψαν μια, ακόμη, επιτυχία των διωκτικών αρχών, στην καταπολέμηση του κομμουνιστικού κινδύνου : τη σύλληψη μιας φοιτητικής ομάδας, που συνδέονταν, με το «λαθρόβιο» έντυπο “Προλετάριος”. Στο σπίτι ενός, είχε βρεθεί η γραφομηχανή και ο πολύγραφος - το ιερό εργαλείο της παρανομίας. Αυτός, ο άνθρωπος αυτός, ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου.
Ο εικοσάχρονος φοιτητής της νομικής υπέγραψε δήλωση μετανοίας, κατονόμασε τους συντρόφους του και αναχώρησε, για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η υπόθεση αρχειοθετήθηκε. Η μετεωρική, όμως, πορεία του Ανδρέα Παπανδρέου, στην ελληνική πολιτική ζωή, είχε, ως αποτέλεσμα, την «αποκάλυψή» της. Στον απόηχο των Ιουλιανών, ο Κωνσταντίνος Μανιαδάκης ανέσυρε τον «φάκελο Παπανδρέου : και κομμουνιστής και δηλωσίας. Δύο δεκαετίες, μετά, ο “Ελεύθερος Τύπος” απάντησε, στις -κατασκευασμένες- «αποκαλύψεις» της Αυριανής, σε βάρος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, με το ίδιο νόμισμα: «ο Ανδρέας καταδότης της δικτατορίας».
Στην ιστορία, όμως, αυτή, το κρίσιμο δεν είναι η δήλωση του Ανδρέα Παπανδρέου. Ήταν η πολιτική του επιλογή : η ένταξή του, δηλαδή, σε έναν κύκλο νεαρών επαναστατών -ανάμεσά τους ο Κορνήλιος Καστοριάδης-, που εμπνέονταν, από τον Λέοντα Τρότσκι και όχι, από τον Ιωσήφ Στάλιν. Προφανώς, ο Παπανδρέου δεν παρέμεινε τροτσκιστής. Η εξέλιξη, όμως, της διανοητικής και πολιτικής του σκέψης φανερώνει μια διαρκή επικοινωνία, με τον χώρο, που, στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, ονομάστηκε «αντι-σταλινική Αριστερά». Αυτός, στην Ελλάδα, υπήρξε μειοψηφικός εξαιτίας των ειδικών χαρακτηριστικών της δεκαετίας του 1940.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, από την άλλη και ειδικότερα, στα ακαδημαϊκά και πολιτικά περιβάλλοντα, που κινήθηκε ο Παπανδρέου, η «αντι-σταλινική Αριστερά» ήταν ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Διανοούμενοι και ακτιβιστές, που την δεκαετία του 1930, στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης, είχαν διαφορετικούς βαθμούς εμπλοκής, στο τροτσκιστικό κίνημα, πλέον, μετασχημάτιζαν την ταυτόχρονη κριτική τους, στον καπιταλισμό και στον σταλινισμό, σε μια νέα σύνθεση, που αναφέρονταν, στον δημοκρατικό σοσιαλισμό και στον ριζοσπαστισμό των κοινωνικών κινημάτων.
Αυτή την κουλτούρα εισήγαγε ο Παπανδρέου στην ελληνική πολιτική σκέψη, ήδη, από τα χρόνια της δικτατορίας : ταύτιση με τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, λαϊκή και εργατική αυτοδιαχείριση και κυρίως, ρητορική σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, που δεν ταυτίζονταν, με το φορτίο του ιστορικού κομμουνιστικού κινήματος. Ή, για να είμαι, ακόμη, πιο ακριβής, ρητορική σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, σε αντιπαράθεση, με τον ιστορικό κομμουνισμό.
Είναι ενδεικτικό το σχήμα, που διατύπωσε ο Παπανδρέου για την πρόσφατη ελληνική ιστορία : το ΕΑΜ, ως ένα γνήσιο λαϊκό κίνημα, που ηττήθηκε, από την «προδοσία» της “Σοβιετικής Ένωσης” και τον δογματισμό της πειθήνιας, σε αυτήν, ηγεσίας του ΚΚΕ. Είναι μια ανάγνωση, που παραπέμπει, στην τροτσκιστική παράδοση και ταυτόχρονα, αποπνέει μια ευθεία αμφισβήτηση του κύρους του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Και νομίζω, εδώ, είναι το κλειδί της όλης υπόθεσης : ο Παπανδρέου δεν ένιωθε κάποιο δέος, έναντι του κόμματος αυτού· το είχε απονομιμοποιήσει, μέσα του, από τα νεανικά του χρόνια και στην συνέχεια, ο χώρος, στον οποίο διαμόρφωσε την σκέψη του επιβεβαίωνε την αρχική καχυποψία, ή και ανοιχτή αντιπαλότητα, με τους κάθε λογής σταλινικούς.
Αν το σκεφτεί κανείς, το ΠΑΚ δεν συνεργάστηκε, ποτέ, στην πραγματικότητα, με τις οργανώσεις της κομμουνιστικής Αριστεράς, επί χούντας, ο Φλωράκης, μάταια, περίμενε το τηλεφώνημα εκείνο, για την συγκυβέρνηση, μετά τις εκλογές του 1981, ο λόγος του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν, συστηματικά, απαξιωτικός, όταν αναφερόταν, είτε, στην αριστερά του «σαλονιού». είτε, για εκείνη, που έμενε προσκολλημένη, στις κατευθύνσεις της Μόσχας.
Την ίδια ώρα, ένιωθε περισσή άνεση να συνομιλεί, με παλιούς επαναστάτες, που προέρχονταν, από την τροτσκιστική παράδοση, όπως ο Μιχάλης Ράπτης (Πάμπλο) και να ενσωματώνει την κοινωνική βάση της προδικτατορικής Αριστεράς, που είχε ταυτιστεί, με το εγχείρημα της ΕΔΑ, δηλαδή της ελληνικής εκδοχής του «εθνικού δρόμου, προς τον σοσιαλισμό».
Αυτή ήταν η ιδιαιτερότητα του Ανδρέα Παπανδρέου. Δεν επεδίωξε να εμφανιστεί, ως ο νόμιμος κληρονόμος του ελληνικού κομμουνισμού, αλλά, μέσα, από την ηχηρή αμφισβήτησή του, διεκδίκησε το ακροατήριο της Αριστεράς, προσφέροντας μια απάντηση, στο ιστορικό ερώτημα της ήττας της και κυρίως, στην δυνατότητα της νίκης της. Η ειρωνεία του Παπανδρέου είναι ότι ξεκίνησε από την αποκαθήλωση της προσωπολατρίας, για να αναγορεύσει, τελικά, τον εαυτό του, σε αντικείμενο της.
[Ο Ανδρέας Παπανδρέου, στις ΗΠΑ, 1951/Αρχείο Ιδρύματος Ανδρέα Γ. Παπανδρέου].
3300 π.Χ. - 2200 π.Χ. Θεσσαλία. Θέση Σουφλί Μαγούλα, κοντά, στην Λάρισα. Ανάγλυφη στήλη, τύπου Μενίρ, που απεικονίζει γυναίκα, ίσως, Ιέρεια. Το μοναδικό Μενίρ της Ελλάδας. Διαχρονικό Μουσείο Λάρισας.
Τα Μενίρ είναι συνδεδεμένα, με τους προϊστορικούς πολιτισμούς της Ευρώπης, ιδιαίτερα, με τους προκέλτικους πολιτισμούς και αποτελούν μεγάλο κεφάλαιο, στα μεγαλιθικά μνημεία.
Το μενίρ είναι ένας μακρόστενος, όρθιος ογκόλιθος, που τοποθετείται, κάθετα, στο έδαφος. Πρόκειται, συνήθως, για προϊστορικά μεγαλιθικά μνημεία, με πιο γνωστά παραδείγματα αυτά, στην Γαλλία (Καρνάκ) και τα φυσικά "μενίρ" της Ελλάδας. Η λέξη προέρχεται, από την βρετονική γλώσσα, όπου το men σημαίνει πέτρα και το hir σημαίνει μακρύς.
15ος αιώνας π.Χ. Σκόπελος (Πεπάρηθος). Μπορεί σε έναν τάφο να βρεθούν χιλιάδες αντικείμενα και οι πληροφορίες που μας δίνουν να είναι ελάχιστες. 15ος αιώνας π.Χ.
Το να βρει όπως ο Καθηγητής Νικόλαος Πλάτων ένα χρυσό ξίφος σε τάφο του έδωσε την αφορμή να αποκρυπτογραφήσει τον ένοικο του..
Η Σκόπελος στην αρχαιότητα ονομαζόταν Πεπάρηθος. Οι πρώτοι κάτοικοι της ήταν Κρήτες από την Κνωσό, και το όνομα το πήρε από τον αδελφό του αρχηγού των Κρητών Στάφυλο. Ο Στάφυλος έφτασε στην Πεπάρηθο τον 15 ο πΧ αιώνα, έγινε ήρωας, και αναφέρεται μεταξύ των 50 Αργοναυτών που ταξίδεψαν με τον Ιάσονα στην Κολχίδα. Στα χρόνια της Κρητομινωικής ακμής είχε επαφές και εμπορικές σχέσεις με τα νησιά του Αιγαίου, την Μικρά Ασία, και την Αργολίδα.
Το 1936 σε ανασκαφές που έκανε ο καθηγητής Νικόλαος Πλάτων βρέθηκε ένας τάφος με πολλά σπουδαία πλούσια ευρήματα. Το σημαντικότερο δείγμα τέχνης κατά την Μινωική και Μυκηναϊκή εποχή στο νησί είναι το σπαθί του Στάφυλου, που είναι και η πειστικότερη ένδειξη του τάφου.
Βρίσκεται στο εθνικό αρχαιολογικό μουσείο στην Αθήνα.
Οι Πεπαρήθιοι ήταν δεινοί ναυτικοί και είχαν κυριαρχήσει στην θάλασσα πουλώντας τον Πεπαρήθιο οίνο, ξηρό μαύρο Μπρούσκο κρασί στην Αθήνα, Κόρινθο και Πόντο. Είχε μάλιστα και αφροδισιακές ιδιότητες όπως αναφέρεται..
Όμως η Πεπαρηθος ήταν ακόμη γνωστή για την συνεισφορά της στα αρχαία δρώμενα, όταν στους Ολυμπιακούς αγώνες συμμετείχε ο αθλητής της που αναδείχθηκε πρώτος στους αγώνες δρόμου, και αυτός ήταν ο Άγνωντας το 559 πΧ. Οι αρχαίοι συμπολίτες του απεικόνισαν το πρόσωπο του σε νομίσματα. Μάλιστα στον κόλπο που αποβιβάστηκε στην επιστροφή του μετά την νίκη του, του έδωσαν το όνομα του που διατηρήθηκε ακόμη και σήμερα...
490 π.Χ. Ο Τριπτόλεμος στο φτερωτό άρμα του, φέρνει σιτάρι, στην ανθρωπότητα. Τρι-πτό-λεμος.
Το πτόλις, όπως και το πτόλεμος, θεωρούνταν γλώσσα Κυπρίων. Η ιδιαίτερη διάλεκτος των μυκηναικών κειμένων επιβίωσε, μόνο, στην Αρκαδία και στην Κύπρο. Δεν πρέπει να λησμονούνται οι Αιολικές [Αχαιοί, Θεσσαλία] και Αρκαδικές ρίζες της Κυπριακής.
Ο τύπος πτόλις απαντά 18 φορές, στην Ιλιάδα, 14, στην Οδύσσεια και στις πινακίδες της Κνωσσού, στο κύριο όνομα po-to-ri-jo [Πτολίων].
Στην αρχαία Μαντίνεια ο τύπος μαρτυρείται.
καὶ ὄρος ἐστὶν ἐν τῷ πεδίῳ τὰ ἐρείπια ἔτι Μαντινείας ἔχον τῆς ἀρχαίας: καλεῖται δὲ τὸ χωρίον τοῦτο ἐφ' ἡμῶν Πτόλις.
ἐν ταύτῃ μέν γέ ἐστι τῇ ποιήσει ἐπανήκοντι ἐκ Τροίας Ὀδυσσεῖ τεκεῖν τὴν Πηνελόπην Πτολιπόρθην παῖδα.:Παυσανία Αρκαδικά.
Ο Ευστάθιος μαρτυρεί φασίν οι παλαιοί ως Κυπρίων εστί των εν Σαλαμίνι λέξις το πτόλις, και αυτή των Κυπριακών επιγραμμάτων. Α. Βοσκός.
Το πτόλις, όπως και το πτόλεμος, θεωρούνταν γλώσσα Κυπρίων. Η λέξη δεν μπορεί να θεωρηθεί, ως ιδιωματική των, εν Σαλαμίνι, Κυπρίων, μόνο, γιατί βρίσκεται, στην μεγάλη επιγραφή του Ιδαλίου, στην ονομαστική πτόλις, έξι φορές, στην δοτική πτόλιfι, και στην αιτιατική, πτόλιν, από μια φορά. .Επομένως, εφόσον απαντά και στο Ιδάλιον, ανήκει, στο Ανατολικό γλωσσικό ιδίωμα και όχι, αποκλειστικά, στο Σαλαμινιακό.
Επιγραφή Ιδαλίου.
1.Ὅτε τὰ(ν) πτόλιν Ἐδάλιον κατέFοργον Μᾶδοι κὰς ΚετιῆFες ἰ(ν) τῶι Φιλοκύπρων Fέτει τῶ Ὀνασαγόραυ
2.βασιλεὺς Στασίκυπρος κὰς ἁ πτόλις ἘδαλιῆFες ἄνωγον Ὀνασίλον τὸν Ὀνασικύπρων.
3.Κάς παι εὐFρητάσα(ν)τυ βασιλεὺς κὰς ἁ πτόλις Ὀνασίλωι
4.κὰς ἐξ τᾶι πτόλιFι ἀργύρω.
5. .ἀργύρων τῶδε τῶ ταλά(ν)των βασιλεὺς κὰς ἁ πτόλις Ὀνασίλωι κὰς τοῖς κασιγνήτοις
6.βασιλεὺς κὰς ἁ πτόλις κατέθιjαν ἰ(ν) τὰ(ν) θιὸν τὰν Ἀθάναν τὰν περ’ Ἐδάλιον,
7..κὰς ἁ πτόλις δοFέναι ἀ(ν)τὶ τᾶ ὑχήρων τῶ μισθῶν ἀργύρω
8.Ἔδωκ’ οἶ(ν)νυ βασιλεὺς κὰς ἁ πτόλις Ὀνασίλωι
9.βασιλεὺς κὰς ἁ πτόλις κατέθιjαν ἰ(ν) τὰ(ν) θιὸν τὰν Ἀθάναν τὰν περ’ Ἐδάλιον,
Σε επιτύμβιο επίγραμμα τριών ελεγειακών διστίχων ακρωτηριασμένων, για το γιο του Μένιππου από την Ιλλυρία που πέθανε και θάφτηκε στην Κύπρο, πιθανώς, στους Σόλους, τον 2ο αι πχ.
φθίμενον Σολίων πτόλις άδε καλύπτει
ζωάς ες τρισάτην ερχόμενον δεκάδα .
ὡς δὲ πρὸς ὕπνον ἐτράπετο ὁ Τριπτόλεμος, ἐνταῦθα Ἀνθείαν παῖδα Εὐμήλου τοὺς δράκοντάς φασιν ὑπὸ τοῦ Τριπτολέμου τὸ ἅρμα ζεύξαντα ἐθελῆσαι καὶ αὐτὸν σπεῖραι: καὶ τὸν μὲν ἐπιλαμβάνει τὸ χρεὼν ἐκπεσόντα τοῦ ἅρματος, Τριπτόλεμος δὲ καὶ Εὔμηλος Ἄνθειαν πόλιν οἰκίζουσιν ἐν κοινῷ, τοῦ Εὐμήλου παιδὸς ἐπώνυμον" Παυσανία Αχαϊκά.
Η Αθήνα έλεγχε το ιερό της Δήμητρας στην Ελευσίνα και ισχυριζόταν ότι η θεά είχε δώσει σιτάρι και τα μυστικά της γεωργίας, στον Τριπτόλεμο, έναν τοπικό πρίγκιπα. Πολυάριθμα αττικά αγγεία απεικονίζουν τον νεαρό, σε φτερωτό άρμα, να ξεκινά, για να διαδώσει την γνώση της καλλιέργειας του σιταριού.
Αττική ερυθρόμορφη υδρία, που αποδίδεται, στον ζωγράφο του Τρωίλου.
369 π. Χ. Σύστημα αποστράγγισης υδάτων, αρχαιολογικός χώρος της αρχαίας πόλης Μεσσήνης
Η αρχαία Μεσσήνη διαθέτει ένα εκτεταμένο και προηγμένο σύστημα διαχείρισης και αποστράγγισης υδάτων, στενά συνδεδεμένο με την περίφημη Ιπποδάμεια πολεοδομική της διάταξη. Το ρυμοτομικό της δίκτυο περιλάμβανε ευρείς υπονόμους και κτιστούς αγωγούς για τη συλλογή και ομαλή απορροή των ομβρίων υδάτων μακριά από τα δημόσια κτήρια. Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών στον αρχαιολογικό χώρο, έχει καθαριστεί και αποκαλυφθεί το σύστημα αποστράγγισης ομβρίων υδάτων του. Στο νότιο τμήμα του κοίλου εντοπίστηκε λίθινος κλιμακωτός αγωγός μήκους 22,7 μέτρων και πλάτους 1 μέτρου, κατασκευασμένος από κατεργασμένες ασβεστολιθικές λιθοπλίνθους που ακολουθεί την ισχυρή κατωφέρεια του εδάφους. Τα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης λειτουργούσαν συνδυασμένα με τις μνημειακές κρήνες της πόλης (όπως η Κρήνη της Αρσινόης), οι οποίες διέθεταν εξελιγμένες υποδομές υπερχείλισης και διοχέτευσης του νερού στα αστικά αποχετευτικά κανάλια. Τα επιβλητικά λίθινα τείχη της πόλης ενσωμάτωναν εξόδους και διαβάσεις χειμάρρων, προστατεύοντας τον οικισμό από πλημμυρικά φαινόμενα.Η μελέτη των υδραυλικών και αποστραγγιστικών έργων αναδεικνύει την υψηλή τεχνογνωσία των αρχαίων Μεσσηνίων στη διαχείριση του υδάτινου στοιχείου.Θα θέλατε να εστιάσουμε σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο του χώρου (π.χ. στο Αρχαίο Θέατρο ή στην Κρήνη της Αρσινόης).
4ος αιώνας πΧ. Πρέβεζα. Ο έφηβος της Πρεβεζας, ή γελαστός έφηβος. Ορειχάλκινο άγαλμα, που βρέθηκε, από αρχαιοκάπηλους, αλλά, τελικά, περιήλθε, στις αρχαιολογικές αρχές.
3ος αιώνας π.Χ. Κυπριακή συλλαβική επιγραφή, που αναφέρεται, σε κάποιον Αριστόμαχο. Από το, εν λόγω, έγγραφο, φαίνεται ότι αυτό το άτομο, αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη του, τέθηκε, σε αθέτηση, από τις αρχές, μέσω της χάραξης αυτής της επιγραφής, η οποία σώζεται, μέχρι σήμερα και φυλάσσεται, στο Αρχαιολογικό Μουσείο Λευκωσίας (Κύπρος).
Η κυπροσυλλαβική είναι, όπως υποδηλώνει το όνομά της, ένα συλλαβικό σύστημα γραφής, που μαρτυρείται, στην Κύπρο, μεταξύ του δεύτερου μισού του 11ου αιώνα π.Χ. (Οβελός του Οφέλτη, ICS 18g) και του τέλους του 2ου αιώνα π.Χ. Αποτελείται, από - το πολύ - 56 σύμβολα, με περισσότερο, ή λιγότερο, σημαντικές τοπικές παραλλαγές, τόσο, στην μορφή των ίδιων των συμβόλων, όσο και στην χρονολογία και την δομή του ρεπερτορίου. Τα σωζόμενα κείμενα είναι διαφορετικών τυπολογιών, με σαφή υπεροχή αναθηματικών και επιτύμβιων επιγραφών.
Πύργος Ηλείας. Ακέφαλο άγαλμα ερμαφρόδιτου των ρωμαϊκών χρόνων.
14ος αιώνας. Τραπεζούντα. Μια λουστραρισμένη χειρόγραφη απεικόνιση, που δείχνει τους Έλληνες στρατιώτες της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας (1204 - 1461), ως στρατιώτες του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Source : World History Encyclopedia.
Η εκκλησία Νούκα, στο Artvin. Το πιο μυστηριώδες ιστορικό κτίριο, στην Τουρκία.
1856-1883. Τραπεζούντα.
1869. Τραπεζούντα. «Μητέρα και παιδί επιστρέφουν, από την αγορά, με γάιδαρο στην Τραπεζούντα». Χαρακτική του Γάλλου ζωγράφου Théophile-Louis Deyrolle.
1909 - 1912. Οθωμανική Θεσσαλονίκη. Η ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ ΤΟΥ ΣΟΥΛΤΑΝΟΥ ΑΒΔΟΥΛ ΧΑΜΙΤ Β΄ ΣΤΗΝ ΒΙΛΑ ΑΛΛΑΤΙΝΙ (1909-1912)
Μετά την επικράτηση της Επανάστασης των Νεοτούρκων και την επίσημη εκθρόνισή του στις 27 Απρίλιου του 1909, ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ Β΄ μεταφέρθηκε, υπό αυστηρή αιχμαλωσία, στην Θεσσαλονίκη, όπου και φυλακίστηκε, στην εμβληματική Βίλα Αλλατίνι, μέχρι το 1912.
Ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ Β΄ μεταφέρθηκε στην Βίλα Αλλατίνι, την νύχτα της 28ης προς 29ης Απριλίου 1909 και φυγαδεύτηκε, πίσω, στην Κωνσταντινούπολη, στις 17 Οκτωβρίου 1912.
Μετά το αποτυχημένο αντικίνημα των φανατικών ισλαμιστών, τον Απρίλιο του 1909, ο στρατός των Νεοτούρκων κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη, καθαίρεσε τον Αβδούλ Χαμίτ και τον αντικατέστησε, με τον αδελφό του, Μωάμεθ Ε΄, που επισκέφθηκε την Θεσσαλονίκη, τον Ιούλιο του 1911.
Η Θεσσαλονίκη επιλέχθηκε, σκόπιμα, καθώς αποτελούσε το προπύργιο και το κέντρο επιχειρήσεων του Κομιτάτου των Νεοτούρκων. Εκεί μπορούσαν να τον ελέγχουν, απόλυτα, μακριά από τους υποστηρικτές του, στην πρωτεύουσα.
Η Βίλα Αλλατίνι (έργο του Ιταλού αρχιτέκτονα Βιταλιάνο Ποζέλι), ήταν η μεγαλύτερη και πολυτελέστερη έπαυλη, στην συνοικία των «Εξοχών». Τον Ιούλιο του 1909, το ακίνητο αγοράστηκε, από το 3ο Στρατιωτικό Σώμα των Οθωμανών, για να λειτουργήσει αποκλειστικά, ως η «χρυσή φυλακή» του έκπτωτου μονάρχη. Ο Αβδούλ Χαμίτ δεν μεταφέρθηκε μόνος. Μαζί του, έφθασε ένας πολυπληθής κύκλος, που περιλάμβανε μέλη του χαρεμιού του (συζύγους και παλλακίδες), τα παιδιά του, υπηρέτες και προσωπικούς γιατρούς.Παρά την πολυτέλεια των 31 δωματίων της έπαυλης, η καθημερινότητά του ήταν αυτή ενός πολιτικού κρατουμένου. Η βίλα φρουρούνταν, ημέρα και νύχτα, από τον οθωμανικό στρατό, οι επικοινωνίες του, με τον έξω κόσμο, ήσαν, πλήρως, αποκομμένες και οι μετακινήσεις του περιορίζονταν, αυστηρά, εντός του κτιρίου και του μεγάλου κήπου. Κατά την διάρκεια του εγκλεισμού του, ασχολήθηκε, εκτενώς, με την μελέτη, την συγγραφή των απομνημονευμάτων του και την ξυλουργική.
Τον Οκτώβριο του 1912, με το ξέσπασμα του Α' Βαλκανικού Πολέμου και την προέλαση του Ελληνικού Στρατού, οι Νεότουρκοι φοβήθηκαν ότι ο, πρώην, Σουλτάνος θα έπεφτε, στα χέρια των Ελλήνων. Μεταφέρθηκε, εσπευσμένα, με γερμανικό πλοίο, πίσω, στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, τέθηκε, ξανά, υπό περιορισμό, στο ανάκτορο Μπεηλέρμπεη, στον Βόσπορο, όπου και απεβίωσε, το 1918.
Στα οθωμανικά αρχεία και στις συλλογές της εποχής, δεν υπάρχουν επίσημες φωτογραφίες, που να δείχνουν τον ίδιο τον Αβδούλ Χαμίτ Β΄ μέσα στην Βίλα Αλλατίνι, κατά την διάρκεια του εγκλεισμού του (1909–1912)
Οι Νεότουρκοι επέβαλαν ένα καθεστώς απόλυτης μυστικότητας. Απαγορευόταν, αυστηρά, η είσοδος, σε οποιονδήποτε τρίτο, πόσο μάλλον, σε φωτογράφους. Ο φόβος μιας πιθανής απόπειρας απόδρασης, ή της χρήσης της εικόνας του, για την δημιουργία φιλομοναρχικών συναισθημάτων, στην κοινή γνώμη, ήταν τεράστιος.
Η στρατιωτική φρουρά της βίλας άλλαζε, κάθε μήνα. Αυτό γινόταν, για να αποφευχθεί οποιαδήποτε προσπάθεια δωροδοκίας, ή διαρροής πληροφοριών και υλικού, προς τα έξω.
Η Βίλα Αλλατίνι βρισκόταν, στην κοσμοπολίτικη Λεωφόρο των Εξοχών (την σημερινή Βασιλίσσης Όλγας), όπου οι κάτοικοι της πόλης έκαναν τον περίπατό τους. Μόλις μαθεύτηκε η άφιξη του Αβδούλ Χαμίτ, ο περίπατος αυτός απέκτησε νέο σκοπό. Εκατοντάδες άνθρωποι Έλληνες, Εβραίοι, Οθωμανοί και ξένοι διπλωμάτες, στέκονταν, με τις ώρες, έξω, από την έπαυλη, κοιτάζοντας προς τα παράθυρα και τους κήπους.
Το φαινόμενο πήρε τέτοιες διαστάσεις, που πολλοί Θεσσαλονικείς έφθαναν, στο σημείο να κρατούν κιάλια, για να παρατηρούν τις κινήσεις, πίσω, από τις κουρτίνες της βίλας.
1910. Παναγία Σουμελά.
Ακούμπησα σ' ένα χάνι* το τρίχινο ζεμπίλι* με τις αλλαξιές και τα φαγώσιμα που μου 'δωκε η μάνα μου, και βγήκα ν' ανταμώσω το σταφιδέμπορα που θα μ' έπαιρνε στη δούλεψή του. Με την αντρέσα* στο χέρι, με τα πρώτα παπούτσια που φόραγα στη ζωή μου να με στενεύουνε, με το ντρίλινο* φράγκικο* πανταλόνι, κάπως κοντό για τις μακριές κανάρες* μου, να με κόβει κι αυτό στον καβάλο, περπατούσα, άτσαλα, δειλά. Ωστόσο ήμουνα περήφανος για το νέο σουλούπι* μου και κάθε τόσο έσκυφτα και καθάριζα με το χέρι τα παπούτσια μου κι έριχνα κλεφτές, φοβισμένες ματιές ολούθε* ν' αντιληφθώ πού βρίσκομαι κι αν με προσέχουν οι περαστικοί.
Μόλις βγήκα στην προκυμαία τα ξέχασα όλα, ακόμα και τη δειλία μου. Ήρθαν οι εντυπώσεις και με πήραν απαλά και με μερώσανε και δεν ήξερα τι να πρωτοδώ και τι να πρωτοχαρώ. Τη θάλασσα; Τα βαποράκια της Χαμιδιέ που σκίζανε το νερό δίχως να βουλιάζουν; Τα μεγάλα μαρμαρένια σπίτια, με τα ξύλινα κλειστά, όλο μυστήριο, μπαλκόνια τους; Τις καρότσες με το ρυθμικό χτύπο τους πάνω στο γρανιτένιο πλακόστρωτο; Τα τράμια* που τα σέρνανε άλογα; Ή όλον εκείνον το χαρωπό, ξέγνοιαστο κόσμο που μπαινόβγαινε με σαματά* στις λέσχες και στα καφενεία κι έμοιαζε να ζει πανηγύρι; κι όχι μια κοινή, καθημερινή μέρα δουλειάς!
Στάθηκα άκρη άκρη στο μουράγιο, βόλεψα τα χέρια μου στις τσέπες κι έμεινα εκειδά εντυπωσιασμένος. Τα κύματα ανεβοκατεβαίνανε και καθώς ένιφταν* τις μαλτεζόπετρες σκορπούσανε μια ανεσημιά* που μοσκοβόλαγε θαλασσινά. Μύδια, εκατομμύρια μύδια ήταν σφηνωμένα πάνω στις σιδερένιες τραβέρσες* που συγκρατούσαν τις Σκάλες. Αυτές οι Σκάλες, η Εγγλέζικη Σκάλα, η Καινούρια Σκάλα, η Μακριά Σκάλα, λες κι ήταν τα χέρια του μεγάλου λιμανιού. Εδώ γινόταν το μπάρκο· * έφευγε ο βλογημένος καρπός της Ανατολής για τις ξένες χώρες κι έμπαινε το χρυσάφι. «Λέγε, Εμμανουήλ, τι γνωρίζεις διά το χρυσόμαλλον δέρας;» Δάσκαλε, δε σ' αποκρίθηκα κατά που πρόσμενες κείνη τη μέρα. Τώρα όμως εδώ καταλαβαίνω την ερώτησή σου, ζωντανεύουν μπρος στα μάτια μου όλες οι ιστορίες που μου διηγήθηκες, καθαρές, στρωτές, παρμένες θαρρείς από τη Χρηστομάθειά* μας. Όμως από κοντά έρχονται χορεύοντας κι οι ζωηρές ιστορίες που άκουσα για τη Σμύρνη από τον παιχνιδιάτορα* το Χρίστο. Τις έλεγε στα πανηγύρια μας κρούοντας το σάζι* του, ένα μακρύ ίσαμ' ένα μέτρο όργανο, που λαλούσε σαν Θεός και μεις τα παιδιά λαχταρούσαμε: «Αχ, πότε θα τηνε γνωρίσουμε τούτη την πολιτεία!».
Όταν ήμουνα πολύ μικρός και πήγαινα με τη μάνα μου στην εκκλησιά σκιαζόμουνα να βλέπω ζωγραφισμένο στον τρούλο το πελώριο μάτι του Θεού. Τώρα ήθελα να γίνω ένα τέτοιο μάτι να τα δω όλα μονομερίς. Και να γίνω κι ένα πελώριο αφτί, ν'ακουμπήσω στον κόρφο τούτης της πολιτείας, ν'ακούσω την καρδιά της. [...]
Οι άνθρωποι στη Σμύρνη μιλούσανε όλοι ελληνικά, ακόμα κι οι Τούρκοι κι οι Λεβαντίνοι κι οι Οβραίοι κι οι Αρμεναίοι. Στο Φραγκομαχαλά ωστόσο, πολλά μεγάλα καταστήματα είχανε ξενικά ονόματα που δεν τα καταλάβαινα:
«Κοντουάρ», «Λουβρ», «Μπον μαρσέ», «Παραντί ντε Νταμ» κι άλλα. Και τι δεν έβρισκες σε τούτα τα μαγαζιά! Από παραδείσια φτερά για τα μαλλιά των γυναικών, μέχρι σκαρπίνια* για Σταχτοπούτες. Και παιχνίδια, όμορφα κουρντιστά παιχνίδια! Πόσο ευτυχισμένα θα 'πρεπε να 'ναι εδώ τα παιδιά και πόσο παραχαϊδεμένες οι γυναίκες!
Τράβηξα ίσια στην Αγια-Φωτεινή κι άναψα στη χάρη της το κεράκι που μου παράγγειλε η μάνα μου. Κι ύστερα καρφώθηκα να βλέπω και να μη χορταίνω το καμπαναριό. Είκοσι μέτρα μπόι, τέσσερα πατώματα, όλο μάρμαρο. Κι ανάγλυφος ο Χριστός να κάθεται στο πηγάδι και να τα λέει με τη Σαμαρείτιδα. Κι οι καμπάνες φανταχτερές, γλυκόλαλες, δώρο των μεγάλων δουκώνε της Ρωσίας, και κατάκορφα, στον τρούλο, ο χρυσός σταυρός να λάμπει στον ήλιο, παρηγοριά και σκέπη για τους ραγιάδες, που το 'χαν καύχημα, γιατί ο σταυρός έστεκε πιο ψηλά από την ημισέληνο που ήταν στημένη στο μιναρέ του Ισάρ τζαμί.
Εκειδά πλάι στον περίβολο της Αγια-Φωτεινής βρήκα και την Ευαγγελική Σχολή. Είχα κάνει όνειρο να μπω εδώ μέσα, κι ο δάσκαλός μου ο Πυθαγόρας Λάριος με σιγοντάριζε.* Μα ο πατέρας μου τόνε πρόγκηξε: «Κυρ δάσκαλε, να με συμπαθάς. Αεροκοπανιτζή* δεν τόνε θέλω τον υγιό μου. Εμείς είμαστε ρεσπέρηδες* και χρειαζούμαστε χέρια.».
Μόλις άκουσα την καμπάνα της Αγια-Φωτεινής να χτυπάει δώδεκα, τινάχτηκα. Μπρε για πότε μεσημεριάστηκα; Είπα να βιαστώ, να τρέξω για τη δουλειά, μα θυμήθηκα πως δεν είχα να δώσω λόγο σε κανένα, μιας κι ήμουνα, για πρώτη φορά, αυτεξούσιος, και τότες μ' έπιασε τρελή χαρά. Χώθηκα μέσα στο πλήθος, στο τσαρσί* κι έπινα τσιτσιμπίρια και σερμπέτια* κόκκινα και πράσινα «μπουζ-γκιμπί, κεκίκ-σουγιού»,* και χαιρόμουνα που σπαταλούσα τα λίγα τεσσαράκια που μου 'βαλε στην τσέπη η μάνα μου, κρυφά απ' τον πατέρα. Ύστερα κάτι με σταμάτησε· ο χωριάτης στιμέρνει* τον ακριβοκερδισμένο παρά. Κι είπα να πάω κατευθείαν στο μαγαζί του κυρ Μιχαλάκη Χατζησταυρή, να σιγουρέψω τη θέση μου και συνεχίζω έπειτα το σουλάτσο.*
Τόνε βρήκα τον κυρ φατόρο* πάνω στην άψα* της δουλειάς. Τέτοιες μέρες που κατέβαιναν οι χωριάτες να πουλήσουνε τη σοδειά τους, οι εμπόροι δεν κλείνανε. Μόλις μπήκα στο στενόμακρο μαγαζί με τα πολλά πατάρια, με πήρε από τη μύτη η γνώριμη γλυκόστυφη μυρουδιά της σταφίδας και του σύκου. Ο Χατζησταυρής στεκότανε καταμεσής και ζύγιαζε, όλο φροντίδα. Εργάτες με χαμαλίκες* στην πλάτη μπαινοβγαίνανε από το πίσω πορτί, όπου ήταν το ντάμι· * εκεί αφήνανε τις καμήλες, τους αραμπάδες,* τα γαϊδούρια και τις βοϊδάμαξές τους. Δυο ξυπόλητοι χαμάληδες, με δασά γυμνά τα στήθια, σήκωναν στον ώμο τη μανέλα* που πάνω κει κρεμόταν το καντάρι.* Ο Χατζη- σταυρής μ' ολοστρόγγυλη κοιλίτσα, διπλά προγούλια και ολοκόκκινα, σαν βουτυρωμένα, μάγουλα ξεφώνιζε τις οκάδες.* Είχε μάτι ξύπνιο που σπίθιζε κι έπαιζε ολούθε ακούραστο. Τα χέρια και τα ποδάρια του, πολύ αδύνατα ανάλογα με το σώμα, τον κάνανε να μοιάζει με βάτραχο. Όλες οι κινήσεις του και η σβελτάδα* του κι οι τρόποι του δείχνανε πως είχε δουλέψει κι η αφεντιά του παραγιός.* Και τόντις,* όπως έμαθα αργότερα, παραγιός ήτανε κάποτες, μα ήξερε σου λέει ν' αρπάζει την περίσταση και συνεταιρίστηκε με το Σελήμ εφέντη και πατούσανε κι οι δυο, με το ελεύθερο, πάνω σε καρδιές και σε πορτοφόλια, κι από κει και πέρα τα βολέψανε κι έρεε το χρήμα.
Πλησίασα τον κυρ Μιχαλάκη, του μίλησα θαρρετά, του 'δωκα και το συστατικό γράμμα που είχα από τη δημογεροντία* του χωριού μας. Αυτό το γράμμα πολύ τον εκολάκεψε, γιατί τ' άρεζε να τον υπολογίζουνε οι ισχυροί. Με ξέταξε με ματιά που τρύπωσε ίσαμε την ψυχή.
- Ναι, ξέρω, έκανε, μου μίλησαν κι άλλοι για σένα. Θα σε κρατήσω. Με βολεύει που ξέρεις τα τούρκικα. Αύριο πρωί έλα να πιάσεις δουλειά, να σε δοκιμάσω και τα ξαναλέμε για την πλερωμή.
Όταν βγήκα έξω πετούσα από χαρά· αν είχα μουστάκι θα το 'στριβα, τόσο ένιωθα άντρας. Τώρα μπορούσα να χαρώ τη μέρα μου, την πρώτη και μοναδική λεύτερη και ξέγνοιαστη μέρα της ζωής μου.
Ώρες ολόκληρες τριγύριζα μέσα στα μπεζεστένια* και στα σοκάκια της Σμύρνης, ίσαμε που με βρήκε η νύχτα. Εργάτες με μακριά ραβδιά ανάβανε τα φανάρια του γκαζιού. Ομορφοστολισμένες κυράδες κατεβαίνανε με τις καρότσες τους για τις λέσχες, τα προβέγγερα και τις «γιαβάν σουπέδες».* Κοπέλες ξεντεκολτεδιασμένες,* μελαψές και πεταχτές σεργιανούσανε, γελούσανε, κορτάρανε. Ζευγάρια εύθυμα αγοράζανε λουλούδια. Στα καφενεία παίζανε μουσικές, τραγουδούσανε πολιτάκια και γκαρσόνια πηγαινοφέρνανε δίσκους με καραφάκια και μεζέδες. Η προκυμαία μοσχοβολούσε ούζο, αγγουράκι, τηγανητό κρέας και θαλασσινά. Μασουλίζανε οι καθιστοί, κι οι σουλατσαδόροι σπόρους, τσεμπλεμπούδες,* παγωμένα αμύγδαλα, λιμπινάρια,* μα και γλασσάδες* και ζαχαρωτά και γλειφιτζούρια.
Τα σπίτια, ακόμα και στους απόμακρους μαχαλάδες, ανοιχτά, συντροφεμένα.
Στις πόρτες καθισμένες φαμελιές* είχαν στρωμένο εύθυμο λακιρντί.* Δε μου 'κανε καρδιά να πάω για ύπνο. Είχα μόλις γνωριστεί με τη Σμύρνη και μου φαινότανε πως γεννήθηκα κι έζησα εδώ τα δεκάξι χρόνια της ζωής μου. Όταν έπεσα να κοιμηθώ, στριφογύριζα και της μίλαγα σαν ερωτευμένος. "Είσαι όμορφη, το ξέρεις; Είσαι πολύ όμορφη!"
Εδώ στη Σμύρνη θα μπορούσα να κάνω όνειρα, όσα όνειρα ήθελα, δίχως να τρώω ξύλο...
Δ. Σωτηρίου Ματωμένα Χώματα.
1916. Τραπεζούντα. Πλατεία. Ρώσοι Στρατιώτες και ένα κομμάτι του κοινού μπροστά στον κινηματογράφο Σουμέρ.
Τραπεζούντα. Ayasofya. Στους τοίχους της ανατολικής πρόσοψης του Τζαμιού της Τραπεζούντας Αγιασοφίας, υπάρχουν περισσότερα από 100 σχέδια πλοίων από το παρελθόν μέχρι το σήμερα. Αυτά τα σχέδια, που πιστεύεται ότι έχουν σκαλιστεί από ναυτικούς, έμπορους και επισκέπτες, αποτελούν σιωπηλούς μάρτυρες του γεγονότος ότι η Τραπεζούντα είναι μια από τις σημαντικές πόλεις λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας για αιώνες.
1911. Σμύρνη.
Ο ΤΟΥΡΚΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ: «Ο ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ, 1919-1925. ΜΙΑ ΜΕΛΕΤΗ ΜΝΗΜΗΣ».
Ο Τούρκος υποψήφιος διδάκτορας στο Τμήμα Επιστημών Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Hacettepe που εργάζεται ως κοινωνιολόγος στο παράρτημα της UNESCO στη Σμύρνη, καλεσμένος από το Σύλλογο Δράσης «Νίκος Καπετανίδης, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για την Ημέρα Μνήμης των θυμάτων της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, αφηγήθηκε μεταξύ άλλων την ιστορία της αποκάλυψης του οικογενειακού μυστικού ξεκινώντας από την ιστορία του παππού του.
Όπως είπε ο Καγιά «οι Έλληνες εκδιώχθηκαν από τον τουρκικό στρατό και έφυγαν πεζή προς τα ανατολικά. Σε έξι μήνες έφτασαν κάπου στην Τυφλίδα. Ο προπάππος μου, Ισαάκ ήταν 12 χρονών και έκανε τον υπερέτη σε μια αρμενική οικογένεια για να βοηθήσει την οικογένειά του, ενώ η μητέρα του δούλευε σε μια οικογένεια Κούρδων.
Όταν η οικογένεια του Ισαάκ ετοιμάστηκε να φύγει στην Ελλάδα αυτός δεν πρόλαβε το πλοίο και έτσι έμενε με την κουρδική οικογένεια. Έγινε μουσουλμάνος, αλλά το όνομά του δεν άλλαξε. Αργότερα, παντρεύτηκε, απέκτησε έξι παιδιά και τη δεκαετία του ’60 άρχισε να ψάχνει τις ρίζες του, να λέει παντού ότι δεν είμαι Κούρδος αλλά Πόντιος».
Με αυτή την αφετηρία και μετά από έρευνες ο Καγιά συνειδητοποίησε ότι είναι δισέγγονος του Έλληνα Πόντιου Ισαάκ που δεν κατάφερε να φύγει στην Ελλάδα και μένοντας πίσω ασπάστηκε το Ισλάμ.
Ο ίδιος πρώτη φορά κρυφά κατάλαβε ότι υπάρχει κάποιο «μυστικό» στην οικογένειά του όταν ήταν 10 ετών: “Μέναμε στη Σμύρνη και μια θεία μου, που είχε γυρίσει από το πρώτο της ταξίδι στην Ελλάδα μας αφηγήθηκε για την ωραία της εμπειρία, αλλά ξαφνικά εμάς τα παιδιά μας έδιωξαν σε άλλο δωμάτιο να παίξουμε και οι μεγάλοι έβαλαν στο βίντεο μια κασέτα που έδειχνε έναν ηλικιωμένο άντρα να τους χαιρετά με δάκρυα, λέγοντας:
«Μου λείπετε πολύ», λέει και συνεχίζει: «Αν ζεις και μεγαλώνεις στη Σμύρνη, ο εχθρός σου είναι οι Έλληνες για την εθνοκεντρική τους ιδεολογία. Μας δίδασκαν ότι οι Έλληνες εισέβαλαν στα εδάφη μας και είχαμε πόλεμο μαζί τους. Ότι έκαψαν τη Σμύρνη…».
Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του ο Μερτ Καγιά, αναφέρεται στην προσπάθεια που έκαναν όσοι απέμειναν στην Τουρκία, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, να κρατήσουν καλά το φυλαγμένο μυστικό τους – την καταγωγή τους. Αλλά όπως είπε, μετά από πολλές δεκαετίες τα εγγόνια τους που μορφωθήκαν, πήγαν στα πανεπιστήμια, για να επιστρέψουν στο παρελθόν και να ανακαλύψουν την καταγωγή τους.
“Όταν έμαθα για το κρυμμένο οικογενειακό μυστικό είχα ασχοληθεί ήδη με τη μελέτη των εθνικών μειονοτήτων σε Οθωμανική Αυτοκρατορία και την Τουρκία. Άλλωστε, δεν είναι συνηθισμένο να γεννιέσαι και να μεγαλώνεις ως Τούρκος και στη συνέχεια να μαθαίνεις ότι είσαι Έλληνας”, τονίζει.
Η μεταφράστρια του βιβλίου του Μερτ Καγιά, Μίχα Ευνίκη, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, είπε ότι γι΄ αυτήν δεν ήταν μόνο μία μετάφραση, αλλά και χρέος, μια αποκάλυψη της άγνωστης ιστορίας του Ελληνισμού. «Όπως οι περισσότεροι Έλληνες έχω κι΄ εγώ καταβολές από πρόσφυγες της Μικράς Αίας και της Ανατολικής Θράκης.
Για μένα η μετάφραση του βιβλίου δεν ήταν απλά μία εργασία την περίοδο της καραντίνας, άλλα μία ανάγνωση ιστορίας του Ελληνισμού. Μεγάλη συγκίνηση προκαλεί όλο το θέμα. Οι ιστορίες ανθρώπων που χάθηκαν, που έμειναν πίσω και μεγάλωσαν σε ένα άλλο περιβάλλον ενώ άλλαξαν θρησκεία και δεν ξέχασαν τις ρίζες τους και προσπάθησαν να βρεθούν ξανά οικογενειακώς κρύβουν λυτρωτικό πόνο», υπογραμμίζει.
Με δεδομένο ότι πολλοί άνθρωποι θέλουν πλέον να πουν για τη δική τους ελληνική καταγωγή ο κύκλος των ερευνών μεγαλώνει για τον Μερτ Καγιά. “Είμαστε ακόμα εδώ”, λέει ο ίδιος, και καταλήγει: “Δεν είμαστε απλά εξισλαμισμένοι αλλά είμαστε Πόντιοι Έλληνες“.
pontosnews.gr
1958. Τραπεζούντα. Το λιμάνι.
1923 - 1930. Η απέλαση των Παλαιομουσουλμάνων, από την Ανατολική Θράκη και τα άλλα «δώρα» της Ελλάδας στον γενοκτόνο των Ποντίων Μουσταφά Κεμάλ το 1930. (Η απαράδεκτη πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου, απέναντι, στην Τουρκία του Μουσταφά Κεμάλ.).
Μια περίοδος της ελληνικής ιστορίας σχετικά με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις που - είτε δεν διδάσκεται καθόλου στα σχολεία είτε περνάει στα ψιλά - είναι αυτή μεταξύ 1923 (μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης) και 1930.
Τη δεκαετία του 1920 υπήρχε διαρκής ένταση ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία, ιδιαίτερα για τα θέματα των ανταλλαγών πληθυσμών, αλλά και λιγότερο γνωστά ζητήματα, όπως οι λεγόμενοι «Παλαιομουσουλμάνοι».
Η επάνοδος στην εξουσία του Ελευθέριου Βενιζέλου το 1928 έδωσε τελικά λύση στα χρόνια και ζέοντα ζητήματα, με νέες όμως ελληνικές παραχωρήσεις: την απέλαση των «Παλαιομουσουλμάνων», που αποτελούσαν κόκκινο πανί για τον Κεμάλ και την καταβολή αποζημίωσης 275.000 αγγλικών λιρών προς την Τουρκία!
Ο Βενιζέλος πίστευε ότι έτσι θα εξασφαλίσει ειρηνική σχέση με την Τουρκία. Πραγματικά, η δεκαετία του 1930 κύλησε αρκετά ομαλά στις σχέσεις των δύο χωρών, ενώ και κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Τουρκία δεν δημιούργησε ιδιαίτερα προβλήματα στη χώρα μας. Μετά τον Β’ ΠΠ όμως άρχισαν ξανά τα προβλήματα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις (με πρώτη σοβαρή κρίση τα Σεπτεμβριανά του 1955), τα οποία συνεχίζονται μέχρι σήμερα.
Οι «Παλαιομουσουλμάνοι» και η αντίθεσή τους με τους κεμαλικούς
Ένα από τα αγκάθια των ελληνοτουρκικών σχέσεων ήταν οι λεγόμενοι «Παλαιομουσουλμάνοι». Οι βιβλιογραφικές αναφορές γι’ αυτούς δεν είναι πολλές. Η εκτενέστερη όλων υπάρχει στη Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία της κυρίας Άννας Χιονίδου, στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, με τίτλο:
«Η μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης (1920-1940). Ιστορικό πλαίσιο και οργάνωση σε πολιτικά, θρησκευτικό, κοινωνικό και εκπαιδευτικό επίπεδο». ΚΟΜΟΤΗΝΗ, 2018, απ’ όπου αντλήσαμε τα περισσότερα στοιχεία. Οφείλουμε να συγχαρούμε θερμά την κυρία Χιονίδου για την εξαιρετική μεταπτυχιακή διπλωματική της εργασία.
Ο Κεμάλ, για να σταθεροποιήσει το καθεστώς του προχώρησε τον Νοέμβριο του 1922 στην κατάργηση του Χαλιφάτου, ενός θεσμού αξιοσέβαστου από τα μουσουλμανικά έθνη για 1.350 χρόνια. Τον Οκτώβριο του 1923 ιδρύθηκε η νέα Τουρκική Δημοκρατία με πρωτεύουσα την Άγκυρα. Κύριοι στόχοι του Κεμάλ ήταν ο εξευρωπαϊσμός και ο εκσυγχρονισμός της, καθώς και η εκκοσμίκευση του κράτους.
Ο Κεμάλ έβαλε σαν στόχο τη μετατροπή της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε ένα ομοιογενές κράτος. Ανάμεσα στις μεταρρυθμίσεις που καθιέρωσε ήταν η εισαγωγή του λατινικού αλφαβήτου, η απαγόρευση των μουσουλμανικών αδελφοτήτων και των τεκέδων τους, η υιοθέτηση του Γρηγοριανού Ημερολογίου και του δυτικού συστήματος μέτρησης της ημέρας.
Επιπλέον υιοθετήθηκε νέος Αστικός Κώδικας που αντικατέστησε τον Ιερό Νόμο της Σαρίας, με αποτέλεσμα να καταργηθούν αρκετές διακρίσεις σε βάρος των γυναικών. Έκανε επίσης προσπάθεια για «απομάκρυνση» όλων των περσικών και αραβικών λέξεων από την τουρκική γλώσσα.
Παράλληλα, έγιναν προσπάθειες να μεταφερθούν στους Έλληνες Μουσουλμάνους της Δυτικής Θράκης, οι αρχές του τουρκικού εθνικισμού και οι κεμαλικές μεταρρυθμίσεις. Όμως η πλειοψηφία των Ελλήνων Μουσουλμάνων έβλεπε όχι απλά επιφυλακτικά, αλλά αρνητικά τις κεμαλικές μεταρρυθμίσεων και τα μέλη της αυτοχαρακτηρίζονταν ως «Παλαιομουσουλμάνοι».
Στην ελληνική Θράκη, εντωμεταξύ, βρήκαν καταφύγιο Τούρκοι φυγάδες με επικεφαλής τον Μουσταφά Σαμπρί, τον τελευταίο Σεϊχουσλάμη (ανώτατο θρησκευτικό ηγέτη) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πολλοί αντικεμαλικοί Τούρκοι βρήκαν επίσης καταφύγιο σε άλλες χώρες, όπως η Βουλγαρία, η Συρία, η Αγγλία και η Γαλλία. Οι αντιφρονούντες του κεμαλικού καθεστώτος έμειναν γνωστοί ως οι «150».
Οι αντιφρονούντες Τούρκοι, Κιρκάσιοι και Τσερκέζοι που εγκαταστάθηκαν στη Δυτική Θράκη εργάστηκαν αρχικά ως δάσκαλοι ή εκδότες εφημερίδων και συσπείρωσαν τους «Παλαιομουσουλμάνους». Οι κεμαλικοί συσπειρώθηκαν γύρω από τον εκδότη και δάσκαλο Mehmet Hilmi και το προξενικό γραφείο που ιδρύθηκε στην Κομοτηνή το 1924.
Κεμαλιστές και αντικεμαλιστές χρησιμοποίησαν τον Τύπο, το μόνο μέσο της εποχής με το οποίο μπορούσαν να περάσουν μηνύματα. Η πρώτη εφημερίδα που κυκλοφόρησε ήταν η Yeni Ziya (Νέο Φως), από τον Mehmet Hilmi (1924). Αυτή εκδιδόταν ως τα τέλη του 1925 οπότε ο Hilmi κατηγορήθηκε ότι τα άρθρα του στρέφονταν κατά της ασφάλειας του κράτους.
Η εφημερίδα έκλεισε και ο ίδιος εξορίστηκε για 6 μήνες στη Λήμνο. Με την επιστροφή του, ο Hilmi εξέδωσε την εφημερίδα Yeni Yol (Νέος Δρόμος), που έκλεισε σύντομα, επίσης λόγω προβλημάτων με το κράτος. Τρίτη και πιο πετυχημένη εκδοτική προσπάθεια του Hilmi ήταν η εφημερίδα Yeni Adim (Νέο Βήμα) που εκδόθηκε το 1926. Ο ίδιος, ο οποίος μάλιστα ήταν Πομάκος, με την ίδρυση της «Ένωσης Νέων Ξάνθης» και την «Τουρκική Ένωση Νέων» (το 1927 και το 1928 αντίστοιχα) κατάφερε να προσελκύσει πολλούς νέους Μουσουλμάνους.
Από την άλλη πλευρά, οι συντηρητικοί Μουσουλμάνοι εξέδιδαν την εφημερίδα Itila (Πρόοδος) από το 1924 (εκδότης της ήταν ο Copur Ismail Hakki) και τη Balkan (Βαλκάνια), που εκδόθηκε τον ίδιο χρόνο από τον Τσερκέζο Hasan Mustafa. Στην Itila αρθρογραφούσε ο Mustafa Sambri, πολεμώντας με κάθε τρόπο τον κεμαλισμό και προασπίζοντας τις παραδοσιακές θρησκευτικές αξίες της μειονότητας.
Πιο σημαντική εφημερίδα των συντηρητικών Μουσουλμάνων ήταν όμως η Yarin (Αύριο) με βασικό αρθρογράφο τον Mustafa Sabri, τελευταίο Σεϊχουσλάμη θυμίζουμε. Η Yarin είχε σημαντική απήχηση όχι μόνο στους συντηρητικούς Έλληνες Μουσουλμάνους, αλλά και στην Τουρκία.
Αυτό, προφανώς, οδήγησε σε έκδοση στην Κωνσταντινούπολη μιας φιλοκεμαλικής εφημερίδας με το όνομα «Yarin»! Ο Σαμπρί για να μην υπάρχει σύγχυση μεταξύ των αναγνωστών του άλλαξε τον τίτλο της «Yarin» σε «Peyan-i-Islam» («Τα νέα του Ισλάμ»).
Η απέλαση των Παλαιομουσουλμάνων και τα άλλα «δώρα» της Ελλάδας στον Κεμάλ το 1930
Η παρουσία και η δράση στην ελληνική Θράκη των συντηρητικών Μουσουλμάνων ενόχλησε σφοδρά τον Κεμάλ, ο οποίος ήδη από το 1924-25 είχε αρχίσει τις διαμαρτυρίες στην ελληνική κυβέρνηση. Μάλιστα έφτασε στο σημείο να ισχυριστεί ότι οι «Παλαιομουσουλμάνοι» επιδίωκαν την ανατροπή του! Οι ελληνικές κυβερνήσεις αντιδρούσαν με αμηχανία. Η κατάσταση στη Θράκη άρχισε να επιδεινώνεται το 1926 με την κατάργηση από τον Κεμάλ του φεσιού και την υιοθέτηση του Αστικού Κώδικα.
Σε σχολεία της ελληνικής Θράκης σημειώθηκαν επεισόδια ανάμεσα σε «φεσοφόρους» και «πιλοφόρους» (πίλος=καπέλο) μαθητές, με αποτέλεσμα πολλοί γονείς να μην στέλνουν τα παιδιά τους στα σχολεία. Η θρησκευτική ηγεσία της μουσουλμανικής μειονότητας δεν δεχόταν να αναγνωρίσει τους «πιλοφορούντες» Μουσουλμάνους, με αποτέλεσμα είτε να αποβάλλονται από τα σχολεία οι «πιλοφόροι» μαθητές είτε να παύονται από αυτά νεωτεριστές εκπαιδευτικοί. Ακόμα και Μουσουλμάνοι ιερωμένοι αρνούνταν να διευθετήσουν υποθέσεις των «πιλοφορούντων».
Νέα προβλήματα δημιούργησε ο Mehmet Hilmi το 1928, με την προσπάθειά του να επιβάλει το λατινικό αλφάβητο στους Έλληνες Μουσουλμάνους. Αντιδρώντας, οι μουφτήδες Ξάνθης και Έβρου και οι πρόεδροι των μουσουλμανικών κοινοτήτων έστειλαν επιστολή, στον Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο και τους Υπουργούς Εξωτερικών Αλέξανδρο Καραπάνο και Παιδείας και Θρησκευμάτων Κωνσταντίνο Γόντικα, στις 22 Νοεμβρίου 1928, όπου τόνιζαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «… η θρησκεία του Ισλάμ και ο μουσουλμανισμός δεν εξαρτάται από την Τουρκία, οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης καλώς εννοούσιν ότι η θρησκεία των, η παιδεία των, οι παραδόσεις των και η κοινωνική αυτών υπόστασις δεν είναι παίγνιον (παιχνίδι) εις χείρας της Τουρκίας, ότι τυγχάνουν υπήκοοι κράτους ελεύθερου, πεπολιτισμένου και σεβόμενου την θρησκείαν».
Η απάντηση του Υπουργείου Εξωτερικών ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής: «… η υπό των Μουσουλμάνων χρησιμοποίησις της Αραβικής ή της Λατινικής γραφής, ουδόλως ενδιαφέρει το ελληνικό κράτος οφείλομεν να αποφύγομεν πάσα ανάμιξιν εις την έριδαν ταύτην».
Η τακτική ουδετερότητας που επέλεξε να ακολουθήσει το ελληνικό κράτος, ουσιαστικά ευνοούσε τους κεμαλικούς της μειονότητας. Θέλοντας να τηρήσει πιστά τους όρους της Συνθήκης της Λωζάνης και να μην διαταράξει τις σχέσεις της με την Τουρκία, η Ελλάδα προτίμησε να ακολουθήσει μια τακτική ουδετερότητας στην ενδομουσουλμανική διαμάχη. Δυστυχώς, εκατό χρόνια αργότερα οι προσδοκίες των τότε κυβερνώντων, όπως θα δούμε στη συνέχεια διαψεύστηκαν πανηγυρικά…
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και οι συμφωνίες του με την Τουρκία – Η απέλαση των «Παλαιομουσουλμάνων»
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που από τις 4 Ιουλίου 1928 είχε αναλάβει εκ νέου την πρωθυπουργία της χώρας αποφάσισε να λύσει τα προβλήματα με την Τουρκία για να ασχοληθεί απερίσπαστος με την εγκατάσταση των προσφύγων που δολιχοδρομούσε και με την οικονομική ανόρθωση της χώρας.
Αλλά και ο Κεμάλ ήθελε να μην έχει εκκρεμότητες με την Ελλάδα για να μπορέσει να επιλύσει τα προβλήματα που είχαν προκύψει από την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων στη χώρα του. Μετά το ελληνοϊταλικό Σύμφωνο του Σεπτεμβρίου 1928 και τη διευθέτηση των διαφορών με τη Γιουγκοσλαβία, που ενίσχυσαν τη διπλωματική θέση της Ελλάδας, ο Βενιζέλος, με τη βοήθεια και των Ιταλών στράφηκε προς την Τουρκία.
Η απέλαση των Παλαιομουσουλμάνων και τα άλλα «δώρα» της Ελλάδας στον Κεμάλ το 1930.
Στις 30 Αυγούστου 1928 έστειλε επιστολή στον Τούρκο ομόλογό του Ισμέτ Ινονού (ο Κεμάλ ήταν Πρόεδρος) με το οποίο πρότεινε να υπογραφεί Σύμφωνο ελληνοτουρκικής φιλίας και μη επιθέσεως. Ο Ινονού δέχθηκε, όμως έθεσε ως βασική προϋπόθεση τη διαπραγμάτευση όλων των εκκρεμών ζητημάτων μεταξύ των δύο χωρών. Οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν, όμως οδηγήθηκαν σε τέλμα τον Ιούλιο του 1929 και τερματίστηκαν.
Αμέσως, ο τουρκικός Τύπος άρχισε τα δημοσιεύματα για ευθύνες της ελληνικής πλευράς. Παράλληλα, «πρότεινε» την κατάσχεση των περιουσιών όλων των ομογενών της Κωνσταντινούπολης, που τότε άκμαζε. Ο Βενιζέλος αντικατέστησε τον πρέσβη Ι. Παππά που είχε αναλάβει τις προηγούμενες διαπραγματεύσεις, με τον Σ. Πολυχρονιάδη.
Ο Πολυχρονιάδης ζήτησε από την κυβέρνηση να λυθεί το πρόβλημα με τις περιουσίες, γιατί θεωρούσε ότι όντως υπήρχε κίνδυνος για τις ιδιοκτησίες των ομογενών. Ξεκίνησαν έτσι νέες διαπραγματεύσεις.
Στις 10 Ιουνίου 1930 ο Έλληνας πρέσβης στην Άγκυρα Σ. Πολυχρονιάδης και ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Rustu Aras υπέγραψαν το Σύμφωνο της Άγκυρας με το οποίο διευθετήθηκαν οριστικά τα νομικά και περιουσιακά ζητήματα που είχαν προκύψει από τη Σύμβαση για την ανταλλαγή των πληθυσμών.
Κρίθηκε όμως ότι οι ελληνικές και μουσουλμανικές περιουσίες που συμψηφίστηκαν άφηναν χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της Ελλάδας (άλλωστε οι Έλληνες ανταλλάξιμοι ήταν 1.500.000 και οι Μουσουλμάνοι 500.000)και αποφασίστηκε να δοθούν από την Ελλάδα 425.000 λίρες Αγγλίας σε Έλληνες και Τούρκους δικαιούχους. 150.000 λίρες δόθηκαν στους Έλληνες Μουσουλμάνους της Θράκης, καθώς περιουσίες τους δόθηκαν σε πρόσφυγες και οι υπόλοιπες 275.000 λίρες, σε Τούρκους.
Με το άρθρο 10 του Συμφώνου λυνόταν οριστικά το πρόβλημα των «etablis» (εγκατεστημένων»). Η Τουρκία αναγνώριζε την ιδιότητα αυτή σε όλους τους Έλληνες Ορθόδοξους, με τουρκική υπηκοότητα ανεξάρτητα από την ημερομηνία άφιξης στην Κωνσταντινούπολη και τον τόπο γέννησης.
Στις 30 Οκτωβρίου 1930, ο Ε. Βενιζέλος υπέγραψε στην Άγκυρα το Σύμφωνο Φιλίας, Ουδετερότητας και Διαιτησίας, το οποίο απαγόρευε τη συμμετοχή Ελλάδας και Τουρκίας, σε οποιονδήποτε πολιτικό ή οικονομικό συνασπισμό θα στρεφόταν εναντίον της άλλης χώρας.
Στο πλαίσιο του Συμφώνου Φιλίας, το προξενικό γραφείο Κομοτηνής, που λειτουργούσε από το 1924 υπό την εποπτεία του τουρκικού Προξενείου Θεσσαλονίκης, αναβαθμίστηκε σε προξενείο, το οποίο δρα πλέον ως κράτος εν κράτει στη Θράκη… Το 1931, ο Ισμέτ Ινονού, ως πρωθυπουργός της Τουρκίας επισκέφθηκε την Ελλάδα, μαζί με τον ΥΠΕΞ Αράς.
Ο Ινονού ζήτησε και πέτυχε την απέλαση των «Παλαιοκεμαλικών» από την Ελλάδα. Ο Έλληνας πρέσβης στην Τουρκία Πολυχρονιάδης είχε αποκαλύψει στον Βρετανικό διπλωμάτη Κλερκ, ότι η εκδίωξη των «Παλαιομουσουλμάνων» από την Ελλάδα εντασσόταν στο πλαίσιο μιας αμοιβαίας συνδιαλλαγής με την Τουρκία, η οποία υποσχόταν ότι θα τηρούσε μια πιο ελαστική στάση απέναντι στους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης.
Οι καλές σχέσεις των δύο χωρών, που δυστυχώς δεν είχαν μεγάλη διάρκεια επισφραγίστηκαν με την πρόταση Βενιζέλου να δοθεί το Νόμπελ Ειρήνης στον Κεμάλ. Αν αναρωτιέστε τι απέγινε ο Mustafa Sampri, πήγε στην Αίγυπτο, όπου και πέθανε στις 12 Μαρτίου 1954.
Επίλογος
Αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, η Τουρκία άρχισε να προβάλλει διάφορα αιτήματα και η Ελλάδα σε θέση αμυνομένου να αναγκάζεται τελικά να τα ικανοποιεί. Τι θα γινόταν αν δεν εκδιώκονταν οι Παλαιομουσουλμάνοι από τη Θράκη; Γιατί επιτράπηκε η μετατροπή του προξενικού γραφείου Κομοτηνής σε προξενείο; Γιατί η χώρα μας δεν ίδρυσε αντίστοιχο προξενείο στην 100% ελληνική Ίμβρο, αλλά στην Αδριανούπολη;
Είναι αλήθεια ότι το 1928 (δείτε το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Κωνσταντινούπολις») οι Τούρκοι πρότειναν να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για να μας πουλήσουν το Τρίγωνο του Καραγάτς ζητώντας προκαταβολικά 500.000 λίρες Αγγλίας (στερλίνες), τα χρήματα υπήρχαν, αλλά ο Βενιζέλος τα χρησιμοποίησε για στρατιωτικές δαπάνες; Ο ίδιος, το 1923 είχε δώσει στην Τουρκία, το Τρίγωνο του Καραγάτς λόγω έλλειψης χρημάτων!
Και γιατί έδωσε δύο χρόνια αργότερα 425.000 λίρες σε αποζημιώσεις; Δυστυχώς, τα ερωτήματα αυτά θα μείνουν αναπάντητα, αφού οι πρωταγωνιστές των γεγονότων της εποχής δεν ζουν πλέον. Δυστυχώς, επίσης, 100 χρόνια αργότερα, οι Τούρκοι έχουν αποθρασυνθεί και τα Σύμφωνα Φιλίας κ.λπ., δεν έχουν καμία αξία. Περισσότερα προβλήματα δημιουργήθηκαν από αυτά, από όσα επιλύθηκαν.
Καλό θα ήταν στο ΥΠΕΞ να διαβάσουν το σημερινό άρθρο, καθώς σίγουρα θα μάθουν κάποια πράγματα που δεν γνωρίζουν. Και ίσως μάθουν, τι δεν πρέπει να κάνουμε με την Τουρκία, όχι τι να κάνουμε…
ΠΗΓΕΣ: Βασική πηγή του άρθρου μας ήταν η μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία «Η μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης (1920-1940). Ιστορικό πλαίσιο και οργάνωση σε πολιτικό, θρησκευτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο», της Άννας Χιονίδου, ΔΠΘ, ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ, Κομοτηνή 2018. Συγχαίρουμε και πάλι την κυρία Χιονίδου για την άψογη εργασία της που φωτίζει άγνωστες πλευρές της ιστορίας της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης στα χρόνια του Μεσοπολέμου.
Μιχάλης Στούκας-ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ
Ο Παύλος Κουντουριώτης, λόγω της εμβληματικής του θέσης στο πλευρό του Ελευθερίου Βενιζέλου και της καθοριστικής του συμβολής στους Βαλκανικούς Πολέμους, βρέθηκε στο επίκεντρο του πολιτικού μίσους κατά την ταραγμένη περίοδο του Εθνικού Διχασμού και της αβέβαιης πορείας προς τη Δημοκρατία. Η πρώτη απόπειρα κατά της ζωής του σημειώθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 1920, σε μια στιγμή που η Ελλάδα βίωνε την απόλυτη ανατροπή μετά την εκλογική ήττα των Φιλελευθέρων και την επιστροφή του βασιλιά Κωνσταντίνου. Τότε, ως Αντιβασιλέας, δέχτηκε επίθεση από μοναρχικούς αξιωματικούς που δεν μπορούσαν να συγχωρήσουν την προσχώρησή του στο Κίνημα της Εθνικής Άμυνας και την απόλυτη ταύτισή του με τη βενιζελική παράταξη, θεωρώντας τον ως έναν από τους βασικούς πυλώνες του «σχίσματος» που είχε διαμελίσει το έθνος. Ο ναύαρχος είχε στοχοποιηθεί από τους κύκλους των αντιβενιζελικών που έβλεπαν στο πρόσωπό του τον άνθρωπο που είχε αποκόψει τον στόλο από τον έλεγχο του Στέμματος, μετατρέποντάς τον σε όργανο της πολιτικής του Βενιζέλου, γεγονός που οδήγησε τους φανατικούς αξιωματικούς της εποχής σε αυτή τη βίαιη πράξη. Χρόνια αργότερα, στις 31 Οκτωβρίου 1927, όταν ο Κουντουριώτης είχε πλέον αναδειχθεί στο ύπατο αξίωμα του πρώτου Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, δέχτηκε δεύτερη δολοφονική επίθεση από τον 25χρονο Ζαφείρη Γκούσιο έξω από το Δημαρχιακό Μέγαρο της Αθήνας. Παρά το γεγονός ότι ο δράστης πυροβόλησε από εξαιρετικά κοντινή απόσταση και ο ναύαρχος τραυματίστηκε στον κρόταφο από θραύσματα, εκείνος διατήρησε την ψυχραιμία του, αρνούμενος να επιτρέψει στον εαυτό του να καταρρεύσει μπροστά στο πλήθος. Το ιδεολογικό υπόβαθρο του Γκούσιου αποτέλεσε αντικείμενο έντονης συζήτησης, καθώς ο Τύπος της εποχής έσπευσε να τον αποδώσει στην κομμουνιστική ιδεολογία, επιδιώκοντας να συνδέσει την πράξη με το τότε αναδυόμενο κίνημα της Αριστεράς που αμφισβητούσε το αστικό καθεστώς. Ωστόσο, ο ίδιος ο Γκούσιος, μέσα από τις φυλακές, επιχείρησε να διαφοροποιηθεί, χαρακτηρίζοντας την πράξη του ως μια εκδήλωση κοινωνικής διαμαρτυρίας και προσωπικής απόγνωσης, αυτοπροσδιοριζόμενος ως ένας «κοινωνικός ονειροπόλος» που στράφηκε κατά του ανώτατου άρχοντα για να εκφράσει τη δυσφορία του απέναντι στην κρατική απάθεια και την κοινωνική δυσπραγία, αν και για τη συλλογική μνήμη της εποχής παρέμεινε ο δράστης με την ιδιότητα του κομμουνιστή που επιχείρησε να πλήξει το σύμβολο της νέας Δημοκρατίας.
1932. Βόλος. Διαδήλωση καταθετών, για την χρεωκοπία της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΘΗΝΩΝ”, ή "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΟΣΜΑΔΟΠΟΥΛΟΥ". Ο Δημ. Κοσμαδόπουλος γεννήθηκε το 1856 στο Πουρί της Ζαγοράς και νωρίς μετανάστευσε στη Σμύρνη. Στον Βόλο επέστρεψε το 1882, έναν χρόνο μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας και ανεπιτυχώς επιχείρησε να δραστηριοποιηθεί εμπορικά. «Και το κατάστημα κλείει κατά τας τελευταίας ημέρας του πρώτου έτους της ζωής του, μεταβάλλεται δε εις μικροσκοπικό τραπεζάκι στηθέν έμπροσθεν καταστήματος της κεντρικής οδού Δημητριάδος και περιλαμβάνον ολόκληρον την περιουσίαν του νεαρού επιχειρηματίου, ανερχομένην εις πεντήκοντα λίρας Τουρκίας». Έτσι «ο Κοσμαδόπουλος ήρχισε το πρώτο στάδιο της τραπεζιτικής του ζωής, το σφρίγος και η δύναμις της οποίας ήταν κλεισμένα μέσα στο τραπεζάκι με τα διάφορα ξένα νομίσματα επί τρία ολόκληρα χρόνια». (Πανελλήνιον Λεύκωμα, Αθήνα 1921). Ο κατ' επάγγελμα αργυραμοιβός Κοσμαδόπουλος κατορθώνει πάντως να συγκεντρώσει το ενδιαφέρον και την εμπιστοσύνη του εμπορικού κόσμου της πόλης και το 1885 στο κεντρικότερο σημείο του Βόλου ανοίγει το πρώτο του τραπεζικό γραφείο. Το 1910 δημιουργεί τη δική του τράπεζα, που έχει καταγραφεί στην οικονομική ιστορία του Βόλου ως η Τράπεζα Κοσμαδόπουλου.
«Αποβαίνει ο οικονομικός πατήρ του Βόλου μέγιστος υποστηρικτής του εμπορίου και της βιομηχανίας, καθ' ον χρόνον εις τας κρισιμωτέρας των στιγμών των αι άλλαι τράπεζαι είχον ερμητικώς κλεισμένα τα ταμεία των, ο Κοσμαδόπουλος ήταν ο μόνος χορηγός χρημάτων, ο μόνος βοηθός, ο μόνος υποστηρικτής. Εκάστη κρίσις εμπορική κατά τα τελευταία ιδίως έτη εγένετο αφετηρία νέας ζωής διά την Τράπεζαν του Κοσμαδόπουλου, νέας επεκτάσεως των υπηρεσιών της, νέας ευημερίας».
Το 1917 προσλαμβάνει ως συνεταίρους του γιους του Ιωάννη και Γεώργιο «καταρτίσας μετ' αυτών ομόρρυθμον τραπεζικήν Εταιρείαν, την Τράπεζαν Δ. Κοσμαδόπουλου και Υιών» και αμέσως μετά αποσύρεται. Το 1921 ο Δημ. Κοσμαδόπουλος πεθαίνει και την ίδια χρονιά η τράπεζα μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρεία...
20/6/1933. Πέθανε, στην Μόσχα, η Κλάρα Τσέτκιν, προσωπικότητα του γερμανικού και διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Θάφτηκε, στην Κόκκινη Πλατεία, στην νεκρόπολη στο Τείχος του Κρεμλίνου.
"Η πένθιμη πορεία είναι σιωπηλή. Η «Διεθνής» ακούστηκε, δυναμικά και συναρπαστικά. Και υπό τους ήχους αυτού του ύμνου, που συνόδευε, σε όλη της την ζωή την Clara Tsetkin, εξακόσιες χιλιάδες άνθρωποι πέρασαν, από τον τόπο, όπου αναπαύονται οι στάχτες της, και σιωπηλά, ορκίστηκαν ότι το αγωνιστικό πνεύμα και η πίστη, στην εργατική τάξη, θα τους χρησιμεύσει... ».
(Από το βιβλίο της Hannah Ilberg "Clara Tsetkin" (1958).
20/6/1937. Η NKVD εκτελεί (δολοφονεί) τον μπολσεβίκο φιλόσοφο Γιαν Στεν, τον επιστήμονα που το ΚΚΣΕ είχε επιλέξει το 1925 για να διδάξει στον Στάλιν την μαρξιστική φιλοσοφία του διαλεκτικού υλισμού.
Ο Στεν γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου 1899 σε αγροτική οικογένεια στη σημερινή Λετονία, η οποία τότε ανήκε στη Τσαρική Αυτοκρατορία.
Εντάχθηκε στο μπολσεβικικό κόμμα ήδη από την εφηβεία του και μετά την επανάσταση συμμετείχε στον εμφύλιο πόλεμο.
Μετά την επανάσταση του 1917, οι μπολσεβίκοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα σοβαρό πρόβλημα: Το κόμμα δεν διέθετε επαρκή αριθμό ειδικευμένων μαρξιστών επιστημόνων, οικονομολόγων, ιστορικών, νομικών και φιλοσόφων.
Το 1921, η νεαρή Εργατική Εξουσία της Σοβιετικής Ένωσης με την υποστήριξη του Λένιν δημιούργησε το Ινστιτούτο των Κόκκινων Καθηγητών με σκοπό μια νέα γενιά μαρξιστών επιστημόνων η οποία θα αντικαθιστούσε σταδιακά την παλιά τσαρική και αστική πανεπιστημιακή ελίτ.
Το Ινστιτούτο είχε τμήματα Φιλοσοφίας, Πολιτικής Οικονομίας, Ιστορίας, Νομικής Φυσικών Επιστημών και Ιστορίας του Κόμματος. Οι σπουδές διαρκούσαν αρχικά τρία και αργότερα τέσσερα έτη. Οι φοιτητές ήταν κυρίως εργάτες συνδικαλιστές, βετεράνοι του εμφυλίου πολέμου, δάσκαλοι και κομματικά στελέχη.
Η εξαιρετικά απαιτητική εκπαίδευση του Ινστιτούτου περιλάμβανε μελέτη του Χέγκελ στο πρωτότυπο γερμανικό κείμενο, συστηματική ανάγνωση του Κεφαλαίου του Μαρξ, ιστορία της φιλοσοφίας. πολιτική οικονομία αλλά και μαθήματα Διαλεκτικού και Ιστορικού υλισμού κ.α
Οι φοιτητές μελετούσαν παράλληλα το Κεφάλαιο του Μαρξ, τη Φαινομενολογία του Πνεύματος και την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ.
Αυτό το πρωτοποριακό πρόγραμμα σπουδών ήταν σε μεγάλο βαθμό δημιούργημα του Μιχαήλ Νικολάγιεβιτς Ποκρόφσκι, του σημαντικότερου ιστορικού της πρώτης μεταεπαναστατικής περιόδου στην ΕΣΣΔ.
Ο νεαρός τότε Στεν θεωρούνταν ένας από τους πιο ταλαντούχους μπολσεβίκους φοιτητές του ιδρύματος. Αποφοίτησε το 1924 με ειδίκευση στη φιλοσοφία.
Μετά την αποφοίτηση του, ο Στεν απέκτησε φήμη ως ειδικός στη χεγκελιανή διαλεκτική, στη λογική και την μεθοδολογία του μαρξισμού.
Άρχισε να γράφει στο περιοδικό "Κάτω απο τη Σημαία του Μαρξισμού", το σημαντικότερο θεωρητικό φιλοσοφικό περιοδικό της πρώιμης Σοβιετικής Ένωσης,.
Σκοπός του περιοδικού ήταν να αναπτύξει την μαρξιστική φιλοσοφία, να υπερασπιστεί τον διαλεκτικό υλισμό και να αντιπαρατεθεί με αστικές φιλοσοφικές τάσεις (καντιανισμό, ιδεαλισμό κ.λπ.).
Ο Στάλιν ήταν ήδη Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος από το 1922.
Εκείνη την περίοδο ο ρόλος του Γραμματέα ήταν κυρίως οργανωτικός και διοικητικός.
Ο Στάλιν (όπως και όλοι οι ηγέτες των μπολσεβίκων) ήταν ένα ηγετικό στέλεχος που εκτιμούσε βαθιά την θεωρητική και επιστημονική γνώση. Συχνά όμως την αντιμετώπιζε στενά ως εργαλείο για τις τρέχουσες πολιτικές επιλογές και λιγότερο ώς μια συνολική μέθοδο επαναστατικής κριτικής και διαλεκτικής αντίληψης της κοινωνίας και συνολικά του κόσμου.
Καθοριστικό ρόλο εδώ είχαν οι περιορισμοί στο ζήτημα της φιλοσοφίας (γενικά και της μαρξιστικής φιλοσοφίας ειδικότερα) χωρίς την οποία είναι αδύνατο να κατακτηθεί αυτή η συνολική και ενιαία μέθοδο και αντίληψη.
Αυτοί οι περιορισμοί δεν ήταν ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Στάλιν αλλά υπήρχαν σε πολλά ηγετικά στελέχη του κόμματος των μπολσεβίκων, το οποίο μετά την επανάσταση βρέθηκε μπροστά σε πρωτόγνωρες προκλήσεις και χωρίς "έτοιμα" θεωρητικά εργαλεία που μπορούσε να χρησιμοποιήσει.
Η κυρίαρχη φιλοσοφική κληρονομιά του Σοσιαλιστικού κινήματος ήταν αυτή της Δεύτερης Διεθνούς και του Καρλ Κάουτσκι ο οποίος είχε απομακρύνει τον μαρξισμό από τη χεγκελιανή του βάση και τον είχε μετατρέψει-στην ουσία- σε ένα αντιεπιστημονικό, θετικιστικό και εξελικτικό μηχανιστικό σχήμα που ήταν πιο κοντά σε αστικές θεωρίες "βιολογισμού" παρά στην μαρξιστική φιλοσοφική διαλεκτική.
Αυτός ήταν και ο λόγος που τα πρώτα χρόνια μετά την Οκτωβριανή επανάσταση και με την υποστήριξη του Λένιν, το νεαρό Σοβιετικό κράτος προσπάθησε να δημιουργήσει συνθήκες που θα ξεπερνούσαν αυτή την αρνητική κληρονομιά της Δεύτερης Διεθνούς.
Σε αυτά τα πλαίσια δημιουργήθηκε και το Ινστιτούτο Κόκκινων Καθηγητών (με το πρωτοποριακό πρόγραμμα του Προκόφσκι της παράλληλης μελέτης του Κεφαλαίου και έργων του Χέγκελ) και το περιοδικό 'Κάτω απο την Σημαία του Μαρξισμού".
Το 1925, επόμενη χρονιά μετά τον θάνατο του Λένιν εντάθηκαν οι θεωρητικές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις μέσα στο μπολσεβίκικο κόμμα. Η ανάγκη για ιδεολογική ενίσχυση των ηγετικών στελεχών ήταν πιο έντονη απο ποτέ.
Καθώς ήταν γνωστοί οι περιορισμοί του Στάλιν στο πεδίο της φιλοσοφίας, το κόμμα οργάνωσε για αυτόν ένα κύκλο μελέτης με ιδιαίτερα μαθήματα διαλεκτικής.
Ο Στεν ήταν απόφοιτος του Ινστιτούτο Κόκκινων Καθηγητών με εξειδίκευση σε Χέγκελ και Μαρξ . Τον επέλεξαν γιατί τότε θεωρούνταν από τους πιο ικανούς νέους φιλοσόφους.
Γίνονταν περιοδικές συναντήσεις, συνήθως 1–2 φορές την εβδομάδα με διακοπές λόγω πολιτικών υποχρεώσεων του Στάλιν για τρία χρόνια, μέχρι το 1928.
Ωστόσο ο Στεν απογοητεύτηκε απο τα μαθήματα.
Σύμφωνα με την μαρτυρία του βετεράνου μπολσεβίκου Ευγένιου Φρολόφ:
"Σχεδόν κανείς δεν γνώριζε τον Στάλιν καλύτερα από τον Στεν.
Ο Στάλιν, όπως γνωρίζουμε, δεν είχε λάβει συστηματική εκπαίδευση. Προσπαθούσε χωρίς επιτυχία να κατανοήσει φιλοσοφικά ζητήματα.
Τότε, το 1925, κάλεσε τον Γιαν Στεν, έναν από τους σημαντικότερους μαρξιστές φιλοσόφους της εποχής, να καθοδηγήσει τη μελέτη του στη χεγκελιανή διαλεκτική.
Ο Στεν κατήρτισε ένα πρόγραμμα σπουδών για τον Στάλιν και, με ευσυνειδησία, δύο φορές την εβδομάδα, εμφυσούσε στον επιφανή μαθητή του τη σοφία του Χέγκελ.
Συχνά ο Στεν μου εκμυστηρευόταν λεπτομέρειες για αυτά τα μαθήματα και για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε ως δάσκαλος εξαιτίας της αδυναμίας του μαθητή του να κατακτήσει τη χεγκελιανή διαλεκτική.
Ο Γιαν περνούσε συχνά να με δει ύστερα από κάποιο μάθημα με τον Στάλιν, σε κατάσταση κατάθλιψης και κατήφειας, και παρά τον εκ φύσεως εύθυμο χαρακτήρα του, δυσκολευόταν να ξαναβρεί την ψυχική του ισορροπία.
Ο Στεν δεν ήταν μόνο ένας εξέχων φιλόσοφος, αλλά και πολιτικός αγωνιστής, διακεκριμένο μέλος της λενινιστικής γενιάς των παλαιών μπολσεβίκων".
Το 1928 (χρονιά που οι συσχετισμοί στην ηγεσία του κόμματος έχουν διαμορφωθεί υπερ του Στάλιν) τα μαθήματα διακόπτονται.
Την ίδια περίοδο πραγματοποιούνται νέες εκλογές στο Ινστιτούτο Κόκκινων Καθηγητών, με αποτέλεσμα την αντικατάσταση του κομματικού γραφείου στο Ινστιτούτο με επίχειρημα "μπουχαρινιστικές" αποκλίσεις ενω κορυφώνεται η αντιπαράθεση γύρω απο την "δεξιά απόκλιση" στο ΚΚΣΕ.
Πέρα όμως από τις τρέχουσες πολιτικές αντιπαραθέσεις οι εξελίξεις και στην στην ταξική πάλη στην ΕΣΣΔ εκείνη την περίοδο σταδιακά θέτουν στο περιθώριο τις προσπάθεις για την ανάπτυξη του επαναστατικού μαρξισμού και της διαλεκτικής και έρχονται στο προσκήνιο διαφορετικά σχήματα και μεθοδολογίες τα οποία στην πραγματικότητα πλησιάζουν περισσότερο στον μηχανιστικό μαρξισμό της Δεύτερης Διεθνούς.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ αποφασίζει απαράδεκτες παρεμβάσεις στην επιστημονική και φιλοσοφική έρευνα με το πρόσχημα της δήθεν "μπολσεβικοποίησης" της Φιλοσοφίας.
H σχολή των "Διαλεκτικών" στην οποία ανήκει και ο Στεν καταδικάζεται για "μενσεβίκικο ιδεαλισμό".
Η "σχολή Μίτιν" η οποία σταδιακά εδραιώνεται με κομματικές αποφάσεις ορίζει τον μαρξισμό ως "έτοιμο" επιστημονικό σύστημα, την διαλεκτική ως πλαίσιο "σιδερένιων νόμων" και τον Χέγκελ ως άχρηστο φιλοσοφικά.
Ο Μίτιν ήταν και αυτός απόφοιτος του Ινστιτούτου Κόκκινων Καθηγητών αλλά "προσαρμόστηκε" στις νέες συνθήκες και στράφηκε εναντίον άλλων αποφοίτων του Ινστιτιούτου όπως ο Στεν που αρνήθηκαν να αλλάξουν απόψεις.
Ο Στεν συνεχίζει να υπερασπίζεται την αντίληψη ότι ο μαρξισμός έχει βαθιά φιλοσοφική βάση στον Χέγκελ ότι η διαλεκτική είναι μέθοδος σκέψης και όχι μηχανισμός "κανόνων", ότι η αντίφαση είναι εσωτερική κίνηση της πραγματικότητας και στην περίοδο της δικτατορίας του προλεταριάτου και του σοσιαλισμού και άρα ότι ο μαρξισμός είναι ζωντανή φιλοσοφία σε κίνηση και όχι απλά εγχειρίδιο "έτοιμων" αρχών για αποστήθιση.
Ο Στεν ήταν παλαιός μπολσεβίκος με σημαντικό κύρος στον χώρο της φιλοσοφίας. Συνδεόταν με κύκλους της εσωκομματικής αντιπολίτευσης που ασκούσαν κριτική στον Στάλιν. Όμως δεν συμμετείχε ενεργά σε κάποια οργανωμένη αντιπολίτευση η ομάδα αν και ασκούσε έντονη κριτική στην ηγεσία του κόμματος. Δεν υπήρξε ποτέ "μπουχαρινικός" η "τροτσκιστής".
Το 1932, ο μπολσεβίκος Ριούτιν που είχε συγκροτήσει μια μικρή αντιπολιτευόμενη ομάδα (περίπου δεκαπέντε ατόμων) συνέταξε ένα εκτενές κείμενο, γνωστό ως "Πλατφόρμα Ριούτιν" ή "Ο Στάλιν και η κρίση της προλεταριακής δικτατορίας", περίπου 200 σελίδων, στο οποίο ασκούσε δριμεία κριτική στον Στάλιν.
Ο Ριούτιν υπήρξε γραμματέας κομματικών οργανώσεων στη Σιβηρία. Διετέλεσε Πρώτος Γραμματέας της Περιφερειακής Επιτροπής του Κόμματος στο Ιρκούτσκ. Εργάστηκε στον κομματικό μηχανισμό της Μόσχας και υπήρξε μέλος της Επιτροπής Ελέγχου του Κόμματος (Κεντρική Επιτροπή Ελέγχου), θεσμού που είχε αρμοδιότητες πειθαρχικού και ελεγκτικού χαρακτήρα.
Ήταν γενικά υποστηρικτής δεξιών θέσεων και του Σταλιν κατά τους αγώνες εναντίον της αντιπολίτευσης του Τρότσκι.
Ωστόσο, στα τέλη της δεκαετίας του 1920 όταν η χρησιμότητα της αποκαλούμενης "δεξιάς παρέκλισης" ενάντια στην αποκαλούμενη "αριστερή παρέκλιση" εξαντλήθηκε με την ήττα της τελευταίας και η ηγεσία του ΚΚΣΕ άρχισε να εφαρμόζει την κολεκτιβοποίηση, μεταστράφηκε πολιτικά και έγινε έντονος επικριτής του Στάλιν.
Κατηγόρησε τον Στάλιν ότι δεν έχει σταθερές θεωρητικές αρχές, ότι διαχειρίζεται τις αποκαλούμενες "παρεκλίσεις" για να συμμαχεί πότε με την μια και πότε με την άλλη, ότι χρησιμοποιεί μηχανισμό διορισμών και ότι όλα αυτά τα ντύνει με αποσπασματικές παραθέσεις του Λένιν, διαστρέβλωση κειμένων και αλλαγή θέσεων ανάλογα με τις τρέχουσες πολιτικές ανάγκες.
Ο Ριούτιν υποστήριζε ότι ο Στάλιν κατασκευάζει εκ των υστέρων θεωρίες για να δικαιολογήσει ήδη ληφθείσες πολιτικές αποφάσεις και μετά τις παρουσιάζει ως αρχές του "Μαρξισμού-Λενινισμού".
Στο κείμενο ζητούσε διακοπή της κολεκτιβοποίησης (δηλαδή ουσιαστικά πισωγύρισμα στην ΝΕΠ, θέση που τότε υποστήριζε ο Μπουχάριν), και επιβράδυνση της εκβιομηχάνισης, απομάκρυνσή του Στάλιν από τη θέση του Γενικού Γραμματέα και την αποκατάσταση της εσωκομματικής δημοκρατίας.
Ο Ριούτιν φέρεται να είχε δηλώσει περισσότερες από μία φορές, μεταξύ των στενότερων ομοϊδεατών του, ότι η δολοφονία του Στάλιν δεν ήταν μόνο δυνατή, αλλά και ο μόνος τρόπος για να απαλλαγούν από αυτόν.
Η ομάδα του, ωστόσο, δεν έκανε καμία προετοιμασία ούτε προσπάθησε να πραγματοποιήσει μια τέτοια δολοφονία.
Η "Πλατφόρμα Ριούτιν" παρέμεινε μια πολιτική πλατφόρμα η οποία ασκούσε σκληρή κριτική. Σε ένα φυλλάδιο κάλεσμα προς τα μέλη του ΚΚΣΕ που την συνόδευε υπήρχε η φράση "Ο Στάλιν πρέπει να απομακρυνθεί", χωρίς όμως να καλεί σε οργανωμένο σχέδιο βίαιης ανατροπής της τότε ηγεσίας του ΚΚΣΕ.
Ο Στάλιν και η ηγεσία του κόμματος είδαν το κείμενο ως οργανωμένη εσωκομματική πρόκληση.
Ο Ριούτιν συνελήφθη, κατηγορήθηκε για “αντισοβιετική δραστηριότητα”, κρατήθηκε και ανακρίθηκε από την OGPU.
Στην δίκη του δεν βρέθηκε κανένα στοιχείο για οργανωμένη ένοπλη δράση ούτε για όπλα η άλλη παρόμοια συγκεκριμένη ενέργεια. Η κατηγορία βασίστηκε στο ίδιο το πολιτικό κείμενο.
Καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια φυλάκιση και τελικά εκτελέστηκε το 1937, την περίοδο των μαζικών εγκλημάτων της "Γιεζοφτσίνα".
Η υπόθεση γίνεται αφορμή για κύκλο συλλήψεων "αντιπολιτευόμενων" με την κατηγορία της "αντισοβιετικής δραστηριότητας".
Πέρα απο το ότι πιθανότατα γνώριζε την ύπαρξη η το περιεχόμενο του κειμένου του όταν ο Ριούτιν προσπάθησε να διακινήσει το κείμενο σε οποιονδήποτε είχε διαφωνίες με την ηγεσία του ΚΚΣΕ , ο Στεν δεν είχε καμία οργανωμένη η πολιτική σχέση με τον Ριούτιν.
Συλλαμβάνεται τον Οκτώβριο του 1932.
Κρατήθηκε στη φυλακή Μπουτίρκα για περίπου 2 μήνες και μετά την αρχική κράτηση εξορίστηκε στο Ακμολίνσκ (Καζακστάν) με τις αόριστες κατηγορίες της "αντισοβιετικής δραστηριότητα” και της "ύποπτης" επαφής με “αντιπολιτευόμενους κύκλους”.
Επέστρεψε το 1934 στην Μόσχα, αφού είχε υπογράψει την “αυτοκριτική” του και άρχισε να εργάζεται στην Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια.
Το 1936, αρχίζει η δράση του μηχανισμού του εγκληματία Γιέζοφ (τότε επικεφαλής της NKVD) με την ανοχή η έγκριση της ηγεσίας του ΚΚΣΕ. Αρχίζει νέο κύμα συλλήψεων που θα καταλήξουν σε όργιο βίας και εγκλημάτων. Είναι η περίοδος της "Γιεζοφτσίνα".
Ο Στεν βρίσκεται ψηλά στις λίστες της NKVD και αποτελεί έυκολο στόχο λόγω της ανοιχτής έντονης κριτικής που είχε ασκήσει στην ηγεσία του κόμματος και της πρόσφατης καταδίκης του σε εξορία.
Συλλαμβάνεται την ίδια χρονιά (1936)
Οι κατηγορίες είναι "συμμετοχή σε αντισοβιετική οργάνωση,“αντεπαναστατική δραστηριότητα”, “φραξιονιστική δράση” και “σχέδια τρομοκρατικών ενεργειών κατά της ηγεσίας βασισμένες αποκλειστικά στο ανακριτικό υλικό της NKVD.
Δεν υπάρχουν αποδείξεις και στοιχεία για κάποια συγκεκριμένη ενέργεια.
Σε δίκη κεκλεισμένων των θυρών απο στρατιωτικό δικαστήριο, καταδικάζεται σε θάνατο και εκτελείται (δολοφονείται) 20 Ιουνίου 1937 στη φυλακή Λεφόρτοβο.
Ήταν μόλις 38 ετών.
Την περίοδο που εκτελέστηκε, ένας τόμος της Μεγάλης Σοβιετικής Εγκυκλοπαίδειας που περιείχε ένα σημαντικό άρθρο του, με τίτλο "Διαλεκτικός Υλισμός". είχε μόλις ολοκληρωθεί στο τυπογραφείο.
Για να μην καταστρέψουν όλη την έκδοση, οι συντάκτες της εγκυκλοπαίδειας άλλαξαν μόνο μια σελίδα της, αυτή με την υπογραφή του Γιάν Στεν. Το άρθρο "Διαλεκτικός Υλισμός" εμφανίστηκε πλέον με το όνομα του Μ.Β. Μίτιν του μελλοντικού αρχισυντάκτη του περιοδικού "Ζητήματα Φιλοσοφίας" που ακολουθούσε την νέα "εγκεκριμένη" γραμμή στην φιλοσοφία.
Την επόμενη χρονιά απο την εκτέλεση του Στεν, το 1938, το ΚΚΣΕ διέλυσε το Ινστιτούτο Κόκκινων Καθηγητών που είχε ιδρυθεί με την υποστήριξη του Λένιν.
Την ίδια χρονιά δημοσιεύτηκε το εγχειρίδιο "Διαλεκτικός και Ιστορικός Υλισμός" του Στάλιν που "¨τακτοποιούσε" την επαναστατική φιλοσοφία στα "σωστά" σχήματα.
Ο Χέγκελ είχε γράψει ότι "Η γλαύκα της Αθηνάς ανοίγει τα φτερά της μόνο όταν έρχεται το λυκόφως" για να δείξει ότι η φιλοσοφική κατανόηση έρχενται πάντα εκ των υστέρων, αφού μια ιστορική εποχή έχει ήδη ολοκληρώσει τον κύκλο της.
Η γλαύκα της Αθηνάς είναι το σύμβολο της αποτίμησης και παρακαταθήκης της ιστορίας του Κομμουνιστικού Κινήματος του 20ου αιώνα για να μην ξαναγίνουν τα ίδια λάθη μπροστά στην ανάγκη ανασύνταξης του Εργατικού Κινήματος που είναι πιο επίκαιρη απο ποτέ. Χωρίς ωραιοποιήσεις και μηδενισμούς.
