Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Ιωάννης Μεταξάς και Γεώργιος Β' : Από την 4η Αυγούστου 1936 στην 28η Οκτωβρίου 1940.



Ιωάννης Μεταξάς και Γεώργιος Β'. Η στερνή γνώση, η εκ των υστέρων γνώση του αλυσιτελούς δυναμισμού της Γερμανίας τους οδήγησε, μέσα από δύσκολες και αντίξοες συνθήκες, στο να κάνουν τις σωστές στρατηγικές επιλογές, να απορρίψουν τις ιταλικές απαιτήσεις και να οδηγήσουν την χώρα, μετά από μια προσωρινή ήττα, που συνοδεύτηκε από μια τεράστια ανθρωπιστική καταστροφή, στην τελική νίκη κατά του ιταλικού φασισμού και του γερμανικού ναζισμού. Ιδιαίτερα, η στάση του τότε πρωθυπουργού, του δικτάτορα ηγέτη του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, το ξημέρωμα της 28ης Οκτωβρίου 1940 υπήρξε καθοριστική. Εάν δείλιαζε και αποδεχόταν το ιταλικό τελεσίγραφο, ουδείς θα μπορούσε να αποτρέψει την παράδοση της χώρας στα χέρια των Ιταλών. Ούτε και θα είχε οποιοδήποτε επιχείρημα για να αρνηθεί την επιχειρηματολογία, που θα συνόδευε μια τέτοια ενέργεια του Ιωάννη Μεταξά. Κάτι τέτοιο, ευτυχώς, δεν συνέβη. Ο πρωθυπουργός της χώρας, σώζοντας την υστεροφημία του και έχοντας μια εκπληκτικά ορθή ανάλυση των δεδομένων, μέσα από την προβολή τους στο μεσομακροπρόθεσμο μέλλον, έπραξε αυτό που έπρεπε, απορρίπτοντας την εύκολη οδό της παράδοσης και ακολουθώντας την δύσκολη οδό της αντίστασης. Αντίθετα από ό,τι έπραξαν οι έμπλεοι κοσμοπολιτισμού και μειωμένου πατρωτισμού ψοφοδεείς, αποπροσανατολισμένοι και στερούμενοι στρατηγικής σκέψης, κυβερνήτες της χώρας 70 χρόνια μετά...




Μια από τις ενδιαφέρουσες διαστάσεις του ελληνοϊταλικού πολέμου και της συμμετοχής της Ελλάδας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλευρό της ευρείας αντιφασιστικής συμμαχίας που, εκ των πραγμάτων, σταδιακά και όχι εύκολα, συμπήχθηκε κατά την διάρκεια του πολέμου, αφορά όσα διαδραματίστηκαν μακριά απο τα πολεμικά μέτωπα και έχει να κάνει με την επιλογή της ελληνικής ελίτ εκείνης της εποχής να συμμαχήσει με τους Βρετανούς, σε μια χρονική περίοδο, κατά την οποία η Βρετανία έδινε μόνη της την μάχη κατά του Αξονα και ενώ, περίπου, όλα έδειχναν ότι θα έχανε τον πόλεμο.

Η απόφαση, για την αντίσταση σε ενδεχόμενη ιταλική επίθεση, ήταν, προφανώς, μια συλλογική απόφαση της πλειοψηφίας της ελίτ του τόπου, η οποία, από παλαιά, είχε έναν αγγλόφιλο προσανατολισμό και συγκεκριμενοποιήθηκε, ως απόφαση, από τον τότε πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά, που είχε λάβει ψήφο εμπιστοσύνης στην Βουλή, πριν την καταργήσει στις 4/8/1936 και τον βασιλιά Γεώργιο Β', υπό συνθήκες σκληρής δικτατορίας, η οποία, παράλληλα, μεταχειριζόταν τους φασιστικούς συμβολισμούς του Μεσοπολέμου, ως προπαγανδιστικούς μηχανισμούς και ως μεθόδους διοίκησης του πληθυσμού.




Στο χαρακτηριστικό αυτό σκίτσο εποχής φιλοτεχνημένο από τον Φωκίωνα Δημητριάδη ο Μπενίτο Μουσσολίνι δείχνει να απορεί για την αντίσταση των Ελλήνων. Η πραγματικότητα δεν ήταν διαφορετική. Ο υπερφίαλος ηγέτης του ιταλικού φασισμού, όντως εξεπλάγη και έμεινε με την απορία, όσον αφορά την άρνηση της ελληνικής πολιτικοστρατιωτικής ηγεσίας, την εξουδετέρωση των προδοτών, στους οποίους στηριζόταν, σε έναν βαθμό, το σενάριο της ιταλικής επίθεσης κατά της Ελλάδας και την τραγική για τον ίδιο και την Ιταλία εξέλιξη του ελληνοϊταλικού πολέμου.



Ο Ιωάννης Μεταξάς και ο Γεώργιος Β' δεν είχαν διαφορές στον προσανατολισμό τους, που ήταν φιλοβρετανικός και τούτο, διότι η ανάλυση των δεδομένων, που έκαναν, τους οδηγούσε στην πεποίθηση ότι ο Άξονας θα ηττηθεί. Οι δύο άνδρες ήσαν σε πλήρη αρμονία και είχαν τις ίδιες αναλύσεις. Και με αυτές πορεύτηκαν κατά την διεξαγωγή του πολέμου. Απλώς, αυτό που συνέβη, είναι το γεγονός ότι οι αναλύσεις τους υπήρξαν ορθές. Αυτή είναι η αλήθεια.

Από εκεί και πέρα, όμως, ο φιλοβρετανικός προσανατολισμός τους δεν τους στερούσε την δυνατότητα να αποκολληθούν από τα βρετανικά συμφέροντα, αν αυτό το έκριναν σκόπιμο. Μια τέτοιου είδους μεταστροφή δεν θα συνέβαινε για πρώτη φορά, αφού στην Ιστορία των μικρών κρατών, τέτοιου είδους συμπεριφορές συμβαίνουν συχνά.

Χρήσιμο είναι να θυμηθούμε τα δεδομένα του Οκτωβρίου του 1940 : Η Βρετανία βρισκόταν κάτω από τον άμεσο κίνδυνο να καταληφθεί από την στρατιωτική μηχανή του Χίτλερ και ήταν τόσο απελπιστικά μόνη στα πεδία των μαχών, που δεν είχε την παραμικρή δυνατότητα να επηρεάσει τις ελληνικές εξελίξεις. Και ο Μεταξάς μπορούσε να στρέψει την ελληνική εξωτερική πολιτική υπέρ του Άξονα, αν το ήθελε. Ουδείς λογικός μπορούσε να του αντισταθεί, αφού θα μπορούσε να συνεχίσει την ουδετερότητα της χώρας, δίνοντάς της έναν φιλοαξονικό προσανατολισμό. Θα μπορούσε να βγει και στον πόλεμο, στο πλευρό του Άξονα, αν του το ζητούσαν. Θα μπορούσε να αφήσει τους Ιταλούς να περάσουν, αφού προηγουμένως είχε διαμορφώσει το κατάλληλο κλίμα.

Ποιός θα μπορούσε να του αντισταθεί και για ποιόν λόγο; Οι Βρετανοί δεν μπορούσαν να κάνουν το παραμικρό, εκείνη την εποχή, ούτε και να κινήσουν τους όποιους μηχανισμούς είχαν, αφού ήσαν άλλες οι προτεραιότητές τους και στον ελληνικό εσωτερικό χώρο, ουδείς θα είχε διαφορετική άμεση και αξιόπιστη πρόταση, απέναντι στον Μεταξά και τους ισχυρούς της ημέρας - δηλαδή τις δυνάμεις του Άξονα.

Απλά, ο Μεταξάς δεν είχε έναν τέτοιο προσανατολισμό. Είχε τον αντίθετο, που ήταν και σωστός.

Ο Μεταξάς, αν ήθελε, θα μπορούσε να κάνει ένα πραξικόπημα στο πραξικόπημα και να αναπροσανατολίσει την ελληνική εξωτερική πολιτική, υπέρ της Γερμανίας στην αρχή και υπέρ του Άξονα στην συνέχεια. Και εάν ο Μεταξάς αποφάσιζε να επιχειρήσει μια φιλοαξονική μεταστροφή της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, ο Αλέξανδρος Παπάγος (ο μετέπειτα "σκατάρχης" κατά τα Ανάκτορα του Παύλου και της Φρειδερίκης) δεν αποτελούσε πραγματικό κίνδυνο, αφού ο Μεταξάς είχε που να στηριχθεί, με τον προσωποπαγή στρατιωτικό και αστυνομικό μηχανισμό, που είχε δημιουργήσει – πέρα, φυσικά, από το γεγονός ότι ο Παπάγος δεν διαφωνούσε με την ανάλυση του δικτάτορα.

Ο δικτάτορας, όμως, δεν έπραξε κάτι τέτοιο και δεν άλλαξε την εξωτερική πολιτική της χώρας, όχι για λόγους αρχής, αλλά επειδή η αναλυσή του, πλέον, ήταν διαφορετική από εκείνην, που είχε, κατά την δεκαετία του 1910. Και αυτή η νέα ανάλυσή του ήταν ορθή. Έτσι, αν και το 1940 ο Μεταξάς - ο γερμανόφιλος στρατηγός της δεκαετίας του 1910 - μπορούσε να ηγηθεί φιλοαξονικού πραξικοπήματος, εάν το επιθυμούσε, δεν το έκανε, διότι δεν ήθελε να το κάνει, επειδή, ήδη, από την δεκαετία του 1930, είχε αλλάξει προσανατολισμό. Οι Βρετανοί, άλλωστε, ήσαν σε τόσο τραγική κατάσταση, που δεν μπορούσαν να επηρεάσουν στο ελάχιστο τα πράγματα, ούτε και να ανατρέψουν μια μεταστροφή του Ιωάννη Μεταξά, υπέρ του Άξονα, αφού οι τραγικές περιστάσεις, που αντιμετώπιζαν, δεν τους επέτρεπαν, τέτοιου είδους, πολυτέλειες την ώρα, που το νησί τους βρισκόταν απομονωμένο και κάτω από μια στενή και αιματηρή πολιορκία.

Οι απαρχές της φιλοβρετανικής πολιτικής του Ιωάννη Μεταξά και του Γεώργιου Β΄, κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, βρίσκονται, προφανώς, στην κήρυξη της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936, αφού το ίδιο το πραξικόπημα είχε όχι μόνο την βρετανική αποδοχή, αλλά και την έγκριση. Βέβαια, η δικτατορία αυτή είχε και συντεχνειακή διάσταση, η οποία, ήταν μία από τις διαστάσεις της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, αφού οι βασιλόφρονες αξιωματικοί δεν επιθυμούσαν την επαναφορά των βενιζελικών απότακτων του 1935. Ήταν μια σημαντική διάσταση, αλλά δεν ήταν η κυριότερη.

Κυριότερη ήταν η παρουσία του ξένου παράγοντα (Βρετανία), που φοβόταν μια, εις βάρος των συμφερόντων του, εξέλιξη στην ανατολική Μεσόγειο, αναλόγου τύπου με αυτήν στην Ισπανία. Και δεν ήταν μόνο το σενάριο της συγκυβέρνησης των αστικών κομμάτων (που ήταν αδύναμο, αφού το Παλάτι και οι Βρετανοί δεν επιθυμούσαν μια τέτοια εξέλιξη). Ο κυριότερος φόβος τους εντοπιζόταν στο Κ.Κ.Ε. και στην συνεργασία του (στα πλαίσια της τότε γραμμής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, για σχηματισμό μετώπων), με τους Φιλελεύθερους. Η δικτατορία, λοιπόν, είχε και μια έντονη αντικομμουνιστική διάσταση και ανάμεσα στα άλλα, έγινε για να προλάβει και την γενική απεργία που ετοιμαζόταν.

Και δεν ήταν, απλά, βασιλική δικτατορία, η δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Ήταν βασιλομεταξική, με το δεύτερο συνθετικό να είναι πολύ σημαντικότερο από το πρώτο, λόγω της αίγλης που απολάμβανε ο Μεταξάς, μεταξύ των εν ενεργεία αξιωματικών, οι οποίοι τον θεωρούσαν, ως τον φυσικό τους ηγέτη και στέκονταν σούζα μπροστά του. Και στέκονταν σούζα, όχι μόνον επειδή ήταν παλαιός φιλοβασιλικός αξιωματικός, αλλά και επειδή τον θαύμαζαν, για τις μεγάλες αναλυτικές του ικανότητες, οι οποίες είχαν πάρει, στις τάξεις του στρατού, αλλά και εν γένει, της τότε κυβερνώσας ελίτ, μυθικές διαστάσεις (προφανώς μεγαλύτερες, από αυτές, που στην πραγματικότητα, είχαν, διότι ο Μεταξάς τυφλωνόταν, από τα μεγάλα πολιτικά και προσωπικά του πάθη και πολλές φορές έσφαλε), οι οποίες μυθικές διαστάσεις είχαν πλήρως αποτυπωθεί στο γνωμικό, που τότε κυκλοφορούσε και το οποίο συνοψιζόταν στην περίφημη φράση : "Ουδέν άλυτον για τον Μεταξά".

Θα θυμίσω κάτι εδώ, το οποίο σχετίζεται με τον μύθο του Μεταξά και τις τεράστιες αναλυτικές του ικανότητες :

Αυτό που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην οικοδόμηση αυτού του μύθου έχει να κάνει με την στάση του Μεταξά στον μικρασιατικό πόλεμο. Όταν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α' και η κυβέρνηση Δημητρίου Γούναρη τον κάλεσαν να αναλάβει την αρχιστρατηγία του Μικρασιατικού πολέμου, ο Ιωάννης Μεταξάς αρνήθηκε και τους εξήγησε τους λόγους της άρνησής του. Δεν μπορούσε να αναλάβει, τους είπε, την αρχηγία ενός πολέμου, με τον οποίον δεν συμφωνούσε, επειδή ο πόλεμος αυτός ήταν χαμένος και άπελπις. Και ήταν χαμένος διότι οι στρατιωτικές δυνάμεις και οι εν γένει δυνατότητες της Ελλάδας, εκείνης της εποχής, δεν μπορούσαν να τον φέρουν εις πέρας με επιτυχία, αφού ο Μουσταφά Κεμάλ και οι άτακτοί του είχαν το απαραίτητο στρατηγικό εδαφικό βάθος, για να καταπονήσουν τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις, καθώς επίσης είχαν και τον τοπικό πληθυσμό, με το μέρος τους, αφού οι μάχες διεξάγονταν μέσα σε εδάφη, με αμιγή τουρκικό πληθυσμό, ο οποίος θα στήριξε τον εθνικό αγώνα, που διεξήγαγε ο Κεμάλ και αντιδρούσε στις αγριότητες που διεπράττοντο από τον ελληνικό στρατό.

Ο πόλεμος, υπό αυτές τις συνθήκες, θα μπορούσε να είναι νικηφόρος, μόνον εάν, μαζί με τους Έλληνες, πολεμούσαν εναντίον του Κεμάλ και άλλες δυνάμεις, κάτι που δεν ήταν δυνατόν, αφού οι ξένες δυνάμεις είχαν διασπαστεί στην στάση τους απέναντι στον Κεμάλ και ακολουθούσαν διαφορετική πολιτική, η οποία, λίγο - πολύ, ήταν μια πολιτική προσέγγισης του Τούρκου ηγέτη. Ως εκ τούτου, τους είπε ο Μεταξάς, μόνη λύση ήταν η, όσο το δυνατόν, ταχύτερη σύναψη συμφωνίας ειρήνης με τους Τούρκους εθνικιστές, πριν οι εξελίξεις στο μέτωπο αντιστραφούν και οι ελληνικές δυνάμεις χάσουν το επάνω χέρι στην διεξαγωγή των επιχειρήσεων και τούτο διότι, αν το χάσουν, η κατάρευση θα είναι άμεση.



1923 : Έλληνες αιχμάλωτοι του μικρασιατικού πολέμου, σε άθλια κατάσταση, στον δρόμο της επιστροφής. (Από τους λίγους και τυχερούς)...




Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α' και ο Δημήτριος Γούναρης δεν τον άκουσαν. Και μάλιστα του χρέωσαν αυτήν του την στάση, ως φυγομαχία και όχι ως αυτό που πραγματικά ήταν - δηλαδή μια ρεαλιστική εκτίμηση της στρατιωτικής κατάστασης στο μέτωπο, με την δέουσα προβολή των τότε δεδομένων στο μέλλον. Αυτή η ανάλυση του Μεταξά ,τότε, του κόστισε, μέσα στον χώρο της βασιλικής παράταξης, για πολύν καιρό και γι' αυτό απομονώθηκε και δεν στηρίχθηκαν οι πολιτικές του φιλοδοξίες, διαβαίνοντας μια ιδιότυπη πολιτική έρημο.

Φυσικά είχε δίκιο ο Μεταξάς και είχαν άδικο ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α', ο Δημήτριος Γούναρης και οι τότε κυβερνώντες. Και αυτό το πλήρωσε ο μικρασιατικός ελληνισμός. Στην πορεία των ετών, όμως, ο Ιωάννης Μεταξάς δικαιώθηκε στην συνείδηση όλων.

Έτσι καλλιεργήθηκε ο μύθος του και έτσι κέρδισε την ανεπιφύλακτη εκτίμηση όλων των στρατιωτικών της φιλοβασιλικής παράταξης - και όχι μόνον αυτών. Και ο βασιλιάς Γεώργιος Β' γι' αυτόν τον λόγο, μέσα από την λογική του "στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα", τον εμπιστεύτηκε και τον επέβαλε, ως υπουργό Άμυνας, στην κυβέρνηση Δεμερτζή (όπου ο Μεταξάς αναδιάταξε τον στρατό, κατά τις προσωπικές του βουλήσεις) και στην συνέχεια, ως πρωθυπουργό.


Η δίκη, η καταδίκη και η εκτέλεση των 6 ηγετικών στελεχών της βασιλικής παράταξης, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή τραυμάτισε τον βασιλιά Γεώργιο Β' ο οποίος κατηγορήθηκε ότι εγκατέλειψε, στην τύχη τους, τους εκτελεσθέντες. Στην πραγματικότητα δεν μπορούσε να κάνει ο,τιδήποτε γι' αυτούς...



Ο Γεώργιος Β' είχε, επίσης, μια βαριά προσωπική τραυματική εμπειρία, από την εκτέλεση των έξι, που προήλθε από τα τεράστια λάθη του πατέρα του και την ήττα του ελληνικού στρατού στην Μικρά Ασία, η οποία ήταν προϊόν αυτών των λαθών. Η εκτέλεση των έξι τον σημάδευσε ανεξίτηλα, διότι ένα μέρος της συντηρητικής ελίτ του τόπου (με πρώτους απ' όλους τους συγγενείς των θυμάτων) του χρέωσε το γεγονός ότι δεν κούνησε το δακτυλάκι του, για να τους σώσει. (Πιστεύω ότι και εδώ τον αδικούν, διότι, μέσα στο κλίμα εκείνης της εποχής, ουδέν μπορούσε να πράξει. Και αν έπραττε κάτι, τότε μπορούσε να παιχθεί και το δικό του κεφάλι - άλλωστε πολύ γρήγορα οι πλαστηρικοί τον έδιωξαν). Αυτήν την κατηγορία, άλλωστε την επανέφεραν τα μέλη των δοσιλογικών κυβερνήσεων, κατά την διάρκεια της Κατοχής, όταν ο βασιλιάς Γεώργιος Β', ως η κεφαλή της νόμιμης ελληνικής Πολιτείας, που δεν παραδόθηκε στους κατακτητές, αρνούμενος να γίνει ένας ακόμα Quisling, ήταν, άκρως, ενοχλητικός για τους κατακτητές και τα εντόπια οργανά τους.

