Απρίλιος 1932. Οι ταξικές συγκρούσεις, στην “Σοβιετική Ένωση”, ανάμεσα, στην προλεταριοποιημένη κοινωνία, με την κομματική κομμουνιστική/γραφειοκρατική κρατικοκαπιταλιστική εξουσία της νέας άρχουσας τάξης των κομματικών διευθυντικών στελεχών, στους χώρους εργασίας και η περίπτωση του εργοστασιακού συγκροτήματος, στο Ιβάνοβο, μέσα από το μαρξιστικό περιοδικό “Praxis Review” και τις αυταπάτες του.
Με τους ταξικούς αγώνες, στην “Ε.Σ.Σ.Δ.”, ανάμεσα, στην κρατικοκαπιταλιστική/κομμουνιστική γραφειοκρατία των κομματικών διευθυντικών στελεχών, στα εργοστάσια, στις κολεκτίβες και στους ευρύτερους χώρους δουλειάς και την προλεταριακή κοινωνία της “Σοβιετικής Ένωσης”, μέσα, από την περίπτωση της απεργίας, στην κλωστοϋφαντουργία του Ιβάνοβο, τον Απρίλιο του 1932, κατά την διάρκεια της σταλινικής περιόδου, πριν ο Ιωσήφ Στάλιν προχωρήσει, στις ευρύτατες εκκαθαρίσεις, στο κυβερνητικό μπολσεβικικό κόμμα και στην ευρύτερη κοινωνία, μέσα από τις δίκες της Μόσχας, ασχολούμαι, στο σημερινό δημοσίευμα, όπως και, στο, παραπάνω, βίντεο, που ανέβασα, χθες (11/4/2026), στο ερασιτεχνικό κανάλι μου, στο YouTube, με αφορμή ένα κατατοπιστικό κείμενο του μαρξιστικού περιοδικού “Praxis Rewiew”, πέρα και παρά τις διαφωνίες μου, με τις ιδεολογικές θέσεις των συντακτών του περιοδικού αυτού, που θεωρώ ότι είναι εγκλωβισμένοι, στις ίδιες αυταπάτες, στις οποίες ήσαν εγκλωβισμένοι οι ηγέτες των εργατών, στο κλωστοϋφαντουργικό συγκρότημα του Ιβάνοβο, που απήργησαν, το 1932, σχετικά, με τον αφυδατωμένο ρόλο των εργατικών συμβουλίων, των εργοστασιακών επιτροπών, το λεγόμενο σοβιετικό κράτος και το κομμουνιστικό κόμμα, τα οποία, στην πραγματικότητα ήσαν εργαλεία της ηγετικής ομάδας των διορισμένων, από το κόμμα, διευθυντικών στελεχών του κλωστοϋφαντουργικού εργοστασίου, όπως και κάθε εργασιακού και κοινωνικού χώρου, στις πόλεις και στην ύπαιθρο της αποκαλούμενης, ως Σοβιετικής Ένωσης.
Κατόπιν τούτου, θα παραθέσω το ενημερωτικό και κατατοπιστικό κείμενο του “Praxis Review”, έτσι όπως έχει, προκειμένου να δούμε την δράση των απεργών και τις αυταπάτες τους.
"Η απεργία στο Τεϊκοβο το 1932 και η εργατική τάξη στην ΕΣΣΔ": Σαν σήμερα, 10 Απριλίου 1932, κλιμακώνεται η μεγάλη απεργία των εργατών βαμβακιού στο Τεϊκοβο, μία από τις παλαιότερες βιομηχανικές πόλεις της περιφέρειας Ιβάνοβο της ΕΣΣΔ (πληθυσμός 24.000) και έδρα ενός μεγάλου κλωστοϋφαντουργικού συγκροτήματος, ενάντια στις περικοπές 31-47% στις μερίδες φαγητού που είχαν ανακοινωθεί.
Η περιοχή εκείνη την περίοδο αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα: Ελλείψεις σε τρόφιμα, καύσιμα και ακατέργαστο βαμβάκι, πτώση της παραγωγής, μέτρα εντατικοποίησης της εργασίας, που δεν συναντούσαν την αποδοχή των εργατών κ.α
Παρασκευή, 8 Απριλίου 1932 διαδόθηκε μεταξύ των εργατών ότι οι μερίδες είχαν μειωθεί κατά 31 έως 47%. Οι μηχανικοί εξέφρασαν δυσαρέσκεια και υποστήριξαν την πρόταση ενός τεχνίτη (Κομπάκοφ) να καλέσουν έναν διευθυντή.
Ο απεσταλμένος τους επέστρεψε με νέα που τους εξόργισαν: ο διευθυντής του εργοστασίου (Νοβίκοφ) αρνήθηκε να συζητήσει. Η δυσαρέσκεια των εργατών για τις περικοπές σύντομα μετατράπηκε σε παράπονα για τον τρόπο με τον οποίο η διοίκηση αντιμετώπιζε τους εργάτες.
Το μηχανουργείο σταμάτησε να λειτουργεί. Όταν ενημερώθηκε ο Νοβίκοφ εμφανίστηκε—μαζί με τον γραμματέα του κόμματος του εργοστασίου (Μπαζάκιν)—για να αποκαταστήσει την τάξη, αλλά διαπίστωσε ότι εργάτες από άλλα τμήματα είχαν ήδη ενωθεί με τη διαμαρτυρία. Όταν μια ομάδα περίπου ογδόντα εργατών τον ρώτησε για τις μερίδες, εκείνος απέφυγε να απαντήσει: "Είναι κρατική απόφαση, και δεν έχω τίποτα να σας εξηγήσω".
Οι απεργοί επέμειναν και άρχισαν να συγκρίνουν τις δικές τους μερίδες με τις παροχές των διευθυντικών στελεχών που ήταν μεγαλύτερες: "Ένα μέλος οικογένειας δεν μπορεί να ζήσει με τέσσερα κιλά [ποσότητα ψωμιού για δέκα ημέρες]. Ούτε εσείς θα μπορούσατε να ζήσετε έτσι".
Το επόμενο πρωί Σάββατο 9 Απριλίου οι εργάτες εξέφρασαν ξανά την ανησυχία τους. Εκατόν είκοσι τέσσερις εργάτες σταμάτησαν τη δουλειά στις 9:30 π.μ., υποστηρίζοντας το αίτημα του Βασίλι Σίσκιν—ενός τριανταεπτάχρονου τεχνίτη με είκοσι χρόνια στο εργοστάσιο και βετεράνου του Κόκκινου Στρατού—για έκτακτη συνέλευση.
Μέλη της εργοστασιακής επιτροπής εμφανίστηκαν, αλλά οι εξηγήσεις τους δεν ικανοποίησαν. Αντίθετα, η άρνησή τους να συγκαλέσουν συνέλευση όξυνε την ένταση, όπως και η απάντηση ενός επιστάτη: "Δεν υπάρχει πρόβλημα, δεν θα πεθάνετε".
Οι εργάτες, εξοργισμένοι, ζήτησαν από τον Νοβίκοφ να συγκαλέσει συνέλευση, δείχνοντας ωστόσο διάθεση συμβιβασμού, καθώς συμφώνησαν να γίνει εκτός ωραρίου εργασίας.
Οι τοπικοί ηγέτες του Τεϊκόβο σοκαρίστηκαν από τα γεγονότα. Στη μοναδική του καταγραφή κατά τη διάρκεια της απεργίας, ο εκδότης της εφημερίδας του Τεϊκόβο Νικολάι Κόχνεφ έγραψε:
"... Τα συσσίτια των εργατών μειώθηκαν, κι έτσι άρχισαν να διαμαρτύρονται. Το εργοστάσιο καλικο (βαμβακερών υφασμάτων) του Τεϊκόβο-είναι απίστευτο-κατέβηκε σε απεργία. Ναι, ναι! ...Τι φρίκη. Δέκατο πέμπτο έτος της επανάστασης, και ξαφνικά... Δεν μπορεί να είναι. Αλλά; ...
...Περπάτησα σήμερα στην πόλη, αναστατωμένος από τα νέα όσων είχαν συμβεί. Το βλέμμα μου ήταν σοβαρό και τεταμένο. Κοντά στον συνεταιρισμό... ένας εργάτης, που είχε πιει αρκετά, με σταμάτησε και άρχισε να φωνάζει δυνατά στο αυτί μου: "Φίλε μου, πότε θα μας αφήσετε να φάμε, διάβολοι!"
Την Κυριακή, 10 Απριλίου, όταν οι εργάτες του μηχανουργείου έφτασαν το επόμενο πρωί στο εργοστάσιο, βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον Νοβίκοφ, ο οποίος απέρριψε τα αιτήματα για συνέλευση, απαίτησε τον τερματισμό της απεργίας και απείλησε ότι όποιος ζητά φαγητό "μπορεί να απολυθεί".
Τα λόγια του έριξαν λάδι στη φωτιά. Μέχρι να συγκληθεί μια αυθόρμητη συνέλευση, τα αιτήματα για διάλογο είχαν μετατραπεί σε απαιτήσεις για συσσίτια ίσα με εκείνα των μεταλλεργατών, οι οποίοι είχαν υψηλότερο επίπεδο εφοδιασμού.
Μέχρι αργά το απόγευμα, εργάτες από τα τμήματα φινιρίσματος και διπλώματος συμμετείχαν ξανά στις συζητήσεις στο μηχανουργείο. Καθώς οι φήμες για την απεργία εξαπλώνονταν, εργάτες και σε άλλα τμήματα άρχισαν να κινητοποιούνται.
Όταν ξεκίνησε η απογευματινή βάρδια στις 12:30, οι κλώστριες και οι υφάντριες μπήκαν μαζικά στην απεργία. Η Πρασκόβια Λαβρέντιεβα, εργάτρια με 36 χρόνια υπηρεσίας, δέχθηκε την προτροπή μιας φίλης: "Καμία μας δεν θα δουλέψει, και θα ντρέπεσαι αν το κάνεις". Λίγο πιο πέρα, γυναίκες εισέβαλαν σε έναν χώρο εργασίας φωνάζοντας: "Σταματήστε τη δουλειά! Δεν θέλετε να φάτε;" Πολλοί εργάτες προσχώρησαν στην απεργία.
Μέχρι νωρίς το απόγευμα, χιλιάδες εργάτες είχαν απεργήσει. Το αίτημα ήταν ενιαίο: αποκατάσταση των συσσιτίων ή εξίσωση με εκείνα των μεταλλεργατών.
Την Δευτέρα, 11 Απριλίου μόνο 130 εργάτες (κυρίως μέλη της Κομσομόλ) πήγαν για δουλειά. Οι χώροι εργασίας άδειασαν γρήγορα και το πλήθος στην αυλή ξεπέρασε τις δύο χιλιάδες. Ο Σίσκιν κάλεσε τους απεργούς να επιμείνουν αποκλειστικά στο αίτημα τους για καλύτερα συσσίτια και να μην υποκύψουν σε προκλήσεις που θα επιχειρούσαν να μετατρέψουν την απεργία σε βήμα καταγγελίας του Κομμουνιστικού Κόμματος η του Συνεταιρισμού.
Με επικεφαλής τον Σίσκιν και τον Τσέρνοφ (ένα τριανταεπτάχρονο ξυλουργό με δεκαοκτώ χρόνια στο εργοστάσιο) οι απεργοί κατευθύνθηκαν προς το κέντρο της πόλης. Εκατοντάδες ενώθηκαν με την πορεία καθώς αυτή περνούσε μπροστά από το κλωστήριο και διέσχιζε τους δρόμους του Τεϊκόβο. Καθ’ οδόν, σταμάτησαν στον συνεταιρισμό και απαίτησαν να συναντήσουν τον διευθυντή του. Εκείνος απουσίαζε-ή κρυβόταν-κι έτσι κατευθύνθηκαν προς το δημοτικό σοβιέτ.
Όταν έφτασαν στην πλατεία, το πλήθος ξεπερνούσε τις τέσσερις χιλιάδες. Ο Σίσκιν ήταν ικανοποιημένος από τον υψηλό βαθμό αλληλεγγύης, όμως ανησυχούσε γιατί πολλοί που δεν είχαν σχέση με το εργοστάσιο-"ανάπηροι, νοικοκυρές… κουλάκοι και στερημένοι πολιτικών δικαιωμάτων" είχαν συμμετάσχει.
Αργότερα, ο πενηνταπεντάχρονος συνταξιούχος Βασίλι Χουντιακόφ, πρώην φύλακας εργοστασίου στην Τσαρική Ρωσία, έφτασε στην πλατεία, ανέβηκε στο βήμα και αφού υποστήριξε τα αιτήματα των εργατών άρχισε τα αντικομμουνιστικά συνθήματα και να καλεί σε ανατροπή της σοβιετικής εξουσίας. Γρήγορα οι εργάτες τον αποδοκίμασαν και αναγκάστηκε να κατέβει απο το βήμα.
Μετά απο τις ομιλίες των απεργών εργατών και ο εργατριών, ο Σίσκιν ρώτησε το πλήθος: "Θα αγωνιστούμε να διατηρήσουμε τα συσσίτια του Μαρτίου-αλλά επιστρέφουμε στη δουλειά ή όχι;". Το πλήθος-κυρίως οι εργάτριες-απάντησε: "Δεν επιστρέφουμε!"
Τελικά, διαπιστώνοντας την αδιαφορία των τοπικών αρχών, ο Σίσκιν πρότεινε: "Αφού δεν συμφωνούμε με τις τοπικές οργανώσεις, ας στείλουμε τηλεγράφημα στον Μολότοφ" (τότε πρόεδρο του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων). Οι απεργοί όρισαν μια επιτροπή για να συντάξει έκκληση προς τον Μολότοφ,
Η τοπική επαρχιακή επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος (Ραϊκόμ) όχι μόνο δεν εμπόδισε τους απεργούς αλλά ενέκρινε το κείμενο για αποστολή στη Μόσχα.
Η απεργία συνεχίστηκε με ακόμα μεγαλύτερη μαζικότητα την επόμενη μέρα, Τρίτη 12 Απριλίου.
Οι απεργοί περιφρουρούσαν την απεργία αλλά δεν εμπόδιζαν την εκτέλεση "απαραίτητων" εργασιών. Για παράδειγμα, ο ηγέτης της απεργίας Τσερνόφ παρέλειψε αρκετές ώρες ομιλιών για να επισκευάσει καρότσια, "αφού οι επισκευές γίνονται τις ημέρες αργίας". Γνώριζε ότι αν τα καθήκοντά του δεν ολοκληρώνονταν την Τρίτη (τυπικά ημέρα αργίας), τότε τα οχήματα δεν θα ήταν διαθέσιμα μετά το τέλος της απεργίας-κάτι που θα επιβάρυνε άδικα τους φορτοεκφορτωτές και θα μείωνε τα εισοδήματα όσων εξαρτώνταν από την κυκλοφορία των προμηθειών.
Η απλήρωτη εργασία από τεχνίτες που στήριζαν την απεργία και η απουσία αντίδρασης προς αυτούς αποκαλύπτουν τον ηθικό κόσμο των απεργών: Απεργούσαν για τα δικαιώματα τους και όχι για να σαμποτάρουν την παραγωγή, με πλήρη συνείδηση της σημασίας της για την Εργατική Εξουσία.
Χιλιάδες απεργοί και εκατοντάδες υποστηρικτές συγκεντρώθηκαν στην πλατεία. Ο Σίσκιν έστειλε ξανά ξεκάθαρο μήνυμα για την συνέχεια αλλά και το περιεχόμενο της απεργίας:
"Είναι αδύνατο να ζήσει κανείς με τέτοια μερίδα, και γι’ αυτό πρέπει να απαιτήσουμε από την κυβέρνηση την επαναφορά των μερίδων του Μαρτίου...έχουμε συγκεντρωθεί για να ζητήσουμε ψωμί. Δεν πρέπει να υποκύψουμε σε προκλήσεις, γιατί υπάρχουν άνθρωποι στο πλήθος που δεν είναι δικοί μας-και εμείς δεν είμαστε ενάντια στη σοβιετική εξουσία".
Απογοητευμένοι από την απουσία απάντησης από τη Μόσχα οι απεργοί εξουσιοδότησαν τον Σίσκιν να επιδιώξει άμεσες συνομιλίες με τον Μολότοφ. Αν και οι τοπικές αρχές ενέκριναν την πρόταση, τελικά δεν προχώρησε.
Νέες απεργιακές συγκεντρώσεις πραγματοποιήθηκαν και την επόμενη μέρα 13 Απριλίου. Μπροστά στο αδιέξοδο και την απουσία απάντησης απο τις αρχές, ο Σίσκιν είπε στην νέα ομιλία του: "Αφού οι αρχές δεν έρχονται σε εμάς για διαπραγματεύσεις», δήλωσε, "πρέπει να πάμε εμείς με πορεία πείνας στους εργάτες του Ιβάνοβο για να ζητήσουμε... ψωμί". Έθεσε την πρόταση σε ψηφοφορία και κέρδισε την απόλυτη πλειοψηφία.
Την ίδια μέρα η OGPU συνέλαβε τον Χουντιακόφ που προσπαθούσε συνέχεια να παρέμβει στις εργατικές συνελεύσεις με αντικομμουνιστικά συνθήματα και είχε απομονωθεί απο το μεγαλύτερο μέρος των εργατών. Όταν μια γυναίκα ζήτησε να παρέμβει ο Σίσκιν για την απελευθέρωση του εκείνος απάντησε: "Η σύλληψη του Χουντιακόφ είναι υπόθεση των αρχών και οι εργάτες δεν πρέπει να παρεμβαίνουν".
Την επόμενη μέρα, τρεις χιλιάδες διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν στην πλατεία της περιοχής. Πολλές γυναίκες έφεραν τα παιδιά τους. Έγινε νέα ψηφοφορία για την πραγματοποίηση της πορείας και πάλι είχε απόλυτη πλειοψηφία.
Στον δρόμο της, σε μια σιδηροδρομική διάβαση κοντά στο Τέικοβο, δυνάμεις της OGPU προσπάθησαν να σταματήσουν την πορεία, αλλά υπερκεράστηκαν από τον αριθμό των εργατών και εργατριών. Ακολούθησαν προσπάθειες σύλληψης των ηγετών της απεργίας:
Οι διαδηλωτές έφτασαν στα χωριά στο δυτικό άκρο του Ιβάνοβο μέχρι το απόγευμα. Θα συνέχιζαν προς το "Παλάτι της Εργασίας", αλλά ο δρόμος είχε αποκλειστεί από μέλη της Κομσομόλ (εργάτες και φοιτητές) που είχαν κινητοποιηθεί από τις επαρχιακές αρχές για να τους αναχαιτίσουν, με την υποστήριξη της αστυνομίας. Ασκησαν έντονη πίεση στους εξαντλημένους διαδηλωτές και τους οδήγησαν σε ένα άδειο επιβατικό τρένο που είχε επιταχθεί για τον σκοπό αυτό. Το τρένο τους μετέφερε πίσω στο Τέικοβο και τους απελευθέρωσε όλους.
Ο Σίσκιν και ο Τσερνόφ συγκρούστηκαν με την αστυνομία και διέφυγαν στο δάσος. Όταν έφτασαν μόνοι τους στο Τέικοβο την επόμενη μέρα στις 1:00 μ.μ., πήγαν στην αυλή του εργοστασίου, όπου οι αρχές απαίτησαν άμεσο τέλος της απεργίας.
Ο Σίσκιν μίλησε για τελευταία φορά στους εργάτες: "Αφού δεν κάνουν παραχωρήσεις, τότε πρέπει να κάνουμε εμείς παραχωρήσεις". .Με βαριά καρδιά, οι εργάτες συμφώνησαν και ψήφισαν τη λήξη της απεργίας· μέσα σε λίγες ώρες, 2.200 από αυτούς επέστρεψαν στις θέσεις τους. Στις 16 Απριλίου "η συντριπτική πλειοψηφία" των εργαζομένων του εργοστασίου είχε επιστρέψει στην εργασία.
Ο εργάτης Σίσκιν συνελήφθη και καταδικάστηκε σε τρία χρόνια εξορία στο Καζακστάν. Ακριβώς με την ίδια ποινή καταδικάστηκε και ο αντικομμουνιστής Χουντιακόφ. Στον Τσερνόφ απαγορεύτηκε να ζει στο Ιβάνοβο και σε άλλες πυκνοκατοικημένες περιοχές. Επίσης καταδικάστηκαν σε τριετή εξορία άλλα πέντε άτομα. Δεν υπήρξε άλλη καταδίκη η κατηγορία.
Σε μια έκθεση της 22ας Απριλίου 1932, η Επιτροπή Ελέγχου της Βιομηχανικής Περιφέρειας Ιβάνοβο χρησιμοποιούσε ελεύθερα τους όρους "απεργία" και "απεργιακό κίνημα", που είχαν θετικό φορτίο στη μαρξιστική ρητορική. Όταν όμως η έκθεση έφτασε στη Μόσχα, ο Γιάνις Ρουντζουτάκ η κάποιος συνεργάτης του αντικατέστησε αυτούς τους όρους με άλλους όπως πχ "ανθυγιεινές διαθέσεις σε ένα τμήμα των εργατών".
Η ιστορία της απεργίας στο Τεικόβο έγινε ευρύτερα γνωστή το 1997, όταν δημοσιεύτηκε το άρθρο "The Teikovo Cotton Workers' Strike of April 1932: Class, Gender and Identity Politics in Stalin's Russia" του Jeffrey J. Rossman στο Russia Review το οποίο την παρουσίαζε μέσα απο τα αρχεία και τα έγγραφα των υπηρεσιών της ΕΣΣΔ που είχαν ανοίξει.
Ανεξάρτητα απο τις προθέσεις η την οπτική του συγκεκριμένου ιστορικού, τα ίδια τα αρχεία είναι πάντα χρήσιμο υλικό για την παραπέρα μελέτη της ΕΣΣΔ και την πραγματική της εικόνα που βρίσκεται πολύ μακριά απο μηδενισμούς (εδώ δεν χρειάζεται να αναφερθεί η αντικομμουνιστική προπαγάνδα) αλλά και ωραιοποιήσεις. Αυτά τα αρχεία χρησιμοποιήθηκαν και εδώ για το κείμενο, σε μετάφραση του Praxis Review.
Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι αν κοιτάξει κανείς πίσω απο τα ονόματα Σίσκιν, Νοβίκοφ, Χουντιακόφ και Μπαζάκιν κ.α θα δεί ένα δείγμα των κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων της ΕΣΣΔ του 1930. Και μια κοινωνική πραγματικότητα πολύ πιο σύνθετη απο ότι την παρουσιάζουν διάφορα θεωρητικά σχήματα.
Αντί επιλόγου, αποσπάσματα απο την κατάθεση του Σίσκιν πριν καταδικαστεί σε τρία χρόνια εξορία:
"Δεδομένης της κατάστασης που δημιουργήθηκε στο Τέικοβο ως αποτέλεσμα της μείωσης των μερίδων, πιστεύω ότι η μόνη διέξοδος ήταν η απεργία...πιστεύω ότι πρέπει να υπάρχει εξίσωση για να είμαι ακριβής, στα “γαστρικά ζητήματα”, εφόσον όλοι εργάζονται εξίσου...
..ώς πρώην διοικητής του Κόκκινου Στρατού και συμμετέχων στον Εμφύλιο, είμαι εργάτης εκ καταγωγής και έχω εργασιακή εμπειρία είκοσι ενός ετών στο εργοστάσιο. Και θεωρώ καθήκον μου να δηλώσω ότι στο αποκορύφωμα της απεργίας, όταν βρισκόμουν ουσιαστικά επικεφαλής του πλήθους και απαιτούσα μόνο τη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών των εργατών (επειδή διαφωνώ ριζικά με την πολιτική του κόμματος για τη μείωση των μερίδων), εκείνη τη στιγμή υπήρχαν ξένα στοιχεία στο πλήθος, αντεπαναστατικές προσωπικότητες όπως ο Χουντιακόφ.
Αυτοί έθεταν πολιτικά αιτήματα και γενικά εξέφραζαν δυσαρέσκεια για τη σοβιετική εξουσία. Θεωρώ λάθος μου ότι διεξαγάγαμε την απεργία μπροστά σε ολόκληρη την περιοχή — ιδιαίτερα, για παράδειγμα, την πορεία πείνας προς το Ιβάνοβο. Και όλο το πρόβλημα είναι ότι αντισοβιετικά στοιχεία χρησιμοποίησαν την απεργία για τη δική τους προπαγάνδα.
Πιστεύω ότι έπρεπε να είχαμε πραγματοποιήσει την απεργία μόνο με βάση τους ίδιους τους εργάτες, ώστε να μην συμμετέχουν εξωτερικά στοιχεία.
Παρά τις αδυναμίες μου, πρέπει να πω ξανά ότι δεν είμαι αντεπαναστάτης. Όμως ως προς τον χαρακτήρα μου, δεν συμφωνώ με την κοινωνική κατάσταση των εργατών...δεν θέλω να θεωρηθώ εξεγερμένος..διότι είμαι έτοιμος να υπερασπιστώ τη σοβιετική εξουσία οποιαδήποτε στιγμή".
Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία δεν είναι να καταδείξουμε τις αυταπάτες των εργατών, στο κλωστοϋφαντουργικό συγκρότημα, στο Ιβάνοβο, ούτε τις αντίστοιχες υπαρκτές αυταπάτες της προλεταριοποιημένης κοινωνίας, στην “Σοβιετική Ένωση”.
Απείρως, μεγαλύτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η μετεπαναστατική κοινωνία της τέως τσαρικής αυτοκρατορίας δεν έμεινε άπραγη και αδρανής, στους νέους εξουσιαστές της. Αντίθετα, μάλιστα, αγωνίστηκε, όπως μπορούσε, στα νέα αφεντικά της, που προσπαθούσαν να την πείσουν ότι αυτά τα νέα μετεπαναστατικά αφεντικά την εκπροσωπούσαν και εξέφραζαν τα συμφέροντά της, καθώς δημιουργούσαν μια κοινωνία κοινοκτημοσύνης, η οποία, όμως, όντας κρατική (και όχι κοινωνική) διαιρούσε, ταξικά, την προλεταριοποιημένη κοινωνία, ανάμεσα, στην κομματική και κρατική γραφειοκρατία, που διοικούσε τους νέους κοινωνικούς θεσμούς της χώρας, οι οποίοι, λαθραία, είχαν μετατραπεί, σε θεσμούς, που ήσαν κρατικοί και εξουσιάζονταν, από την άρχουσα γραφειοκρατία του κομμουνιστικού κόμματος, εφαρμόζοντας, εξυπηρετώντας τα κοινωνικά και τα οικονομικά συμφέροντα αυτής της νέας εξουσιαστικής κομματικής και κρατικοκαπιταλιστικής γραφειοκρατικής τάξης, που αποφάσιζε, αποκλειστικά, για όλα τα κρίσιμα - αλλά και τα, απολύτως, επουσιώδη - μεγέθη της κοινωνίας και της οικονομίας, που εκτείνονταν, από τους μισθούς και τις μερίδες φαγητού, έως τις κατευθύνσεις της παραγωγής, τις επενδύσεις και τα κέρδη, όπως και σε κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής και συμπεριφοράς.
Τελειώνοντας το παρόν δημοσίευμα, υπενθυμίζω, στους αναγνώστες, το αρχικό βίντεο, το οποίο είναι χρήσιμο να το παρακολουθήσουν.
Σχόλια