Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Η δραματική πτώση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, ως βασική αιτία της τεράστιας υποαξιοποίησης του εργατικού δυναμικού και η παταγώδης αποτυχία της αναβίωσης του "Νόμου του Jean-Baptiste Say". (Τα αδιέξοδα και οι ολέθριες επιπτώσεις της κρατούσας θεωρίας των ευρωζωνικών ελίτ, περί της κυριαρχίας του "Νόμου των αγορών").




Η έλευση της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 και η μετατροπή της, σε μια βαθιά και παρατεταμένη οικονομική ύφεση, έδωσε την ευκαιρία, στις διεθνείς ελίτ και ιδιαίτερα, στις κυριαρχούσες παρακμιακές ελίτ της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", με έμφαση, στις ελίτ της ευρωζώνης, να αναβιώσουν τον (προ πολλού χρόνου, εκμετρήσαντα τον βίο του) "Νόμο του Jean-Baptiste Say", ως μια θεωρία, που απεικονίζει την πραγματικότητα. 

Για να είμαι, μάλιστα, ακριβής, ως προς τις αληθείς επιδιώξεις των, εν λόγω, ελίτ, η κρίση αυτή τους έδωσε την ευκαιρία να αποπειραθούν, με περισσή επίμονη και συστηματική προσπάθεια, να προσαρμόσουν και να καναλιζάρουν την πραγματικότητα, στους κανόνες και στις νόρμες του "Νόμου του Say", στον οποίο θέλησαν να αποδώσουν τα εχέγγυα της αντικειμενικής επιστημονικής κατασκευής, που ουδέποτε είχε, ακόμη και τότε, που αυτός και οι αξιωματικές παραδοχές του, στην εποχή του απλού ανταγωνιστικού καπιταλισμού των ελεύθερων αγορών των ατομικών παραγωγών και των μικρών επιχειρήσεων, μπορούσαν να βρίσκονται κοντά, στα δεδομένα της οικονομικής δραστηριότητας.

Και φυσικά, όλα αυτά τα πράττουν, σύμφωνα, με τα συμφέροντα, που αυτές οι παρακμάζουσες ελίτ έχουν και τα οποία υπερασπίζονται, αφήνοντας, στην άκρη, τα αξιώματα του "Νόμου του Say", που έρχονται, σε αντίθεση, με την τεράστια δύναμη, που έχουν, στην αγορά και στην διαμόρφωση, των επιπέδων των τιμών και των κερδών (που είναι, αρκούντως, δύσκαμπτα, έως ανελαστικά και ουδόλως, εύκαμπτα και ελαστικά, παρά τις σχετικές αξιωματικές παραδοχές του "Νόμου του Say") οι υπερμεγέθεις πολυεθνικές και λοιπές μεγάλες γραφειοκρατικές επιχειρήσεις του αποκαλούμενου, ως ιδιωτικού τομέα της οικονομίας. 

Ο πίνακας, που, παραπάνω, παρουσιάζω και ο οποίος περιγράφει την διαχρονική, επίμονη και συστηματική προσπάθεια, που οι ευρωθεσμοί καταβάλλουν, για να επιτύχουν μια, τεράστιας έκτασης, συρρίκνωση του σύγχρονου κράτους και την αποξένωσή του, από τον κλασικό ρόλο του σταθεροποιητή των επιπέδων της ολικής αγοραστικής δύναμης και της οικονομίας, ως λειτουργικού και αποτελεσματικού συνόλου, που του επιφύλασσαν τα κεϋνσιανά οικονομικά, είναι μια μερική, μεν, αλλά πολύ σημαντική, δε, απόδειξη της προσπάθειας αυτής, η οποία συνίσταται, στην, όσο το δυνατόν, μεγαλύτερη επαναφορά των κανόνων λειτουργίας των κλασικών νόμων της - υποτιθέμενης ως - ελεύθερης αγοράς, που ταυτίζονται με και περικλείονται στον περίφημο αυτόν "Νόμο του Say".

Για το περιεχόμενο του νόμου αυτού έχουμε κάνει, στο παρελθόν, εκτενείς αναφορές [όποιος επιθυμεί, μπορεί να δει, ένα κατατοπιστικό δημοσίευμα του Δεκεμβρίου του 2009, σε αυτό εδώ το μπλογκ, με τίτλο : Η σύγχρονη οικονομική ύφεση, ο Κέϋνς και ο νόμος του Say. (Μια καλή συζήτηση στο μπλογκ του Μίμη Ανδρουλάκη, με τον φίλο Παναγιώτη Μπαζιωτόπουλο)]. Δεν παρουσιάζει, άλλωστε, κανένα μυστήριο, αφού η όλη αντιεπιστημονική κατασκευή του είναι σαφής, από την πρώτη ανάγνωσή του.

Έτσι, σύμφωνα, με τον αποκαλούμενο, ως "Νόμο του Say", η παραγωγή ενός αγαθού δημιουργεί και τα εισοδήματα, για την κατανάλωσή του και φυσικά αυτό το γεγονός επεκτείνεται και στο σύνολο των παραγόμενων αγαθών, δηλαδή, στο σύνολο οποιασδήποτε οικονομίας. 

Από την παραγωγή προέρχεται η αγοραστική δύναμη, που αγοράζει όλη την παραγωγή, μέσα σε κάθε χρονική περίοδο. Η προσφορά προσδιορίζει την ζήτηση και η παραγωγή την κατανάλωση.

Κατόπιν τούτου, αυτό που ακολουθεί, ως φυσιολογικό αποτέλεσμα, είναι το γεγονός ότι όλοι - ή, περίπου, όλοι - οι διαθέσιμοι παραγωγικοί συντελεστές της οικονομίας αξιοποιούνται, σε επίπεδα πλήρους (ή, περίπου, πλήρους) απασχόλησης, πέραν της συνήθους εποχιακής ανεργίας τριβής, η οποία υπολογίζεται, στα επίπεδα του 1,% έως 2% του εργατικού δυναμικού και της εκούσιας ανεργίας, η οποία αποτελεί ατομική επιλογή και φυσικά, αποτελεί στρέβλωση.



Jean-Baptiste Say (5/1/1767 - 15/11/1832). Ο πατέρας του ομώνυμου Νομού, που - υποτίθεται ότι - κινεί την οικονομική δραστηριότητα και ο οποίος αποκαλείται, ως - διότι, επίσης, υποτίθεται ότι είναι - ο "Νομός των αγορών"


Υπό το καθεστώς της λειτουργίας του "Νόμου του Say", που οι σύγχρονοι μπατιροτραπεζοκράτες, οι εξαγωγικές ελίτ και η τεχνοδομή των πολυεθνικών εταιρειών, επιθυμούν (μονομερώς και όχι καθ' ολοκληρίαν, βεβαίως-βεβαίως) να φέρουν, στην επιφάνεια, αυτά που μετρούν είναι τα αγαθά και οι υπηρεσίες, διότι αυτά είναι ωφέλιμα, για την λειτουργία της οικονομίας, ενώ το χρήμα εμφανίζεται, ως ουδέτερο, αφού η οποιαδήποτε διακράτησή του δεν έχει καμμία ωφελιμότητα, με αποτέλεσμα η οικονομία να πρέπει να λειτουργεί, με εύκαμπτες τιμές, προκειμένου να είναι αποδοτική και να βρίσκεται, σε καθεστώς αέναης ανάπτυξης.

Ανοησίες. Και μάλιστα, προφανείς, διότι η εμφανιζόμενη ζήτηση, ως αγοραστική δύναμη, μπορεί να προέρχεται (όχι, όμως, πάντοτε, αφού πολλές φορές δεν προέρχεται), ως εισόδημα, από την παραγωγή, αλλά, ουδόλως, ταυτίζεται μαζύ της, αφού, ως ενεργός αγοραστική δύναμη και ως ανενεργός ζήτηση διέπεται από τους δικούς της μηχανισμούς λειτουργίας, οι οποίοι δεν σχετίζονται, με τους μηχανισμούς λειτουργίας και τους εμφανιζόμενους, ως κανόνες της παραγωγής και της προσφοράς και φυσικά, αυτοί οι μηχανισμοί λειτουργίας της ολικής ζήτησης, μέσα σε ένα σύστημα μιας μη διευθυνόμενης οικονομίας (ή ατελώς, ή και χαοτικώς, διευθυνόμενης οικονομίας, όπως συμβαίνει, στην σύγχρονη οικονομία του γραφειοκρατικού καπιταλισμού, με τυπικό παράδειγμα αυτό της ευρωζώνης) ενεργοποιούνται, με την δική τους σωρευτική διαδικασία και αναπτύσσουν την δική τους δυναμική, η οποία συνολικοποιείται, στην αντίθετη κατεύθυνση, από εκείνη, που ακολουθεί η παραγωγή και η προσφορά, όσο ο σύγχρονος καπιταλισμός γραφειοκρατικοποιείται, ολοένα και περισσότερο και (το κυριότερο) όσο παραμένει αρύθμιστος ή, ατελώς, ρυθμισμένος.

Όμως, αυτή η διαπίστωση (που έχει γίνει, εδώ και 8 δεκαετίες, εξειδικευμένα και με σαφή επιστημονική τεκμηρίωση, από τον John Maynard Keynes), η οποία καθιστά πασιφανή το ανοησιολογικό περιεχόμενο αυτού του πλέγματος των ιδεών και των πεποιθήσεων, που συγκροτεί, ως θεωρητική κατασκευή, τον κυρίαρχο ιδεολογικό μηχανισμό των σύγχρονων γραφειοκρατικών ελίτ, δεν αλλάζει τα πράγματα. 

Αυτές οι ανοησίες δεν είναι οι μόνες, που συναντάμε, μέσα από την οποιαδήποτε επισκόπηση της παγκόσμιας Ιστορίας. Και τούτο, διότι αποτελούν ένα απλό επεισόδιο, στην μακρόσυρτη σειρά των άπειρων ανοησιών των κοινωνιών. Ως εκ τούτου, ακριβώς επειδή αυτό το συνονθύλευμα των ανοησιών, που αποτελεί την δέσμη των ιδεών και των πεποιθήσεων, που συγκροτούν τον "Νόμο του Say", είναι ένα βασικό εργαλείο της σύγχρονης ιδεολογικής/ψευδοσυνειδησιακής κυριαρχίας των παρακμιακών ελίτ, που συγκροτούν, στους σύγχρονους καιρούς, την παρούσα ενεργό εκδοχή του γραφειοκρατικού καπιταλισμού, η επισήμανση του ανορθολογισμού, που διακατέχει όλο αυτό το ανοησιολογικό πλέγμα ιδεών και πεποιθήσεων, δεν αλλάζει την καταστροφική επιρροή του. Και φυσικά, αυτό συμβαίνει επειδή το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στον ορθολογισμό, ή στον ανορθολογισμό των επιχειρημάτων, αλλά στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων των κυρίαρχων κοινωνικών ομάδων και στην προπαγανδιστική παραμυθολόγηση του ευρύτερου πληθυσμού, με την επιβολή των απόψεων των ελίτ, που κυριαρχούν.

Τοιουτοτρόπως, αφού το οικονομικό σύστημα - και ιδίως, η παραγωγική διαδικασία - πρέπει να λειτουργεί, με εύκαμπτες τιμές, οι όποιες παρουσιαζόμενες ακαμψίες, που οφείλονται, στις παρεμβάσεις των συνδικάτων και του κράτους (αλλά όχι, βεβαίως - βεβαίως, στην εκτεταμένη εταιρική δύναμη, που έχουν και χρησιμοποιούν οι μεγάλες επιχειρήσεις), αντιμετωπίζονται, ως δυσλειτουργίες και στρεβλώσεις.

Εδώ, λοιπόν, εντοπίζεται, από τους γνωστούς θιασώτες του "Νόμου του Say", η αδήριτη αναγκαιότητα της μεγάλης συρρίκνωσης του κρατικού παρεμβατισμού, στην οικονομική δραστηριότητα και η σύστοιχη σάρωση του συνδικαλισμού, ο οποίος, στην "καλύτερη" περίπτωση, θα πρέπει, σε αυτό το ιδιότυπο καθεστώς του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", να περιοριστεί, στον ρόλο, που είχαν, στα καθεστώτα του τεθνεώτος "υπαρκτού σοσιαλισμού" και που έχουν, στην κομμουνιστική Κίνα. Δηλαδή, στον ρόλο του πιστού και υπάκουου συνεργάτη της εργοδοσίας.

Με αυτά τα δεδομένα, η θέσπιση του ορίου του 3% του ΑΕΠ, στα δημόσια ελλείμματα των κρατών της ευρωζώνης και της "Ε.Ε." και πολύ περισσότερο, η πολιτική των μηδενικών ελλειμμάτων των κρατικών προϋπολογισμών, είναι απολύτως, κατανοητή, ως προς την στόχευσή της, όσο ανορθολογική και αντιεπιστημονική και αν είναι.

Η δραματική πτώση των ελλειμμάτων των ελληνικών κρατικών προϋπολογισμών, σε επίπεδα, κάτω του 3% του ΑΕΠ, από το 2014, έτσι όπως - υποτίθεται ότι - πραγματοποιήθηκε και έτσι όπως προβλέπεται να πραγματοποιηθεί, απεικονίζεται, στο παραπάνω διάγραμμα, το οποίο αφορά την χρονική περίοδο 2009 - 2018 (αν και η βάση, όπως και η μεθοδολογία της μέτρησης είναι, όπως πολλές φορές έχουμε γράψει, χειραγωγημένη, από την Eurostat του κ. Walter Radermacher) και η ανακοίνωση της πρόθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να προτείνει την έξοδο της Ελλάδας, από την διαδικασία της επιτήρησης, λόγω του υπερβολικού ελλείμματος, μπορεί να οδήγησαν τον ΣΥΡΙΖΑ, το, βαθύτατα και ταχύτατα, συντηρητικοποιημένο κόμμα της ελληνικής ριζοσπαστικής αριστεράς, την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό, σε πανηγυρισμούς, για το, εν λόγω, υποτιθέμενο, ως ευεργετικό, επίτευγμα, αλλά είναι σαφές ότι εντάσσεται, σε αυτό το νεοσυντηρητικό οικονομικό αφήγημα, με τις σαφείς και ολέθριες κοινωνικές του διαστάσεις και επιπτώσεις.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, αυτό το κατόρθωμα δεν αποτελεί, μόνο, μια στατιστική απεικόνιση της καταστροφικής κατακρήμνισης της ελληνικής οικονομίας, όλα αυτά τα χρόνια. Αν επρόκειτο περί αυτού, δεν θα άξιζε να ασχοληθεί μαζύ του. Θα μπορούσαμε να κατατάξουμε αυτή την στατιστική καταγραφή, ως ένα από τα πολλά, ανάμεσα στα άλλα, στοιχεία, που περιγράφουν την ελληνική οικονομική κρίση. Όμως, δεν πρόκειται, περί αυτού. Κάθε άλλο, μάλιστα.

Αυτή η σαρωτική πτώση των δημόσιων ελλειμμάτων, από το 2009, μέχρι σήμερα, αποτελεί μία από τις βασικές αιτίες, για τον όλεθρο, τον οποίο υπέστη η ελληνική οικονομία. Στην πράξη, μάλιστα, η σαρωτική πτώση των ελληνικών δημόσιων ελλειμμάτων, όλη αυτή την περίοδο, η οποία συμβαδίζει, με την, αναλόγως, σαρωτική πτώση της ελληνικής παραγωγής, αποτελεί την κύρια αιτία, για την καταστροφική πορεία της ελληνικής οικονομίας.

Αν δούμε την εξέλιξη του ελληνικού ΑΕΠ, τα πράγματα καθίστανται πασιφανή και πασίδηλα.

Από το 2008, μέχρι το 2014 η ελληνική οικονομία απώλεσε 64,049 δισ. €, για να χάσει, στην συνέχεια, μέχρι το 2016, άλλα 2,053 δισ. € αθροίζοντας την συνολική καταβαράθρωση της ελληνικής παραγωγής, κατά την περίοδο 2009 - 2016 και με έτος βάσης το 2008, στο ιλιγγιώδες μέγεθος των 66.102 δισ. €, το οποίο αντιστοιχεί, στο 27,32% του ΑΕΠ του 2008.

Αν, μάλιστα, θελήσουμε να πάρουμε, ως έτος βάσης το 2009, προκειμένου να μετρήσουμε, ειδικότερα, την μνημονιακή καταστροφή της ελληνικής οικονομίας, τότε, τα πράγματα, δεν αλλάζουν, ουσιωδώς, η πτώση της ελληνικής παραγωγής και της ελληνικής οικονομίας καταμετράται, στο 25,11% του ΑΕΠ του 2009, αφού, με δεδομένη την καταγραφή του ελληνικού ΑΕΠ του 2009, στο ύψος των 237,534 δισ. €, η κατακρήμνιση της ελληνικής παραγωγής φθάνει, κατά την περίοδο 2010 - 2016, στα επίπεδα των 59,646 δισ. €.

Αυτή η διαπίστωση γίνεται, περισσότερο από προφανής, όταν παρατηρήσουμε την εξέλιξη του ελληνικού ΑΕΠ, το οποίο, από το 241,990 δισ. € που ήταν το 2008, οδηγήθηκε, δια πυρός και σιδήρου, σκοπίμως και μεθοδευμένα, μέσω των συντριπτικών πολιτικών της λιτότητας, που επιβλήθηκαν, δια των τριών διαδοχικών Μνημονίων, από τους ξένους δανειστές και τους υποτακτικούς εντόπιους "ευρωπαϊστές" κυβερνήτες, όλων των πολιτικών αποχρώσεων, στα επίπεδα των 177,941 δισ. €, το 2014 και στο ύψος των 175,888 δισ. €, το 2016.

Οι εφιαλτικοί αυτοί αριθμοί δεν αποτελούν μια κάποια προσωπική αυθαιρεσία. Προέρχονται, από την ΕΛΣΤΑΤ του Ανδρέα Γεωργίου και του διαδόχου του, έχουν την έγκριση της Eurostat και των ευρωθεσμών και περιέχουν τον κλασικό παράγοντα αυθαιρεσίας, που περιλαμβάνεται, σε όλες τις στατιστικές μετρήσεις, που εποπτεύονται, από το (αστείο, καθ' όλα) επιτελείο των γραφειοκρατών στατιστικολόγων της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", απέναντι, στις μετρήσεις του οποίου, η γραφειοκρατία του Δ.Ν.Τ. είναι, απολύτως, επιφυλακτική και δύσπιστη.

Η γραφειοκρατία του Δ.Ν.Τ. δεν ιδιοτροπεύει, ούτε και σφάλλει. Αντιθέτως, μάλιστα, πράττει, ορθότατα, διότι η Eurostat αποτελεί μια σκαστή ανορθογραφία, μια σπαρταριστή φαρσοκωμωδία της σύγχρονης στατιστικής, αφού, ανάμεσα στις πολλές αμαρτίες της, οι γραφειοκράτες της επιμένουν, σταθερά, εδώ και πολλά χρόνια, να υποεκτιμούν το μέγεθος του ελληνικού ΑΕΠ - και φυσικά, αυτή τους η επιμονή δεν υπήρξε και δεν είναι, καθόλου, αθώα. Εάν η Eurostat και η Commission αποδέχονταν ότι το ελληνικό ΑΕΠ ήταν (και παραμένει) μεγαλύτερο, από όσο, στατιστικά, καταγράφεται, θα έπρεπε να αποδεχθούν ότι οι ποσοστιαίες, επί τοις εκατό, αναλογίες του ελληνικού δημοσίου ελλείμματος και του ελληνικού δημοσίου χρέους είναι μικρότερες (και μάλιστα, πολύ μικρότερες) από τις παρουσιαζόμενες.

Αυτό, όμως, αυτοί οι ευρωθεσμοί δεν μπορούν να το δεχθούν, επειδή αυτό, που τους ενδιαφέρει, είναι το γεγονός ότι αυτή η ποσοστιαία μείωση του δημόσιου ελλείμματος και του δημόσιου χρέους, σε σχέση με το πραγματικό ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας, δεν συνοδεύεται, λόγω της ιδιομορφίας της δομής και της λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας, ως μιας οικονομίας, η οποία, όπως είπαμε, στηρίζεται, στην ατομική και στην μικρομεσαία επιχείρηση, από μια αντίστοιχη αύξηση των ελληνικών δημοσίων εσόδων να οδηγεί, σε αύξηση των δημοσίων εσόδων

Βέβαια, όλα αυτά τα χρόνια, έχουμε παρακολουθήσει, συστηματικά, την αριθμητική καταβαράθρωση της ελληνικής οικονομίας και την έχουμε περιγράψει και αναλύσει πολλές φορές, σε αυτό εδώ το μπλογκ, προλέγοντας την εξέλιξή της, βασιζόμενοι, στην ίδια την λειτουργική συλλογιστική των μνημονιακών πολιτικών και λαμβάνοντας υπόψη την καθοριστική ιδιαιτερότητα της δομής και της λειτουργίας της ελληνικής παραγωγής, η οποία στηρίζεται, σε μια, κατά βάση, κλειστή οικονομία ατομικών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων (με πιο πρόσφατο απολογισμό, αυτόν, που δημοσίευσα, εδώ, τον περασμένο Μάϊο, με τίτλο : Από το 1ο τρίμηνο του 2016, στο 1ο τρίμηνο του 2017 : Τα αδιέξοδα της παγιδευμένης, στην κρίση, ελληνικής οικονομίας, η καταστροφική ισοτιμία του ευρώ, ως ιδιότυπου μηχανισμού συναλλαγματικών ισοτιμιών και η, εντός ευρωζώνης, αναπόφευκτη πολιτική της συντριβής των γενικών εισοδημάτων). Και φυσικά, μπορώ να ισχυριστώ, χωρίς καμμία υπερβολή, ότι όλα τα προλεχθέντα και όλες οι εκτιμήσεις, για τις επερχόμενες εξελίξεις, από το μοιραίο 2009, έως τώρα, όχι μόνο έχουν αντέξει, στην δοκιμασία της πραγματικότητας, αλλά και έχουν καταγραφεί ως μία αληθής και επιβεβαιωθείσα περιγραφή των γεγονότων, που ακολούθησαν, από την εφαρμογή των τριών διαδοχικών Μνημονίων.

Παρακολουθώντας, λοιπόν, την πορεία της δραματικής πτώσης των δημοσίων ελλειμμάτων, κατά την περίοδο 2009 - 2016 και συγκρίνοντάς την, με την ιλιγγιώδη καταστροφή της ελληνικής παραγωγής, που επήλθε την ίδια περίοδο, ουδείς μπορεί να αρνηθεί τον συσχετισμό των δύο αυτών μακροοικονομικών μεγεθών, όσο και αν το επιθυμεί.

Απλούστατα, οι συγκρίσεις και οι συσχετίσεις των αριθμητικών μεγεθών είναι συντριπτικές και καθίστανται οφθαλμοφανείς.

Η ίδια η ζωή, η ίδια η περιρρέουσα πραγματικότητα δεν επιτρέπουν κανέναν σοβαρό αντίλογο, σε αυτό το αβίαστο συμπέρασμα, σε αυτή την λογική συνεπαγωγή, οποιοδήποτε ορθολογικοφανές - και εν τη ουσία του, απολύτως, ανορθολογικό - θεωρητικό, ή άλλο, κατασκεύασμα και αν σκαρφισθεί η κυρίαρχη, μεν, αλλά και παραπέουσα συστηματική προπαγανδιστική μυθοπλασία της ασθμαίνουσας εντόπιας "ευρωπαϊστικής" πολιτικοοικονομικής και "πνευματικής" ελίτ.

Αλλά αυτή η επίμονη και συστηματική πολιτική της συρρίκνωσης του κράτους, ως μεγέθους και ως παρουσίας, στην οικονομική ζωή, που στηρίζεται, στην μεθοδευμένη επαναφορά της ισχύος του "Νόμου του Say", συνοδεύεται από την, επίσης, συστηματική διόγκωση της ανεργίας και της υποαξιοποίησης του εργατικού δυναμικού και των παραγωγικών συντελεστών της οικονομίας.

Και φυσικά, αυτή επίμονη και συστηματική διόγκωση της ανεργίας, η οποία απέχει, μακράν, από την ανεργία τριβής και δεν μπορεί να προσδιορισθεί, ως εκούσια, μαζύ με την υποαξιοποίηση του εργατικού δυναμικού και των παραγωγικών συντελεστών της οικονομίας, που αφορούν, όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά και το σύνολο της ευρωζώνης, αποτελούν την πιο τρανταχτή απόδειξη της αποτυχίας του "Νόμου του Say" και του εξωπραγματικού και ανεφάρμοστου περιεχομένου του.

Ότι τα επίπεδα της πραγματικής ανεργίας, της υποαπασχόλησης και της υποαξιοποίησης του εργατικού δυναμικού, στην χώρα μας, στην ευρωζώνη και ευρύτερα, στις αναπτυγμένες χώρες του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού είναι, κατά πολύ, μεγαλύτερα, από αυτά, που παρουσιάζουν οι παραμυθολογικοί μηχανισμοί των στατιστικών υπηρεσιών των κρατών, είναι πασίγνωστο και το έχουμε επισημάνει, ουκ ολίγες φορές. Δεν χρειαζόμασταν τον Mario Draghi, για να το μάθουμε. Όπως έχουμε πει και πιο πάνω, τα αμαρτωλά έργα και οι δυσώδεις ημέρες της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat έχουν καταστεί κτήμα των ειδικών, αλλά, σιγά - σιγά και ενός ευρύτερου και ολοένα αυξανόμενου κοινού.

Αυτό το φαινόμενο, άλλωστε, δεν είναι τυχαίο, ούτε αποτελεί προϊόν των οποίων υπαρκτών αδυναμιών της στατιστικής ανάλυσης των δεδομένων, που προκύπτουν, κάθε φορά, σε οποιοσδήποτε χρονική στιγμή. Δεν πρόκειται, περί λαθών, ή σφαλμάτων. Κάθε άλλο. Τα στατιστικά σφάλματα, προφανώς, υπάρχουν, αλλά, στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν έχουμε να κάνουμε, με αυτά.

Το φαινόμενο της συνεχούς παραποίησης και της μονομέρειας, στην παρουσίαση των στατιστικών στοιχείων, που αφορούν την ανεργία και την υποαξιοποίηση του εργατικού δυναμικού, είναι ένα πολύ σημαντικό και ουσιώδες εργαλείο, το οποίο αποτελεί βασικό τμήμα του ευρύτερου προπαγανδιστικού μηχανισμού των κυβερνήσεων και των διαφόρων φιλελευθέρων και νεοσυντηρητικών ελίτ της μπατιροτραπεζοκρατίας και των τεχνοδομών των γιγαντιαίων πολυεθνικών επιχειρήσεων και φυσικά, χρησιμοποιείται, για την συγκάλυψη της πραγματικότητας.

Και αυτό δεν είναι κάτι το νέο, αφού, ακόμη και στην περίοδο της ανάπτυξης, η, ουσιαστικά, κρυπτόμενη, μη αναφερόμενη και μη "διαφημιζόμενη" υποαξιοποίηση του εργατικού δυναμικού, στην Ελλάδα, έφθανε, στα απίστευτα επίπεδα του 12,9%. Κάτι, άλλωστε, που συνέβαινε, αναλόγως και στις άλλες χώρες της ευρωζώνης.

Από εκεί και πέρα, η εσωτερίκευση της διεθνούς οικονομικής ύφεσης, στην ευρωζώνη και η ένταξη της ελληνικής οικονομίας, στους καταθλιπτικούς και συντριπτικούς μηχανισμούς των Μνημονίων, ανέπτυξε την δική της καταστροφική δυναμική.

Έτσι, η καταμέτρηση, τον Δεκέμβριο του 2016, της υποαξιοποίησης του εργατικού δυναμικού, στην Ελλάδα της μακρόσυρτης οικονομικής κατακρήμνισης, στα επίπεδα του 31,3%, έναντι του επίσημου 23,4% των καταμετρημένων επιπέδων της ανεργίας, ουδεμία έκπληξη προξενεί. Άλλωστε, το 31,3%, δεν είναι και το χειρότερο μέγεθος, αφού, στο όχι και πολύ μακρινό παρελθόν, η υποαξιοποίηση του εργατικού δυναμικού, στην ελληνική αγορά εργασίας έχει καταγραφεί, στα επίπεδα του 33,9%.

Είναι προφανές ότι η καταμέτρηση της υποαξιοποίησης του εργατικού δυναμικού, ως μία διευρυμένη απόπειρα καταγραφής​ της κατάστασης, στην αγορά εργασίας και της αξιοποίησης του, οικονομικά, ενεργού πληθυσμού, βρίσκεται, πολύ πιό κοντά, στην πραγματικότητα, από ότι η καταγραφή της επίσημης ανεργίας, αφού, στην έννοια της υποαξιοποίησης του εργατικού δυναμικού περιλαμβάνονται, πέραν των, επισήμως, καταγεγραμμένων ανέργων και :

1) Όσοι βρίσκονται σε κατάσταση μακροχρόνιας​ ανεργίας και έχουν απογοητευθεί​ να ψάχνουν, για δουλειά.

2) Όσοι ψάχνουν για δουλειά, αλλά δεν καταγράφονται, επειδή δεν είναι έτοιμοι να αναλάβουν εργασία, εντός των δύο εβδομάδων, που απαιτούνται, από τα στατιστικά standards.

3) Όσοι βρίσκονται, σε  εργασιακό καθεστώς μερικής απασχόλησης και επιθυμούν εργασία, με πλήρες ωράριο.


Έτσι, τα πράγματα γίνονται, πολύ απλά, όσον αφορά την προσπάθεια της ανάστασης των κανόνων του "Νόμου του Say" και την παταγώδη έμπρακτη αποτυχία του.

Με δεδομένο το γεγονός ότι, ενώ η Eurostat παρουσιάζει τα επίπεδα της ανεργίας, στην ευρωζώνη, στα, πολύ σημαντικά, έως καταστροφικά, επίπεδα του 9,5%, ο Mario Draghi και η Ε.Κ.Τ. παρουσιάζουν την υποαξιοποίηση του εργατικού δυναμικού, σε όλη την ευρωζώνη, στα επίπεδα του 18,5%, αντιλαμβανόμαστε, το πελώριο μέγεθος της επίμονης και μακροχρόνιας κρίσης, στην οποία έχουν περιπέσει οι χώρες της ευρωζώνης και το πολύ σκοτεινό μέλλον, που τους επιφυλάσσει η εξακολούθηση της λειτουργίας της.

Οι αριθμοί και εδώ, παραμένουν σαρωτικά, αποκαλυπτικοί, για το μέγεθος της μακρόσυρτης καταστροφής, που επιφυλάσσουν, στον πληθυσμό των χωρών της ευρωζώνης, η μπατιροτραπεζοκρατία και οι διάφορες γραφειοκρατικές και λοιπές ελίτ, που κυριαρχούν, μέσα σε αυτόν τον οικονομικό χώρο.

Το χειρότερο όλων είναι το γεγονός ότι έπεται συνέχεια, αφού, ήδη, η κυβέρνηση έχει αρχίσει να πανηγυρίζει, για την επίτευξη ενός πρωτογενούς δημοσιονομικού πλεονάσματος, κατά το πρώτο εξάμηνο του 2017, της τάξεως των 1,2 δισ. €, ενώ ο αρχικός στόχος έφθανε, στα 400 εκατομμύρια ευρώ, με αποτέλεσμα να προβλέπεται ότι, στο τέλος του χρόνου, ο προϋπολογισμός θα κλείσει, με τα επίπεδα του πρωτογενούς πλεονάσματος να υπερβαίνουν, κατά πολύ τον στόχο του 1,75% του ΑΕΠ, που έχει προϋπολογισθεί.

Βέβαια, είναι σαφές ότι η ελληνική οικονομία έχει πιάσει πάτο και έχει, σε έναν βαθμό, σταθεροποιηθεί. Αυτό σημαίνει ότι, με βάση τα, έως τώρα, δεδομένα, που δεν προβλέπουν δραματικές περικοπές, στην ενεργό ζήτηση και εάν δεν υπάρξουν δραματικές ανατροπές, η ελληνική οικονομία θα λιμνάσει, στα απόνερα, που την έχει οδηγήσει η κατακρημνιστική κρίση της τελευταίας επταετίας, παρουσιάζοντας κάποιους αναιμικούς ρυθμούς μεγέθυνσης, που θα ακολουθούνται, από περιοδικές πτώσεις.

Και φυσικά, στα πλαίσια αυτά, του θεσμικού ζουρλομανδύα του 3% των δημοσιονομικών ελλειμμάτων των κρατών της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, που εγγυάται την σταθερή υποχρηματοδότηση των κρατικών λειτουργιών, την χαμηλή ρευστότητα και την συντήρηση της υψηλής ανεργίας και της υποαξιοποίησης του εργατικού δυναμικού και των παραγωγικών συντελεστών, το μέλλον της ελληνικής οικονομίας, όπως και όλων των χωρών της ευρωζώνης, δεν θα είναι καθόλου ρόδινο...

Δεν υπάρχουν σχόλια: