Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

Ο "υπαρκτός ευρωπαϊσμός" και τα θεσμικά αδιέξοδα της ευρωζώνης. Η καταστροφή της ιδέας της ευρωπαϊκής ενότητας από τις συντριπτικές πιέσεις του μοναδιαίου κόστους εργασίας και του αυθαίρετου προσδιορισμού των ισοτιμιών του ευρώ.




1995 - 2011 : Η πορεία του ονομαστικού μοναδιαίου κόστους εγασίας στην ευρωζώνη (Γερμανία, Ιρλανδία, Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία). Η εξέλιξη του κρίσιμου αυτού μεγέθους, το οποίο προσδιορίζει τα επίπεδα ανταγωνιστικότητας των οικονομιών των χωρών, στην διεθνή αγορά βρίσκεται στο επίκεντρο της παρατεταμένης κρίσης στην ευρωζώνη. Ο πίνακας δείχνει τον τρόπο και τα μέσα, που χρησιμοποιούνται για την προσαρμογή των ανισορροπιών και που είναι η πραγματική συντριβή των μισθών, με βασικό όπλο την αύξηση της ανεργίας. Αυτό είναι και το ουσιαστικό περιεχόμενο της λιτότητας και των "μηχανισμών διάσωσης", που χρηιμοποιούνται στην ευρωζώνη. Αλλά αυτή η κρίση, με τις ακολουθούμενες πολιτικές της σκληρής και διαιωνιζόμενης λιτότητας, δεν έχει διέξοδο, παρά μόνο την ομοσπονδιοποίηση της Ευρώπης, ή την διάλυση της ευρωζώνης και την επιστροφή στα εθνικά νομίσματα...




Όσο περνάει ο καιρός, γίνεται, ολοένα και περισσότερο, κατανοητός ο ρόλος του ευρώ, ως αιτίας της ελληνικής κρίσης. Μιας κρίσης, η οποία, μάλιστα, δεν ήλθε, ως κεραυνός, εν αιθρία, μέσα, στην ευρωζώνη, αλλά αποτελεί ένα μέρος της ευρύτερης κρίσης, που, πριν από την διεθνή οικονομική ύφεση του 2008, υπέβοσκε και η οποία ήλθε στην επιφάνεια, ως ανοικτή κρίση, με απίστευτη σφοδρότητα, εντός του οικονομικού χώρου της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, λόγω της χαοτικής και συστημικά ασθενούς και ευάλωτης θεσμικής της συγκρότησης, η οποία, άλλωστε, είναι, ιστορικά, διαπιστωμένη και προφανής σε κάθε νομισματική ζώνη και η οποία είναι η αχίλλειος πτέρνα αυτής της ενσάρκωσης του σύγχρονου "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", ο οποίος εξελίσσεται, ως η υπαρκτή αποτυχία της ιδέας της ευρωπαϊκής ενότητας, όπως έχω αναφέρει και σε παλαιότερα δημοσιεύματά μου, σε αυτό εδώ το μπλογκ. Δείτε, π.χ. το δημοσίευμα, με τίτλο : "Οι "ευρωπαϊστές" οδηγούν την Ελλάδα σε μια τεράστια ανθρωπιστική καταστροφή. (Ο "υπαρκτός σοσιαλισμός" του Λεονίντ Μπρέζνιεφ, ο "υπαρκτός ευρωπαϊσμός" του Λεωνίδα Κύρκου και η έμπρακτη αποτυχία της ιδέας της ευρωπαϊκής ενοποίησης)" http://tassosanastassopoulos.blogspot.com/2012/08/leonid-brezhnev-leonidas-kyrkos.html , ή ακόμη παλαιότερα, άλλα δημοσιεύματα   όπως : "Daniel Cohn-Bendit : Από τον Μάη του 1968 στην υπεράσπιση του γερμανικού εθνικισμού. (Ο John Maynard Keynes, η καταστροφική γερμανική "εσωτερική υποτίμηση", η πτώση της συναθροιστικής ζητήσεως και η κρίση στην ευρωζώνη)" http://tassosanastassopoulos.blogspot.gr/2012/02/daniel-cohn-bendit-1968-john-maynard.html , ή "Γιατί η Γερμανία θα υποχρεωθεί να πληρώσει για τις χώρες της ευρωζωνικής περιφέρειας, αν θελει να σώσει το ευρώ. (Οι μεταβιβαστικές πληρωμές από τις χώρες με πραγματική υποτίμηση, προς τις χώρες με πραγματική ανατίμηση, μέσα σε μια νομισματική ένωση)" http://tassosanastassopoulos.blogspot.gr/2011/01/germania-kai-metavivastikes-pliromes.html , τα οποία είναι μερικά, μόνο και απλώς ενδεικτικά, από μια μεγάλη σειρά ανάλογων και σχετικών δημοσιευμάτων μου, που καταπιάστηκαν, αναλυτικά, με το συγκεκριμένο ζήτημα της θνησιγενούς θεσμικής οργάνωσης της ευρωζώνης και της ανήκεστης βλάβης, που αυτή προξενεί στην Ευρώπη και στην ιδέα της ευρωπαϊκής ενότητας.

Με αυτήν την πορεία της αποδόμησης της ιδέας της ευρωπαϊκής ενότητας, μέσω της αλυσιτελούς απόπειρας πραγματοποίησής της, έτσι όπως αυτή προκύπτει από τον "υπαρκτό ευρωπαϊσμό", τον οποίον συγκροτεί, εν τοις πράγμασι, η ευρωζώνη, θα ασχοληθώ και με το παρόν δημοσίευμα.

Η ουσία της καταστροφικής εξέλιξης, όσον αφορά την αποδόμηση του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", βρίσκεται στο γεγονός ότι αυτός συνθλίβει τις οικονομίες της ευρωζώνης, είτε αυτές βρίσκονται στο κέντρο, είτε στην περιφέρεια της ευρωζώνης. Και φυσικά, μέσω του αφελούς εφευρήματος της δανειστικής "βοήθειας" των χωρών της ευρωζώνης, που παραπαίουν, αυτή η σύνθλιψη αφορά και την Γερμανία, η οποία, στο τέλος της διαδικασίας, θα υποχρεωθεί να πληρώσει τα χρέη όλων των άλλων, όταν δεν θα μπορεί να αποκρυβεί το απλό γεγονός της αδυναμίας των χωρών αυτών να αποπληρώσουν τα διαρκώς διογκούμενα χρέη τους.

Αυτή η αλληλουχία των μελλούμενων (σε διάφορες και ποικίλες παραλλαγές) γεγονότων, με την σειρά της, ακριβώς επειδή προκύπτει, από την υπάρχουσα θεσμική συγκρότηση της ευρωζώνης, ως νομισματικής ένωσης και όχι ως ομοσπονδίας, οδηγεί στην αποδόμηση της ευρωζώνης. Μπορεί το φαινόμενο αυτό να είναι, κάπως, πολύπλοκο, αλλά δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε τις αιτίες, που οδηγούν στην εμφάνισή του.

Αυτό που συμβαίνει, μπροστά στα μάτια μας, είναι ότι η ευρωζώνη συνθλίβεται, ανάμεσα στις σαρωτικές πιέσεις των δυσανάλογα διαφορικών εξελίξεων, αφ' ενός, μεν, στα μοναδιαία κόστη εργασίας των οικονομιών των χωρών, που την συναπαρτίζουν και αφ' ετέρου, δε, στον αυθαίρετο και σκανδαλωδώς, μεροληπτικό προσδιορισμό της εσωτερικής και της εξωτερικής ισοτιμίας του κοινού νομίσματος - του ευρώ -, σε, τεχνηέντως, υψηλά και αναλόγως, χαμηλά επίπεδα, έτσι ώστε η ισοτιμία αυτή να λειτουργεί, υπέρ των συμφερόντων της γερμανικής οικονομικής ελίτ και της μπατιροτραπεζοκρατίας, που συγκροτεί την Ε.Κ.Τ.

Ο συνδυασμός αυτός μπορεί να φαίνεται γριφώδης, αλλά ο γρίφος αυτός είναι εξηγήσιμος. Έτσι, η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ, που προσδιορίζεται, από την γραφειοκρατία της Ε.Κ.Τ., καθιστά το ευρώ, ένα σκληρό νόμισμα, τόσο ανατιμημένο, όσο επιθυμεί η γερμανική οικονομική ελίτ και παράλληλα, τόσο υποτιμημένο, όσο είναι απαραίτητο, για την γερμανική οικονομία και τον τρόπο λειτουργίας της, ο οποίος έχει έναν σαφή και αναντίρρητο εξαγωγικό χαρακτήρα και προσανατολισμό. 

Σε όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης, που έχουν μεσολαβήσει, από το 2010, ο βασικός χαρακτήρας της ευρωζώνης δεν άλλαξε καθόλου, για την γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ, παρά το τεράστιο αγκάθι των "διασώσεων", που έρχονται να θυμίσουν ότι η Γερμανία, στο τέλος θα πληρώσει την νύφη της ευρωζώνης. Το κύριο μέλημα της γερμανικής ελίτ ήταν να προστατεύσει τις γερμανικές εξαγωγές και να μετακυλίσει όλο το βάρος και το κόστος της προσαρμογής στις χώρες της περιφέρειας και όχι μόνον σε αυτές, αλλά και σε όλες τις άλλες - της Γαλλίας συμπεριλαμβανομένης. Ουδεμία αλλαγή υπήρξε στον βασικό κορμό της οικονομικής πολιτικής και στον προσανατολισμό των Γερμανών πολιτικών, οι οποίοι συνεχίζουν ακάθεκτοι την πολιτική που θεσμοθέτησε ο Γκέρχαρντ Σρέντερ, με την "Agenda 2010" και η οποία στηρίζεται στην αποφυγή της αύξησης της εγχώριας ζήτησης στην γερμανική οικονομία.


Όπως είναι κατανοητό, μετά την ραγδαία πτώση της κατανάλωσης στην ευρωζώνη, που ήλθε, ως αποτέλεσμα της διεθνούς οικονομικής ύφεσης του 2008, τα επίπεδα του ονομαστικού μοναδιαίου κόστους εργασίας στην ευρωζώνη βρίσκονται και αυτά, στο επίκεντρο της κρίσης, που ταλανίζει την ατελή και χαοτική αυτή νομισματική ένωση, συμβάλοντας, μάλιστα, κατά πολύ στην όξυνση του φαινομένου της κατακρήμνισης της συναθροιστικής ζήτησης στις ευρωπαϊκές οικονομίες.

Ας δούμε, όμως, περισσότερο λεπτομερειακά τα στοιχεία, που συναπαρτίζουν το μέγεθος αυτό. Οι παράγοντες, λοιπόν, που προσδιορίζουν το ονομαστικό μοναδιαίο κόστος εργασίας είναι τρεις :

1) Το ονομαστικό κόστος εργασίας, δηλαδή το επίπεδο των ονομαστικών μισθών (που διαφέρει από το επίπεδο των πραγματικών μισθών, το οποίο ορίζεται ως η, εν τοις πράγμασι, πρόσβαση των μισθωτών στα αγαθά και τις υπηρεσίες, που προσφέρονται, στα πλαίσια μιας οργανωμένης οικονομίας - έτσι οι πραγματικοί μισθοί μπορούν να μειώνονται, παρά την ονομαστική αύξησή του, ανάλογα με τα επίπεδα διακύμανσης του πληθωρισμού) και τα λοιπά στοιχεία του εργατικού κόστους.

2) Η παραγωγικότητα της εργασίας, δηλαδή ο όγκος και το μέγεθος των αγαθών και των υπηρεσιών, που παράγονται, μέσα στα πλαίσια μιας οικονομίας, ανά εργαζόμενο, ή ορθότερα, ανά εργατοώρα. Η αύξηση της παραγωγικότητας, όταν αυτή δεν είναι μικρότερη από την αύξηση του ονομαστικού κόστους της εργασίας, οδηγεί, σε αύξηση της ανταγωνιστικότητας.

3) Τα επίπεδα ισοτιμίας του νομίσματος, με τα νομίσματα των άλλων χωρών, αλλά και με την εσωτερική ισοτιμία του κοινού νομίσματος σε μια νομισματική ζώνη, στην οποία συμμετέχουν χώρες με διαφορετικά οικονομικά σύνολα, είναι καθοριστικά, σε σχέση με το μοναδιαίο κόστος εργασίας, αφού μπορεί να φαίνεται, ως ένας εξωτερικός παράγοντας, ως προς τα κόστη παραγωγής και να αποτελεί, εν μέρει, κόστος χρηματοδότησης, όμως, η ύπαρξη του κόστους της νομισματικής ισοτιμίας, όταν υπάρχει, όπως συμβαίνει στην ευρωζώνη, τότε αποτελεί σημαντικό παράγοντα, που επηρεάζει το ονομαστικό κόστος εργασίας, αφού πιέζει τα επίπεδα των ονομαστικών μισθών και του εργατικού κόστους, γενικότερα, προς τα κάτω, δημιουργώντας συνθήκες εσωτερικής υποτίμησης, προκειμένου να αποκατασταθεί η τεχνητή διατάραξη της ανταγωνιστικότητας μιας οικονομίας, μέσα από την μείωση του ονομαστικού μοναδιαίου κόστους εργασίας.


Το Ονομαστικό Μοναδιαίο Κόστος Εργασίας (Nominal Unit Labor Cost) είναι ο ονομαστικός μισθός, ανά εργαζόμενο, αφού διαρεθεί, με την παραγωγικότητα της εργασίας και προσδιορίζει την ικανότητα της οικονομίας να χρησιμοποιεί, με αποτελεσματικό τρόπο, τον παραγωγικό συντελεστή της εργασίας, σε σχέση με τις τιμές, την παραγωγικότητα, την διάρθρωση της οικονομίας και ειδικά, της αγοράς εργασίας, την συναλλαγματική ισοτιμία, τους φόρους, τα επίπεδα των ασφαλιστικών εισφορών, καθώς και τα πάσης φύσεως και μορφής, διοικητικά οικονομικά βάρη και κόστη της οικονομίας.



Έτσι μια οικονομία, π.χ. σαν την ελληνική, η οποία έχει ένα μεγάλο μέρος, ανεξάρτητα, απασχολούμενων και οι οποίοι παράγουν υπηρεσίες, που μόνο μέσα από την εξέλιξη της τιμής τους επηρεάζουν τους δείκτες ανταγωνιστικότητας, έχει μικρότερες ικανότητες αντιπροσώπευσης στους δείκτες της ανταγωνιστικότητας, οι οποίοι στηρίζονται στην αμοιβή εργασίας.



Όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η διαμόρφωση του ονομαστικού μοναδιαίου κόστους εργασίας είναι εξαιρετικά σύνθετη διαδικασία και προσδιορίζει, επηρεάζει και εκφράζει, περίπου, όλη την κατάσταση της οικονομίας και όχι μόνο τα επίπεδα των μισθών και του μισθωτικού κόστους. Εν τέλει, όπως, ήδη, είπαμε, η αύξηση των ονομαστικών μισθών, όσο δεν αυξάνει η παραγωγικότητα, ή όσο η παραγωγικότητα αυξάνει, με μικρότερους ρυθμούς, από το επίπεδο των ονομαστικών μισθών και των λοιπών στοιχείων του εργατικού κόστους, οδηγεί στην μείωση της ανταγωνιστικότητας.


Αν μείνουμε σε όσα δείχνει ο παραπάνω πίνακας και δεν δούμε την πραγματική διάστασή του, η οποία προκύπτει από τα διαταραγμένα, προς τα άνω, επίπεδα των εσωτερικών και των εξωτερικών ισοτιμιών του ευρώ, έτσι όπως διαμορφώθηκαν, από τις ισοτιμίες, που η γερμανική ελίτ και η μπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ., επέβαλαν το 2000 και διατήρησαν από το 2002, που το ευρώ λειτούργησε στην πράξη, και τις οποίες συνεχίζουν να επιβάλουν, ακόμη, τότε θα βγάλουμε εσφαλμένα συμπεράσματα.


Για να μπορέσουμε να βγάλουμε ορθά συμπεράσματα, για τις πραγματικές εξελίξεις στην ευρωζώνη και για να κατανεμηθούν οι ευθύνες της κρίσης, εκεί που πρέπει, είναι απαραίτητο να λάβουμε υπόψη τις πραγματικές ισοτιμίες του ευρώ, σε σχέση με τα άλλα νομίσματα (κυρίως το δολλάριο των Η.Π.Α.), αλλά και με τις εσωτερικές πραγματικές ισοτιμίες του "μέσου" ευρώ, σε σχέση με τα "εθνικά" ευρώ των χωρών που συμμετέχουν στην ευρωζώνη και έχουν να κάνουν, με τα επίπεδα των αγοραστικών δυνάμεων, που υφίστανται και εξελίσσονται, στις οικονομίες αυτές.

Η σαρωτική ισοτιμία του ευρώ, με τα άλλα νομίσματα (1,00 € ~ 1,40 $, αντί της ισοτιμίας του 1,00 € ~ 0,85 $, η οποία ίσχυε, αρχικά, πριν το 2000 και η οποία ήταν και εξακολουθεί, περίπου, να είναι η πραγματική ισοτιμία του λεγόμενου "μέσου" ευρώ), που καθιερώθηκε, από την Ε.Κ.Τ., μετά το 2000, χωρίς να ληφθούν υπόψη τα επίπεδα των πληθωρισμών, εντός και εκτός ευρωζώνης, με μονάδα βάσης το "μέσο" ευρώ και τις πληθωριστικές του διακυμάνσεις, οδήγησε το κοινό νόμισμα της συγκροτούμενης αρχικά και συγκροτημένης, από το 2002, ευρωζώνης, στο να καταστεί το πιο σκληρό νόμισμα, στον πλανήτη.

Έτσι, μαζύ με την ουσιαστική σταθεροποίηση των ονομαστικών των μισθών στην Γερμανία, μια σταθεροποίηση η οποία, μαζύ με την, σκανδαλωδώς, επιλεκτική πραγματική υποτίμηση του "γερμανικού" ευρώ, κράτησε σε χαμηλά επίπεδα το ονομαστικό μοναδιαίο κόστος εργασίας, στην χώρα αυτή και οδήγησε, στην πτώση της ανταγωνιστικότητας της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών της περιφέρειας της ευρωζώνης, αλλά και της Γαλλίας, κυρίως, υπέρ της Γερμανίας, ακριβώς, επειδή η ακριβή αυτή ισοτιμία του κοινού νομίσματος δημιουργεί ένα τεράστιο βάρος στο κόστος της παραγωγής των χωρών αυτών (και όχι μόνο), λαμβανομένου υπόψη, ότι, στις χώρες αυτές, είχαν αυξηθεί οι μισθοί, έστω και στα όρια της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, ή και περισσότερο από την αύξηση αυτή, όπως φαίνεται από τον παραπάνω πίνακα, όπου, όπως είπαμε, δεν λαμβάνονται υπόψη τα επίπεδα των τιμών, ούτε και αφαιρείται το βαρύτατο κόστος της αυθαιρεσίας της μπατιροτραπεζοκρατίας της Ε.Κ.Τ., στον προσδιορισμό των συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Όπως έχω πει και σε άλλα δημοσιεύματα, στο παρόν μπλογκ, αυτή η μέση ισοτιμία του 1,00 € / 1,40 $, είναι καταστροφική, για τις χώρες της ευρωζώνης, πλην της Γερμανίας και λίγων άλλων χωρών της βόρειας Ευρώπης (Ολλανδία, Φιλλανδία, Αυστρία), οι οποίες επωφελούνται από αυτή την ισοτιμία, επειδή τα δικά τους "εθνικά" ευρώ, μέσα από την ισοδυναμία των αγοραστικών δυνάμεων των οικονομιών τους είναι, επαρκώς, υποτιμημένα, σε σχέση, με τα "εθνικά" ευρώ των άλλων χωρών της ευρωζώνης και σε σχέση, με τα ξένα νομίσματα.

Ας δούμε το "γερμανικό" ευρώ. Η πραγματική του ισοτιμία (αν δηλαδή η Γερμανία λειτουργούσε, με το δικό της ευρώ, π.χ. εάν το μάρκο ήταν στην θέση του ευρώ), σε σχέση με το δολλάριο, θα ήταν 1,00 € / 1,88 $. Έτσι, το "μέσο" ευρώ, με την κυμαινόμενη ισοτιμία 1,00 € ~ 1,40 $, το οποίο χρησιμοποιεί η Γερμανία (όπως και οι άλλες χώρες) είναι, επαρκώς, υποτιμημένο, σε σχέση με την πραγματική ισοτιμία του "γερμανικού" ευρώ.

Πλην, όμως, αυτό το σκληρό, για τις άλλες χώρες της ευρωζώνης, "μέσο" ευρώ, που χρησιμοποιείται στις καθημερινές εσωτερικές και εξωτερικές συναλλαγές, είναι, επαρκώς, ανατιμημένο, σε σχέση με την διεθνή του ισοτιμία, καθιστώντας ακριβά τα προϊόντα των χωρών αυτών και μη ανταγωνιστικά, σε σχέση με τα γερμανικά, αφού η πραγματική εξωτερική ισοτιμία του "μέσου" ευρώ κυμαίνεται στο 1,00 € ~ 0,85 $, με ανώτερο όριο διακύμανσης το 1,00 € / 1,00 $ (και ενώ η πραγματική ισοτιμία των "εθνικών" ευρώ των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας κυμαίνεται ακόμη πιο κάτω από αυτά τα επίπεδα).

Με δεδομένη, λοιπόν, την συγκράτηση του γερμανικού μισθωτικού κόστους, στα επίπεδα του παγώματος και με, επίσης, δεδομένο ότι το 50% του κόστους της γερμανικής παραγωγής είναι εισαγόμενο κόστος, το οποίο, με τις διαμορφωμένες νομισματικές ισορροπίες του "μέσου" ευρώ, με το αμερικανικό δολλάριο, παραμένει, επαρκώς, φθηνό, η νομισματική ισοτιμία, στην οποία επιμένει, λυσσωδώς, η γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ και η μπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ. είναι συμφέρουσα, για τις γερμανικές εξαγωγές, οι οποίες, ως μέγεθος βρίσκονται στο κέντρο της προσοχής της ελίτ της χώρας αυτής, σε βάρος του τομέα της γερμανικής οικονομίας, που απευθύνεται στην εγχώρια αγορά και ο οποίος όλα αυτά τα χρόνια είναι τελματωμένος.

Με αυτόν το τρόπο, η Γερμανία κατάφερε να κάνει την διαφορά, όλα αυτά τα χρόνια, στηριζόμενη, όχι μόνο στην αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας των άλλων χωρών της ευρωζώνης, εξ αιτίας των μισθωτικών διαφορών, που προέκυψαν, από το ουσιαστικό πάγωμα των γερμανικών μισθών, επί δεκαετίες, αλλά και εξ αιτίας του τεράστιου βραχνά, που θεσμοθέτησε, με την κυριαρχική επιβολή της, στα ζητήματα της θεσμικής συγκρότησης του κοινού νομίσματος, μέσα από τις Συνθήκες της ευρωζώνης, τις οποίες η ίδια φιλοτέχνησε και παρά το γεγονός ότι υποχρεώθηκε, από την γαλλική ελίτ, να αποδεχθεί να ενταχθούν, στην ευρωζώνη, πολλές χώρες, οι οποίες δεν πληρούσαν τα κριτήρια του Μάαστριχτ, που η γερμανική χρηματοπιστωτική ελίτ φιλοτέχνησε και τα οποία δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν πληρούσε, την περίοδο 1999 - 2002, ούτε η ίδια η Γερμανία.



Η κατάρρευση των πολιτικών ισορροπιών, στον "ευρωπαϊστικό" χώρο, με την πλήρη κονιορτοποίηση του ΠΑΣΟΚ και την επικρατούσα ρευστοποίηση της Νέας Δημοκρατίας, οδήγησε τον προδότη αρχηγό του ιστορικού κόμματος της συντηρητικής παράταξης και τα στελέχη του πτώματος της "Πολιτικής Άνοιξης" (που πήρε μαζύ του, στο Μαξίμου, ο Αντώνης Σαμαράς) να μετατρέψουν την Ν.Δ. και την παρούσα συγκυβέρνηση, σε πλυντήριο του ΠΑΣΟΚ, του πρώην και του νυν αρχηγού του, καθώς και των κυβερνητικών στελεχών του καταρρεύσαντος κόμματος του αείμνηστου Ανδρέα Παπανδρέου. Φυσικά, το πλυντήριο αυτό δεν πρόκειται να σώσει, ούτε το ΠΑΣΟΚ, ούτε τον ΓΑΠ, ούτε τον Ευάγγελο Βενιζέλο, ούτε τα κυβερνητικά στελέχη του σοσιαλιστικού κόμματος. Και όχι μόνο δεν πρόκειται να σώσει το ΠΑΣΟΚ, αλλά θα επιτείνει και την εξελισσόμενη αποτέφρωση της Νέας Δημοκρατίας και την απαξίωση του αρχηγού της, καθώς και σύμπαντος του στελεχικού της δυναμικού.




Έτσι, το 2009, η εσωτερίκευση, στην ευρωζώνη, της διεθνούς ύφεσης, που ξέσπασε το 2008, βρήκε την νομισματική αυτή ένωση, με ένα νόμισμα, το οποίο, μαζί με τις ανισορροπίες στο μισθωτικό κόστος, είχε υπονομεύσει, σε μεγάλο βαθμό την ανταγωνιστικότητα του συνόλου της ευρωπαϊκής παραγωγής (πλην Γερμανίας), αυξάνοντας, σε δυσθεώρητα ύψη, την διαφορά του μισθωτικού κόστους ανάμεσα στην Γερμανία και στις άλλες χώρες, καθώς επίσης και όλων των άλλων στοιχείων, που συγκροτούν το κόστος παραγωγής, μέσα από την, τεχνητά, διογκωμένη ισοτιμία του "μέσου" ευρώ, η οποία λειτούργησε, εις βάρος των περισσότερων, εκ των άλλων, χωρών της ευρωζώνης. Φυσικά, αυτό επεκτάθηκε και στις συγκριτικές σχέσεις του κόστους της παραγωγής των χωρών της ευρωζώνης, με τα κόστη της παραγωγής των χωρών που βρίσκονται, εκτός της ευρωζώνης και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σημασία έχει εδώ, να παρατηρήσουμε ότι η γερμανική υπεροχή, όλα αυτά τα χρόνια, δεν προέκυψε, εξ αιτίας της μεγαλύτερης αύξησης της παραγωγικότητας της γερμανικής οικονομίας, σε σχέση με τον ευρωπαϊκό νότο και τις άλλες χώρες της ευρωζώνης. Κάθε άλλο. Η παραγωγικότητα της γερμανικής οικονομίας αυξήθηκε, λιγότερο από τις άλλες χώρες, αν εξαιρέσουμε την Ισπανία.

Ήσαν και είναι οι χαμηλοί γερμανικοί μισθοί, που έκαναν την διαφορά, σε σχέση, με τις άλλες χώρες της ευρωζώνης, καθώς και κυρίως, η, σκανδαλωδώς, συμφέρουσα την Γερμανία ισοτιμία του ευρώ, που κατασκεύασαν οι Συνθήκες της ευρωζώνης, κάτω από την γερμανική καθοδήγηση και την οποία διατηρούν, ως κόρη οφθαλμού, οι μπατιροτραπεζίτες της Ε.Κ.Τ.

Με αυτά τα δεδομένα και εξ αιτίας του γεγονότος ότι ήταν αδύνατο, μέσα σε μια ζώνη κοινού νομίσματος, όπως είναι η ευρωζώνη, να γίνει υποτίμηση του νομίσματος, του οποίου την ισοτιμία, οι ιδρυτές της, δηλαδή η ευρωπαϊκή πολιτικοοικονομική ελίτ, με προεξάρχουσα την γερμανική και η μπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ. είχαν προσδιορίσει, εντελώς, αυθαίρετα, σε δυσθεώρητα και εξωπραγματικά επίπεδα, η παραγωγή των συντριπτικά, περισσότερων χωρών της ευρωζώνης δεν μπορούσε να καταστεί ανταγωνιστική, με αποτέλεσμα οι χώρες αυτές να παγιδευτούν, μέσα σε ένα δόκανο μιας άνισης νεοαποικιακής οικονομικής σχέσης, με την Γερμανία και με έναν μικρό αριθμό χωρών του ευρωπαϊκού βορρά.




Ο ανεκδιήγητος Μιχάλης Γαργαλάκος "κτύπησε", για μια, ακόμη φορά, στο "ΠΑΡΟΝ" της 24/11/2013, βάζοντάς τα, με τον Αλέξη Τσίπρα, επειδή υποσχέθηκε στις απολυμένες, από το Δημόσιο, καθαρίστριες, ότι θα αποκαταστήσει όλους όσους έχασαν την δουλειά τους, εξ αιτίας των Μνημονίων. Ο ανάλγητος σοσιαλνεοφιλελεύθερος δημοσιογράφος - αυτό το "εκλεκτό" μέλος της γενιάς του Πολυτεχνείου - απαιτεί από τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ να τοποθετηθεί ανοικτά, για το πού θα βρει τα σχετικά κονδύλια, για την αποκατάσταση όλων αυτών των ανθρώπων, αρνούμενος να δει ότι αυτό, ίσως, να μην πρέπει να ειπωθεί, τώρα, αλλά να χρησιμοποιηθεί, ως ένα διαπραγματευτικό ατού, έναντι των εχθρών αυτού του τόπου. Δηλαδή, έναντι των δανειστών της χώρας και συγκεκριμένα, έναντι της γερμανικής ελίτ, της ευρωγραφειοκρατίας των Βρυξελλών και της μπατιροτραπεζοκρατίας της Φραγκφούρτης. Διότι η άσκηση του seigniorage, από το ελληνικό δημόσιο, με την κοπή των απαραίτητων ποσοτήτων ευρώ, είναι κάτι που γίνεται, χωρίς να προαναγγέλεται...



Αφού, λοιπόν, δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν οι στοιχειώδεις κανόνες της διεθνούς οικονομίας, που επέβαλαν την υποτίμηση των εθνικών νομισμάτων των χωρών της ευρωζώνης, προκειμένου να αντιμετωπισθεί το κατασκευασμένο, εν πολλοίς, ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της γερμανικής οικονομικής ελίτ και τούτο επειδή τα νομίσματα αυτά είχαν καταργηθεί και αντικατασταθεί από το ευρώ, ήλθε ως μοιραίο αποτέλεσμα, οι χώρες του ευρωπαϊκού νότου, αλλά και οι περισσότερες άλλες χώρες της ευρωζώνης, της Γαλλίας συμπεριλαμβανομένης, να αυξήσουν τα ελλείμματά τους και να καταφύγουν σε δανεισμό, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τα ελλείμματα αυτά.

Έτσι το ευρώ, το οποίο δεν μπορεί να υποτιμηθεί, έγινε παγίδα, για όλες τις άλλες χώρες της ευρωζώνης, αφού εξασφαλίζει το γερμανικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, την προστασία των γερμανικών εξαγωγών και την δημιουργία τεράστιων εμπορικών πλεονασμάτων, υπέρ της γερμανικής οικονομίας, η οποία δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι, όπως είπαμε, μια οικονομία, της οποίας ο εσωτερικός τομέας είναι, εδώ και πολλά χρόνια, τελματωμένος. Είναι ένας τομέας, ο οποίος λιμνάζει.

Όπως, επανειλημμένα, έχω γράψει, οι λύσεις, που δίνονται, με δεδομένη όλη αυτή την κατάσταση στην ευρωζώνη, δεν είναι πολλές.

Η μια λύση, η οποία περνάει, μέσα από την παραμονή στην ευρωζώνη, οδηγεί στην δημιουργία ενός μαλακού ευρώ και μέσα από την ανάληψη της εξυπηρέτησης των δημόσιων χρεών των κρατών της ευρωζώνης, από την Ε.Κ.Τ., την άσκηση του seigniorage, δηλαδή του δικαιώματος της νομισματοκοπής, υπέρ των χρεωμένων και χρεωκοπημένων κρατών της ευρωζώνης (ή, εάν η Ε.Κ.Τ. αρνηθεί την νομισματοκοπή υπέρ των κρατών της ευρωζώνης, την άσκηση του seigniorage, με την κοπή των απαραιτήτων ποσοτήτων ευρώ, από τα ίδια τα κράτη) με στόχο την μερική αποπληρωμή των χρεών τους και την τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας, μέσα από ένα μαζικό πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων, που θα καταπολεμήσει, δραστικά, την ανεργία, θα αναστυλώσει την φθίνουσα ενεργό συναθροιστική ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών, στον ευρωπαϊκό χώρο και θα επαναφέρει τους ταχύτατους αναπτυξιακούς ρυθμούς στην ευρωπαϊκή οικονομία, οι οποίοι λείπουν, εδώ και δύο δεκαετίες.

Αλλά κάτι τέτοιο, το οποίο θα απαιτήσει μια ευρεία αναδιανομή του παραγόμενου εισοδήματος στον χώρο της ευρωζώνης, όπως, επίσης και μια αντίστοιχη αναδιανομή, σε επίπεδο εθνικών οικονομιών, δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί η γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ. Αλλά, σε αυτή την στάση και συμπεριφορά, η γερμανική ελίτ δεν είναι μόνη της. Μια τέτοια αναδιανομή του εισοδήματος δεν είναι διατεθειμένες να αποδεχθούν, ούτε οι λοιπές πολιτικές και οικονομικές ελίτ των άλλων χωρών της ευρωζώνης.

Η δεύτερη λύση είναι η έξοδος από την ευρωζώνη - τουλάχιστον εκείνων των χωρών, οι οποίες πλήττονται σφοδρότατα, από την θεσμική της συγκρότηση και λειτουργία, στον βαθμό που αυτή η θεσμική συγρότηση και η λειτουργία οδηγεί στην δημιουργία νεοαποικιακών σχέσεων, ανάμεσα στις πλούσιες και στις πτωχές χώρες της ευρωζώνης, καθώς και στην εγκαθίδρυση καθεστώτων πεονίας, που μεταφέρουν πλούτο από τις πτωχές χώρες στις πλούσιες.

Στην Ελλάδα το δίλημμα ήταν πλήρες και απόλυτο. Η Γερμανία έθεσε την ελληνική πολιτική και οικονομική ελίτ (όπως, επίσης και όλες τις άλλες ελίτ, στον χώρο της ευρωζώνης), μπροστά σε μια ωμή και εκβιαστική επιλογή, η οποία οδηγούσε σε άμεσα και σκληρότατα μέτρα λιτότητας, ή σε έξοδο από το ευρώ και την ζώνη του. Το δίλημμα αυτό, αρχικά, είχε μεγάλα ρίσκα, για την ευρωζώνη και το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα και γι' αυτό, τότε (το 2010), είχε πολλά στοιχεία μπλόφας, αλλά ετέθη ωμά και επιτακτικά, αφού οι Γερμανοί και οι ευρωζωνίτες διαπίστωσαν ότι η ελληνική πολιτική ηγεσία (ο ΓΑΠ και η κυβέρνησή του) ήταν ψοφοδεής και ενδοτική, σε κάθε απαίτηση των δανειστών, οι οποίοι είναι αλήθεια ότι και οι ίδιοι βρίσκονταν, σε έναν πανικό και σε μια διαδικασία μάθησης και έμπρακτης κατανόησης, ενός φαινομένου - της διαδικασίας χρεωκοπίας κρατών, μέσα σε μια νομισματική ένωση, σαν την ευρωζώνη -, το οποίο δεν είχαν αντιμετωπίσει, στο πρόσφατο, ή στο απώτερο παρελθόν.  

Αντιμέτωπη, με αυτό το ωμό και εκβιαστικό δίλημμα, η ελληνική πολιτικοοικονομική ελίτ αντιλήφθηκε τους κοινωνικούς και τους γεωστρατηγικούς κινδύνους της εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη, αφού, αφ' ενός, μεν, ετίθετο, ακόμη και θέμα ανατροπής του κοινωνικού και οικονομικού status, που είχε συγκροτηθεί στην χώρα, μετά τον εμφύλιο πόλεμο του 1946 - 1949, με μια πορεία προς το άγνωστο και αφ' ετέρου, δε, θα κατέρρεε ο ευρωπαϊκός πυλώνας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, η ελληνική πολιτικοοικονομική ελίτ δεν είχε επιλογές. Η Ελλάδα έπρεπε να παραμείνει στην
ευρωζώνη, οποιοδήποτε και αν ήταν το κόστος. 

Και το κόστος ήταν η επιβολή μιας ανελέητης λιτότητας στην κοινωνία και η δημιουργία ενός καθεστώτος στην αγορά εργασίας, το οποίο παραπέμπει στον 19ο αιώνα.

Πρέπει να πούμε ότι τα ιδεολογικά όπλα της εντόπιας "ευρωπαϊστικής" ελίτ, μέσα από την κατευθυνόμενη παραπληροφόρηση των συστημικών Μ.Μ.Ε. λειτούργησαν, πολύ καλά, όλα αυτά τα χρόνια, που πέρασαν, από την έναρξη της ελληνικής κρίσης, τον Δεκέμβριο του 2009.

Το ένα όπλο ήταν η συστηματική τρομοκράτηση του πληθυσμού και κυρίως των μικρομεσαίων στρωμάτων (τα οποία οδηγούνταν στην κοινωνική σφαγή, μέσω της προλεταριοποίησής τους), για τις επιπτώσεις της εξόδου από την ευρωζώνη και ακόμη, περισσότερο για την αξία του ευρώ ως σκληρού αποταμιευτικού/αποθεματικού νομίσματος και των ίδιων των αποταμιεύσεων, που έκαναν φτερά από την ελληνική οικονομία και το εντόπιο τραπεζικό σύστημα. Η μεγαλύτερη ιδεολογική επιτυχία της κυριαρχης εντόπιας "ευρωπαϊστικής" ελίτ, που συσπείρωσε όλα τα, επί μέρους στοιχεία της, από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα της χώρας, στην δεξιά, το κέντρο και την αριστερά, ήταν η απήχηση, που είχε - και εξακολουθεί να έχει - ο μπαμπούλας του ερωτήματος, που έθετε και συνίσταται στο, τι θα γίνει αν η χώρα βγεί από την ευρωζώνη. Όσο πιο τραγικά γίνονταν τα κοινωνικά πράγματα, από το 2010, έως και τώρα, όσο πιο άμεση και παρούσα γινόταν η εξελισσόμενη ανθρωπιστική καταστροφή στο εσωτερικό της χώρας, όσο πιο μεγάλη η φτώχεια, η ανεργία και η κατακρήμνιση του ΑΕΠ, η οποία έφθασε κοντά στο 25%, τόσο περισσότερο ενεργοποιούνταν το επιχείρημα αυτό με ένα τρόπο, εντυπωσιακά, αποτελεσματικό.

Το δεύτερο όπλο ήταν η μεταρρυθμισιολογία και η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, την ίδια στιγμή, που η ελληνική οικονομία και κοινωνία απορρυθμίζονταν και διαλυόταν η παραγωγική βάση της χώρας, όχι μόνο στον δημόσιο, αλλά, ακόμη περισσότερο, στον ιδιωτικό τομέα, μέσα από ένα  ευρύτατο αντιμεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. 

Αλλά, όπως φαίνεται, τα επιχειρήματα αυτά έχουν αρχίσει, πλέον, να εξαντλούν τα καύσιμά τους. Η παράταξη της εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη έχει αρχίσει, εδώ και καιρό, να κερδίζει έδαφος, στην ελληνική κοινωνία, ενώ έχουν φανεί, με σαφή καταγραφή και οι πρώτες ευδιάκριτες πολιτικές εκφράσεις της, μέσα από το ΕΠΑΜ του Δημήτρη Καζάκη, αρχικά, αλλά και την "Δραχμή 5 αστέρων" του Θεόδωρου Κατσανέβα, όπως, επίσης και από την αριστερή ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Με δεδομένο ότι οι εκφραστές της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα της χώρας βρίσκουν έκφραση και μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, στην Χρυσή Αυγή και στους Ανεξάρτητους Έλληνες του Πάνου Καμμένου, είναι γεγονός ότι το μέλλον των "ευρωπαϊστών" είναι σκοτεινό. Πολύ σκοτεινό.

Πολύ περισσότερο, που τα όργανα των δανειστών - όπως το σημερινό φύλλο της γερμανικής εφημερίδας "Süddeutsche Zeitung" - διαψεύδουν και διακωμωδούν, ανοικτά και απροσχημάτιστα, την ύπαρξη του πολυδιαφημισμένου, από το αστείο οικονομικό επιτελείο της συγκυβέρνησης Σαμαρά και Βενιζέλου"πρωτογενούς πλεονάσματος" (το οποίο, φυσικά, είναι ανύπαρκτο και προϊόν μιας παιδαριώδους "δημιουργικής" λογιστικής), στον προϋπολογισμό του 2013, ο οποίος, πέρα από το πρωτογενές έλλειμμα, που θα παρουσιάσει , οδηγείται στο να κλείσει, στις λίγες ημέρες, που απομένουν, μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους, με ένα τελικό συνολικό έλλειμμα, γύρω στα 17 δισ. €, το οποίο αντιστοιχεί, κοντά, στο 9,2% του ΑΕΠ.

Ας πρόσεχαν...

Δεν υπάρχουν σχόλια: