Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

1919 - 1922 : Το εθνικοαπελευθερωτικό περιεχόμενο του ελληνοτουρκικού πολέμου στην Μικρά Ασία και η εμπλοκή του στους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς.



Η ελληνική πολιτικοστρατιωτική ηγεσία της αντιβενιζελικής παράταξης, που, την περίοδο 1921 - 1922, πήρε τις κρίσιμες  αποφάσεις, για την εξέλιξη της μικρασιατικής εκστρατείας, δεν θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι δεν είχε προειδοποιηθεί. Απλούστατα, διότι είχε προειδοποιηθεί. Μόνο, που προτίμησε να αγνοήσει όσους την προειδοποίησαν (όπως συνέβη με τον υποστράτηγο Κωνσταντίνο Γουβέλη)...





Θα μπορούσε η Ελλάδα των αρχών της δεκαετίας του 1920 να κερδίσει τον μικρασιατικό πόλεμο; 

Έπρεπε να πάει εκεί; 

Και εν τέλει, ο πόλεμος αυτός τί χαρακτήρα και τι περιεχόμενο είχε; Ήταν ένας ιμπεριαλιστικός, ή ένας εθνικοαπελευθερωτικός πόλεμος; 

Και τελικά, όσο και αν οι πόλεμοι είναι, πάντα, κακοί, ήταν ένας δίκαιος, ή ένας άδικος πόλεμος;

Αυτά είναι τα ερωτήματα, τα οποία εξακολουθούν να μένουν, σε εκκρεμότητα - όσο και αν υπάρχει η εντύπωση ότι έχουν απαντηθεί.

Βέβαια, έτσι, γενικά, όπως τίθενται, αποτελούν θολά ερωτήματα, στον βαθμό που είναι απαραίτητο να διευκρινισθεί το περιεχόμενό τους. Και τούτο επειδή, ανάμεσα στα άλλα, τον Αύγουστο του 1921, δηλαδή έναν χρόνο, πριν από την κατάρρευση της στρατιάς της Μικράς Ασίας, είχε καταστεί σαφές ότι ο ελληνικός στρατός είχε αποτύχει στην εκστρατεία του, που σκόπευε να καταλάβει την Άγκυρα και να υποχρεώσει τον Μουσταφά Κεμάλ και τις δυνάμεις του, σε συνθηκολόγηση. Η περιπέτεια της Αλμυράς ερήμου τον υποχρέωσε να οπισθοχωρήσει, πίσω από τον Σαγγάριο, στην γραμμή Εσκή Σεχήρ - Αφιόν Καραχισάρ.

Αυτόν τον πόλεμο, που επιδίωκε την οριστική συντριβή του εχθρού, ο ελληνικός στρατός της Μικράς Ασίας, μέσα από τις διαμορφωμένες πολιτικοστρατιωτικές ισορροπίες, όπως αυτές σχηματίσθηκαν, στο μέτωπο, στα μετόπισθεν και εντός των πλαισίων της ελληνικής ελίτ, φαίνεται ότι τον είχε χάσει. Το γιατί και το πώς τον έχασε, το είδαμε, σε μεγάλο βαθμό, στο προηγούμενο αφιέρωμά μου [ "31/8/1922 : Ο εμπρησμός της Σμύρνης και η σφαγή. (Tα γεγονότα, όπως αυτά έγιναν και οι παραϊστορικές ψευδοσυνειδησιακές αφηγήσεις)
http://tassosanastassopoulos.blogspot.com/2013/08/3181922-t-smyrna-izmir-mehmet-azit.html ].


Η αλήθεια, που προκύπτει από τα δεδομένα της περιόδου Ιουλίου - Αυγούστου 1922, είναι ότι τον έχασε, πρόωρα και από την πασίδηλη πολιτικοστρατιωτική τυφλότητα, που διακατείχε εκείνους που ελάμβαναν τις κρίσιμες αποφάσεις, οι οποίες οδήγησαν στην ταχύτατη κατάρρευση του μετώπου, στο Εσκή Σεχήρ και στο Αφιόν Καραχισάρ, έπειτα από έναν αναμενόμενο blitz krieg του Μουσταφά Κεμάλ πασά, από την στιγμή, που ο ελληνικός στρατός, στην Μικρά Ασία, αποδυναμώθηκε, με την απόσυρση 21.000 στρατιωτών, η οποία έγινε, προκειμένου να καταληφθεί η Κωνσταντινούπολη - ένα, εκτός τόπου και χρόνου και συνάμα, βλακώδες εγχείρημα, το οποίο, τελικώς, έμεινε στα επίπεδα της προπαρασκευής και δεν αποτολμήθηκε, λόγω της, επίσης, αναμενόμενης αντίδρασης των μεγάλων δυνάμεων, που κατείχαν την πόλη.

Αυτή η προπαρασκευή, όμως, έκανε την ανεπανόρθωτη ζημιά της, αφού αδυνάτισε τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, που επιχειρούσαν στις γραμμές του μετώπου, γεγονός το οποίο επισήμαναν ο Μουσταφά Κεμάλ και οι επιτελείς του, με αποτέλεσμα να παύσουν τους δισταγμούς και να προχωρήσουν, γρήγορα, στην ολοκληρωτική επίθεση, κατά των ελληνικών δυνάμεων του μετώπου. 

Έτσι, αυτός ο πόλεμος, ο οποίος αποσκοπούσε στην συντριβή των δυνάμεων του Μουσταφά Κεμάλ, χάθηκε και τελείωσε, με την πλήρη συντριβή του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος.


Τον πόλεμο, όμως, ο οποίος θα στόχευε στην οργανωμένη, μελετημένη και σχεδιασμένη υπεράσπιση του δυτικού παραλιακού μικρασιατικού ελληνισμού, με την σύμπτυξη και την προσκόλληση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος, στα εδάφη αυτά και την ενσωμάτωση αυτής της περιοχής, στην ελληνική επικράτεια, η Ελλάδα εκείνης της εποχής θα μπορούσε να τον κερδίσει.

Όμως, ουδέποτε η, τότε, πολιτικοστρατιωτική ηγεσία έθεσε, ως στόχο προς υλοποίηση, μια τέτοια επιλογή. Δεν είναι ότι δεν αντιμετώπισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ή ότι δεν το σκέφθηκε. Και το σκέφθηκε και το αντιμετώπισε, ως επιλογή. Το μέτρησε, ως ενδεχομενικό στόχο. Αλλά, όσες φορές ετέθη στο τραπέζι των συσκέψεων, η επιλογή της σύμπτυξης του μετώπου και της στόχευσης στην υπεράσπιση του ελληνισμού των παραλίων της Μικράς Ασίας, η ελληνική πολιτικοστρατιωτική ηγεσία των αντιβενιζελικών απέρριψε αυτή την επιλογή, κατηγορηματικά και χωρίς πολλές κουβέντες.

Ότι αυτό ήταν ένα βαρύτατο και φυσικά, καταστροφικό στρατηγικό σφάλμα είναι, απόλυτα, βέβαιο. Αυτή η διαπίστωση δεν είναι μια, εκ των υστέρων, διαπίστωση. Ήδη, από τότε, ήταν φανερό ότι η χώρα όδευε στον πόλεμο και τον διεξήγαγε, χωρίς την ύπαρξη εναλλακτικών σχεδίων, με σκοπό την πλήρη και απόλυτη νίκη, ακόμη και όταν ήταν ξεκάθαρο ότι αυτή η πλήρης νίκη ήταν αδύνατη. Αυτό, άλλωστε, είναι και το κύριο έγκλημα των, τότε, κυβερνητών του τόπου.

Αυτό πλήρωσε ο μικρασιατικός ελληνισμός και αυτό πλήρωσαν, με την ζωή τους, οι έξι εκτελεσθέντες ηγέτες των αντιβενιζελικών κυβέρνήσεων, που έλαβαν τις οριστικές, ή/και τις τελικές αποφάσεις, για τους στρατηγικούς στόχους και τον οικτρά αποτυχημένο τακτικό σχεδιασμό της διεξαγωγής του πολέμου στην Μικρά Ασία.




Συγκέντρωση του ελληνικού στρατού στον Σαγγάριο ποταμό.




Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.

Πώς και γιατί η Ελλάδα πήγε στην Μικρά Ασία; Ή, για να είμαι πιό συγκεκριμένος, γιατί και κάτω από ποιές συνθήκες, οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής (Αγγλία, Γαλλία και Η.Π.Α.), επέτρεψαν και παρότρυναν την Ελλάδα να θέσει υπό τον έλεγχό της την Σμύρνη και όλη την γύρω περιοχή;

Απλούστατα, οι Λόϋντ Τζώρτζ, Κλεμανσώ και Ουΐλσον κάλεσαν, εσπευσμένα, τον Βενιζέλο τον Απρίλιο του 1919 και τον ρώτησαν, εάν η Ελλάδα είναι διατεθειμένη να στείλει στρατό στην Σμύρνη, εκτελώντας εντολές των Συμμάχων. Η απάντηση του Έλληνα πρωθυπουργού δόθηκε, χωρίς καμμία δεύτερη κουβέντα και ήταν, απολύτως, καταφατική. Και φυσικά, υπό τις δεδομένες συνθήκες της εποχής, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική.

