Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2018

EUROZONA DELENDA EST.


Αμ, δεν μας πάνε, απλώς, για ντούς...





Πάντα, όταν αναφέρομαι, στην ευρωζώνη (και στις γερμανικές ελίτ), το μυαλό μου πηγαίνει, στον Κάτωνα τον πρεσβύτερο και στην σταθερή, αταλάντευτη και πεισματική - στα όρια της εμμονής - πρότασή του, προς τους Ρωμαίους, για την αναγκαιότητα της καταστροφής της Καρχηδόνας, με την κωδικοποιημένη φράση του "Karthago delenda est", που έκλεινε κάθε λόγο του, οποιοδήποτε και αν ήταν το θέμα, με το οποίο διαπραγματευόταν. Και αν ο Κάτων μιλούσε, για την Καρχηδόνα της εποχής του, εμείς, εδώ, σήμερα, πρέπει να μιλήσουμε, για την ευρωζώνη και την τύχη της, όπως παλαιότερα, αρκετά χρόνια πριν, μιλήσαμε, για την τύχη των γερμανικών ελίτ και την καταστροφή, που πρέπει να υποστούν [δείτε το δημοσίευμα, με τίτλο : Et preterea censeo Germania metanazistica delenda est. (Η ανακύκλωση των πτωχευτικών ευρωδανείων, η διόγκωση της χρηματοπιστωτικής φούσκας και η συνεχιζόμενη αποδόμηση της ευρωζώνης)]. Παρά το γεγονός ότι αυτό το προφητικό κείμενο έχει, πολλαπλώς, επιβεβαιωθεί, δυστυχώς, μέχρι τώρα, οι γερμανικές ελίτ, με τις τοξικές αποφάσεις τους, εξακολουθούν να κανονίζουν τις τύχες της ευρωπαϊκής ηπείρου, την οποία οδηγούν, στην πλήρη παρακμή, τα ακραία όρια της οποίας είναι η καταστροφή.

Το ερώτημα, που πλανάται, πάνω από την Ευρώπη και του οποίου η επικαιρότητα έρχεται και επανέρχεται, αδιάκοπα, στο προσκήνιο της ζωής των ευρωπαϊκών λαών, αφορά την τύχη της ευρωζώνης και το τί θα γίνει, με αυτήν. Όμως, αυτό το ερώτημα δεν εξαντλείται, στα του οίκου του. Εκ των πραγμάτων, η τύχη της ευρωζώνης δεν περιορίζεται, στα δικά της όρια, αφού αυτή η ίδια η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση είναι ένα δημιούργημα του οικοδομήματος της (υποτιθέμενης, ως) μετεξελιγμένης, σε "Ευρωπαϊκή Ένωση", Ε.Ο.Κ, δηλαδή της παλαιάς Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. Μπορεί αυτό το δημιούργημα να είναι εξαμβλωματικό και τοξικό, αλλά αυτό δεν αλλάζει την προέλευσή του και την δομική αλληλουχία των νοητικών διαδρομών, των προθέσεων και των πράξεων, που ως ένα σύνολο έργων, οδήγησαν, στην δημιουργία της ευρωζώνης. 

Ως εκ τούτου, η ευρωζώνη, ως νομισματική ένωση, αποτελεί μια συγκεκριμένη πολιτική, οικονομική, αλλά και (όχι δευτερευόντως) κοινωνική επιλογή ενός μεγάλου τμήματος των ευρωπαϊκών ελίτ (όχι όλων και όχι των κυριότερων, εξ αυτών), η οποία επιλογή διαφημίστηκε, ως μια προωθητική θεσμική κατασκευή, που - υποτίθεται ότι - ήταν προϊόν της ακμάζουσας ευρωπαϊκής δυναμικής.

Ανοησίες. Όπως όλοι οι σοβαροί άνθρωποι γνωρίζουν (και το οποίο οι ευρωελίτ, πεισμόνως, μέσα από μια ακατάσχετη ψευδοσυνειδησιακή θεωρητικοφανή ασυναρτησιολογία, αρνούνται να αποδεχθούν και να ομολογήσουν), η επιλογή της δημιουργίας της ευρωζώνης, ως προϊόν των, επί μέρους, αντιτιθέμενων συμφερόντων των ευρωπαϊκών ελίτ και των, επίσης, επί μέρους, εθνικισμών, που επικρατούν, στον κεντροδυτικό ευρωπαϊκό χώρο, ουδεμία σχέση έχει με οποιαδήποτε έννοια ευρωπαϊκής δύναμης και ακμής. Κάθε άλλο. Η ευρωζώνη, όπως, χαρακτηριστικά και με κομψό τρόπο, λέει ο Patrick Artus, προς στιγμήν, είναι μια αποτυχία. (Αυτό, που δεν λέει ο οικονομικός αναλυτής της NATIXIS, είναι ότι άλλη στιγμή, για την ευρωζώνη δεν υπάρχει και δεν προβλέπεται να υπάρξει)

Στην πραγματικότητα, η επιλογή της δημιουργίας της ευρωζώνης, ως ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, αντί της ευρωπαϊκής κρατικής ομοσπονδίας, υπήρξε και είναι αποτέλεσμα της πολύχρονης, της, κυριολεκτικά, χρονίσασας ευρωπαϊκής παρακμής.

Δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε, στο μακρινό παρελθόν της ευρωπαϊκής παρακμής, η οποία προέκυψε, μέσα από τα ερείπια των ευρωπαϊκών πολέμων του περασμένου αιώνα και από την αμερικανική κυριαρχία, που ακολούθησε, για να τεκμηριώσουμε αυτό, που δεν χρειάζεται τεκμηρίωση. Άλλωστε, το έχουμε πράξει, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ, πολλές φορές [με πιο πρόσφατο, το, αμέσως προηγούμενο δημοσίευμα αυτού του μήνα, με τίτλο : Η σύγκρουση ανάμεσα στο, λειτουργικά, ελλειμματικό μοντέλο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και στο, λειτουργικά, πλεονασματικό παγκοσμιοποιητικό οικονομικό μοντέλο της ευρωζώνης και η αναγκαιότητα της επιστροφής στην δραχμή. (Γιατί το ελληνικό οικονομικό μοντέλο δεν αποτελεί πρόβλημα, παρά τα λεγόμενα των οικονομολόγων)]. Η ροή των ιστορικών γεγονότων, από τα παλαιότερα, έως τα πρόσφατα, μιλάει μόνη της και καταγράφει, καρέ - καρέ, την πορεία της ευρωπαϊκής παρακμής.

Η ουσία της ευρωζώνης, ως νομισματικής ένωσης, βρίσκεται στο γεγονός ότι, λαμβάνοντας υπόψη την προηγούμενη καταστροφική εμπειρία της Λατινικής Ένωσης, οι ευρωπαϊκές ελίτ δημιούργησαν μια (υποτιθέμενη, ως) κεντρική τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία εξουσιοδοτήθηκε να εκδίδει και να ελέγχει την κυκλοφορία του ευρώ, ως κοινού νομίσματος των κρατών, που συμμετέχουν, στην ευρωζώνη, χωρίς, παράλληλα, να έχει την δυνατότητα να λειτουργεί, όπως όλες οι άλλες κεντρικές τράπεζες, στον κόσμο, δηλαδή ως δανειστής της τελευταίας καταφυγής, για τις χώρες, που είναι μέλη της, αφού δεν της επιτρέπεται να δανείζει, άμεσα, τα κράτη, που συμμετέχουν, σε αυτή την νομισματική ένωση.

Έτσι, στην πραγματικότητα, η ευρωζώνη και η υποτιθέμενη κεντρική τράπεζα λειτουργούν, με βάση τους κλασικούς κανόνες της φιλελεύθερης οικονομικής σχολής, οι οποίοι ίσχυαν, πριν από την οικονομική κρίση του 1929, με αποτέλεσμα, τα κράτη και οι οικονομίες των χωρών της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, όπως και οι ακολουθούμενες κρατικές πολιτικές όλων αυτών των χωρών, να αξιολογούνται, σε κάθε βήμα τους, από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, οι οποίες, φυσικά, δεν έχουν, ως βασικό τους κριτήριο, την αναγκαιότητα της άσκησης αυτών των πολιτικών, αλλά το κέρδος της τεχνοδομικής ελίτ της σύγχρονης μπατιροτραπεζοκρατίας και των αποταμιευτών, που εμφανίζονται, ως επενδυτές.

Εννοείται, βέβαια, ότι αυτή η επιλογή των ευρωπαϊκών ελίτ δεν είναι τυχαία. Οι ελίτ αυτές έχουν σαφέστατη γνώση των αποτελεσμάτων των επιλογών και των πεπραγμένων τους, να απαγορεύουν, τον άμεσο δανεισμό των κρατών της ευρωζώνης, από την Ε.Κ.Τ., όπως και το να μην επιτρέπουν, στα κράτη να ασκούν το παλαιό κλασικό δικαίωμα των κυβερνήσεων του seigniorage, δηλαδή το να εκτυπώνουν χρήμα, μέσω της κεντρικής τράπεζας, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τις υπερβάλλουσες κρατικές δαπάνες.

Ως εκ τούτου, είναι δεδομένο ότι το σφίξιμο των λουριών, γύρω από την έκδοση και την κυκλοφορία του χρήματος, στην ευρωζώνη, αποτελεί μια σαφέστατη επιλογή, υπέρ των κατόχων του χρήματος. Και φυσικά, όταν μιλάμε, για τους κατόχους του χρήματος, δεν εννοούμε τους απλούς μισθωτούς του καθημερινού βίου, ούτε και τους απλούς ελεύθερους επαγγελματίες και τους ιδιοκτήτες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. 

Οι πραγματικοί κάτοχοι του χρήματος, για τους οποίους κάνουμε λόγο και οι οποίοι ευνοούνται, από την πολιτική των σκληρών κανόνων έκδοσης και κυκλοφορίας του ευρώ, είναι οι τράπεζες. Δηλαδή η μπατιροτραπεζοκρατία και η τεχνοδομή των μεγάλων επιχειρήσεων.

