Από το 2009, στο 2026 : Μια λεπτομερής ανατομία των οικονομικών δεδομένων του πρώτου και του δευτέρου τριμήνου του 2026 και της φτώχειας, που πλήττει τα ελληνικά νοικοκυριά, καθώς το ελληνικό ΑΕΠ του 2025 (201,899 δισεκ. € ), έναντι του 2009 (252,939 δισεκ. €), υπολείπεται κατά 51,040 δισεκ € και σε ποσοστιαία βάση, κατά 20,17%.
Συνηθέστερα, οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια είναι πολύ μεγαλύτερη από τα στατιστικά αριθμητικά μεγέθη, είτε αυτά είναι απόλυτα, είτε αυτά είναι ποσοστιαία και αυτό συμβαίνει, με βάση την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση - δηλαδή με την “ψυχολογία του βάθους”, καθώς εμφανίζεται το φαινόμενο της “αποστροφής της ζημιάς”, το οποίο σημαίνει ότι οι ζημιές είναι πολύ μεγαλύτερες, από το μέγεθος, που, στην πραγματικότητα, έχουν.
Επίσης, οι οικονομολόγοι καταγράφουν ότι ο πληθωρισμός, έτσι όπως στατιστικά, παρουσιάζεται, δεν σχετίζεται, με την ακρίβεια, στην αγορά, που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά. Όμως, η δυσαρέσκεια της μέγιστης πλειοψηφίας της κοινωνίας δεν έχει να κάνει, με τον γενικό μέσο όρο του ποσοστιαίου πληθωρισμού, αλλά έχει άμεση εξάρτηση, με τα καθημερινά αγαθά πρώτης ανάγκης, που τα νοικοκυριά πληρώνουν, τακτικά, καθώς αυτά αυξάνονται, με πολύ μεγαλύτερους ρυθμούς, από τον μέσο πληθωρισμό, με αποτέλεσμα η κοινωνία, στην πλειοψηφία τους να φτωχαίνει.
Ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρρικάκος, το περιέγραψε, κομψά, αλλά και κυνικά, λέγοντας ότι δεν είναι ακριβές οι τιμές, στα ράφια, αλλά είναι χαμηλό το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών. Και σε αυτό έχει δίκιο κατά το ήμισυ. Δηλαδή ομιλεί παραπλανητικά και προπαγανδιστικά.
Έτσι, λοιπόν, μια χαρά συμβαδίζει η δυσαρέσκεια, με τους αριθμούς της στατιστικής.
Με το ελληνικό ΑΕΠ (σε σταθερές τιμές του 2018) να είναι ίσο, με 201,899 δισεκατομμύρια ευρώ, το 2025, όταν το 2009, το ελληνικό ΑΕΠ (πάλι, σε σταθερές τιμές του 2018), έφθανε, στα 252 939 δισεκατομμύρια ευρώ, η κοινωνική δυσαρέσκεια είναι αντίστοιχη, στα αριθμητικά μεγέθη.
Απλώς, τώρα, δεν υπάρχει εναλλακτική λύση.
Και αυτό κατέστη σαφές, στις διπλές βουλευτικές εκλογές του 2023, καθώς αυτό, που έπαιξε πρώτιστο ρόλο, στην επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη, η πλήρης επικράτηση της παθητικής απογοήτευσης, με την οποία η μέγιστη πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας ώθησε τις πολιτικές εξελίξεις, στην, επί μακρό χρονικό διάστημα, υποκρυπτόμενη κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ και του Αλέξη Τσίπρα,που ήλθε, ως τιμωρία, αν και αυτή είχε προκύψει, σχεδόν, αμέσως, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019 και την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, την οποία ο Αλέξης Τσίπρας και η ηγετική ομάδα του κόμματος την εξέλαβαν, ως … επιτυχία. Και την πάτησαν.
Η κοινωνική δυσαρέσκεια τροφοδοτείται, λοιπόν, από τους καχεκτικούς ρυθμούς μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας, η οποία, όμως, δεν συνιστά οικονομική ανάπτυξη, καθώς η οικονομία της χώρας μας εξακολουθεί να παραμένει και να βρίσκεται εγκλωβισμένη, στην παρατεταμένη, σε διάρκεια δεκαετιών, βαριά οικονομική κρίση, που ουδέποτε ξεπέρασε, από την εποχή της ελληνικής κρατικής και οικονομικής χρεωκοπίας και της εξοντωτικής λιτότητας των τεσσάρων Μνημονίων, από τον Απρίλιο - Μάιο του 2010, έως σήμερα, καθώς, άλλωστε οι διεθνείς οργανισμοί δίνουν τις δικές τους προβλέψεις, για μια ασθενική μεγέθυνση, σε βραχυχρόνια και ακόμη, ασθενέστερη, σε μακροχρόνια βάση.
Έτσι, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας 1,8%, για το 2026 και 1,6%, για το 2027, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) 1,9% και 1,4% αντιστοίχως και ο Οργανισμός για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ) 1,9% και 2,0%, ενώ, σε μακροπρόθεσμη βάση, μακροπρόθεσμα, η ποσοστιαία μεγέθυνση του πραγματικού ελληνικού ΑΕΠ δεν προβλέπεται να ξεπεράσει, σε επίπεδα μέσων όρων, το 1,5%. Στα πλαίσια αυτά, το πραγματικό ελληνικό ΑΕΠ του 2025 παραμένει να είναι πολύ μικρότερο, από τα επίπεδα του 2009, κατά 20,18%.
Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίων κεφαλαίων, στο β’ τρίμηνο του 2026, υπολογιζόμενες, σε ετήσια βάση υπέστησαν καθίζηση, στο 6,1% του ΑΕΠ, σε σχέση, με το 12,1% του α’ τριμήνου του 2026, λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2009, που ήταν ένα έτος προμνημονιακής οικονομικής ύφεσης, για την ελληνική οικονομία, οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίων κεφαλαίων ήσαν, στο επίπεδο του 24% του ελληνικού ΑΕΠ και σε επίπεδο απόλυτων αριθμητικών μεγεθών, φυσικά οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίων κεφαλαίων το 2009, δεν έχουν καμμία σχέση, με αυτές του 2025 και του 2026, καθώς είναι, πολύ μεγαλύτερες.
Όσον αφορά το πρώτο εξάμηνο του 2026, αυτά τα ισχνά επίπεδα των επενδύσεων παγίων κεφαλαίων προέρχονται, κατά 82%, από την οικοδομική δραστηριότητα, με την κατασκευή κατοικιών να αυξάνεται, κατά 117 εκατομμύρια ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 21% της, σε ετήσια βάση, αύξησης των ακαθάριστων πάγιων επενδύσεων, ενώ οι υπόλοιπες κατασκευές (σιδηρόδρομος, αυτοκινητόδρομοι, γραμμές μετρό, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, έργα, στο Ελληνικό, κλπ) ενισχυθήκαν κατά 338 εκατομμύρια ευρώ, προσθέτοντας το 61% της καχεκτικής αύξησης των ακαθάριστων παγίων κεφαλαίων.
Από εκεί και πέρα, το υπόλοιπο 18% των ακαθάριστων επενδύσεων πάγιων κεφαλαίων, στο α’ εξάμηνο του 2026, προέκυψε, από την αύξηση των επενδύσεων. σε εξοπλισμό : μηχανολογικό και οπλικά συστήματα, ήτοι 51 εκατομμύρια ευρώ., όσον αφορά το 9% και τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας, με αύξηση, στα 51 εκατομμύρια ευρώ, που αντιστοιχούν, στο υπόλοιπο 9%, λαμβανομένης, υπόψιν, και της πτώσης του μεταφορικού εξοπλισμού, κατά 45 εκατομμύρια ευρώ (-8%).
Από την άλλη πλευρά, η μείωση του ελλείμματος, στο εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών, κατά 4,7%, προσέφερε συνεισέφερε νίκη ποσοστιαία μονάδα, στην μεγέθυνση του β’ τριμήνου του 2026, ενώ οι καθαρές εισαγωγές υπηρεσιών, από την άλλη, υπέστησαν καθίζηση σε σχέση, με το β’ τρίμηνο του 2025 σε πραγματικό επίπεδο, κατά 3,6%, αφαιρώντας 1,2%. από τον ρυθμό μεγέθυνσης του αντίστοιχου τριμήνου του 2026.
Όσον αφορά τον τουρισμό και την ναυτιλία, παρά την αύξηση του κύκλου εργασιών τους η σημαντική αύξηση των ναύλων λόγω του εξωτερικού παράγοντα του πολέμου περιορίστηκε η πραγματική αξία των εισπράξεων, με αποτέλεσμα η καθαρή συνεισφορά του εξωτερικού τομέα να είναι αρνητική (-0.8%).
Παράλληλα, η σύνθεση του ΑΕΠ, στο β’ τρίμηνο του 2026 έμεινε, περίπου, χωρίς μεταβολές, καθώς η κατανάλωση συνέχισε να εχει μερίδιο, στο 68-70% του ΑΕΠ, ήτοι πολύ υψηλότερο από την κατανάλωση, στην ευρωζώνη (53,2%), γεγονός, το οποίο δεν αποτελεί ένδειξη ευμάρειας των ελληνικών νοικοκυριών, αλλά είναι προϊόν της φτώχειας στην οποία έπεσε απότομα και ξαφνικά, τον Απρίλιο του 2010, η ελληνική κοινωνία και στην οποία παραμένει, από, τότε, δηλαδή, από την εποχή της ελληνικής κρατικής και οικονομικής χρεωκοπίας και αυτή η κατάσταση, φυσικά, συνεχίζεται, καθώς, όπως όπως προαναφέρω, ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος είπε - κυνικά, μιλώντας - ότι “δεν είναι ακριβές οι τιμές των προϊόντων, αλλά είναι χαμηλό το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών”.
Γι’ αυτό, άλλωστε και η μεγίστη πλειοψηφία των ελληνικών νοικοκυριών δεν έχει την δυνατότητα να αποταμιεύει, έστω και ένα μικρό μέρος, από τα χρήματά της.
Έτσι, αν και οι συνολικές καταθέσεις των νοικοκυριών φθάνουν, στα 156 δισεκατομμύρια ευρώ - ενώ τον Δεκέμβριο του 2009, έφθαναν, στα 196,9 δισεκατομμύρια ευρώ και μαζί, με τις τραπεζικές καταθέσεις των επιχειρήσεων είχαν φθάσει, στα 238 δισεκατομμύρια ευρώ, οι πολίτες διαθέτουν ελάχιστα χρήματα, ως τραπεζικές καταθέσεις, αφού 7 στους 10 καταθέτες (71%): έχουν, στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους, λιγότερα, από 1.000 ευρώ.
Αυτό, που ουσιαστικά, είπε ο Τάκης Θεοδωρικάκος (ο, τέως, γραμματέας της ΚΝΕ, το 1989 - επί εποχής, που Πρόεδρος, στο ΚΚΕ, ήταν ο Χαρίλαος Φλωράκης και Γενικός Γραμματέας του κόμματος ήταν ο Γρηγόρης Φαράκος -, που, τώρα, είναι υπουργός, στην κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη) είναι ότι δεν φταίνε οι τιμές των προϊόντων, οι οποίες δεν είναι ακριβές, αλλά φταίνε οι καταναλωτές που είναι φτωχοί.
Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι το έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών συνέχισε να αφαιρεί περίπου το 1/8 του ΑΕΠ, αν και αυτή η απώλεια, εν μέρει, αντισταθμίστηκε, από το πλεόνασμα του ισοζυγίου υπηρεσιών.
Εν τέλει, ελληνική οικονομία έχει υποστεί σημαντικές διαρθρωτικές μεταβολές, αλλά δεν έχει ανατραπεί η βασική σύνθεση των κλάδων της.
Και δεν πρόκειται να ανατραπεί.



Σχόλια