Αυτό, που έκανε τον Γεώργιο Β' να γίνει θαυμαστής του Ιωάννη Μεταξά, ήταν η ανάλυση του Κεφαλλονίτη στρατηγού, για την αλυσιτελή ελληνική εκστρατεία κατάκτησης της Μικράς Ασίας και οι προτάσεις του για την απεμπλοκή από αυτήν, με την έγκαιρη σύναψη ειρήνης με τους Τούρκους εθνικιστές του Μουσταφά Κεμάλ. Αυτή η ανάλυση και η πλήρης δικαίωσή της είναι η λυδία λίθος, για την εμπέδωση του μύθου του αλάθητου του Ιωάννη Μεταξά στον χώρο της ελληνικής συντηρητικής στρατιωτικής ελίτ και στον ίδιο τον Γεωργίο Β'. Από την πρώτη στιγμή, που ο Γεώργιος επέστρεψε στην Ελλάδα, ήταν προσκολλημένος στον Μεταξά, γι' αυτό και παραγκώνισε τον Γεώργιο Κονδύλη - τον οποίον και σιχαινόταν, παρά το γεγονός ότι ο πρώην βενιζελικός αξιωματικός, που είχε στραφεί κατά των παλαιών του φίλων και τους είχε εξοντώσει, κατά την διάρκεια της αιματηρής καταστολής του πραξικοπήματος των βενιζελικών του Μαρτίου του 1935, είχε πρωταγωνιστήσει για την επαναφορά του Γεωργίου Β' στον θρόνο.

Και ήταν προσκολλημένος στον Μεταξά, μέσα από τον ιδιότυπο συναισθηματισμό του - αν και ήταν απόμακρος άνθρωπος - και μέσα από την λογική του γνωμικού, "Στερνή μου γνώση, να σ' είχα πρώτα", αντιλαμβανόμενος τα λάθη του πατέρα του και το βάρος, που άφησαν τα λάθη αυτά, στους δικούς του ώμους. Γι' αυτό και επέλεξε να επιβάλει τον Μεταξά ως υπουργό Άμυνας (Στρατιωτικών) στην κυβέρνηση Δεμερτζή, έτσι ώστε να κανονίσουν μαζύ τα του στρατού και μετά τον ξαφνικό θάνατο του τότε πρωθυπουργού τον επέβαλε, ως πρωθυπουργό. Άλλωστε, δεν είχε και κάποιον άλλον, που να έχει ένα τέτοιο κύρος και να εμπνέει έναν τόσο μεγάλο θαυμασμό και σεβασμό στους συντηρητικούς στρατιωτικούς, οι οποίοι τον έβλεπαν σαν πατέρα τους.

(Όποιος έχει κάποια έστω και μακρυνή σχέση με παλαιούς στρατιωτικούς και στρατιωτικές οικογένειες, μπορεί να καταλάβει το τι λέω και να αντιληφθεί το γιατί οι γνώμες και οι απόψεις του Μεταξά ήσαν κάτι σαν νόμος, για τους κατώτερούς του συντηρητικούς αξιωματικούς. Και λέω κατώτερούς του, διότι το γεγονός ότι ήταν απόστρατος δεν είχε καμμία σημασία, γι' αυτούς, διότι πάντοτε στους στρατιωτικούς κύκλους αντιμετωπιζόταν με την στρατιωτική του ιδιότητα, ως στρατηγός, δηλαδή, ως ανώτερος όλων τους και στην στρατιωτική βαθμίδα, αλλά και στην ευρύτερη φιλοβασιλική πολιτική παράταξη στην οποία συμμετείχαν).

Ο Γεώργιος Β' δεν ήταν αφελής. Ήταν συναισθηματικά εξαρτημένος από τον Ιωάννη Μεταξά, ύστερα από την προσωπική του περιπέτεια και αφού και οι δυό τους είχαν κοινή ιδεολογικοπολιτική πορεία, έχοντας μεταστραφεί από φιλογερμανοί, σε αγγλόφιλους, μέσα από το μεγάλο στραπάτσο, που υπέστη η βασιλική οικογένεια, η συντηρητική παράταξη και η χώρα ολόκληρη από τα απανωτά και συνάμα καταιγιστικά γεγονότα των δεκαετιών 1910 και 1920 και ιδίως την μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή.



Γεώργιος Β' και Γεώργιος Κονδύλης. Αφού ο Κονδύλης συνέτριψε  το πραξικόπημα των βενιζελικών, που έγινε από τον ίδιο τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Νικόλαο Πλαστήρα, την 1η Μαρτίου 1935 και αφού ο Γεώργιος Β' επέστρεψε, μετά το δημοψήφισμα της 3ης Νοεμβρίου 1935, ο επανενθρονισθείς βασιλιάς αρνήθηκε την επιβολή δικτατορίας, που του πρότεινε ο Κονδύλης και τον απομάκρυνε από την πρωθυπουργία. Ο Γεώργιος προέκρινε την επάνοδο στον ομαλό κοινοβουλευτικό βίο και την επανενσωμάτωση της κεντρώας παράταξης στην πολιτική ζωή της χώρας. 




Το ειρωνικό στοιχείο στην όλη υπόθεση είναι ότι η κήρυξη της δικτατορίας δεν ήταν, εξ αρχής, στις προθέσεις του Γεωργίου, όταν επέστρεψε στον θρόνο του το 1935. Αδικείται όταν του καταλογίζεται πρόθεση για δικτατορία. Δεν την είχε. Και δεν την είχε, ανάμεσα στα άλλα και επειδή οι Βρετανοί δεν είχαν πρόθεση να κηρυχθεί δικτατορία στην χώρα μας. Αυτό το έχω ξαναγράψει. Και δεν είχαν (οι Βρετανοί και ο Γεώργιος Β') πρόθεση να κηρύξουν δικτατορία, διότι αυτήν μπορούσαν να την κηρύξουν, μετά την αιματηρή καταστολή του κινήματος του Μαρτίου 1935, αφού οι αντίπαλοί τους, με επί κεφαλής τον Ελευθέριο Βενιζέλο, επιχειρώντας την πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας, τους είχαν δώσει την ευκαιρία να το πράξουν και είχαν και την απόλυτη δύναμη να το πράξουν. Δεν το έπραξαν, διότι δεν το ήθελαν και δεν το είχαν προσχεδιάσει.

Γεώργιος Κονδύλης πλασαριζόταν για αρχηγός μιας τέτοιας δικτατορίας, αλλά ο Γεώργιος Β', αμέσως μόλις επέστρεψε στην Ελλάδα, μετά την 11ετή απομάκρυνσή του από τον θρόνο και την φυγή του από την χώρα, τον έκανε πέρα - προφανώς και μετά από υποδείξεις των Βρετανών - και επέλεξε αστικοδημοκρατικές λύσεις, για την διακυβέρνηση της χώρας, κάτι που φαίνεται παράδοξο, υπό τις συνθήκες εκείνης της εποχής, διότι, μετά από την πλήρη στρατιωτική ήττα των βενιζελικών, έγινε προσπάθεια από το Παλάτι, για επανενσωμάτωση της, στρατιωτικά, ηττημένης κεντρώας αντιπολίτευσης στους επίσημους αστικοδημοκρατικούς θεσμούς της κρατικής εξουσίας).

Η κήρυξη της δικτατορίας στην Ελλάδα σχεδιάστηκε αργότερα (με την νίκη του Λαϊκού Μετώπου στην Ισπανία, καθώς και του αντίστοιχου Λαϊκού Μετώπου στην Γαλλία) και υλοποιήθηκε, όταν η έντρομη ελληνική πολιτικοοικονομική και στρατιωτική ελίτ, μετά τα γεγονότα του Μαΐου του 1936 και - πολύ περισσότερο - μετά το πραξικόπημα του Φράνκο και την ισπανική κοινωνική επανάσταση, που ακολούθησε, αντιλήφθηκε (μαζύ με τους Βρετανούς) ότι στην Ελλάδα ελλόχευε μια κοινωνική εξέγερση, την οποία μπορούσε να εκμεταλλευθεί ο εντόπιος σταλινολενινιστικός μηχανισμός της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να αποδιδονται προθέσεις στον Γεώργιο Β', που αρχικά δεν είχε.

Ο συνεργατικός χαρακτήρας του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου 1936 και ο προσδιορισμός του ως βασιλομεταξικής δικτατορίας προκύπτει και από τις αναλύσεις των αντιπάλων του, με πρώτο το Κ.Κ.Ε., το οποίο σε όλα τα κείμενά του χαρακτηρίζει την δικτατορία της 4ης Αυγούστου, ως βασιλομεταξική, είτε μιλάμε, για το ΚΚΕ εκείνης της εποχής, είτε για τους μεταγενέστερους ηγέτες του.

Ο ίδιος ο Νίκος Ζαχαριάδης πάμπολλες φορές έχει αναφερθεί στο καθεστώς της 4/8/1936, προσδιορίζοντάς το, ως βασιλομεταξική δικτατορία. Και δεν το έχει κάνει για λόγους απλής ονοματολογίας. Όταν αναφερόταν στον αγώνα κατά των Ιταλών εισβολέων, καλούσε τον ελληνικό λαό και τους Έλληνες κομμουνιστές να συμμετάσχουν, χωρίς καμμιά επιφύλαξη, σε αυτόν τον πόλεμο, που διηύθυνε η κυβέρνηση Μεταξά (ο μονάρχης, μάλιστα, δεν υπάρχει καθόλου). Και αυτή η αναφορά του Νίκου Ζαχαριάδη δεν ήταν καθόλου τυχαία. Ο ηγέτης του ΚΚΕ γνώριζε πολύ καλά, για ποιό πράγμα μιλούσε και ήξερε με ποιούς είχε να κάνει. Όπως γνώριζε, πολύ καλά, και το ποιός έκανε το πραγματικό κουμάντο, στην χώρα. Άλλοι δεν γνώριζαν. Και την πάτησαν, διότι όλοι οι μηχανισμοί καταστολής, που είχε δημιουργήσει το καθεστώς ήσαν προσωποπαγείς και αναφέρονταν στον Ιωάννη Μεταξά.



Ο γενικός γραμματέας του Κ.Κ.Ε. Νίκος Ζαχαριάδης υπήρξε, μέσα από την εμπειρία του, ακριβέστατα περιγραφικός στις τοποθετήσεις του για το καθεστώς της 4ης Αυγούστου
1936, περιγράφοντάς το ως "βασιλομεταξική δικτατορία" και ως "μοναρχοφασιστική δικτατορία", δίνοντας ένα προβάδισμα στον Ιωάννη Μεταξά. (Αργότερα, οι εκφράσεις αυτές έγιναν λάστιχο, όταν χρησιμοποιήθηκαν, για να εκφράσουν άλλες εποχές της ελληνικής πολιτικής ζωής)...




Για το ΚΚΕ και για το ίνδαλμά των, απανταχού, Ελλήνων σταλινικών, τον Νίκο Ζαχαριάδη, η δικτατορία της 4ης Αυγούστου ήταν βασιλομεταξική και όχι απλά βασιλική. Και αυτοί (ο Ζαχαριάδης και το ΚΚΕ) ήξεραν ποιοί είναι οι βασικοί αντίπαλοί τους και το μοίρασμα των ρόλων ανάμεσα στους αντιπάλους τους. Ας πάρουμε παράδειγμα τις τρείς επιστολές του ηγέτη του ΚΚΕ που έχουν δημοσιοποιηθεί. Σε αυτές γίνεται λόγος για "μοναρχοφασιστική δικτατορία", για "μοναρχοφασιστική δικτατορία του Μεταξά", για την "κυβέρνηση Μεταξά", για τον Μεταξά τον ίδιο. Η επανάληψη είναι συνεχής και μονότονη και βάζει τον βασιλιά Γεώργιο Β' σε δεύτερο πλάνο (αναφέρεται μόνον για την παλινόρθωσή του το 1935). Ιδιαίτερα στην τρίτη επιστολή η αναφορά στον Μεταξά είναι συνεχής. Ο Μεταξάς είναι ο μόνος πρωταγωνιστής του καθεστώτος και εμφανίζεται, σε αυτήν, ως ο απόλυτος άρχοντας, ως ο άνθρωπος που κινούσε όλα τα νήματα και κατηύθυνε τα πάντα.

Αλλά και πέρα από τις τρεις επιστολές του ηγέτη του ΚΚΕ, τα υπόλοιπα κείμενα του ΚΚΕ και του ίδιου του Ζαχαριάδη είναι άπειρα, σε αυτό το μοτίβο και πάντοτε, σε πρώτο πλάνο, έχουν τον Μεταξά. Οι αναφορές, στην βασιλομεταξική δικτατορία, στην μεταξική δικτατορία, στην μοναρχοφασιστική δικτατορία, είναι συνεχείς και μονότονα επαναλαμβανόμενες. Και όπως έχω γράψει, αυτό δεν γίνεται καθόλου τυχαία. Ο Ζαχαριάδης και ο σταλινικός μηχανισμός του ΚΚΕ ζούσαν, στο πετσί τους, τα σκληρά γεγονότα της εποχής και γνώριζαν πολύ καλά τους διώκτες τους και την ιεραρχία, που τους διήπε. Γνώριζαν, π.χ. ότι ο Μανιαδάκης και ο μηχανισμός του ήταν παιδί από τα σπλάγχνα του Μεταξά και ότι υπάκουε, σαν πιστό σκυλί στις εντολές του Κεφαλλονίτη δικτάτορα. Γνώριζε πάρα πολύ καλά ότι, σε αυτόν έδινε λογαριασμό και ότι τίποτε δεν γινόταν, αν δεν το ενέκρινε και δεν το ήθελε ο Μεταξάς. Ο Γεώργιος είχε και αυτός τον ρόλο του, αλλά ήταν σε ένα δεύτερο πλάνο (ένα δεύτερο πλάνο που, σε καμμία περίπτωση, δεν καθιστούσε τον ρόλο του δευτερεύοντα. Κάθε άλλο).

Πότε άλλαξε αυτό το σκηνικό στα γραπτά του ΚΚΕ; Άλλαξε (όχι εντελώς, διότι, ως ιστορική αποτίμηση της δικτατορίας, έμεινε και παραμένει ακόμα), όταν πια ο Μεταξάς ήταν νεκρός και ο Γεώργιος Β’ πήρε επάνω του τις εξελίξεις και έγινε ο πρωταγωνιστής τους, συνεχίζοντας το έργο του μακαρίτη.

Αλλά όλα αυτά είναι άνευ ουσίας, διότι θα είχαν σημασία αν οι δύο άνδρες είχαν διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων και υπηρετούσαν άλλους σκοπούς και συμφέροντα. Και αυτό δεν συνέβαινε.

Και φυσικά ο Νίκος Ζαχαριάδης και το ΚΚΕ είχαν (και έχουν) δίκιο, ως προς τον προσδιορισμό της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936, ως βασιλομεταξικής. Αυτή είναι η αλήθεια. Και αυτή έχει καταγραφεί ιστορικά.

Και ήταν βασιλομεταξική η δικτατορία διότι ο καταμερισμός των ρόλων ήταν ισότιμος ανάμεσα στον μονάρχη και στον δικτάτορα, οι οποίοι ταυτίζονταν, περίπου, πλήρως, ως προς τις εκτιμήσεις τους για την εσωτερική και την εξωτερική πολιτική της χώρας.

Αλλά όλα αυτά δεν είναι ουσιώδη, διότι, όπως είπαμε, οι δύο στυλοβάτες του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, δεν είχαν διαφορετικές αντιλήψεις, ούτε εξέφραζαν διαφορετικά συμφέροντα. Και γι' αυτό δεν συγκρούστηκαν. Ως εκ τούτου όλη αυτή η κουβέντα, περί του αν η δικτατορία ήταν βασιλική ή βασιλομεταξική, γίνεται περί όνου σκιάς.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει δεν είναι χρήσιμη. Είναι πολύ χρήσιμη, διότι, όπως έχω πει και προηγουμένως, δείχνει πως η ύπαρξη μιας μη ψύχραιμης αποτίμησης των ιστορικών γεγονότων, οδηγεί σε εσφαλμένες ιστοριοδιφικές εκτιμήσεις όσους, αρνούμενοι τον διφυή χαρακτήρα της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936, στερούνται της απαραίτητης ψυχραιμίας, όταν κρίνουν ιστορικά πρόσωπα.

Όταν στην ιστορική κρίση εμφιλοχωρεί η εμπάθεια, θολώνει ο νους και αδυνατίζει η ορθή κρίση και αποτίμηση των προσώπων και των εξελίξεων, διότι τότε ο όποιος αναλυτής και ιστοριοδίφης ή ιστορικός, οδηγείται αναπότρεπτα στο να εφεύρει την κατάλληλη επιχειρηματολογία, που θα ικανοποιήσει την εμπάθειά του απέναντι στον όποιο κρινόμενο.

Αυτό έχει συμβεί και με τον Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος, βέβαια και από μόνος του ήταν μια προσωπικότητα, αρκούντως, σκοτεινή και αμφιλεγόμενη. Αλλά αυτό είναι άλλο, από το να του αποδοθούν ιδιότητες και πράξεις με τις οποίες δεν είχε καμμία σχέση.

Γι' αυτό και ο Νίκος Ζαχαριάδης και το ΚΚΕ είχαν δίκιο. Όχι επειδή προπαγάνδιζαν την βασιλομεταξική ιδιότητα του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου 1936, αλλά επειδή την είχαν ζήσει στο πετσί τους και γνώριζαν με ποιούς είχαν να κάνουν και την κατανομή των ρόλων που είχαν οι αντίπαλοί τους. Όπως επίσης γνώριζαν ότι ο διωκτικός μηχανισμός του καθεστώτος ήταν προσωποπαγής και καθαρά μεταξικός. (Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο Γεώργιος Β' δεν είχε ερείσματα. Είχε και παραείχε, αλλά τα κυριότερα ερείσματά του, δεν ήσαν τόσο στον στρατό. Ήσαν και στον στρατό. Αλλά τα κυριότερα ερείσματά του ήσαν οι Βρετανοί και - όσο και αν αυτό φαίνεται παράδοξο - η λαϊκή βάση της συντηρητικής παράταξης).

Και όταν αναφέρομαι στην ορολογία που χρησιμοποιούσε το ΚΚΕ και ο Νίκος Ζαχαριάδης (ιδιαίτερα στον όρο "μοναρχοφασιστική δικτατορία") το κάνω για να δείξω ότι, για το ΚΚΕ και τον ηγέτη του, η δικτατορία ήταν - ορθότατα - διφυής : Ήταν μοναρχική, αφού ο βασιλιάς Γεώργιος Β' είχε συναινέσει στην επιβολή της και φασιστική - με αυτόν τον όρο το ΚΚΕ αναφερόταν στο μεταξικό σκέλος του καθεστώτος, διότι ο Μεταξάς είχε επιχειρήσει να αντιγράψει τα φασιστικά και ναζιστικά πρότυπα οργάνωσης του κράτους και της κοινωνίας. Βέβαια, αυτό που έκανε το έκανε, ως κακέκτυπο, διότι δεν υπήρξε κάποιο κινηματικό λαϊκό στοιχείο στην όλη επιχείρηση και γι' αυτό τον λόγο το καθεστώς αυτό υπήρξε καταχρηστικά, ή, ούτως ειπείν, οιονεί φασιστικό. (Σε ένα πλήθος από άλλα κείμενά του το ΚΚΕ ονομάτιζε το καθεστώς "μοναρχοφασιστική δικτατορία του Μεταξά", για να ξεκαθαρίσει κάθε αμφιβολία για το ποιός έκανε κουμάντο στο καθεστώς, όπως και "βασιλομεταξική δικτατορία").

Έτσι, η δικτατορία ήταν βασιλομεταξική, "μοναρχοφασιστική δικτατορία του Μεταξά", όπως λέει και ο Ζαχαριάδης (έστω και αν έχουμε να κάνουμε έναν οιονεί φασισμό και όχι αυθεντικό), ο οποίος θεωρούσε κυρίαρχο τον Μεταξά στο διφυές σχήμα του καθεστώτος και κάτι περισσότερο ήξερε, από τους μεταγενέστερους. Άλλωστε και ο αείμνηστος Νίκος Ζαχαριάδης και το ΚΚΕ εκείνης της εποχής, γνώριζαν, πάρα πολύ καλά, ποιός ήταν ο βασικός αντίπαλός τους και το περιέγραψαν πολύ καλά στα κείμενά τους. Και δεν αναφέρομαι στα προπαγανδιστικά κείμενά τους, αλλά στα κείμενα που ήσαν για εσωτερική χρήση και καθοδήγηση - π.χ. η τρίτη επιστολή του Νίκου Ζαχαριάδη, όπου ο Ιωάννης Μεταξάς εμφανίζεται, όπως είναι. Δηλαδή ως ο πανίσχυρος ηγέτης του καθεστώτος, που κινεί όλα τα νήματα).

Αυτή είναι η ουσία της όλης υπόθεσης. Αλλά είπαμε : Όλη αυτή η ονοματολογία και ονοματοδοσία του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου 1936 είναι άνευ αντικειμένου. Οι δύο άνδρες (βασιλιάς Γεώργιος Β' και Ιωάννης Μεταξάς) ταυτίζονταν στους προσανατολισμούς και πορεύτηκαν, όπως πορεύτηκαν, μέσα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, έχοντας σωστές τακτικές και στρατηγικές αναλύσεις, γύρω από τις συμμαχίες, που έπρεπε να κάνει η χώρα.

Και ως προς αυτές τις αναλύσεις και τις συμμαχίες που έκαναν, δικαιώθηκαν πλήρως.

Και αυτό πρέπει να το πούμε, όταν μιλάμε για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και όσα ακολούθησαν, μέχρι την συντριβή του φασιστικού και του ναζιστικού ολοκληρωτισμού.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος να το κρύψουμε, ή να πούμε το αντίθετο, διαστρεβλώνοντας την ιστορική αλήθεια…




Ο Σπύρος Μαρκεζίνης στην ιστορική του συγγραφή αναφέρει το συνεργατικό περιεχόμενο της πολιτικής σχέσης Ιωάννη Μεταξά και Γεωργίου Β', κατά την περίοδο του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου 1936, παρ' ότι προσπαθεί να απεμπλέξει τον Γεώργιο από την καθημερινή τριβή της πολιτικής διαχείρισης, την οποία φόρτωσε στον Ιωάννη Μεταξά. Η αλήθεια είναι ότι οι δύο ηγέτες του καθεστώτος μοιράζονταν τα πάντα. Γι' αυτό και οι εκκλήσεις του πολιτικού κόσμου στον Γεώργιο να ανατρέψει τον Μεταξά και να επαναφέρει τον κοινοβουλευτισμό, αποκρούστηκαν από τον Γεώργιο, ο οποίος τις έγραψε στα παλαιότερα των υποδημάτων του..





Άλλωστε και ο Σπύρος Μαρκεζίνης, ο οποίος δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στην επιρροή του Γεωργίου στον στρατό, αναφερόμενος στις σχέσεις του Γεωργίου Β’ με τον Ιωάννη Μεταξά και την επιρροή τους στην πολιτική και στον στρατό, αυτό που περιγράφει δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια συνδιοίκηση Γεωργίου Β' και Ιωάννη Μεταξά. (Τα στρατιωτικά, λέει ο Μαρκεζίνης τα κράτησε ο Γεώργιος Β' και όλα τα υπόλοιπα τα πήρε ο Μεταξάς). Μόνο και μόνο αυτή η περιγραφή προσδιορίζει την δικτατορία της 4ης Αυγούστου, ως συνεργατική δικτατορία των δύο ανδρών, οι οποίοι μοίρασαν τους ρόλους, δηλαδή, ως βασιλομεταξική δικτατορία. Ο Μαρκεζίνης, όμως, κάνει λάθος, απολυτοποιώντας τα πράγματα, διότι, ναι μεν ο Γεώργιος είχε ερείσματα στον στρατό, αλλά και ο Ιωάννης Μεταξάς δεν πήγαινε καθόλου πίσω. Άλλωστε,ο δικτάτορας είχε και τον απεριόριστο θαυμασμό και του ιδίου του βασιλιά Γεωργίου Β', για τις επιτελικές και τις, εν γένει, του στρατιωτικές και αναλυτικές του ικανότητες.

Για τον προσδιορισμό του ποιος είχε το επάνω χέρι στην άσκηση της εξουσίας έχουν γίνει απόπειρες θεμελίωσης της υποτιθέμενης κυρίαρχης θέσης του βασιλιά Γεώργιου Β’, στο διέπον την δικτατορία της 4ης Αυγούστου νομικό καθεστώς. Μάταιος κόπος. Αν πιάσουμε την νομική επιστήμη και το δίκαιο (σε όλα τα καθεστώτα) δεν πρόκειται ποτέ να βγάλουμε άκρη, διότι, σε αυτόν τον επιστημονικό κλάδο, όλα γίνονται σε επίπεδο κειμένων, τα οποία, ως κείμενα, όχι λίγες φορές, πλησιάζουν την τελειότητα και αν μείνουμε σε αυτά, τότε μπορεί και να νομίσουμε ότι στο ίδιο επίπεδο τελειότητας κινείται και η πραγματική ζωή. Όποιοι νομίζουν κάτι τέτοιο είναι πολύ μακριά νυχτωμένοι.

Έτσι, ανώτατος άρχοντας στα αστικά καθεστώτα, πάντοτε, είναι ο Βασιλιάς, ή ο ΠτΔ, ή όπως αλλιώς λέγεται ο αρχηγός του κράτους. Και αυτός, συνήθως κυρώνει τους νόμους, που εκδίδει η Βουλή, ή η κυβέρνηση, ή ο πρωθυπουργός. Και φυσικά, σε όλα τα μοναρχικά αστικά καθεστώτα ο βασιλιάς είναι ο αρχηγός του κράτους, όπως και ο πρόεδρος της δημοκρατίας στα μη μοναρχικά καθεστώτα.

