Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης 17 χρόνια, μετά : Ένας απολογισμός, μια ερμηνεία και μια κριτική, στο έργο του και στην πολιτική, την κοινωνική και την φιλοσοφική του κληρονομιά.






Καλοκαίρι 1984 : Ο Κορνήλιος Καστοριάδης μιλάει, για τα πάντα, σε μια ιστορική συνέντευξη στην εκπομπή "ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ" της ΕΤ1.



Κλείνουν, αυτόν τον μήνα, 17 χρόνια από τον θάνατο (στις 26/12/1997) ενός μεγάλου Έλληνα διανοητή της διασποράς - μιας διασποράς, που υπήρξε προϊόν των ταραγμένων και αιματηρών χρόνων της δεκαετίας του 1940 -, του Κορνήλιου Καστοριάδη.
Ο Κορνήλιος Καστοριάδης γεννήθηκε, στην Κωνσταντινούπολη, το 1922 (αυτό το τραγικό για τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας, αλλά και της Πόλης έτος) και μπορούμε, βάσιμα, να πούμε ότι ήταν ο τελευταίος μεγάλος Βυζαντινός, ο τελευταίος μεγάλος Ρωμιός φιλόσοφος.

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης υπήρξε ένας Βυζαντινός και ένας Ρωμιός της διασποράς, που, αρχικά, οδηγήθηκε και στην συνέχεια, επέλεξε να περπατήσει εκείνη την φιλοσοφική γραμμή των Βυζαντινών διανοητών της διασποράς, στην (τότε) Εσπερία (δηλαδή στην σημερινή Δύση), κατά την περίοδο που ακολούθησε την πτώση της Κωνσταντινούπολης, στα χέρια των Ρωμιών ανθενωτικών ορθοδόξων χριστιανών και των μουσουλμάνων Τούρκων του Μωάμεθ Β', του Πορθητή και η οποία γραμμή αντιστεκόνταν, στην ανθενωτική ορθόδοξη γραμμή της μισαλλοδοξίας, τοποθετώντας σε δεύτερη μοίρα, τα στενά υλικά και δογματικά συμφέροντα της ανατολικής εκκλησίας, σε σχέση με τα συμφέροντα του κράτους και της επανελληνισθείσας - από εκείνη την ύστερη βυζαντινή εποχή - ρωμαίικης κοινότητας. Σε αυτή την γραμμή της στήριξης του φιλελεύθερου μεταναγεννησιακού δυτικού πολιτισμού, απέναντι, στην ολοκληρωτική βυζαντινίζουσα Ανατολή, είτε στην θρησκευτική (ορθόδοξη χριστιανική, ή μουσουλμανική), είτε στην πολιτική της εκδοχή, βάδισε ο Κορνήλιος Καστοριάδης - αν και ο ίδιος παρέμεινε και Βυζαντινός και Έλληνας, κάτι που ουδέποτε αρνήθηκε και το οποίο ήταν και είναι, άμεσα, ορατό.

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης, καταγόμενος από μια αστική οικογένεια, έφυγε από την Πόλη, όταν οι γονείς του αποφάσισαν να μετοικίσουν, στην Αθήνα (προφανώς, λόγω των ταραγμένων χρόνων της εποχής και της ανασφάλειας, που είχε δημιουργηθεί στην ρωμαίικη κοινότητα, ως αποτέλεσμα της επερχόμενης τραγικής ήττας του ελληνικού στρατού, στην Μικρά Ασία, και της κυριαρχίας του Μουσταφά Κεμάλ - μια τραγωδία, την οποία ο πατέρας του πρόβλεψε) και ανατράφηκε, μέσα σε ένα κλίμα, όπου κυριαρχούσε η έντονη προσωπικότητα του βολταιρικού και φανατικά άθεου πατέρα, μέσα σε ένα ελευθεριακό περιβάλλον, όπου κυριαρχούσαν οι φιλοσοφικές συζητήσεις και η αέναη αναζήτηση της αλήθειας, χωρίς φραγμούς και εμπόδια.

Μέσα στο κλίμα της εποχής του Μεσοπολέμου, όπως αυτό υπήρχε στην Αθήνα και πολύ περισσότερο στην ελληνική ύπαιθρο, των δεκαετιών του 1920 και του 1930, χαρακτιριζόμενο από την μιζέρια, η οποία ήταν προϊόν της ενδημικής φτώχειας της χώρας, της σώρευσης 1.500.000 πένητων προσφύγων, ξερριζωμένων από τα πανάρχαια κέντρα του ελληνισμού, στην Μικρά Ασία και της σαρωτικής ήττας της κυρίαρχης, έως τότε, ιδεολογίας της ''Μεγάλης Ιδέας'' - γεγονός που άφηνε ένα τεράστιο ιδεολογικό κενό, το οποίο έσπευσαν να καλύψουν άλλες ιδεολογίες, με κυρίαρχες, κατά πρώτο λόγο, την μαρξιστική και πολύ ολιγότερο, την φασιστική -, μπορούμε να πούμε ότι ο νεαρός Κορνήλιος υπήρξε τυχερός, λόγω της αστικής του καταγωγής.

Εκτός από τυχερός, υπήρξε και προικισμένος, ένα παιδί - τέρας, όπως ο ίδιος χαρακτήρισε τον εαυτό του, αφού τελείωσε το σχολείο, πολύ νωρίτερα, από τους άλλους συμμαθητές του και παρακολουθούσε ιδιαίτερα μαθήματα, από τους καλύτερους εκπαιδευτικούς, αφού η σχολική εκπαιδευτική ρουτίνα ήταν πολύ στενή, για τα δικά του νοητικά μέτρα.

Η επαφή του, με την Αριστερά, ήταν αναπόφευκτη, στην οποία Αριστερά, αμέσως και αδίστακτα, εντάχθηκε, ως ανήσυχο, παράτολμο και ελευθεριακό πνεύμα, που ήταν. Αυτό το γόνιμο, αεικίνητο και ελευθεριακό πνεύμα εντάχθηκε, πολύ γρήγορα, στα πιο ακραία τμήματα της ελληνικής αριστεράς του Μεσοπολέμου και δη στο περιώνυμο ''Αρχείο του Μαρξ'', στην αριστερή αντιπολίτευση του Κ. Κ. Ε., βλέποντας - ήδη από τότε - τον γραφειοκρατικό εκφυλισμό των κομμάτων της Κομμουνιστικής Διεθνούς και της ''Ε. Σ. Σ. Δ.'' και την εξέλιξή τους, από (δήθεν) κοινωνικοαπελευθερωτικές επαναστατικές οργανώσεις του προλεταριάτου, σε όργανα μιας (αστικής κοινωνικής προέλευσης και νοοτροπίας) εργατιστικής γραφειοκρατικής ελίτ, στην οποία είχε ενσωματωθεί και ένα στρώμα προλετάριων διανοουμένων και η οποία, αδίστακτα, χειραγωγούσε το προλεταριάτο, προς ικανοποίηση των ιδιοτελών της σκοπών και συμφερόντων. 


[Το ''Αρχείο του Μαρξ'' όντας μια ξεχωριστή από το Κ. Κ. Ε. πολιτική οργάνωση της ελληνικής εργατικής τάξης είχε, πριν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και την σφαγή, που διοργάνωσαν οι ζαχαριαδικοί ηγέτες του Κ. Κ. Ε., με την Ο. Π. Λ. Α., κατά την Κατοχή και τον αιματοβαμμένο Δεκέμβρη του 1944, αλλά και μετέπειτα, αξιόλογη επιρροή στην ελληνική εργατική τάξη και υπήρξε οξύτατος ανταγωνιστής του Κ. Κ. Ε. στην διεκδίκηση της πολιτικοϊδεολογικής κυριαρχίας στον κοινωνικό αυτόν χώρο, αλλά και στα άλλα ριζοσπαστικοποιημένα στρώματα των ελληνικών πόλεων και της υπαίθρου. Κάποια στιγμή ήλθε σε επαφή με τον Τρότσκυ και τους τροτσκιστές, στους οποίους εντάχθηκε για ένα χρονικό διάστημα, για να διαχωρίσει, στην πορεία του χρόνου, την θέση του και να κατοχυρώσει την πολιτικοϊδεολογική του αυτονομία από την 4η Διεθνή. Σε αυτόν τον διαχωρισμό, πρωτοστάτησε η τάση, στην οποία ήταν ενταγμένος ο Κορνήλιος Καστοριάδης, με ηγετική μορφή τον πολιτικό μέντορά του, τον παλαίμαχο κομμουνιστή Άγι Στίνα (Σπύρο Πρίφτη), ο οποίος ήλθε σε άμεση σύγκρουση με τον πρώην Γενικό Γραμματέα του Κ. Κ. Ε. και μετέπειτα ηγέτη των τροτσκιστών, τον Παντελή Πουλιόπουλο].

Στα χρόνια αυτά, γνωρίστηκε και με τον Ανδρέα Παπανδρέου, μια σχέση που υπήρξε, για τον Κορνήλιο,  τραυματική, αφού, στην δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά, ο Ανδρέας, που ήταν μαζί του, στην ίδια οργάνωση, τα ''ξέρασε όλα'', όταν συνελήφθη, από την ασφάλεια του Μανιαδάκη, με αποτέλεσμα η οργάνωση να εξαρθρωθεί.

Ήλθαν, μετά, τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, κατά την οποία το ''Αρχείο του Μαρξ'' ακολούθησε την κλασσική επαναστατική αντιπολεμική (ντεφαιτιστική) πολιτική γραμμή της συναδέλφωσης όλων των εργατών, σε όποιο στρατόπεδο και αν μάχονταν, χαρακτηρίζοντας τον πόλεμο ιμπεριαλιστικό, ως προς όλες τις εμπλεκόμενες δυνάμεις, ακόμα και όταν εισήλθε, σ' αυτόν, η ''Ε. Σ. Σ. Δ.'', μετά την επίθεση της ναζιστικής Γερμανίας, τον Ιούνιο του 1941. Αυτήν την πολιτική γραμμή ακολούθησε ο Κορνήλιος Καστοριάδης και γι'
αυτόν τον λόγο, ήλθε, όπως και όλοι οι αρχειομαρξιστές, σε άμεση πολιτικοϊδεολογική αντιπαράθεση, με το Κ. Κ. Ε., μια αντιπαράθεση, που ήταν συνέχεια των συγκρούσεων των προπολεμικών χρόνων, μόνο που, πριν τον πόλεμο, τα πράγματα ήσαν διαφορετικά και ευνοϊκότερα, για τους αρχειομαρξιστές και τούτο διότι, κατά την περίοδο της Κατοχής και αμέσως μετά, το Κ. Κ. Ε., ανάμεσα στα άλλα, είχε και την πλήρη κυριαρχία στα όπλα - αυτό ήταν και το καταλυτικότερο ''επιχείρημά'' του, στην νίκη του, επί των αρχειομαρξιστών.

Καταλυτικός ήταν ο Δεκέμβρης του 1944, οπότε, κατά την σύγκρουση των Κ. Κ. Ε. - Ε. Α. Μ. - Ε. Λ. Α. Σ., με ό,τι είχε απομείνει από το ελληνικό αστικό κράτος και (κυρίως) τους Βρετανούς του Ουϊνστων Τσώρτσιλλ, οι αρχειομαρξιστές μακελλεύτηκαν από την Ο. Π. Λ. Α. και ο Κορνήλιος Καστοριάδης την γλίτωσε, παρά τρίχα, όπως ο ίδιος έχει περιγράψει και όπως η μνήμη του Άγι Στίνα έχει διασώσει, αν και δεν είχαν, ούτε οι αρχειομαρξιστές, ούτε, φυσικά, ο Καστοριάδης, συμμετάσχει στην σύγκρουση.

Το τέλος των Δεκεμβριανών και η σταδιακή κυριαρχία της κεντροδεξιάς, μαζί με τις ακροδεξιές συμμορίες, έχουν καταστήσει πνιγηρό το πολιτικό, κοινωνικό και πνευματικό κλίμα, στην μεταπολεμική Ελλάδα, αφού η επερχόμενη συνέχεια της εμφύλιας σύγκρουσης, που είναι στα σκαριά, δεν επιτρέπει διαφοροποιήσεις και άλλες πνευματικές, ή κοινωνικές ανησυχίες.

Εκείνη την εποχή, το Γαλλικό Ινστιτούτο στην Αθήνα, με πρωταγωνιστή τον Ροζέ Μιλλιέξ, αυτή την μεγάλη πνευματική προσωπικότητα, καταφέρνει και διοργανώνει μια σειρά υποτροφιών σε γαλλικά πανεπιστήμια, προκειμένου να σώσει τον ανθό της ελληνικής αριστερής διανόησης από τον όλεθρο, που προετοιμαζόταν και πράγματι, πάνω από 100 άτομα - που στην συντριπτική τους πλειοψηφία διέπρεψαν στην συνέχεια στην γαλλική (και όχι μόνον) κοινωνία - έφυγαν με το πλοίο ''ΜΑΤΑΡΟΑ'' στην Γαλλία - ανάμεσα σε αυτούς και ο Κορνήλιος Καστοριάδης, αλλά και οι Ιάνης Ξενάκης, Κώστας Αξελός, Κώστας Παπαϊωάννου, Μάνος Ζαχαρίας, Ελένη Γλύκατζη (η μετέπειτα Αρβελέρ) και άλλοι.











 Κορνήλιος Καστοριάδης (11/3/1922 - 26/12/1997).



Πηγαίνοντας στην Γαλλία, ο Καστοριάδης εντάσσεται στο επαναστατικό κομμάτι της γαλλικής αριστεράς και ιδρύει, μαζί με τον Κλωντ Λεφόρ, την ομάδα ''ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ Ή ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ'', η οποία εκδίδει και το ομώνυμο περιοδικό, το οποίο ακολουθεί την πολιτικοϊδεολογική πορεία του Κορνήλιου Καστοριάδη
 
 
Από την υπεράσπιση του μαρξισμού, στην επαναστατική - ελευθεριακή άρνησή του και στην ανάλυση του περιεχομένου, του είναι αυτής της ιδεολογίας, ως ενός πολιτικού, κοινωνικού, ιδεολογικού και φιλοσοφικού μάγματος ιδεών, που, στην εξέλιξη και στην σχηματοποίησή του, κατέστη αναπόσπαστο τμήμα του κατεστημένου καπιταλιστικού κόσμου και ιμάντας μεταβίβασης των καπιταλιστικών ιδεών, μέσα στο εργατικό και το, εν γένει, επαναστατικό κίνημα.

Αυτή η πλήρης ρήξη του, με τον μαρξισμό και τον, οικονομιστικού χαρακτήρα, κοινωνικό ντετερμινισμό του, τον οδήγησε στην συγκρότηση και ανάλυση των ιδεών της κοινωνικής αυτονομίας και του επαναστατικού φιλελευθερισμού, ή, καλύτερα, της, ατομικά και κοινωνικά, ελευθεριακής ιδεολογίας, όχι, ως σώματος ιδεών, που καθοδηγούν τους ανθρώπους και τα κοινωνικά σύνολα, αλλά ως προτάγματος ιδεών, εντός και δια των οποίων, οι άνθρωποι κατασκευάζουν οι ίδιοι τους θεσμούς τους, ως κοινωνικά όντα και κατ' ουσίαν, τους εφευρίσκουν, τους δημιουργούν και τους καθιστούν λειτουργικούς, προκειμένου να πραγματοποιήσουν τους σκοπούς τους, οι οποίοι δεν είναι σταθεροί, αλλά εναλλάσσονται, από κοινωνία σε κοινωνία, εφευρισκόμενοι και οι ίδιοι, από τις ανθρώπινες κοινωνίες.

Αυτή ήταν και η μεγάλη προσφορά του Κορνήλιου Καστοριάδη στο εργατικό και το σύγχρονο επαναστατικό κίνημα, αλλά και στα επερχόμενα επαναστατικά κινήματα του μέλλοντος : 

Η σύνδεση της δημιουργικότητας και της εφευρετικότητας των ανθρώπινων κοινωνιών, ως πηγής των ανθρώπινων θεσμών και η κατάδειξη της αυτονομίας τους, ενάντια σε κάθε μορφή ετερονομίας, που υποκρύπτει την υποδούλωση των ανθρώπων στους θεσμούς τους και δι' αυτών στις διάφορες, κατά εποχές, κοινωνικές ελίτ, που εξουσιάζουν τις ανθρώπινες κοινωνίες, είτε αυτές επικαλούνται τον θεό και το ιερατείο, ή τον βασιλιά και την αυλή των ευγενών, ή το κόμμα και την νομενκαλτούρα των μικροαστών επαγγελματιών επαναστατών (και μη), ή την πολιτική ελίτ των σύγχρονων μαζικών ολιγαρχιών, που αποκαλούνται κοινοβουλευτικές δημοκρατίες δυτικού τύπου, ή το χρήμα και την λούμπεν (ή μη) καπιταλιστική αριστοκρατία του χρήματος, ή την επιστήμη και τους λάτρεις της στην σύγχρονη τεχνοδομή των μεγάλων γραφειοκρατικών επιχειρήσεων του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού.

 
Ο Μάϊος του 1968 ήταν ένα από τα (απροσδόκητα) τέκνα του Κορνήλιου Καστοριάδη και του περιοδικού ''ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ Ή ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ'' και παρά την όποια ασυνέχεια, που ακολούθησε τις μετέπειτα εξελίξεις, συνέβαλε, τα μάλλα, στην αποτίναξη μιας σειράς αντιελευθεριακών ιδεών και στην Γαλλία και ευρύτερα, αποκαλύπτοντας την πραγματική κατάσταση και των σύγχρονων εργαζόμενων τάξεων στον κόσμο και των καθεστώτων του ψευδοσοσιαλισμού - μπορούμε να ισχυριστούμε, όχι αβάσιμα, ότι η συμβολή των καστοριαδικών ιδεών, γύρω από την ατομική και κοινωνική αυτονομία, υπήρξε μακροπρόθεσμα σημαντικότατη, αφού βοήθησε στην ανατροπή της κυριαρχίας των ιδεών του γαλλικού Κ. Κ. και στην αποδυνάμωσή του στον χώρο της νεολαίας, πράγμα που οδήγησε στην ανατροπή των συσχετισμών, εντός της γαλλικής αριστεράς, με την αφαίμαξη, μέχρι μηδενισμού, του γαλλικού Κ. Κ., το οποίο δεν είχε, ούτε τα αντανακλαστικά του ιταλικού Κ. Κ., ώστε να επιβιώσει, ως κομματικός μηχανισμός, μεταμορφούμενο, όπως το ιταλικό.


Ο Κορνήλιος Καστοριάδης επέζησε και μπόρεσε να δει, στην διάρκεια του βίου του, προς το τέλος του, την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και την έμπρακτη δικαίωση της σαρωτικής ιδεολογικής, κοινωνικής και πολιτικοοικονομικής κριτικής του, στα καθεστώτα αυτά, έστω και αν, η ύστερη ανάλυσή του, γι' αυτά, έμεινε πίσω από τις εξελίξεις, που έτρεχαν, προς το τέλος του βίου τους, γεγονός, που δεν του επέτρεψε να προβεί, σε σωστές αναλύσεις, τοποθετήσεις και προβλέψεις, ως προς την τύχη των καθεστώτων αυτών και ως προς τις τελικές επιλογές της πλειοψηφίας των κομματικών και κρατικών γραφειοκρατιών τους (φυσικά, με πλήρη και απόλυτη πρωτοβουλία της κυρίαρχης "σοβιετικής" γραφειοκρατίας, η οποία αποφάσισε και προσδιόρισε, πρακτικά, αυτόν τον μετασχηματισμό, τον οποίο, σχεδόν, όλες οι άλλες γραφειοκρατικές ελίτ των χωρών του "υπαρκτού σοσιαλισμού" ακολούθησαν, άλλες περισσότερο, άλλες λιγότερο και άλλες καθόλου πρόθυμα), κατά τα μέσα και προς τα τέλη της δεκαετίας του 1980, να μετασχηματισθούν, σε καπιταλιστικές τάξεις Δυτικού τύπου.




Κυριότερο βιβλίο του Κορνήλιου Καστοριάδη υπήρξε το βιβλίο ''Η ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΗ ΘΕΣΜΙΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ'', χαρακτηριστικά αποσπάσματα του οποίου παραθέτω, παρακάτω, προκειμένου να γίνει κατανοητή, στους κοινωνικούς μετασχηματιστές και στους επαναστάτες του μέλλοντος, η σκέψη του και η συνεισφορά του  :


''Η αλύσωση των σημασιών και η « πανουργία του λόγου».


Πέρα από το πρόβλημα του ντετερμινισμού στην ιστορία, υπάρχει το πρόβλημα των «ιστορικών» σημασιών. Κατά πρώτο λόγο, η ιστορία εμφανίζεται, ως ο τόπος των συνειδητών πράξεων συνειδητών όντων. Αλλ' αυτή η προδηλότητα ανατρέπεται, μόλις την παρατηρήσουμε, από πιό κοντά. Διαπιστώνουμε τότε, όπως και ο Ένγκελς, ότι η «ιστορία είναι ο χώρος των μη συνειδητών προθέσεων και των μη ηθελημένων σκοπών». Τα πραγματικά αποτελέσματα της ιστορικής δράσης των ανθρώπων δεν είναι, περίπου, ποτέ, αυτά, που τα δρώντα υποκείμενα είχαν, ως στόχο. Αυτό δεν είναι, ίσως, δυσκολονόητο. Εκείνο, όμως, που θέτει ένα κεντρικό πρόβλημα, είναι ότι αυτά τα αποτελέσματα, που κανείς δεν τα είχε θελήσει, ως τέτοια, παρουσιάζονται, σαν, κατά κάποιο τρόπο,  συνεκτικά», κατέχουν μιά «σημασία» και φαίνονται να υπακούουν σε μιά λογική, που δεν είναι, ούτε «υποκειμενική» (φερόμενη από μιά συνείδηση, τεθειμένη από κάποιον), ούτε «αντικειμενική», σαν αυτή, που πιστεύουμε ότι ανακαλύπτουμε, στην φύση - και που μπορούμε να ονομάσουμε ιστορική.

Εκατοντάδες αστών, επιφοιτισμένοι, ή μη, από το πνεύμα του Καλβίνου και την ιδέα της εγκόσμιας άσκησης, αρχίζουν να συσσωρεύουν. Χιλιάδες κατεστραμμένοι τεχνίτες και πεινασμένοι αγρότες βρίσκονται διαθέσιμοι, για να μπουν, στα εργοστάσια. Κάποιος επινοεί μιά ατμομηχανή, άλλος έναν καινούργιο αργαλειό. Φιλόσοφοι και φυσικοί προσπαθούν να σκεφθούν το σύμπαν σαν μιά μεγάλη μηχανή και να βρουν τους νόμους του. Βασιλιάδες εξακολουθούν να υποτάσσουν, οι μεν, τους δε και να ευνουχίζουν τους ευγενείς, και δημιουργούν εθνικούς θεσμούς. Καθένα από τα, εν λόγω, άτομα και ομάδες αποβλέπει στους δικούς του στόχους, κανείς δεν σκοπεύει στην κοινωνική όλότητα, σαν τέτοια. Εντούτοις, το αποτέλεσμα είναι μιάς, εντελώς, άλλης τάξεως: είναι ο καπιταλισμός. Είναι, απολύτως, αδιάφορο, σ' αυτό το πλαίσιο, αν αυτό τό αποτέλεσμα καθορίστηκε, τέλεια, από το σύνολο των αιτιών και των συνθηκών. Ας δεχθούμε ότι μπορούμε να δείξουμε για όλα αυτά τα γεγονότα, ακόμα και για το χρώμα, που είχαν οι βράκες του Κολμπέρ, όλες τις πολυδιάστατες αιτιακές διασυνδέσεις του ενός με το άλλο, και όλων μαζί, με τις «αρχικές συνθήκες τού συστήματος». Αυτό, που έχει σημασία, εδώ, είναι ότι αυτό το αποτέλεσμα έχει μιά συνοχή, που κανείς και τίποτα δεν την ήθελε, ούτε την εγγυώταν, στην αρχή, ή κατόπιν και ότι κατέχει μιά σημασία, μάλλον, φαίνεται να ενσαρκώνει ένα, δυνάμει, ανεξάντλητο σύστημα σημασιών) που κάνει να υπάρχει πραγματικά ένα είδος ιστορικής οντότητας, ο καπιταλισμός.

Αυτή η σημασία εμφανίζεται με πολλαπλούς τρόπους. Είναι αυτό, που, μέσα απ' όλες τις αιτιακές διασυνδέσεις και πέρα από αυτές, προσδίδει ένα είδος ενότητας σε όλες τις εκδηλώσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας και επιτρέπει να αναγνωρίζουμε, αμέσως, ένα ορισμένο φαινόμενο, σαν φαινόμενο αυτής της κουλτούρας, και να ταξινομούμε, άμεσα, σ' αυτή την εποχή αντικείμενα, βιβλία, εργαλεία, φράσεις, για τα οποία διαφορετικά, δεν θα γνωρίζαμε τίποτα, και που αποκλείει, εξίσου, άμεσα, από αυτή την εποχή, μιά απειρία άλλων στοιχείων. Εμφανίζεται ως η ταυτόχρονη ύπαρξη ενός άπειρου συνόλου δυνατών και ενός απείρου συνόλου αδυνάτων, δεδομένων, θα μπορούσαμε να πούμε, εξ υπαρχής. Και εμφανίζεται ακόμα και στο εξής, ότι κάθε τι, που συμβαίνει στο εσωτερικό του συστήματος, όχι μόνο παράγεται, σύμφωνα με κάτι, που θα μπορούσε να το πει κανείς «το πνεύμα του συστήματος», αλλά και συντελεί στην εδραίωσή του (ακόμη κι όταν του αντιτίθεται και οριακά τείνει να το ανατρέψει, ως πραγματική τάξη).


Όλα συμβαίνουν σαν αυτή η συνολική σημασία του συστήματος να ήταν, κατά κάποιο τρόπο, εκ των προτέρων, δεδομένη, σαν να «προκαθόριζε» και να υπερκαθόριζε τις αιτιακές αλυσώσεις, σαν να τις υποδούλωνε και να τις ανάγκαζε να παράγουν αποτελέσματα, σύμφωνα με μιά «πρόθεση», που, βέβαια, δεν είναι, παρά μιά μεταφορική έκφραση, αφού δεν είναι η πρόθεση κανενός. Ο Μάρξ λέει κάπου: «εάν δεν υπήρχε η τύχη, η ιστορία θα ήταν μαγεία» - φράση, βαθιά, αληθινή. Το εκπληκτικό, όμως, είναι ότι η τύχη στην ιστορία παίρνει η ίδια, τις περισσότερες φορές, την μορφή της σημαίνουσας τύχης, της «αντικειμενικής» τύχης, του «τάχα, κατά τύχην», όπως, τόσο ωραία, το λέει η λαϊκή ειρωνεία. Τί είναι αυτό, που μπορεί και δίνει στον ανυπολόγιστο αριθμό χειρονομιών, πράξεων, σκέψεων, ατομικών και κοινωνικών συμπεριφορών, που απαρτίζουν μιά κοινωνία, αυτή την ενότητα ενός κόσμου, όπου μπορούμε και βλέπουμε, πάντα, μιά ορισμένη τάξη (τάξη νοημάτων, όχι αναγκαστικά αιτιών και αποτελεσμάτων) ύφασμένη πάνω στο χάος; Τί είναι αυτό, που δίνει στα μεγάλα ιστορικά γεγονότα αυτή την φαινομενικότητα, που είναι κάτι παραπάνω από απλή φαινομενικότητα, μιάς, θαυμάσια, υπολογισμένης και σκηνοθετημένης τραγωδίας, όπου, άλλοτε τα προφανή λάθη των πρωταγωνιστών είναι, απολύτως, ανίκανα να εμποδίσουν το αποτέλεσμα να πραγματοποιηθεί, όπου η «εσωτερική λογική» της διαδικασίας αποδεικνύεται ικανή να επινοήσει και να εμφανίσει, ξαφνικά, την ηθελημένη στιγμή, όλες τις ωθήσεις και τις αναστολές, όλα τα αντισταθμίσματα και τα αναγκαία τεχνάσματα, για την επιτυχία της διαδικασίας - και άλλοτε ο πρωταγωνιστής, μέχρι τότε, αλάθητος, κάνει το μόνο λάθος της ζωής του, που, με την σειρά του, ήταν απαραίτητο, για να παραχθεί το «επιδιωκόμενο» αποτέλεσμα;

Αυτή η σημασία, ήδη, άλλη από την, πραγματικά, βιωμένη, για τις καθορισμένες πράξεις συγκεκριμένων ατόμων, σημασία, θέτει, ως τέτοια, ένα, πραγματικά, ανεξάντλητο πρόβλημα. Διότι δεν υπάρχει δυνατότητα αναγωγής της σημασίας στην αιτιακή σχέση, οι σημασίες οικοδομούν μιά διάταξη αλυσώσεων διαφορετική, από την διάταξη των αλυσώσεων της αιτιακής σχέσης, και ωστόσο, άρρηκτα, συνυφασμένη, μ' αυτήν.
Ας εξετάσουμε, επί παραδείγματι, το ζήτημα της συνοχής μιάς δεδομένης κοινωνίας - μιάς αρχαϊκής, ή μιάς καπιταλιστικής. Τί είναι αυτό, που «συν-κρατεί» μιά κοινωνία, που κάνει, ώστε οι νομικοί, ή ηθικοί κανόνες, που διέπουν την συμπεριφορά των ενηλίκων να βρίσκονται, σε συνοχή, με τα κίνητρα, με τα οποία εμφορούνται αυτοί οι ενήλικοι, να είναι, όχι, απλώς, συμβιβαστοί, αλλά, βαθιά καί μυστηριωδώς, ταιριασμένοι, με τον τρόπο της εργασίας και της παραγωγής, όλα αυτά, με την σειρά τους, να αντιστοιχούν στην δομή της οικογένειας, στον τρόπο θηλασμού, απογαλακτισμού και ανατροφής των παιδιών, να υπάρχει μιά, τελικώς, καθορισμένη δομή της ανθρώπινης προσωπικότητας μέσα σ' αυτή τήν κουλτούρα, αυτή η κουλτούρα νά περιλαμβάνει τίς δικές της νευρώσεις και όχι άλλες, και όλα αυτά να συντονίζονται, με μιά θέαση του κόσμου, με μιά θρησκεία, μ' έναν ορισμένο τρόπο, που τρώνε και χορεύουν οι άνθρωποι; Μελετώντας μιά αρχαϊκή κοινωνία, έχουμε, ορισμένες στιγμές, την εντύπωση, που προξενεί ίλιγγο, ότι μιά ομάδα ψυχαναλυτών, οικονομολόγων, κοινωνιολόγων κ.λπ., υπεράνθρωπης ικανότητας και γνώσης, εργάστηκε, εκ των προτέρων, πάνω στο πρόβλημα της συνοχής της και νομοθέτησε, θέτοντας κανόνες υπολογισμένους έτσι, που να την κατοχυρώνουν. Ακόμα κι αν οι εθνολόγοι μας, αναλύοντας και παρουσιάζοντας την λειτουργία αυτών των κοινωνιών, εισάγουν, σ' αυτήν, περισσότερη συνοχή απ' όση υπάρχει, στην πραγματικότητα, αυτή η εντύπωση δεν είναι και δεν μπορεί να είναι, τελείως, απατηλή: στο κάτω-κάτω, αυτές οί κοινωνίες λειτουργούν και είναι σταθερές, είναι, μάλιστα, και «αυτο-σταθεροποιητικές» και ικανές να απορροφούν σημαντικά τραντάγματα (εκτός προφανώς από το τράνταγμα της επαφής με τον «πολιτισμό»).

Βέβαια, μέσα στο μυστήριο αυτής της συνοχής μπορούμε να επιχειρήσουμε μιά τεράστια αιτιακή αναγωγή - και σ' αυτό συνίσταται η «ακριβής» μελέτη μιας κοινωνίας. Αν οι ενήλικοι έχουν μιά ορισμένη συμπεριφορά, αυτό οφείλεται στο ότι ανατράφηκαν μ' ένα ορισμένο τρόπο, αν η θρησκεία αυτού του λαού έχει το τάδε περιεχόμενο, αυτό αντιστοιχεί στην «βασική προσωπικότητα» αυτής της κουλτούρας- αν οι σχέσεις εξουσίας είναι οργανωμένες, έτσι καί όχι αλλιώς, αυτό εξαρτάται από τους τάδε οικονομικούς παράγοντες, ή αντιστρόφως, κ.λπ. Αυτή, όμως, η αιτιακή αναγωγή δεν εξαντλεί το πρόβλημα, επιτρέπει μόνο να φανεί, στο τέλος, ο σκελετός του. Οι αλυσώσεις, που αναδεικνύει, επί παραδείγματι, είναι αλυσώσεις ατομικών ενεργημάτων, που τοποθετούνται ,μέσα στο, εκ των προτέρων, δεδομένο πλαίσιο μιάς κοινωνικής ζωής, που είναι, ήδη, συνεκτική, κάθε στιγμή, ως συγκεκριμένη ολότητα (διαφορετικά, δεν θα υπήρχαν ατομικές συμπεριφορές) και συγχρόνως, μέσα στο πλαίσιο ενός συνόλου ρητών αλλά και υπόρρητων κανόνων, μιας οργάνωσης, μιας δομής, που είναι μιά πλευρά αυτής της ολότητας και ταυτόχρονα, άλλο πράγμα, από αυτήν. Αυτοί οι κανόνες είναι οι ίδιοι το προϊόν, από ορισμένες απόψεις, αυτής της κοινωνικής ζωής, και σε πολλές περιπτώσεις (σχεδόν ποτέ, για τις αρχαϊκές κοινωνίες, συχνά, για τις ιστορικές), μπορεί κανείς να καταφέρει να εντάξει την παραγωγή τους, στην κοινωνική αιτίωση (η κατάργηση π.χ. της δουλείας, ή ο ελεύθερος ανταγωνισμός, που εισάγονται από την αστική τάξη, εξυπηρετούν τους σκοπούς της και επιδιώκονται ρητά, γι' αυτό τον λόγο). Όμως, ακόμα κι αν καταφέρουμε να τους «παραγάγουμε», κατ' αυτόν τον τρόπο, παραμένει το γεγονός ότι οι δημιουργοί τους δεν είχαν και δεν μπορούσαν να έχουν συνείδηση της ολότητας των αποτελεσμάτων και των συνεπειών τους - και ότι, ωστόσο, αυτά τα αποτελέσματα κι αυτές οι συνέπειες «εναρμονίζονται», ανεξήγητα, μ' αυτό, που υπήρχε, ήδη, ή μ' αυτό, που άλλοι, την ιδια στιγμή, παράγουν σε άλλους τομείς του κοινωνικού μετώπου Και παραμένει, επίσης, το γεγονός ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, συνειδητοί «δημιουργοί» δεν υπήρχαν κάν (κατά το μεγαλύτερό της μέρος, η εξέλιξη των μορφών οικογενειακής ζωής, θεμελιώδης για την κατανόηση, κάθε κουλτούρας, δεν εξαρτήθηκε, από ρητές νομικές πράξεις, και ούτε τέτοιες πράξεις ήσαν το αποτέλεσμα συνειδητοποίησης των σκοτεινών ψυχαναλυτικών μηχανισμών, που δρουν, σε μιά οικογένεια). Παραμένει, επίσης, το γεγονός ότι αυτοί οι κανόνες τίθενται, στο ξεκίνημα κάθε κοινωνίας, και ότι είναι συνεκτικοί, μεταξύ τους, όποια και αν είναι η απόσταση, πούυχωρίζει τους τομείς, στους οποίους αφορούν.

(Όταν μιλούμε για συνοχή, σ' αυτό το πλαίσιο, χρησιμοποιούμε την λέξη, με την πιό δυνατή ευρεία έννοια: για μιά δεδομένη κοινωνία, ακόμα εκφράζουν την συνοχή της, γιατί εντάσσονται στην λειτουργία της, δεν επιφέρουν, ποτέ, μιά κατάρρευση, μιά τελεία κονιορτοποίηση, αποτελούν τις κρίσεις «της» και την ασυναρτησία «της». Η μεγάλη κρίση του 1929, όπως και οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, είναι καθαρά συνεκτικές εκδηλώσεις του καπιταλισμού, όχι, απλώς, γιατί συνάπτονται, στίς αιτιακές του αλυσώσεις, αλλά γιατί προωθούν την λειτουργία του, ως λειτουργία του καπιταλισμού, ακόμα και σ' αυτό, που αποτελεί, με χίλιους τρόπους, τον παραλογισμό του, μπορούμε να δούμε με χίλιους τρόπους το νόημα του καπιταλισμού.)

Υπάρχει μιά δεύτερη αναγωγή, που μπορούμε να επιχειρήσουμε: Εάν όλες οι κοινωνίες ,που παρατηρούμε, στο παρόν, ή στο παρελθόν, είναι κοινωνίες με συνοχή, δέν ύπάρχει λόγος νά αισθανόμαστε έκπληξη, αφού εξ ορισμού μόνο κοινωνίες με συνοχή είναι παρατηρήσιμες - κοινωνίες, χωρίς συνοχή, θα είχαν, αυτοστιγμεί, καταρρεύσει και δεν θα μπορούσαμε να μιλούμε, γι' αυτές. Αλλ' ούτε αυτή η ιδέα, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν κλείνει την συζήτηση, δεν επιτρέπει την «κατανόηση» της συνοχής των, υπό παρατήρηση, κοινωνιών, παρά μόνο παραπέμποντας σε μιά διαδικασία «προσπαθειών καί σφαλμάτων», κατά την οποία θα επιβίωναν μόνο, μ' ένα είδος φυσικής επιλογής, οι «βιώσιμες» κοινωνίες. Αλλά, ήδη, στήν βιολογία, όπου η εξέλιξη έχει, στην διάθεσή της, δισεκατομμύρια χρόνια και μιά, απείρως, πλούσια διαδικασία τυχαίων παραλλαγών, η φυσική επιλογή, μέσα από τις προσπάθειες και τα σφάλματα, δεν φαίνεται να αρκεί, για να απαντήσει, στό πρόβλημα της γένεσης των ειδών: φαίνεται ότι «βιώσιμες» μορφές παράγονται, σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό, από την στατιστική πιθανότητα της εμφάνισής τους. Στην ιστορία, η παραπομπή, σε μιά τυχαία παραλλαγή και σε μιά διαδικασία επιλογής, φαίνεται αυθαίρετη, και άλλωστε, το πρόβλημα τίθεται σ' ένα προηγούμενο επίπεδο (και στην βιολογία, επίσης!) : η εξαφάνιση των λαών και των εθνών, που περιγράφει ο Ηρόδοτος, μπορεί ,κάλλιστα, να είναι το αποτέλεσμα της συνάντησής τους, με άλλους λαούς, οι οποίοι τους συνέτριψαν, ή τους απορρόφησαν, αυτό, όμως, δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι πρώτοι είχαν, ήδη, μιά οργανωμένη και συνεκτική ζωή, που θα μπορούσε να είχε συνεχισθεί, χωρίς αυτή την συνάντηση. Άλλωστε, είδαμε, με τα μάτια μας, τα κυριολεκτικά, ή τα μεταφορικά, την γέννηση κοινωνιών και ξέρουμε ότι αυτό δεν συμβαίνει έτσι. Δεν βλέπουμε, στην Ευρώπη, από τον 13ο, ως τον 19ο αιώνα, την εμφάνιση ενός τεράστιου αριθμού διαφορετικών τύπων κοινωνιών, εκ των οποίων, όλοι, εκτός από έναν, εξαφανίζονται, ως ανίκανοι να επιβιώσουν, βλέπουμε ένα φαινόμενο, την γέννηση (συμπτωματική, σε σχέση με το σύστημα, που προηγήθηκε) της αστικής τάξης, η οποία, μέσα από τις χιλιάδες διακλαδώσεις της, και τις πιό αντιφατικές εκδηλώσεις της, από τους λομβαρδούς τραπεζίτες ως τον Καλβίνο, και από τον Τζιορντάνο Μπρούνο, ως την χρήση της πυξίδας, εμφανίζει, απ' την αρχή, ένα νόημα, με συνοχή που όλο και θα σταθεροποιείται και θ' αναπτύσσεται.

Αυτές οι παρατηρήσεις επιτρέπουν να συλλάβουμε μιά δεύτερη όψη του προβλήματος : Η τοποθέτηση, σε διαφορετικά επίπεδα ενός συστήματος σημασιών και ενός δικτύου αιτιών δεν εμφανίζεται, μόνο, μέσα στην διάταξη μιας κοινωνίας, αλλ' επίσης και στην διαδοχή τν κοινωνιών ή, απλούστερα, σε κάθε ιστορική διαδικασία. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την διαδικασία της εμφάνισης της αστικής τάξηςμ που αναφέραμε, ήδη, ή, ακόμα καλύτερα, την διαδικασία, που νομίζουμε ότι ξέρουμε τόσο καλά, και η οποία οδήγησε, πρώτα στην Ρωσική επανάσταση του '17 και στην εξουσία της γραφειοκρατίας, έπειτα.

Δεν είναι δυνατό, εδώ, και άλλωστε, δεν είναι καθόλου αναγκαίο, να υπενθυμίσουμε τις βαθιές αιτίες, που υπέσκαψαν την ρωσική κοινωνία και την οδηγούσαν, σε μιά δεύτερη βίαιη κοινωνική κρίση ύστερα από εκείνη του 1905, και όριζαν, σαν κύριους πρωταγωνιστές του δράματος, τις βασικές τάξεις της κοινωνίας. Δεν μας φαίνεται δύσκολο να καταλάβουμε ότι η ρωσική κοινωνία εγκυμονούσε την επανάσταση, ούτε ότι, σ' αυτήν, το προλεταριάτο θα έπαιζε έναν καθοριστικό ρόλο - και εν πάση περιπτώσει, δεν θα επιμείνουμε, σ' αυτό. Αυτή, όμως, η κατανοήσιμη αναγκαιότητα παραμένει «κοινωνιολογική» και αφηρημένη, πρέπει να εκφρασθεί, μέσα από συγκεκριμένες διαδικασίες, να ενσαρκωθεί, σε πράξεις (ή παραλείψεις) χρονολογημένες και υπογεγραμμένες, από καθορισμένα άτομα και ομάδες, που να καταλήγουν, στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Πρέπει, ακόμα, να βρει συγκεντρωμένο, απ' τήν αρχή, ένα πλήθος συνθηκών, για τις οποίες δεν μπορούμε, πάντα, να πούμε ότι η παρουσία τους ήταν εγγυημένη, από τούς ίδιους τούς παράγοντες, που δημιουργούσαν την «γενική αναγκαιότητα» της επανάστασης. Μιά πλευρά του ζητήματος, ελάσσονος, ίσως, σημασίας, αλλά που επιτρέπει να δει κανείς, εύκολα καί καθαρά, αυτό που θέλουμε να πούμε, είναι ο ρόλος των ατόμων. Ο Τρότσκυ, στην Ιστορία της ρωσικής επανάστασης, δεν τον παραμελεί, καθόλου. Μερικές φορές καταλαμβάνεται ο ίδιος από έκπληξη, που μεταδίδει και στον αναγνώστη, μπροστά στην τέλεια αντιστοιχία του χαρακτήρα των προσώπων και των «ιστορικών ρόλων», που καλούνται να παίξουν το ίδιο και μπροστά στο γεγονός πως, όταν μιά κατάσταση «απαιτεί» ένα πρόσωπο καθορισμένου τύπου, αυτό το πρόσωπο εμφανίζεται (ας θυμηθούμε τους παραλληλισμούς, που κάνει, ανάμεσα στον Νικόλαο τον 1ο και τον Λουδοβίκο 16ο, ανάμεσα στην Τσαρίνα καί την Μαρία - Αντουανέττα).

Ποιό είναι, λοιπόν, το κλειδί αυτού του μυστηρίου; Η απάντηση, που δίνει ο Τρότσκυ, φαίνεται να είναι, ακόμα, κοινωνιολογικής τάξεως: τα πάντα, στην ζωή και στην ιστορική ύπαρξη μιας προνομιούχου τάξεως, σε παρακμή, την οδηγούν να παράγει άτομα χωρίς ιδέες και χωρίς χαρακτήρα, αν, δε, κατ' εξαίρεσιν, ένα διαφορετικό άτομο εμφανιζόταν, δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα μ' αυτά τα υλικά και κατά της «ιστορικής αναγκαιότητας». Τα πάντα, στην ζωή και στην ύπαρξη της επαναστατικής τάξης, τείνουν να παράγουν άτομα, με ατσάλινο χαρακτήρα και ισχυρές απόψεις. Η απάντηση περιέχει, χωρίς αμφιβολία, ένα μεγάλο μέρος αλήθειας, δεν είναι, όμως, παρ' όλα αυτά, επαρκής, ή, μάλλον, λέει πάρα πολλά, χωρίς να λέει και αρκετά. Λέει παρά πολλά, διότι τότε θα έπρεπε να ισχύει, γιά όλες τις περιπτώσεις, και δεν ισχύει, παρά μόνον εκεί, που η επανάσταση υπήρξε νικηφόρα. Γιατί το ουγγρικό προλεταριάτο αυτόν, που ανέδειξε, για ατσάλινο ηγέτη, ήταν ο Μπέλα Κουν, για τον οποίο ο Τρότσκυ εξαντλεί όλη του την περιφρόνηση και ειρωνεία, γιατί το γερμανικό προλεταριάτο δεν μπόρεσε να αποδεχθεί, ή να αντικαταστήσει την Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Κάρλ Λήμπκνεχτ, πού ήταν ο γάλλος Λένιν το 1936; Λέγοντας ότι, σ' αυτές τις περιπτώσεις, η κατάσταση δεν ήταν ώριμη, για την εμφάνιση των κατάλληλων αρχηγών, εγκαταλείπουμε, ακριβώς, την κοινωνιολογική ερμηνεία, που, νόμιμα, μπορεί να ισχυρισθεί ότι προσφέρει μιά δυνατότητα κατανόησης, και επιστρέφουμε στο μυστήριο μιας μοναδικής κατάστασης, που απαιτεί, ή απαγορεύει. Άλλωστε, η κατάσταση που θά'πρεπε να απαγορεύει, δεν απαγορεύει πάντα; εδώ και μισό αιώνα, οι κυρίαρχες τάξεις μπόρεσαν, μερικές φορές, ν' αποκτήσουν αρχηγούς που, όποιος κι αν ήταν ο ιστορικός τους ρόλος, δεν ήταν, ούτε πρίγκιπας Λβώφ, ούτε Κερένσκι. Αυτή, όμως, η εξήγηση δεν λέει και αρκετά, διότι δεν μπορεί να δείξει γιατί η τύχη αποκλείεται απ' αυτή την υπόθεση, εκεί ακριβώς που φαίνεται να δρα, με τον πιό εκτυφλωτικό τρόπο, γιατί δρα, πάντοτε, «πρός την καλή κατεύθυνση» και γιατί τα άπειρα τυχαία, που θα πήγαιναν, προς την αντίθετη κατεύθυνση, δεν εμφανίζονται. Για να πετύχει η Επανάσταση χρειάζεται η παθητικότητα τού Τσάρου και ο χαρακτήρας της Τσαρίνας, χρειάζεται ο Ρασπούτιν και οι παραλογισμοί της Αυλής, χρειάζεται ο Κερένσκι και ο Κορνίλωφ, πρέπει να επανέλθουν, στην Πετρούπολη, ο Λένιν και ο Τρότσκυ, και γι' αυτό, απαιτείται ένα λάθος υπολογισμού του γερμανικού Άνωτάτου Επιτελείου, κι ένα άλλο της Βρετανικής Κυβέρνησης, για να μη μιλήσουμε, για όλες τις διφθερίτιδες και πνευμονίες, οι οποίες, συνειδητά, απέφυγαν αυτά τα δύο πρόσωπα, εκ γενετής. Ο Τρότσκυ θέτει, ρητά, το ερώτημα: χωρίς τον Λένιν, θα μπορούσε να πετύχει η επανάσταση; και μετά από συζήτηση τείνει ν' απαντήσει, αρνητικά. Κλίνουμε, προς την σκέψη ότι έχει δίκιο, και ότι, εξ άλλου, το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για τον ίδιο. Αλλά, κατά ποιά έννοια, μπορούμε να πούμε ότι η εσωτερική αναγκαιότητα της επανάστασης εγγυώταν την εμφάνιση ατόμων, σαν τον Λένιν και τον Τρότσκυ, την επιβίωσή τους, μέχρι το 1917 και την παρουσία τους, κάτι παραπάνω από απίθανη, στην Πετρούπολη, την επιθυμητή στιγμή; Είμαστε υποχρεωμένοι να διαπιστώσουμε ότι η σημασία της επανάστασης επιβεβαιώνεται και ολοκληρώνεται, μέσα από αλυσώσεις αιτιών, που δεν έχουν σχέση, μ' αυτήν, και που, εντούτοις, είναι ανεξήγητα συνδεδεμένες μαζί της.

Η γέννηση της γραφειοκρατίας στην Ρωσία, μετά την επανάσταση, επιτρέπει να δούμε το πρόβλημα και σ' ένα άλλο επίπεδο. Σ' αυτή την περίπτωση, επίσης, η ανάλυση επιτρέπει να δούμε, εν δράσει, βαθείς και κατανοητούς παράγοντες, στους οποίους δεν μπορούμε να επανέλθουμε, εδώ. Η γέννηση της γραφειοκρατίας, στην Ρωσία, δεν είναι, ασφαλώς τυχαία, και η απόδειξη είναι ότι η γραφειοκρατικοποίηση εμφανίζεται, από τότε, ολοένα και περισσότερο, ως η κυρίαρχη τάση, στον σύγχρονο κόσμο. Όμως, για να καταλάβουμε την γραφειοκρατικοποίηση των καπιταλιστικών χωρών, προσφεύγουμε στις εμμενείς τάσεις της οργάνωσης της καπιταλιστικής παραγωγής και οικονομίας και του καπιταλιστικού κράτους. Για να καταλάβουμε την γραφειοκρατικοποίηση της Ρωσίας, στην αρχή της, προσφεύγουμε, σε, τελείως, διαφορετικές διαδικασίες, όπως η σχέση ανάμεσα στην επαναστατική τάξη και το κόμμα της, στην «ωριμότητα» της πρώτης και την ιδεολογία του δεύτερου. Και από, δε, την κοινωνιολογική άποψη, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κανονική μορφή γραφειοκρατίας είναι εκείνη, που αναδύεται, σ' ένα προωθημένο στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Εντούτοις, η γραφειοκρατία, που εμφανίζεται, ιστορικά, πρώτη είναι εκείνη, που παρουσιάζεται, στην Ρωσία, ήδη, την επομένη της επανάστασης, πάνω, στα κοινωνικά και υλικά ερείπια του καπιταλισμού και αυτή είναι εκείνη που, με χίλιες δυό άμεσες και έμμεσες επιδράσεις, ενθάρρυνε και επιτάχυνε την διαδικασία της γραφειοκρατικοποίησης του καπιταλισμού. Όλα συνέβησαν σαν να υπέθαλπε ο σύγχρονος κόσμος την γραφειοκρατία - και γιά να την παραγάγει, μεταχειρίστηκε κάθε μέσο, ακόμη κι αυτό, που φαινόταν, σαν το λιγότερο κατάλληλο, δηλαδή τον μαρξισμό, το εργατικό κίνημα και την προλεταριακή επανάσταση.

Όπως και στο πρόβλημα της συνοχής της κοινωνίας, έτσι κι εδώ υπάρχει μια αιτιακή αναγωγή, που μπορούμε και πρέπει να επιχειρήσουμε - σ' αυτό, δε, συνίσταται μιά ακριβής και ταυτόχρονα, λελογισμένη μελέτη της Ιστορίας. Αυτή, όμως, η αιτιακή αναγωγή δεν καταργεί, όπως είδαμε, το πρόβλημα. Υπάρχει μετά μιά αυταπάτη, που πρέπει να εξαλείψουμε: η αυταπάτη του αναδρομικού εξορθολογισμού. Αυτό το Ιστορικό υλικό, στο οποίο δεν μπορούμε να μη δούμε νοηματικές αρθρώσεις, οντότητες καλώς ορισμένες, με προσωπική, θα λέγαμε, μορφή, ο Πελοποννησιακός πόλεμος, η εξέγερση του Σπάρτακου, η θρησκευτική Μεταρρύθμιση, η Γαλλική Επανάσταση - είναι, ακριβώς, αυτό, που σφυρηλάτησε την ιδέα, που έχουμε, για το τί είναι το Ιστορικό νόημα και μιά Ιστορική μορφή. Αυτά τα ίδια τα γεγονότα είναι εκείνα, πού μας έμαθαν τί είναι ένα γεγονός, και η ορθολογικότητα, που βρίσκουμε, σ' αυτά, κατόπιν εορτής, μας εκπλήσσει, διότι ξεχάσαμε ότι την είχαμε, προηγουμένως, εξαγάγει, από αυτά. Όταν ο Χέγκελ λέει, περίπου, ότι ο Αλέξανδρος έπρεπε, αναγκαστικά, να πεθάνει, στα τριάντα τρία του, γιατί είναι, στην ουσία ενός ήρωα να πεθαίνει νέος, και ότι δεν φαντάζεται κανείς έναν Αλέξανδρο γέρο, και όταν υψώνει ένα συμπτωματικό πυρετό, σε εκδήλωση της κρυμμένης, στην Ιστορία, ratio, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι, ακριβώς, η εικόνα μας του τί είναι ένας ήρωας σφυρηλατήθηκε, από την πραγματική περίπτωση του Αλεξάνδρου και άλλες ανάλογες, και ότι δεν υπάρχει, λοιπόν, τίποτα το εκπληκτικό, αν ξαναβρίσκουμε, στο γεγονός, μιά μορφή, που σχηματίστηκε για μας, σε σχέση, με το ίδιο το γεγονός. Μιά απομύθωση του ίδιου τύπου πρέπει να επιχειρηθεί, σ' ένα πλήθος περιπτώσεων. Όμως δεν εξαντλεί το πρόβλημα. Πρώτα, διότι συναντούμε κι εδώ, κάτι ανάλογο, μ' αυτό που συμβαίνει, στην γνώση της φύσεως: αφού πραγματοποιηθεί η αναγωγή του, ο,τιδήποτε θα μπορούσε να φανεί, στην εξορθολογίζουσα δραστηριότητα του γνωρίζοντος υποκειμένου, ως ορθολογικό, μέσα στον φυσικό κόσμο, παραμένει, ακόμα, το γεγονός ότι αυτός ο ανορθολογικός κόσμος πρέπει να είναι τέτοιος, που αυτή η δραστηριότητα να μπορεί να έχει εφαρμογή επάνω του, πράγμα που αποκλείει την δυνατότητα αυτός ο κόσμος να είναι χαοτικός. Ύστερα, διότι το Ιστορικό νόημα (δηλαδή ένα νόημα, που ξεπερνάει αυτό που, πραγματικά, βιώνεται και φέρεται από τα άτομα) φαίνεται, πράγματι, προσυγκροτημένο, στο υλικό, που μας προσφέρει η Ιστορία. Για να μείνουμε, στο παραπάνω παράδειγμα, ο μύθος του Αχιλλέα, που κι αυτός πεθαίνει νέος (και πολυάριθμων άλλων ηρώων, που έχουν την ίδια μοίρα), δεν σφυρηλατήθηκε σε συνάρτηση με το παράδειγμα του Αλέξανδρου, μάλλον, το αντίθετο συμβαίνει). Το διαρθρωμένο νόημα: "Ο ήρωας πεθαίνει νέος'' φαίνεται, ανέκαθεν, να γοητεύει την ανθρωπότητα, παρά τον παραλογισμό - ή λόγω αυτού του παραλογισμού - που συνδηλώνει, η, δε, πραγματικότητα φαίνεται να του παρέχει αρκετό στήριγμα, για να καταστεί ''προφανές''. Επίσης, ο μύθος της γέννησης του ήρωα, που παρουσιάζει μέσα σε πολύ διαφορετικούς πολιτισμούς και εποχές ανάλογα στοιχεία (που παραμορφώνουν και ταυτόχρονα, αναπαράγουν πραγματικά γεγονότα), και τελικά, όλοι οι μύθοι, μαρτυρούν μια Ιστορική πραγματικότητα πολύ πρίν επέμβει η εξορθολογίζουσα συνείδηση του Ιστορικού, ή του φιλοσόφου. Τέλος, διότι η Ιστορία φαίνεται να κυριαρχείται, συνεχώς, από τάσεις, διότι συναντούμε μέσα σ' αυτήν κάτι σαν τήν ''εσωτερική λογική'' των διαδικασιών, και η οποία προσδίδει μιά κεντρική θέση σε μιά σημασία, ή σε ένα σύμπλεγμα σημασιών (αναφερθήκαμε πιό πάνω στην γέννηση και στην ανάπτυξη της αστικής τάξης και της γραφειοκρατίας), συνδέει, μεταξύ τους, σειρές αιτιακών συνδέσεων, που δεν έχουν καμιά εσωτερική διασύνδεση και χορηγεί, στον εαυτό της, όλες τις αναγκαίες ''συμπτωματικές'' συνθήκες. Η πρώτη έκπληξη, που αισθάνεται κανείς, παρατηρώντας την Ιστορία, είναι, όταν διαπιστώνει ότι, πράγματι, αν η μύτη της Κλεοπάτρας ήταν πιό μικρή, η όψη του κόσμου θα είχε αλλάξει. Η δεύτερη, ακόμη εντονότερη, είναι, όταν βλέπει ότι αυτές οι μύτες είχαν τις περισσότερες φορές τις απαιτούμενες διαστάσεις. ''
(ΣΕΛΙΔΕΣ 69-78 ).





Και επειδή οι ανακρίβειες, γύρω από αυτόν τον τελευταίο Βυζαντινό διανοητή της ελληνικής διασποράς, είναι ουκ ολίγες, καλόν είναι να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα πράγματα, γι' αυτόν και το έργο του.

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης δεν υπήρξε ''γκουρού'', ή '''ραββί'', ούτε ''διδάσκαλος''. Πολύ περισσότερο, δεν υπήρξε νέος Μαρξ - ούτε καν homo universalis, όπως θα (τον) ήθελαν - και τον θέλουν - πολλοί. Δεν ήταν (μόνον) αστός φιλόσοφος, ούτε (μόνον) επαναστάτης φιλόσοφος. Ήταν όλα αυτά μαζί (και διόλου διαλεκτικά συνυφασμένα). Δεν ήταν ούτε ''άγιος'', ούτε ''διάβολος''.

Ήταν ένας άνθρωπος, όπως όλοι μας (με μεγάλο IQ αναμφισβήτητα, αλλά πόσοι από δαύτους, άλλωστε, δεν έχουν μηδενίσει, ή περιθωριοποιήσει, αυτές τους τις διανοητικές ικανότητες, σε δευτερεύουσες, ή/και ανούσιες δραστηριότητες;), που ασχολήθηκε με την διερεύνηση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων (και ικανοτήτων - δυνατοτήτων) για κοινωνική αλλαγή σε μια κατεύθυνση ελευθεριακή - αντιετερονομική (ο ίδιος προτιμούσε να την ονομάζει αυτόνομη, πριν ακόμα η εν λόγω λέξη καταντήσει να σημαίνει τα πάντα και εν τέλει τίποτε).

Έβλεπε την ιστορία, ως ανθρώπινη κοινωνική δημιουργία, ως μια αλυσίδα συμβάντων, που δεν βγαίνουν, ως προϊόν των, επί μέρους, συστατικών, από τα οποία αυτά συναπαρτίζονται - ακριβώς, επειδή, στην όλη αλύσωση των ιστορικών συμβάντων, εμπεριέχεται, ως δημιουργός, ο άνθρωπος, ο οποίος μπορεί να πράττει, όσα πράττει, χωρίς, απαραίτητα, να έχει πλήρη - ή και αρκετά σχετική - αυτογνωσία των όσων πράττει. Γι' αυτό και όσα αναφέρουν πολλοί και διάφοροι, από τους "μαθητές" - αλλά και τους αντιπάλους - του Καστοριάδη, για τις αρχαίες ελληνικές κοινωνίες και το τί αυτές πίστευαν, για τους εαυτούς τους, στερούνται σημασίας και δείχνουν ότι πολλά διάβασαν, αλλά ολίγα κατανόησαν - όχι μόνον από τον Καστοριάδη, αλλά από την ίδια την εξέλιξη της ανθρώπινης ιστορίας, ή, μάλλον, καλύτερα από το σύνολο των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, που αποκαλούνται ιστορίες. Σημασία δεν έχει το τί πιστεύουν οι άνθρωποι, για τον εαυτό τους, αλλά αυτό, που, πραγματικά, κάνουν. Έτσι, π.χ. δεν έχει σημασία το τί πίστευαν, ως πλειοψηφία, οι αρχαίοι Αθηναίοι (ή οι αρχαίοι Σπαρτιάτες), αλλά αυτό, που δημιουργούσαν, μέσα σε ένα πλήθος - είναι η αλήθεια - αντινομικών στοιχείων.

Και ακριβώς, εδώ, ερχόμαστε, στην έννοια του
προτάγματος
. Που, σε απλά ελληνικά, σημαίνει (και έχει σχέση με) το τί ο κάθε άνθρωπος επωμίζεται, ως προσωπική του επιλογή, από αυτό το ακατάπαυστο σύνολο της ανθρώπινης κοινωνικοϊστορικής (και όχι ιστοριστικής, διότι οι άνθρωποι δημιουργούν ή καταστρέφουν και όχι τα μυθολογικά φαντάσματα της ''Ιστορίας'', ή του ''Θεού'', ή του ''Διαλεκτικού και του Ιστορικού Υλισμού'') δημιουργίας.

Αυτό, λοιπόν, έχει σημασία. Δηλαδή, το τί επιλέγει ο καθένας από όλους τους μετέχοντες, σε αυτό που λέμε ''ανθρωπότητα'', υπερασπίζοντάς το και το τί απορρίπτει, αντιστεκόμενος, σε αυτό, με όποιες δυνάμεις και δυνατότητες έχει και με όση ελευθερία του παρέχει - ή ο ίδιος κατακτά - η κοινωνία, στην οποία ζει, γνωρίζοντας, παράλληλα, ότι μπορεί να ζήσει την ζωή του (όσο πιο καλά δύναται), μέσα στην υπάρχουσα κοινωνία - αν και όταν, διαφωνεί, θεμελειακά, με αυτήν και τις υπάρχουσες δομές και τις κυρίαρχες πεποιθήσεις της.

Όταν αυτά γίνουν κατανοητά - όχι ως θεωρητικές κατασκευές, ή ως λόγοι φιγούρας και σχήματα λόγου, αλλά ως συγκεκριμένες στάσεις και καθημερινές συμπεριφορές, οι οποίες δεν μεταχειρίζονται την ταπεινοφροσύνη, ως λεοντή, για να καλύψουν την (εξουσιαστική - πολλές φορές -) προσωπική τους αλαζονεία [''Η ταπεινοφροσύνη είναι, πολλές φορές, το άκρον άωτον της αλαζονείας'' λέει ο Καστοριάδης, στην ''ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΗ ΘΕΣΜΙΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ'' και έχει δίκιο - όχι επειδή το λέει αυτός, αλλά επειδή, έτσι συμβαίνει, στην καθημερινή ζωή], τότε, μπορούμε να μιλήσουμε, με περισσότερο καθαρό μυαλό, για τον Κορνήλιο Καστοριάδη και για τα λάθη του και για όσα έχουν συμβεί, μετά από αυτόν και έχουν ξεπεράσει κάποιες πλευρές του έργου του, όχι για να υπερασπίσουμε αυτό, που έχουμε στο μυαλό μας γι' αυτόν, αλλά για να διαυγάσουμε τα γεγονότα και να προχωρήσουμε, στην ζωή μας, πάντα σε σχέση με το πρόταγμα, το οποίο εμείς οι ίδιοι επιλέξαμε να επωμισθούμε, εμπλουτίζοντάς το, μέσα από τις νέες εμπειρίες της κοινωνικοϊστορικής δημιουργίας - πάντα, με την ποππεριανή έννοιά της, την οποία, στην πορεία, ανακάλυψε και επαναστατικοποίησε ο Κορνήλιος Καστοριάδης.

[Παράδειγμα καστοριαδικής εσφαλμένης θεώρησης - που οδήγησε σε αδυναμία πρόβλεψης : Η κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ., την οποία την δεκαετία του '80 ο Κορνήλιος Καστοριάδης δεν μπόρεσε να διαβλέψει, αν και ήταν παρούσα, παρότι, σωστά, έβλεπε τον άμεσο κίνδυνο πολεμικής σύρραξης των δύο τότε στρατιωτικών υπερδυνάμεων (Η.Π.Α και Ε.Σ.Σ.Δ.). Στο '' ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ'' περιέγραψε, ορθότατα αυτό που τότε οι κοινωνίες της Δύσης δεν πίστευαν - στην πλειοψηφία τους - ότι επέρχετο, ως μία σοβαρή πιθανότητα, αν συνέχιζαν να επικρατούν στην Ε.Σ.Σ.Δ. οι σκληροπυρηνικοί, δηλαδή ο πυρηνικός όλεθρος, αλλά δεν μπόρεσε να δει ότι αυτή η στάση των "Σοβιετικών" ήταν προϊόν της εσωτερικής και της συνακόλουθης διεθνούς αδυναμίας τους - αφού το κομμουνιστικό κίνημα, διεθνώς, ήταν, ήδη, ένα πτώμα -, η οποία προερχόταν από την τριτοκοσμική δομή των κοινωνιών, που συναπάρτιζαν την (εντός, ή εκτός εισαγωγικών) Ε.Σ.Σ.Δ. Έτσι, ο Κορνήλιος Καστοριάδης δεν μπόρεσε να δει τον, ήδη, επελθόντα μετασχηματισμό της μεγάλης πλειοψηφίας της γραφειοκρατίας του Κ.Κ.Σ.Ε., σε μια κοινωνική τάξη, που διψούσε να σπάσει τα πλαίσια του κοινωνικοπολιτικού κεντρισμού, εντός του οποίου σχηματίσθηκε, με το πραξικόπημα του Οκτώβρη του 1917 - το οποίο κοινωνικά πλαισιώθηκε, τότε, από το ρωσικό προλεταριάτο, το οποίο κατεπρόδωσε στην πορεία, για να αναδειχθεί η ίδια η κομμουνιστική γραφειοκρατία, ως ο κοινωνικοπολιτικός νικητής του εμφυλίου πολέμου, με την επικράτηση της γραφειοκρατικής ιδεολογίας, που ξεπήγασε από την λενινιστική πολιτικοϊδεολογική αντίληψη και πρακτική του ''ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ'', περί επαγγελματιών επαναστατών και τον συνακόλουθο παραγκωνισμό των προλεταριακών και αγροτικών μαζών και συγκεκριμενοποιήθηκε πολιτικά και κοινωνικά από το ιδεολόγημα του Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλλι (Στάλιν), περί του ''σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα'' - και να μετασχηματισθεί σε μια κλασσική καπιταλιστική άρχουσα τάξη, όπως αυτές της Δύσης, τις οποίες, όσο και αν εχθρευόταν, είχε, πάντα, ως πρότυπο (αν δούμε τα κείμενα του Λένιν, αυτό είναι άμεσα ορατό). Αυτόν τον μετασχηματισμό τον πέτυχε, αφού εκτίμησε ότι δεν μπορούσε να γίνει μια νέα παγκόσμια κυρίαρχη τάξη, με την τότε παρούσα δομή της, με την διάλυση της "Ε.Σ.Σ.Δ.",- σε βάρος εκατοντάδων εκατομμυρίων σοβιετικών πολιτών, που πετάχτηκαν (σαν την σαββούρα των πλοίων στην θάλασσα), στην φτώχεια, στην πείνα και στον θάνατο -, αφού κάθε προσπάθεια ρεφορμισμού, με τον Μιχαήλ Γκορμπατσώφ απέτυχε παταγωδώς και εξ αιτίας βλακωδών πολιτικών ελιγμών του ιδίου, αλλά και επειδή δεν υπήρχε, τότε, η τωρινή εμπειρία των μετασχηματισμών, που εισήγαγε ο Ντενγκ Ξιάοπινγκ στο Κ. Κ. Κίνας και το υβριδικό κοινωνικό σύστημα, που οι επίγονοί του ανέπτυξαν και αναπτύσσουν στην αχανή χώρα του 1,3 δισεκατομμυρίου ανθρώπων, η τύχη του οποίου είναι ανοικτή σε πολλά ενδεχόμενα. Αυτόν τον ειρηνικό μετασχηματισμό δεν μπόρεσε να δει ο Καστοριάδης, ο οποίος είχε μείνει σε στερεότυπα της κομμουνιστικής κοινωνίας της Σοβιετικής Ένωσης, που αναφέρονταν, σε προηγούμενα στάδια της ανάπτυξής της]. 





Γι' αυτό, λοιπόν, μεγαλύτερη ψυχραιμία και νηφαλιότητα, ως προς την εκτίμηση των πρωτοπορειακών αναλύσεων, αλλά και των μεγάλων λαθών του διανοητή Κορνήλιου Καστοριάδη, ο οποίος αναπαύεται, πλέον, στις δέλτους της Ιστορίας, με τα καλά του και τα κακά του, με τα σωστά και τα λάθη του και με τις μεγάλες συνεισφορές του – μεγαλύτερη των οποίων (πέραν αυτής του προτάγματος) είναι η κατάδειξη του μαρξισμού, ως μιας, ακόμη, ιδεολογίας, δίνοντας στον όρο την αρχική μαρξική φιλοσοφική και κοινωνιολογική του έννοια : Δηλαδή την έννοια της ψευδούς συνειδήσεως, η οποία έρχεται, όχι να διαυγάσει την πραγματικότητα, αλλά να την συγκαλύψει, βυθίζοντάς την, μέσα στο φαντασιακό, έτσι ώστε οι άνθρωποι και οι κοινωνικές ομάδες, άλλα να λένε και άλλα (τα εντελώς αντίθετα) να πράττουν, χρησιμοποιώντας την (όποια) ιδεολογία, ως ένα φύλλο συκής και αιτιολόγησης της αναντιστοιχίας λόγων και έργων.

Η αλήθεια είναι ότι οι μαρξιστές, όλων των αποχρώσεων, ουδέποτε του συγχώρησαν αυτήν την μαστιγωτική και απογυμνωτική κριτική. Και πολύ καλά έκαναν, στο μέτρο, που παρέμειναν - και παραμένουν - μαρξιστές. Αλλά, όταν απεγκλωβιστούν, από το ιδεολόγημά τους, τότε και θα καταλάβουν τα όσα εδώ λέγονται.

Όσο δύσκολη και αν φαίνεται ότι είναι μιά τέτοια διαδικασία - και όντως, είναι πολύ δύσκολη -, καθίσταται απαραίτητη, όχι μόνο, για τους μαρξιστές, αλλά και για τους φιλελεύθερους διανοητές και κοινωνικούς διαμορφωτές - όπως και εάν εννοήσουμε τον συγκεκριμένο όρο.


Θα παραθέσω, εδώ, ένα κείμενο του "μοντέρνου" μαρξιστή κ. Τάκη Φωτόπουλου και εφευρέτη του, ελαφρώς, κομφουζιονιστικού κατασκευάσματος της "Περιεκτικής Δημοκρατίας" (ο οποίος, στην πραγματικότητα, δεν είναι τόσο μοντέρνος, όσο, πολλοί νομίζουν), προκειμένου να γίνει αντιληπτή η πικρία και η αντιπάθεια, που έχει δημιουργήσει η σαρωτική κριτική του Κορνήλιου Καστοριάδη, στις τάξεις των, πάσης φύσεως, μαρξιστών - ακόμη και όταν δεν το απορρίπτουν, συνολικά, ή ,ακόμη και όταν δέχονται τις κοινωνικοαπελευθερωτικές του πλευρές, όπως πράττει, στο παρακάτω κείμενό του ο κ. Τάκης Φωτόπουλος - και για να κατανοηθεί το γεγονός ότι αυτή η πικρία και η αντιπάθεια, που έχει φθάσει και ξεπεράσει τα όρια της εμπάθειας, έχει οδηγήσει, πολλούς από τους σύγχρονους μαρξιστές, να χάνουν και το όποιο (άλλες φορές λιγότερο και κάποιες άλλες περισσότερο σημαντικό) δίκιο έχουν, στην κριτική, που κάνουν, στον Κορνήλιο Καστοριάδη. Διότι η αλήθεια είναι ότι ο Καστοριάδης, σε αρκετά και όχι ασήμαντα ζητήματα έσφαλε - και πολύ, μάλιστα.

Ας δούμε το κείμενο του κ. Τάκη Φωτόπουλου (μαζύ με τις παραπομπές, που έχει κάνει) και το οποίο δημοσιεύτηκε, στην εφημερίδα "Ελευθεροτυπία", στις 3 Ιανουαρίου 1998, λίγο, μετά τον θάνατο του Κορνήλιου Καστοριάδη :






"Ο θάνατος του Καστοριάδη έδωσε την ευκαιρία για την διατύπωση ποικίλλων σχολιασμών πάνω σε ένα έργο πολύ σημαντικό αλλά και αμφιλεγόμενο. Έτσι, από τη μια μεριά κύκλοι του διανοητικού (και όχι μόνο) κατεστημένου εκδηλώνουν ένα άκριτο θαυμασμό για το έργο του χωρίς βαθύτερη κατανόηση της ριζοσπαστικής σημασίας του («ο Καστοριάδης ως εθνικό κεφάλαιο»), ενώ από την άλλη, κύκλοι της Μαρξογενούς Αριστεράς προχωρούν σε συλλήβδην απόρριψη του, λόγω των δεξιών ιδεολογικών και πολιτικών θέσεων που βρίσκουν, σ' αυτό. Τέλος, υπάρχουν και οι διάφοροι εθνικιστές και ελληνοορθόδοξοι που ίσως είναι οι πιο δικαιολογημένοι στην οργή τους κατά του στοχαστή που έδειξε την θεμελιακή ασυμβατότητα της θρησκείας και του εθνικισμού με την πραγματική δημοκρατία και το απελευθερωτικό πρόταγμα. Αλλά ας δούμε συνοπτικά, όσο μας επιτρέπει ο χώρος, πως θα μπορούσαμε να εκτιμήσουμε το έργο του Καστοριάδη.

Όπως συμβαίνει με πολλούς διανοητές, το έργο του θα μπορούσε να διαιρεθεί σε αυτό του «πρώιμου» και αυτό του «ύστερου» Καστοριάδη. Το πρώιμο έργο του στοχεύει στην εμβάθυνση του περιεχομένου του σοσιαλισμού (εργατική αυτοδιεύθυνση κ.λπ.) και την παράλληλη άσκηση κριτικής σε αυτά που θεωρούσε ως συντηρητικά στοιχεία της Μαρξιστικής θεωρίας (ύπαρξη «ιστορικών» νόμων στην εξέλιξη της κοινωνίας κ.λπ.). Αντίθετα, το ύστερο έργο του, υπερβαίνοντας τον Μαρξισμό, στοχεύει, πρώτον, στην διατύπωση μιας νέας κατανόησης της ανθρώπινης κοινωνίας και της Ιστορίας ως δημιουργίας και όχι ως υποκείμενης σε ιστορικούς ή φυσικούς νόμους, και, δεύτερον, στην ερμηνεία της φιλοσοφίας και της δημοκρατίας με βάση την κεντρική έννοια της αυτονομίας, ατομικής και κοινωνικής. Κοινωνική αυτονομία για τον Καστοριάδη σημαίνει ότι η κοινωνία θέτει τους θεσμούς της ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ότι είναι δικό της έργο, ενώ ατομική αυτονομία σημαίνει ότι το άτομο δίνει το ίδιο τους νόμους στον εαυτό του ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ αυτό που επιθυμεί και αληθινά θέλει.

Το πρώτο λοιπόν συμπέρασμα που βγαίνει από τον ορισμό αυτό της αυτονομίας είναι ότι τότε μόνο είναι συμβατή η ατομική με την κοινωνική αυτονομία όταν τα άτομα συμμετέχουν και συναποφασίζουν τα ίδια για τους κοινωνικούς νόμους που διέπουν την δραστηριότητα τους. Πράγμα που προϋποθέτει την άμεση δημοκρατία και όχι βέβαια τα σημερινά καθεστώτα που αυτο-διαφημίζονται ως δημοκρατίες ενώ στην πραγματικότητα δεν αποτελούν παρά «φιλελεύθερες ολιγαρχίες» όπως τα ονομάζει. Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι το πρόταγμα της αυτονομίας εμφανίζεται ιστορικά στην κλασική Ελλάδα διότι εκεί για πρώτη φορά οι άνθρωποι δημιούργησαν τους θεσμούς (άμεση δημοκρατία, φιλοσοφία) που έδιναν τη δυνατότητα της αμφισβήτησης της θεσπισμένης παράδοσης. Και αυτό, διότι θεμελιακό στοιχείο της αυτονομίας είναι η δυνατότητα αμφισβήτησης της παράδοσης. Πράγμα που εξ ορισμού αποκλείει τις κοινωνίες που θεμελιώνονται στην «θεία» αλήθεια (π.χ. Βυζαντινή κοινωνία) ή σε οποιοδήποτε «κλειστό» θεωρητικό σύστημα. Μετά, λοιπόν, τον σκοταδισμό του Δυτικού (αλλά και του Βυζαντινού) Μεσαίωνα, το πρόταγμα της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας επανεμφανίζεται πάλι, υστέρα από έκλειψη δεκαπέντε αιώνων, στη δυτική Ευρώπη όταν οι νέες πόλεις που αναδύονται στο τέλος του Μεσαίωνα παίρνουν τη μορφή πολιτικών κοινοτήτων με σημαντικές ομοιότητες προς τις αρχαιο-ελληνικές.

Η διάκριση επομένως μεταξύ αυτόνομων και ετερόνομων κοινωνιών δεν βασίζεται στο εάν οι κοινωνίες δημιουργούν ή όχι οι ίδιες τους θεσμούς τους διότι κάθε κοινωνία αυτοθεσμίζεται δηλ. δημιουργεί μόνη της τους θεσμούς της (γλώσσα, ιδεολογία, θρησκεία, εργαλεία, εξουσιαστικές σχέσεις) και το κυριότερο τις θεμελιακές κοινωνικές φαντασιακές σημασίες που αποτελούν τον πυρήνα αυτών των θεσμών. Αντίθετα, η διάκριση αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες, στη συντριπτική πλειοψηφικά τους, για να προφυλάξουν και να κάνουν σεβαστούς τους θεσμούς αυτούς, φαντάζονται και θεσμοθετούν ότι οι θεσμοί δεν είναι έργο ανθρώπινο αλλά εξωκοινωνικό (του Θεού, των φυσικών ή ιστορικών νόμων κ.λπ.) που επομένως δεν μπορούμε να αλλάξουμε. Όπως είναι φανερό από τα παραπάνω, υπάρχει μια θεμελιακή ασυμβατότητα μεταξύ της δημοκρατικής και της ορθόδοξης Χριστιανικής παράδοσης που εξέφραζαν η Αθηναϊκή δημοκρατία και η Βυζαντινή θεοκρατία αντίστοιχα. Η θέση, επομένως, της συνέχειας του Ελληνικού πολιτισμού (που υποστηρίζουν σήμερα «φιλόσοφοι» και «ιστορικοί» τύπου Γιανναρά, Αρβελέρ κ.λπ.) εμπεριέχει την αξεπέραστη θεμελιακή αυτή αντίφαση που πάντα τόνιζε ο Καστοριάδης.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ιστορία αποτελεί μια φαντασιακή δημιουργία, ενώ η ίδια η δημοκρατία και βέβαια η φιλοσοφία δεν είναι προϊόντα κάποιας ιστορικής εξέλιξης αλλά δημιουργίες που αντιπροσωπεύουν μια ρήξη με τις θεσμισμένες παραδόσεις. Μολονότι όμως ο Καστοριάδης δεν αμφισβητεί ότι οι φαντασιακές σημασίες δεν δημιουργούνται στο κενό, εντούτοις, επικρίνει τον Μαρξ ότι έβλεπε τον ρόλο του φαντασιακού στοιχείου περιορισμένο, τουλάχιστον για όλη την ιστορική περίοδο της «σπάνης» των αγαθών (από την προϊστορία ως τον κομμουνισμό).[1] Όμως από την άλλη μεριά, θα μπορούσε κανένας να ερμηνεύσει μερικές, φαινομενικά ανεξήγητες και οπωσδήποτε κάθε άλλο παρά ριζοσπαστικές, θεωρητικές ή πολιτικές θέσεις του Καστοριάδη με βάση την από μέρους του υπερτίμηση του φαντασιακού στοιχείου στην Ιστορία και την αντίστοιχη υποτίμηση των «συστημικών» στοιχειών. Για παράδειγμα, πρόσφατα υποστήριζε τη θέση[2] ότι ο καπιταλισμός σήμερα στρέφεται εναντίον της ίδιας της «λογικής» του όταν με την απελευθέρωση των αγορών μετατρέπει τον κόσμο σε ένα «πλανητικό καζίνο». Έτσι, με βάση το επιχείρημα ότι στη σημερινή οικονομία κανένας δεν διευθύνει την οικονομία κατέληγε στο λαθεμένο συμπέρασμα ότι «κανένας δεν μπορεί να πει πως η λειτουργία της οικονομίας ανταποκρίνεται σε σαφώς καθορισμένα συμφέροντα αν όχι ορισμένων καπιταλιστών, της καπιταλιστικής τάξης εν γένει, διότι αυτό που γίνεται τη στιγμή αυτή με το χάος που υπάρχει στη διεθνή οικονομία...δεν είναι σε όφελος της καπιταλιστικής τάξης αλλά εκφράζει την αδυναμία της να κατευθύνει το ίδιο της το σύστημα». Όμως στη πραγματικότητα το «χάος» της σημερινής οικονομίας δεν είναι παρά η συνέπεια της απελευθέρωσης των αγορών και κυρίως της αγοράς κεφαλαίου η οποία κάθε άλλο παρά «αθέλητη» ήταν αλλά αντίθετα ικανοποιεί απόλυτα τις ανάγκες της σημερινής διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς.[3] Πράγμα άλλωστε που επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι τα κέρδη των καπιταλιστικών επιχειρήσεων παρουσιάζουν μια τεράστια άνθιση, παράλληλη με τον βαθμό απελευθέρωσης των αγορών.

Αντίστοιχα, το βασικό εμπόδιο για την υπανάπτυξη του Νότου ήταν κατά τον Καστοριάδη το γεγονός ότι η εξάπλωση της οικονομίας της αγοράς είχε ν' αντιμετωπίσει κοινωνίες «οι οποίες είχαν τελείως άλλου είδους φαντασιακές θεσμίσεις και...τελείως άλλου είδους ανθρωπολογικούς τύπους».[4] Είναι όμως φανερό ότι μια τέτοια προσέγγιση αγνοεί την καταστροφική επίδραση της εξάπλωσης της οικονομίας της αγοράς/ανάπτυξης πάνω στις αυτοδύναμες κοινότητες του Νότου με αποτέλεσμα ν' απαλλάσσει το ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς από την σχετική ευθύνη που μετατοπίζεται στις φαντασιακές σημασίες που αναπτυχθήκαν στον Νότο.[5] Παρόμοια, θα μπορούσε να επικριθεί η θέση του Καστοριάδη για την υποτιθεμένη αυτονομία της σημερινής τεχνοεπιστήμης.[6]

Ακόμη, το ίδιο αμφιλεγόμενες είναι οι πολιτικές θέσεις του Καστοριάδη σε σχέση με τα Δεκεμβριανά (που τα είχε χαρακτηρίσει ως απόπειρα πραξικοπήματος από το Κ.Κ.Ε.), ή για την Ε.Σ.Σ.Δ. (που την χαρακτήρισε ως τη μόνη επιθετική υπερδύναμη που διαθέτει μια μαζική υπεροπλία έναντι των Η.Π.Α. σε μια κατάσταση «πρακτικά αδύνατο να επανορθωθεί» από τους Αμερικάνους[7]). Θέση, που βέβαια ελάχιστη είχε σχέση με την πραγματικότητα, ιδιαίτερα μάλιστα αν ληφθεί υπόψει ότι τη στιγμή που διατυπωνόταν (αρχές της δεκαετίας του '80), η Αμερικάνικη ελίτ γονάτιζε οικονομικά με τους εξοπλισμούς της την αντίστοιχη Σοβιετική, πράγμα που συνέβαλε αποφασιστικά στην κατάρρευση του «υπαρκτού» σοσιαλισμού. Τέλος, αμφιλεγόμενη είναι και η στάση του Καστοριάδη σε σχέση με τον πόλεμο στον Κόλπο[8] όταν, σε αντίθεση με άλλους ριζοσπάστες διανοητές όπως ο Τσόμσκι, κράτησε μια καθαρά φιλοδυτική στάση, αγνοώντας τα πραγματικά αίτια του πολέμου και υιοθετώντας, μαζί με τους δυτικούς σοσιαλδημοκράτες, την Αμερικάνικη προπαγάνδα για την δήθεν εκστρατεία εναντίον ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος.

Συμπερασματικά, το έργο του Καστοριάδη μπορεί ν' αποτελέσει, και ήδη το έχει κάνει,[9] θεμελιακό στοιχείο για την διατύπωση ενός νέου απελευθερωτικού προτάγματος αλλά ποτέ την βάση για την δημιουργία ενός νέου δόγματος, εφόσον οι ίδιες οι έννοιες της αυτονομίας και της δημοκρατίας εξ ορισμού το αποκλείουν. Η συμβολή του στη δημοκρατική-αυτονομιστική παράδοση είναι αποφασιστική".                        



[1] Κ. Καστοριάδη, Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας (Ράππας, 1975), σ. 197-99.

[2] Τη θέση αυτή ανέπτυξε σε συνέντευξη του στην ΕΡΤ 3 το 1993 και επαναλαμβάνει στο τελευταίο ―αδημοσίευτο ακόμη― άρθρο πριν τον θάνατο του «Ο ορθολογισμός του καπιταλισμού».

[3] Βλ. T. Fotopoulos, Towards An Inclusive Democracy (Cassell, 1997), κεφ. 1.

[4] Κ. Καστοριάδη, Ο Θρυμματισμένος Κόσμος (Ύψιλον, 1992), σ. 91

[5] Τ. Φωτόπουλος, «Ανάπτυξη ή δημοκρατία;», Κοινωνία και Φύση, τ. 7

[6] C. Castoriadis, Philosophy, Politics, Autonomy, Oxford University Press 1991, κεφ. 10, και κριτική στο άρθρο του υπογράφοντος στο Δημοκρατία και Φύση, αρ. 3, (Ιούνιος 1997).

[7] Κ. Καστοριάδη, Μπροστά στον Πόλεμο (Ύψιλον, 1981), σ. 19 & σ. 37.

[8] Τ.Φωτόπουλος, Ο Πόλεμος στον Κόλπο (Εξάντας, 1991), κεφ. 6.

[9] βλ τα περιοδικά Κοινωνία και Φύση & Δημοκρατία και Φύση καθώς και το βιβλίο του υπογράφοντος, Towards An Inclusive Democracy.






Από το παραπάνω κείμενο του κ. Τάκη Φωτόπουλου - στο οποίο δεν είναι εσφαλμένα αρκετά σημεία, δια των οποίων ασκείται κριτική στο έργο, ή στις τοποθετήσεις και στις προβλέψεις του Κορνήλιου Καστοριάδη - προκύπτει, με σαφήνεια, η αιτία, που δεν επιτρέπει στους, πάσης φύσεως και αποχρώσεως, μαρξιστές - όσο καλοπροαίρετοι και αν είναι - να απεγκλωβισθούν, εύκολα, από τα μάγματα των φαντασιακών σημασιών, που έχουν σχηματοποιηθεί, ως ιδεολογία, στον μαρξισμό και γιατί αυτή η διαδικασία απεγκλωβισμού είναι απαραίτητη. (Και φυσικά, δεν εξαιρούνται ούτε και όσοι έχουν εγκλωβισθεί, στην κλασική και στην νεοκλασική φιλελεύθερη και νεοσυντηρητική σκέψη και ιδεολογία). 

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης δεν ταυτίζει τον μαρξισμό, με τον σταλινισμό, όπως θέλουν, ανοήτως, να ισχυρίζονται οι διάφοροι μαρξιστές. Αυτό, που κάνει είναι το να καταδεικνύει το πασιφανές γεγονός της λογικής δημιουργίας του σταλινικού φαινομένου, ως συμβατής και πλήρως, λογικής ιστορικής και πραγματικής σύνδεσης του μαρξισμού με τον σταλινισμό, ο οποίος προκύπτει, μέσα από την ιστορική εξέλιξη, ως πραγματοποιημένη εκδοχή του μαρξισμού.

Έτσι, αυτό το παιδί του λενινισμού, ο σταλινισμός, σε όλες του τις εκδοχές (από τον πούρο κλασικό σταλινισμό του Ιωσήφ Στάλιν, έως τον μαοϊσμό και τον τιτοϊσμό και έως την έσχατη και εκφυλιστική μορφή του, αυτήν του ευρωκομμουνισμού, ο οποίος υπήρξε, ιστορικά, το κύκνειο άσμα του σταλινισμού και ο βατήρας, για το ξεπέρασμα του κομμουνισμού, ως ιδεολογίας, με την ένταξή του, στην γραφειοκρατική καπιταλιστική ιδεολογία και πολιτική τάξη του δυτικού κόσμου, ως συνεκδοχή της σοσιαλδημοκρατίας και του φιλελευθερισμού), αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα και ιστορική εξέλιξη του πραγματικού/πραγματοποιημένου, ιστορικά, μαρξισμού. Είναι και η ιστορική εξέλιξη τον κατέγραψε, ως μια υλοποιημένη μορφή του μαρξισμού, τον οποίον, τελικώς και πέραν των όποιων προθέσεων των πρωταγωνιστών του, συνδέει, έμπρακτα και ως ιστορική δημιουργία, με τον κλασικό καπιταλιστικό κόσμο, στην σύγχρονη γραφειοκρατική του μορφή, την οποία, μαζύ του, συνδιαμόρφωσε και από τον οποίον, ουδέποτε, ως ιδεολογία, απέστη. 

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης είναι, απολύτως, συνεπής και αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί να προχωρήσει, σε μια τέτοια ανάλυση, χωρίς να προβεί, σε μια "πατροκτονία". Χωρίς, δηλαδή, να αρνηθεί και το γράμμα και το πνεύμα του μαρξισμού. Και φυσικά, διέπραξε αυτή την αναγκαία "πατροκτονία", ξεκαθαρίζοντας τους λογαριασμούς του, με τον Karl Marx και τον μαρξισμό.

Για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, ο μαρξισμός είναι, ακόμη, μια θεωρία, από τις πολλές, η οποία είναι επιβαρυμένη, με όλα τα βασικά ελαττώματα της προμαρξιστικής φιλοσοφίας και έτσι, είναι  δέσμια μιας, ουσιαστικά, θεωρητικής/θεωρησιακής αντιμετώπισης του κόσμου και της κοινωνίας, η οποία πηγάζει και ενισχύεται, από το γεγονός ότι διαπνέεται από τον ιστορικισμό του εγελιανισμού.

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης, όχι μόνο, δεν παραλείπει να αναφερθεί στην υπέρβαση της μαρξιστικής θεωρίας και του ίδιου του Karl Marx, αφού αποδεικνύει, συγκεκριμένα και παραστατικά, ότι οι μαρξικές εξισώσεις, οι οποίες - υποτίθεται ότι - αποδεικνύουν ότι ο καπιταλισμός οδηγείται, στην αυτοκαταστροφή του, η οποία στηρίζεται όχι, σε κάποιον απλό, ή σύνθετο, υποκειμενισμό, αλλά, σε μια στέρεη και αντικειμενική επιστημονική βάση, την οποία αποτελούν αυτές οι εξισώσεις.

Η οργανική σύνθεση του κεφάλαιου, δεν αυξάνει, το ποσοστό εκμετάλλευσης, δεν ανεβαίνει, το ποσοστό κέρδους, δεν πέφτει. Οι καπιταλιστικές κρίσεις, με τον έναν, ή τον άλλον τρόπο, ξεπερνιούνται. Όλα αυτά δεν συμβαίνουν, εξ αντικειμένου, διότι επηρεάζονται, από τον υποκειμενικό παράγοντα. Από τις κοινωνικές αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις. Δηλαδή, από την ταξική πάλη και τον δυναμικό συσχετισμό των αντιπαρατιθέμενων δυνάμεων.


Έτσι, ο Κορνήλιος Καστοριάδης αποδεικνύει, στην πράξη και στην θεωρία, όχι, μόνο, την ανεπάρκεια, αλλά και την χρεοκοπία του μαρξισμού, ως της επιστημονικής θεωρίας των αντικειμενικών νόμων του καπιταλισμού και αρνείται την ίδια την ύπαρξη αυτών των υποτιθέμενων νόμων:

"Η ιστορία, οι κοινωνικές μορφές και τα κοινωνικά συστήματα δεν είναι καθορισμένα, από «ιστορικούς νόμους», ούτε υπακούουν σε καμμία γενική νομοτέλεια. Ούτε, ακόμη, είναι καθορισμένα - ή «εξηγούνται» -, από την φύση του ανθρώπου, σαν βιολογικού οργανισμού. Είναι δημιουργίες ανθρώπινες, δημιουργίες κοινωνικο-ιστορικές. Και σαν μια τέτοια δημιουργία, πρέπει να σκεφθούμε ένα μετεπαναστατικό καθεστώς".



Για τον Καστοριάδη, στον Μαρξ, υπάρχουν δύο στοιχεία. Το πρώτο, είναι το "καινούργιο και επαναστατικό, διακηρύσσει το τέλος της θεωρητικής, φιλοσοφικής στάσης, σαν στάσης, που κλείνεται στον εαυτό της και πιστεύει πως επαρκεί στον εαυτό της. Αυτό διατυπώνεται, π.χ., στην πασίγνωστη 11η Θέση, για τον Φόυερμπαχ": "Οι φιλόσοφοι, ως τώρα, προσπάθησαν, μόνο, να ερμηνεύσουν τον κόσμο, ενώ το πραγματικό ζήτημα είναι να τον μεταβάλουμε". Ήδη, εδώ μπορεί να παρατηρήσει κανείς ότι, στην 11η θέση, για τον Φόυερμπαχ, η σχέση ερμηνείας και μεταβολής του κόσμου, όχι, απλώς, μένει σκοτεινή, αλλά φαίνεται, σαν να καταλύεται. Οι φιλόσοφοι αρκέστηκαν να ερμηνεύσουν τον κόσμο, κι εμείς πρέπει να τον μεταβάλουμε. Αλλά πώς μπορούμε να τον μεταβάλουμε, χωρίς να τον ερμηνεύουμε, και χωρίς να ερμηνεύουμε, κατά κάποιον τρόπο, αυτή την ίδια την δράση της μεταβολής που αναλαμβάνουμε; Αυτή η συσκότιση της σχέσης ερμηνείας και μεταβολής έχει, κατά τη γνώμη μου, πολύ να κάνει με το ότι, τελικά, το επαναστατικό αυτό στοιχείο έμεινε, στην σκέψη του Μαρξ, σπέρμα θνησιγενές".

Όπως, ορθότατα, παραθέτει και αποδεικνύει, ο Κορνήλιος Καστοριάδης :

"Αυτό που επικράτησε τελικά στον Μαρξ ... είναι το παραδοσιακό στοιχείο, που δίνει τα πρωτεία στον θεωρητικό λόγο. Και μ' αυτό τον τρόπο, το έργο του Μαρξ καταλήγει να είναι απλώς «μια άλλη θεωρία», μια επιπλέον θεωρία - η θέση που βγαίνει απ' το μεγαλύτερο όγκο των γραπτών του Μαρξ είναι ότι υπάρχει μια «αληθινή θεωρία»... Η «Θεωρία αυτή, κατ' ανάγκην, στηρίζεται - είτε το λέει, είτε δεν το λέει, είτε το ξέρει, είτε δεν το ξέρει, πάνω σε μια μεταφυσική".

Και αυτό είναι, που συνδέει τον Μαρξ και τον μαρξισμό, με τον κλασικό καπιταλιστικό κόσμο, του οποίου ο, μεν, πρώτος παραμένει διανοητής και ο, δε, δεύτερος κατασκεύασμα :

"Το έργο (του Μαρξ) είναι σχισμένο, από μια βασική αντινομία ανάμεσα σε δυο στοιχεία... Το ένα, είναι το επαναστατικό στοιχείο... το άλλο είναι το παραδοσιακό στοιχείο, του οποίου ο Μαρξ μένει, τελικά, αιχμάλωτος και δυνάμει του οποίου ανήκει, σε τελευταία ανάλυση, στον κόσμο της εποχής του - όχι απλά της «χρονολογικής» εποχής του, αλλά στον καπιταλιστικό κόσμο".

Έτσι, λοιπόν, όπως λέει και καταδεικνύει ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο Καρλ Μαρξ, εκ των πραγμάτων και όπως προκύπτει, από την κοινωνιολογική και ιστορική μελέτη των πεπραγμένων του και όσων δημιουργημάτων προέκυψαν, από την πραγματική και έμπρακτη υλοποίηση των ιδεών του, δεν είναι τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο, από ένας κλασικός ιδεολογικός εκπρόσωπος του καπιταλιστικού κόσμου, του οποίου, εν τοις πράγμασι και πέρα από τις όποιες συνειδητές και ασύνειδες προθέσεις του, υπήρξε κοινωνικός αναμορφωτής και ριζικός κοινωνικός μεταρρυθμιστής.


Μπορεί, για τους μαρξιστές - αλλά και για τους νεοσυντηρητικούς και φιλελεύθερους αστούς - αυτή η ανάλυση του Κορνήλιου Καστοριάδη να ακούγεται και να φαίνεται, ως, τερατωδώς, σκανδαλώδης. Μπορεί, ακόμη και να είναι, τερατωδώς, σκανδαλώδης. Μπορεί να αποτελεί μια τερατολογία και να αντιμετωπίζεται, ως (ας μου επιτραπεί, ο νεολογισμός) τερατοπραξία.

Είναι, όμως, η αλήθεια, έτσι, όπως προκύπτει, από την ιστορική ανάλυση - έτσι όπως αυτή η ανάλυση περιγράφει την ροή των γεγονότων, από την εποχή του Καρλ Μαρξ, μέχρι τις ημέρες μας. Και αυτό συμβαίνει, διότι, εν τοις πράγμασι, η ροή των γεγονότων είναι τερατολογική και  - κυριότατα - τερατοπρακτική.

Αρεστόν, ή μη, η Ιστορία, ως ανθρώπινη κοινωνικοϊστορική δημιουργία, εμπεριέχει και την τερατοπραξία.

Είναι αυτή, που τερατοπρακτεί, πολύ περισσότερο, από όσο νομίζουμε...

3 σχόλια:

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ είπε...

-έτσι ώστε οι άνθρωποι και οι κοινωνικές ομάδες, άλλα να λένε και άλλα (τα εντελώς αντίθετα) να πράττουν, χρησιμοποιώντας την (όποια) ιδεολογία, ως ένα φύλλο συκής και αιτιολόγησης της αναντιστοιχίας λόγων και έργων.-...υπάρχουν πολλά ταμπού στην προσέγγιση της ιστορίας, η Ρωσία για παράδειγμα κάνει μια επανάσταση και ενώ είναι ολοφάνερο ότι την κάνει για να σώσει τον εαυτό της από τα δυτικά αρπακτικά στην βάση μιας συνεκτικής ιδεολογίας-τον κομμουνισμό βρήκε μπροστά της ως ιδεολογία αυτός την βόλευε και αυτόν χρησιμοποίησε- οι ιστορικοί θεωρούν ότι αποσκοπούσε στο να σώσει όλο τον κόσμο από τον καπιταλισμό και χαρακτηρίζουν αυτήν της την προσπάθεια ως ουτοπική ενώ αν κριθεί αποκλειστικά με οντολογικά κριτήρια η ιστορία, φαίνεται ξεκάθαρα ότι η επανάσταση του 17 έσωσε την Ρωσία ως έναν μεγάλο οργανισμό φτιαγμένο από ανθρώπους και επομένως κρίνεται απολύτως επιτυχημένη χωρίς την οποία η Ρωσία δεν θα ήταν αυτό που είναι σήμερα. Έχοντας αυτήν την προσέγγιση στο νου μπορούσε να δώσουμε λογικές ερμηνείες στην όλη συμπεριφορά των Σταλινικών κομμουνιστών και της Σοβιετικής ένωσης, π.χ. οι ιδεολόγοι πραγματικοί κομμουνιστές περισσεύαν και έπρεπε να βγουν από τη μέση...θα το διαβάσω εκτενέστερα άλλη ώρα, έτσι ένα σχόλιο ήθελα να κάνω

TassosAnastassopoulos είπε...

Ο Ιωσήφ Στάλιν υπήρξε και αυτός μπολσεβίκος. Ήταν και ο ίδιος ένας ιδεολόγος κομμουνιστής. Και αυτό το πλήρωσε η Ρωσία, αφού αυτός ήταν εκείνος, που οργάνωσε την διαδικασία αποδυνάμωσης του μεγαλορωσικού έθνους, στην νεοπαγή "Σοβιετική Ένωση", ως λαϊκός κομισάριος επί των εθνοτήτων, στην σοβιετική κυβέρνηση και στο κόμμα, όταν ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι κατέλαβαν την εξουσία, τον Νοέμβριο του 1917.

Από την θέση του αυτή, ελέγχοντας τον μισό πληθυσμό της "Σοβιετικής Ένωσης", φρόντισε να κερδίσει ένα μεγάλο πλεονέκτημα, μέσα στο κόμμα και στο κράτος, απέναντι σε όλους τους άλλους, που, αργότερα, αναδείχτηκαν, ως αντίπαλοί του. Έτσι, ήταν η δική του ενδυνάμωση η αιτία των διωγμών των αντιπάλων του και όχι η υπηρέτηση των συμφερόντων του μεγαλορωσικού έθνους.

Προφανώς, βέβαια, το μεγαλορωσικό έθνος, το οποίο οι μπολσεβίκοι φρόντισαν να αποδυναμώσουν και να περιορίσουν, πολύ περισσότερο, από όσο του αναλογούσε, στα πλαίσια της διεθνιστικής τους ιδεολογίας (γι' αυτό και κατασκεύασαν το ουκρανικό και το λευκορωσικό κράτος - ιδιαίτερα, μάλιστα, για το λευκορωσικό έθνος, ο ίδιος ο Στάλιν έχει ομολογήσει ότι το δημιούργησαν, για τον περιορισμό των Ρώσων, ενώ για το ουκρανικό έθνος, οι κατηγορίες της Ρόζας Λούξεμπουργκ, που αφορούν την κατασκευή του, από τον δογματισμό του Λένιν και των μπολσεβίκων, είναι ρητά εκφρασμένες και τεκμηριωμένες) δεν μπορούσε να αγνοηθεί.

Στην πορεία του χρόνου ο γεωργιανός άρχοντας του Κρεμλίνου "εκρωσίστηκε", ή, έτσι άφησε να φαίνεται, στους συνομιλητές του, από το εξωτερικό (ο Ιωσήφ Στάλιν δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπήρξε μέγας υποκριτής).

Μπολσεβίκος, όμως, έμεινε, πάντα. Έως το τέλος...

TassosAnastassopoulos είπε...

Και κάποια σχόλιά μου, από έναν διάλογο, στο facebook
, με τον φίλο panagiotis vogiatzis :

Το βιβλίο του Κορνήλιου Καστοριάδη "Μπροστά στον πόλεμο" δείχνει το γιατί συνέβη αυτό που λες - στον βαθμό, που συνέβη.

Η ανάλυση του Κορνήλιου, για εκείνη την εποχή, έλεγε ότι, στην δεκαετία του 1980, ο ψυχρός πόλεμος όδευε, στο να μετατραπεί, σε θερμό. Η ανάλυση αυτή θεωρούσε ότι η "σοβιετική" γραφειοκρατία, χάνοντας τα πολιτικά και κοινωνικά της ερείσματα, στις δυτικές κοινωνίες και ευρύτερα, στον πλανήτη, θα απαντούσε, σε αυτή την κατάσταση, με την διεξαγωγή ενός θερμοπυρηνικού πολεμικού εγχειρήματος, το οποίο η Δύση δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει - ιδιαίτερα, στην Ευρώπη.

Εκείνη την εποχή είχε δίκιο, ως προς το γεγονός ότι η διεξαγωγή ενός νέου παγκόσμιου πολέμου ήταν ένας κίνδυνος, που ήταν άμεσος. Και φυσικά, ένα τμήμα της "σοβιετικής" γραφειοκρατίας έπαιξε με αυτό το σενάριο. Αυτό, όμως, ήταν η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή ήταν αυτή, που δεν μπόρεσε να διακρίνει η αναλυτική πέννα του Κορνήλιου, ο οποίος έμεινε σε μια παλαιότερη εικόνα των ισορροπιών, που επικρατούσαν, μέσα στην "σοβιετική" γραφειοκρατία. Έτσι δεν μπόρεσε να δει ότι ένα τμήμα της, το οποίο ολοένα και αύξανε την επιρροή του, εντός αυτής, επιθυμούσε τον μετασχηματισμό της, σε μια "κανονική" άρχουσα καπιταλιστική τάξη, δυτικού τύπου.

Τελικά - και ευτυχώς - αυτό το τμήμα της "σοβιετικής" γραφειοκρατίας ήταν εκείνο, που νίκησε, στην πάλη, που ακολούθησε, στην περίοδο 1985 - 1989 και διέψευσε την ανάλυση του Κορνήλιου, ο οποίος υπερασπίστηκε την Δύση, έναντι της "Ε.Σ.Σ.Δ." της ύστερης εποχής, επειδή έβλεπε ότι, σε επίπεδο στρατιωτικών δυνάμεων, υπερείχε των Δυτικών, οι οποίοι δεν θα πολεμούσαν, εάν ο "σοβιετικός" στρατός εξαπέλυε έναν πόλεμο, ιδίως στην Ευρώπη, την οποία και θα κατακτούσε πολύ γρήγορα (μην ξεχνάμε ότι αυτό μπορεί να το κάνει η Ρωσία, σε έναν σημαντικό βαθμό και τώρα).

Η κατάρρευση - για την ακρίβεια : η αυτοδιάλυση - της "Σοβιετικής Ένωσης" τον εξέπληξε. Και τον έκανε να πιστέψει ότι σώθηκε, επί του παρόντος, για την ανθρωπότητα, η προοπτική μιας "ανοικτής κοινωνίας". Αυτό ήταν εκείνο που υπεράσπιζε, διότι ήταν εκείνο, που τον ενδιέφερε, στον δυτικό καπιταλιστικό σχηματισμό, στον οποίο - είναι η αλήθεια - παρέμεινε κριτικός και επικριτικός.

Αλλά έτσι είναι η ζωή.

Μαζύ με τα μεγάλα επιτεύγματα, συνήθως βαδίζουν και τα μεγάλα σφάλματα...

Ο Καστοριάδης κρίνεται για τα πάντα. Όπως οι πάντες. Τα ορθά είναι ορθά. Και τα σφάλματα είναι σφάλματα.