Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

Η χρησιμότητα της θεωρίας του Τζων Μαίηναρντ Κέϋνς, για την πτώση της οριακής και της μέσης ροπής προς κατανάλωση (marginal and average propensity to consume) στην εξέταση της παρούσας καπιταλιστικής ύφεσης. (Η ανισοκατανομή του εισοδήματος και η ανάγκη για την "ευθανασία των εισοδηματιών").

John Maynard Keynes

Η επίμονη περιδίνηση στην οποία έχει περιέλθει ο σύγχρονος γραφειοκρατικός καπιταλισμός έχει καταστήσει, ξανά, επίκαιρο τον John Maynard Keynes και τον πυρήνα της θεωρίας του, για την πτωτική πορεία της συναθροιστικής κατανάλωσης, ως προϊόν των παθογενειών του συστήματος διανομής/κατανομής του εισοδήματος, ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις και ομάδες που συναρθρώνουν τα κοινωνικά μορφώματα και οι οποίες συμμετέχουν, στην κατανομή του κοινωνικού προϊόντος και για την ανάγκη ανάταξης και επαναφοράς της συναθροιστικής κατανάλωσης/ζήτησης, σε θετικούς ρυθμούς, προκειμένου να επανέλθει η οικονομία σε αναπτυξιακή τροχιά. Η εκτεταμένη χρήση των κεϋνσιανών μεθόδων και πρακτικών, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, έκανε πολλούς να πιστέψουν ότι τα πράγματα είχαν εισέλθει σε μια τέτοια τροχιά (και όντως είχαν εισέλθει, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980), έτσι ώστε το καπιταλιστικό σύστημα, είχε καταφέρει την αέναη τροφοδότηση της κατανάλωσης, σε τέτοιο σημείο, που να έχει γίνει, περίπου, αδιάφορη, ή άνευ ουσιαστικής σημασίας, η κατανομή του κοινωνικού προϊόντος, ανάμεσα στις εισοδηματικές κατηγορίες του πληθυσμού, αφού τα σύγχρονα μέσα προώθησης της κατανάλωσης (marketing, τεχνικές των πωλήσεων κλπ) εξασφάλιζαν ότι η συνολική κατανάλωση θα είχε μια, περίπου, διαρκή και αδιάπτωτη ανοδική πορεία  και θα ήταν το υπόβαθρο, γι' αυτό που ονόμασαν, κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1990, "αειφόρα ανάπτυξη", η οποία θα εξασφάλιζε την ανοδική πορεία της παραγωγής και θα δάμαζε το φαινόμενο των απρόβλεπτων και απότομων διακυμάνσεων του οικονομικού κύκλου, όπως διακήρυσσαν οι "κορυφές" της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης (από τον Robert Lucas, μέχρι τους Alan Greenspan και Ben Bernanke).



1960 - 2009 Ελλάδα : Οι δείκτες Gini και S80/S20 δείχνουν την σταθερά ανοδική πορεία της ανισοκατανομής του εισοδήματος στην χώρα.
[Ο δείκτης Gini αποτελεί μέτρηση της ισοκατανομής του εισοδήματος στον πληθυσμό μιας χώρας. Στην ιδεατή περίπτωση που το εισόδημα είναι απόλυτα ισοκατανεμηνένο, παίρνοντας οποιοδήποτε 10% του πληθυσμού, θα βρούμε ότι αυτό λαμβάνει το αντίστοιχο 10% του συνολικού εισοδήματος και ο συντελεστής ισούται με το 0. Στην αντίθετη ιδεατή περίπτωση, όπου ένα άτομο κατέχει το σύνολο του εισοδήματος της χώρας, ο συντελεστής ισούται με το 1. Έτσι, γίνεται αντιληπτό ότι στον Πίνακα (Δείκτη) Gini, όσο μεγαλύτερη είναι η τιμή του συντελεστή (όσο περισσότερο τείνει προς την μονάδα), τόσο μεγαλύτερη είναι η ανισοκατανομή του συνολικού εισοδήματος σστον πληθυσμό. Ο δείκτης S80/S20 είναι συμπληρωματικός δείκτης ανισοκατανομής του εισοδήματος και εξετάζει το μερίδιο του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού, προς το φτωχότερο 20%, μετρώντας πόσες φορές μεγαλύτερο είναι το εισόδημα του πλουσιότερου 20% από το αντίστοιχο φτωχότερο 20%.]
Και οι δύο πίνακες, που είναι συντριπτικοί, ελήφθησαν από το Υπουργείο Οικονομικών και είναι προφανώς, αναξιόπιστοι, αφού τα πραγματικά μεγέθη της ανισοκατανομής του εισοδήματος στην ελληνική κοινωνία είναι μεγαλύτερα, όπως και η απόσταση, ανάμεσα στο πλουσιότερο και το φτωχότερο 20% του ελληνικού πληθυσμού είναι πολύ μεγαλύτερη. Παρ' όλ' αυτά, οι δείκτες αυτοί έχουν μια αρκετά μεγάλη αξία, φυσικά, ως προσεγγίσεις και τάσεις και όχι, ως απόλυτοι αριθμοί...


Αυτή η πεποίθηση έδωσε ώθηση στην πολιτική της αλματώδους (εκθετικής θα μπορούσε κάποιος να πει) διεύρυνσης των εισοδηματικών ανισοτήτων, υπέρ των πλουσιότερων τμημάτων του πληθυσμού, η οποία πολιτική καλύφθηκε ιδεολογικά, μέσω της επικράτησης των νεοφιλελεύθερων ιδεών της "τόνωσης της προσφοράς", που στην πράξη διεύρυναν, κυρίως από την δεκαετία του 1980 (και με αυξανόμενους, έως ιλιγγιώδεις ρυθμούς, κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000), χασματικά την εισοδηματική ανισοκατανομή σε παγκόσμιο επίπεδο - όπως και στην Ελλάδα, αν και εδώ η εξέλιξη ήταν περισσότερο πολύπλοκη και δεν ακολούθησε την γραμμική εξέλιξη των άλλων χωρών του αναπτυγμένου γραφειοκρατικού καπιταλισμού.


Αυτή, λοιπόν, ήταν η πεποίθηση, την οποία η μεγάλη ύφεση του 2008 και η κατακρήμνιση της παγκόσμιας κατανάλωσης (που υπήρξε προϊόν της τεράστιας ανισοκατανομής του παγκόσμιου εισοδήματος και της κατάρρευσης του συστήματος, που επέβαλε η μπατιροτραπεζοκρατία του  διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου) ήλθε να διαψεύσει παταγωδώς. Αυτή η τεράστια ανισοκατανομή του εισοδήματος συνέβαλε στην εκδήλωση και στην επιδείνωση της ανισορροπίας ανάμεσα στο ισοζύγιο της αποταμίευσης και της επένδυσης στις πλουσιότερες χώρες με αποτέλεσμα την αύξηση του δημόσιου και του ιδιωτικού δανεισμού (εσωτερικού και διεθνούς), αφού οι φτωχοί και οι μεσαίες τάξεις δανείστηκαν από τους ξένους και τους πλουσιότερους δανειστές (στην Ελλάδα οι εξελίξεις στον ιδιωτικό δανεισμό υπήρξαν ηπιότερες από τις άλλες αναπτυγμένες χώρες του  σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού).

Προφανής λύση της παρούσας εμπλοκής στην οποία εισήλθε το σύστημα, εξ αιτίας της ασυδοσίας του χρηματοπιστωτικού τομέα και της ελίτ του, είναι η αποκατάσταση μιας στοιχειώδους ισότητας στην κατανομή του εισοδήματος, με μια ριζική ανακατανομή του, υπέρ των κατώτερων εισοδηματικών κατηγοριών, μαζύ με την επιβολή ελέγχων στο ίδιο το χρηματοπιστωτικό σύστημα, στις πρακτικές των ελίτ του και στην κεϋνσιανή "ευθανασία των εισοδηματιών", όπως έχει προτείνει, ήδη, από το 1924 ο Τζων Μαίηναρντ Κέϋνς.


Με τον πυρήνα της θεωρίας του Κέϋνς και με την επικαιρότητα αυτής της θεωρίας, υπό το φως των παρουσών επίμονων υφεσιακών εξελίξεων, στον μοντέρνο γραφειοκρατικό καπιταλισμό της εποχής μας, οι οποίες στον χώρο της ευρωζώνης και ιδιαίτερα στην Ελλάδα τείνουν να λάβουν έναν κρισιακό χαρακτήρα, ασχολείται το παρακάτω πρόσφατο κείμενό μου το οποίο αξίζει να διαβαστεί :


"Ο σύγχρονος γραφειοκρατικός καπιταλισμός, σίγουρα, βρίσκεται σε ένα κομβικό σημείο της παραπέρα εξέλιξής του. Οι αντοχές του θα δοκιμασθούν για μία ακόμη φορά, όπως συνέβη κατά την δεκαετία του 1930 και τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, που έδωσε λύση στα προβλήματα, που προέκυψαν από την μεγάλη κρίση του συστήματος, η οποία - καθόλου τυχαία - ήταν προϊόν των χαοτικών χρηματοπιστωτικών αδυναμιών του, όπως και σήμερα.


Η διαφορά, ανάμεσα στις δύο εποχές βρίσκεται στο γεγονός ότι τώρα ο σύγχρονος γραφειοκρατικός καπιταλισμός έχει τα κεϋνσιανά μακροοικονομικά εργαλεία, για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα, ενώ κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1930 δεν τα είχε. Έπρεπε να τα δημιουργήσει και να τα αποδεχθεί (κάτι που, όπως αποδείχτηκε, δεν ήταν εύκολο, αφού έπρεπε να έλθει ο πόλεμος, για να παρακαμφθούν όλες οι αντίρροπες δυνάμεις και οι αντιδράσεις, που απέτρεπαν την εφαρμογή της κεϋνσιανής θεωρίας).

1960 - 2009 : Η Εισοδηματική κατανομή στην Ελλάδα, ανάμεσα στο πλουσιότερο 20% του πληθυσμού και στο αντίστοιχο φτωχότερο 20%, σύμφωνα με τον πίνακα S80/S20, δείχνει την ολοένα και αυξανόμενη απόσταση ανάμεσα στα δύο αυτά τμήματα του πληθυσμού - πάντοτε, βέβαια, υπέρ του πλουσιώτερου 20%. Οι ρυθμοί απόκλισης ανάμεσα στα εισοδηματικά μερίδια των δύο αυτών τμημάτων, λαμβάνουν ιλιγγιώδη διάσταση, κατά την περίοδο της δεκαετίας του 1990, ιδίως από το 1997 (δηλαδή κατά την άθλια περίοδο της "εκσυγχρονιστικής"/"ευρωπαϊστικής"/κοσμοπολίτικης σημιτικής διακυβέρνησης και της φιλελευθεροποίησης της ελληνικής οικονομίας,), με μια μικρή βελτίωση, υπέρ του φτωχότερου 20% του πληθυσμού της χώρας, μετά την είσοδο της Ελλάδας στην ευρωζώνη (δηλαδή κατά την περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας από την "φιλελεύθερη" κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή). Με δεδομένο το τεράστιο ύψος του ελληνικού δημόσιου χρέους, το οποίο μετατρεπόμενο από δραχμικό χρέος, σε χρέος σε ευρώ, κατέστη αδύνατο να αποπληρωθεί αυτοδυνάμως από την ελληνική οικονομία και με δεδομένη την αδυναμία και ανικανότητα της κυβέρνησης του ευήθους ΓΑΠ να διαπραγματευθεί, η παρούσα εξέλιξη ήταν απολύτως φυσιολογική...


Βέβαια, σήμερα η αντιμετώπιση των προβλημάτων που έθεσαν, αφ' ενός μεν, η παγκοσμιοποίηση και η σύστοιχη αποδιοργάνωση των δημοσίων ελέγχων πάνω στα εθνικά και τα διεθνή χρηματοπιστωτικά συστήματα και αφ' ετέρου δε, η τεράστια ανισοκατανομή στα εισοδήματα, που επισυνέβη, αρχής γενομένης από την δεκαετία του 1980 και με ακραία επιταχυνόμενο ρυθμό, κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες, καθίσταται δύσκολη, λόγω των μεγιστοποιημένων αγκυλώσεων του συστήματος, που εντοπίζονται στις αντιδράσεις εκείνων που έχουν συμφέρον να μην αλλάξουν τα πράγματα και οι οποίοι, φυσικά έχουν ονοματεπώνυμο : Είναι οι εθνικές και διεθνείς χρηματοπιστωτικές ελίτ του επίσημου και του σκιώδους τραπεζικού συστήματος και οι πάσης φύσεως ραντιέρηδες - οι εισοδηματίες, που ζουν και τζογάρουν με τις αποταμιεύσεις, δηλαδή τα προς δανεισμό κεφάλαια, τα οποία συμποσούνται γύρω στα 1400 τρισεκατομμύρια δολλάρια και επιζητούν κεφαλαιακές αποδόσεις της τάξεως του 4%, ή του 5%, ή του 6% και ακόμη περισσότερο, από ένα παγκόσμιο ΑΕΠ το οποίο μετά βίας το 2010 έφθασε στα 75 τρισεκατομμύρια δολλάρια. Φυσικά, αυτό φαίνεται ότι είναι (και είναι) αδύνατο να συμβεί. Αλλά κάτι τέτοιο δεν αποτρέπει τους έχοντες συμφέρον να επιδιώκουν την πραγματοποίηση των επιδιώξεών τους, έστω και αν αυτές "μετριασθούν" κάπως.

 Αυτά τα συνασπισμένα συμφέροντα, τα οποία βρίσκονται σε άκρως σημαντικές θέσεις εξουσίας και προσδιορίζουν την ακολουθητέα νομισματική πολιτική, ως παραγωγοί και ρυθμιστές των ροών του χρήματος, προβάλλουν και θα εξακολουθήσουν να προβάλλουν, όσο μπορούν και όσο τους επιτρέπεται (και θα μπορούν και θα τους επιτρέπεται, όσο ελέγχουν την πολιτική ελίτ των κυριότερων γραφειοκρατικών κρατών του πλανήτη, την οποία έχουν υπαλληλοποιήσει, ελέγχοντας έτσι και την δημοσιονομική πολιτική των κρατών) αντίσταση στις αναγκαίες αλλαγές και δεν θα επιτρέψουν να τεθεί υπό αμφισβήτηση η κυριαρχία τους, δηλαδή η ανεξέλεγκτη και χωρίς ξένη κηδεμονία, λήψη των αποφάσεων στον χώρο τους, από τις ίδιες τις εν λόγω χρηματοπιστωτικές ελίτ και η κατοχή του πλούτου τους, ο οποίος έχει σωρευθεί (έστω και ως χάρτινος πύργος). Αυτή η κατάσταση, φυσικά, θα εντείνει τις αγκυλώσεις του συστήματος, το οποίο ήδη έχει περάσει, από την έλευση της βαθιάς ύφεσης του 2008, σε μια φάση παρατεταμένης αστάθειας και θα το οδηγήσει σε διάφορα αδιέξοδα, τα οποία μπορεί να αποδειχθούν προσωρινά, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα είναι οδυνηρά - όπως αυτό που τώρα ζει η ευρωζώνη και ειδικά η χώρα μας.



Στην ουσία, όμως, αυτή η μάχη που δίνουν οι χρηματοπιστωτικές ελίτ, φαίνεται ότι είναι μια μάχη οπισθοφυλακών, που δεν μπορεί να αποτρέψει το μοιραίο. Και το μοιραίο, γιʼ αυτές τις ελίτ, συνοψίζεται στην «ευθανασία των εισοδηματιών», για την οποία μίλησε, ήδη, από το μακρινό 1924 ο Τζων Μαίηναρντ Κέϋνς, ο οποίος είχε, από τότε, αντιληφθεί τον καταστροφικό ρόλο των ραντιέρηδων και την αντίστοιχη αδυναμία ομαλής λειτουργίας, που επιφέρει στο καπιταλιστικό σύστημα, ως ζωντανού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, σε επίπεδο παραγωγής, η αποδιοργανωτική δομή του ανεξέλεγκτου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το συμπέρασμά του, λοιπόν, εκείνη την εποχή, συνοψίστηκε στο ότι το καπιταλιστικό σύστημα – το οποίο εκείνη την εποχή μετεξελισσόταν, αθόρυβα, από την ακροτελεύτεια εκδοχή του κλασσικού καπιταλισμού (δηλαδή από τον ολιγοπωλιακό καπιταλισμό), σε αυτήν την μορφή που και τώρα γνωρίζουμε, ήτοι τον γραφειοκρατικό καπιταλισμό των τεχνοδομικών ελίτ – για να μπορέσει να λειτουργήσει πρέπει να προχωρήσει στην πληθωριστική απαξίωση των χρηματικών περιουσιακών στοιχείων των ραντιέρηδων του χρηματοπιστωτικού συστήματος, δηλαδή στην ευθανασία των εισοδηματιών δια του πληθωρισμού.


Αυτή η ξεχασμένη – ή αποσιωπούμενη - από την μεγίστη πλειοψηφία των οικονομολόγων και όλων των σχετικών αναλυτών, τοποθέτηση του μεγάλου Βρετανού και πολιτικά συντηρητικού οικονομολόγου (που έθετε στο πυρ το εξώτερο τους εισοδηματίες - και τις ελίτ που διαχειρίζονται τις χρηματικές τους περιουσίες -, οι οποίοι, υπό την μορφή των επενδυτών οδηγούσαν το καπιταλιστικό σύστημα από ύφεση σε ύφεση και από κρίση σε κρίση και εν τέλει στον χαμό, δια της ανεξέλεγκτης και άφρονος χρήσεως των αποταμιεύσεων και των επενδύσεων, με καταστροφικές επιπτώσεις, για το σύστημα, οι οποίες ξεπερνούσαν το επίπεδο της νομισματικής κυκλοφορίας και της διανομής, κτυπώντας το σύστημα στο επίπεδο της παραγωγής, μέσα από την πτώση της κατανάλωσης, η οποία ερχόταν, ως αποτέλεσμα της τεράστιας ανισοκατανομής του εισοδήματος), που δημιούργησε έντονα συναισθήματα δυσανεξίας στην χρηματοπιστωτική ελίτ και στους παρατρεχάμενούς της – δηλαδή τους οικονομικούς αναλυτές - και για την οποία ο Κέϋνς κατέστη μισητός, σε όλους αυτούς τους καθωσπρεπικούς κύκλους, επανήλθε στο προσκήνιο στις ημέρες μας, καθιστάμενη αναγκαία συνθήκη για την ομαλοποίηση της λειτουργίας του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλιστικού συστήματος.





Η κεϋνσιανή θεωρία, που αναδύθηκε μέσα από την «ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ, ΤΟΥ ΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ», το 1936 και την πρακτική εφαρμογή της στις Η.Π.Α. από το κεϋνσιανό επιτελείο του προέδρου Franklin Delano Roosevelt, μπορεί στην πορεία να συντηρητικοποιήθηκε – μην ξεχνάμε, επαναλαμβάνω, ότι ο Κέϋνς ήταν συντηρητικός -, αλλά ουδέποτε έχασε τον στόχο της και αυτό είχε να κάνει και με λόγους που ήσαν καθαρά πρακτικοί, αφού η περίοδος της δεκαετίας του 1930, όντας εντελώς καταθλιπτική, έθετε ερωτήματα και απαιτούσε λύσεις, τις οποίες η κλασσική θεωρία δεν μπορούσε να δώσει, καθώς, επίσης καθιστούσε αναγκαίες και άμεσες δράσεις, τις οποίες η κλασσική οικονομική θεωρία ενοχοποιούσε, ως καταστροφικές. Αλλά, πέρα από αυτό, οι λόγοι για τους οποίους η κεϋνσιανή θεωρία δεν έχασε τους στόχους της, ήσαν και καθαρά επιστημονικοί και τούτο διότι, ήταν απαραίτητο να αντιμετωπισθεί το καταθλιπτικό βάρος που είχε στα μυαλά των ανθρώπων η κλασσική οικονομική σοφία της εποχής, η οποία συνοψιζόταν στον περίφημο «νόμο του Say» και η οποία είχε τις αναγωγές της στους πατέρες της οικονομικής επιστήμης (Άνταμ Σμιθ, Νταίηβιντ Ρικάρντο, Ρόμπερτ – Τόμας Μάλθους και Τζων Στιούαρτ Μιλλ) για να ακολουθηθεί μια συγκροτημένη πολιτική, απαραίτητη ήταν και μια θεωρία, η οποία να θεμελιώνει αυτήν την συγκροτημένη πολιτική, δίνοντας τις αναγκαίες εξηγήσεις για την έλευση και – το κυριότερο – για την επιμονή και την διαρκή εμβάθυνση της GREAT DEPRESSION της δεκαετίας του 1930, όπως πολύ εύστοχα ονόμασαν οι Αμερικανοί την ξέφρενη οικονομική κρίση εκείνης της περιόδου, η οποία, παρά τις προσπάθειες του Φράνκλιν Ντέλανο Ρούσβελτ και των κεϋνσιανών, δεν ξεπεράστηκε, παρά μόνο μέσα από τον Βʼ Παγκόσμιο Πόλεμο.


Η συνεισφορά του Κέϋνς έγκειται στο γεγονός ότι έβαλε την κατανάλωση, ως μακροοικονομικό μέγεθος, στο κέντρο της οικονομικής θεωρίας, δίνοντας στην συνάρτηση της κατανάλωσης κεντρική θέση στην ανάλυσή του για τις οικονομικές διακυμάνσεις, δηλαδή για τις υφέσεις και τις κρίσεις στο καπιταλιστικό σύστημα. Και φυσικά από τότε η κατανάλωση και η συνάρτησή της έχει τον κυριότερο και τον κεντρικό ρόλο στην μακροοικονομική ανάλυση. Φυσικά, εκείνη την εποχή ο Κέϋνς δεν μπορούσε να στηριχθεί στην στατιστική ανάλυση των μακροοικονομικών στοιχείων για την εξέλιξη της συνάρτησης της συναθροιστικής κατανάλωσης και ως εκ τούτου, η ανάλυσή του ήταν προϊόν των εμπειρικών του παρατηρήσεων, της διαίσθησής του και της οξύνοιας, που πάντοτε τον διέκρινε.


Η πρώτη και σημαντικότερη όλων παρατήρηση του Κέϋνς έχει να κάνει με την οριακή ροπή για κατανάλωση (marginal propensity to consume) και η οποία προσδιορίζεται από το ποσόν, που καταναλώνεται από μια πρόσθετη χρηματική μονάδα εισοδήματος. Το ποσόν αυτό κυμαίνεται μεταξύ του μηδενός και της μονάδας, διότι, όπως ορθά έγραψε ο Βρετανός οικονομολόγος «θεμελιώδης ψυχολογικός νόμος, στον οποίο δικαιούμαστε να στηριζόμαστε με μεγάλη εμπιστοσύνη είναι ότι οι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι, κατά κανόνα και κατά μέσον όρο, να αυξάνουν την κατανάλωσή τους, όταν αυξάνονται τα εισοδήματά τους, όχι όμως τόσο όσο τα εισοδήματά τους».


Η δεύτερη παρατήρηση του Κέϋνς έχει να κάνει με την μέση ροπή κατανάλωσης (average propensity to consume), δηλαδή με τον λόγο της κατανάλωσης προς το εισόδημα, η οποία μέση ροπή κατανάλωσης πέφτει καθώς το εισόδημα αυξάνεται. Ο Κέϋνς προσδιόρισε την αποταμίευση (την οποία θεωρούσε, έχοντας πλήρως δίκιο, ότι είναι ένα είδος πολυτελείας), ως αιτία αυτής της φθίνουσας μέσης ροπής προς κατανάλωση. Και μάλιστα εξειδίκευσε το τμήμα της αποταμίευσης για το οποίο ομιλούσε, προσδιορίζοντας ότι οι πλούσιοι αποταμιεύουν πολύ μεγαλύτερο μέρος από τα εισοδήματά τους από ό,τι οι φτωχοί, γεγονός που επιτείνει το πρόβλημα, διότι μεγαλώνοντας την οριακή ροπή προς αποταμίευση, οδηγούν σε πτώση την οριακή ροπή προς κατανάλωση και φυσικά την μέση ροπή κατανάλωσης – ιδού ξανά το αίτημα για μια πληθωριστική ευθανασία των εισοδηματιών, προσεκτικά τοποθετημένο και με πιο «κομψό» και «κόσμιο» τρόπο διατυπωμένο.


Η τρίτη παρατήρηση του Κέϋνς έχει να κάνει με την σχέση του επιτοκίου με την κατανάλωση, την οποία, σε πείσμα της κλασσικής θεωρίας, την θεώρησε, ως αναξιόλογη, αφού πίστευε ότι το εισόδημα είναι αυτό που κυρίως προσδιορίζει την κατανάλωση. Ο Κέϋνς δεν αρνιόταν ότι το επιτόκιο μπορούσε να επηρεάσει την καταναλωτική συμπεριφορά των ατόμων και την ίδια την κατανάλωση, ως μακροοικονομικό μέγεθος. Φυσικά και μπορούσε να την επηρεάσει. Απλώς, θεωρούσε, όπως έχει γράψει, ότι «το κυριότερο συμπέρασμα που προκύπτει από την εμπειρία είναι, νομίζω, ότι ο βραχυπρόθεσμος επηρεασμός που ασκεί το επιτόκιο στο μέρος που δαπανά ένα άτομο από το εισόδημά του έχει δευτερεύουσα σημασία και είναι μάλλον σχετικά ασήμαντος». Οι πατέρες της οικονομικής επιστήμης και η συμβατική σοφία της εποχής του (πολλοί ακόμη και σήμερα το πιστεύουν) θεωρούσαν ότι η αύξηση των επιτοκίων θα ενθαρρύνει την αποταμίευση και θα αποθαρρύνει την κατανάλωση και ότι η πτώση των επιτοκίων θα αποθαρρύνουν τις αποταμιεύσεις και θα αυξήσουν την κατανάλωση.


Όλα αυτά, βέβαια, κονιορτοποιήθηκαν, μέσα στην τεράστια παγίδα ρευστότητας (liquidity trap) στην οποία παγιδεύτηκε η αμερικανική και η παγκόσμια οικονομία, κατά την δεκαετία του 1930. Ένα φαινόμενο, που, τηρουμένων των αναλογιών, επανελήφθη και στις ημέρες μας, με την έλευση της βαθιάς ύφεσης του 2008 και της παρατεταμένης αστάθειας, που ακολούθησε, με την μετακίνηση της ύφεσης από τις Η.Π.Α. στην θεσμικά χαώδη ευρωζώνη. (Δείτε στο μπλογκ μου δύο κατατοπιστικά, για την GREAT DEPRESSION της δεκαετίας του 1930 και την σύγχρονη ύφεση, θέματα : «Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ 1929-1932 ΚΑΙ Η ΥΦΕΣΗ 2008-2009 : ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ ΔΥΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΜΕΓΕΘΩΝ» http://tassosanastassopoulos.blogspot.com/2009/04/1929-1932-2008-2009.html  και «29/10/1929 : Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΠΑΝΤΑ ΕΠΙΚΑΙΡΗ 80 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ!» http://tassosanastassopoulos.blogspot.com/2009/10/29101929-80.html ).




Kenneth Rogoff


 Αυτά, λοιπόν, που λέει ο Ρογκόφ και τα οποία παραθέτει στην συζήτηση ένας φίλος, δεν είναι τίποτε περισσότερο (το αντίθετο, είναι κάτι το πολύ λιγότερο) από αυτά που έλεγε ο Keynes το 1924. Και βέβαια ο Ρογκόφ δεν πρωτοτυπεί (μόνο που πέρυσι έλεγε άλλα πράγματα και φυσικά ανοησιολογούσε). Απλώς, αναμασά προτάσεις και λύσεις, χωρίς να θέτει το δάκτυλο επί των τύπων των ήλων και τούτο διότι η πρότασή του για πληθωρισμό των δημόσιων (και ιδιωτικών προσθέτω εγώ) χρεών –, ή για την διαγραφή τους, δεν είναι αρκετή, όσο δεν συνοδεύεται από την πρόταση για τον οργανωμένο, συστηματικοποιημένο και λεπτομερειακό ρυθμιστικό έλεγχο του χρηματοπιστωτικού συστήματος, είτε αυτό αφορά το επίσημο τραπεζικό σύστημα, είτε – το κυριότερο - το σκιώδες και ανεπίσημο τμήμα του, ο οποίος ρυθμιστικός έλεγχος θα πρέπει να επεκταθεί σε μια εκτεταμένη προσωρινή ή και οριστική (ανάλογα την περίπτωση) επανεθνικοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα και τον σύστοιχο έλεγχο των κατευθύνσεων των διεθνών χρηματικών ροών (δηλαδή της κίνησης κεφαλαίων), που υπήρξαν αποτέλεσμα της ξέφρενης παγκοσμιοποίησης, δίνοντας ένα πεδίο δόξης λαμπρόν στους ραντιέρηδες και στην χρηματοπιστωτική ελίτ και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην αποδιοργάνωση του συστήματος. Μάλιστα, ίσως ο Τάλεμπ, που προτείνει την πλήρη κρατικοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα, να έχει δίκιο. Και πάντως, έχει πολύ περισσότερο δίκιο από τον Ρογκόφ, διότι η πρότασή του είναι περισσότερο συνεπής από την πρόταση του Ρογκόφ.


Την υλοποίηση αυτού του αιτήματος για την ευθανασία των εισοδηματιών είναι που παλεύει να αποφύγει η σύγχρονη χρηματοπιστωτική τεχνοδομή και οι αγέλες των παρασιτούντων εισοδηματιών, που εμφανίζονται, ως «επενδυτές», που δεν επενδύουν, αλλά ούτε και καταναλώνουν.


Μπορεί να καταφέρουν να καθυστερήσουν την διαδικασία αυτή. Και μπορεί να επιτύχουν μια τέτοιας έκτασης καθυστέρηση, η οποία να είναι χρονικά μεγάλη. Αλλά οι αντοχές των κοινωνιών είναι τέτοιες που όλα δείχνουν ότι δεν θα την αποφύγουν…"




(Σχόλιό μου http://www.avclub.gr/forum/showpost.php?p=1056176806&postcount=35895 της 7/8/2011 στο forum "AVCLUB", με τίτλο : "Που πάει η χώρα").

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Όπως μαντεύτετε οι ''φιλελεύθεροι'' ραντιέρηδες θα ισχυριστούν/αφηγηθούν ότι το κακό κράτος θα τυπώσει χρήμα για να σώσει τις κρατικοδίαιτες στρατιές της των αργόσχολων υπαλλήλων.

Συνεπώς (και δεδομένου ότι πχ στις ΗΠΑ η ποσοτική χαλάρωση πάει στα χέρια των ραντιέρηδων της wall street) και δεδομένο ότι η αναδιανομή του πλούτου πρέπει να συνοδεύται και από αναπτυξιακές προοπτικές προτείνω
η ευθανασία να συνοδεύεται από δυο πυλώνες (για να χρησιμοποιήσω και εγώ λίγο πασοκορολογία).

1) Μέρος του πληθωριστικού μέσου να διανεμηθεί στα στρώμματα που είχαν εισοδηματικές απώλειες για να μειωθεί α παθολογικής μορφή ανισοκατανομή οικονομικής δύναμης
2) Μέρος της να διανεμηθεί σε παραγωγικές επενδύσεις
α) σε επιχειρήσεις (εξαιρομένου του χρηματοπιστωτικού/αμιγως εμπορικού τομέας) που έχουν δείξει δυναμισμο και αντοχή
β) σε επιχειρηματικα/εκπαιδευτικά σχέδια για νεες επιχειρήσεις (με θέσπιση αναλογικότητας του τζίρου ασφαλιστικές εισφορές και μείωση της γραφειοκρατίας για νέες επιχειρήσεις)
γ) για ενισχυση του αγροτικού/κτηνοτροφικου πληθυσμού

TassosAnastassopoulos είπε...

Δεν θα διαφωνήσω καθόλου, με αυτά που γράφεις, αγαπητέ φίλε.

Θα προσθέσω μόνο ότι πρωταρχική αναγκαιότητα αποτελεί η άμεση κρατικοποίηση της εγχώριας και της διεθνούς μπατιροτραπεζοκρατίας, προκειμένου να μπει μια τάξη στο χαοτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Έστω και αν αυτή η κρατικοποίηση, ως γενικό μέτρο, έχει έναν προσωρινό χαρακτήρα.

Μέσα στους καταθλιπτικούς καιρούς που ζούμε, η αλήθεια δεν βρίσκεται και δεν λέγεται εύκολα, λόγω της επικυριαρχίας της ανόητης ελίτ του τόπου μας, που τον οδήγησε σε ένα σύγχρονο Νταχάου. Μόνο που τώρα, αυτό το Νταχάου, αποκαλείται ευρωζώνη.

Γι’ αυτό και είναι επιτακτική ανάγκη η αλήθεια να λέγεται και να διαδίδεται. Ευτυχώς, το Διαδίκτυο βοηθάει πολύ σε αυτόν τον τομέα, παρά τα μπόλικα σκουπίδια που μπορεί να βρει κάποιος σε αυτό.

Γι’ αυτό και η ψύχραιμη και διεξοδική εξιστόριση των αιτιών του σύγχρονου ελληνικού δράματος και της σοβούσας, από το 2008, διεθνούς οικονομικής ύφεσης και των βαρύτατων και αποκλειστικών της μπατιροτραπεζοκρατίας και των πολιτικών και κοινωνικών θεραπαινίδων της, είναι απαραίτητη και πρέπει να γίνεται με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο και να διαδίδεται, όσο το δυνατό σε περισσότερο κόσμο. [Ακόμα και με αντιγραφή – έστω και αν ο όποιος αντιγραφέας δεν κατονομάζει τις πηγές από τις οποίες άντλησε τα κείμενα που παρουσιάζει. (Π.χ. το άρθρο με τίτλο : “Follow the money” http://archaeopteryxgr.blogspot.com/2011/10/follow-money.html ).

TassosAnastassopoulos είπε...

Για να αποκαταστήσω την αλήθεια, γύρω από του παρουσιαζόμενους πίνακες, πρέπει να αναφέρω ότι αυτοί δεν είναι πίνακες που προέρχονται από το υπουργείο Οικονομικών, όπως, εσφαλμένα, αναφέρω στο κείμενο του άρθρου.

Οι πίνακες αυτοί αποτελούν αποτέλεσμα της εργασίας του κ. Δημήτρη Κιβωτού, όπως προκύπτει από την παρέμβασή του, σε άλλο άρθρο που παρουσίασα και πάλι τον πρώτο πίνακα, με την εισοδηματική ανισοκατανομή στην Ελλάδα, την περίοδο 1960 - 2009. (Δείτε την παρέμβαση του κ. Κιβωτού, στις 3/6/2013, στο σχόλιό του : http://tassosanastassopoulos.blogspot.com/2013/05/consumption-function-grexit.html?showComment=1370268380894#c6502218698575908272 ).

Στην παρέμβαση αυτή ο κ. Κιβωτός αποκαθιστά την αλήθεια και διευκρινίζει ότι οι εσφαλμένες εγγραφές στον πίνακα είναι προϊόν τυπογραφικών λαθών και δεν οφείλονται σε αυτόν.

Αποκαθιστώντας την ορθότητα των πραγμάτων, γύρω από τους πίνακες, που εδώ, παρουσιάστηκαν, πρέπει να τονίσω ότι η όλη εργασία του κ. Κιβωτού είναι εξαιρετική και πολύτιμο εργαλείο, για την πραγματική οικονομική έρευνα στην Ελλάδα.