1939. Στον γραφικό όρμο της Φρεαττύδας με τις καμπίνες του Κράκαρη. Συχνά περιγραφόταν και ως το λιμανάκι των γρι γρι. Η δύσκολη συγκοινωνία της Φρεαττύδας με το κέντρο του Πειραιά, αποθάρρυνε τον κόσμο άλλων συνοικιών τα καλοκαίρια να κατεβαίνουν για μπάνιο στο συγκεκριμένο όρμο. Οι περισσότεροι Πειραιώτες επέλεγαν τις παραλίες του Παρασκευά και του Αδαμόπουλου. Τα δρομολόγια του τραμ της Φρεαττύδας, του 19, ή, αλλιώς, του "Θεριού" της Φρεαττύδας, ήσαν τόσο λιγοστά, που οι Φρεαττυδιώτες, προπολεμικά, είχαν καθιερώσει και ένα ρητό, που ήταν ανάρπαστο και έλεγε:
Και εμείς "Θερίο" έχουμε το Τραμ 19
κάνει δύο βήματα, μπροστά και όπισθεν, εννέα.
Το παίρνεις, από την αγορά, με ψάρια διαλεγμένα
κι ώσπου να φτάσεις σπίτι σου, είναι όλα βρωμισμένα.
1941. Ο ταγματάρχης Ιωάννης Παπαρρόδου (στη μέση), ο οποίος σκοτώθηκε σε μια απελπισμένη αντίσταση εναντίον των Γερμανών στην Ηπειρο.
Το τέλος του στρατού της Αλβανίας στον απόμακρο παρατηρητή φαίνεται ίσως παράξενο το γεγονός ότι στις 11 Aπριλίου ακόμα, ενώ στα ανατολικά είχαν ήδη συνθηκολογήσει τα οχυρά και οι δυνάμεις που τα προάσπιζαν, ο ελληνικός στρατός της Aλβανίας παρέμενε ακόμα στις θέσεις του. Πρακτικοί λόγοι έδιναν κάποια εξήγηση σε αυτή την απραξία. Έπειτα από πέντε μήνες πολέμου και ένα δύσκολο χειμώνα στα ορεινά, οι ελληνες φαντάροι ήταν ιδιαίτερα καταπονημένοι. Oι μονάδες είχαν σημαντικά κενά σε προσωπικό και μέσα, ενώ η φθορά των μεταγωγικών ζώων στη διάρκεια του χειμώνα προκαλούσε μείζονα προβλήματα στον εφοδιασμό του μετώπου. H στρατηγική των γρήγορων ελιγμών παρουσιαζόταν ανέφικτη απέναντι σε έναν αντίπαλο που υπερείχε πλέον καταθλιπτικά σε αριθμούς και που πίσω από τη διάταξή του βρισκόταν το οδικό δίκτυο της πεδινής αλβανίας. Aπό την άλλη πλευρά, οι πολιτικοί λόγοι κυριαρχούσαν. Στην πολιτική και τη στρατιωτική ηγεσία πολλοί ήταν εκείνοι που έβλεπαν θετικά την έξοδο από τον πόλεμο πριν ανατραπούν τα κεκτημένα. H Eλλάδα, πίστευαν, θα μπορούσε να συνθηκολογήσει με την ακαταμάχητη Γερμανία, αφήνοντας έξω από τις διαπραγματεύσεις της συνθηκολόγησης την ηττημένη Iταλία. H τελευταία είχε σαφείς εδαφικές και πολιτικές βλέψεις πάνω στη χώρα, γεγονός που την καθιστούσε πολύ πιο επικίνδυνη από τη μακρινή και αδιάφορη Γερμανία. Για το λόγο αυτό, ο ελληνικός στρατός έπρεπε να μείνει αγέρωχος και αήττητος απέναντι στον ιταλικό αντίστοιχο, μέχρι την επίτευξη της ειρήνης. Tο βασικό εμπόδιο στους σχεδιασμούς αυτούς ήταν η παρουσία των Bρετανών.
Eνώ πολλοί συμμερίζονταν την ιδέα για μονομερή συνθηκολόγηση με τη Γερμανία, η κυβέρνηση και ο βασιλιάς Γεώργιος B’ -ουσιαστικός κυβερνήτης της χώρας μετά το θάνατο του Mεταξά- θεωρούσαν αδιανόητη την εγκατάλειψη του Βρετανικού εκστρατευτικού σώματος, το οποίο κινδύνευε να καταστραφεί ολοσχερώς αν συνθηκολογούσε ο ελληνικός στρατός. Για το λόγο αυτό, παρά τις ολόπλευρες πιέσεις, η κυβέρνηση, ο γεώργιος και ο αρχιστράτηγος Παπάγος αρνούνταν να δεχτούν οποιαδήποτε σκέψη για συνθηκολόγηση πριν από την αποχώρηση του βρετανικού στρατού από τη χώρα. Η αντίθεση που εμφανίστηκε θα μπορούσε να δημιουργήσει πλήθος παρενεργειών στο πολιτικό τοπίο. Η γρήγορη εξέλιξη των γεγονότων υπαγόρευσε τις εξελίξεις με σπασμωδικό τρόπο.
Oι πρώτες κινήσεις υποχώρησης από το μέτωπο της Aλβανίας άρχισαν στις 12 Aπριλίου και κλιμακώθηκαν από τα ανατολικά προς τα δυτικά ως τις 17. H μεγάλη αυτή καθυστέρηση, σε συνδυασμό με τις ειδήσεις για ολοκληρωτική κατάρρευση στη Mακεδονία, αποδιάρθρωσε τις μονάδες και προκάλεσε γρήγορα γενικευμένο ρεύμα διαρροής και διάλυσης. Oι στρατιώτες αλλά και πολλά στελέχη αδυνατούσαν να κατανοήσουν τους λόγους της απραξίας και της υπερβολικής καθυστέρησης κάθε κίνησης και υποψιάζονταν προδοσία σε βάρος τους. Tην παράδοσή τους, δηλαδή, στον εχθρό. Στο σύνολό τους, δε, οι ένστολοι αυτοί πολίτες προτιμούσαν να γυρίσουν στα σπίτια τους παρά να περάσουν το υπόλοιπο του πολέμου σε κάποιο στρατόπεδο αιχμαλώτων στην Iταλία ή στη Γερμανία. H αίσθηση της εγκατάλειψης και της προδοσίας γενικεύθηκε και κατέλυσε προοδευτικά κάθε συνοχή και πειθαρχία, καθώς οι φαντάροι έκριναν ότι η τύχη τους βρισκόταν πλέον στα χέρια τους και όχι στην αμήχανη ηγεσία τους.
(ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ - Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, σελ.116-117).
1942. Στάλινγκραντ. Οι Γερμανοί περιπολούν, μέσα, στην πόλη. Θα καταλάβουν το 95% της έκτασής της. Αλλά, στο τέλος, θα ηττηθούν και θα υποχρεωθούν να παραδοθούν.
1945. Πειραιάς. Η “Λάμψις της Σελήνης”, σε φωτογραφία εκείνης της εποχής (επάνω) και η “Λάμψις της Σελήνης”, σε φωτογραφία αρχών δεκαετίας '60 λίγο πριν την επιχωμάτωση της ακτής. Φυσικά τα κτήρια δεν είναι ίδια. Το νέο κτήριο (που υφίσταται, μέχρι σήμερα) οικοδομήθηκε, στην θέση του παλαιού και ολοκληρώθηκε η ανέγερσή του, το 1957. Στο μεταξύ, είχε αποφασιστεί, από το υπουργείο Περιβάλλοντος, η ένωση του Νέου Φαλήρου, με το Τουρκολίμανο, μέσω της ακτής Πρωτοψάλτη και η απαλλοτρίωση των είκοσι, περίπου, ιδιοκτητών, που βρίσκονταν, εκεί. Υπήρξε μεγάλη αντίδραση, καθώς πολλοί, από τους ιδιοκτήτες διέθεταν τίτλους ιδιοκτησίας, προγενέστερους του Δήμου Πειραιά! Παρουσιάστηκε συμβόλαιο ιδιοκτησίας, με ημερομηνία 3 Νοεμβρίου 1828 “συνταχθέν εν Αιγίνη”. Τελικά, η αρχική απόφαση άλλαξε και το υπουργείο αποφάσισε την επιχωμάτωση της θάλασσας, ώστε ο δρόμος να διέλθει, μπροστά, από τα ακίνητα.
1946. Θεσσαλονίκη. Ο Χαραλάμπης Μελαφενίδης, στελεχος του Κ.Κ.Ε., σε ομιλία του, με τους συγκεντωμενους, στην σημερινή Ρωμαϊκή αγορά της Θεσσαλονικης. Ο ομιλητής βρισκόταν, στο κτίριο του παλιού εργατικού κέντρου, στην γωνία Ολύμπου, με Αριστοτέλους, εκεί, όπου, σήµερα, είναι το μεταγενέστερο κτίριο του εργατικού κέντρου. Στο βάθος, τα μεσοπολεμικά κτίρια της οδού Μακεδονικής Αμύνης και η οδός Γκαρμπόλα. Πίσω, απο τον ομιλητή, διακρίνεται η οδός Ολύμπου. Μπορούμε να διακρίνουμε το χαμηλό κτίριο καταστημάτων, το μπιτ παζάρ (αγορά της ψείρας), στην Ολύμπου, με Τοσίτσα. Δεν έχουμε φωτογραφικό υλικό, από το μπιτ παζάρ και ενώ έχει γραφεί ότι υπήρχε όροφος, όπου διέμεναν οι καταστηματάρχες, δεν φαίνεται να ίσχυε κάτι τέτοιο, τουλάχιστον, στο κομμάτι, που είναι ορατό. Διακρίνεται και η μεσοπολεμική οικοδομή, στην Ολύμπου 66, που υπάρχει και σήμερα, και οριοθετεί την αγορά, στην οδό Ολύμπου. Την δεκαετία του 1960, θα χτιστούν τρεις οικοδομές, επάνω, από την αγορά, στην γωνία, που φαίνεται, ένα, ακόμη, από τα παράξενα της ανοικοδόμησης, στην Θεσσαλονίκη.
1970. Τραπεζούντα.
1970 (δεκαετία). Αρκάν. Γεννημένος, το 1949, στην Τραπεζούντα, καταγόμενος, από την περιοχή Arhavi του Artvin. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια, στην Μάτσκα και την Γιόμρα και αποφοίτησε, από την Σχολή Επιστημών, στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης.
Την δεκαετία του 1970. απέκτησε μεγάλη φήμη τραγουδώντας λαϊκά τραγούδια της Μαύρης Θάλασσας συνοδεία συγκροτήματος και με μοναδικό στυλ. Αντανακλά, στα έργα του, τα συναισθήματα, τις λαχτάρες και τις ζωές των ανθρώπων, που μεταναστεύουν, σε μεγάλες πόλεις, ιδιαίτερα, από την Μαύρη Θάλασσα. Έχει κυκλοφορήσει, σχεδόν, σαράντα άλμπουμ και εκατοντάδες συνθέσεις.
Πριν το 1945, στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, υπήρχαν δύο πολιτικές ομάδες, στην Αλβανία, το Κομμουνιστικό Κόμμα, ο Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός και από την άλλη πλευρά, το Εθνικό Μέτωπο και η Νομιμότητα, που ήσαν, σε πόλεμο μεταξύ τους. Το Εθνικό Μέτωπο και η Νομιμότητα παρατάχθηκαν, μαζί με φασίστες και Ναζί.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα και ο Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός πολέμησαν, για την απελευθέρωση της χώρας.
Ο Γιώργος Κατσίμπαλης
Καλοκαίρι του 1964
πήρα το πλοίο από τη Μύκονο,
πέσαμε σε θαλασσοταραχή και αντί
να φτάσει στις δέκα έφτασε μεσάνυχτα.
Πήγα στο Παγκράτι,
στον ''Μαγεμένο Αυλό''.
Εκεί ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις,
ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Νίκος Γκάτσος
ο Γιώργος Κατσίμπαλης,
και δύο ελληνιστές μεταφραστές
του Γιώργου Σεφέρη,
ο Κίμων Φράιερ και ο Έντμουντ Κίλι,
οι οποίοι έλεγαν ότι γύρισαν από
τη Μύκονο και κόντεψαν να πνιγούν
και ότι, όταν έφτασαν
φίλησαν το χώμα που σώθηκαν.
Προφανώς ήταν στο ίδιο πλοίο
μ' εμένα, αλλά τα έλεγαν υπερβολικά.
Ο δε Κατσίμπαλης, ο οποίος είχε τη
μανία όταν άκουγε κάτι υπερβολικό
να διηγείται κάτι υπερβολικότερο,
λέει: ''Ααα.. αυτό δεν είναι τίποτα!
Θυμάσαι Νίκο;''
και ρίχνει αγκωνιά στον Γκάτσο.
Ο Γκάτσος λέει: ''ναι, ναι'',
προετοιμασμένος για το παραμύθι
που θα πει ο Κατσίμπαλης.
''Θυμάσαι στη Μπαρμπαριά;''
''Τί, τί κύριε Γιώργο;
ρωτάνε οι δύο Αμερικάνοι.
Και αρχίζει
μία σινεμασκοπική διήγηση,
ότι πλέουν δήθεν από τη Βόρεια
Αφρική, σε φοβερή θαλασσοταραχή,
και ο καπετάνιος
αναδεικνύεται ανίκανος
στη διακυβέρνηση του σκάφους,
και επεμβαίνει
ο παράγων Κατσίμπαλης,
ο οποίος διατάσσει να βάλουν
τον καπετάνιο στην καμπίνα του,
και αναλαμβάνει προσωπικώς!!
''Και μας πετάει στο Γιβραλτάρ
αλλά το αντιμάμαλο...''
- έβαζε μέσα και ναυτικούς όρους -
''μας εξφενδόνισε νοτίως της Κρήτης.''
Ήταν έτοιμοι να πέσουν στους βράχους
και κρατούσε το πλοίο, ο Κατσίμπαλης!!
''Κανείς δεν έπαθε τίποτα.
Σήκωσαν μόνο τα μπατζάκια τους
και βγήκαν από τα βραχάκια.
Ακόμα και τώρα μου στέλνουν
κάρτες κάθε Χριστούγεννα,
θυμάσαι Νίκο;''
''Ναι, ναι,'' απαντούσε ο Γκάτσος.
''Κύριε Κατσίμπαλη,
ευχαριστούμε που μας σώσατε!
Αλβέρτος Αινστάιν''
''Μα, ήταν εκεί ο Αινστάιν;''
''Ναι, εκεί ήταν.
Εγώ δεν τον πρόσεχα
γιατί ήμουν στο τιμόνι.''
Ενθουσιασμένοι οι Αμερικάνοι, εμείς
να έχουμε μείνει με το στόμα ανοιχτό.
Πέφτει μια σιωπή,
φεύγουν ένας - ένας,
φεύγουν και οι Αμερικάνοι.
Ο καημένος ο Γκάτσος,
που του είχε ξανασυμβεί, του λέει:
''Σε παρακαλώ, Γιώργο, εμένα
άλλη φορά, μη με ανακατεύσεις.''
''Τί θες να πεις δηλαδή;
Ήσουν ή δεν ήσουν;''
''Ε, όχι Γιώργο, όχι. Αφού
επιμένεις, και βέβαια δεν ήμουν.''
''Δεν ήσουν;
Και τόση ώρα έλεγες ψέματα,
σε ξένους ανθρώπους;''
Διονύσης Σαββόπουλος
Πηγή: lifo. gr.
1970 (δεκαετία). Κυριακή του Ιούνη, κάπου, στην Εύβοια.
Ο ήλιος έκαιγε ήδη από τις 10 το πρωί. Στο λιμανάκι μύριζε αρμύρα, πεύκο και βενζίνη από το καραβάκι που μόλις είχε δέσει. Η ταμπέλα στο λεωφορείο έγραφε «ΕΚΔΡΟΜΗ ΑΓ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ - ΧΑΛΚΙΔΑ» με γράμματα που είχαν ξεθωριάσει από τα καλοκαίρια.
Ο κυρ-Μήτσος, ο οδηγός, κατέβασε το τσιγάρο του και κοίταξε το ρολόι. «Άντε, τελειώνετε, θα μας πιάσει το μεσημέρι στον δρόμο». Φώναζε, αλλά χαμογελούσε. Κάθε Κυριακή του Ιούνη, εδώ και 15 χρόνια, έκανε το ίδιο δρομολόγιο. Έπαιρνε τους εκδρομείς από το λιμάνι και τους πήγαινε για μπάνιο στον Άγιο Γεώργιο.
Η Μαρίκα κρατούσε σφιχτά το χέρι του μικρού της, του Γιαννάκη. Ήταν η πρώτη του εκδρομή χωρίς μπρατσάκια. Δίπλα τους η Ελενίτσα, με το ψάθινο καπέλο και το σωσίβιο-ουράνιο τόξο, δεν κρατιόταν. «Μαμά, θα προλάβουμε να πιάσουμε αστερίες;» ρωτούσε κάθε τρία λεπτά από τότε που ξεκίνησαν από τη Χαλκίδα.
Πίσω τους, οι γυναίκες με τα ψάθινα καλάθια κουβαλούσαν όλο το νοικοκυριό: ντομάτες από το μποστάνι, φέτα τυλιγμένη σε βρεγμένη πετσέτα, κεφτεδάκια, και ροδάκινα. Η κυρά-Δέσποινα είχε φέρει και μια ολόκληρη καρπουζιά. «Για τα παιδιά, να δροσιστούν», είπε στον άντρα της, τον μπαρμπα-Γιάννη που κρατούσε την ομπρέλα να μην τους κάψει ο ήλιος. Εκείνος γκρίνιαζε για το βάρος, αλλά στο τέλος πάντα την κουβαλούσε.
Οι σημαίες κρέμονταν στα μπαλκόνια ακόμα από του Αγίου Πνεύματος. Στο καφενείο απέναντι, ο καφετζής είχε βάλει Καζαντζίδη στο πικ-απ και η φωνή του έφτανε μέχρι το κύμα.
Το λεωφορείο γέμισε. Μύριζε αντηλιακό, κολώνια λεμόνι και λακ από τις κυρίες. Ο κυρ-Μήτσος έκλεισε την πόρτα με εκείνον τον χαρακτηριστικό μεταλλικό ήχο. Το λεωφορείο ξεκίνησε, αργά, δίπλα στη θάλασσα.
Η Ελενίτσα κόλλησε το πρόσωπο στο τζάμι. Τα καΐκια γίνονταν μικρότερα. Ο Γιαννάκης αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά της μάνας του πριν καν βγουν από το χωριό.
Εκείνο το καλοκαίρι του ’70 κάτι είχε αλλάξει. Η Εύβοια γέμιζε κάθε Κυριακή με Αθηναίους που έψαχναν μια ανάσα. Δεν είχε ακόμα ξαπλώστρες και beach bar. Είχε μόνο αλμύρα, ένα σωσίβιο-ουράνιο τόξο, και μια καρπουζιά τυλιγμένη σε πετσέτα.
Το βράδυ, στο γυρισμό, θα ήταν όλοι κόκκινοι από τον ήλιο, με άμμο στα μαλλιά και αλάτι στα φρύδια. Θα μοιράζονταν το καρπούζι στην πλατεία και ο μπαρμπα-Γιάννης θα έλεγε τις ίδιες ιστορίες από τον πόλεμο.
Αλλά τώρα, ήταν ακόμα πρωί. Κυριακή του Ιούνη και όλη η μέρα μπροστά τους, μπλε σαν τη θάλασσα.
Άννα Δανάλη
1966. Τασκένδη. “Σοβιετική Ένωση”. σπανιότατη φωτογραφία από το αρχείο του Τάκη Τριανταφυλλίδη, (την οποία έβγαλε ο ίδιος) του γνωστού δασκάλου της Ελληνικής γλώσσας. Ο Μίκης μετά από τις συναυλίες του συνήθιζε να επισκέπτεται διάφορους χώρους όπου θα συναντούσε Έλληνες Πολιτικούς Πρόσφυγες και θα αντάλλασσε μαζί τους απόψεις για τα πολιτικά θέματα της εποχής. Και κείνοι βέβαια τον περίμεναν και τον υποδέχονταν με χαρά και ενθουσιασμό και τον περιέβαλλαν με αγάπη και θαυμασμό.
Στη φωτογραφία, Τασκένδη 1966, ο Μίκης επισκέφθηκε το δεκατάξιο σχολείο №164 στην περιοχή Τσιλανζάρ. Ο μαθητής από τα αριστερά του, ο Σάββας Τριανταφυλλίδης, ντυμένος πιονέρος έμελλε να είναι αργότερα ο Α' γραμματέας της ΚΝΕ των Ελ.Πολ.Προσφύγων της Τασκένδης. Απ'τα δεξιά ο Κώστας Τσολάκης, στέλεχος του ΚΚ πολιτικών προσφύγων και πίσω, ο Γιάννης Παρτακιλούδης, ο τότε Α'Γραμματέας των Ελλήνων Πολιτικών Προσφύγων της Τασκένδης. Η αίθουσα κατάμεστη. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να μην είναι.
(Από την ομάδα "Παιδιά και εγγόνια πολιτικών
προσφύγων"). 6 τραγούδια του Μίκη από συναυλία στην Ουγγαρία το 1968 σε δύο πόλεις και στο χωριό "Νίκος Μπελογιάννης". Τραγουδάει η Ντόρα Γιαννακοπούλου.
https://youtu.be/km2PPbAxyuc?is=EpQJFk0FsTSQFM5B
@highlight .
1970 (δεκαετία). «Μια κυρία ήρθε όταν έδινα αυτόγραφα και μου λέει “Τι θα πάρω με αυτό;”, της απάντησα τίποτα και το έσκισε.
ΑΝΝΑ ΦΟΝΣΟΥ
Το Καλοκαίρι του 1967.
Το μπρίκι άχνιζε ακόμα στα χέρια της Μαρίας. Ο αέρας μύριζε αλάτι, θυμάρι και βενζίνη από το παλιό Renault που είχαν παρκάρει δίπλα στη σκηνή. Ήταν Αύγουστος του 1967, και είχαν κατέβει από την Αθήνα στη Μήλο με το καράβι. οχτω ώρες ταξίδι, με στάση στην Σίφνο για να δουν την θεία.
Ο Πέτρος είχε ανοιχτό τον χάρτη στα γόνατα και με το μολύβι σημείωνε τον επόμενο προορισμό. «Αν φύγουμε με το φως του ήλιου, προλαβαίνουμε το Κλέφτικο πριν πιάσει ο μελτέμι», της είπε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα. Πάντα σχεδίαζε. Ακόμα και στις διακοπές.
Η Μαρία χαμογέλασε. Της άρεσε αυτό σε εκείνον. Την έκανε να νιώθει ασφαλής. Αλλά περισσότερο της άρεσαν τα πρωινά σαν αυτό. Χωρίς ρολόγια, χωρίς τηλέφωνα. Μόνο ο ήχος από τα βότσαλα που μάζευαν ο μικρός ο Γιάννης και ο Αντρέας δίπλα στο κύμα.
«Μαμά, κοίτα!» φώναξε ο Γιάννης. Κρατούσε μια πέτρα άσπρη, λεία, σχεδόν τέλεια στρογγυλή. «Είναι αυγό δράκου».
«Βάλ’ την με τις άλλες, να φτιάξουμε κάστρο», του είπε ο Αντρέας, ο μεγάλος, πάντα ο αρχηγός.
Η Μαρία γέμισε το μπλε φλιτζάνι με καφέ και το άφησε δίπλα στον Πέτρο. Το τραπεζομάντηλο το είχε φέρει η μάνα της από την Τήνο. «Να έχετε κάτι δικό σας όπου κι αν πάτε», της είχε πει. Και είχαν πάει παντού με εκείνο το τραπεζομάντηλο. Από το Πήλιο μέχρι εδώ, σε αυτή την βραχώδη παραλία.
Δεν είχαν λεφτά για ξενοδοχεία. Ο Πέτρος δούλευε λογιστής και η Μαρία στο ραφείο της κυρίας Ελένης. Αλλά είχαν την σκηνή, το αμάξι του πατέρα του, και όλο το καλοκαίρι μπροστά τους.
Το βράδυ θα άναβαν φωτιά. Θα έψηναν τα ψάρια που θα τους έδινε ο κυρ-Μανώλης από την βάρκα του. Θα έλεγαν ιστορίες για φαντάσματα και πειρατές. Και όταν τα παιδιά θα κοιμούνταν στην σκηνή, ο Πέτρος και η Μαρία θα έμεναν έξω να μετράνε τα αστέρια, με τα πόδια τους χωμένα στην άμμο που ήταν ακόμα ζεστή.
Δεν το ήξεραν τότε, αλλά αυτή η φωτογραφία θα έμενε στο ράφι του σαλονιού για τα επόμενα πενήντα χρόνια. Ξεθωριασμένη από τον ήλιο και κάθε φορά που ο Γιάννης, τώρα πια με άσπρα μαλλιά, θα την κοιτούσε, θα μύριζε πάλι καφέ από μπρίκι και θα άκουγε τον πατέρα του να διπλώνει τον χάρτη.
Γιατί κάποια καλοκαίρια δεν τελειώνουν ποτέ. Μένουν εκεί, πάνω στα βότσαλα, δίπλα σε μια μπλε τσαγιέρα, περιμένοντας να τα θυμηθείς.
Άννα Δανάλη.
Το 1975, ο Robert Scanlon βοήθησε να κουβαλήσει τον δικτάτορα Idi Amin Dada, στους ώμους του.
Δύο χρόνια αργότερα, εξαφανίστηκε σε μία από τις φυλακές του.
Η φωτογραφία τραβήχτηκε στην Καμπάλα, κατά τη διάρκεια διπλωματικής υποδοχής. Ο Idi Amin φαίνεται να κάθεται σε μια καρέκλα καλυμμένη με ύφασμα που μοιάζει με γούνα γάτας, φορώντας στρατιωτική στολή και κρατώντας ένα μαστίγιο στο χέρι, καθώς τέσσερις Βρετανοί επιχειρηματίες τον σηκώνουν πάνω από το πλήθος.
Η σκηνή φαινόταν σχεδιασμένη για να μεταφέρει ένα μήνυμα. Η Ουγκάντα ήταν βρετανικό προτεκτοράτο μέχρι το 1962, και τώρα Αφρικανός ηγέτης ανατρέφεται συμβολικά από εκπροσώπους της πρώην αποικιακής κυβέρνησης.
Αμήν κατάλαβα πολύ καλά τη δύναμη των εικόνων. Κατά τη διάρκεια του καθεστώτος του, χρησιμοποίησε μεγάλες τελετές, στολές, υπερβολικούς τίτλους και δημόσιες προκλήσεις για να ενισχύσει την προσωπικότητά του και να προκαλέσει τους αντιπάλους του.
Μεταξύ αυτών που κρατούσαν την καρέκλα του ήταν ο Robert Scanlon, Βρετανός μηχανικός και επιχειρηματίας που είχε αποκτήσει την υπηκοότητα της Ουγκάντα.
Τον Ιούνιο του 1977, εν μέσω επιδείνωσης των σχέσεων μεταξύ Ουγκάντα και Ηνωμένου Βασιλείου, ο Σκάνλον συνελήφθη και κατηγορήθηκε για κατασκοπεία. Το κρατικό ραδιόφωνο ανακοίνωσε ότι εάν κριθεί ένοχος, θα εκτελεστεί πριν το τέλος της εβδομάδας.
Την ίδια στιγμή, οι Βρετανοί υπήκοοι που παραμένουν στην Ουγκάντα τέθηκαν υπό αυστηρούς περιορισμούς και απαγορεύτηκαν να φύγουν από τη χώρα. Μετά τον αποκλεισμό του από συνάντηση της Κοινοπολιτείας στο Λονδίνο, ο Αμίν μετέτρεψε ξένους υπηκόους σε όργανο πολιτικής πίεσης.
Η μοίρα του Σκάνλον περιβάλλεται από αβεβαιότητα για εβδομάδες. Οι αρχές της Ουγκάντα αργότερα ισχυρίστηκαν ότι είχε δραπετεύσει από μια απομόνωση με τη βοήθεια της βρετανικής αντικατασκοπείας. Ωστόσο, αργότερα στοιχεία έδειξαν ότι ήταν ακόμα υπό κράτηση.
Σύμφωνα με πληροφορίες που συγκέντρωσε η Διεθνής Αμνηστία και διπλωματικά έγγραφα, ο Ρόμπερτ Σκάνλον εκτελέστηκε στη φυλακή τον Σεπτέμβριο του 1977. Πηγή από την Ουγκάντα ανέφερε ότι αυτός και άλλοι τέσσερις κρατούμενοι ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου.
Λοιπόν, η ίδια δικτατορία που την χρησιμοποίησε μόλις πριν δύο χρόνια σε ένα θέαμα προπαγάνδας την αφάνισε.
Βλέποντας σήμερα, η εικόνα αποκτά ένα πολύ πιο ανησυχητικό νόημα. Συλλαμβάνει όχι μόνο τέσσερις Βρετανούς άνδρες που κουβαλούν έναν Αφρικανό ηγέτη στους ώμους του, αλλά και τη στιγμή που ο Ρόμπερτ Σκάνλον δεν ήξερε ακόμα ότι ο άντρας που κάθεται από πάνω του θα διέταζε τη σύλληψή του και ότι δεν θα επέστρεφε ποτέ σπίτι του.
Από τον Γεωγραφικό Άτλαντα.
2026. Οι δυτικές και οι ανατολικές περιοχές των ευρωπαϊκών χωρών (πλην Ρωσίας).
6/2026. “Ραβασάκι”, από τις κομπίνες, στις πολεοδομίες.
Για να “επεκτείνει την επιχείρηση” πήρε τα “δάνεια” η Νέα Δημοκρατία. Δηλαδή, προς άγραν εκλογικής πελατείας…
1950. «Θησαυρός». Σκίτσο του Βασίλη Χριστοδούλου.
1956. «ΡΟΜΑΝΤΣΟ». Σκίτσο του Μ. Αναστόπουλου.
1962. «ΡΟΜΑΝΤΣΟ». Σκίτσο του Σ. Πολενάκη.
1969. «ΡΟΜΑΝΤΣΟ». Σκίτσο του Σ. Πολενάκη.
1978. «ΡΟΜΑΝΤΣΟ». Σκίτσο του Βασίλη Χριστοδούλου.
1979. «Τραστ». Σκίτσο του Χ. Παπαδάτου.
1981. «Τραστ». Σκίτσο του Φάνη Γιόση.
1981. Σκίτσο του Αρχέλαου.
1981. «ΡΟΜΑΝΤΣΟ». Σκίτσο του Σ. Πολενάκη.
1981. Σκίτσο του Κώστα Μητρόπουλου.
1982. «Τραστ». Σκίτσο του Φάνη Γιόση.
1982. «ΡΟΜΑΝΤΣΟ». Σκίτσο του Βασίλη Χριστοδούλου.
1984. «Τραστ». Σκίτσο του Νίκου Ζήκου.
25/5/2026. Σκίτσο του Ανδρέα Πετρουλάκη.
2/6/2026. Σκίτσο του Τάσου Αναστασίου.
11/6/2026. Σκίτσο του Τάσου Αναστασίου.
15/6/2026. Σκίτσο του Γιώργου Μικάλεφ.
16/6/2026. Σκίτσο του Ανδρέα Πετρουλάκη.
17/6/2026. Σκίτσο του Γιώργου Μικάλεφ.
17/6/2026. Σκίτσο του Ιάκωβου Βάη.
17/6/2026. Σκίτσο της Ευανθίας Ρούνη.
17/6/2026. Σκίτσο του Κώστα Γρηγοριάδη.
17/6/2026. Σκίτσο του Αντώνη Βαβαγιάννη.
18/6/2026. Δυο σκίτσα του Γιώργου Γαλίτη.
19/6/2026. Σκίτσο της Ευανθίας Ρούνη.
19/6/2026. Σκίτσο του Στάθη Σταυρόπουλου.
19/6/2026. Σκίτσο του Γιώργου Γαλίτη.
19/6/2026. Δυο σκίτσα του Ανδρέα Πετρουλάκη.
20/6/2026. Δυο σκίτσα του Γιώργου Γαλίτη.
20/6/2026. Σκίτσο του Γιώργου Μικάλεφ.
20/6/2026. Σκίτσο της Ευανθίας Ρούνη.
21/6/2026. Σκίτσο του Γιώργου Γαλίτη.
21/6/2026. Σκίτσο του Στάθη Σταυρόπουλου.
21/6/2026. Δυο σκίτσα της Ευανθίας Ρούνη.
22/6/2026. Σκίτσο του Ιάκωβου Βάη.
22/6/2026. Σκίτσο του Γιώργου Μικάλεφ.
6/2026. Σκίτσο του Ιάκωβου Βάη.

















































































































































Σχόλια