Με αυτά τα δεδομένα, καθίσταται σαφές ότι, σε κάθε περίπτωση, οι κανόνες της ευρωζώνης επιβάλλουν, στα κράτη να έχουν την χρειαζούμενη ρευστότητα, προκειμένου να αποπληρώνουν τους "επενδυτές", δηλαδή κατόχους των κρατικών ομολόγων. Και αν, στις εποχές των παχειών αγελάδων η κατάσταση μπορεί να είναι διαχειρίσιμη, τα πράγματα οδηγούνται, σε αδιέξοδα, όταν έλθει η ώρα των οικονομικών υφέσεων, οι οποίες, εντός ευρωζώνης, οδηγούνται, στο να μετατραπούν, σε κρίσεις, αφού οι κρατικές δαπάνες, που πρέπει να αυξηθούν, για να αντιμετωπισθεί η οικονομική δυσκολία, δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν, διότι, για να σταθεί δυνατό να πληρωθούν οι κάτοχοι των ομολόγων, θα πρέπει να περικοπούν, ή να παγώσουν οι κοινωνικές και οι λοιπές δαπάνες των κρατών, που συμμετέχουν, στην ευρωζώνη.

Ως εκ τούτου, για να ικανοποιηθεί η κατέχουσα τα κρατικά ομόλογα μπατιροτραπεζοκρατία, καθίσταται απαραίτητη, ως προϋπόθεση, η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, προκειμένου τα κράτη να έχουν την απαραίτητη και σύμφωνη, με τους κανόνες του παιχνιδιού, χρηματοπιστωτική φερεγγυότητα. 

Γιατί έγιναν όλα αυτά; 

Η απάντηση, στο ερώτημα, είναι απλή και απόλυτα, καθαρή.

Όλα αυτά έγιναν, προκειμένου να στερεοποιηθούν και να παγιωθούν, ως μόνιμοι κανόνες, οι κλασικές φιλελεύθερες πολιτικές, οι οποίες θέτουν, στην άκρη, την παλαιά κεϋνσιανή και σοσιαλδημοκρατική συναίνεση της εποχής του Ψυχρού Πολέμου, μέχρι την πτώση του "υπαρκτού σοσιαλισμού", το κενό του οποίου κατέλαβε ο "υπαρκτός ευρωπαϊσμός", ως προσομοίωση και επί μέρους, εφαρμογή της παγκοσμιοποίησης, που ξεκίνησε, με την αυτοδιάλυση της "Σοβιετικής Ένωσης".

Έχοντας υπόψη όλα αυτά, είναι χρήσιμο να καταλάβουμε ότι η ευρωζώνη δεν είναι μια απλή νομισματική ένωση, με ένα κοινό νόμισμα, το οποίο λειτουργεί, εντός της ένωσης αυτής, κυρίως, ως ένας, περίπου, παγωμένος μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών και όχι, ως νόμισμα, ακολουθώντας όσα ίσχυαν, ως κανόνες στην κλασική φιλελεύθερη οικονομική ορθοδοξία της προκεϋνσιανής εποχής. 

Οι κύριες ευρωπαϊκές ελίτ, με πρωτεύουσες, στην λήψη των σχετικών αποφάσεων, την γερμανική και την γαλλική, συναποφάσισαν - και οι λοιπές ελίτ της ευρωζώνης ακολούθησαν, προθύμως - να χρησιμοποιήσουν τις οικονομικές υφέσεις, εάν και όταν αυτές θα προέκυπταν, ως εργαλεία, για την πλήρη ισχύ αυτών των φιλελεύθερων πολιτικών, στον χώρο της ευρωζώνης, αλλά και όπως δείχνει, πολύ παραστατικά, το παράδειγμα της Ελλάδας, και για την μετατροπή των οικονομικών υφέσεων, σε οικονομικές κρίσεις, προκειμένου να εμβαθύνουν την ισχύ των φιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών.

Με όλα αυτά τα χάλια, που έφερε, στον ευρωπαϊκό χώρο, η δημιουργία της ευρωζώνης, ως έμπρακτη άρνηση των ευρωπαϊκών ελίτ να δημιουργήσουν, μια ευρωπαϊκή κρατική ομοσπονδία, με κεντρική κυβέρνηση και μια πραγματική κεντρική τράπεζα, αλλά και ως συνέχεια και περαιτέρω, εμβάθυνση της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής παρακμής, αυτό που καθίσταται σαφές είναι ότι η διαβρωτική τοξικότητά της, που οδηγεί, στην αποσύνθεση της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", μπορεί να αντιμετωπισθεί, μόνο, με την άμεση διάλυση της ευρωζώνης.

Βέβαια, στον χώρο της Ιστορίας, πολλές φορές οι ορθές λύσεις δεν είναι εκείνες που έχουν δοθεί, από τα κοινωνικά υποκείμενα. Ως εκ τούτου, οι ευρωελίτ δεν πρόκειται να δεχθούν, έτσι εύκολα, μια τέτοια λύση, την οποία, με σφοδρότητα, αντιμάχονται. Αυτό σημαίνει ότι, στην πράξη, η ευρωπαϊκή παρακμή θα συνεχίσει τον δρόμο της και η ευρωζώνη θα ακολουθήσει την πορεία, προς την κατεύθυνση της αργής, σταδιακής και επίπονης αποσύνθεσης, μέχρις ότου καταρρεύσει και αντικατασταθεί από μιαν ευρωπαϊκή ομοσπονδία, ή από άλλα άγνωστα, προς το παρόν, ρεύματα των εποχών, που πρόκειται να ακολουθήσουν.

Αυτή η διαπίστωση όμως, δεν αλλάζει τα πράγματα σήμερα. Η παρατεταμένη οικονομική καχεξία των ευρωπαϊκών κοινωνιών, που συμμετέχουν, στην ευρωζώνη, η άνοδος των διάφορων αντισυστημικών πολιτικών και κοινωνικών ρευμάτων της δεξιάς και της αριστεράς, που έχουν ενσκήψει, στον ευρωπαϊκό πολιτικό χάρτη και τα οποία εκφράζονται, στις διάφορες εθνικές εκλογές και θα εκφραστούν και στις εκλογές, για το ευρωκοινοβούλιο, τον ερχόμενο Μάϊο, αλλά και οι διαδικασίες, για το Brexit, που δρομολόγησε το βρετανικό δημοψήφισμα, δείχνουν, πολύ καθαρά, ότι η Ευρώπη αρμενίζει, στραβά.

Στην πραγματικότητα, η μόνη λύση, για μια ορθοτομημένη, λογική και άμεση λύση των ευρωπαϊκών προβλημάτων, θα ήταν η μετατροπή της Ε.Κ.Τ., σε μια πραγματική κεντρική τράπεζα, σαν αυτή της Ιαπωνίας, των Η.Π.Α. και όλων των άλλων ανεξάρτητων κρατών.

Και αυτή η λύση θα πρέπει να συνοδεύεται, από το έσχατο και πραγματικό εργαλείο της απομόχλευσης των ευρωπαϊκών οικονομιών, από τις φούσκες του χρήματος, που έχει παράξει ο μπατιροτραπεζικός τομέας, με την μετατροπή των κρατικών και των λοπών ιδιωτικών χρεών, σε μετοχές, προκειμένου το υπερβάλλον αυτό χρήμα να αντιστοιχηθεί, σε πραγματικές αξίες, σε συνδυασμό με μια, ακόμη, μεγαλύτερη ποσοτική χαλάρωση, από αυτήν, που ξεκίνησε, το 2011, ο Mario Draghi και την οποία, τώρα, ανοήτως, οι ευρωπαϊκές ελίτ εγκαταλείπουν.

Αυτό σημαίνει ότι η Ε.Κ.Τ. θα πρέπει να ακολουθήσει το παράδειγμα της κεντρικής τράπεζας της Ιαπωνίας και να αποκτήσει έναν προϋπολογισμό, ίσο με το 70% του ΑΕΠ των χωρών της ευρωζώνης, προκειμένου να μπορέσει να παράξει και να χορηγήσει την απαραίτητη ρευστότητα, για να χρηματοδοτηθούν, πραγματικά, οι ασθμαίνουσες ευρωπαϊκές οικονομίες, διευρύνοντας τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτά, ακόμη και με ομόλογα σε ξένο νόμισμα. 
  
Στην πραγματικότητα, βέβαια, χωρίς την μόνιμη έκδοση νομίσματος, με την άσκηση του κρατικού δικαιώματος του seigniorage, με σκοπό τις μαζικές αγορές προϊόντων, από τα ευρωπαϊκά κράτη και τα νοικοκυριά, δεν μπορεί να γίνει τίποτε το ουσιώδες. Ως εκ τούτου, αυτή η διαδικασία του "helicopter money" πρέπει να μετατραπεί σε μια σταθερή και μόνιμη ποσοτική χαλάρωση, η οποία δεν θα πηγαίνει, μόνο, στα χαρτοφυλάκια της μπατιροτραπεζοκρατίας, αλλά και θα δαπανάται από τα κράτη και από τους ανθρώπους, στους τραπεζικούς λογαριασμούς των οποίων θα πιστώνονται τα αντίστοιχα ποσά. 

Αλλά όλα αυτά, όσο αναγκαία και αν λέμε ότι είναι, δεν πρόκειται να τα πράξει η Ε.Κ.Τ., διότι, δεν είναι μια πραγματική κεντρική τράπεζα και επειδή δεν το επιθυμούν οι ευρωπαϊκές ελίτ, αφού αυτές οι πολιτικές, που είναι αναγκαίες, για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, δεν είναι αναγκαίες, γι' αυτές.

Ως εκ τούτου, η μόνη ρεαλιστική λύση, σε αυτή την λαβυρινθώδη κατάσταση, που έχει προκύψει, είναι η καταστροφή της ευρωζώνης. Eurozona delenda est, όπως λέει και ο τίτλος του σημερινού δημοσιεύματος.

Προφανώς, αυτή η λύση, όπως περιγράψαμε, δεν είναι εύκολη. Είναι, όμως, η μόνη αναγκαία και ρεαλιστική.

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2018

Η σύγκρουση ανάμεσα στο, λειτουργικά, ελλειμματικό μοντέλο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και στο, λειτουργικά, πλεονασματικό παγκοσμιοποιητικό οικονομικό μοντέλο της ευρωζώνης και η αναγκαιότητα της επιστροφής στην δραχμή. (Γιατί το ελληνικό οικονομικό μοντέλο δεν αποτελεί πρόβλημα, παρά τα λεγόμενα των οικονομολόγων).




Ο καθηγητής και πρώην πρωθυπουργός Ξενοφών Ζολώτας (26/3/1904 - 11/6/2004) γνώριζε, πολύ καλά και υποστήριξε, σταθερά, την ύπαρξη ενός εθνικού νομίσματος, η αξία του οποίου δεν θα είναι αντικείμενο της κερδοσκοπίας του Forex και των κερδοσκοπικών κινήσεων, μέσα από τις κυμαινόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες και ήταν υπέρ του προσδιορισμού της αξίας της δραχμής, από τις εθνικές νομισματικές αρχές, δηλαδή, σε τελική ανάλυση, από το ελληνικό κράτος. Οι μεταγενέστεροι ακολούθησαν άλλην οδό και τα έκαναν σκατά, καταστρέφοντας την ελληνική οικονομία και ξηλώνοντας τον παραγωγικό μηχανισμό της χώρας μας, με αποτέλεσμα να φέρουν την φτώχεια, την δυστυχία και την κοινωνικοοικονομική υποδούλωση του ελληνικού πληθυσμού, στους ξένους κερδοσκόπους, με την δημιουργία του σύγχρονου καθεστώτος της νεοαποικιακής χρεωδουλείας. 






Η υπογραφή του 4ου Μνημονίου - του Μνημονίου, που οι συντάκτες του ντρέπονται να πουν το όνομά του - και η εφαρμογή του, με τον τρίμηνο περιοδικό έλεγχο του κουαρτέτου των ξένων δανειστών, που αρχίζει αυτόν τον μήνα και θα είναι εξαντλητικός, ενώ οι ελεγκτές θα έχουν στα χέρια τους και το πολύ σημαντικό όπλο της εκταμίευσης, ή μη, των δόσεων του τελευταίου, μέχρι στιγμής, δανείου του 3ου Μνημονίου, αλλά και των επιστροφών των κερδών, από τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, που κατέχουν οι κεντρικές τράπεζες της ευρωζώνης, θέτουν, επί τάπητος, το ζήτημα της μέλλουσας πορείας της ελληνικής οικονομίας και της τύχης του πληθυσμού της χώρας μας.

Όπως έχουμε γράψει πολλές φορές, οι προοπτικές, για την πορεία της ελληνικής οικονομίας και στα πλαίσια αυτού του "μεταμνημονιακού" Μνημονίου, είναι και παραμένουν ζοφερές, αφού είναι προφανές ότι το ελληνικό δημόσιο παραμένει καταχρεωμένο, το τραπεζικό σύστημα είναι, ουσιαστικά, χρεωκοπημένο και ανύπαρκτο, ενώ οι προοπτικές για το ελληνικό δημόσιο χρέος και την εξέλιξή του, ακόμη και εάν πραγματοποιηθούν οι απιθανολόγες προβλέψεις των ξένων δανειστών, είναι ότι το 2060 θα έχει διαμορφωθεί, στα επίπεδα του 100% του ελληνικού ΑΕΠ.

Βέβαια, η πικρή αλήθεια είναι ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος, στην, μελλοντικά, μακρινή αυτή εποχή, εάν δεν κουρευτεί, θα φθάσει και θα ξεπεράσει το 200% του ΑΕΠ της χώρας και φυσικά, θα οδηγήσει την ελληνική οικονομία, με δεδομένο το γεγονός της απαίτησης των δανειστών, για ετήσια πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% του ΑΕΠ, μέχρι το 2022 και 2,2% του ΑΕΠ, μέχρι το 2060, στον, επί δεκαετίες, παρατεταμένο μαρασμό και στην κατάρρευση του παραγωγικού και του κοινωνικού ιστού της χώρας. 

Προφανώς, αυτή η πικρή αλήθεια αγνοείται και παρακάμπτεται, από την κυβερνώσα "ευρωπαϊστική" πολιτικοοικονομική ελίτ, αλλά αυτό δεν αλλάζει τα πράγματα και ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να επισημαίνεται, για να μην λησμονείται. Η χώρα έχει οδηγηθεί, στην μετατροπή της σε μια κλασική χώρα των Βαλκανίων, την ίδια στιγμή, που όλες οι άλλες χώρες της περιοχής βρίσκονται σε μια ασθμαίνουσα αναπτυξιακή τροχιά και ρυθμούς ανάπτυξης, οι οποίοι, όμως, ξεπερνούν την μακροχρόνια ελληνική υπανάπτυξη (η Βουλγαρία 3,6%, η Ρουμανία 7%, η Κροατία 2,8%, η Σερβία 1,8%, το Μαυροβούνιο 4,2%, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη 3,2%, η Αλβανία 3,9%).

Αυτό είναι το μέλλον της χώρας και του πληθυσμού της, όσο η Ελλάδα παραμένει προσδεμένη, στο ευρώ και την ζώνη του. Η οπισθοδρόμηση, στην κατάσταση μιας τυπικής βαλκανικής χώρας. Αν και δεν αποκλείεται να υπάρξουν, ακόμη, χειρότερες μακροπρόθεσμες προοπτικές, αφού είναι πιθανό η Ελλάδα, με δεδομένο τον ταχύ πληθυσμιακό μαρασμό της και τις συνεχιζόμενες τάσεις αποεπένδυσης, να κυλίσει, στα επίπεδα μιας χώρας της βόρειας, ή και της υποσαχάριας Αφρικής.


Με δεδομένη την ανελαστικότητα του ευρώ και το γεγονός ότι η χώρα δεν ελέγχει την έκδοση και την κυκλοφορία του ευρώ, το οποίο, εξ αιτίας αυτού του λόγου, λειτουργεί, ως ξένο, προς την ελληνική οικονομία, νόμισμα, αλλά και ως ένας, περίπου, παγωμένος και διαρκώς δυσμενής μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών, αυτό που καθίσταται σαφέστερο όλων, όχι μόνο από την νομισματική θεωρία της οικονομικής επιστήμης, αλλά και από την πολύχρονη, πλέον, εμπειρία του ελληνικού ναυαγίου της συνεχιζόμενης και ατελεύτητης μνημονιακής περιόδου, είναι ότι η Ελλάδα, επειδή στερείται ενός εθνικού νομίσματος, το χρειάζεται περισσότερο, από ο,τιδήποτε άλλο.

Το πραγματικό ερώτημα, που τίθεται, δεν είναι αν η Ελλάδα χρειάζεται την δραχμή, αλλά το ποιά δραχμή χρειάζεται. 

Το ερώτημα αυτό δεν είναι μετέωρο, όσο και αν οι, παταγωδώς, αποτυχημένοι "ευρωπαϊστές" μας, προσπαθούν να συσκοτίσουν τους όρους της συζήτησης, προκειμένου να καταστροφολογήσουν, έχει την απάντησή του. Αυτή η απάντηση, επειδή, προφανώς, θέτει το ευρώ, εκτός συζητήσεως, είναι δυσάρεστη, γι' αυτούς και, ως εκ τούτου, προσπαθούν να αποφύγουν την ουσιαστική συζήτηση των δεδομένων της, σε συνδυασμό, με τις επιτακτικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, προκειμένου αυτή να εισέλθει, σχεδόν, άμεσα, στην διαδικασία της ταχύρρυθμης οικονομικής ανάπτυξης.

Αυτό που χρειάζεται η χώρα, με δεδομένες τις σύγχρονες τάσεις, στο παγκόσμιο εμπόριο, που προέκυψαν, ως αποτέλεσμα της αποδιοργάνωσης της παγκοσμιοποίησης, δεν είναι, καν, μια δραχμή, με κυμαινόμενη ισοτιμία.

Η Ελλάδα, σε μια πρώτη και απροσδιόριστη, χρονικά, φάση έχει ανάγκη μια δραχμή, της οποίας η ισοτιμία θα προσδιορίζεται, από το ελληνικό κράτος και θα συνδυάζεται, με τους ελέγχους στην κίνηση των κεφαλαίων, προκειμένου να αποφευχθεί η νομισματική κερδοσκοπία.

Αλλά αυτό είναι, που δεν θέλει η εντόπια οικονομική ελίτ, η οποία έχει μάθει να κερδοσκοπεί και να μεταφέρει "τα χρήματά της", στο εξωτερικό. Βέβαια, τελικά, ακόμη και στο καθεστώς του ευρώ, δεν απέφυγε τους ελέγχους, στην κίνηση κεφαλαίων, αν και πάσχισε, επί αρκετά έτη, μετά την ελληνική κρατική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010 και την εισαγωγή των Μνημονίων, να αποφύγει αυτή την εξέλιξη, η οποία ήταν αναγκαία, τουλάχιστον, από εκείνη την εποχή, προκειμένου να σταματήσει αυτή η τεράστια διαρροή κεφαλαίων, που είχε σαν αποτέλεσμα την κατάρρευση των τραπεζικών καταιθέσεων, από τα 245 δισ. €, που ήσαν τον Δεκέμβριο του 2009, στα 122 δισ. €, τον Ιούνιο του 2015, οπότε και η Ε.Κ.Τ. του Mario Draghi επέβαλε τον έλεγχο, στην κίνηση των κεφαλαίων, ως ποινή για το δημοψήφισμα, που προκήρυξε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, για την αποδοχή του σχεδίου του Μνημονίου, που είχαν, επιτακτικά, προτείνει οι ξένοι δανειστές, δια του Jean-Claude Juncker.

Από τότε, το συνολικό ποσόν των καταθέσεων, στο φαληριμένο ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν έχει αλλάξει. Η τεράστια αυτή φυγή των κεφαλαίων έκλεισε και οι τραπεζικές καταθέσεις κυμαίνονται, στα ίδια επίπεδα των 122 με 125 δισ. € (η ανεπίσημη διαφυγή των κεφαλαίων στο εξωτερικό, που δεν περνούν από τα καταστήματα της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας, είναι μια άλλη πληγή, η οποία παραμένει χαίνουσα και τα παράγωγα αυτής της πληγής αυτή δεν καταγράφονται, εύκολα).
 
Αυτό είναι και το τραγικό αστείο της όλης υπόθεσης. Οι εντόπιοι "ευρωπαϊστές", όλων των αποχρώσεων, εφαρμόζουν, με το ευρώ, αυτά που επικαλούνται, ως καταστροφή, εάν η χώρα εγκαταλείψει το ευρώ και την ζώνη του και επιστρέψει, στο εθνικό της νόμισμα.

Στην πραγματικότητα το αποκαλούμενο, ως "ελληνικό πρόβλημα", είναι πολύ απλό, στην βάση και στην ουσία του. Και φυσικά, πολύ απλή και η λύση του.

Η ελληνική οικονομία έχει την δική της ιδιοτυπία. Αυτή η ιδιοτυπία, δηλαδή το ελληνικό μοντέλο ανάπτυξης, δεν μπορεί να ταιριάξει, με τις οικονομίες του ευρωπαϊκού βορρά και φυσικά, δεν μπορεί να σταθεί, μέσα στα πλαίσια μιας (οποιασδήποτε) νομισματικής ένωσης, σαν αυτήν της ευρωζώνης

Ως εκ τούτου, αυτοί που έβαλαν την χώρα μας, στην Ο.Ν.Ε. (Κώστας Σημίτης, Λουκάς Παπαδήμος, Γιάννης Στουρνάρας κλπ), απλώς, εγκλημάτισαν, σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού, διότι γνώριζαν αυτή την πραγματικότητα. Βέβαια, την αντιλαμβάνονταν, ως "πρόβλημα", ως "δυσλειτουργία" και ως "διαρθρωτική αδυναμία", για να μιλήσω, με την δική τους κωδικοποιημένη γλώσσα, αλλά αυτό ήταν προϊόν των δικών τους ιδεοληψιών και εξέφραζε, με τον δικό του τρόπο, τα συμφέροντα, που η ελληνική πολιτικοοικονομική ελίτ είχε και δεν ανταποκρινόταν - ούτε και ανταποκρίνεται - στην πραγματικότητα του ελληνικού μοντέλου ανάπτυξης, το οποίο, όπως ήταν αναμενόμενο, κατέστρεψαν, χωρίς, όμως, να το αντικαταστήσουν, με κάποιο άλλο.

(Δυστυχώς και πολλοί αντιμνημονιακοί οικονομολόγοι - π.χ. ο Κώστας Λαπαβίτσας και όχι, μόνον, αυτός - βλέπουν, με την ίδια οπτική γωνία της ελληνική οικονομία, αν και καταλήγουν, σε άλλα συμπεράσματα, από την εντόπια ελίτ και τους εκφραστές της, σε επίπεδο οικονομικής θεωρίας. Προφανώς, εδώ, έχουμε να κάνουμε με μια διαστροφή του επαγγέλματος των οικονομολόγων, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτή η αντίληψη δεν είναι λάθος. Είναι λάθος. Και παραείναι. Άλλωστε και η γερμανική οικονομία, στο κομμάτι της, που σχετίζεται, με τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τους αυτοαπασχολουμένους, εμφανίζει τα ίδια, ακριβώς, φαινόμενα, με την ελληνική, αφού και εκεί τα δημόσια έσοδα είναι, αναλογικώς, μικρότερα, από τον τομέα των μεγάλων επιχειρήσεων. Και φυσικά, αυτό δεν είναι, καθόλου, τυχαίο, αφού και εκεί, η φοροδιαφυγή και το παρεμπόριο ανθούν, παρά το γεγονός ότι το γερμανικό κράτος είναι, σαφέστατα, πολύ πιο οργανωμένο, από το ελληνικό).

Η ελληνική οικονομία, ως μια οικονομία, η οποία λειτουργεί, βασιζόμενη στην κοινωνική κυριαρχία των αυτοαπασχολουμένων και των μεσαίων επιχειρήσεων, μπορεί να λειτουργεί, ως μια ελλειμματική οικονομία, στηριζόμενη στην εκτεταμένη φοροδιαφυγή και στην κοπή νομίσματος, προκειμένου να καλυφθούν τα προκύπτοντα ελλείμματα στον κρατικό προϋπολογισμό, τα οποία ελλείμματα καλύπτονταν, με την άσκηση του κρατικού δικαιώματος του seigniorage και τον μαλακό κρατικό δανεισμό, από την εσωτερική χρηματαγορά. Αυτή είναι η πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας και αυτή είναι, η ουσία και η δομή του δικού της μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης. 

Αυτό το μοντέλο ανάπτυξης, το οποίο όλες τις προηγούμενες δεκαετίες υπήρξε λειτουργικό και αποτελεσματικό, αφού έφερε την χώρα μέσα στις 25, με 30 χώρες με το μεγαλύτερο ΑΕΠ, στον κόσμο, διαταράχθηκε, με την είσοδο της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ. και κατέρρευσε, λίγα χρόνια, μετά την ένταξη της χώρας, στην διαδικασία της παγκοσμιοποίησης και στην ευρωζώνη, με την εφαρμοσμένη πολιτική του οικονομικού φιλελευθερισμού, στην οποία μετεστράφη το ΠΑΣΟΚ των καταγέλαστων "εκσυγχρονιστών" του Κώστα Σημίτη, αφού υποχρεώθηκε να ακολουθήσει τους κανόνες λειτουργίας των πλεονασματικών οικονομιών του βορρά και παράλληλα, να πληγεί, βαρύτατα, από την αθρόα εισαγωγή των ξένων προϊόντων, που εκτόπισαν τα ελληνικά, μέσα στην ίδια την εσωτερική αγορά της ελληνικής οικονομίας, την ίδια στιγμή, που οι εξαγωγικές της επιδόσεις ήσαν, ούτως, ή άλλως μικρές και τα λεγόμενα μη εμπορεύσιμα αγαθά αποτελούσαν ένα πολύ σημαντικό τμήμα της εσωτερικής ζήτησης.

Από εκεί και πέρα, η ελληνική οικονομία ακολουθώντας (έστω και με το στανιό και με καθυστερήσεις, που απλώς, αργοπόρησαν την καταστροφή, που επήλθε), λόγω της εγγενούς αμεριμνησίας και της αφορσύνης των σύγχρονων γόνων της εντόπιας "ευρωπαϊστικής" πολιτικοοικονομικής ελίτ, τους κανόνες των πλεονασματικών οικονομιών και της παγκοσμιοποίησης, οδηγήθηκε, στην κατάρρευση, όταν απώλεσε το νόμισμά της, την δραχμή, η οποία ήταν και το τελευταίο όπλο και εργαλείο, που της είχε απομείνει, προκειμένου να αντιμετωπίσει το σαρωτικό κύμα του διεθνούς ανταγωνισμού και την διαχείριση του, κατά βάση, εσωτερικού δημόσιου χρέους της, το οποίο μετατράπηκε, σε εξωτερικό, λόγω της κατάργησης της μαλακής δραχμής και την αντικατάστασή της, από το σκληρό ευρώ, αλλά και εξ αιτίας της πώλησης των ελληνικών κρατικών ομολόγων, που διακρατούσε το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, στις ξένες τράπεζες και στα διάφορά funds του εξωτερικού.

Έτσι, η μόνη λύση, υπό τις παρούσες συνθήκες (οι οποίες δεν πρόκειται να αλλάξουν, λόγω των συμφερόντων των πλεονασματικών γερμανικών ελίτ), που απομένει, στην ελληνική οικονομία, για να βρει τον δρόμο, προς την, περίπου, άμεση και ταχύρρυθμη οικονομική της ανάπτυξη, είναι η επιστροφή, στο εθνικό νόμισμα, στους ελέγχους της κίνησης των κεφαλαίων, που εκφράζονται σε συνάλλαγμα και η, κρατικά, προσδιορισμένη ισοτιμία της νέας δραχμής. 

Η λύση αυτή μπορεί να προκύψει, είτε με συμφωνία, με τους ευρωζωνίτες (οι οποίοι, στο παρελθόν, το 2011 και το 2015, μέσω του Wolfgang Schäuble, πρότειναν, στον Ευάγγελο Βενιζέλο και στον Γιάννη Βαρουφάκη, μια συμφωνημένη έξοδο της Ελλάδας, από την ευρωζώνη, πλην όμως και οι δύο, αφρόνως ποιούντες, την απέρριψαν, χωρίς να μπουν, καν, στην διαδικασία να συζητήσουν την πρόταση), είτε, εν ανάγκη και χωρίς συμφωνία.

Η εναλλαγή, απέναντι, στην επιστροφή στην δραχμή, δεν είναι άλλη, από την παραμονή, στην παρούσα κατάσταση και στην συνέχιση της καταστροφής, μέχρι την πλήρη παρακμή, αφού, όσο και αν οι "ευρωπαϊστές" μας το ονειρεύονται και το προπαγανδίζουν, η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να στηριχθεί, στην ανάπτυξη των εξωτερικών επενδύσεων, που δεν θα έλθουν, αλλά στις εσωτερικές δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις και στην τόνωση της εσωτερικής ζήτησης. Οι αφελείς "ευρωπαϊστές" μας, μέσα στην παρατεταμένη απελπισία τους, μπορεί να περιμένουν τις ανύπαρκτες εξωτερικές επενδύσεις, αλλά θα μείνουν, με την προσμονή. 

Δυστυχώς, γι' αυτούς, μόνο, με τις εσωτερικές ιδιωτικές και κυρίως, με τις δημόσιες επενδύσεις, τις οποίες όλες οι μνημονιακές κυβερνήσεις της τελευταίας εννεαετίας, έχουν κατακρεουργήσει, θα αναταχθούν οι συνολικές επενδύσεις, στην ελληνική οικονομία και από τα 25 δισ. €, που είναι σήμερα, μετά την κατάρρευσή τους, εξ αιτίας της ελληνικής χρεωκοπίας του 2010 και από τις μνημονιακές πολιτικές, θα φθάσουν και θα ξεπεράσουν τα 60 δισ. €, που ήσαν, πριν από έλευση της καταστροφικής κρίσης, στην οποία ρίφθηκε η ελληνική οικονομία.

Δυστυχώς, η εντόπια ελίτ εξακολουθεί , στην μεγάλη πλειοψηφία της, να προτιμά την στασιμότητα. Δηλαδή την συνέχιση της παρούσας καταστροφής.

Και αυτό είναι το χειρότερο. Διότι αυτή η πορεία πρέπει να αντιστραφεί. 

Το πώς μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο και με ποιούς, αυτό είναι το ζητούμενο...