Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

19/1/1865 - 19/1/2015 : Ο Pierre-Joseph Proudhon και το έργο του, 150 χρόνια μετά. Μια απόπειρα ιστορικής αποτίμησης των προορατικών επισημάνσεων ενός επίδοξου κοινωνικού αναμορφωτή, για τα αδιέξοδα του κρατικιστικού κομμουνισμού. (Για τις οποίες τιμωρήθηκε με το άθλιο περιεχόμενο της λιβελλογραφικής νεκρολογίας του, από τον Karl Marx).





Κλείνουν, αυτές τις ημέρες, 150 χρόνια, από τον θάνατο του πατέρα του σύγχρονου αναρχισμού. Του εργάτη και διανοούμενου Pierre-Joseph Proudhon, που πέθανε, στις 19 Ιανουαρίου του 1865, σαν το σκυλί στο αμπέλι, εξουθενωμένος, από την υπερκόπωση, η οποία ήταν και η αιτία του θανάτου του.

Μιλώντας, για αυτόν τον Γάλλο κοινωνικό επαναστάτη, οφείλουμε να πούμε ότι ο Pierre-Joseph Proudhon, ουδέποτε εγκατέλειψε την κοινωνική τάξη, μέσα, στην οποία ανδρώθηκε. Η πολιτική του δράση και η εκλογή του, ως βουλευτή, στην γαλλική εθνοσυνέλευση, δεν τον απομάκρυνε, από την κοινωνική τάξη του, με την οποία οι δεσμοί του ήσαν άρρηκτοι και εντός της οποίας παρέμεινε. 

Αν και μπορούσε να αυτομολήσει και να ανελιχθεί, κοινωνικά, να γίνει μέλος των κυρίαρχων καπιταλιστικών στρωμάτων της εποχής του και να εκφράσει τα συμφέροντα τους, ο εργάτης, ο τυπογράφος, Pierre-Joseph Proudhon, αρνήθηκε μια τέτοια ταξική και κοινωνική μεταστροφή και γι' αυτόν τον λόγο, υπήρξε και εξακολουθεί, πάντοτε, να παραμένει, ένα από τα καλύτερα μυαλά του γαλλικού προλεταριάτου. Μάλιστα, για να είμαι ακριβής, ως προς την περιγραφή της πραγματικότητας, πρέπει να επισημάνω ότι ο Pierre-Joseph Proudhon είναι το καλύτερο μυαλό της γαλλικής εργατικής τάξης, μακράν όλων των άλλων διανοουμένων, που βγήκαν από τις τάξεις της, είτε παρέμειναν, μέσα σε αυτήν, είτε, εκ των υστέρων, την εγκατέλειψαν, για να ενταχθούν, στους κόλπους της αστικής διανόησης.

Αυτό δεν είναι το κυριότερο προσόν του Γάλλου κοινωνικού επαναστάτη, του πρώτου ανθρώπου, στην σύγχρονη εποχή, που είπε την περίφημη φράση "Je suis anarchiste", εκδηλώνοντας την εγγενή του απέχθεια, για το εξουσιαστικό φαινόμενο και την σύμφυση του φαινομένου αυτού, με το κράτος, ως πρωτογενών και πρωταρχικών πηγών των προβλημάτων των σύγχρονων κοινωνιών. Τηρουμένων των αναλογιών, μπορούμε να πούμε, χωρίς κανέναν ενδιασμό και πέρα από τις όποιες μεγάλες, ή άλλου μεγέθους, διαφωνίες, με αυτόν και το ευρύτερο έργο του, ότι, ο Pierre-Joseph Proudhon, αν και ουσιαστικά, υπήρξε αυτοδίδακτος, αφήνει πίσω του, το σύνολο της γαλλικής αστικής διανόησης, σε όποιο χρονικό σημείο και αν την εξετάσουμε. Είτε, στους καιρούς του, είτε μετά, από αυτούς, ακόμη και όταν μιλάμε, για το σήμερα, εάν λάβουμε, υπόψη, τις συνθήκες, μέσα στις οποίες έζησε ο Προυντόν και τους περιορισμούς, που οι διάφορες εποχές, έθεταν και θέτουν, εκ των πραγμάτων, σε όλους. 

Για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε το τεράστιο πνευματικό μέγεθος του ανδρός, για τον οποίο μιλάμε και ο οποίος είναι διάσημος, για την περίφημη φράση του, "η ιδιοκτησία είναι κλοπή", την οποία υποστήριξε, σε ένα άρθρο του, το οποίο αποτελεί και το περίφημο πνευματικό δημιούργημά του, με τίτλο "Qu'est-ce que la propriété?" ("Τί είναι η ιδιοκτησία;") και το οποίο συνέγραψε, το 1840, ενώ, παράλληλα, υποστήριζε ότι "η ιδιοκτησία είναι ελευθερία", οφείλουμε να δούμε την επιχειρηματολογία του, για το εξουσιαστικό φαινόμενο, μέσα στους σύγχρονους, με αυτόν, εργασιακούς χώρους της εργοστασιακής παραγωγής και την αλλοτριωτική και καταστροφική διαμόρφωση, επίδραση και διαπαιδαγώγηση, που αυτό ασκεί, επί των εργαζόμενων τάξεων, τις οποίες εθίζει και προσαρμόζει, στο κοινωνικό καθεστώς της υποταγής και της πειθήνιας υπακοής, στις εντολές των αφεντικών και των διοικητικών τους οργάνων.

Για τον Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν, το σύγχρονο καπιταλιστικό εργοστάσιο, ως σχολείο κοινωνικών σχέσεων, με, σαφώς, προσδιορισμένη ιεράρχηση και τους ψυχικούς και νοητικούς αυτοματισμούς, που δημιουργεί, επί των ανθρώπων, οι οποίοι μετέχουν στην  παραγωγική διαδικασία, ως άμεσοι παραγωγοί - δηλαδή στους εργάτες -, δεν είναι τίποτε περισσότερο, από ένα στρατόπεδο, το οποίο, από την ίδια του την λειτουργία, δεν έχει τις προϋποθέσεις και δεν μπορεί να βοηθήσει, στην διαπαιδαγώγηση ελεύθερων ατόμων, που αυτοπροσδιορίζουν, πρωτοβουλιακά, την ζωή τους.

Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, η σύγχρονη καπιταλιστική εργοστασιακή δομή δεν μπορεί να διαμορφώσει ελεύθερους ανθρώπους. Μπορεί να δημιουργήσει, μόνο, σύγχρονους σκλάβους, πειθαρχημένους, στις εντολές των αφεντικών και των διοικητικών τους οργάνων, μέσα στην παραγωγική διαδικασία, απορρίπτοντας, κάθε τι, το οποίο δεν εμπίπτει, σε αυτή την συγκεκριμένη ανθρωποποιητική κατηγορία. Ως εκ τούτου, η λογική της κρατικοποίησης και του πολιτικού συγκεντρωτισμού, την οποία ασπάσθηκε και υιοθέτησε, άνευ όρων, ο Karl Marx και στην συνέχεια, ακολούθησαν οι οπαδοί του, υπήρξε ξένη, για τον Προυντόν και τους δικούς του πολιτικούς απογόνους - τον Μιχαήλ Μπακούνιν, τον Εζέν Βαρλέν, τον Πιότρ Κροπότκιν και τους μεταγενέστερους.

Η μόνη πραγματική αλλαγή, που θα μπορούσε να υπάρξει, δεν είναι άλλη από την ριζική αποκαπιταλιστικοποίηση των σύγχρονων εργοστασίων, δηλαδή, με τον ριζοσπαστικό εκδημοκρατισμό των βιομηχανικών κοινωνικών σχέσεων, που παραπέμπει, στην πλήρη συμμετοχή των εργατικών συνόλων, στην διεύθυνση και στον έλεγχο της σύγχρονης εργοστασιακής και της λοιπής εργασιακής παραγωγικής διαδικασίας, από τους παραγωγούς, ούτως ώστε να ανατραπεί και να εξουδετερωθεί η αυτοματοποιημένη τάση του σύγχρονου προλεταριάτου, προς την υποταγή και την εξωτερική πειθαρχία, που επιβάλει η καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής και το διεθυντικό δικαίωμα του επιχειρηματία και των διοικητικών του οργάνων.

Χωρίς αυτόν τον ριζοσπαστικό εκδημοκρατισμό των σύγχρονων εργοστασιακών σχέσεων και την αποκαπιταλιστικοποίηση των εργοστασίων και των ευρύτερων εργασιακών χώρων, η κρατικοποίηση της οικονομίας, την οποία ευαγγελίζονταν ο Καρλ Μαρξ και οι οπαδοί του, δεν θα ήταν, απλώς, απρόσφορη και ατελέσφορη. Θα ήταν καταστροφική. Η αντικατάσταση της εξουσίας της παλαιάς καπιταλιστικής τάξης των ιδιωτών επιχειρηματιών, αυτό που θα έκανε, θα ήταν η ένταση της παθητικότητας των εργαζόμενων τάξεων και η παντοδυναμία του κράτους και των εξουσιαστικών του μηχανισμών.

Όπως λέει, χαρακτηριστικά, ο Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν, μιλώντας, στο ομώνυμο σύγγραμμά του, για την πολιτική ικανότητα των εργαζόμενων τάξεων, το καθεστώς, μέσα, στο οποίο, η κρατική γραφειοκρατία θα μονοπωλεί, τόσο το κεφάλαιο, όσο και την κυβερνητική εξουσία, θα ήταν "μια συμπαγής πολιτεία, η οποία θα ήταν, φαινομενικά, θεμελιωμένη, στην δικτατορία των μαζών, αλλά, στην πραγματικότητα, οι μάζες δεν θα είχαν άλλη εξουσία, εκτός από αυτήν, που χρειάζεται, για να πραγματοποιηθεί και να διασφαλισθεί η υποδούλωση όλων των ανθρώπων, σύμφωνα, με τις αρχές της παλαιάς απολυταρχίας : Έλλειψη κάθε διάκρισης των εξουσιών, συγκεντρωτισμός, που θα απορροφήσει όλη την κοινωνική ζωή, συστηματική εξόντωση, με πρόσχημα την διάσπαση, κάθε συνδικαλιστικής και τοπικής σκέψης, ιεροεξεταστική αστυνομία κλπ".


Τώρα, πιά, πολλές δεκαετίες μετά, από τότε, που ο Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόνέγραφε  αυτές τις, κοινωνιολογικά, ακριβείς παρατηρήσεις, μπορούμε, με το προνόμιο της, εκ των υστέρων, γνώσης, να πούμε, με πλήρη βεβαιότητα, ότι αυτός ήταν, που είχε δίκιο και όχι ο Καρλ Μαρξ, για τον οποίο, το πρόβλημα δεν βρισκόταν, μέσα στην ίδια την συγκρότηση της κοινωνικής και εργασιακής ζωής του σύγχρονου καπιταλιστικού εργοστασίου, η οποία, γι' αυτόν, αποτελεί το μεγαλύτερο επίτευγμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά, στην γενική κρίση υπερπαραγωγής, η οποία, όντας εξωτερική των ενδοβιομηχανικών και των ευρύτερων εργασιακών σχέσεων, αποδείκνυε ότι το πρόβλημα του καπιταλισμού, ως συστήματος, έγκειται, στο γεγονός ότι η γενική κρίση υπερπαραγωγής παραπέμπει, στην εξωτερική των ανθρωπίνων σχέσεων αδυναμία, του να ξεπεράσει τις αντικειμενικές του αντιφάσεις. Δηλαδή την αποδιοργάνωση της αγοράς, την μαζική ανεργία, την καταστροφή της βιομηχανικής παραγωγής και την παράγωγη υποκατανάλωση.

Αυτή η γενική κρίση υπερπαραγωγής, που θα αναδείκνυε τις αντιφάσεις της αντικειμενικής διαδικασίας, μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, υποτίθεται ότι ήταν που θα έθετε, επί τάπητος και τις αντικειμενικές και πραγματικές και όχι τις υποκειμενικές και ουτοπικές διαστάσεις, καθώς και το αντίστοιχο περιεχόμενο του σοσιαλιστικού προγράμματος.

Φυσικά, αυτές οι αφελείς επιστημονικοφανείς θέσεις του Καρλ Μαρξ αποδείχτηκαν ότι ήσαν αυτό, που ο ίδιος απεχθανόταν. Υπήρξαν και καταγράφηκαν, μέσα στο διάβα της Ιστορίας, ως, απολύτως, εξωπραγματικές, ουτοπικές και ως εκ τούτου, αντιεπιστημονικές , ως προϊόντα ενός καινοφανούς και κενού υλιστικού ιδεαλισμού. Η ιστορική εξέλιξη ακολούθησε άλλες και μάλιστα, τις, εντελώς, αντίθετες θέσεις, από αυτές, που επιχείρησε να παρουσιάσει και να τεκμηριώσει, ως επιστημονικές, ο Καρλ Μαρξ.

Αντιθέτως, οι θέσεις του Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν αποδείχτηκαν, επιστημονικά, τεκμηριωμένες και ως κοινωνιολογική πρόβλεψη, για την εξέλιξη των μαρξικών, των μαρξιστικών και των λοιπών συναφών ιδεών και θέσεων, για την κοινωνική και οικονομική εξέλιξη, στον σύγχρονο καπιταλισμό και ως αρνητική ανάλυση - δηλαδή ως ανάλυση του τί δεν είναι και του τί δεν μπορεί να είναι η κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή -, μέσα από την επιχειρηθείσα μετεξέλιξή του, σε ένα κρατικιστικό γραφειοκρατικό μόρφωμα, έτσι όπως αυτό παρουσιάστηκε, στις καταρρεύσασες κοινωνίες του "υπαρκτού σοσιαλισμού", που γέννησε, στην πορεία του χρόνου, ο μαρξισμός και ως γνήσιο τέκνο του, ο λενινισμός και έτσι όπως αυτό το μόρφωμα εξακολουθεί να παρουσιάζεται, μέσα από τις πολύ σημαντικές επιβιώσεις  του μαρξισμού-λενινισμού, στην σημερινή εποχή και το οποίο απεδείχθη ότι είναι ένα από τα σκέλη του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού.

Ο Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν η αλήθεια είναι ότι, στην πράξη δικαιώθηκε, ακόμη και εκεί, που όλοι οι άλλοι πίστευαν και εξακολουθούν, πάντοτε, να πιστεύουν - ο καθένας, για τους δικούς του λόγους, οι οποίοι έχουν να κάνουν, με τα συστήματα ιδεών (τις ιδεολογίες), επί των οποίων οικοδόμησαν την καθημερινή τους ζωή, ως κοινωνικών όντων - ότι έσφαλε. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η, φαινομενικά, αντιφατική υποστήριξη της διφυούς υπόστασης της ιδιοκτησίας, στην οποία αναφερόταν ο Γάλλος φιλόσοφος και κοινωνικός επαναστάτης, ως κλοπής και ως ελευθερίας.







Ο Pierre-Joseph Proudhon (15/1/1809 - 19/1/1865), ζωγραφισμένος, το 1864, από τον Nadar.




Η πρώτη του φράση, που προσδιορίζει την ιδιοκτησία, ως κλοπή, είναι, διαχρονικά, διάσημη και θα μείνει, στους αιώνες, είναι αυτή, που τον έκανε μισητό, στους συντηρητικούς κύκλους, αφού είναι αυτή, που αμφισβητεί την υλική βάση της εξουσίας και της ευημερίας τους. Συνήθως, σήμερα, θεωρείται ότι η φράση αυτή του Προυντόν έχει καταστεί χωρίς περιεχόμενο, ενώ, παράλληλα, έχει επικρατήσει η γνώμη ότι έχει υιοθετηθεί, από τους κομμουνιστές οπαδούς του Karl Marx, στα καθεστώτα, που αυτοί εγκαθίδρυσαν, κάτω από την επιρροή των μαρξικών και των μαρξιστικών ιδεών.

Και οι δύο αυτές πεποιθήσεις, που έχουν ένα, καθαρά, ιδεολογικό περιεχόμενο, το οποίο έρχεται να συγκαλύψει τα υλικά συμφέροντα, που κρύβονται πίσω τους είναι, εσφαλμένες, διότι δεν απεικονίζουν το σύνολο της πραγματικότητας, την οποία θέλουν να ισχυρίζονται ότι περιγράφουν. Περιγράφουν, μόνο, ένα μέρος αυτής της πραγματικότητας, το οποίο, μάλιστα, δεν είναι και το κυριότερο. Και εδώ ερχόμαστε, στην δεύτερη ρήση του Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν, που αφορά την ιδιοκτησία, ως κοινωνικό φαινόμενο και την περιγράφει, ως ελευθερία, μια ρήση, η οποία έμεινε, στην αφάνεια και για την οποία όλοι οι συντηρητικοί της οικουμένης θα ήσαν, ευνοϊκώς, διακείμενοι, προς αυτόν, εάν γνώριζαν ότι την είχε υποστηρίξει, αφού, πάνω σε αυτήν, ως ιδεολογία και ως πεποίθηση, έχει στηριχθεί, διαχρονικά, ο σύγχρονος φιλελευθερισμός, αλλά και πολλές από τις προκαπιταλιστικές ιστορικές κοινωνίες.

Οι δύο αυτές ρήσεις του Γάλλου προλετάριου διανοούμενου, που περιγράφουν το φαινόμενο της ιδιοκτησίας, ως κλοπή και ως ελευθερία, φαίνονται, ως, ακραία, αντιφατικές, κάτι που είχε επισημανθεί, στον Προυντόν και για το οποίο είχε, πολλές φορές επικριθεί. Ο ίδιος δεν το έβλεπε έτσι. Δεν θεωρούσε ότι υπάρχει κάποια ουσιώδης αντίφαση, ανάμεσα, σε αυτές τις δύο ιδιότητες του κοινωνικού φαινόμενου της ιδιοκτησίας, την οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν περιόριζε, μόνο, στην ατομική της διάσταση, αλλά συμπεριλάμβανε, αναφερόμενος, σε αυτήν και την κρατική της διάσταση, την οποία θεωρούσε πολύ περισσότερο επικίνδυνη.

Για τον Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν, η ιδιοκτησία είναι κλοπή, όταν αυτή αφορά γαιοκτήμονες και κεφαλαιοκράτες, επειδή δεν έχει προέλθει από εργασία, αλλά από κατάκτηση και εκμετάλλευση της εργασίας των άλλων και υποστηρίζεται, από την αστυνομική και την ευρύτερη κρατική βία.

Αλλά η ιδιοκτησία παύει να είναι κλοπή και μετατρέπεται, σε ελευθερία, όταν αυτή είναι προϊόν αυτού, που κάποιος παράγει. Κάθε τι, πέρα και άνω από αυτό, για τον Προυντόν, αποτελεί κλοπή. Έτσι, οι άνθρωποι της υπαίθρου και οι τεχνίτες των χωριών και των πόλεων, σύμφωνα, με την προυντονική αντίληψη, έχουν ένα φυσικό δικαίωμα, πάνω στα σπίτια τους, στην καλλιεργήσιμη γη και στα εργαλεία της εργασίας τους. Αυτή η ιδιοκτησία, που συνδέει την εργασία των ανθρώπων, με τους καρπούς της, δεν είναι κλοπή. Είναι ελευθερία.

Αλλά αυτή η ελευθερία σταματά εκεί, που αρχίζει η αντίστοιχη ιδιοκτησία των άλλων, πάνω στα προϊόντα της δικής τους εργασίας, στα σπίτια τους, στην δική τους καλλιεργήσιμη γη και στα εργαλεία της δικής τους εργασίας. Έτσι ο Προυντόν, από την μία πλευρά, στήριζε την εργατική αυτοδιαχείριση και την ατομική ιδιοκτησία, με αυτούς τους συγκεκριμένους περιορισμούς, οι οποίοι, στο σύγγραμμά του  "Περί ιδιοκτησίας", συγκεκριμενοποιούνται, στο ότι, ενώ το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, στο προϊόν, είναι αποκλειστικό, το δικαίωμα, στα μέσα παραγωγής, είναι κοινό και ότι, παρά το γεγονός ότι η ιδιοκτησία είναι προϊόν, αυτό το προϊόν δεν αφορά και τα μέσα παραγωγής και το συσσωρευμένο κεφάλαιο, το οποίο είναι κοινωνική ιδιοκτησία και ουδείς μπορεί να είναι αποκλειστικός ιδιοκτήτης του - και πολύ περισσότερο, το κράτος, ως εξουσιαστικός μηχανισμός, δηλαδή, ως δύναμη επιβολής, επί των ανθρώπων και της κοινωνίας ολόκληρης.   

Γι' αυτούς τους λόγους, ο Προυντόν προέκρινε το συνεργατισμό και την συλλογική  εργατική αυτοδιαχείριση, χωρίς να αποδεχθεί την κατοχή της γης και των μέσων παραγωγής από την κοινωνία, που, στην πράξη, εκφράζεται από την νομική προσωπικότητα του λαού, που κατοικεί, σε έναν τόπο - δηλαδή από το κρατικό εξουσιαστικό μόρφωμα, αλλά την κατοχή τους από αυτόν (και αυτούς), που τα χρησιμοποιεί (και τα χρησιμοποιούν), με την οργάνωση μιας σειράς ευρύτερων ομοσπονδιακών σχημάτων - τις ενώσεις αλληλοβοηθείας (mutelles) -, που συναρθρώνουν τα ευρύτερα κοινωνικά σύνολα και τα οποία ενεργούν, σαν ρυθμιστικοί παράγοντες, που θέτουν τους κανόνες λειτουργίας της αγοράς.


Έτσι είναι, που οι εργάτες θα πάρουν πίσω, αυτά που τους έκλεψαν, με αρχή τα εργοστάσια, που έγιναν, με την δική τους εργασία και τα οποία σφετερίστηκαν οι κεφαλαιοκράτες. Αυτό σημαίνει ότι οι εργάτες, ως παραγωγοί, θα οργανωθούν και θα αναλάβουν την διοίκηση των εργοστασίων. Και εδώ είναι το κομβικό σημείο, στην όλη υπόθεση. Αυτό το κομβικό σημείο, το οποίο αποτέλεσε και το πεδίο της ρήξης του, με τον Καρλ Μαρξ και τους μαρξιστές, βρίσκεται, στο γεγονός ότι, για τον Προυντόν, αυτή η επαναστατική κοινωνική διαδικασία διακυβεύεται, σοβαρά, εάν έλθει, ως αποτέλεσμα και ως κατάληξη της πολιτικής επανάστασης, την οποία διακήρυσσαν ο Καρλ Μαρξ και οι οπαδοί του.

Αυτό, που προείχε, για τον Προυντόν, δεν ήταν η πολιτική επανάσταση, νοούμενη, ως κατάληψη της πολιτικής/κρατικής εξουσίας, αλλά η κοινωνική και η οικονομική επανάσταση, προς την οποία απέβλεπε το μουτουαλιστικό κοινωνικό και οικονομικό σχέδιο του Γάλλου κοινωνικού επαναστάτη και επίδοξου αναμορφωτή.

Έτσι ο πολλαπλασιασμός των ενώσεων αλληλοβοηθείας, δηλαδή των εργατικών παραγωγικών και οικονομικών ενώσεων είναι το μοναδικό μέσο, για την απαλλαγή, από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής και τον αυταρχικό κρατικιστικό κομμουνισμό, με βάση την άτοκη πίστωση, που θα παρέχει μια Λαϊκή Τράπεζα, σε όλη την βομηχανία, που θα συναρθρώνεται, από αυτές τις ενώσεις, καθώς και σε όλους τους άλλους ατομικούς και συλλογικούς παραγωγούς.

Για όσα υποστήριξε ο Προυντόν μπορούν να ειπωθούν πολλά. Αλλά, παρά το γεγονός ότι το κοινωνικό του σχέδιο υπήρξε μη εφαρμόσιμο, η αλήθεια είναι ότι όλες οι αρνητικές παρατηρήσεις του και η αντίθεσή του, στο θεωρητικό και στο έμπρακτο/υλοποιημένο κρατικιστικό σχέδιο του Καρλ Μαρξ (ο οποίος χαρακτήρισε, ως "αστικό σοσιαλισμό", το κοινωνικό σχέδιο του Προυντόν) και των οπαδών του, δικαιώθηκαν πλήρως, μέσα από το ιστορικό ξεδίπλωμα του μαρξικού και του μαρξιστικού σχεδίου, από την εποχή της δεκαετίας του 1840 και στον ενάμισυ αιώνα, που μεσολάβησε, από τον θάνατο του Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν, στις 19 Ιανουαρίου του 1865.

Η Κομμούνα του Παρισιού, το 1871, την οποία δεν πρόλαβε να ζήσει ο Προυντόν, αν και σε πολύ μεγάλο βαθμό ήταν προϊόν της δράσης των μαθητών του, όπως και η ρωσική επανάσταση του 1917, υπήρξαν και η μεγαλύτερη δικαίωση, για την προυντονική ανάλυση του τί δεν είναι και του τί δεν μπορεί να είναι μια κοινωνική επανάσταση, η οποία έρχεται, ως αποτέλεσμα ενός πολιτικού coup d' etat, ή μιας αυθεντικής λαϊκής επανάστασης, με κυρίαρχο τον πολιτικό προσανατολισμό - δηλαδή την κατάληψη της κρατικής εξουσίας. Απέναντι, σε αυτόν τον αποκεντρωτικό συνεργατισμό των ενώσεων αλληλοβοηθείας, η στάση του Καρλ Μαρξ υπήρξε αποκαρδιωτική, παρά το γεγονός ότι, η Κομμούνα του Παρισιού τον έστρεψε, προσωρινά, προς περισσότερο ελευθεριακές ερμηνείες των απόψεών και των θεωρητικών του κατασκευών.

Έτσι, ο Καρλ Μαρξ ουδέποτε μπόρεσε να καταλάβει την βαθιά ανησυχία του Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν και μεταγενέστερα, του Μιχαήλ Μπακούνιν, για την λειτουργία, όχι μόνον, των κεφαλαιοκρατών, αλλά και του διευθυντικού προσωπικού των εργοστασιακών και των λοιπών εργασιακών χώρων, μέσα στην σύγχρονη βιομηχανία και τον, ήδη, από τότε, διαφαινόμενο βιομηχανικό και επιχειρηματικό σχεδιασμό, για τα προϊόντα, το εργατικό δυναμικό, τα εργαλεία, τα μέσα της παραγωγής και τις αγορές.

Ουδέποτε στάθηκε δυνατό να αντιληφθεί τον εντοπισμό, από την πλευρά του Προυντόν, του ανθρώπινου προβλήματος του σύγχρονου τεχνικού πολιτισμού, το οποίο πολύ αργότερα, επαναδιατυπώθηκε, από τον George Elton Mayo και την ανησυχία, που προκάλεσε, στον Γάλλο κοινωνικό επαναστάτη, η διαπίστωση του τεράστιου εύρους των προβλημάτων, που προκύπτουν, από την οργανική σύνδεση της βιομηχανικής οργάνωσης, της πολιτικής δημοκρατίας και την καθεστωτική εξουσιαστική κοινωνική τάξη, η οποία δεν περιορίζεται, στο στρώμα των κλασικών καπιταλιστών, αλλά και στην διαφαινόμενη διευθυντική γραφειοκρατία, αμεσότεροι εκφραστές της οποίας υπήρξαν, εν αγνοία τους, ο Καρλ Μαρξ και οι μαρξιστές.

Έτσι, για τον Καρλ Μαρξ,  οι μεγαλειώδεις προειδοποιήσεις του Προυντόν και αργότερα, του Μπακούνιν, δεν ήσαν τίποτε άλλο, από έναν αναρχικό φιλελευθερισμό των μικροαστών, θεωρώντας ότι οι απαισιόδοξες επισημάνσεις τους, για την μεταμόρφωση της εργατικής αριστοκρατίας, σε μια απολυταρχική εξουσιαστική γραφειοκρατία, εξέφραζαν την άγνοιά τους, για την, εντελώς, δευτερεύουσα κα περιθωριακή θέση του διευθυντικού προσωπικού, μέσα σε έναν εργοστασιακό χώρο.

Το χειρότερο όλων είναι ότι ο Καρλ Μαρξ, για να αντιμετωπίσει, αυτή την βαρύτατη κριτική εξετράπη, σε μια συκοφαντική πολεμική, κατά αυτών των μεγάλων ανδρών, τους οποίους θεώρησε πολιτικούς αντιπάλους του.

Το τί έπραξε, σε βάρος του Μιχαήλ Μπακούνιν, το έχουμε δει, σε παλαιότερο δημοσίευμα (Ο Mikhail Aleksandrovich Bakunin 138 χρόνια μετά : Ο διεισδυτικός αναλυτής και προφήτης ενός ζοφερού μέλλοντος, το οποίο, ήδη, αποτελεί ένα σκοτεινό παρελθόν και επιβιώνει ως ένα κακό παρόν ). Εδώ, θα ασχοληθούμε, με την συκοφαντική και σκαιώδη συμπεριφορά του Γερμανού φιλόσοφου και πολιτικού γραφειοκράτη Καρλ Μαρξ, εις βάρος του Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν, έτσι, όπως αυτή εκφράστηκε, μέσα από μια νεκρολογία, με ιταμό και ποταπό περιεχόμενο και η οποία είναι ένα συκοφαντικό λιβελλογράφημα, το οποίο υπήρξε και αποτελεί ένα καθαρό δείγμα του προσωπικού φανατισμού, που διακατείχε τον Καρλ Μαρξ και το οποίο το έγραψε, στις 24 Ιανουαρίου 1865, λίγες ημέρες, μετά τον θάνατο του Γάλλου κοινωνικού επαναστάτη και το δημοσίευσε, σε συνέχειες, στο έντυπο "Σοσιαλδημοκράτης", μερικές ημέρες μετά. 

 
                                                    
Karl Marx (σε νεαρή ηλικία).




Ας δούμε το περιεχόμενο αυτής της, δια χειρός του, παραπάνω, εικονιζόμενου, σε νεαρή ηλικία, Karl Marx, άθλιας λιβελογραφικής νεκρολογίας, για να αντιληφθούμε, περί τίνος πρόκειται :  


''Λονδίνο, 24 του Γενάρη 1865.

Αξιότιμε κύριε.

Πήρα χθες το γράμμα σας, με το οποίο μου ζητάτε μια διεξοδική κρίση για τον Προυντόν. Έλλειψη χρόνου δεν μου επιτρέπει να ικανοποιήσω την επιθυμία σας. Επιπλέον δεν έχω πρόχειρο κανένα από τα έργα του. Για να σας δείξω όμως την καλή μου θέληση γράφω στα πεταχτά μια σύντομη σκιαγράφηση. Και σεις μπορείτε ύστερα να συμπληρώσετε, να προσθέσετε, να παραλείψετε, με δυο λόγια να κάνετε ότι νομίζετε καλύτερο.

Τις πρώτες προσπάθειες του Προυντόν δεν τις θυμάμαι πια. Η σχολική του εργασία, για την «Παγκόσμια γλώσσα», δείχνει πόσο αβασάνιστα καταπιανόταν, με προβλήματα, που, για την λύση τους, του έλειπαν και οι στοιχειώδεις γνώσεις. Το πρώτο του έργο: «Τι είναι η ιδιοκτησία;», όχι με το νέο του περιεχόμενο, πάντως, όμως, με το νέο τολμηρό τρόπο να λέει τα παλιά.

Στα έργα των γνωστών του γάλλων σοσιαλιστών και κομμουνιστών η «ιδιοκτησία» δεν είχε, φυσικά, μόνο, κριτικαριστεί, μα είχε, επίσης, «καταργηθεί», με ουτοπικό τρόπο. Στο σύγγραμμα αυτό, η σχέση του Προυντόν, με τον Σαιν Σιμόν και τον Φουριέ είναι, περίπου, η ίδια, με την σχέση του Φόϋερμπαχ, με τον Χέγκελ. Όταν συγκριθεί με τον Χέγκελ, ο Φόϋερμπαχ είναι, πέρα για πέρα, φτωχός. Ωστόσο άφησε εποχή, ύστερα από τον Χέγκελ, γιατί έδωσε τόνο, σε μερικά σημεία, που είναι δυσάρεστα, στην χριστιανική συνείδηση και που έχουν σημασία, για την πρόοδο της κριτικής, σημεία, που ο Χέγκελ τα είχε αφήσει, σε ένα μυστικιστικό μισοσκόταδο.

Αν επιτρέπεται να εκφραστώ έτσι, στο σύγγραμμα αυτό του Προυντόν, ακόμα, κυριαρχεί ένα, μυϊκά, γερό ύφος. Και θεωρώ το ύφος του, σαν το κύριο πλεονέκτημά του. Βλέπουμε ότι ακόμα και εκεί, όπου αναπαράγεται, μονάχα, το παλιό, ο Προυντόν νομίζει ότι πρόκειται, για αυτοτελή παραγωγή, ότι αυτό, που λέει, ήταν, γι' αυτόν, κάτι το καινούργιο και ισχύει, σαν κάτι το καινούργιο. Προκλητική ισχυρογνωμοσύνη, που θίγει «τα άγια των αγίων» της πολιτικής οικονομίας, πνευματώδης παραδοξολογία, με την οποία χλευάζεται η κοινή αστική νοημοσύνη, συντριπτική κρίση, πικρή ειρωνεία, πού και πού, ένα διορατικό, βαθύ και αληθινό αίσθημα αγανάκτησης για την ατιμία του υπάρχοντος, επαναστατική σοβαρότητα — μ' όλα αυτά ηλέκτριζε τους αναγνώστες το «Τι είναι ιδιοκτησία;» και έδωσε μια μεγάλη ώθηση, με την πρώτη του εμφάνιση. Σε μια αυστηρά επιστημονική ιστορία της πολιτικής οικονομίας είναι ζήτημα, εάν άξιζε, καν, να αναφερθεί.

Με τέτοια εντυπωσιακά συγγράμματα παίζουν τόσο καλά τον ρόλο τους, στην επιστήμη όσο και στη λογοτεχνία. Ας πάρουμε λ.χ., το έργο του Μάλθους, για τον «Πληθυσμό». Στην πρώτη του έκδοση, δεν είναι παραπάνω, από «εντυπωσιακός λίβελος» και επί πλέον, κλεψιτυπία, από την αρχή, ως το τέλος. Και όμως, πόση ώθηση δεν έδωσε, στο ανθρώπινο γένος αυτός ο λίβελος! Αν είχα μπροστά μου το έργο αυτό του Προυντόν, θα μπορούσα, με μερικά παραδείγματα, να αποδείξω, εύκολα, τον αρχικό του τρόπο συγγραφής. Στις παραγράφους, που ο ίδιος τις θεωρεί, σαν τις πιο σπουδαίες, μιμείται το χειρισμό των αντινομιών του Καντ — ο Καντ ήταν ο καναδικός γερμανός φιλόσοφος, που τον γνώριζε, τότε, από μεταφράσεις — κι αφήνει την γερή εντύπωση, ότι, όπως, για τον Καντ, έτσι και γι' αυτόν, η λύση των αντινομιών θεωρείται, σαν κάτι που βρίσκεται «πέρα» από την ανθρώπινη νόηση, δηλαδή, σαν κάτι που, για τη δική του νόηση, παραμένει ασαφές.

Παρ' όλο τον φαινομενικό αρχιεπαναστατισμό του, συναντά κανείς, ακόμα, στο «Τι είναι η ιδιοκτησία;», την αντίφαση ότι ο Προυντόν κριτικάρει, από τη μια, την κοινωνία, από την σκοπιά και με τα μάτια, ενός γάλλου μικροαγρότη (αργότερα μικροαστού) και από την άλλη, χρησιμοποιεί το μέτρο, που του κληροδότησαν οι σοσιαλιστές. Η ανεπάρκεια του συγγράμματος φαινόταν, κιόλας, στον τίτλο του. Έτσι, το ερώτημα μπήκε λαθεμένα και δεν μπορούσε να του δοθεί σωστή απάντηση. Οι «σχέσεις ιδιοκτησίας» της αρχαιότητας εκμηδενίστηκαν, από τις φεουδαρχικές, οι φεουδαρχικές, από τις «αστικές». Έτσι, η ίδια η ιστορία άσκησε την κριτική της, στις προηγούμενες σχέσεις ιδιοκτησίας. Στην ερώτηση, τι είναι η ιδιοκτησία, μπορούσε να δοθεί η απάντηση, μονάχα, με μια κριτική ανάλυση της «πολιτικής οικονομίας», που αγκαλιάζει το σύνολο αυτών των σχέσεων ιδιοκτησίας, όχι στην νομική τους έκφραση, σαν σχέσεις της θέλησης, αλλά στην πραγματική τους μορφή, δηλαδή, σαν σχέσεις παραγωγής. Και ενώ ο Προυντόν το σύνολο αυτών των οικονομικών σχέσεων το συνέπλεξε, στην γενική νομική αντίληψη: «η ιδιοκτησία», “La propriete”, δεν μπορούσε να βγει έξω, από την απάντηση, που είχε δώσει ο Μπρισσό, με τα ίδια λόγια, σε ένα παρόμοιο σύγγραμμα, ακόμα, πριν, από το 1789, ότι: “la propriete c' est le vol” (Η ιδιοκτησία είναι κλεψιά).

Στην καλύτερη περίπτωση, από όλη αυτή την υπόθεση, βγαίνει ότι οι αστικές νομικές αντιλήψεις, για την «κλεψιά» ταιριάζουν και για το ίδιο το «έντιμο» εισόδημα του αστού. Από την άλλη, ο Προυντόν μπλεκόταν, σε όλων των ειδών τις επινοήσεις, για την πραγματική αστική ιδιοκτησία, που ήταν ασαφείς και γι΄ αυτόν τον ίδιο, γιατί η «κλεψιά», σαν βίαιη παραβίαση της ιδιοκτησίας, που είναι, προϋποθέτει την ιδιοκτησία.

Τον καιρό, που έμενα, στο Παρίσι, το 1844, ήρθα, σε προσωπικές σχέσεις, με τον Προυντόν. Το αναφέρω αυτό, εδώ, γιατί, ως έναν βαθμό, εγώ ο ίδιος φταίω για την «σοφιστεία» του (“sophistication”), όπως ονομάζουν οι εγγλέζοι την παραποίηση ενός εμπορικού είδους. Σε μακρές συζητήσεις, που βαστούσαν, συχνά, ολόκληρες νύχτες, τον μόλυνα, προς μεγάλη του ζημιά, με τον χεγκελιανισμό, που, όμως, δεν μπορούσε να τον μελετήσει, όπως πρέπει, μια και δεν ήξερε την γερμανική γλώσσα. Αυτό που άρχισα εγώ, το συνέχισε ο κύριος Καρλ Γκρυν, ύστερα από την εκτόπιση μου, από το Παρίσι. Ο Γκρυν, σαν καθηγητής της γερμανικής φιλοσοφίας, που ήταν, είχε, απέναντι μου, το πρόσθετο πλεονέκτημα το ότι δεν σκάμπαζε ο ίδιος τίποτε, από αυτήν.


Λίγο πριν εκδοθεί το δεύτερο σημαντικό έργο του «Η Φιλοσοφία της Αθλιότητας κλπ», ο Προυντόν μου το προανάγγειλε, με ένα πολύ εκτεταμένο γράμμα του, όπου του ξέφυγαν ανάμεσα σε άλλα και τα παρακάτω “J' attends votre ferule critique”, περιμένω την αυστηρή κριτική σας. Ωστόσο, ύστερα, από λίγο, η κριτική μου αυτή (στο σύγγραμμα μου «Η αθλιότητα της φιλοσοφίας κλπ», Παρίσι 1847) έπεσε πάνω του, με τέτοιο τρόπο, που τερματιστηκε, για πάντα, η φιλία μας. Από όσα ειπώθηκαν, εδώ, βλέπετε, ότι στο βιβλίο του Προυντόν «Η Φιλοσοφία της αθλιότητας ή σύστημα των οικονομικών αντιφάσεων» δόθηκε για πρώτη φορά στην ουσία η απάντηση στο ερώτημα: «Τι είναι ιδιοκτησία;».

Στην πραγματικότητα, ύστερα από την έκδοση αυτού του έργου, άρχισε τις οικονομικές μελέτες. Είχε ανακαλύψει ότι το ερώτημα, που έθεσε, δεν μπορεί να πάρει απάντηση, με μια βρισιά, μα, μονάχα, με την ανάλυση της σύγχρονης «πολιτικής οικονομίας». Προσπάθησε, συνάμα, να εκθέσει, διαλεκτικά, το σύστημα των οικονομικών κατηγοριών. Στην θέση των άλυτων «αντινομιών» του Καντ έμπαινε η χεγκελιανή «αντίφαση», σαν μέσο εξέλιξης. Όσο, για την εκτίμηση του δίτομου, ογκώδους συγγράμματος του, είμαι υποχρεωμένος να σας παραπέμψω, στο έργο μου, με το οποίο απάντησα, σε αυτό. Σε αυτό, έδειξα, ανάμεσα σε άλλα, πόσο λίγο είχε μπει στο μυστικό της επιστημονικής διαλεκτικής και πώς, από την άλλη, συμμερίζεται τις αυταπάτες της θεωρητικολογούσας φιλοσοφίας, μετατρέποντας, ανόητα, τις οικονομικές κατηγόριες, σε προϋπάρχουσες αιώνιες ιδέες, αντί να τις αντιληφθεί, σαν θεωρητικές εκφράσεις ιστορικών σχέσεων παραγωγής, που αντιστοιχούν, σε μιαν ορισμένη βαθμίδα της υλικής παραγωγής και που, με αυτή την περιστροφή, ξανάρχεται στην άποψη της αστικής οικονομίας.

Παραπέρα δείχνω, ακόμα, πόσο, πέρα, για πέρα, ελλιπής και εν μέρει, μαθητική ήταν η γνωριμία του, με την πολιτική οικονομία, που είχε επιχειρήσει την κριτική της, και πως, μαζί με τους ουτοπικούς, κυνηγά να βρει την λεγόμενη «επιστήμη», με την οποία να μπορεί να επινοηθεί, εκ των προτέρων, ένας τύπος για την «λύση του κοινωνικού ζητήματος», αντί να αντλήσει την επιστήμη, από την κριτική γνώση της ιστορικής κίνησης, μιας κίνησης, που παράγει η ίδια τους υλικούς όρους της χειραφέτησης. Ιδιαίτερα, όμως, δείχνεται, πως ο Προυντόν παραμένει ασαφής, σφαλερός και μισός, στο ζήτημα της βάσης του συνόλου, της ανταλλακτικής αξίας, και ότι, ακόμα, παίρνει την ουτοπική ερμηνεία της θεωρίας της αξίας του Ρικάρντο, σαν βάση μιας νέας επιστήμης.

Την κρίση μου, για την γενική του άποψη, την συνοψίζω, με τα παρακάτω λόγια: «Κάθε οικονομική σχέση έχει μια καλή και μια κακή πλευρά. Κι αυτό είναι το μόνο σημείο, όπου ο κ. Προυντόν δεν διαψεύδει τον εαυτό του. Την καλή πλευρά την βλέπει να τονίζεται, από τους οικονομολόγους, την κακή πλευρά να την καταγγέλλουν οι σοσιαλιστές. Δανείζεται, από τους οικονομολόγους, την ανάγκη των αιώνιων σχέσεων. Δανείζεται, από τους σοσιαλιστές, την αυταπάτη να βλέπει, στην αθλιότητα, μονάχα, την αθλιότητα (αντί να βλέπει, σε αυτήν, την επαναστατική καταστροφική πλευρά, που θα ανατρέψει την παλιά κοινωνία). Είναι σύμφωνος και με τους δύο, προσπαθώντας να στηριχτεί, στο κύρος της επιστήμης. Η επιστήμη περιορίζεται, γι' αυτόν, στις μικρές διαστάσεις ενός επιστημονικού τύπου. Είναι ο άνθρωπος, που κυνηγά να βρει τύπους.

Έτσι ο Προυντόν κολακεύεται ότι έδωσε, τόσο την κριτική της πολιτικής οικονομίας, όσο και του κομμουνισμού. Βρίσκεται πολύ πιο χαμηλά κι από τους δύο. Πιο χαμηλά, από τους οικονομολόγους, γιατί, σαν φιλόσοφος, που κράτα ένα μαγικό τύπο, νομίζει ότι μπορεί να απαλλαγεί, από την υποχρέωση να μπει, σε λεπτομέρειες, καθαρά, οικονομικές. Πιο χαμηλά, από τους σοσιαλιστές, γιατί δεν έχει ούτε αρκετό θάρρος, ούτε αρκετά φώτα, για να ανυψωθεί, έστω και θεωρητικολογώντας, πάνω από τον ορίζοντα των αστών. Θέλει, σαν ήρωας της επιστήμης, να αιωρείται, πάνω από τους αστούς και τους προλετάριους, και δεν είναι, παρά ο μικροαστός, που ταλαντεύεται, διαρκώς, ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, ανάμεσα στην πολιτική οικονομία και τον κομμουνισμό». Όσο τραχιά κι αν είναι η παραπάνω κρίση, είμαι υποχρεωμένος και σήμερα, να την προσυπογράψω, λέξη προς λέξη.

Ακόμα, πρέπει να παρθεί, υπόψη, ότι τον καιρό, που χαρακτήρισα το βιβλίο του Προυντόν, σαν τον κώδικα του σοσιαλισμού των μικροαστών και που το απόδειξα αυτό, θεωρητικά, οι πολιτικοί οικονομολόγοι και οι σοσιαλιστές ρίχνανε, ακόμα, το ανάθεμα στον Προυντόν ότι ήταν αρχιεπαναστάτης. Γι' αυτό, αργότερα, δεν συμφώνησα, ποτέ, με τις κραυγές ότι ο Προυντόν «πρόδωσε» την επανάσταση. Δεν φταίει ο ίδιος, αν έχοντας, αρχικά, παρανοηθεί, από τους άλλους και έχοντας ο ίδιος παρανοήσει τον εαυτό του, δεν δικαίωσε αστήρικτες ελπίδες.

Σε αντιπαράθεση, με το «Τι είναι η ιδιοκτησία;», στην «Φιλοσοφία της αθλιότητας», προβάλλουν, στα μάτια μας, δυσμενώς, όλες οι ελλείψεις του προυντονικού τρόπου έκθεσης. Το ύφος είναι, συχνά, αυτό, που οι γάλλοι το λένε ampoule (στομφώδες). Υπεροπτικά θεωρητικολόγα κορακίστικα, που παριστάνουν ότι είναι γερμανική φιλοσοφία, εμφανίζονται, κατά κανόνα, παντού όπου σταματά η γαλατική οξύνοια. Στα αυτιά μας αντηχεί, διαρκώς, ένας αγύρτικος, περιαυτολόγος και καυχησιολόγος τόνος και ιδιαίτερα, η, τόσο, δυσάρεστη φλυαρία και επίδειξη, για, δήθεν, «επιστήμη».

Αντί την πραγματική θέρμη, που φωτίζει το πρώτο σύγγραμμα, εδώ, σε μερικά σημεία, ρητορεύει, συστηματικά, με μια φευγαλέα έξαψη. Και επιπλέον, η αδέξια και αποκρουστική επίδειξη ευρυμάθειας του αυτοδίδακτου, που έχει σπάσει, πια, η φυσική του περηφάνια, για πρωτότυπη σκέψη και που, σαν νεόπλουτος της επιστήμης, νομίζει ότι μπορεί να απλωθεί, σε ότι δεν είναι και σε ότι δεν έχει. Ύστερα, η νοοτροπία του μικροαστού, που λ.χ., επιτίθεται, με απρέπεια και βάναυσα — ούτε, με οξύνοια, ούτε, με βάθος, ούτε, ακόμα και σωστά — ενάντια, σε έναν άνθρωπο, σαν τον Καμπέ, που ήταν αξιοθαύμαστος, για τη στάση του απέναντι, στο γαλλικό προλεταριάτο, ενώ, αντίθετα, φέρνεται, κόσμια, απέναντι, σε έναν Ντυνουαγιέ (που είναι πάντως «κρατικός σύμβουλος»), παρά το γεγονός ότι όλη η σημασία αυτού του Ντυνουαγιέ βρισκόταν, στο ότι, με κωμική σοβαρότητα, κήρυττε το ριγκορισμό, με τους τρεις ογκώδεις και αβάστακτα, βαρετούς τόμους του, το ριγκορισμό, που ο Ελβέτιος τον χαρακτήρισε έτσι: “On veut que les malheureux soient parfaits” (ζητούν, από τους δυστυχισμένους να είναι τέλειοι).

Η επανάσταση του Φλεβάρη ήρθε, στην πραγματικότητα, σε ακατάλληλη ώρα, για τον Προυντόν, γιατί, ίσα-ίσα, λίγες βδομάδες, προηγουμένως, είχε αποδείξει, αναντίρρητα, ότι είχε περάσει, για πάντα, «η εποχή των επαναστάσεων». Η εκδήλωση του, στην εθνοσυνέλευση, αξίζει κάθε έπαινο, όσο λίγη κατανόηση κι αν έδειξε, για τις υπάρχουσες συνθήκες. Ύστερα από την εξέγερση του Ιούνη, η εκδήλωση αυτή ήταν μια πολύ θαρραλέα πράξη. Η εκδήλωση του αυτή είχε, εξάλλου, το θετικό αποτέλεσμα ότι ο κύριος Θιέρσος στην απάντηση του στις προτάσεις του Προυντόν, που δημοσιεύθηκε, αργότερα, σε ξεχωριστό βιβλίο, απόδειξε σε όλη την Ευρώπη, πάνω σε ποιό βάθρο κατήχησης, για μικρά παιδιά, στηριζόταν αυτός ο πνευματικος στυλοβάτης της γαλλικής αστικής τάξης. Μπροστά στον Θιέρσο, ο Προυντόν ογκώθηκε, πραγματικά, σε προκατακλυσμιαίο κολοσσό. Η ανακάλυψη της «άτοκης πίστης» και η, πάνω σε αυτήν, στηριγμένη «Λαϊκή τράπεζα» ήταν οι τελευταίες του οικονομικές «πράξεις».

Στο σύγγραμμα μου «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», (τεύχος Ι, Βερολίνο 1859 σελ. 59-64), αποδεικνύω ότι η θεωρητική βάση της άποψής του πηγάζει, από την παραγνώριση των πρώτων στοιχείων της αστικής «πολιτικής οικονομίας», δηλαδή της σχέσης των εμπορευμάτων, προς το χρήμα, ενώ το πρακτικό εποικοδόμημα ήταν απλή αναπαραγωγή πολύ παλιότερων και πολύ καλύτερα, επεξεργασμένων σχεδίων. Δεν χώρα καμία αμφιβολία και είναι αυτονόητο ότι το πιστωτικό σύστημα, ακριβώς όπως στις αρχές λ.χ., του 18ου και ξανά, αργότερα, του 19ου αιώνα, στην Αγγλία, είχε χρησιμεύσει, για να μεταβιβάσει την περιουσία, από την μια τάξη, στην άλλη, μπορεί, κάτω από ορισμένες οικονομικές και πολιτικές συνθήκες, να χρησιμεύσει, στην επιτάχυνση της χειραφέτησης της εργαζόμενης τάξης.

Αποτελεί, όμως, μια, πέρα για πέρα, στενή μικροαστική φαντασιοπληξία, όταν θεωρεί κάποιος το κεφάλαιο, που αποδίδει τόκο, σαν την κύρια μορφή του κεφαλαίου, όταν θέλει να κάνει βάση του κοινωνικού μετασχηματισμού μια ορισμένη χρησιμοποίηση του πιστωτικού συστήματος, μια δήθεν κατάργηση του τόκου. Και πραγματικά, αυτή την φαντασιοπληξία την βρίσκουμε να την πιπιλίζουν, ακόμα και οι οικονομικοί εκπρόσωποι της αγγλικής μικροαστικής τάξης του 17ου αιώνα. Η πολεμική του Προυντόν, ενάντια στον Μπαστιά, στα 1850, στο ζήτημα του κεφαλαίου, που φέρνει τόκο, βρίσκεται πολύ πιο κάτω, από την «Φιλοσοφία της αθλιότητας». Τα καταφέρνει να νικηθεί κι απ' αυτόν τον Μπαστιά και ξεσπά, σε κωμικές φωνές, κάθε φορά που ο Μπαστιά του δίνει ένα χτύπημα. Πριν λίγα χρόνια, ο Προυντόν είχε γράψει ένα έργο, συμμετέχοντας, σε ένα διαγωνισμό — μου φαίνεται πως τον είχε προκηρύξει η κυβέρνηση της Λωζάνης —, για τους «Φόρους». Στο έργο αυτό, σβήνει και το τελευταίο ίχνος ιδιοφυΐας. Δεν απομένει παρά ο πεντακάθαρος μικροαστός.

Όσο, για τα πολιτικά και φιλοσοφικά έργα του Προυντόν, σε όλα δείχνεται ο ίδιος διφορούμενος χαρακτήρας, γεμάτος αντιφάσεις, όπως και στα οικονομικά. Χώρια από αυτό, τα έργα του έχουν, μονάχα, τοπική, γαλλική αξία. Οι επιθέσεις του, ενάντια στην θρησκεία, στην εκκλησία κλπ, έχουν μεγάλη τοπική άξια και μάλιστα, σε μια εποχή που οι γάλλοι σοσιαλιστές θεωρούσαν σωστό ότι υπερείχαν, από τον αστικό βολταιρισμό του 18ου και τον γερμανικό αθεϊσμό του 19ου αιώνα, με την θρησκευτικότητα τους. Αν ο Πέτρος ο Μεγάλος τσάκισε, με την βαρβαρότητα, την ρωσική βαρβαρότητα, ο Προυντόν έκανε ό,τι μπορούσε, για να νικήσει, με την φράση, την γαλλική φρασεολογία. Όχι, μόνο, σαν κακά έργα, μα, σαν χυδαιότητες, σαν χυδαιότητες, που ανταποκρίνονται, στην μικροαστική άποψη, πρέπει να χαρακτηριστούν τα συγγράμματα του, για το «Πραξικόπημα», όπου ερωτοτροπεί, με τον Λ. Βοναπάρτη και όπου, πραγματικά, προσπαθεί να τον κάνει αρεστό, στους γάλλους εργάτες και το τελευταίο του έργο, ενάντια στην Πολωνία, όπου, για να τιμήσει τον τσάρο, φέρνεται, με ηλίθιο κυνισμό. Συχνά, έχουν συγκρίνει τον Προυντόν, με τον Ρουσσώ. Δεν μπορεί να υπάρξει πιο λαθεμένο πράγμα. Έχει ομοιότητες, μάλλον, με τον Νικ. Λενγκέ, που το βιβλίο του, για τη «θεωρία των αστικών νομών», είναι ένα μεγαλοφυές έργο.

Ο Προυντόν, από φυσικού του, είχε κλίση, προς τη διαλεκτική. Μα επειδή ποτέ του δεν κατάλαβε την πραγματικά επιστημονική διαλεκτικής, τα κατάφερε να φτάσει, μονάχα, ως την σοφιστική. Στην πραγματικότητα αυτό είχε σχέση με τη μικροαστική του άποψη. Ο μικροαστός αποτελείται, όπως και ο ιστορικός Ράουμερ, από «αφ' ενός» και «αφ' ετέρου». Τέτοιος, στα οικονομικά του συμφέροντα και γι' αυτό και στην πολιτική του, στις θρησκευτικές, επιστημονικές και καλλιτεχνικές του απόψεις. Τέτοιος, στην ηθική του, τέτοιος και σε όλα. Είναι η ζωντανή αντίφαση. Κι αν τύχει, όπως ο Προυντόν, να είναι ένας πνευματώδης άνθρωπος, τότε, θα μάθει, γρήγορα, να παίζει, με τις ίδιες του τις αντιφάσεις και να τις επεξεργάζεται, ανάλογα, με τις περιστάσεις, σε χτυπητά, θορυβωδικα, κάποτε σκανδαλώδικα, κάποτε λαμπρά παράδοξα.


Ο τσαρλατανισμός, στην επιστήμη και η πολιτική προσαρμογή, είναι αχώριστα, από μια τέτοια άποψη. Απομένει, μονάχα, ένα παρορμητικό κίνητρο, η ματαιοδοξία, και, όπως, σε όλους τους ματαιόδοξους, πρόκειται, στο εξής, μονάχα, για την επιτυχία της στιγμής, για την εντύπωση της ημέρας. Έτσι, σβήνει, κατ' ανάγκην, το απλό ηθικό τακτ, που κρατούσε, πάντα, λ.χ., έναν Ρουσσώ μακριά, ακόμα και από τις ψευτοπαραχωρήσεις, προς την υπάρχουσα εξουσία. Ίσως οι μεταγενέστεροι, χαρακτηρίζοντας την τελευταία φάση της γαλλικής ιστορίας, πουν ότι ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης ήταν ο Ναπολέων της και ο Προυντόν ο Ρουσσώ-Βολταίρος της.

Και τώρα πρέπει εσείς ο ίδιος να αναλάβετε την ευθύνη για το γεγονός ότι αμέσως ύστερα από το θάνατο αυτού του ανθρώπου μου φορτώσατε το ρόλο του μετά θάνατον κριτή.


Δικός σας

Καρλ Μαρξ.''






Ο Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν και τα παιδιά του. (Πίνακας του 1865, από τον Gustave Courbet).



Αυτά έγραψε ο Μαρξ, νεκρολογώντας τον Προυντόν. Και αυτά αναδεικνύουν ένα τεράστιο ηθικό πρόβλημα, για την προσωπικότητά του και τον φανατικό χαρακτήρα του, ο οποίος τον οδηγούσε, σε αυτής της κακής ποιότητας τα λιβελλογραφήματα, απέναντι στον πολιτικό του αντίπαλο, ακόμα και όταν αυτός ήταν πια νεκρός. Όλη, λοιπόν, αυτή η φρασεολογία και ο τρόπος, από την επιστολή που παραθέτω (που σε ορισμένα σημεία είναι κυνική, ειρωνική και σαν να χαίρεται - στην πραγματικότητα, χαιρεκακεί - για τον θάνατο του Προυντόν) είναι η φρασεολογία και ο τρόπος των σημερινών μαρξιστών, όταν αναφέρονται, στους αντιπάλους τους. 

Υπό άλλες συνθήκες και εάν ο αποδέκτης αυτής της επιστολής ήταν ο Φρήντριχ Ένγκελς (που, όμως, δεν ήταν, αφού αυτή στάλθηκε, από τον Μαρξ, στον J. B. Schweitzer) θα μπορούσα να πω ότι η επιστολή αυτή ήταν στημένη, αφού δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι όταν ήθελαν να «ξεκαθαρίσουν» τους λογαριασμούς τους, με κάποιους, έγραφαν κείμενα, για εσωτερική χρήση , όπως π.χ. έγινε με την «γερμανική ιδεολογία». Όχι, απλώς, γιατί, πολλές φορές, οι πεθαμένοι είναι πιο επικίνδυνοι, από τους ζωντανούς, αλλά και ίσως, για να το γλεντήσουν, μεταξύ τους. 

Αυτή η πρακτική, δεν ήταν άγνωστη, στον Μαρξ και στον Ένγκελς. Π.χ., όταν είχε εκδοθεί το «ΚΕΦΑΛΑΙΟ» και κανείς δεν το έπαιρνε, υπόψη, προκειμένου να το κάνουν γνωστό, έγραφαν μονόστηλες κριτικές, σε διάφορες εφημερίδες, με ψευδώνυμα, όπου έβριζαν και κατέκριναν το «ΚΕΦΑΛΑΙΟ», κάνοντας, δηλαδή, αρνητική διαφήμιση. Αυτή την πρακτική, ο Καρλ Μαρξ την είχε κάνει επιστήμη, από τα νεανικά του χρονια, όταν έβγαλε ένα βιβλιαράκι, ανώνυμα και αυτό, μάλλον, μαζύ με τον Μαξ Στίρνερ, όπου αναφέρονταν, σε απόψεις του Χέγκελ, τις οποίες αυτός, ουδέποτε είχε εκφράσει. Τότε, είχε κάνει πάταγο και όταν τους ανακάλυψαν, απαγόρευσαν, στον Μαρξ, την ακαδημαϊκή καριέρα.

Αλλά, εδώ, δεν πρόκειται, περί αυτού.  Εδώ, πρόκειται, για ανοικτή και επώνυμη λιβελογραφία. Στο συγκεκριμένο κείμενο, ο Μαρξ περνάει γενεές δεκατέσσερεις τον δυστυχή Προυντόν, καταλογίζοντάς του τα μύρια όσα (''περιαυτολόγος'', ''καυχησιολόγος'' και ''αγύρτικος'', ''φλύαρος'' και με ''αποκρουστική επίδειξη ευρυμάθειας του αυτοδίδακτου'', ''στομφώδης'' με ''κορακίστικα''). Η πρόθεσή του ήταν να τον πλήξει, συκοφαντώντας τον, προκειμένου να φανεί ότι ο Προυντόν ήταν ο ''αντικειμενικά μικροαστός'' και ο ίδιος ο Μαρξ είναι ο ''αντικειμενικά προλετάριος'').

Και αυτή την στάση του Μαρξ, απέναντι στον Προυντόν, την αντέγραψε, πλήρως, ο Στάλιν, ο οποίος, αυτήν την στάση του πνευματικού του δασκάλου, την γνώριζε και την είχε, σαν παράδειγμα, για το πώς ένας μη προλετάριος μπορεί να είναι ''αντικειμενικά προλετάριος'' και να κατηγορεί (και να τουφεκίζει) έναν προλετάριο, ως ''αντικειμενικά αντεπαναστάτη'' και ''αντικειμενικά μικροαστό εχθρό της εργατικής τάξης''.

Φυσικά, δεν ζητώ από τον Μαρξ και τον κάθε διανοητή, να ζει, σύμφωνα με την θεωρία του. Αυτό θα ήταν ζουρλομανδύας. Όμως, η ζωή του δεν μπορεί να είναι, παντελώς, άσχετη, με τον τρόπο ζωής του και την συμπεριφορά του. Η αξία της εργασίας και η ανύψωσή της, ως κυρίαρχο κριτήριο των πάντων, δεν υμνήθηκαν από τους ναζί. Από τον Μαρξ και τους μαρξιστές υμνήθηκαν (οι ναζί ύμνησαν την εργασία, ως δουλεία). Και η στάση του Μαρξ, απέναντι στην εργασία, ήταν, κλασικά, διανοουμενίστικη. Δικαίωμά του και μάλιστα, αναφαίρετο. Αλλά, από εκεί και πέρα, όταν αναφερόταν, σε εργάτες διανοούμενους, επιπέδου Προυντόν, χρειαζόταν η επίδειξη μιας κάποιας ταπεινοφροσύνης και μια αυτοσυγκράτηση, στους χαρακτηρισμούς, που του(ς) απηύθυνε.

Βέβαια, οι θέσεις του Προυντόν δεν ήσαν - ή δεν έκρινε ο Μάρξ ότι είναι - σε πολλά σωστές, αλλά άλλο μια τέτοια διαπίστωση κι άλλο αυτό το κακής ποιότητας λιβελλογράφημα, στο οποίο, με προφανές μίσος, επιδόθηκε ο Καρλ Μαρξ. Και εν πάσει περιπτώσει, χρειάζεται και ένα μέτρο, το οποίο ο Μαρξ έχασε, όταν θέλησε να αντικαταστήσει την ταξική θέση του Προυντόν, με αυτήν του μικροαστού, για να μας πει τελικά ότι ο πραγματικός προλετάριος είναι ο κρίνων τον εργάτη Προυντόν - δηλαδή ο ίδιος ο Μαρξ  - και ότι ο ''πραγματικός μικροαστός'' δεν είναι ο ίδιος ο Μαρξ, αλλά ο Προυντόν. 

Θέλησε, δηλαδή, ο Μαρξ να γίνει Προυντόν, στην θέση του Προυντόν (φαντασίωση και αυτή!) και να παρουσιάσει τον Προυντόν, στην δική του θέση, ως αστού διανοούμενου, προφανώς, λόγω ταξικού συμπλέγματος κατωτερότητας. Και εδώ, ηθικό πρόβλημα υπάρχει. Καλές οι θεωρίες, αλλά όλοι κρίνονται, στην πράξη και από την θέση, που παίρνουν, όταν έχουν να κάνουν, με τέτοιες συμπεριφορές, που γεννούν ηθικά διλήμματα και δείχουν τον χαρακτήρα των λεγόμενων ''μεγάλων ανδρών''. 

 
Μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε το, τι σημαίνει ένας αστός να αποκαλεί ''μικροαστό'', έναν προλετάριο;


Εγώ το λέω συκοφαντία. Οι μαρξιστές, πώς το λένε;

Αυτά δεν έκανε και ό Στάλιν και οι καλοζωισμένοι γραφειοκράτες του, όταν κατηγορούσαν, για μικροαστική συμπεριφορά, τους αντιπολιτευόμενους κομμουνιστές εργάτες, που διαφωνούσαν με την ''γραμμή'' του Κ.Κ.Σ.Ε. και τους εκτελούσαν, με την κατηγορία των ''αντεπαναστατών πρακτόρων της μπουρζουαζίας'', επειδή είχαν ''απωλέσει, αντικειμενικά, την ταξική τους συνείδηση'', θεματοφύλακες της οποίας ήσαν οι γραφειοκρατικοποιημένοι αστοί διανοούμενοι, τύπου Ζντάνωφ και σια, που κατείχαν την επιστημονική θεωρία και ήσαν ''πραγματικά'' και ''αντικειμενικά'' προλετάριοι;

Θα πουν πολλοί ότι υπάρχει διαφορά.

Σίγουρα υπάρχει. Μόνον που είναι μια και μόνη.

Ο Μαρξ δεν είχε την εξουσία και έμεινε, μόνο, στα λόγια, ενώ ο Στάλιν την είχε και προχώρησε και στην πράξη.   

Ο θυμός των μαρξιστών, όταν βρίσκονται μπροστά, σε μια τέτοια κριτική, στο πρόσωπο και την συμπεριφορά του Καρλ Μαρξ, είναι κατανοητός και μπορώ να πω ότι είναι και σεβαστός. Είναι ιδεολογικός τους πατέρας και αυτό παραπέμπει σε ταυτίσεις, που οδηγούν σε μια δύσρηκτη προσωπική και ειδικότερα, συναισθηματική σχέση μαζύ του, η οποία, προφανώς, πλήττεται, όταν αυτός υφίσταται μια, ομολογουμένως, ανελέητη κριτική, επί θεμάτων, που άπτονται - πέρα από τα ζητήματα της θεωρίας και της πολιτικής - του χαρακτήρα του και της συμπεριφοράς του και όταν, αυτοχρήμα, εντοπίζονται συγκεκριμένα ζητήματα, ηθικής τάξεως, όπως αυτό το ζήτημα, που καταδεικνύει το συγκεκριμένο λιβελλογράφημα του Καρλ Μαρξ, για τον Προυντόν, το οποίο παραθέτω και αυτούσιο, ως ντοκουμέντο, στην παρούσα δημοσίευση.

Πολλοί μαρξιστές συνομιλητές μου, για τα ζητήματα αυτά, επιθυμούν, όλα αυτά να κουκουλωθούν. Να μην τεθούν, καν, προς συζήτηση, για να μην ''προσβληθεί'' ο ιδεολογικός πατέρας τους και ό,τι αυτός έχει διαπράξει, εις βάρος, άλλων, όπως εδώ, εις βάρος του Προυντόν.

Αυτή η στάση μπορεί να είναι κατανοητή και σεβαστή, αλλά δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, επειδή καλλιεργεί μια μυθολογία, γύρω από τον Καρλ Μαρξ, που είναι αποπροσανατολιστική και αποτελεί φενάκη, παγίδα, στην οποία εγκλωβίζονται, καλοπροαίρετα, πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι δεν κρίνουν τον Μαρξ, έτσι, όπως ήταν (με τα καλά του και τα κακά του, με τις αδυναμίες του και τις μεγάλες του στιγμές, με τα αδιαμφισβήτητα προσόντα του και τα επίσης μεγάλα ελαττώματά του), αλλά με βάση έναν μεγάλο μύθο, ο οποίος στήθηκε, από αυτόν, όσο ζούσε, αλλά και από τους οπαδούς του, πριν και κυρίως, μετά τον θάνατό του, με αποκορύφωμα την κατάληψη της εξουσίας, από τον Λένιν και τους μπολσεβίκους, οπότε ο Καρλ Μαρξ έγινε ο επίσημος κρατικός θεωρητικός και η θεωρία του μια θεωρία της άρχουσας γραφειοκρατίας, γεγονός που επεκτάθηκε και συντηρείται ακόμα στις σημερινές σημαντικές επιβιώσεις των κομμουνιστικών κρατών στον πλανήτη, μετά την κατάρρευση της "Ε.Σ.Σ.Δ."

Σε αυτήν την κατάρριψη της μυθοπλασίας, γύρω από τον Καρλ Μαρξ αποσκοπεί η αναφορά, στην στάση και στο λιβελλογράφημα του Μαρξ, απέναντι στον Προυντόν.

Σίγουρα είναι οδυνηρή αυτή η απόπειρα και δεν πιστεύω ότι θα αποδώσει, βραχυπρόθεσμα. Πιθανόν να μην αποδώσει ποτέ. Αλλά, όσοι διαβάσουν αυτό το κείμενο θα αποκτήσουν τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις, για να μπορέσουν να κρίνουν, τώρα, ή αργότερα, στην διαδρομή του βίου τους και τον ίδιο τον Μαρξ, ως άνθρωπο και το ευρύτερο έργο του, απροκατάληπτα, στο σύνολό του, με τις καλές και τις κακές του στιγμές.

Κάποιοι λένε ότι το να αναφερόμαστε στα "προσωπικά" του Μαρξ είναι ''κτύπημα κάτω από την μέση''. Θα ήταν έτσι, εάν αυτό το λιβελλογράφημά του ενάντια στον (μόλις αποβιώσαντα και μη δυνάμενο να απαντήσει) Προυντόν, ήταν προσωπικού χαρακτήρα. Δεν ήταν.

Θα έπρεπε να το κρύψουμε;

Για ποιόν λόγο;

Για να μην πληγεί το ''ίνδαλμα'', ο Καρλ Μαρξ;

Θα ήταν - ίσως - απρέπεια (που δεν είναι), εάν δεν είχε υπερασπιστές. Και ''δόξα τω θεώ'' από υπερασπιστές δεν πάσχει, ούτε έχει έλλειψη.

Ο Προυντόν, όμως; Αυτός δεν έχριζε σεβασμού; (Τον οποίον σεβασμό ο Μαρξ δεν επέδειξε).

Θυμίζω ότι το λιβελλογραφικό γράμμα του Μαρξ, για τον Προυντόν, συντάχθηκε τον Γενάρη του 1865, λίγο μετά τον θάνατο του επιφανούς Γάλλου προλετάριου και διανοούμενου και το περιεχόμενό του αποτελεί όνειδος, για τον συγγραφέα του, ο οποίος έχει πλήρη συνείδηση του ανοσιουργήματος, που πράττει, απέναντι σε έναν νεκρό και μάλιστα, επιδιώκει να μην το χρεωθεί, χρεώνοντάς το, σε εκείνον, στον οποίον απέστελε αυτό το λιβελλογραφικό γράμμα! (Λες και ο παραλήπτης αυτού του ανοσιουργήματος ευθύνεται, για το ειδεχθές περιεχόμενό του!) Δείτε το απύθμενα υποκριτικό κλείσιμο, που κάνει ο Καρλ Μαρξ, σε αυτό το γράμμα :

''Και τώρα πρέπει εσείς ο ίδιος να αναλάβετε την ευθύνη, για το γεγονός ότι, αμέσως, ύστερα, από το θάνατο αυτού του ανθρώπου, μου φορτώσατε το ρόλο του, μετά θάνατον, κριτή.''

Φταίει ο άλλος για όσα γράφει ο Μαρξ! Ο οποίος Μαρξ δείχνει ότι δεν έχει και την ευθύτητα να αναλάβει ο ίδιος την ευθύνη, για την πρωτοβουλία, για την σύνταξη αυτού του λιβέλλου.

Γιατί, αν ήθελε, δεν θα τον έγραφε, έστω, από τακτ, απέναντι, στον μεγάλο νεκρό προλετάριο Προυντόν, ένα από τα καλύτερα μυαλά του γαλλικού προλεταριάτου, με τις δικές του αδυναμίες και ικανότητες. Τον προλετάριο Προυντόν, που πέθανε, ''σαν το σκυλί στο αμπέλι'', από υπερκόπωση και ο οποίος, ως υπόδειγμα επαναστάτη προλετάριου, πέθανε, δίπλα και μέσα, στην τάξη του, δίχως να εκμεταλλευθεί, παρασιτώντας, το πνευματικό του έργο και να καταστεί ''επαγγελματίας επαναστάτης'', τρεφόμενος από αυτήν. Κάτι που θα μπορούσε, εύκολα, να το κάνει.

Αυτή είναι η πικρή αλήθεια. Όσο και να θέλουμε να την κρύψουμε δεν κρύβεται.

Γιατί να την κρύψουμε, άλλωστε; Δεν υπάρχει κανένας ουσιαστικός λόγος.

 



Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλλι (Στάλιν). Ο κυνικός ηγέτης της "Ε.Σ.Σ.Δ."




Αντίθετα, μάλιστα αυτή η αλήθεια πρέπει να ειπωθεί και πολύ περισσότερο, όταν γνωρίζουμε ότι ο Ιωσήφ Στάλιν αυτήν την λιβελλογραφική επίθεση του αστού Μαρξ στον προλετάριο Προυντόν (τον οποίο ο αστός Μαρξ, ενδυόμενος την λεοντή του ''πραγματικά'' και ''αντικειμενικά'' προλετάριου, χαρακτήρισε ως ''μικροαστό'', συνοδεύοντας αυτήν την κρίση, με ένα πλήθος ''κοσμητικών επιθέτων'', που δεν δικαιολογούνται, χωρίς την ύπαρξη εμπάθειας ενάντια, στον μεγάλο νεκρό), την είχε, ως παράδειγμα, για να δικαιολογήσει τον τουφεκισμό χιλιάδων πραγματικών προλεταρίων, ''σαν τα λυσσασμένα σκυλιά'', αφού αυτοί είχαν γίνει ''αντικειμενικά'' και ''πραγματικά'' ''μικροαστοί'' και ''αντεπαναστάτες''.

Ο Μαρξ μπορούσε να στρωνόταν στην δουλειά, όπως ο Προυντόν και να μην συκοφαντούσε τους πραγματικούς προλετάριους, σαν τον Προυντόν.

Όσον αφορά τις διαθήκες και τις περιουσίες, που όλοι αυτοί άφησαν πίσω τους, πρέπει να πούμε ορισμένα πράγματα :

Και ο Ιωσήφ Στάλιν, όπως και ο Μαρξ, πέθανε, χωρίς να αφήσει κληρονομιά, ή διαθήκη. Η υλική του περιουσία ήταν μηδέν λίρες (για την ακρίβεια, δεν είχε ούτε ένα καπίκι) και δεν είχε ούτε έπιπλα, ούτε τίποτε. Ούτε, καν, πνευματική ιδιοκτησία, στα βιβλία του. (Ήταν πολυγραφότατος και δεν ήταν, εντελώς, άξεστος).

Τι να κάνουμε! Έτσι γίνεται με τους ''επαγγελματίες επαναστάτες''! Δεν έχουν - υποτίθεται - τίποτε, αλλά την ζωή τους την κάνουν. Και όταν καταλάβουν την εξουσία κάνουν ό,τι θέλουν και δεν δίνουν λογαριασμό, σε κανέναν. Και γι' αυτό, μου είναι πλήρως, αντιπαθείς.

Καλές οι θεωρίες, αλλά όλα, τελικά, κρίνονται στην πράξη από τις συμπεριφορές.

Αυτό το απαίσιο λιβελλογραφικό κείμενο του Μαρξ, της 24/1/1865, θα κυνηγάει, πάντοτε, τον ίδιο και ως πολιτικό χώρο, τους μαρξιστές. Είναι εδώ, για να θυμίζει τον ουσιαστικά κακό και υποκριτικό χαρακτήρα αυτού του ανθρώπου και τα χαμηλά επίπεδα της προσωπικής ηθικής του, απέναντι στον, μόλις, αποβιώσαντα (από υπερεργασία) πραγματικό προλετάριο πολιτικό του αντίπαλο, τον Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν, ο οποίος - συν τοις άλλοις - δεν μπορούσε, πια, να του απαντήσει.....

Ο συγκεκριμένος αστός διανοούμενος (ο Μαρξ) δεν πέθανε από υπερκόπωση. Και αυτό, επειδή, ουδέποτε (ή ελάχιστα), κουράστηκε.

Ο άλλος, ο προλετάριος διανοούμενος (ο Προυντόν) πέθανε, σαν το σκυλί στο αμπέλι, κυριολεκτικά, από υπερκόπωση, μέσα στις συνθήκες εργασίας του 19ου αιώνα. Και αυτό τον τιμά.

Τον Μαρξ, όμως, ουδόλως, τον τιμά η στάση του, απέναντι στον μεγάλο νεκρό, τον οποίον - φρεσκοθαμένο όντα - λοιδώρησε, με σκαιό τρόπο, για να τον συκοφαντήσει ως ''μικροαστό'', ενώ ήταν προλετάριος και μάλιστα, όχι επαγγελματίας επαναστάτης, όπως ο Μαρξ, αλλά προλετάριος του καθημερινού μόχθου.

Και αυτό το έκανε ποιός;

Ο αστός Μαρξ, που θέλησε να ενδυθεί τον μανδύα του ''πραγματικού'' και ''αντικειμενικά'' προλετάριου, προφανώς, λόγω ταξικού συμπλέγματος κατωτερότητας απέναντι στον Προυντόν!

Αλλά, όπως και να το κάνουμε, ο προλετάριος, πέρα από τα δόγματα, παραμένει προλετάριος, παρά τα όποια λάθη του. Και ο αστός παραμένει αστός, παρά την όποια συνεισφορά του.

Αυτό, δα, έλειπε! Να ορίζει ο καθένας την ταξική του θέση, όπως τον συμφέρει και όπως μας δίδαξαν τα διάφορα κομματικά ιερατεία (χειρότερο των οποίων υπήρξε, βέβαια, το σταλινικό, αλλά αυτό δεν ήταν το μόνο).

Όλα τα άλλα είναι μεταφυσική και αστείες δικαιολογήσεις πρακτικών, σαν αυτές του Μαρξ και του Στάλιν, οι οποίες διαφέρουν σε ένα μόνον σημείο, όπως, ήδη, έχω γράψει :

Ο Μαρξ δεν είχε την εξουσία, γι' αυτό έμεινε, μόνον, στην κατασυκοφάντηση του πολιτικού του αντιπάλου και μάλιστα δήθεν ''αποποιούμενος'' των βαρύτατων προσωπικών ευθυνών του. Ενώ ο Στάλιν, που είχε την εξουσία, έκανε αυτό, που ήταν και φυσιολογικό και θα έκανε και ο Μαρξ, αν είχε και εκείνος την εξουσία, στην δική του εποχή : Πέρα από το ''κατέβασμα γραμμής'', για την διαβολή και την κατασυκοφάντηση των αντιπάλων του, τους τουφέκιζε κιόλας, για να απαλλαγεί, μια και καλή, από αυτούς.  

Γνώμη μου είναι ότι η ηθική, που αναβλύζει ,από το αίσχιστο αυτό κείμενο, είναι η ηθική της κάθε ανθρώπινης εξουσίας, όλων των εξουσιαστών όλων των εποχών, με τα απαίσια παρασκήνιά τους και την μικροψυχία τους.

Αυτήν την ηθική των εξουσιαστών υιοθέτησαν οι επαγγελματίες επαναστάτες και την κατέστησαν κυρίαρχη ηθική τους, κάτι το φυσιολογικό, άλλωστε, αφού η ίδια η ιδιοσυστασία των επαγγελματιών επαναστατών, όπως αυτή κωδικοποιήθηκε, από τον Λένιν και εφαρμόστηκε, στην πράξη, δεν είχε να κάνει, με την ατομική ιδιοκτησία, στα μέσα παραγωγής και τους τίτλους μιας αριστοκρατικής καταγωγής, συνδεόμενους, με την ατομική τους λατιφουντιακή ιδιοκτησία, αλλά, με την θέση τους, μέσα στην κομματική και κρατική ιεραρχία. Δηλαδή, την θέση τους, μέσα στην, πραγματικά, κατανεμημένη εξουσία, στο κόμμα και στο κράτος - όταν, φυσικά, έχουν καταλάβει και ασκούν την κρατική εξουσία.

Δεν ήταν, λοιπόν, αυτή η ηθική, ούτε καθαρά αστική, ούτε καθαρά προλεταριακή. Ήταν η παλιά ιδιότυπη ηθική των πολιτικών εξουσιαστών, που κατέστη ηθική των ''επαγγελματιών επαναστατών'' και που, μέσα από την γραφειοκρατικοποίηση του καπιταλιστικού συστήματος, κατέστη η κυρίαρχη ηθική, όλων των εξουσιαστικών κοινωνικών ομάδων, που διοικούν τους γραφειοκρατικούς καπιταλιστικούς οργανισμούς και επιχειρήσεις - κοντολογής, της τεχνοδομής των οργανισμών και των επιχειρήσεων αυτών.

Και για να είμαστε αντικειμενικοί, αυτή η ηθική δεν έχει, σαν αφετηρία της ,μόνον, τον Μαρξ και τον μαρξισμό (νοούμενο, ως κυρίαρχη ιδεολογία των ''επαγγελματιών επαναστατών"), αλλά εκφράζει την εσώτερη τάση του καπιταλιστικού συστήματος, στην πορεία ωρίμανσής του.

Δηλαδή, στην πορεία της γραφειοκρατικοποίησής του. Απλώς, ο Μαρξ και ο μαρξισμός και όχι μόνον αυτοί - μην ξεχνάμε ποτέ, π.χ., τον Ωγκύστ Μπλανκί - εξέφρασαν, κυριαρχικά, αυτήν την ευρύτερη καπιταλιστική ηθική, μέσα στο επαναστατικό εργατικό κίνημα, καθιστάμενοι ιμάντες μεταβίβασης της καπιταλιστικής ιδεολογίας, στο προλεταριάτο.

Αυτό θα συνέβαινε (λιγότερο, ή περισσότερο, επιτυχώς ή λιγότερο επιτυχώς) και χωρίς την εμφάνιση του Μαρξ και του μαρξισμού, αφού αυτή είναι μια, ιστορικώς, τεκμηριωμένη τάση, αλλά δεν απαλλάσσει τον Μαρξ και τον μαρξισμό, από τις βαριές τους ευθύνες, για την εξέλιξη αυτή.

Και τούτο επειδή, όπως, ορθά, έχει γράψει ο Μαρξ, το πεδίο της κρίσεως, κάθε θεωρίας, ιδεολογίας και πολιτικής πρακτικής, είναι το πεδίο της ιστορίας, δηλαδή το πεδίο της ιστορικής τους εφαρμογής.



1 σχόλιο:

Dimitris Z. είπε...

Διορατικότατος διανοητής. Πολύ εύστοχη η παρουσίαση.