Αλλά, γιατί οι Αγγλοαμερικανοί και οι Γάλλοι κάλεσαν τους Έλληνες να στείλουν στρατό στην Σμύρνη;

Το έκαναν, λόγω του φόβου των Ιταλών, οι οποίοι γίνονταν μεγάλη δύναμη στον χώρο της νοτιοανατολικής Μεσογείου (κατείχαν ήδη την Δωδεκάνησο) και ετοιμάζονταν να καταλάβουν μεγάλα τμήματα της Τουρκίας, ανάμεσα, σε αυτά και την Σμύρνη, στηριζόμενοι σε μια σχετική υπόσχεση, που τους είχε δοθεί στις 17 Απριλίου 1917, στην συνδιάσκεψη του Αγίου Ιωάννη της Μωριένης, από τους συμμάχους στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Το περιεχόμενο της υπόσχεσης αυτής ήταν ότι θα εκχωρείτο στην Ιταλία μία μεγάλη περιοχή της Μικράς Ασίας, μέρος της οποίας θα ήταν και η Σμύρνη. Μάλιστα, οι Ιταλοί απειλούσαν, με απόβαση στην Σμύρνη, ενώ, ήδη, είχαν στείλει στρατό στην Αττάλεια και στην Αλικαρνασσό. Έτσι, οι τρεις μεγάλες δυνάμεις, μπροστά στον κίνδυνο να βρεθούν ενώπιον τετελεσμένων γεγονότων, κάλεσαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο να στείλει στρατό στην Σμύρνη, για να προλάβουν την Ιταλία. Και φυσικά, ο Βενιζέλος δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη.

Σταθερός υποστηρικτής της εμπλοκής της Ελλάδας στην Μικρά Ασία ήταν η Βρετανία - και συγκεκριμένα, ο, τότε, πρωθυπουργός της χώρας, ο David Lloyd George, ο οποίος, φυσικά, έπραττε ό,τι έπραττε, για λόγους, οι οποίοι είχαν να κάνουν, όχι με κάποιον φιλελληνισμό του ανδρός, αλλά, με την εξυπηρέτηση των βρετανικών αυτοκρατορικών συμφερόντων. Το ποιά ήσαν αυτά τα συμφέροντα και το πώς ο Λόϋντ Τζώρτζ τα έβλεπε να εξυπηρετούνται, από την ελληνική εμπλοκή στην Μικρά Ασία, αλλά και από την στήριξη των ευρύτερων ελληνικών διεκδικήσεων, μας τα περιγράφει, παραστατικότατα, ο Winston Churchill, στο βιβλίο του, που το εξέδωσε το 1929, με τίτλο : "The Aftermath" (σελ. 391). Ας δούμε την σχετική περιγραφή :


"Διαφωνώντας, ολότελα, με τον κ. Λόϋντ Τζώρτζ, για το ελληνοτουρκικό ζήτημα, τον ρώτησα, πολλές φορές, εκείνα τα χρόνια, να μου εξηγήσει τους λόγους, στους οποίους θεμελίωνε την πολιτική του. Με την συνηθισμένη του καλή διάθεση και τον σεβασμό του, για έναν συνάδελφό του, μου τους αποκάλυψε, με τις ακόλουθες εκφράσεις και με τούτες εδώ, περίπου, τις λέξεις :

Οι Έλληνες είναι ο λαός του μέλλοντος στην Ανατολική Μεσόγειο. Αντιπροσωπεύουν τον χριστιανικό πολιτισμό, απέναντι στην τουρκική βαρβαρότητα. Την πολεμική τους αξία την υποτιμούν οι στρατηγοί μας. Μια μεγαλύτερη Ελλάδα θα αποτελέσει ανεκτίμητο πλεονέκτημα, για την Βρετανική Αυτοκρατορία.

Οι Έλληνες, από παράδοση, από συμπάθεια και από συμφέρον, έχουν φιλικά αισθήματα, για μας. Είναι, σήμερα, ένα έθνος 5, ή 6 εκατομμυρίων ανθρώπων και σε 50 χρόνια, αν μπορέσουν να κρατήσουν τα εδάφη, που τους επιδικάστηκαν, θα γίνουν ένα έθνος των 20 εκατομμυρίων. Είναι πολύ καλοί ναυτικοί και θα αναπτύξουν αξιόλογη ναυτική δύναμη. Τα νησιά τους θα μπορέσουν, κάποτε, να γίνουν βάσεις, για τα υποβρύχιά μας.

Προστατεύουν τα πλευρά των συγκοινωνιών μας, με την διώρυγα του Σουέζ, τον δρόμο προς τις Ινδίες, την Άπω Ανατολή και την ήπειρο της Αυστραλίας. Οι Έλληνες έχουν έντονο το αίσθημα της ευγνωμοσύνης και αν εμείς είμαστε σταθεροί φίλοι της Ελλάδας, που αγωνίζεται, τώρα, για την εθνική της επέκταση, θα μας βοηθήσουν αύριο να κρατήσουμε τις βασικές εσωτερικές γραμμές της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Μια μέρα το ποντικάκι μπορεί να ροκανίσει τα σχοινιά, που δένουν το λιοντάρι".


Προφανώς, λοιπόν, ο όποιος φιλελληνισμός του, τότε, πρωθυπουργού της Βρετανίας ήταν απόρροια των συμφερόντων της αυτοκρατορίας, την οποία διοικούσε. Απλούστατα, το πέρασμα της οθωμανικής Τουρκίας, στο πλευρό των Γερμανών και η σφαγή του βρετανικού εκστρατευτικού σώματος στην Καλλίπολη, κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, οδήγησε την Βρετανία στο να αναζητήσει έναν αξιόπιστο αντικαταστάτη της Τουρκίας, στον ρόλο της υπεράσπισης των βρετανικών συμφερόντων στην περιοχή, που ήταν ο δρόμος από την Μεσόγειο, έως τις Ινδίες. Και φυσικά, οι χώρες που μπορούσαν να παίξουν αυτόν τον ρόλο ήσαν η Ελλάδα και η Ιταλία.

Η Ιταλία, όμως, εκείνη την εποχή ήταν μια μεγάλη δύναμη - ή, τουλάχιστον, έτσι ήθελε να νομίζει. Και έτσι συμπεριφερόταν. Η ιταλική επιδίωξη για κυριαρχία, πέραν της Κεντρικής και στην Ανατολική Μεσόγειο, αφού, κατείχε, από το 1912, τα Δωδεκάνησα, μέσα από την διεκδίκηση εδαφών στην Μικρά Ασία, χωρίς να υπάρχουν εκεί ιταλικοί πληθυσμοί, που να μπορούν να στηρίξουν, μια τέτοια επιδίωξη, καθιστούσε και στο παρόν και στο μέλλον, την Ιταλία, μια σημαντική ιμπεριαλιστική δύναμη, η οποία είχε ανταγωνιστικά συμφέροντα, με την Βρετανία, στην περιοχή. Το ίδιο συνέβαινε, άλλωστε και με την Γαλλία, αλλά (λιγότερο) και τις Η.Π.Α.

Με την Ελλάδα δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Η Ελλάδα της δεκαετίας του 1920, όπως και η μελλοντική Ελλάδα, εάν αυτή κατάφερνε να διατηρήσει την κυριαρχία της στα εδάφη, που κατοχύρωσε με την Συνθήκη των Σεβρών και στα οποία, λίγο ή πολύ, είχε μια σημαντική έως ισχυρή εθνική πληθυσμιακή βάση, γεγονός, το οποίο της έδινε την δυνατότητα να υπερασπιστεί και να παραμείνει σε αυτά τα εδάφη, δεν αποτελούσε απειλή για τα βρετανικά συμφέροντα. Θα γινόταν, σίγουρα, μια πολύ σημαντική τοπική δύναμη, αλλά ο όποιος δυναμισμός της και οι φιλοδοξίες της θα σταματούσαν κάπου εκεί. Αυτό πίστευε ο Λόϋντ Τζώρτζ και αυτό είναι το πιθανότερο σενάριο - αν και ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος, για το μέλλον.

Έτσι, η Ελλάδα θα γινόταν, εκ  των πραγμάτων και για λόγους συμφέροντος, μια ισχυρή τοπική δύναμη, η οποία θα ήταν ένας σημαντικότατος προστάτης των βρετανικών αυτοκρατορικών συμφερόντων, την αδιατάρακτη ύπαρξη των οποίων η βρετανική ελίτ την θεωρούσε δεδομένη, αφού δεν μπορούσε να δει, ούτε και να αποδεχθεί - εάν το έβλεπε - ότι η βρετανική αυτοκρατορία ήταν μια αυτοκρατορία, που έδυε. Και το κυριότερο, για τους Βρετανούς ήταν ότι η Ελλάδα, ακριβώς, λόγω του εθνικού προβλήματος, το οποίο ήθελε και εκαλείτο να λύσει, ήταν διατεθειμένη να κάνει τον πόλεμο και να δώσει τις μάχες, που η Βρετανία, αμέσως μετά την λήξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και αργότερα στο κοντινό ή στο μακρινό μέλλον, δεν ήθελε, ή δεν μπορούσε, ή δεν θα ήθελε και δεν θα μπορούσε, για εσωτερικούς, ή άλλους λόγους, να κάνει και να δώσει. Αυτό ήταν, άλλωστε, που συνέβαινε εκείνη την εποχή, αφού ο βρετανικός λαός, με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, δεν ήταν διατεθειμένος να παρακολουθήσει την ηγεσία του, σε έναν αιματηρό πόλεμο στην Ανατολική Μεσόγειο.









Αλμυρά έρημος : Η επίπονη και εξαντλητική πορεία του ελληνικού στρατού, προς τον Σαγγάριο.





Έτσι, μέσα στην δεδομένη συγκυρία, αυτό που δεν επιτρεπόταν και δεν χρειαζόταν να κάνει ο βρετανικός στρατός, μπορούσε και ήταν διατεθειμένος να το κάνει ο ελληνικός, του οποίου η πολιτικοστρατιωτική ηγεσία ήταν διατεθειμένη να τον βάλει να το κάνει. 

 
Το, εάν ο ελληνικός στρατός μπορούσε να το κάνει και το εάν είχε τις δυνάμεις, για να στηρίξει έναν τόσο μεγαλεπίβολο στόχο, αυτό ήταν ένα άλλο θέμα.  


Στην πράξη απέτυχε. Αλλά, αυτό, από μόνο του, δεν σημαίνει ότι αυτή η αποτυχία ήταν μοιραία. Ο αγώνας ήταν, σίγουρα, δύσκολος, αλλά δεν ήταν, εξ αρχής, χαμένος. Χάθηκε στις λεπτομέρειες και εξ αιτίας, των τραγικών χειρισμών της πολιτικοστρατιωτικής του ηγεσίας.

Αλλά, πέρα από το τι μπορούσε - και το τι δεν μπορούσε - να επιτύχει ο ελληνικός στρατός, αυτή ήταν η τυπική βρετανική ιμπεριαλιστική λογική. 

 Άλλωστε, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, που ήταν ένας, κατ' εξοχήν, άδικος πόλεμος, υπήρξε και παραμένει το κλασικό υπόδειγμα ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου, που αποσκοπεί, στην δημιουργία σφαιρών επιρροής και αναδιανομής τεράστιων περιοχών, μαζύ με τον πλούτο, που αυτές κουβαλούν. 

Έτσι και τα απόνερα αυτού του πολέμου - και η μικρασιατική εκστρατεία εντάσσεται, μέσα σε αυτά τα απόνερα, αφού αποτελεί ένα πολύ σημαντικό τμήμα τους - είναι δεδομένο ότι έχουν, ως κυρίαρχη, την ιμπεριαλιστική τους διάσταση.

Αλλά ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας των συγκρούσεων και των λοιπών γεγονότων, που έλαβαν χώρα, στον μικρασιατικό χώρο και στον ευρύτερο χώρο, δηλαδή στην Συρία, το Ιράκ και το Ιράν και συνολικότερα, στην Μέση Ανατολή, μετά την λήξη του μεγάλου πολέμου, δεν αφορούσε μόνον την Βρετανία. Αφορούσε και όλους εκείνους, οι οποίοι διεκδικούσαν εδάφη, στα οποία δεν υπήρχε δική τους εθνική πληθυσμιακή βάση και παρουσία. Και αυτό αφορά, κυρίως, την Ιταλία και την Γαλλία, οι οποίες εμφανίστηκαν ως κλασικές αποικιοκρατικές δυνάμεις, που αποσκοπούσαν στην άμεση κατοχή και κυριαρχία, επί πληθυσμών και εδαφών, με τους οποίους και με τα οποία δεν είχαν άλλη συνάφεια, πλην εκείνης που σχετιζόταν, με οικονομικούς, γεωστρατηγικούς στόχους και επιδιώξεις.

Εδώ, πρέπει να επισημάνω ότι, όσον αφορά τις Η.Π.Α., αυτές, ως νέα και ανερχόμενη παγκόσμια δύναμη, η οποία είχε, ήδη, ξεπεράσει, ως οικονομικό μέγεθος, την Βρετανία, δεν ακολουθούσαν, όσον αφορά τον εξωαμερικανικό χώρο, τις κλασικές πρακτικές και τις παραδοσιακές δομές της αποικιοκρατίας, στηριζόμενες, περισσότερο, στην ελευθερία του εμπορίου, στις ανοικτές θαλάσσιες οδούς και στην πολιτικοοικονομική επιρροή τους, πάνω στις κυβερνήσεις των χωρών, με τις οποίες έρχονταν σε επαφή. Αυτό, τότε, ήταν στην αρχή, αλλά ήταν άμεσα ορατό, ως συμπεριφορά και είχε επιβληθεί στις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, αφού ήταν σαφές ότι, χωρίς την αμερικανική εμπλοκή στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γερμανία δεν θα είχε ηττηθεί. Και αυτή η αμερικανική εμπλοκή, η οποία, μάλιστα, καθυστέρησε, όταν υπήρξε, ήταν εκείνη, που έγειρε την πλάστιγγα του πολέμου, υπέρ της Αντάντ και κατά των Κεντρικών Δυνάμεων, στις οποίες ηγεμόνευε η αυτοκρατορική Γερμανία, της οποίας την επικράτηση θέλησε να αποτρέψει η αμερικανική ελίτ, η οποία είχε, σωστά και σύμφωνα με τα δικά της γεωστρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα, εκτιμήσει ότι η γερμανική νίκη έπρεπε να αποτραπεί.


Αλλά, αν για τις άλλες μεγάλες, ή ανερχόμενες ευρωπαϊκές δυνάμεις. ο πόλεμος στην Μικρά Ασία ήταν ένα κλασικός ιμπεριαλιστικός πόλεμος, για την Ελλάδα, η μικρασιατική εκστρατεία δεν ήταν, απλώς, ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος.  

Σίγουρα, ο πόλεμος αυτός, εμπλεκόταν και αποτελούσε ένα άμεσο όργανο των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων της Βρετανίας και σχετιζόταν, επίσης άμεσα, με τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς των ευρωπαϊκών, κυρίως, δυνάμεων στην Μικρά Ασία, στην Ανατολική Μεσόγειο και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. 

Όμως, για την Ελλάδα, ο πόλεμος αυτός είχε έναν εξόχως σημαντικό εθνικό χαρακτήρα και μια κυρίαρχη εθνικοαπελευθερωτική διάσταση, η οποία δεν μπορεί να παραγκωνισθεί. Ούτε να τεθεί σε δευτερεύουσα μοίρα.

Για του λόγου το αληθές, ας δούμε τις επιδιώξεις του Ελευθέριου Βενιζέλου, έτσι όπως αυτές εκφράστηκαν στο υπόμνημα, που υπέβαλε, στην συνδιάσκεψη της ειρήνης, που άρχισε στο Παρίσι στις 18/1/1919 και στο οποίο υπόμνημα η επιχειρηματολογία του εξαντλήθηκε, σε γεωγραφικές, ιστορικές και πληθυσμιακές αναφορές, επικαλούμενος, ακόμη και τουρκικές στατιστικές και απογραφές και στηριζόμενος στο 12ο σημείο των θέσεων του προέδρου των Η.Π.Α. Woodrow Wilson, το οποίο διακήρυσσε ότι η οθωμανική κυριαρχία πρέπει να περιορισθεί στις περιοχές εκείνες, που κυριαρχεί το οθωμανικό/τουρκικό στοιχείο :


1) Διεκδικούσε την Βόρειο Ήπειρο, λόγω της πληθυσμιακής υπεροχής του ελληνικού στοιχείου.

2) Ζητούσε ολόκληρη την Θράκη (ανατολική και δυτική) και την Κωνσταντινούπολη, εάν αυτή έμενε, εκτός της κυριαρχίας της σουλτανικής Τουρκίας, η οποία ήταν, πλέον, όμηρος στα χέρια των μεγάλων δυνάμεων, αποδεχόμενος ακόμη και το να γίνει η Πόλη ανεξάρτητο κράτος, προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα των δυνάμεων αυτών και να καταστήσει το κράτος αυτό δορυφόρο του ελληνικού.

3) Πρότεινε την προσάρτηση του Πόντου, στον οποίο κατοικούσαν, περί τους 350.000 χριστιανούς, που μιλούσαν την ποντιακή διάλεκτο και είχαν ρωμέϊκη νεοελληνική συνείδηση, στο νέο αρμενικό κράτος (παρά το γεγονός του ότι εκεί είχε καλλιεργηθεί η επιδίωξη της αυτονομίας ενός ποντιακού κρατικού μορφώματος, το οποίο θα συμπεριλάμβανε και τους μουσουλμάνους κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι, ήσαν - και είναι και τώρα οι απόγονοί τους - ελληνόφωνοι, αφού οι πρόγονοί τους, στο παρελθόν είχαν προσχωρήσει, θεληματικά, ή δια της βίας, στο μουσουλμανικό θρήσκευμα). Προφανώς, ο Βενιζέλος θέλησε να συντονισθεί με τις επιδιώξεις του Αμερικανού προέδρου, ο οποίος στήριξε την δημιουργία του κράτους αυτού, όπως και του κουρδικού κράτους.

4) Ζήτησε το βιλαέτι της Σμύρνης και τις περιοχές των Δαρδανελλίων και της Νικομήδειας, όπου κατοικούσαν 1.014.000 Έλληνες, με 652 σχολεία και 91.548 μαθητές.

5) Ζήτησε, τέλος και όλα τα νησιά του Αιγαίου, συμπεριλαμβανομένων και των Δωδεκάνησων, που ήσαν κάτω από ιταλική κατοχή.

6) Προφορικά, έθεσε στους Βρετανούς και το θέμα της ενσωμάτωσης της Κύπρου (η οποία, τότε, ήταν αποικία της Βρετανίας), στο ελληνικό κράτος - ένα αίτημα, το οποίο οι Βρετανοί ήσαν διατεθειμένοι να το συζητήσουν, χωρίς να δεσμεύονται, επ' αυτού.


Οι ελληνικές διεκδικήσεις μπορεί να  φαίνονταν και να ήσαν πολλές και μπορεί, προφανώς, να εναρμονίζονταν, με τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις των νικητριών μεγάλων δυνάμεων, με προεξάρχουσα την Βρετανία, όμως ήσαν, εθνικά, βάσιμες, στον βαθμό που συγκροτούσαν, στον σκληρό τους πυρήνα, έναν εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα και αποκτούσαν ένα εθνικοαπελευθερωτικό περιεχόμενο, αφού καταργούσαν την κυριαρχία του Οθωμανού κατακτητή, επί πληθυσμών, που ουδέποτε ενσωματώθηκαν, ή αφομοιώθηκαν, από αυτόν, εθνικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά, ή κοινωνικά και υπό το καθεστώς του οποίου κατακτητή οι πληθυσμοί αυτοί, που ήσαν συμπαγείς και ευμεγέθεις, αισθάνονταν και ήσαν, θεσμικά, υπόδουλοι. 

Άλλωστε, κατά την μακραίωνη κυριαρχία τους, οι ηγέτες των τουρκικών σουλτανάτων (του σελτζουκικού και του οθωμανικού), που εγκαθιδρύθηκαν, αλληλοδιαδόχως, πάνω στα ερείπια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αλλά και εκείνων των περιοχών, που είχαν διαφορετικές τοπικές, εθνικές, ή άλλες διοικήσεις, αντιμετώπιζαν αυτούς τους πληθυσμούς, ως κατακτημένους πληθυσμούς και ως, οιονεί, δούλους.

Αυτή την κυριαρχία, την οποία επέβαλε ο κατακτητής, σταδιακά, από την εμφάνισή του, κατά τα μέσα προς τα τέλη του 11ου αιώνα - ύστερα από την μάχη του Ματζικέρτ, το 1071 και την ήττα των βυζαντινών στρατευμάτων του αυτοκράτορα Διογένη Δ' του Ρωμανού από τους Σελτζούκους Τούρκους του Αλπ Αρσλάν - στον μικρασιατικό και (πολύ αργότερα) στον βαλκανικό χώρο, επί του ελληνικού, αλλά και ευρύτερα, του ελληνόφωνου πληθυσμού, καθώς και επί των άλλων εθνικών και θρησκευτικών πληθυσμών, που έζησαν, όλους αυτούς τους αιώνες, μέχρι την δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα, σε αυτές τις περιοχές, ουδέποτε θέλησε να την μετριάσει, ούτε και επιδίωξε, έστω, στην πορεία του χρόνου, να την μοιραστεί, με τις άλλες εθνότητες, που βρίσκονταν μέσα στην εδαφική έκταση των διαφόρων εκδοχών του τουρκικού κράτους. 

Η Οθωμανία, με λίγα λόγια, ήταν αδύνατο να μεταρρυθμιστεί. Μπορούσε, μόνο, να διαλυθεί και να αντικατασταθεί, από άλλα κράτη, τα οποία θα σχημάτιζαν οι εθνικές ομάδες, που βρίσκονταν, μέχρι τότε, κάτω από την οθωμανική εξουσίαση, ή στα οποία θα εντάσσονταν εκείνες οι εθνικές ομάδες, οι οποίες ήσαν, ή αισθάνονταν, ως τμήματα του εθνικού σχηματισμού, ο οποίος εκφράζονταν από τα κράτη αυτά. 

Και φυσικά, ανάμεσα στα κράτη αυτά, είχε θέση και ένα κράτος των απογόνων των κατακτητών, καθώς και των απογόνων όσων εντόπιων πληθυσμών απεκδύθηκαν - πολλές φορές με την βία, αλλά και όχι, πάντοτε, βίαια, αφού αυτές οι μεταστροφές συνέβαιναν και με την θέληση αυτών των πληθυσμών, οι οποίοι, όπως και οι απόγονοί τους, μετατρέπονταν σε και αποτελούσαν, έτσι, ένα κομμάτι των κατακτητών - των εθνικών και θρησκευτικών τους καταβολών και κατά καιρούς, ενσωματώθηκαν στον μικρό αρχικό πληθυσμό των κατακτητών, οι οποίοι κατέφθασαν στην Μικρά Ασία, για να την κατακτήσουν, όπως προανέφερα, σταδιακά, ανάμεσα στον 11ο, έως τον 14ο αιώνα.

Η τουρκική εμπλοκή στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλευρό των Γερμανών και η ήττα διευκόλυναν αυτήν την εξέλιξη, η οποία, όμως, περιεπλάκη από τους ανταγωνισμούς των νικητών, οι οποίοι αυτό που επιδίωξαν είναι η διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και η λύση του ακανθώδους ανατολικού ζητήματος, το οποίο έμενε εκκρεμές από τις αρχές του 19ου αιώνα, προσπαθώντας να πάρουν, ο καθένας για λογαριασμό του το μεγαλύτερο μερίδιο.

Τα επίμαχα και επίδικα αντικείμενα των αντιπαραθέσεων των μεγάλων δυνάμεων (Η.Π.Α., Βρετανία, Γαλλία), αλλά και των μικρότερων (Ιταλία), ήσαν τα Στενά των Δαρδανελλίων και τα πετρέλαια του βόρειου τμήματος της Μέσης Ανατολής (Μοσούλη, Κιρκούκ) και του Καυκάσου, στην περιοχή  του Μπακού.

Ο ανταγωνισμός ήταν, κατά βάση αγγλοαμερικανικός και γαλλικός, αφού οι Η.Π.Α. και η Γαλλία αντιδρούσαν στην βρετανική επιδίωξη της επιβολής των συμφερόντων της Βρετανίας και στα δύο αυτά μέτωπα, τα οποία η χώρα αυτή τα υποστήριζε με μια παρουσία 600.000 στρατιωτών, τους οποίους θέλησε να ενισχύσει, με την υποστήριξη της παρουσίας και των Ελλήνων, μέσα από την ικανοποίηση των ελληνικών επιδιώξεων, στην Θράκη και στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, με επίκεντρο την Σμύρνη, της οποίας ο συνολικός πληθυσμός το 1919 έφθανε στους 370.000 κατοίκους, εκ των οποίων οι 165.000 ήσαν Έλληνες, οι 80.000 Τούρκοι και οι υπόλοιποι 125.000 ήσαν Αρμένιοι, Εβραίοι και διαφόρων άλλων εθνικοτήτων. Γι' αυτό κλήθηκε η Ελλάδα στην Σμύρνη. Και γι' αυτό ο Βενιζέλος έστειλε στη πόλη τον ελληνικό στρατό, ο οποίος έγινε δεκτός, μετά βαΐων και κλάδων, από τον ελληνικό πληθυσμό, όταν αποβιβάστηκε, στην προκυμαία της Σμύρνης στις 1/5/1919. 

Από την άλλη πλευρά, οι Η.Π.Α. στήριξαν την δημιουργία της μεγάλης Αρμενίας, στην οποία ενσωματώνονταν η πετρελαιοφόρα περιοχή του Βατούμ και Μπακού, όπως, επίσης, στήριξαν και την ίδρυση ενός κουρδικού κράτους, με σκοπό την ενσωμάτωση σε αυτό, της πετρελαϊκής περιοχής της Μοσούλης και του Κιρκούκ.

Οι Γάλλοι ήθελαν ένα κομμάτι της τουρκικής ενδοχώρας, ως την Σεβάστεια, με έξοδο στην Μερσίνα και τα Άδανα, προφανώς για να είναι σε επαφή, με τα πετρέλαια και να έχουν λόγο και επιρροή, στα νέα κρατικά μορφώματα, που εδημιουργούντο στην περιοχή αυτή.

Οι Ιταλοί επιδίωκαν κα γίνουν οι κύριοι της Ανατολικής Μεσογείου και της τουρκικής ενδοχώρας, καταλαμβάνοντας ένα τεράστιο κομμάτι, που εκτείνονταν, από τα Δαρδανέλλια και όλη την μικρασιατική παραλία, έως την Μερσίνα, μέχρι το Ικόνιο και το Αφιόν Καραχισάρ.

Όμως, η έλευση του ελληνικού στρατού στην Σμύρνη και η εισβολή των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στην Μικρά Ασία, οδήγησαν τον Μουσταφά Κεμάλ πασά, στην απόσχιση από το σουλτανικό στρατόπεδο και στην δημιουργία αντάρτικου κινήματος, με σκοπό την σωτηρία της πατρίδας του, από τους εισβολείς. Το κίνημά του, γρήγορα, επεκτάθηκε στις ανατολικές επαρχίες και κατέστη μια πρώτη ανασχετική δύναμη, απέναντι στους εισβολείς, η οποία, στην πορεία, κατέστη υπολογίσιμη. Όλοι οι εμπλεκόμενοι, με την πάροδο του χρόνου, υποχρεώθηκαν να αντιμετωπίσουν τις κεμαλικές ανταρτικές δυνάμεις, οι οποίες μετεξελίχθηκαν σε αξιόπιστο  και υπολογίσιμο στρατό. Τον Μουσταφά Κεμάλ θα τον εύρισκαν μπροστά τους και δεν θα πέρναγαν καλά μαζύ του.

Αυτές ήσαν οι ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις, γύρω από και πάνω στο πτώμα της ηττημένης Οθωμανίας, οι οποίες σχετίζονταν και πολλές φορές συγκρούονταν, με τις εθνικές επιδιώξεις του ελληνικού κράτους και την ολοκλήρωση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων, που είχε ξεκινήσει έναν αιώνα νωρίτερα.





Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπογράφει την Συνθήκη των Σεβρών, μια Συνθήκη, η οποία υπήρξε θνησιγενής, κάτι που ο ίδιος ώφειλε να το γνωρίζει. Και προφανώς, το γνώριζε...



Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, τα οποία ήσαν πολύ δύσκολα, ως προς τον χειρισμό τους και τους ελιγμούς, που απαιτούσαν οι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν πέτυχε λίγα. Πέτυχε, πάρα πολλά. Και αυτά που πέτυχε, αποτυπώθηκαν στην Συνθήκη των Σεβρών, την οποία υπέγραψαν  στις 28/7/1920 (παλαιό ημερολόγιο) και οι εκπρόσωποι της σουλτανικής Τουρκίας, όπου :


1) Η Ανατολική Θράκη, μέχρι την γραμμή της Τσατάλτζας, ενσωματώνονταν στο ελληνικό κράτος.

2) Προβλεπόταν η ελεύθερη ναυσιπλοΐα και ο αφοπλισμός των Δαρδανελλίων και η διοίκησή τους από επιτροπή, με συμμετοχή και της "Ε.Σ.Σ.Δ.", όταν θα γινόταν μέλος της Κοινωνίας των Εθνών, με τις μεγάλες δυνάμεις να έχουν δύο ψήφους και την Ελλάδα μία.

3) Η Κωνσταντινούπολη παρέμενε στην διαμελισμένη Τουρκία (γι' αυτό και οι εκπρόσωποι του Σουλτάνου υπέγραψαν την Συνθήκη, αφού υπήρχε όρος, ο οποίος προέβλεπε ότι, εάν δεν υπέγραφαν, θα έχαναν και την Κωνσταντινούπολη).

4) Τα νησιά του Αιγαίου περιέρχονταν στο ελληνικό κράτος, περιλαμβανομένων της Ίμβρου και της Τενέδου, ενώ η Ιταλία θα παραχωρούσε στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα, εκτός από την Ρόδο. Αλλά, εάν η Βρετανία παραχωρούσε στην Ελλάδα την Κύπρο, τότε και η Ιταλία θα άφηνε, μετά από 15 χρόνια, τον πληθυσμό της Ρόδου να αποφασίσει, για την τύχη του.

5) Η Σμύρνη και η διοικητική περιοχή του Αϊδινίου, θα υπήγοντο, για μια πενταετία, σε ελληνική διοίκηση, υπό την ψιλή κυριαρχία του Σουλτάνου, με δική τους βουλή, ενώ η τύχη τους θα καθοριζόταν αργότερα, με δημοψήφισμα των κατοίκων.

6) Ο τουρκικός στρατός δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει τους 50.000 άνδρες, εκ των οποίων οι 35.000 θα ήσαν χωροφύλακες και οι 15.000 θα ήσαν στρατιώτες για την φύλαξη των συνόρων, χωρίς πυροβολικό ή άλλα τεχνικά όπλα, ενώ στην οργάνωση όλων τους θα συμμετείχαν και ξένοι αξιωματικοί. Η τουρκική αεροπορία διαλυόταν, ως όπλο, ενώ το ναυτικό θα το αποτελούσαν 7 μικρές κανονιοφόροι και 6 τορπιλοβόλα, με σκοπό την επιτήρηση των ακτών.

7) Αναγνωριζόταν ένα αρμενικό κράτος, στην βορειοανατολική Τουρκία, με έξοδο στον Εύξεινο Πόντο.

8) Αναγνωρίζονταν ένα κουρδικό κράτος, με σύνορα, προς την Περσία.

9) Δημιουργήθηκε η Συρία (υπό γαλλική επιρροή).

10) Δημιουργήθηκε ο Λίβανος (επίσης υπό γαλλική επιρροή).

11) Δημιουργήθηκε το Ιράκ (υπό βρετανική επιρροή).

12) Δημιουργήθηκε η Παλαιστίνη, ως ένα εβραϊκό κράτος, υπό την κηδεμονία των Συμμάχων - κυρίως των Βρετανών.

13) Η Αττάλεια και το Ικόνιο υπήγοντο στην Ιταλία.

14) Στην Γαλλία εδίδετο η Κιλικία.

15) Η Τουρκία θα πλήρωνε αποζημιώσεις στους νικητές και θα ετίθετο, υπό διεθνή οικονομικό έλεγχο.



Αυτά πήρε ο Βενιζέλος. Και φυσικά, δεν ήσαν καθόλου λίγα. Ήσαν πάρα πολλά. Τόσα πολλά, που η Ελλάδα εκείνης της εποχής δεν μπόρεσε να διαχειρισθεί.

Αυτά, που έχασε η θνήσκουσα οθωμανική Τουρκία, ήσαν, επίσης, πάρα πολλά. Τόσα πολλά, που, έστω και ηττημένος, ο τουρκικός πληθυσμός δεν μπορούσε να ανεχθεί, αφού οι απώλειες έφθαναν στα 4/5 των εδαφών της, ενώ, αμιγώς, τουρκικοί πληθυσμοί ετίθεντο, υπό ξένο αποικιοκρατικό ζυγό, ο οποίος, φυσικά, ουδεμία σχέση είχε, με όποιες εθνικές διεκδικήσεις, όπως αυτές των Ελλήνων, των Αρμενίων, ή των Κούρδων. 

Αυτός ο αποικιοκρατικός ζυγός, που επιβλήθηκε στον τουρκικό λαό, λόγω της αφροσύνης της οθωμανικής ελίτ, που τον παρέσυρε, σε ένα παγκόσμιο πόλεμο και μάλιστα στην λάθος πλευρά του οδοφράγματος, ουδεμία σχέση είχε με οποιαδήποτε μορφή εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, από την πλευρά των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της Δύσης, οι οποίες δεν είχαν κανένα εθνικό έρεισμα στον πληθυσμό της Μικράς Ασίας και της ευρύτερης Μέσης Ανατολής.

Ο αποικιοκρατικός ζυγός, που οι απόγονοι των βαρβαρικών στιφών των σταυροφόρων της ευρωπαϊκής Δύσης επέβαλαν στον τουρκικό πληθυσμό της καταρρεύσασας Οθωμανίας, είχε να κάνει με τις επιδιώξεις, την μεγαλομανία και την βουλιμία των μεγάλων και των ανερχόμενων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και ουσιαστικά, έθεσε τον τουρκικό πληθυσμό ενώπιον του διλήμματος της πλήρους υποταγής, ή της αντίστασης στους αποικιοκρατικούς κατακτητές, αλλά και σε εκείνους που επιδίωκαν την απόσχισή τους από το τουρκικό κράτος, αποβλέποντας, είτε στην ίδρυση χωριστών κρατών, είτε την ενσωμάτωσή τους σε άλλο, ήδη, υπάρχον κράτος, επιδιώκοντας την ολοκλήρωση της εθνικής τους απελευθέρωσης. 

Έτσι, ο τουρκικός αγώνας, κατά των, κάθε λογής, εισβολέων, που εκφράστηκε και καθοδηγήθηκε, από τον Μουσταφά Κεμάλ πασά, τον Ισμέτ πασά, τον Φεβζή πασά και το υπόλοιπο επιτελείο των κεμαλικών, απέκτησε έναν σαφέστατο εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα και ένα αντίστοιχο περιεχόμενο, που, εκ των πραγμάτων, είχαν μια δίκαιη και ηθική βάση, στον βαθμό, που ο τουρκικός πληθυσμός, παρά την όποια ήττα του κράτους και της ελίτ, που τον διοικούσε, δεν ήταν δυνατόν να χάσει αυτά που, δικαίως, διεκδικούσαν και οι άλλοι σύνοικοι, με αυτόν, πληθυσμοί. Δηλαδή το δικαίωμά του, για εθνική αυτοδιάθεση, μαζύ με το δικαίωμά του να αυτοκυβερνάται.

Όμως και αυτό έχει την σημασία του, ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας των Τούρκων δεν πήρε την μορφή της πανστρατιάς, αφού, μέσα σε έναν πληθυσμό, που έφθανε, μετά βίας, τους 8.000.000 ανθρώπους, οι στρατιωτικές δυνάμεις των κεμαλιστών, δεν ξεπέρασαν τους 90.000 άνδρες.

Αυτό συνέβαινε την στιγμή που η Ελλάδα των 4.500.000 ανθρώπων, είχε επιστρατεύσει και είχε αποστείλει στην Μικρά Ασία, πολύ μεγαλύτερη δύναμη ανδρών, χωρίς, μάλιστα, να επιβάλει την υποχρεωτική στράτευση του γηγενούς ελληνικού μικρασιατικού πληθυσμού, ο οποίος, συνυπολογιζομένου και του πληθυσμού στην Ανατολική Θράκη, έφθανε, σύμφωνα με την προβληματική οθωμανική απογραφή του 1914, στα 1.565.781  άτομα και στην πραγματικότητα ξεπερνούσε τα 2.068.402 άτομα, σύμφωνα με την πατριαρχική απογραφή, η οποία ήταν περισσότερο κοντά στην πραγματικότητα, διότι οι Έλληνες προτιμούσαν να δηλώνουν τις γεννήσεις στα μητρώα της εκκλησίας και όχι στα ληξιαρχεία του τουρκικού κράτους. Στα 1919 - 1922, οι αντίστοιχοι υπολογισμοί, που έχουν γίνει στα πλαίσια ενός ελληνοτουρκικού προγράμματος, που είχε υλοποιηθεί από τους ερευνητές Αγγελική Ράλλη και Bilgin Esmeμε τίτλο : “Mikra Asia. Story of Greeks of Anatolia”, ανεβάζουν τον ελληνικό πληθυσμό, στην Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία, στο ύψος των 2.600.000 ατόμων και όλους τους άλλους χριστιανικούς πληθυσμούς (Αρμένιους, Βούλγαρους), μαζύ με τους Εβραίους, στο 1.500.000. (Η ίδια μελέτη υπολογίζει τους Τούρκους στα 8.000.000 ανθρώπους, όπως προανέφερα, πλην όμως, συμπεριλαμβάνει, στον αριθμό αυτόν, τους Κούρδους και όλους τους άλλους μουσουλμανικούς πληθυσμούς).

Αυτό ήταν το μεγάλο έλλειμμα των κεμαλικών δυνάμεων, στο μικρασιατικό μέτωπο. Η σχετική ολιγανθρωπία των δυνάμεών τους και η μεγάλη αναντιστοιχία του μεγέθους τους, σε σχέση, με τον πληθυσμό, στον οποίον στηριζόντουσαν και από τον οποίον αντλούσαν το δυναμικό τους. Ένα έλλειμμα, το οποίο οι δυνάμεις του Μουσταφά Κεμάλ, παρά λίγο, να το πληρώσουν πολύ ακριβά.

Αλλά ο Μουσταφά Κεμάλ και οι άνδρες του ήσαν τυχεροί. Η Συνθήκη των Σεβρών, που ήταν, ουσιαστικά, αντίθετη στα συμφέροντα των τριών από τις τέσσερεις μεγάλες δυνάμεις, που την υπέγραψαν (Η.Π.Α., Γαλλία και Ιταλία) δεν μπορούσε και δεν επρόκειτο να μακροημερεύσει.




6/12/1920 Αθήνα - οδός Σταδίου : Ο αθηναϊκός λαός υποδέχεται τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α'. Η επιστροφή του κατέστησε την ηγεσία της αντιβενιζελικής παράταξης, που εγκατέλειψε τις αντιπολεμικές της προεκλογικές υποσχέσεις, με τις οποίες κέρδισε, απρόσμενα, τις βουλευτικές εκλογές της 1/11/1920, απόλυτο όμηρο της βρετανικής ιμπεριαλιστικής πολιτικής...




Δεν ήταν, μόνο, η υπονόμευσή της, από τις ελληνικές εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις, με τις βουλευτικές εκλογές της 1/11/1920, τις οποίες προκήρυξε ο Βενιζέλος, με την βεβαιότητα ότι θα τις κερδίσει και τις οποίες έχασε, με μικρή διαφορά σε ψήφους (αν και έχει καλλιεργηθεί η εντύπωση ότι η ήττα τους ήταν προϊόν του εκλογικού νόμου και ότι οι βενιζελικοί πήραν τις περισότερες ψήφους στην κάλπη, αλλά οι αντιβενιζελικοί κέρδισαν τις περισσότερες έδρες, λόγω του πλειοψηφικού εκλογικού συστήματος, η αλήθεια είναι διαφορετική. Η αντιβενιζελική παράταξη κέρδισε τις εκλογές και σε ψήφους, με μικρή διαφορά, αφού πήρε 340.000 ψήφους - μέσα σε αυτές και οι ψήφοι των Τούρκων ψηφοφόρων των περιοχών που είχαν ενσωματωθεί στην Ελλάδα, μετά το 1913 -, έναντι 308.000 που πήρε η βενιζελική παράταξη, αλλά, λόγω του εκλογικού νόμου, οι αντιβενιζελικοί πήραν 250 έδρες, έναντι 110 των βενιζελικών, ενώ ο Βενιζέλος δεν εκλέχθηκε ουτε καν βουλευτής) και με τον αιφνίδιο θάνατο του νεαρού βασιλιά Αλέξανδρου Α', που έφεραν την αντιβενιζελική παράταξη και τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α', στην εξουσία και απομάκρυναν τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Αυτή ήταν η μία διάσταση του προβλήματος - ίσως όχι και η πιο σημαντική. Η επάνοδος των αντιβενιζελικών και του Κωνσταντίνου, στην εξουσία, αφαίρεσε όλα τα προσχήματα, από τις βλαπτόμενες από την Συνθήκη των Σεβρών μεγάλες δυνάμεις, όπως γράφει στο βιβλίο του "The Aftermath" (σελ. 387 - 388) ο Winston Churchill :

"Η επάνοδος του Κωνσταντίνου διέλυσε όλους τους συμμαχικούς δεσμούς, με την Ελλάδα και ακύρωσε όλες τις υποχρεώσεις, εκτός από τις νομικές. Με τον Βενιζέλο, είχαμε αναλάβει πολλές δεσμεύσεις. Αλλά, με τον Κωνσταντίνο, καμμία. Πραγματικά, αφού πέρασε η πρώτη έκπληξη, ένα αίσθημα ανακούφισης έγινε έκδηλο, στους ηγετικούς κύκλους. Δεν υπήρχε ανάγκη να ακολουθούμε αντιτουρκική πολιτική".

Βέβαια, αυτό δεν ίσχυε, για την Βρετανία, της οποίας οι αντιβενιζελικοί έγιναν, αμέσως, πειθήνια όργανα. Ίσχυε, για τις υπόλοιπες δυνάμεις, οι οποίες βρήκαν, στην επάνοδο του Κωνσταντίνου, το πρόσχημα, που τους ήταν απαραίτητο, για να απεγκλωβιστούν από τις υποχρεώσεις τους, που προέκυπταν από την Συνθήκη των Σεβρών.

Οι Η.Π.Α. που είχαν υποσκελισθεί από τους Βρετανούς, στα πετρέλαια της περιοχής της Μέσης Ανατολής, ήσαν δυσαρεστημένες.

Η Γαλλία διαπίστωσε, αρκετά γρήγορα, ότι τα εδάφη που είχε κερδίσει στην Μικρά Ασία ήσαν περισσότερο μπελάς, χωρίς ουσιαστικά οφέλη. Οι Γάλλοι αντιμετώπιζαν στην Κιλικία τον Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος, τους κτύπησε, πριν επιτεθεί στον ελληνικό στρατό, επειδή τους θεώρησε ευάλωτους, αφού οι δυνάμεις τους προέρχονταν από τις αποικίες. Δεν έκανε λάθος ο Τούρκος ηγέτης. Το γαλλικό εκστρατευτικό σώμα υπέστη βαριές ήττες και οι Γάλλοι αποσύρθηκαν, μετά από συμφωνία, με τον Μουσταφά Κεμάλ, από την Κιλικία, γεγονός που επέτρεψε στις κεμαλικές δυνάμεις να στρέψουν τον στρατό, που μέχρι τότε, ήταν απασχολημένος εκεί, στο δυτικό μέτωπο, κατά του ελληνικού στρατού. Μάλιστα, δύο μεραρχίες των κεμαλιστών, που έφυγαν από την Κιλικία, μπόρεσαν να πάρουν μέρος στην μάχη του Σαγγαρίου και να ανακόψουν την ελληνική προέλαση, μαζύ με τις άλλες δυνάμεις των Τούρκων εθνικιστών. Τελικά, η Γαλλία αποχωρώντας από την Μικρά Ασία και προκειμένου να ανακόψει την βρετανική κυριαρχία στην περιοχή των πετρελαίων κατέστη σύμμαχος του Μουσταφά Κεμάλ

Η Ιταλία, που είχε υποχρεωθεί από την Βρετανία να υπογράψει την Συνθήκη και να παραχωρήσει τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα είχε κάθε λόγο να μην θέλει την εφαρμογή της Συνθήκης. Έτσι, οι Ιταλοί αντέδρασαν και μάλιστα όταν οι Γάλλοι έφυγαν από την Μικρά Ασία, ακολούθησαν το παράδειγμά τους, αμέσως και αποχώρησαν από την Αττάλεια, αφήνοντας στις κεμαλικές δυνάμεις όλον τον πολεμικό τους εξοπλισμό, για να καταστούν και αυτοί σύμμαχοι του Μουσταφά Κεμάλ, λόγω της ανταγωνιστικής τους σχέσης με την Βρετανία, αλλά και επειδή δεν ήθελαν μια ισχυρή Ελλάδα στον χώρο της νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Η Βρετανία, φυσικά, κράτησε διαφορετική στάση. Μπορεί να καταδίκασε την επάνοδο του Κωνσταντίνου, αλλά αυτή η πολιτική μεταβολή απέβη προς το συμφέρον της, ακριβώς επειδή οι ηγέτες της αντιβενιζελικής παράταξης (Δημήτριος Γούναρης, Νικόλαος Στράτος, κλπ) αναίρεσαν το προεκλογικό πρόγραμμα, με βάση το οποίο είχαν αποσπάσει την ψήφο της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος (κυρίως της παλαιάς Ελλάδας) και το οποίο πρόγραμμα ήταν ένα αντιπολεμικό πρόγραμμα, με βασική υπόσχεση την επιστροφή των στρατιωτών, που πολλοί από αυτούς πολεμούσαν από το 1912, στα σπίτια τους. Έτσι, μετά την εκλογική τους νίκη οι αντιβενιζελικοί ηγέτες αποφάσισαν να ακολουθήσουν την βενιζελική πολιτική, δηλαδή την συνέχιση του πολέμου και μάλιστα, την επέκτασή του, με σκοπό την κατάληψη της Άγκυρας και τον εξαναγκασμό του Μουσταφά Κεμάλ, σε συνθηκολόγηση.

Αυτό, για την Βρετανία, ήταν ό,τι έπρεπε και ό,τι χρειαζόταν, για την αναίμακτη υπεράσπιση των συμφερόντων της. Οι αντιβενιζελικοί ηγέτες, με αυτή την δραματική αλλαγή πολιτικής γραμμής και χωρίς ερείσματα, στις άλλες μεγάλες δυνάμεις της εποχής, δεν είχαν άλλη επιλογή, από την πλήρη υποταγή στα βρετανικά κελεύσματα. Ο Λόϋντ Τζώρτζ  θα χρησιμοποιούσε τον ελληνικό στρατό, για να υποχρεώσει τον Μουσταφά Κεμάλ να αποδεχθεί τις απαιτήσεις της Βρετανίας και η Ελλάδα θα γινόταν ο χωροφύλακας της Βρετανίας στην Μικρά Ασία, στην κόντρα των Βρετανών, με τις Η.Π.Α., για τα πετρέλαια. 

Έτσι, ο Βρετανός πρωθυπουργός υπήρξε σαφής, επί του θέματος, σε λόγο του στην Βουλή των Κοινοτήτων, με τον οποίον ξεκαθάρισε την βρετανική πολιτική, απέναντι στην Ελλάδα του Κωνσταντίνου :

"Σας παρακαλώ μην περιπλέκετε ολόκληρη την πολιτική μας, στην Ανατολή, με μικροεπισόδεια, σαν αυτά των ελληνικών εκλογών, των οποίων αποδοκιμάζουμε το αποτέλεσμα. Στην Μεσόγειο έχουμε ζωτικά συμφέροντα και χειαζόμαστε την φιλία του ελληνικού λαού. Ας μην προκαλούμε περιπέτειες, ζητώντας την ακύρωση της Συνθήκης των Σεβρών. Είναι ανάγκη η Ανατολή να μην επανέλθει στην προπολεμική κατάσταση. Δεν δεχόμαστε διαπραγματεύσεις, με τον Κεμάλ. Η Σμύρνη δεν θα επιστραφεί, στους Τούρκους".

Και ενώ οι νέοι κυβερνήτες του τόπου παραβίαζαν την λαϊκή έντολή, που είχαν λάβει, από την άλλη πλευρά, οι κεμαλικές δυνάμεις ξεκαθάρισαν το τοπίο, στα βάθη της Μικράς Ασίας. Εκεί η μόνη τουρκική στρατιά, που δεν είχε διαλυθεί, με την έγκριση των συμμάχων, ήταν αυτή που βρισκόταν στα σύνορα, με την νεοσύστατη "Ε.Σ.Σ.Δ." και την οποία η Βρετανία την προώριζε για να κτυπήσει την "Σοβιετική Ένωση". Όμως, ο επί κεφαλής της, ο Κιαζήμ Καραμπεκήρ πασάς, επιτέθηκε στο νεοσύστατο αρμενικό κράτος και το διέλυσε, όπως έπραξε και με το, επίσης, νεοσύστατο κουρδικό κράτος, αφού προηγουμένως, ο Μουσταφά Κεμάλ τον γύρισε πίσω από τα παλιά ρωσοτουρκικά σύνορα, όταν ο Κιαζήμ Καραμπεκήρ πασάς επεχείρησε μια εκστρατεία στον Καύκασο.

Ύστερα από αυτή την ακολουθία των γεγονότων και  αυτές οι μονάδες του τουρκικού στρατού στράφηκαν στο δυτικό μέτωπο, για να αντιμετωπίσουν τον ελληνικό στρατό, ενώ, παράλληλα, ο Μουσταφά Κεμάλ συνήψε, στις 3/3/1921 συμφωνία, με την "Σοβιετική Ένωση" του Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, καλύπτοντας τα νώτα του και εξασφαλίζοντας αυτό, που ουδέποτε είχε στο παρελθόν το οθωμανικό κράτος :

Την συμμαχία της Ρωσίας, η οποία, υπό την τσαρική μορφή του παρελθόντος, υπήρξε, πάντοτε, εχθρική.

Αυτό το γεγονός, για όποιον δει τον γεωστρατηγικό χάρτη της περιοχής, υπήρξε πολύτιμο και καθοριστικό, για την τύχη του πολέμου στην Μικρά Ασία, αφού ο Μουσταφά Κεμάλ δεν θα είχε καμμία τύχη, εάν στην θέση της "Σοβιετικής Ένωσης", υπήρχε η παλαιά τσαρική Ρωσία, ή, έστω, μια άλλη μη κομμουνιστική Ρωσία (δημοκρατική ή δικτατορική), η οποία θα είχε προκύψει από την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917.

Αλλά και από απόψεως συγκυρίας, η κίνηση αυτή του Τούρκου ηγέτη υπήρξε σημαντική, διότι είχε τεράστια διπλωματική απήχηση, αφού η κεμαλική κυβέρνηση αναγνωρίστηκε από μια μεγάλη δύναμη, ως η μόνη επίσημη κυβέρνηση της Τουρκίας, ενώ και η υλική βοήθεια, που έλαβε από τους "Σοβιετικούς", σε πολεμικό εξοπλισμό, μπορεί να ήταν περιορισμένη, υπήρξε, όμως, χρήσιμη, απαραίτητη και σημαντικά, καθοριστική, αφού οι ένοπλες δυνάμεις του Μουσταφά Κεμάλ βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση, απέναντι στον κύριο αντίπαλό τους, δηλαδή απέναντι, στον ελληνικό στρατό, ο οποίος ήταν και ο πιο επικίνδυνος από όλους τους αντιπάλους, που αντιμετώπισε ο Μουσταφά Κεμάλ, ακριβώς επειδή είχε σημαντικά ερείσματα στον μικρασιατικό χώρο και διεξήγαγε έναν αγώνα, ο οποίος είχε έναν εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα και εάν κατάφερνε να επικρατήσει και να εγκατασταθεί σε ένα τμήμα του μικρασιατικού χώρου - και μάλιστα στο πιο παραγωγικό - δεν θα ήταν δυνατόν να απομακρυνθεί.

Οι κεμαλιστές, στην προσπάθειά τους να καθαρίσουν τα μετόπισθεν, εν όψει της σκληρής μάχης, με τον ελληνικό στρατό, δεν άφησαν καθόλου απείραχτο τον ποντιακό ελληνισμό, ο οποίος εμάχετο, για την δική του αυτοκυβέρνηση, στα χώματα των προγόνων του, διεκδικώντας ένα αυτόνομο ποντιακό κράτος, το οποίο είχε την προφανή υποστήριξη της Ελλάδας, παρά το γεγονός ότι οι ελιγμοί του Βενιζέλου, προκειμένου να εξισορροπήσει τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων, έφθασαν στο σημείο να εκχωρούν τον Πόντο, στο νεοσύστατο αρμενικό κράτος.

Οι αγριότητες των κεμαλιστών περιγράφονται από τον σοβιετικό στρατηγό Μιχαήλ Φρουνζέ, ο οποίος υπήρξε ο στρατιωτικός απεσταλμένος του Β. Ι. Λένιν και των μπολσεβίκων, στην κεμαλική κυβέρνηση, βοήθησε στην συγκρότηση των ένοπλων σωμάτων του Μουσταφά Κεμάλ και στην απόκρουση της ελληνικής πορείας προς την Άγκυρα και περιέγραψε όσα έζησε και είδε, στην περιοχή του Πόντου, εκείνη την εποχή.

Ας δούμε κάποιες από τις μαρτυρίες του Μιχαήλ Φρουνζέ, στις "Αναμνήσεις από την Τουρκία", που άφησε πίσω του :

"Συναντήσαμε μια μικρή ομάδα από 60-70 Έλληνες, οι οποίοι μόλις είχαν καταθέσει τα όπλα. Όλοι τους είχαν εξαντληθεί στο έπακρο... Άλλοι έμοιαζαν κυριολεκτικά με σκελετούς. Αντί για ρούχα κρέμονταν από τους ώμους τους κάτι απίθανα κουρέλια. Στο κέντρο της ομάδας βρίσκονταν ένας ψηλός κι' αδύνατος παπάς, φορώντας το καλυμαύχι του... Φυσούσε κρύος αέρας και όλη η ομάδα κάτω από τα σπρωξίματα των συνοδών-στρατιωτών, κατευθυνόταν με πηδηματάκια προς τη Χάβζα. Μερικοί όταν μας αντίκρυσαν, άρχισαν να κλαίνε δυνατά, ή μάλλον να ουρλιάζουν, μια και ο ήχος, που ξέφευγε από τα στήθη τους, έμοιαζε περισσότερο με ουρλιαχτό κυνηγημένου ζώου".

"Από τους 200.000 Έλληνες, που ζούσανε στη Σαμψούντα, τη Σινώπη και την Αμάσεια έμειναν λίγοι μόνο αντάρτες, που τριγυρίζουν στα βουνά. Το σύνολο, σχεδόν, των ηλικιωμένων, των γυναικών και των παιδιών εξορίστηκαν, σε άλλες περιοχές, με πολύ άχημες συνθήκες. Πληροφορήθηκα ότι οι Τσέτες του Οσμάν αγά έσπειραν τον πανικό στην πόλη Χάβζα. Έκαψαν, βασάνισαν και σκότωσαν όλους τους Έλληνες και Αρμένιους, που βρήκαν μπροστά τους, γκρέμισαν όλες τις γέφυρες. Παντού υπήρχαν σημάδια γκρεμίσματος. Η διαδρομή, από την πόλη Καβάκ, προς το πέρασμα Χατζηλάρ, θα μείνει, για πάντα, στη μνήμη μου, όσο θα ζω. Σε απόσταση 30 χιλιομέτρων, συναντούσαμε μόνο πτώματα. Μόνο εγώ μέτρησα 58. Σε ένα σημείο συναντήσαμε το πτώμα μιας ωραίας κοπέλλας. Της είχανε κόψει το κεφάλι και το τοποθέτησαν κοντά στο χέρι της. Σε κάποιο άλλο σημείο υπήρχε το πτώμα ενός άλλου ωραίου κοριτσιού, 7-8 χρονών, με ξανθά μαλιά και γυμνά πόδια. Φορούσε μόνο ένα παλιό πουκάμισο. Απ’ ότι καταλάβαμε, το κοριτσάκι καθώς έκλαιγε, έχωσε το πρόσωπό του στο χώμα, δολοφονημένο, από το κάρφωμα της λόγχης του φαντάρου".

"όλη αυτή η πλούσια και πυκνοκατοικημένη περιοχή της Τουρκίας, ερημώθηκε, σε απίστευτο βαθμό. Απ' όλο τον ελληνικό πληθυσμό των περιοχών της Σαμψούντας, της Σινώπης και της Αμάσειας, απόμειναν μόνο μερικές ανταρτοομάδες, που περιπλανιόντουσαν στα βουνά. Εκείνος που έγινε περισσότερο γνωστός, για τις θηριωδίες του ήταν ο αρχηγός των Λαζών Οσμάν αγάς, ο οποίος πέρασε, δια πυρός και σιδήρου, με την άγρια ορδή του, όλη την περιοχή.".


Αλλά, πέρα από τις μαρτυρίες του Φρουνζέ, υπάρχει και η μαρτυρία του σοβιετικού πρέσβη στην Άγκυρα Σεμιόν Ιβάνοβιτς Αράλωφ, ο οποίος ενημερώθηκε από τον Φρουνζέ, ότι, στην Σαμψούντα, είδε ένα πλήθος από Έλληνες, οι οποίοι είχαν σφαγιασθεί. Τον ενημέρωσε, επίσης, για το ότι επρόκειτο να συναντήσει πτώματα σφαγιασμένων Ελλήνων, τους οποίους είχαν απαγάγει, από τα σπίτια τους και τους είχαν σκοτώσει, μέσα στους δρόμους. 

Για το θέμα αυτό, ο Αράλωφ είχε ιδιαίτερη συνομιλία, με τον Μουσταφά Κεμάλ και έχει σώσει τον σχετικό διάλογο, επί του θέματος, ο οποίος έχει ως εξής :

“Του είπα, για τις φρικτές σφαγές των Ελλήνων που είχε δει ο Φρουνζέ και αργότερα, εγώ ο ίδιος. Εχοντας υπ’ όψη μου τη συμβουλή του Λένιν να μην θίξω την τουρκική εθνική φιλοτιμία, πρόσεχα, πολύ, τις λέξεις μου…”

Ο Μουσταφά Κεμάλ απάντησε, με φθηνές δικαιολογίες, στα λεγόμενα του Αράλωφ :

“Ξέρω αυτές τις βαρβαρότητες. Είμαι κατά της βαρβαρότητας. Εχω δώσει διαταγές να μεταχειρίζονται τους Έλληνες αιχμαλώτους, με καλό τρόπο… Πρέπει να καταλάβετε τον λαό μας. Είναι εξαγριωμένοι. Ποιοί πρέπει να κατηγορηθούν για αυτό; Εκείνοι, που θέλουν να ιδρύσουν ένα “Ποντιακό κράτος” στην Τουρκία…”.





1921 : Τούρκοι αιχμάλωτοι του ελληνικού στρατού. Πίσω τους, εικονίζονται οι φρουροί. Φυσικά, η πραγματικότητα του πολέμου ήταν πολύ διαφορετική, από αυτό που βλέπουμε. Και πολύ λιγότερο ειδυλλιακή...




Έτσι, κάτω από τις συνθήκες, που είχαν δημιουργηθεί, δεν έμεινε τίποτε άλλο, εκτός από το να αντιπαρατεθούν οι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες των δύο λαών. Ο βιογράφος του Μουσταφά Κεμάλ πασά, ο Άρμστρονγκ, στο βιβλίο του, με τίτλο : "Ο Γκρίζος Λύκος - Μουσταφά Κεμάλ. Η οικεία μελέτη ενός δικτάτορα", δεν θα μπορούσε να περιγράψει καλύτερα και περισσότερο παραστατικά, το ουσιαστικό περιεχόμενο του αγώνα, που έδιναν οι δύο αντιμαχόμενες ένοπλες δυνάμεις, δηλαδή οι Έλληνες και οι Τούρκοι στρατιώτες, που τις αποτελούσαν, αναφερόμενος στην σκληρή μάχη, που γινόταν, 100 χιλιόμετρα έξω από την Άγκυρα, τον Αύγουστο του 1921, δηλαδή έναν χρόνο, πριν από την κατάρρευση του ελληνικού στρατού :

"Έλληνες και Τούρκοι πολεμούσαν με πρωτοφανέρωτο θάρρος. Ορμούσαν, μέσα στην θύελλα του μολυβιού, με ανείπωτη παραφορά, για να τρυπήσουν, ο ένας τον άλλον, με το κρύο ατσάλι. Καμμιά από τις δύο παρατάξεις δεν έδειξε ανθρωπιστική ανωτερότητα. Ήσαν πλημμυρισμένες από το δηλητήριο του κληρονομικού τους μίσους. Οι Τούρκοι πολεμούσαν για τα σπίτια τους και ο μισός ελληνικός στρατός ήταν συγκροτημένος από ντόπιους χριστιανούς, που, σαν Τούρκοι υπήκοοι, βρίσκονταν, αν πιάνονταν, από πριν, καταδικασμένοι, σε θάνατο. Κι' αυτοί, λοιπόν, όμοια, με τους άλλους (τους Τούρκους), πολεμούσαν, υπέρ βωμών και εστιών...

Δεκατέσσερεις ημέρες συνέχεια οι Έλληνες, κάτω από τον ξαναμένο αυγουστιάτικο ήλιο, ορμούσαν, με αδάμαστη σκληρότητα, κατά των Τούρκων, παρ' όλο που είχαν διαλυθεί οι υπηρεσίες ανεφοδιασμού τους, χωρίς νερό και με μοναδική τροφή, ξερό καλαμπόκι. Μα οι Τούρκοι κατόρθωναν να αμύνονται, στις θέσεις τους..."


Οι αιτίες και οι λόγοι, για τους οποίους πάλευαν οι συμμετέχοντες στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα, καθώς και το ουσιαστικό διακύβευμα του πολέμου, δεν θα ήταν δυνατό να περιγραφούν, καλύτερα και παραστατικότερα. Ούτε, φυσικά και το περιεχόμενο του αγώνα τους...


Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, ο συμβιβασμός, που θα μπορούσε, κάποια στιγμή, να υπάρξει, θα ήταν οδυνηρός, εκατέρωθεν, κάτι που φαινόταν ότι δεν μπορούσε να είναι αποδεκτό, από τις ηγεσίες των δύο πλευρών. 


Από εδώ και πέρα, πλέον, τον Μάρτιο του 1921, το πεδίο της σύγκρουσης είχε ξεκαθαρίσει :

Οι κεμαλικές δυνάμεις και το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα θα έδιναν την μάχη, για την επικράτηση, μέχρις εσχάτων και μέχρι τελικής πτώσεως, με ένα αποτέλεσμα το οποίο, ναι μεν, δεν ήταν προκαθορισμένο, αλλά που, με την πάροδο του χρόνου, με την εξέλιξη της διάταξης των δυνάμεων και με δεδομένες, σε κάθε χρονική φάση, τις ηγεσίες των αντιπάλων, γινόταν, ολοένα και περισσότερο, ορατό ...

Δεν υπάρχουν σχόλια: