12-2-2026. Την μετατροπή της Τουρκίας σε πυρηνική δύναμη υπαινίσσεται η Άγκυρα, αλλά η Μόσχα αντιδρά, άμεσα, ενώ και το Νέο Δελχί, προφανώς, εστιάζει την προσοχή του, όπως και η Ουάσινγκτων. (Η συνάντηση εργασίας ανάμεσα, τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και τον πρόεδρο του τουρκικού κράτους Recep Tayyip Erdoğan έμεινε, σε χαμηλούς τόνους αλλά)…
Η χθεσινή (11/2/2026) συνάντηση εργασίας, στην Άγκυρα, ανάμεσα, τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και τον πρόεδρο του τουρκικού κράτους Recep Tayyip Erdoğan, απασχολούν το σημερινό δημοσίευμα, όπως και το, παραπάνω, βίντεο, που δημοσίευσα, χθες, στο κανάλι μου, στο YouTube, αλλά πολύ περισσότερο και τα δύο ασχολούνται, με την δηλωμένη πρόθεση της Τουρκίας να εισέλθει, σε μια κούρσα απόκτησης πυρηνικών οπλών, εάν το Ιράν καταστεί πυρηνική δύναμη, όπως δήλωσε, προχθές, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Hakan Fidan, αναφέροντας, επίσημα, στο CNN Turk :«Αν το Ιράν αποκτήσει πυρηνικά όπλα, δεν θα είναι δυνατό, για τους άλλους, να παραμείνουν αδιάφοροι», συνεχίζοντας να λέει ότι η απόκτηση πυρηνικών όπλων δεν θα περιορισθεί στο Ιράν, αναφερόμενος, στην αλυσιδωτή αντίδραση, σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, που θα προκληθεί από την ανάγκη της πυρηνικής αποτροπής και την δεδομένης πρόσληψης μιας τέτοιας εξέλιξης, ως αναμφισβήτητης απειλής.
Στην πραγματικότητα, η Άγκυρα, εδώ και κάποιες δεκαετίες ενδιαφέρεται, για την απόκτηση πυρηνικών όπλων, χωρίς, όμως, να βιάζεται και προφανώς, η στρατιωτική συνεργασία των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, με τις ένοπλες δυνάμεις του Πακιστάν, το οποίο είναι πυρηνική δύναμη, επεκτείνεται, ησύχως, υπογείως και μυστικά και στα ζητήματα της στρατιωτικής πυρηνικής ισχύος, αλλά, με αργό βηματισμό, καθώς, ούτε η Ουάσινγκτων, ούτε οι άλλες πυρηνικές δυνάμεις, στον πλανήτη επιθυμούν να ενταχθεί η Άγκυρα, στο κλαμπ των πυρηνικών δυνάμεων, καθώς και το Ισλαμαμπάντ είναι προσεκτικό, στις κινήσεις του, διότι και η Ινδία και η Ρωσία είναι, απολύτως, εχθρικές, στην απόκτηση πυρηνικών όπλων, από την Τουρκία.
Εννοείται, βέβαια, ότι, για την ελληνική πλευρά, η, οποτεδήποτε, στο μέλλον, είσοδος της Τουρκίας, στο κλαμπ των πυρηνικών δυνάμεων, πρόκειται να αποτελέσει έναν θανάσιμο κίνδυνο, καθώς, στο πυρηνικό πεδίο, η πολιτική και οικονομική ολιγαρχία των Αθηνών, δεν έχει καμμία παρουσία, έστω ως μαθητεία, ή, έστω, ως απλός παρατηρητής και έτσι η Ελλάδα πρόκειται να καταστεί, απολύτως, έρμαια, στις διαθέσεις του γειτονικού κράτους, καθώς θα πρέπει να ακολουθήσει - και θα έπρεπε, εδώ και πολύν καιρό να έχει αρχίσει - ένας, επί του πρακτέου, σχεδιασμός, για να αποκτήσει την δική της ικανότητα της πυρηνικής αποτροπής, κάτι, που δεν έχει τολμήσει, ούτε να το σκεφθεί, μέχρι τώρα.
Ευτυχώς, πρώτη, που αντέδρασε, άμεσα, προειδοποιητικά και με σαφέστατο αρνητικό τρόπο, στην δημόσια τοποθέτηση του Hakan Fidan, για την είσοδο της Τουρκίας, σε έναν ανταγωνισμό, για την απόκτηση πυρηνικών όπλων, είναι η Μόσχα και μάλιστα, στο επίπεδο της ρωσικής προεδρίας, με τον Ντμίτρι Πεσκώφ, τον εκπρόσωπο του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν να δηλώνει ότι «η Μόσχα παρακολουθεί τα όσα λέει η Άγκυρα, για τα πυρηνικά όπλα», καθώς δεν έχει καμμία διάθεση να έχει δίπλα της, την Τουρκία, ως περιφερειακή στρατιωτική πυρηνική δύναμη.
Το ευτύχημα είναι ότι δεν είναι, μόνον, η Μόσχα, που δεν επιθυμεί την είσοδο της Άγκυρας στο κλαμπ των πυρηνικών δυνάμεων. Είναι και η Ουάσινγκτων και επίσης και το Νέο Δελχί, καθώς η Ινδία γνωρίζει, παρά πολύ καλά, ότι η ενεργή στενή συνεργασία, που, στην πράξη, λειτουργεί, ως συμμαχία, της Τουρκίας με το Πακιστάν, η οποία έχει ένα έντονο αντιινδικό περιεχόμενο, θα ενισχυθεί και θα δημιουργήσει τεράστιους κινδύνους, για το ινδικό κράτος, σε μια μέλλουσα πολεμική αντιπαράθεση Ινδίας και Πακιστάν, η πυρηνική Τουρκία πρόκειται να αποτελέσει έναν τεράστιο κίνδυνο, για την ασφάλεια του ινδικού κράτους.
Από εκεί και πέρα, η χθεσινή συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, με τον Recep Tayyip Erdoğan περιστράφηκε, με την τοποθέτηση των θέσεων και των απαιτήσεων, που θέτει η τουρκική πλευρά, αλλά και με θέματα “ήσσονος σημασίας”, γύρω από συμφωνίες, για την τουριστική και την ευρύτερη οικονομική συνεργασία των δύο χωρών, ενώ πολύ χαρακτηριστική είναι και η προχθεσινή συνέντευξη του υπουργού Εξωτερικών της τουρκικής κυβέρνησης Hakan Fidan, στον διευθυντή της εφημερίδας «Hurriyet» Ahmet Hakan, για το πολιτικό κλίμα που επικρατεί, στην Ελλάδα. Ας την δούμε :
Hakan Fidan : «Μητσοτάκης και Γεραπετρίτης έχουν την πρόθεση και την ικανότητα να λύσουν το πρόβλημα. Για το θέμα αυτό έχουμε προτείνει δημιουργικές λύσεις, στους Έλληνες. Εγώ πιστεύω, ειλικρινά, ότι, τόσο ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης, όσο και ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης έχουν την πρόθεση και την ικανότητα να λύσουν αυτό το πρόβλημα, δηλαδή να πάνε το θέμα ακόμα παραπέρα, αλλά ...».
Ahmet Hakan : «Λέτε ότι έχουν την ικανότητα».
Hakan Fidan : «Έχουν αυτή την ικανότητα, έχουν και την πρόθεση. Εγώ πιστεύω πραγματικά ότι έχουν αυτή την πρόθεση και την ικανότητα. Αλλά το πολιτικό περιβάλλον στο εσωτερικό ...».
Ahmet Hakan : «Για παράδειγμα, υπάρχει ένας άνθρωπος, που ονομάζεται Δένδιας».
Hakan Fidan : «Υπάρχει αυτός, υπάρχει το ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται, υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι, εκτός από αυτόν, οπότε αυτό το πολιτικό περιβάλλον και ο πολιτικός ανταγωνισμός, δυστυχώς, δεν δημιουργεί ένα περιβάλλον, που να ευνοεί την επίλυση τέτοιων στρατηγικών προβλημάτων, στην ελληνική πολιτική. Δηλαδή, οι ηγέτες, που έρχονται, βρίσκονται, σε ένα διαρκές δίλημμα, ανάμεσα, στην επίλυση αυτού του ιστορικού προβλήματος και του πολιτικού κόστους».
Ahmet Hakan : «Αλλά ηγεσία σημαίνει να πληρώνεις αυτό το τίμημα και να παίρνεις θέση.....».
Hakan Fidan : «Σίγουρα το απαιτεί. Και εμείς, ως κυβερνώντες, κάθε γενιάς, αυτό, που, στην πραγματικότητα, θα κάνουμε είναι να κάνουμε την δουλειά του επόμενου ηγέτη, που θα δώσει αυτή την απάντηση, λίγο πιο εύκολη, με πιο δημιουργικό, πιο θετικό, πιο προοδευτικό έργο».
Ahmet Hakan : «Δημιουργικές λύσεις... πάντα, με βάση αυτό».
Hakan Fidan : «Σαφώς, σαφώς, εμείς τους έχουμε παρουσιάσει πολύ δημιουργικές λύσεις, για το θέμα αυτό και μιλάμε, μαζί τους, στις άτυπες συνόδους, αυτό, στην πραγματικότητα, είναι και κάτι, που αναδεικνύει μια δήλωση προθέσεων».
Αλλά, ενώ η Άγκυρα έχει σαφέστατες θέσεις η ελληνική κυβέρνηση, μέσω τρίτων, παρουσιάζεται, με, εμφανώς, στημένο τρόπο, ως διχασμένη, όπως συνέβη προχθές, σε μια ημερίδα, ανάμεσα, στον σύμβουλο του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη καθηγητή Διεθνούς Πολιτικής, στο Πανεπιστήμιο Θράκης Σωτήρη Σέρμπο,(αυτός είναι μια, σχετικά, πρόσφατη μετεγγραφή της Νέας Δημοκρατίας, από το ΠΑΣΟΚ, όπου ήταν σύμβουλος του Νίκου Ανδρουλάκη) και την αδελφή του πρωθυπουργού Ντόρα Μπακογιάννη.
Συγκεκριμένα, ο σύμβουλος του πρωθυπουργού ως είπε τα εξής :
«Μετά τις Βαλτικές δημοκρατίες, Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, το επόμενο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που κινδυνεύει από τον αναθεωρητισμό είναι η Ελληνική Δημοκρατία. Έχουμε, αυτή τη στιγμή, ένα regime change, μια αλλαγή καθεστώτος, το οποίο, σε δευτερεύουσες δυνάμεις, στο διεθνές σύστημα, όπως η Τουρκία, δίνει περισσότερο χώρο να ξεδιπλώσει την δύναμη και την ισχύ της, να είναι πιο αποφασιστική. Όταν κάποιος είναι αναθεωρητής και de facto, επιβάλλει κάτι, αυτό είναι μια αρνητική εξέλιξη, για το ελληνικό εθνικό συμφέρον και αυτό εξηγεί την στάση, που κράτησε η Ελλάδα, ενάντια, στην ρωσική εισβολή στην Ουκρανία».
Με αυτή την σαφή τοποθέτηση του συμβούλου του πρωθυπουργού, σε θέματα εξωτερικής πολιτικής Σωτήρη Σέρμπου, βγήκε και διαφώνησε, δημόσια, η Ντόρα Μπακογιάννη, η οποία είναι, απολύτως, σαφές ότι, στο παρασκήνιο παίζει καθοριστικό ρόλο στην κυβερνητικές αποφάσεις και προφανώς, επηρεάζει τον αδελφό της.
Η Ντόρα Μπακογιάννη δήλωσε, ως απάντηση, στον σύμβουλο του πρωθυπουργού Σωτήρη Σέρμπο ότι :
"Εγώ δεν συμφωνώ ότι η Ελλάδα είναι η επόμενη, που απειλείται. Δεν έχουμε κίνδυνο, για την Ελλάδα σήμερα, έχουμε μια πάγια θέση της Τουρκίας. Εξοπλιζόμαστε, για να διαφυλάττουμε την ειρήνη, αλλά το να πω ότι αντιμετωπίζουμε, άμεσα, πολεμική απειλή, ρητά και κατηγορηματικά όχι".
Αυτή η διαφωνία είναι, προφανώς, στημένη και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι αυτή η εμφανιζόμενη διαφωνία αφορά ένα ζήτημα, το οποίο είναι κρίσιμο στοιχείο, όσον αφορά τον προσανατολισμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας του ελληνικού κράτους.
Έτσι η ελληνική πλευρά εμφανίζεται η ελληνική κυβέρνηση εμφανίζεται χώρισε μία φωνή στα θέματα αυτά και αυτό, για την Άγκυρα, αποτελεί δείγμα υποταγής και όχι, ως ελληνική ενδοκυβερνητική διχογνωμία.
Με λίγα λόγια : Τα έχουν κάνει μαντάρα. Και τα χειρότερα έπονται…


Σχόλια