Αυτός και διορίζει την κυβέρνηση και τον αρχηγό της. Δεν μπορεί να την (και τον) διορίσει κάποιος άλλος. Το ίδιο έγινε και στην φασιστική Ιταλία. Τον Μπενίτο Μουσσολίνι τον διόρισε ο Βιττόριο Εμμανουέλε, αλλά την εξουσία την είχε ο Μουσσολίνι και όχι ο Βιττόριο Εμμανουέλε. Φυσικά, ο Γεώργιος Β' δεν ήταν Βιττόριο Εμμανουέλε. Ήταν κάτι πολύ περισσότερο από αυτόν, διότι ο Ιταλός βασιλιάς δεν είχε το λαϊκό έρεισμα, που είχε ο Γεώργιος, ενώ ο Ιωάννης Μεταξάς δεν είχε το λαϊκό έρεισμα, που είχε ο Μπενίτο Μουσσολίνι και το ιταλικό Φασιστικό Κόμμα.

Σε αυτά τα θέματα η δικτατορία της 4ης Αυγούστου δεν πρωτοτύπησε. Λογικό ήταν ο Αρχηγός της κυβέρνησης (ο Μεταξάς) να εκδίδει τους νόμους και να τους εφαρμόζει (εν ονόματι του βασιλιά, όπως στις αστικές δημοκρατίες η Βουλή ψηφίζει τους νόμους εν ονόματι του ελληνικού λαού) και ο βασιλιάς να τους κυρώνει, όπως και ο πρόεδρος της δημοκρατίας στα αστικά δημοκρατικά καθεστώτα, στα οποία ο ΠτΔ είναι η κεφαλή της εκτελεστικής εξουσίας, όπως, τυπικά, ήταν και ο Γεώργιος Β' και πριν και μετά την κήρυξη της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936.

Από εκεί και πέρα, είναι η κατανομή των αρμοδιοτήτων που παίζει ρόλο. Και η κατανομή της εξουσίας, μεταξύ των δύο ηγετών, συνιστά μια, ακόμη, πλήρη απόδειξη του συνεργατικού σχήματος Γεωργίου Β' - Ιωάννη Μεταξά, το οποίο συμπυκνώνεται πολύ παραστατικά στον όρο "βασιλομεταξική δικτατορία", με κυρίαρχο ρόλο στον Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος είχε ευρύτατη αυτονομία, εντός των ορίων της εμπιστοσύνης του βασιλιά.

Έτσι, ξεφεύγοντας από τον νομικό φορμαλισμό και κρίνοντας πολιτικά το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, ο Νίκος Ζαχαριάδης είχε δίκιο. Όπως και το ΚΚΕ είχε δίκιο (διότι σε αυτές τις καταστάσεις - και πολύ περισσότερο, ειδικά, στα μη αστικοδημοκρατικά πολιτεύματα - είναι η πραγματική δύναμη που μετράει και όχι τα κείμενα). Αν και ουδέποτε υπήρξε πρόβλημα στις σχέσεις Ιωάννη Μεταξά και Γεώργιου, διότι οι δύο πυλώνες του καθεστώτος είχαν μια εντελώς συνεργατική αντίληψη των πραγμάτων, είχαν κοινές θέσεις και απόψεις και με αυτές βάδισαν, έως το τέλος της συνεργασίας τους, που ήλθε με τον θάνατο του Ιωάννη Μεταξά - πέρα από την στενή προσωπική τους σχέση, που ήταν προϊόν της σταθερής πίστης στον θεσμό της βασιλείας και στο πρόσωπο του συγκεκριμένου αρχηγού του κράτους, από την μεριά του Ιωάννη Μεταξά και του θαυμασμού και της εκτίμησης, που έτρεφε ο Γεώργιος Β' στον αρχηγό της δικτατορίας.

Η ουσία αυτού που εξετάζεται εδώ αφορά το εάν ο Ιωάννης Μεταξάς έπραξε ορθά, με την απόφασή του την 28/10/1940 και εάν οι εκπεφρασμένες θέσεις του, για την μελλοντική ήττα του Άξονα, παρά την, τότε, πλήρη επικράτησή του στην ηπειρωτική Ευρώπη και την στενή πολιορκία της Βρετανίας, ήσαν ορθές και ενδεδειγμένες ή όχι.



"Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος" λέει χιουμοριστικά το σκίτσο της εποχής απεικονίζοντας τον τάφο του Benito Mussolini στο αλβανικό μέτωπο του ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940 - 1941. Βέβαια, η μνεία της αρχαιοελληνικής φράσης είναι ορθή, όταν αυτήν την δούμε, όχι σε σχέση, με τον άθλιο και αλλοπαρμένο, από την μέθη της εξουσίας, δικτάτορα της Ρώμης. Η φράση είναι, απολύτως, ορθή και αφορά τους νεκρούς του πολέμου. Πρώτ' απ' όλα, τους αμυνόμενους Έλληνες στρατιώτες, αλλά και τους Ιταλούς, που η κακή τύχη και τα καπρίτσια του Mussolini, τους έφεραν να συμμετάσχουν σε έναν άδικο επιθετικό πόλεμο και να αφήσουν την τελευταία τους πνοή σε ξένα χώματα και για έναν σκοπό που δεν άξιζε...




Και φυσικά, είτε αρέσει, είτε δεν αρέσει, ο Ιωάννης Μεταξάς είχε δίκιο (και έσωσε και την "Ε.Σ.Σ.Δ.", όπως περιφραστικά είπαν και οι "Σοβιετικοί", αργότερα, όταν υπέστησαν την ναζιστική εισβολή)...

Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν, τουλάχιστον 5 χρόνια, μπροστά από τον Οκτώβριο του 1940! Η ανάλυση του Ιωάννη Μεταξά, η οποία δικαιώθηκε πλήρως και με την κινηματογραφική ακρίβεια ενός ντοκυμανταίρ του μέλλοντος, ήταν μια ανάλυση, την οποία λίγοι άνθρωποι μπορούσαν να κάνουν και να προβλέψουν το αναπόφευκτο της ήττας του Άξονα. Ενός Άξονα που φαινόταν πανίσχυρος και θριάμβευε στα πεδία των μαχών, ενώ ο Ρούζβελτ άσθμαινε στην προσπάθειά του να πείσει τον αμερικανικό λαό να αποδεχθεί την είσοδο των Η.Π.Α. στον πόλεμο (Κάτι που έγινε, πολύ, μα πολύ, αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1941).

Και φυσικά, ο Μεταξάς δεν μπορούσε να πει το "ναι", ακριβώς, για τους λόγους, που περιέγραψε στους εκδότες και αρχισυντάκτες των αθηναϊκών εφημερίδων στις 30/10/1940. Αλλά, αν ήταν πεπεισμένος ότι ο Άξονας θα νικούσε, τελικά και θα κυριαρχούσε στην υφήλιο, μαζύ με τους Ιάπωνες, τότε να είμαστε σίγουροι ότι θα έλεγε το "ναι" και ουδείς θα του έφερνε αντίρρηση.



Δεν υπάρχουν σχόλια: