Σάββατο, 5 Απριλίου 2014

Αντικρίζοντας το μέλλον, από την δεκαετία του 2010, προς την δεκαετία του 2040 : Οι ρωγμές στην πλανητική κυριαρχία των Η.Π.Α., η εσφαλμένη γεωστρατηγική εχθρότητα της Δύσης προς την Ρωσία και η επιταχυνόμενη πορεία της Κίνας, προς την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία.


Όσο και αν φαίνεται, σαν κάτι το πολύ μακρινό, η αλήθεια είναι ότι η ισορροπία των δυνάμεων στον πλανήτη, αλλάζει. Η αμερικανική κυριαρχία και μαζύ με αυτήν και η κυριαρχία της Δύσης, παρουσιάζουν ρωγμές, οι οποίες γίνονται, πλέον ολοένα και περισσότερο εμφανείς. Και όσο περνάει ο χρόνος η κατάσταση αυτή θα επιτείνεται. Χωρίς την συμμαχία της Ρωσίας, η πρωτοκαθεδρία των Δυτικών θα χαθεί, σε όχι πολύ μακρινό χρόνο. Με την Ρωσία, ως αντίπαλο, οι Δυτικοί θα βρεθούν, πολύ γρήγορα, κάτω από την κινεζική ηγεμονία. Και επιλέγοντας να αντιμετωπίζουν την Ρωσία, ως γεωστρατηγικό τους αντίπαλο, οι Αμερικανοί και οι δυτικοευρωπαίοι, δεν κάνουν τίποτε άλλο, από το να ναρκοθετούν τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά τους...




Όλον αυτόν τον καιρό, που η ουκρανική κρίση εισήλθε στην οξεία της φάση, ύστερα από το πραξικόπημα της 22/2/2014, με το οποίο μια δράκα ναζιστικών συμμοριών και νατοϊκών μισθοφόρων, κατέλαβε την εξουσία, στο Κίεβο, η ανάπτυξη των προσωπικών μου θέσεων, στο ζήτημα αυτό, που έφερε αντιμέτωπες τις Η.Π.Α. και την Ε.Ε., με την Ρωσία, δημιούργησε πολλές απορίες, σε πολλούς μου φίλους και γνωστούς, οι οποίοι, με έκπληξη παρακολούθησαν την επιχειρηματολογία, που παρέθεσα, στα σχετικά δημοσιεύματα.

Ανάλογη απορία και έκπληξη προκλήθηκε, σε πολλούς, από αυτούς τους φίλους και γνωστούς (αν και όχι σε όλους τους), από τις θέσεις και την επιχειρηματολογία, που ανέπτυξα, όσον αφορά τις ευρύτερες συσσωματώσεις και συμμαχίες, σε πλανητικό επίπεδο, που αρχίζουν να φαίνονται, μέσα στα πλαίσια των αντιπαραθέσεων, που λαμβάνουν χώρα, στις δύο πλευρές της Ευρασίας, ανάμεσα στις Η.Π.Α. και την Δυτική Ευρώπη, με την Ρωσία, στον ευρωπαϊκό χώρο και τις Η.Π.Α. και την Ιαπωνία, με την Κίνα, στις θάλασσες της Άπω Ανατολής και ειδικά στην θάλασσα της Νότιας Κίνας.

Οι καλοί αυτοί φίλοι και γνωστοί (αλλά και οι πολλοί άγνωστοι, που, επίσης, εξεπλάγησαν, από την διατύπωση αυτών των απόψεων) δεν μπορούν να δούν, ή, δεν μπορούν να αποδεχθούν ένα απλούστατο γεγονός, το οποίο εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας και το οποίο είναι απλό. Μα πάρα πολύ απλό.

Η πλανητική κυριαρχία των Η.Π.Α. έχει αρχίσει να εμφανίζει ρωγμές, οι οποίες μπορεί, στην παρούσα φάση, να είναι, υπό έλεγχο, αλλά είναι, πλέον, ορατές δια γυμνού οφθαλμού.

Αυτό, όμως, που είναι, ακόμη, περισσότερο ανησυχητικό είναι ότι αυτή η εξέλιξη εμφανίζει μια συνεχή παρουσία και ακολουθεί μια πορεία, η οποία έχει αποκτήσει μια εντεινόμενη επιτάχυνση και συνοδεύεται από μια εντεινόμενη υποβάθμιση, σε παγκόσμιο επίπεδο, της ίδιας της Δύσης, όχι μόνο μιλώντας, με όρους ισχύος, αλλά και ως προτύπου και ως μοντέλου κοινωνικής και πολιτισμικής θέσμισης. 


Δεν είναι δύσκολο να παρατηρηθεί αυτή η εξέλιξη, εάν δούμε τα πράγματα, με την απαραίτητη ψυχραιμία και αν παρατηρήσουμε τις εξελίξεις, έτσι όπως αυτές είχαν προκύψει, αμέσως, μετά την πτώση των καθεστώτων του "υπαρκτού σοσιαλισμού" και της "Σοβιετικής Ένωσης", κατά την δεκαετία του 1990 και τις συγκρίνουμε, με τις τρέχουσες εξελίξεις, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί και λαμβάνουν χώρα, από τα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 2000 και ειδικότερα, μετά την σφοδρή χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η οποία εξελίχθηκε, σε μια βραχεία, μεν, αλλά βαθύτατη οικονομική ύφεση, η οποία, αν και έχει ελεγχθεί, δεν έχει, ακόμη, ξεπεραστεί. Και αναφερόμενοι στον γραφειοκρατικό καπιταλισμό των αναπτυγμένων χωρών της Δύσης, πρέπει να πούμε ότι δεν προβλέπεται να ξεπεραστεί, στο ορατό μέλλον και για όσο ακολουθείται αυτή η οικονομική πολιτική, την οποία, λίγο ή πολύ, καθοδηγούν οι μπατιροτραπεζιτικές ελίτ.

Έτσι, η όποια αναπτυξιακή ανάκαμψη, σε παγκόσμιο επίπεδο, μετά την κρίση του 2008 - 2009, ήλθε, ως αποτέλεσμα, της συνέχισης της αναπτυξιακής πορείας των χωρών του τρίτου κόσμου (Κίνα, Ινδία, Βραζιλία, Τουρκία, Ρωσία κ.α.) και κατά δεύτερο λόγο των Η.Π.Α., με αποτέλεσμα η όλη διαδικασία της υπέρβασης της κρίσης, που κτύπησε την παγκόσμια οικονομία να παραμένει ασταθής και αβέβαιη, ενώ το ξέσπασμά της οδήγησε, σε μια εμφανή ανακατανομή της ισχύος, ανάμεσα, στα παγκόσμια κέντρα δύναμης, με μια αισθητή μετατόπιση του κέντρου βάρους, από τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες της Δύσης, προς τις αναπτυσσόμενες.

Η διαδικασία αυτή, η οποία συνεχίζει να εξελίσσεται και η οποία, άλλωστε, υπήρξε και η αιτία του ξεσπάσματος της χρηματοπιστωτικής κρίσης του Σεπτεμβρίου του 2008, αφού η κατάρρευση της αμερικανικής αγοράς χρήματος, στην Νέα Υόρκη δεν έκανε τίποτε περισσότερο, από το να καταδείξει ότι τα κέντρα ισχύος είχαν, πλέον, μετατοπισθεί, σε σημαντικό βαθμό και το "νεοφιλελεύθερο" αναπτυξιακό μοντέλο, το οποίο είχε επικρατήσει, μετά την πτώση της "Ε.Σ.Σ.Δ.", είχε εξαντλήσει τα όποια αναπτυξιακά του αποθέματα, βοηθώντας, σε αυτήν την, σε παγκόσμιο επίπεδο, ανακατονομή της ισχύος, η οποία ανακατανομή, μπορεί να μην παραγκώνισε τις Η.Π.Α. - οι οποίες παρέμειναν ο σημαντικότερος παίκτης, στο παγκόσμιο σύστημα -, αλλά αφαίρεσε ένα σημαντικό κομμάτι από την, προηγουμένως, φαινόμενη, ως ισχύ τους.

Αυτή η κατάσταση, η οποία επισημοποιήθηκε, με την έλευση της βαθιάς ύφεσης του 2008, είναι, σε σημαντικό βαθμό και η αιτία της παρατεινόμενης αστάθειας, στο διεθνές, στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, αφού είναι, πλέον, ορατή η συνεχιζόμενη εξέλιξη της ανακατανομής της ισχύος, εις βάρος των Η.Π.Α. και γενικώτερα, της Δύσης, ως αποτέλεσμα της ίδιας της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης και της αναλογικής μετατόπισης (και της μερικής, αλλά ορατής, πλέον μεταφοράς) κεφαλαίων, πόρων και πλούτου, από τα καπιταλιστικά κέντρα της αναπτυγμένης Δύσης (στην οποία περιλαμβάνονται και η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα), προς τις χώρες του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου και ιδίως εκείνες, οι οποίες αποτελούν τοπικούς ή πλανητικούς γίγαντες (Κίνα, Βραζιλία, Ινδία και κατά δεύτερο λόγο, Τουρκία και Ρωσία).

Αυτή την μετατόπιση της ισχύος, από τα καπιταλιστικά κέντρα της Δύσης (Η.Π.Α., Δυτική Ευρώπη, Καναδάς, Αυστραλία, Ιαπωνία, Νότια Κορέα), προς την Κίνα, την Ινδία, την Βραζιλία και την Ρωσία, οι καλοί μου φίλοι και γνωστοί αρνούνται, ή αποφεύγουν, να την δουν. Και ως προς το στατικό της μέρος, ίσως και να μην έχουν άδικο. Η στατική εικόνα, μιας διαδικασίας, όταν αυτή αφορά το παρόν, ή το βραχυπρόθεσμο μέλλον, μπορεί να μην έχει σημασία, αφού μπορεί να είναι παραπλανητική και να μην εκφράζει τις μακροπρόθεσμες τάσεις του εξεταζόμενου συστήματος - εδώ της κατανομής της ισχύος, σε παγκόσμιο επίπεδο. Αλλά, στην συγκεκριμένη περίπτωση, που αφορά τις Η.Π.Α. και ευρύτερα, την Δύση και την εξέλιξη της ισχύος τους, μέσα στον χρόνο, τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Αυτή η τάση της ανακατανομής της διεθνούς ισχύος, εις βάρος των Η.Π.Α. και της Δύσης, αφ' ενός και υπέρ της Κίνας, κατά πρώτο λόγο και της Ρωσίας και των υπόλοιπων χωρών της λεγόμενης Ανατολής, όπως και της Βραζιλίας, αφ' ετέρου, δεν είναι βραχυπρόθεσμη. Δεν έχει προσωρινά χαρακτηριστικά, όπως θα δούμε, παρακάτω. Προεκτείνεται στο μέλλον και μάλιστα εντεινόμενη, σε βάθος χρόνου, αποκτώντας μακροπρόθεσμα χαρακτηριστικά, με ένα προδιαγεγραμένο αποτέλεσμα, εάν, στην πορεία, αυτή η εξέλιξη αφεθεί στην τύχη της και δεν ανασχεθεί, από τους αντίπαλους παίκτες, στην παγκόσμια σκακιέρα.

Το αποτέλεσμα αυτό δεν θα είναι άλλο, από την πρωτοκαθεδρία της Κίνας, έναντι των Η.Π.Α. και της Δύσης, αρκετά πριν από το σημείο της εισοδηματικής ισοδυναμίας του μέσου Κινέζου, με τον μέσο Αμερικανό και τον μέσο Δυτικό. Και συγκεκριμένα, κάπου στην δεκαετία του 2040 (ή και νωρίτερα).

Αυτή την εξέλιξη, που θα προκύψει, εάν δεν υπάρξει κάποια ανασχετική δύναμη, μέσα, στην προσεχή δεκαπενταετία, οι καλοί μου φίλοι και γνωστοί δεν θέλουν να την διαγνώσουν. Αλλά, εάν την διαγνώσουν, τότε θα αντιληφθούν τα τεράστια σφάλματα, που διαπράττουν οι Αμερικανοί και ευρύτερα, οι Δυτικοί, με την εχθρική στάση τους, απέναντι στην Ρωσία, την οποία, φυσικά, αδικούν κατάφωρα. Και αυτό το πράττουν όχι επειδή, απλώς, κάνουν λάθος, αλλά επειδή εξυπηρετούν, περιορισμένης οράσεως και εμβέλειας, συμφέροντα, που έχουν να κάνουν, με την διατήρηση και την ενίσχυση του παρόντος status quo, το οποίο, όμως, εξαντλεί τα καύσιμά του και τα περιθώρια της, επί μακρόν, επιβίωσής του.

Αρνούμενοι να δουν αυτή την πραγματικότητα, οι καλοί μου φίλοι και οι γνωστοί εμμένουν, σε μια παρελθοντική ισορροπία των πραγμάτων, στον κόσμο μας, η οποία, φυσικά, όχι μόνον δεν εκφράζει την δυναμική του μέλλοντος, αλλά, η αλήθεια είναι ότι δεν εκφράζει ούτε το παρόν, αφού αντιμετωπίζουν την Ρωσία, με όρους της εποχής του Μπορίς Γέλτσιν, ή, ακόμη χειρότερα, με όρους της εποχής της "Ε.Σ.Σ.Δ.", όπως πράττει η αμερικανική ελίτ και ένα πολύ μεγάλο τμήμα των ευρωπαϊκών ελίτ. Αυτή, μάλιστα, την τελευταία στάση, που εμπλέκει την Ρωσία του σήμερα, με την "Ε.Σ.Σ.Δ.", είναι που ενστερνίζονται (συγκαλυμμένα, ή μη) και οι περισσότεροι, από τους φίλους μου και τους γνωστούς μου.

Δεν τους αδικώ.

Η επί μακρόν, κυριαρχία των Η.Π.Α. και της Δύσης, στις ευρωπαϊκές και στις πλανητικές υποθέσεις, είναι, απολύτως, λογικό να έχει σχηματίσει, στα μυαλά των ανθρώπων την εικόνα μιας καθολικής και αδιατάρακτης πλανητικής κυριαρχίας της Δύσης και του δυτικού πολιτισμού, καθώς και των αξιών τους, με κυρίαρχο εκπρόσωπο τις Η.Π.Α., οι οποίες παίζουν τον ρόλο του ηγήτορα. Οι εικόνες αυτές, που άρχισαν να αποκρυσταλλώνονται, με την κατάρρευση της "Σοβιετικής Ένωσης", μετασχηματίσθηκαν, σε ακράδαντες πεποιθήσεις, σε παγκόσμιο επίπεδο και παραμένουν ισχυρές και αμετακίνητες, σε όλη αυτή την υπερεικοσαετή διαδρομή, που ακολούθησε και η οποία, όντως, χαρακτηρίσθηκε, από την αμερικανική παντοδυναμία και την άτυπη μεν, αλλά, ουσιαστική και πραγματική, δε, ανακήρυξη του εκάστοτε προέδρου των Η.Π.Α., σε πλανητάρχη.

Ακόμη, περισσότερο, η καταλυτική νίκη των Η.Π.Α. και της Δύσης, στον μακρύ Ψυχρό Πόλεμο, οδήγησε την πλειοψηφία των ανθρώπων, στο συμπέρασμα, για την οριστική νίκη και την αδιατάρακτη κυριαρχία της δυτικής εκδοχής του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού και την, περίπου, ταύτισή του, με την δημοκρατική μορφή της διακυβέρνησης, η οποία, υποτίθεται, ότι συνοδεύει και συνδυάζεται, περίπου, άρρηκτα, με αυτήν την δυτική εκδοχή του σύγχρονου καπιταλισμού.

Και φυσικά, αυτή η αποκαλούμενη δημοκρατική μορφή διακυβέρνησης, μπορεί, στα μυαλά πολλών από τους περισσότερο μορφωμένους και εκλεπτυσμένους ανθρώπους να αναγνωρίζεται, ως ένας συνδυασμός πολιτευμάτων, στα οποία κυριαρχούν οι φιλελεύθερες ολιγαρχικές ελίτ, αλλά αυτό, εκλαμβανόμενο, ως ένα αναγκαίο κακό, ή καλό - αναλόγως, με την οπτική γωνία, από την οποία βλέπει κάποιος τις κοινωνικές συσσωματώσεις και τις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων, μέσα σε αυτές τις συσσωματώσεις -, είναι δυνατόν να αγνοηθεί, ή να ληφθεί υπόψη, για την λείανση των εσωτερικών κοινωνικών τριβών και αντιθέσεων, μέσα από την αναγνώριση και την κατανομή των εξουσιών και των αρμοδιοτήτων, που ορίζονται, μέσα στα πλαίσια της δημοκρατικής λειτουργίας, όπως αυτή εξειδικεύεται, σύμφωνα με την κλασική ποππεριανή λογική.

Φυσικά, παρά τις προειδοποιήσεις του Καρλ Πόππερ, γύρω από τα ζητήματα της δημοκρατικής διακυβέρνησης, μέσα σε ένα καπιταλιστικό καθεστώς, οι οποίες έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου, υποδεικνύοντας το απλούστατο γεγονός ότι η δημοκρατία, ακόμη και στην αστική της μορφή, δεν είναι μια οριστική κατάκτηση και ότι απαιτείται συνεχής εκπαίδευση και επανεκπαίδευση του πληθυσμού, στις αξίες της δημοκρατικής διακυβέρνησης, οι κυρίαρχες δυτικές ελίτ θέλησαν να προπαγανδίσουν, να εμφανίσουν και να καταστήσουν, περίπου, ως αυτονόητο συμπέρασμα, την διαχρονική επικράτηση και διαρκή λειτουργική εφαρμογή των αρχών της δημοκρατικής διακυβέρνησης, σε όλον τον πλανήτη, σε κάθε περίσταση, σε κάθε χρονική στιγμή και σε κάθε κοινωνικό σύνολο.

Ανοησίες.

Όλες αυτές οι πεποιθήσεις υπήρξαν και είναι προϊόν μιας εφήμερης ισορροπίας, η οποία - όσο και αν φαίνεται να επικράτησε για, πάνω από 20 χρόνια και όσο και αν κρατήσει, στο μέλλον, για άλλα 10, ή 15 χρόνια, ή και αν κρατήσει, ακόμη, περισσότερο, φθάνοντας τα 20, ή και τα 30 χρόνια - οδηγείται στο τέρμα της.

Οι Η.Π.Α., ως παραγωγικό μοντέλο, ως κοινωνικός σχηματισμός και ως μέγεθος, σιγά-σιγά, αλλά, σε κάθε περίπτωση και με δεδομένες τις σημερινές εξελίξεις, όπως αυτές μπορούν να προβλεφθούν, στο μεσοπρόθεσμο και στο μακροπρόθεσμο μέλλον, σταθερά, εξαντλούν τα καύσιμά τους, ως παγκόσμιος ηγήτορας και οδηγούνται, σε μια αργή, μεν, αλλά επίμονη και σταδιακή, δε, υποβάθμιση και σε έναν μεταγενέστερο παραγκωνισμό τους, αφού, προηγουμένως, υποστούν την βάσανο του να υπερκερασθούν, από άλλες υπέρτερες, από αυτές, δυνάμεις (η Κίνα εμφανίζεται η πρώτη και καλύτερη από αυτές και η Ινδία θα μπορούσε να ακολουθήσει, από ικανή, όμως, απόσταση και σε πολύ μακρύτερο χρόνο, εάν ξεπεράσει τις εσωτερικές της επισφάλειες), ενώ, παράλληλα, η Ρωσία θα ενεδρεύει, προκειμένου να επωφεληθεί. 

Στο τέλος του δρόμου αυτής της διαδρομής, ουδόλως απίθανο είναι, οι Η.Π.Α. να καταστούν ένα παρακολούθημα (σημαντικό μέν, αλλά παρακολούθημα) κάποιας, εξ αυτών των δυνάμεων, δηλαδή, ουσιαστικά, της Κίνας, μόνης, ή σε συνδυασμό με την Ρωσία - με το δεύτερο ενδεχόμενο να καθίσταται πιθανότερο από το πρώτο.

Αυτή η εξέλιξη μπορεί, μάλιστα, να προκύψει, μετά από μια αντιπαράθεση, η οποία μπορεί να πάρει, ακόμη και την μορφή μιας ανοικτής ένοπλης συγκρούσεως, όπως ακριβώς συνέβη και με την Μεγάλη Βρετανία, η οποία, μετά την επονείδιστη - και βλακώδη - απώλεια των αμερικανικών της αποικιών, ύστερα από την ήττα της, κατά την δεκαετία του 1770, στον πόλεμο της αμερικανικής ανεξαρτησίας, υπερκεράστηκε, ήδη, από την δεκαετία του 1920, από τις Η.Π.Α., για να υποχρεωθεί, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, να υποβαθμιστεί, στον ρόλο του μικρού, αλλά και ισχυρού βοηθού και του αναγκαίου εξαρτήματος της αμερικανικής πλανητικής πολιτικής.

Αν δούμε τους αριθμούς και την πιθανή εξέλιξή τους, μέσα στο διάβα του χρόνου, το παραπάνω σενάριο δεν είναι τόσο απίθανο, ή τόσο μακρινό, όσο φαίνεται, σε πολλούς. Κάθε άλλο. Είναι πολύ περισσότερο κοντά, από όσο φαίνεται και όσο οι Η.Π.Α. και η Δύση ακολουθούν αυτήν την βλακώδη πολιτική της αντιπαράθεσης, με την Ρωσία, το σενάριο αυτό καθίσταται, ολοένα και περισσότερο πιθανό.

Η οικονομία της Κίνας, με όρους Α.Ε.Π., είναι σήμερα λίγο, ή και πολύ μεγαλύτερη, από το μισό του μεγέθους των Η.Π.Α., αναλόγως, του πώς βλέπει κάποιος τα στοιχεία, αφού το ΑΕΠ των Η.Π.Α. ανέρχεται (εκτίμηση, για το 2013) στα 16,72 τρισ. $, ενώ η τρέχουσα επίσημη ανταλλακτική αξία του κινεζικού Α.Ε.Π., φθάνει στα 8,93 τρισ. $. Όμως, αν μετρήσουμε το κινεζικό Α.Ε.Π., με όρους ισοδυναμίας των αγοραστικών δυνάμεων, που είναι και το ορθότερο, τότε τα πράγματα αλλάζουν ριζικά, διότι το αμερικανικό Α.Ε.Π., παραμένει, ως έχει, αφού το αμερικανικό νόμισμα είναι το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα και το κοινά αποδεκτό νόμισμα διεξαγωγής των διεθνών συναλλαγών, ενώ το κινεζικό Α.Ε.Π. εκτοξεύεται, στα 13,37 δισ. $.

Αλλά η οικονομία της Κίνας, η οποία αναπτύσσεται, πάνω σε μια έκταση 9.596.961 τ.χ. (έναντι 9.826.759 τ.χ. των Η.Π.Α.) και σε έναν πληθυσμό 1.355.692.576 κατοίκων, ο οποίος αυξάνεται, κατά 0,44%, σύμφωνα, με τις εκτιμήσεις, για το 2014 (έναντι 318.892.103 κατοίκων των Η.Π.Α., που αυξάνονται κατά 0,77%) αναπτύσσεται πολύ πιο γρήγορα, με στόχο την ανάπτυξη περίπου 7,5 %, για το 2014, σε σχέση με την οικονομία των Η.Π.Α., η οποία δεν φαίνεται να μπορέσει να πλησιάσει το 3 %. Αυτή η αναπτυξιακή πορεία της Κίνας στηρίζεται, φυσικά, στην εθνική αποταμίευση, η οποία φθάνει στο 49% του Α.Ε.Π. της χώρας, δηλαδή, στα 6,55 δισ. $, την ίδια στιγμή, που, στις Η.Π.Α., το αντίστοιχο μέγεθος φθάνει στο 13,5% του Α.Ε.Π., δηλαδή στα 2,26 τρισ. $.

Βέβαια, άλλες ανάγκες έχει να καλύψει η κινεζική οικονομία, της οποίας η γενική εικόνα παραμένει, ακόμη, τριτοκοσμική και άλλες η εκμοντερνισμένη αμερικανική οικονομία, αλλά η σύγκριση των επιπέδων των εθνικών αποταμιεύσεων των δύο χωρών έχει την αξία της, ακόμη και αν κοιτάξουμε τα επίπεδα της δημόσιας χρέωσης των δύο αυτών χωρών, καθώς και του συνολικού εξωτερικού τους χρέους (δημόσιου και ιδιωτικού). Έτσι, στις Η.Π.Α. το δημόσιο χρέος έχει φθάσει στα επίπεδα του 100% του αμερικανικού Α.Ε.Π. και το εξωτερικό τους χρέος στα 15,68 τρισ. $, ενώ το κινεζικό δημόσιο χρέος, μόλις βρίσκεται στο 31,7% του κινεζικού Α.Ε.Π. και το εξωτερικό χρέος της χώρας αυτής φθάνει, στα 784,8 δισ. $.

Αυτοί οι ρυθμοί ανάπτυξης της Κίνας - που στο πρόσφατο παρελθόν ήσαν πολύ μεγαλύτεροι και επί, σχεδόν, δύο δεκαετίες ήσαν διψήφιοι - κατάφεραν, μέσα σε μια δεκαετία να αυξήσουν το, κατά κεφαλήν Α.Ε.Π. του μέσου Κινέζου, από το 8% του κατά κεφαλήν Α.Ε.Π. του μέσου Αμερικανού, στο 18%, αφού το μέσο κατά κεφαλήν Α.Ε.Π., στην Κίνα έφθασε, στα 9.862 $, ενώ στις Η.Π.Α. έφθασε στα 52.431 $.



Το κινεζικό αναπτυξιακό παράδειγμα έρχεται, επίσης, να αποδείξει ότι η πεποίθηση των αφελών φιλελεύθερων και οι δοξασίες τους, για την φύση του καπιταλιστικού συστήματος και την, περίπου, άρρηκτη σύνδεσή του, με τις αρχές της δημοκρατικής διακυβέρνησης είναι, τουλάχιστον, αφελείς. Η απόλυτη πολιτική κυριαρχία του κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος και η διατήρηση του κινεζικού κράτους, ως ενός τυπικού κράτους, όπως ακριβώς, αυτό ήταν και κατά την περίοδο του ιδρυτή της "Λαϊκής Δημοκρατίας" της Κίνας Μάο Τσετουνγκ, απέδειξε, απλά και ρεαλιστικά, ότι αποτελεί ένα ψευδοσυνειδησιακό κατασκεύασμα των Δυτικών και ειδικά, των φιλελεύθερων, η πεποίθηση ότι ο καπιταλισμός, γεννά "εκ φύσεως", την δημοκρατία και υποχρεώνει τα κοινωνικά υποκείμενα, δηλαδή τις κοινωνικές τάξεις, τις ομάδες και τις ελίτ, που δρουν, μέσα σε ένα καπιταλιστικό σύστημα, να δημιουργούν και να προσαρμόζονται, σε ένα πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο, έστω και με δυσκολίες, τελικώς, υπερισχύουν οι δυτικές αρχές, για την ορθή διακυβέρνηση, δηλαδή οι αρχές της δημοκρατικής διακυβέρνησης.





Mao Zedong - Deng Xiaoping : Οι πολυκύμαντες σχέσεις ανάμεσα στον ιδρυτή του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Κίνα και στον μεταγενέστερο διάδοχό του, καθόρισαν την πορεία της αχανούς Κίνας, μετά την νίκη των κομμουνιστών και την κατάληψη της εξουσίας, από αυτούς. Η αλήθεια είναι ότι ο δογματικός σταλινισμός του Μάο και η αχαλίνωτη εξουσιομανία του οδήγησαν την Κίνα, μπροστά, στην καταστροφή. Η ηγεσία του πραγματιστή Ντενγκ ισορρόπησε την κατάσταση και παρά την μαύρη κηλίδα της αμείλικτης καταστολής, στην πλατεία Τιέν Ανμεν, τον Ιούνιο του 1989, οδήγησε την Κίνα, στην ήρεμη και ομαλή αυτομεταρρύθμιση του σταλινικού μοντέλου, μέσα από την στιβαρή καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας, χωρίς κλυδωνισμούς και με φρενήρεις ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, οι οποίοι την κατευθύνουν, σε μια γοργή κούρσα για την πλανητική πρωτοκαθεδρία, η οποία, εάν δεν ανασχεθεί, μέσα, στην προσεχή 15ετία, θα προκύψει, εκ της φοράς των πραγμάτων...


Αυτήν την πεποίθηση, η οποία αποτελεί μια, ακόμη, επικρατούσα δοξασία της Δύσης και του Διαφωτισμού, από τον οποίον συγκροτήθηκε η Δύση, έτσι όπως την γνωρίζουμε, σήμερα και η οποία δοξασία εμφανίστηκε και παρουσιάστηκε, προπαγανδιστικά, ως μια αδιαμφισβήτητη και ακαταμάχητη επιστημονική κοινωνική και πολιτική θεωρία, είναι που σάρωσε, η μεταμαοϊκή εκδοχή του κινεζικού κομμουνισμού, δηλαδή του σύγχρονου υβριδικού γραφειοκρατικού καπιταλισμού της ανατολικής σχολής του μαρξισμού, έτσι όπως αυτός εξειδικεύτηκε, από τον βετεράνο της ιστορικής "Μεγάλης Πορείας" του κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος, προς την εξουσία, Ντενγκ Ξιάοπινγκ, μετά την καταστολή του κινήματος της πλατείας Τιεν Ανμέν, τον Ιούνιο του 1989, την οποία ο ίδιος επέβαλε, χωρίς να έχει κανένα κομματικό αξίωμα, στην ελίτ του Κ. Κ. Κίνας, κόντρα στον γενικό γραμματέα του κόμματος Ζάο Ζιγιάνγκ, με το σκεπτικό ότι η δημοκρατική διακυβέρνηση, σε μια αχανή χώρα, όπως η Κίνα, θα την καταντήσει ένα τσίρκο, το οποίο, αν επικρατήσει, θα την οδηγήσει, στην διάλυση.


Όλα αυτά, βέβαια, ο Ντενγκ Ξιαόπινγκ δεν τα έπραξε, βαδίζοντας, στα τυφλά. Ο πολύπειρος Κινέζος ηγέτης βάδισε - πάντοτε βέβαια, μέσα στα πλαίσια της σύγχρονης εποχής, αφού ο ίδιος ήταν, πέρα από κομμουνιστής και ένας σκληρός πραγματιστής - πάνω στα χνάρια του Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν και της πολιτικής, που αυτός ακολούθησε, από το 1921, με την εφαρμογή της Νέας Οικονομικής Πολιτικής - της ΝΕΠ -, μετά την λήξη του εμφυλίου πολέμου, στην νεοπαγή "Σοβιετική Ένωση" και την εγκατάλειψη της περιόδου του λεγόμενου "πολεμικού κομμουνισμού", ο οποίος, στην πραγματικότητα αποτελούσε μια κρατικοκαπιταλιστική εκδοχή του ανοικοδομούμενου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, στην μετεπαναστατική Ρωσία.

Η αλήθεια είναι ότι η μεταρρυθμιστική πολιτική του Ντενγκ υπήρξε επιτυχής. Το καθεστώς της "σοσιαλιστικής οικονομίας της αγοράς", όπως ονόμασε ο ίδιος το υβριδικό γραφειοκρατικό καπιταλιστικό σύστημα της Κίνας, το οποίο συνδυάζει στοιχεία και από τις δύο μήτρες, που συγκρότησαν τον σύγχρονο γραφειοκρατικό καπιταλισμό, ήτοι από την κλασική καπιταλιστική Δύση και τον λενινιστικό κομματικό κρατικισμό, όπως αυτός υλοποιήθηκε, στις χώρες του "υπαρκτού σοσιαλισμού", απέδωσε καρπούς και έδωσε μια φρενήρη αναπτυξιακή πορεία, στην πολυπληθή Κίνα, οδηγώντας την, σε μια κούρσα, προς την πλανητική πρωτοκαθεδρία, με την αποφυγή των ρωσικών περιπετειών και της εσωτερικής κατάρρευσης, που υπέστη η ρωσική οικονομία, ως αποτέλεσμα της παταγώδους πτώσης της "Σοβιετικής Ένωσης" - η οποία, στην ουσία, ήταν μια αυτοκατάρρευση, λόγω της τεράστιας διαχειριστικής ανικανότητας της φιλελεύθερης ελίτ, που αναδείχθηκε, στην ηγεσία του Κ.Κ.Σ.Ε., όταν, τον Απρίλιο του 1985, ο Μιχαήλ Γκορμπατσώφ εκλέχθηκε γενικός γραμματέας του κόμματος - και της γεωπολιτικής καταστροφής, που προξένησε η πτώση αυτή.


Βέβαια, αυτή η επιτυχία του κινεζικού μοντέλου (την οποία ζηλεύει, όχι άδικα, η μετασοβιετική ρωσική ελίτ, η οποία, λίγο, ή πολύ, αναπολεί την "Σοβιετική Ένωση", ως ένα ενιαίο ομοσπονδιακό κράτος), η οποία επιτυχία συνίσταται, στην ανασυγκρότηση του γραφειοκρατικού καπιταλιστικού συστήματος, στην χώρα, μέσα από την εμφύτευση, σε αυτό, ουσιωδών χαρακτηριστικών της ιδιωτικής δυτικής εκδοχής του γραφειοκρατικού καπιταλισμού και την σύζευξη και συνύπαρξη ενός ολοένα και περισσότερο πολυάνθρωπου κοινωνικού στρώματος ιδιωτών καπιταλιστών και τεχνοκρατικών ελίτ του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας, με τους κλασικούς κομματικούς και κρατικούς γραφειοκράτες, οι οποίοι, λίγο, ή πολύ, έχουν και τον τελευταίο λόγο, για όλες τις σημαντικές αποφάσεις, που λαμβάνονται στην χώρα, γενικώς και στην οικονομία, ειδικότερα, αφήνει ανοικτά πολλά ζητήματα, ως προς την πολιτική και κοινωνική εξέλιξη του κινεζικού καθεστώτος και ως προς το οικονομικό μέλλον της χώρας.

Το τί θα συμβεί, στην Κίνα, ως προς τον τομέα της διακυβέρνησης και του κράτους άλλωστε, είναι, πάντοτε, ανοικτό και υπό διερεύνηση. Και φυσικά, δεν αποκλείεται αυτά, που θα συμβούν, να αποτελέσουν και την αχίλλειο πτέρνα της χώρας. Αν και οι Κινέζοι φροντίζουν να είναι, πάντοτε, πολύ προσεκτικοί και να μετρούν, με σύνεση, τα όποια βήματα κάνουν, όταν είναι να αποφασίσουν, γι' αυτά.


Όσον αφορά την Ινδία, αυτή, βέβαια, είναι πολύ πιο πίσω, από τις Η.Π.Α. και την Κίνα, αλλά δεν μπορεί να αγνοηθεί, έστω και ως ένας σημαντικός βοηθητικός εταίρος. Με μια έκταση, που φθάνει στα 3.287.263 τ.χ. και ένα πληθυσμό 1.236.344.631 κατοίκους, που αυξάνονται, κατά 1,25%, κατ' έτος, έχει πολύ περισσότερα προβλήματα να αντιμετωπίσει και τα οποία έχουν να κάνουν, με τον τεράστιο κοινωνικό και πολιτιστικό χυλό, που απαρτίζει, ή, ορθότερα μάλλον, που αποσυντονίζει, την ινδική κοινωνία, η οποία εμφανίζει έναν τεράστιο βαθμό ανομοιογένειας, τον οποίο εμείς στην Δύση δεν μπορούμε να κατανοήσουμε (κάτι το οποίο δεν συμβαίνει, στις Η.Π.Α. και στην Κίνα, χώρες οι οποίες είναι εξαιρετικά ομοιογενείς και σε επίπεδο γλώσσας και εθνικής σύνθεσης, αφού, στις Η.Π.Α. υπάρχει σαφέστατη αμερικανική εθνική συνείδηση, μέσα στον αμερικανικό πληθυσμό, παρά το γεγονός ότι αυτός είναι ένας διαρκώς ανατροφοδοτούμενος πολυφυλετικός και πολυπολιτισμικός πληθυσμός, ενώ στην Κίνα το 90% των κατοίκων της ανήκουν στην φυλή των Χαν και έχουν εμπεδωμένη κινεζική εθνική συνείδηση), τα οποία συνδυάζονται και με το, πάντα, σοβαρό δημογραφικό πρόβλημα της χώρας, το οποίο, αν και σε έναν βαθμό, έχει γίνει δυνατό να ελεγχθεί, μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να εκτρέψει την πορεία της χώρας προς την διατήρηση της ανάπτυξης.

Παρ' όλ' αυτά, η Ινδία με ένα Α.Ε.Π. στα 4,96 τρισ. $, με βάση την ισοδυναμία των αγοραστικών δυνάμεων (και 1,76 τρισ. $, την επίσημη ανταλακτική αξία), εμφανίζει ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 3,8%, για το 2013 και ένα, κατά κεφαλήν Α.Ε.Π., που φθάνει στα 4.011 $. Η κατάστασή της μπορεί να παραμένει επισφαλής, αλλά, όπως είπαμε, η χώρα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί, στον βαθμό, που μπορεί να έχει έναν σημαντικό ρόλο, στις περιφερειακές ισορροπίες του πλανήτη, έτσι όπως αυτές εξελίσσονται, στον ασιατικό χώρο.



Αυτή, όμως, που σίγουρα δεν μπορεί να αγνοηθεί, είναι η Κίνα.



Αυτό σημαίνει ότι οι Η.Π.Α., στο όχι πολύ μακρινό μέλλον, το οποίο κυμαίνεται από το 2017, έως το 2030, θα βρεθούν, σε επίπεδο συνολικού Α.Ε.Π., όπως και αν μετρήσουμε το μακροοικονομικό αυτό μέγεθος, πίσω από την Κίνα. Μέσα σε αυτήν την χρονική περίοδο και εφ΄όσον, διατηρηθούν αυτοί οι μέσοι ρυθμοί ανάπτυξης, στις δύο αυτές χώρες οι Η.Π.Α. θα χάσουν το παγκόσμιο προβάδισμα, που έχουν αποκτήσει, από την δεκαετία του 1920. Και αυτό δεν είναι λίγο. Καθόλου λίγο. Φυσικά, δεν είναι κάτι το τραγικό. Τα πληθυσμιακά μεγέθη των δύο χωρών είναι τέτοια, που οι τάσεις, που επικρατούν και που προσδιορίζουν την πορεία τους και την θέση τους, στον κόσμο, οδηγούν σε παγκόσμιες ανακατατάξεις, ως προς την κατανομή της ισχύος και των δυνατοτήτων επιβολής των θελήσεων των χωρών αυτών. Και όταν μιλάμε, για τις χώρες αυτές - όπως και για κάθε άλλη χώρα, στον κόσμο - εννοούμε τις ελίτ, που τις κυβερνούν, όποια και αν είναι τα κριτήρια και οι προτεραιότητες, που έχουν, ως βάση των επιδιώξεών τους, οι ελίτ αυτές.

Βέβαια, οι Η.Π.Α., όταν θα χάσουν την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία, σε επίπεδο συνολικού Α.Ε.Π., θα μπορούν να παρηγορηθούν, από το γεγονός ότι θα παραμείνουν, για αρκετό χρονικό διάστημα, ακόμη, στην πρώτη θέση, ως προς τα άλλα μακροοικονομικά μεγέθη, όπως και στο ισοζύγιο της στρατιωτικής και πολιτικής ισχύος, αφού είναι άλλο πράγμα το να έχεις χάσει την πρωτιά, σε επίπεδο συνολικού Α.Ε.Π. και τελείως, διαφορετικό είναι το να διατηρείς την πρωτιά - και μάλιστα με μεγάλη απόσταση -, σε επίπεδο κατά κεφαλήν Α.Ε.Π. Το μέγεθος αυτό είναι πολύ πιο ουσιαστικό, αφού δείχνει τις πραγματικές δυνατότητες κάθε οικονομίας. Και αυτό συμβαίνει, πολύ περισσότερο, όταν έχουμε να κάνουμε, με χώρες με τεράστια πληθυσμιακά μεγέθη, που δημιουργούν πολλαπλά αποθέματα κεφαλαίου και έχουν τεράστιες τεχνολογικές δυνατότητες.

Σε αυτά τα επίπεδα, η μεγάλη και ασφαλής πρωτοκαθεδρία των Η.Π.Α. θα διατηρηθεί, για αρκετό χρονικό διάστημα και μετά από την απώλεια της πρωτοκαθεδρίας, σε επίπεδο όγκου Α.Ε.Π. Όμως, αυτή η κατάσταση και η νέα ισορροπία που θα διαμορφωθεί, δεν θα κρατήσει για πάρα πολύ, αν πάρουμε υπόψη μας, τις επικρατούσες τάσεις. Πολλοί ελπίζουν ότι η Κίνα δεν θα μπορέσει να ξεπεράσει τις Η.Π.Α., σε αυτούς τους τομείς - και ιδίως, στον δείκτη του, κατά κεφαλήν, Α.Ε.Π. - πριν από τα τέλη της δεκαετίας του 2080, αλλά φαίνεται ότι σφάλλουν.


Η αλήθεια είναι ότι, εάν δεν αλλάξει κάτι δραματικά και εάν δεν ανασχεθεί η Κίνα, οι ρυθμοί της οικονομικής της ανάπτυξης θα οδηγήσουν την μεγάλη αυτή χώρα, σε εισοδηματικά, κατά κεφαλήν, μεγέθη, τα οποία θα ταιριάζουν, με αυτά των Η.Π.Α., πολύ, μα πολύ, νωρίτερα από την δεκαετία του 2080. Αυτή η εξέλιξη, με δεδομένο το γεγονός ότι ο κινεζικός πληθυσμός θα παραμείνει, περίπου, τετραπλάσιος από τον αμερικανικό, θα οδηγήσει, σε μια μαζική και συνάμα δραματική αλλαγή, σε μια κεφαλαιώδη ανακατανομή της παγκόσμιας ισχύος και της αντίστοιχης ισορροπίας των πλανητικών δυνάμεων, πολύ νωρίτερα, από την εποχή που η εισοδηματική αναλογία ανάμεσα στον μέσο Κινέζο και τον μέσο Αμερικανό, θα φθάσει, στα επίπεδα του 1/1.

Στην πραγματικότητα, η ανατροπή των διεθνών ισορροπιών και η ανακατανομή της παγκόσμιας. ισχύος, οριστικά, υπέρ της Κίνας και εις βάρος των Η.Π.Α., θα προκύψουν, ευθύς ως το μέσο, κατά κεφαλήν, Α.Ε.Π. στην Κίνα, πλησιάσει κοντά, στο 50% του αντίστοιχου, κατά κεφαλήν, Α.Ε.Π. των Η.Π.Α. Κάπου εκεί, σε εκείνη την χρονική περίοδο, οι Η.Π.Α., εκ των πραγμάτων, δεν θα είναι, πλέον, η μόνη πλανητική υπερδύναμη και δεν θα έχουν την δυνατότητα, από μόνες τους, να ανασχέσουν τον μεγάλο αυτόν ασιατικό γίγαντα. Θα χρειάζονται εταίρους, και μάλιστα, πολλούς, για να μπορούν να συνεχίσουν εφαρμόζουν την πολιτική της ανάσχεσης των κινεζικών φιλοδοξιών, όπως κάνουν τώρα, στην θάλασσα της Νότιας Κίνας.



Για την Ρωσία, έχουμε μιλήσει, σε πρόσφατο προηγούμενο δημοσίευμά μου, με αφορμή την τρέχουσα ουκρανική κρίση, αλλά δεν βλάπτει το να υπενθυμίσω κάποια στοιχεία, γύρω από αυτήν. Η Ρωσία, έχει έναν πληθυσμό, που φθάνει τους 142.470.272 κατοίκους και εμφανίζει αυξητικές τάσεις, ενώ το ΑΕΠ της, με όρους ισοδυναμίας των αγοραστικών δυνάμεων, φθάνει στα 2,55 τρισ. $ (και με όρους επίσημης ανταλλακτικής αξίας, στα 2,11 τρισ. $). Έτσι, το, κατά κεφαλήν, Α.Ε.Π. της χώρας ανέρχεται, στα 17.919 $ και ως εκ τούτου, η Ρωσία δεν έχει ανάγκη τους Δυτικούς, αφού είναι αυτάρκης, αποτελεί έναν πλανήτη, από μόνη της και είναι, αρκούντως, προστατευμένη, από την πυρηνική της ομπρέλλα, ενώ οι εμπορικοί της εταίροι, μπορούν να διαφοροποιηθούν, χωρίς κανένα σημαντικό κόστος, για την χώρα.

Αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε, πέρα από τους τεράστιους φυσικούς πόρους της χώρας, είναι ότι η Ρωσία, διαθέτει τεχνολογικά ινστιτούτα, στα οποία αναπτύσσεται το 40% των προηγμένων τεχνολογιών, στον κόσμο, σε κρίσιμους τομείς, που ενισχύουν την τεράστια διαστημική της βιομηχανία και τεχνολογία. Η Ρωσία μπορεί να είναι μια περιφερειακή δύναμη, όπως αρέσκεται να λέει ο Barack Obama, αλλά η περιφέρεια στην οποία εκτείνεται - η ευρασιατική περιφέρεια, που, στο ανατολικό άκρο της, γειτνιάζει, με την αμερικανική - είναι αχανής, γεγονός, που αναβιβάζει την χώρα, στα επίπεδα του παγκόσμιου παίκτη, ενώ η συντριπτική πυρηνική ισχύς της, με την οποία μπορεί να εξαφανίσει τις Η.Π.Α., από τον παγκόσμιο χάρτη και να καταστρέψει ολόκληρο τον πλανήτη, την καθιστά, μια στρατιωτική υπερδύναμη.

Αυτή η δυσάρεστη, για τους αντίπαλους της Ρωσίας, πραγματικότητα, είναι που ενοχλεί, αφάνταστα και φοβίζει τους Αμερικανούς.



Με αυτά τα γεωπολιτικά δεδομένα, οι μόνοι εταίροι, που, τώρα, επιθυμούν να έχουν οι Η.Π.Α., προκειμένου να συνεχίσουν να ασκούν την ανασχετική πολιτική τους, απέναντι στον ανερχόμενο κινεζικό δράκοντα και στην αντιπαράθεσή τους, με την ρωσική αρκούδα, είναι οι σημερινοί τους δορυφόροι. Δηλαδή, η Δύση - κατά βάση, οι δυτικοευρωπαίοι, δηλαδή η Ευρωπαϊκή Ένωση -, οι νατοϊκοί εταίροι, η Αυστραλία και η Ιαπωνία.


Αλλά και αυτοί οι εταίροι, είτε ως δορυφόροι, είτε, ως ισότιμοι συνεταίροι, είναι ανεπαρκείς, στην προσπάθεια των Η.Π.Α. να στηρίξουν την συνέχιση της παγκόσμιας κυριαρχίας τους. Η συνδρομή των εταίρων αυτών, θα παρατείνει, για ένα κάποιο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν θα είναι και πάρα πολύ - αντιθέτως, θα είναι βραχύ -, την αμερικανική πρωτοκαθεδρία, στον πλανήτη.

Όμως και αυτός ο συνεταιρισμός θα εξαντλήσει, σχετικά γρήγορα, τα καύσιμά του, όταν το μέσο κινεζικό, κατά κεφαλήν, Α.Ε.Π. αρχίσει να πλησιάσει, ή, έστω, εάν αγγίξει τα 3/4 του αντίστοιχου αμερικανικού.


Το γιατί θα συμβεί αυτό δεν είναι δύσκολο να το αντιληφθούμε, εάν δούμε τα μακροοικονομικά μεγέθη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ιαπωνίας.

Ας τα δούμε :


Η Ευρωπαϊκή Ένωση (εάν η κρίση, την οποία διέρχεται, της επιτρέψει να μείνει ενωμένη), με μια έκταση 4.324.782 τ.χ. (η οποία είναι μικρότερη από την αντίστοιχη μισή έκταση των Η.Π.Α.) και έναν πληθυσμό, που φθάνει τους 509.365.627 κατοίκους και αυξάνεται, κατά 0,21%, σε ετήσια βάση, έχει ένα Α.Ε.Π., που φθάνει (εκτίμηση του 2012), στα 15,83 τρισ. $, μετρούμενο με όρους της ισοδυναμίας των αγοραστικών δυνάμεων, που, όπως είπαμε, είναι και η ορθότερη μέτρηση (ή στα 17,03 τρισ. $, αν μετρήσουμε το Α.Ε.Π., με όρους επίσημης ανταλλακτικής αξίας) και βρίσκεται, σε μια, περίπου στάσιμη κατάσταση, η οποία χαρακτηρίζεται από αναιμικούς αναπτυξιακούς ρυθμούς, από την εποχή, που ξέσπασε η ελληνική κρίση χρέους, δηλαδή, από το 2010, ενώ, κατά την τελευταία διετία, οι ρυθμοί αυτοί έφθασαν να είναι μηδενικοί, ή και αρνητικοί. Έτσι, το, κατά κεφαλήν, Α.Ε.Π. του μέσου Ευρωπαίου φθάνει στα 31.078 $, γεγονός το οποίο, όμως, είναι παραπλανητικό, όταν το δούμε, έτσι όπως διαμορφώνεται, μέσα στις χώρες της Ένωσης.

Αυτό συμβαίνει επειδή το Α.Ε.Π. των χωρών της Ένωσης είναι εξαιρετικά, άνισα κατανεμημένο, κάτι που μπορεί να συμβαίνει και στους κύριους ανταγωνιστές της, αλλά το πρόβλημα, εδώ, βρίσκεται στο γεγονός ότι, επειδή η Ε.Ε. δεν είναι ομοσπονδιακό κράτος και στερείται κεντρικής κυβέρνησης και σοβαρού προϋπολογισμού, δεν υπάρχουν σοβαρές δυνατότητες - στην πράξη σχεδόν καμμία δυνατότητα - αναδιανομής του παραγόμενου εισοδήματος, από τις πλουσιώτερες, στις λιγότερο πλούσιες και πτωχές περιοχές. Το χειρότερο είναι ότι η δημιουργία της ευρωζώνης, το 2002, επιδείνωσε, δραματικά, την κατάσταση, διότι, επιβάλλοντας τους κανόνες λειτουργίας της νομισματικής ένωσης σε 17 χώρες της Ε.Ε., λειτουργεί, ως μηχανισμός μεταφοράς εισοδήματος, από τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες και περιοχές, στις περισσότερο αναπτυγμένες.

Αυτή η λειτουργία των κανόνων και των μηχανισμών της νομισματικής ένωσης, που έχει καταστήσει το ευρώ, ως ένα από τα πιο σκληρά νομίσματα, στον πλανήτη (στην πράξη είναι το σκληρότερο νόμισμα), έχει καταστήσει νεκρή την ευρωζώνη και λειτουργεί, ως αποδομητικός μηχανισμός για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, η ύπαρξη της οποίας απειλείται, από τον τρόπο λειτουργίας της ευρωζώνης, η οποία, φυσικά, πρέπει να διαλυθεί και να αντικατασταθεί από ένα ευρωπαϊκό ομοσπονδιακό κρατικό σχήμα, το οποίο θα πλαισιώσει και θα υποτάξει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, σε μια ομοσπονδιακή κυβέρνηση, στα πρότυπα των Η.Π.Α. και η οποία θα ασκεί την νομισματική, την δημοσιονομική, την εισοδηματική και την δασμολογική πολιτική, όπως συμβαίνει, σε κάθε σοβαρό κράτος.

Αυτό το σχήμα της νομισματικής ένωσης, πάνω στο οποίο έχει οικοδομηθεί η ευρωζώνη, την καθιστά επιρρεπή, στις κρίσεις χρέους, οι οποίες συνδυάζονται, με την τραπεζική αποδιοργάνωση, που επικρατεί, στο εσωτερικό της, εξ αιτίας των άφρονων και βραχυπρόθεσμα, κερδοσκοπικών χειρισμών, στους οποίους έχει προβεί η ανεξέλεγκτη ευρωμπατιροτραπεζοκρατία και με τις συχνές δημοσιονομικές κρίσεις των κρατών της ευρωζώνης, τα οποία δεν περιορίζονται, μόνο, στις χώρες του νότου. Έτσι, τα δημόσια χρέη, στον χώρο της Ε.Ε., βρίσκονται, γύρω στο 90% του Α.Ε.Π. της Ένωσης, ενώ το εξωτερικό της χρέος (δημόσιο και ιδιωτικό), με μετριοπαθείς υπολογισμούς έχει φθάσει, στα 15,95 τρισ. $, ενώ στην πραγματικότητα, πρέπει να είναι πολύ μεγαλύτερο, καθιστώντας, ούτως, ή άλλως, επισφαλείς τις εσωτερικές ισορροπίες, ιδίως, στην ευρωζώνη, λόγω της πολιτικής του σκληρού ευρώ, που ακολουθεί η μπατιροτραπεζοκρατία της ανεξέλεγκτης Ε.Κ.Τ.

Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση και η ευρωζώνη, δεν προχωρήσουν, ταχύτατα, στην κατεύθυνση της μετεξέλιξης τους σε ένα ομοσπονδιακό κράτος, τότε, ο χρόνος της ζωής τους δεν θα είναι πολύς. Θα έχουν το τέλος της Αχαϊκής Συμπολιτείας της ύστερης ελληνικής αρχαιότητας...


Από την άλλη πλευρά, η Ιαπωνία, με μια μικρή έκταση 377.915 τ.χ. και έναν πληθυσμό 127.103.388 κατοίκων, ο οποίος πληθυσμός είναι, εθνικά, ενιαίος, αλλά, όμως, μειώνεται, σε ετήσια βάση, κατά 0,13%, έχει ένα Α.Ε.Π. της τάξεως των 4,73 τρισ. $, σύμφωνα με τους όρους της ισοδυναμίας των αγοραστικών δυνάμεων (ή 5,01 τρισ. $, αν το μετρήσουμε, με την επίσημη ανταλλακτική του αξία), το οποίο, μετά από μια μακρά ύφεση, έφθασε τα δύο τελευταία χρόνια να αναπτύσσεται, με ρυθμούς 2%.

Αυτό σημαίνει ότι το, κατά κεφαλήν, εισόδημα του μέσου Ιάπωνα φθάνει στα 37.214 $, ενώ το δημόσιο χρέος της χώρας φθάνει, στα επίπεδα του 226% του Α.Ε.Π. (και ακόμη πιο πολύ), αλλά αυτό δεν παίζει κανέναν ρόλο, για την οικονομία της χώρας, αφού το χρέος αυτό είναι εκφρασμένο, κατά 99%, στο τοπικό νόμισμα, δηλαδή το γεν και γι' αυτό η χώρα μπορεί να δανείζεται, από το εξωτερικό, με τους καλύτερους όρους δανεισμού - ασχέτως εάν δεν το κάνει (ή, ίσως και εξ αιτίας αυτού). Από την άλλη πλευρά, το συνολικό εξωτερικό χρέος της χώρας φθάνει, στα 3,017 τρισ. $ και φυσικά, είναι, απολύτως, αντιμετωπίσιμο.

Παρ' όλ' αυτά, η Ιαπωνία δεν είναι ένα, σοβαρά, υπολογίσιμο μέγεθος, όσο δεν αναπτύσσεται η στρατιωτική της δύναμη και όσο δεν διεγείρεται η αναπτυξιακή της δυναμική. Γι' αυτό και δεν είναι πολλά τα όσα μπορεί να προσφέρει, ως βοηθός, στον δυτικό συνασπισμό, του οποίου, αντίθετα, έχει την άμεση ανάγκη, προκειμένου να αναχαιτίσει τις κινεζικές φιλοδοξίες, στις θάλασσες, που την χωρίζουν από τον γειτονικό γίγαντα. Μια ανάγκη, την οποία καλύπτει, τώρα η ναυτική δύναμη και η ευρύτερη στρατιωτική παρουσία των Η.Π.Α., οι οποίες έχουν επικεντρώσει το ενδιαφέρον τους, σε αυτή την περιοχή, προκειμένου να περιορίσουν τον επιδεικνυόμενο κινεζικό δυναμισμό.


Όμως, όσο και αν αυτό δεν είναι αρεστό στην αμερικανική και στην ευρύτερη δυτική ελίτ και όσο και αν τους είναι εξαιρετικά, δυσάρεστο, όλοι αυτοί μαζύ, χωρίς την Ρωσία, δεν μπορούν, μακροπρόθεσμα και όσο θα συνεχίσουν να επικρατούν οι τάσεις, που περιγράφω, ως προς τις παγκόσμιες εξελίξεις και την επερχόμενη τεράστια και μαζική ανατροπή, στην πλανητική ισορροπία των δυνάμεων, να αντιμετωπίσουν την Κίνα.

Αν οι Η.Π.Α. και οι Δυτικοί συνεχίσουν να συμπεριφέρονται, στην Ρωσία, ως γεωστρατηγικό και γεωπολιτικό αντίπαλο, δηλαδή, με την λογική της εξυπηρέτησης των βραχυπρόθεσμων και των μεσοπρόθεσμων συμφερόντων, που επικρατούν, στον χώρο τους και με σκοπό την διατήρηση του status quo, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και εξακολουθεί να υφίσταται, έως σήμερα, στην δεκαετία του 2030, η Κίνα θα τους έχει επισκιάσει και στην καλύτερη, γι' αυτούς, περίπτωση, θα τείνει να τους δορυφοροποιήσει, αφού, προηγουμένως, θα τους έχει διασπάσει, μέσα από την επίδειξη της ισχύος της, μέσα και από μια συμμαχία της, με την Ρωσία, η οποία μπορεί να της προσφέρει, ανάμεσα, στα πολλά άλλα και την απόλυτη κάλυψη της ρωσικής πυρηνικής ομπρέλλας, αφού η δική της είναι μικρή και ασθενής, απέναντι, σε ένα πιθανό μαζικό αμερικανικό πυρηνικό πλήγμα.

Η τρέχουσα ουκρανική κρίση περιγράφει, ανάγλυφα, την διατηρούμενη αντιπαλότητα των Αμερικανών και ευρύτερα, των Δυτικών, με την Ρωσία, ακόμη και μετά την πτώση της "Σοβιετικής Ένωσης", γεγονός, το οποίο παραπέμπει, στα μύχια σχέδια αποικιοποίησης της χώρας αυτής, μέσα από τον κατακερματισμό της και τα οποία δεν μπόρεσαν, τότε, να υλοποιηθούν, λόγω της σαρωτικής αποτρεπτικής δύναμης του πυρηνικού οπλοστασίου, που κληρονόμησε η Ρωσία, από την "Ε.Σ.Σ.Δ.".

Η ουκρανική αντιπαράθεση Η.Π.Α. - Ρωσίας δεν είναι κάτι το νέο, αφού διαρκεί, από την εποχή του τέλους του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι Η.Π.Α., με όργανο την C.I.A., στήριξαν το αντάρτικο των Ουκρανών ναζιστών, που είχαν προσχωρήσει, στις γερμανικές δυνάμεις Κατοχής και είχαν ηττηθεί, από τον "σοβιετικό" στρατό, μέχρι το 1951. Οι Αμερικανοί και οι Δυτικοί εξακολουθούν να συμπεριφέρονται, με την ίδια λογική, παρά το γεγονός ότι γνωρίζουν, πολύ καλά, ότι η Ουκρανία ήταν και είναι ένα πολύ ευαίσθητο θέμα, για την Ρωσία. Και μάλιστα, γι' αυτό, ακριβώς, συμπεριφέρονται, όπως συμπεριφέρονται.

Το αστείο είναι ότι οι Αμερικανοί αρνούνται ότι θέλουν να βλάψουν τα ρωσικά συμφέροντα, στην περιοχή και ότι επιθυμούν να αποδυναμώσουν και γεωστρατηγικά, την Ρωσία, προωθώντας και την, παραπέρα, γεωπολιτική της υποβάθμιση, στην περιοχή. Φυσικά, δεν γίνονται πιστευτοί, διότι στερούνται αξιοπιστίας, αφού υπήρξαν δεσμεύσεις τους, απέναντι στην Ρωσία, τις οποίες έγραψαν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους, όταν έκριναν ότι η Ρωσία δεν μπορούσε να τους αντισταθεί.




George Bush - Mikhail Gorbachev - James Baker. Οι δύο Αμερικανοί "δούλεψαν" κανονικά, τον τελευταίο και μοιραίο ηγέτη της "Ε.Σ.Σ.Δ", τάζοντάς του λαγούς με πετραχείλια, προκειμένου να επιτύχουν την συναίνεσή του, στην γερμανική ενοποίηση και στην ένταξη της ενοποιημένης Γερμανίας, στο ΝΑΤΟ. Φυσικά, η αμερικανική ελίτ δεν τήρησε τα υπεσχημένα και οι, μετά τον Γέλτσιν, ηγέτες της Ρωσίας ψάχνουν, ακόμη, το πώς θα συμμαζέψουν την κατάσταση...


Το παράδειγμα της γερμανικής ενοποίησης είναι χαρακτηριστικό και αποδεικνύει του λόγου το αληθές, αφού η σχετική συμφωνία, ανάμεσα στον Μιχαήλ Γκορμπατσώφ και τους Τζώρτζ Μπους και Τζαίημς Μπαίηκερ, περιείχε τον βασικό και κυρίαρχο όρο, ο οποίος συνίστατο, στο ότι η παραμονή της ενοποιημένης Γερμανίας, στο ΝΑΤΟ, γινόταν δεκτή από την "σοβιετική" ηγεσία, με αντάλλαγμα την μη ενσωμάτωση, στην ατλαντική συμμαχία, των χωρών του πρώην "υπαρκτού σοσιαλισμού" και την διακήρυξη, ως απαράδεκτης, κάθε επέκτασης του ΝΑΤΟ, έστω και ενός εκατοστού, ανατολικά.

Το τί έγινε, στην συνέχεια, είναι γνωστό.

Με δεδομένη την διαλυτική και καταστροφική ηγεσία του μεθύστακα Μπορίς Γέλτσιν (την οποία οι Η.Π.Α. στήριξαν, παντοιοτρόπως), όλες οι χώρες του πρώην Συμφώνου της Βαρσοβίας, έγιναν μέλη του ΝΑΤΟ, φέρνοντας την αμερικανική στρατιωτική ισχύ, γύρω από την ίδια την Ρωσία. Οι Αμερικανοί και οι Δυτικοί έκαναν κουρέλι την, περί του αντιθέτου, συμφωνία τους, για την οποία διαβεβαίωναν, τον αφελή Μιχαήλ Γκορμπατσώφ και την παραπαίουσα "σοβιετική" ηγεσία της ύστερης περιόδου της "Ε.Σ.Σ.Δ.", μέσω των George Bush sr και James Baker, ότι "η συμφωνία αυτή ισχύει, απολύτως".



Ουδείς, λοιπόν, μπορεί να εμπιστευθεί τους Αμερικανούς και τους Δυτικούς. Τα επίπεδα της αξιοπιστίας τους βρίσκονται, πολύ κάτω, από το μηδέν και ως εκ τούτου, είναι σαφείς οι προθέσεις τους, για την γεωστρατηγική αποδυνάμωση της Ρωσίας. Και φυσικά, αυτή η συμπεριφορά των Αμερικανών δεν γίνεται αποδεκτή. Όλα αυτά τα καμώματα των Δυτικών λαμβάνουν τέλος. Και εάν επιμείνουν, αυτό που θα καταφέρουν, είναι το να οδηγήσουν την ρωσική ηγεσία, στο να προχωρήσει, στην κατάληψη ολόκληρης της ουκρανικής επικράτειας.

Οι Αμερικανοί και οι Δυτικοί, όμως, όπως έχω, ήδη, γράψει, με την στάση τους, απέναντι στην Ρωσία, βλάπτουν τα δικά τους μακροπρόθεσμα συμφέροντα, αφού η Ρωσία τους είναι απαραίτητη, προκειμένου να αναχαιτίσουν τον κινεζικό δυναμισμό και να ανακόψουν την επερχόμενη κινεζική πλανητική πρωτοκαθεδρία.

Όσο και αν αυτό δεν τους αρέσει, η Ρωσία, αποτελεί ένα αναπόσπαστο κομμάτι του ευρωπαϊκού και του δυτικού πολιτισμού. Δεν είναι Ασία και δεν αποτελεί τμήμα του ανατολικού δεσποτισμού, όπως θέλουν οι Δυτικοί να πιστεύουν και να διαδίδουν. Η Ρωσία, με όλες τις αγκυλώσεις, που κουβαλάει, δεν είναι η "Σοβιετική Ένωση". Έχει μετασχηματισθεί και οδηγείται στο να ολοκληρωθεί, ως μία ανοικτή κοινωνία, η οποία ανέχεται και αποδέχεται την διαφορετικότητα. Μπορεί να έχει - και έχει - αρκετά βήματα να κάνει, προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά έχει κάνει, ήδη, αρκετά. Και φυσικά, αυτό, που δεν χρειάζεται, είναι το να οδηγηθεί, στο να προχωρήσει, σε μια ανάστροφη πορεία, οδηγούμενη, στο συμπέρασμα ότι πρέπει να κάνει βήματα, προς τα πίσω, γυρνώντας, στα του οίκου της και σχηματίζοντας μια συμμαχία, με την Κίνα, που θα την οδηγήσει, στην ενίσχυση της κυριαρχίας του ασιατικού γίγαντα και την έλευση αυτής της κυριαρχίας, πολύ νωρίτερα, από ό,τι αναμένεται.

Αυτό, φυσικά, σημαίνει ότι η Ρωσία, πρέπει να γίνει αποδεκτή, ως ισότιμος εταίρος, στον δυτικό συνασπισμό και να ενταχθεί, σταδιακά, στην Ευρωπαϊκή Ένωση (η οποία έτσι, θα μετεξελιχθεί, σε Ευρασιατική Ένωση) και στο ΝΑΤΟ. Αυτή η εξέλιξη είναι η μόνη, μακροπρόθεσμα, ορθολογική επιλογή, η οποία συνάδει, απολύτως, με τα αντίστοιχα συμφέροντα της Δύσης προκειμένου αυτή, ως ένα ενιαίο σύνολο, το οποίο θα περιλαμβάνει και την Ρωσία, επιτρέποντας στην μεγάλη αυτή χώρα να διαδραματίσει τον ρόλο, που ταιριάζει, στο μέγεθός της και στον τεράστιο πλούτο, που κρύβεται, εντός της αχανούς της επικράτειας. Μόνον ένας τέτοιος επαναπροσανατολισμός της γεωστρατηγικής και της γεωπολιτικής των Η.Π.Α. και της Δύσης θα τους επιτρέψει να διατηρήσουν την πρωτοκαθεδρία, στον πλανήτη, για ένα μακρύ και απροσδιόριστο, προς το παρόν, χρονικό διάστημα και να αναχαιτίσουν τον αναπτυσσόμενο κινεζικό δυναμισμό.

Κάθε διαφορετική αντιμετώπιση της Ρωσίας, από την πλευρά των Αμερικανών, των δυτικοευρωπαίων και των συμμάχων τους, δεν θα καταφέρει τίποτε περισσότερο, από το να οδηγήσει τον ρωσικό ευρασιατικό γίγαντα, στην δημιουργία μιας ενεργού συμμαχίας, με τον κινεζικό ασιατικό γίγαντα, ακόμη και αν αυτη η συμμαχία καταλήξει, στην μετατροπή της Ρωσίας, σε έναν δορυφόρο της Κίνας.


 Μια τέτοια εξέλιξη, είναι αυτονόητο ότι θα αποβεί καταστροφική, για την Δύση, αφού θα προστατεύσει την Κίνα, από το τεράστιο στρατιωτικό δυναμικό των Η.Π.Α. και θα την καταστήσει, αρχικά, ισότιμο ανταγωνιστή και στην συνέχεια, πολύ ανώτερο αντίπαλο, από την Δύση, η οποία δεν θα έχει κάποια άλλη επιλογή, από το να υποταχθεί, ή να αντιδράσει δυναμικά, με την χρήση της στρατιωτικής βίας, με ό,τι σημαίνει μια τέτοια ενέργεια.

Και με όποιες επιπτώσεις ακολουθήσουν, στον βαθμό, που η πρώτη δύναμη, στο κόσμο, εκείνη την εποχή, πιθανότατα, όχι μόνο να μην είναι μια δυτικού τύπου αστική δημοκρατία, αλλά και θα περιφρονεί, βαθύτατα, τις δυτικές αστικοδημοκρατικές αρχές.


Θα ήταν δυνατόν η έμπρακτη κινεζική εκδοχή των επιγόνων του λενινισμού,  στην αχανή αυτή χώρα, να δικαιώσει τον Β. Ι. Λένιν, έστω και με ένα τρόπο, που διέφυγε της προσοχής του ιδίου; Γιατί όχι; Η Ιστορία, ως δημιουργία, οδηγεί, σε περίεργες και αναπάντεχες εξελίξεις και διαδρομές. Οψόμεθα...




Έτσι, όσο και αν φαίνεται περίεργο και όσο και αν αποτελέσει ένα, ακόμη, πανούργημα της Ιστορίας, ως μιας ακατάπαυστης ανθρώπινης δημιουργίας, ο "κομμουνισμός", δηλαδή η λενινιστική γραφειοκρατική εκδοχή του μαρξισμού, είναι πολύ πιθανό, μέσα από την εξελικτική αλυσίδα, που διαμορφώθηκε, μετά την συντριπτική του ήττα, κατά την περίοδο 1989 - 1991, να καταφέρει να πάρει την ιστορική του ρεβάνς, από την δυτική εκδοχή του σύγχρονου γραφειοκρατικού κπιταλισμού.

Μόνο, που αυτό, αν συμβεί, θα πραγματοποιηθεί, με έναν τρόπο, που θα έχει διαφύγει, τελείως, από τους ιδρυτές του.

Καθόλου περίεργο, αφού, μέσα, στην ιστορική διαδρομή του ανθρώπινου είδους, μια τέτοια εξέλιξη δεν είναι καθόλου, μα καθόλου άγνωστη. Έχει συμβεί, ουκ ολίγες φορές. Και φυσικά, αυτή δεν θα είναι η τελευταία...

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ηδη η μετατοπιση ξεκινησε,με ενεργειακες συμφωνιες και βλεπουμε ,αποκυτα σωστο το αρθρο σας.

Ανώνυμος είπε...

Έχουμε σχεδόν ολοκληρωτική επικράτηση του οικονομικού συστήματος της νεοφιλελεύθερης Παγκοσμιοποίησης κάτι που έχει οδηγήσει σε τεράστια κυριαρχία του εμπορίου και της παραγωγής από μερικές τεράστιες πολυεθνικές και σε μετατροπή των εθνών κρατών σε επαρχίες με συρρικνωμενη εθνικη και λαϊκή κυριαρχία, και με ένα πολιτικό σύστημα που αποκαλείται "δημοκρατία" αλλα στη πράξη είναι κοινοβουλευτικη χούντα χωρίς δυνατότητα άλλων εναλλακτικών (ακόμα και η σοσιαλδημοκρατία των 1970ς είναι αδύνατη σήμερα στο πλαίσιο αυτό ).

Η Κίνα έχει μεν εθνική κυριαρχία αλλα εξαρτάται οικονομικά από τις δυτικές πολυεθνικές που εχουν μεταφερθεί εκει.
Μια είσοδος της Ρωσίας σε ΝΑΤΟ και ΕΕ θα ήταν καταστροφική για τη Ρωσία αφού θα την οδηγούσε σε καθεστώς προτεκτοράτου της Νέας τάξης της Παγκοσμιοποίησης.

Επίσης, μια ομοσπονδιοποιηση της ΕΕ θα οδηγούσε σε ακόμα μεγαλύτερη καταστροφή για τα λαϊκά στρώματα,στο οριστικό τέλος των ευρωπαϊκών εθνών κρατών και σε πλήρη δικτατορία των ευρωπαίων ελιτιστων κομισαριων που είναι τα ανδρείκελα των τραπεζών και των πολυεθνικων.

Η άνοδος της Κίνας φοβίζει μόνο τις κλεπτοκρατικες ολιγαρχικες παρασιτικές υπερεθνικές ελίτ της δύσης . Ο απλός ευρωπαίος δεν έχει να φοβηθεί κάτι. Ηδη πολλά από τα κεκτημένα και τα δικαιώματα των ευρωπαίων πολιτών εχουν χαθεί στα χρόνια της Παγκοσμιοποίησης και της ΕΕ ενώ έχουμε και ένα ταχύτατο εκφυλισμό της ευρωπαϊκής κουλτούρας, παραδόσεων και αξιών που προωθείτε μεσα από το παγκομιοποιητικο σύστημα της δύσης (ΜΜΕ , εκπαιδευση, νομοθεσία, κλπ).
Για ποια "ευρωπαϊκή" κουλτούρα και αξίες λοιπόν να αγωνιστεί κάποιος?

Η μόνη ελπίδα είναι να δημιουργηθεί κάποιος εναλλακτικός πόλος εθνικά κυρίαρχων εθνών κρατών όπου θα προσπαθήσουν να απεξαρτηθουν από την οικονομική και πολιτιστική παγκοσμιοποίηση προστατευωντας τους πολίτες τους από την επερχόμενη εξαθλίωση που προκαλεί το παγκομιοποιητικο οικονομικό σύστημα