Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2022

Κάνοντας παρέα με την Ρόζα 103 χρόνια μετά. (Μια κριτική ματιά, στο βιβλίο της Rosa Luxemburg, για την ρωσική επανάσταση, το 1917).

 



«Αλλά πνίγοντας την πολιτική ζωή σ’ όλη τη χώρα, είναι μοιραίο να παραλύει ολοένα και περισσότερο η ζωή μέσα σ’ αυτά τα ίδια τα σοβιέτ. Χωρίς γενικές εκλογές, απεριόριστη ελευθερία του τύπου και των συγκεντρώσεων, ελεύθερη πάλη των ιδεών, η ζωή ξεψυχάει μέσα σε όλους τους δημόσιους θεσμούς, γίνεται μια ζωή επιφανειακή, όπου η γραφειοκρατία μένει το μόνο ενεργό στοιχείο. Από το νόμο αυτόν κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει. Η δημόσια ζωή σιγά-σιγά βυθίστηκε στον ύπνο, μερικές δωδεκάδες αρχηγοί του κόμματος, με ανεξάντλητη ενεργητικότητα και απεριόριστο ιδεαλισμό, διευθύνουν και κυβερνούν. Μεταξύ αυτών η διεύθυνση είναι πραγματικά στα χέρια μιας μόνο δωδεκάδας εξαιρετικών εγκεφάλων και από καιρό σε καιρό συγκαλείται μια αριστοκρατία της εργατικής τάξης στις συγκεντρώσεις για να χειροκροτήσει τους λόγους των αρχηγών και να ψηφίσει ομόφωνα τις αποφάσεις που της προτείνουν. Υπάρχει λοιπόν στο βάθος μια κυβέρνηση κλίκας, μια δικτατορία είναι η αλήθεια, όχι όμως δικτατορία του προλεταριάτου, όχι : η δικτατορία μιας χούφτας πολιτικών, δηλαδή μια δικτατορία με αστική έννοια, με την έννοια της γιακωβίνικης κυριαρχίας».

Rosa Luxemburg, Οκτώβριος 1918.


Δεν είναι η πρώτη φορά, που ασχολούμαι, με την Rosa Luxemburg και τις θέσεις της, για την ρωσική επανάσταση του 1917. Το έχω ξανακάνει και στο παρελθόν (όποιος επιθυμεί μπορεί να δει το δημοσίευμα, που ανάρτησα, σε αυτό εδώ το μπλογκ, το 2009, με τίτλο : 90 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ : Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΚΑΙΩΣΗ ΤΗΣ ΡΟΖΑΣ ΛΟΥΞΕΜΠΟΥΡΓΚ.),  αλλά η αγορά, ή μάλλον καλύτερα, η επαναγορά του βιβλίου της Ρόζας, για την ρωσική επανάσταση του 1917 και στις δύο φάσεις της, αυτή του Φεβρουαρίου και εκείνη του Οκτωβρίου του έτους εκείνου, μου δίνει την ευκαιρία να προχωρήσω, σε μια κριτική ματιά, όχι μόνο στο περιεχόμενό του, αλλά και στην ίδια την συγγραφέα, η οποία, όπως και να το κάνουμε, ήταν, είναι και παραμένει ανεξάντλητη, πρωτοποριακή και φυσικά, αξιοθαύμαστη, για την αναλυτική της οξυδέρκεια.

Μιλώντας, για την Ρόζα Λούξεμπουργκ, πρέπει να πούμε ότι επρόκειτο για ένα άτομο το οποίο, φυσικά, ζούσε μέσα στους δικούς του περιορισμούς, που του έθεσαν φραγμούς, στο περιεχόμενο και στην ευρύτητα των αναλύσεων του. Όμως, η ίδια, αν και ήταν αιχμάλωτη της μαρξιστικής ιδεολογίας, την οποία ειχε υιοθετήσει, ως προσωπική της ψευδή συνείδηση, φρόντισε και πέτυχε, ψηλαφητά και σε μακροχρόνια βάση, να ξεπεράσει τους φραγμούς αυτούς, έχοντας, ως βάση, την ίδια την εμπειρία, από την οποία φρόντιζε, πάντα, να βγάζει τα μαθήματα και τα συμπεράσματά της, για την πολιτική, την κοινωνική και την οικονομική ζωή και την πραγματικότητα, που αναδυόταν, από αυτές τις πτυχές του είναι των κοινωνιών της εποχής της.

Έτσι η αναλυτική της δεινότητα και ικανότητα την οδήγησαν ακόμα και όταν και η ίδια δεν είχε συνείδηση, ή την πρόθεση να το πράξει, στην αμφισβήτηση της ίδιας της μαρξιστικής της ιδεολογίας, τον αισιόδοξο ντετερμινιστικό ψευδορθολογισμό της οποίας φρόντισε να καταρρίψει, στην πράξη, μέσα από την ίδια την ανάλυση της πραγματικότητας, που εκτυλισσόταν μπροστά της.

Κλασικό παράδειγμα έχουμε το ιστορικό δίλημμα "Σοσιαλισμός, ή βαρβαρότητα", το οποίο η Ρόζα Λούξεμπουργκ έθεσε, ως σύνθημα και ως στάση ζωής και στο οποίο συμπυκνώνεται, έστω και διαζευτικά, το μέλλον των ανθρώπινων κοινωνιών, αμφισβητώντας, έτσι, στην πράξη, τον σκληρό πυρήνα του  μαρξστικού ιστορικού ντετερμινισμού, του οποίου η υποτιθέμενη επιστημονική ανάλυση και θεωρία οδηγεί, στο αναπόφευκτο ψευδεπιστημονικό συμπέρασμα ότι το μέλλον της ανθρωπότητας ήταν και είναι, αναγκαστικά και πέρα από τις προσωπικές και τις συλλογικές θελήσεις των ανθρώπων και των κοινωνιών τους, η έλευση - έστω μέσα από τις όποιες αντιξοότητες - και η πραγματοποίηση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, ως κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών οργανωτικών σχημάτων της ανθρωπότητας νοούμενης, ως παγκόσμιας κοινωνίας.

Το παραπάνω απόσπασμα των κειμένων της Ρόζας Λούξεμπουργκ έρχεται να περιγράψει, να αναλύσει και να ψηλαφίσει το παρόν και το μέλλον του αρνητικού σκέλους του διλήμματος, που η ίδια έθεσε και το οποίο, παραπάνω, ανέφερα. Δηλαδή της βαρβαρότητας, η οποία θα ακολουθήσει την μη επίτευξη και την μη έλευση του σοσιαλισμού, ως ανθρώπινου κοινωνικού συστήματος.

Μα, θα πουν πολλοί, όπως και να έχουν τα πράγματα, η εμπειρία της ζωής, μετά την δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ, στις 15 Ιανουαρίου 1919 (πριν 103 χρόνια, από σήμερα) και η εξέλιξη της πραγματικότητας, όπως και να έχει και μέσα από τις όποιες αντιξοότητες, τελικά, δεν έχουν φέρει την βαρβαρότητα. Μπορεί να μην έφεραν τον σοσιαλισμό, ως αξίωση για μία κοινωνική ισότητα και ελευθερία, αλλά, τελικά, οι ανθρώπινες κοινωνίες απέφυγαν την έλευση της βαρβαρότητας.

Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Μετά την πρωτοφανή ανθρωπιστική καταστροφή του πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, την οποία έζησε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ακολούθησε η δεύτερη και πολύ μεγαλύτερη ανθρωπιστική καταστροφή του δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, ενώ σήμερα επικρέμαται μία, απείρως, μεγαλύτερη ανθρωπιστική καταστροφή, από την πιθανή έλευση ενός τρίτου Παγκοσμίου πολέμου, ο οποίος, φυσικά, εάν συμβεί, θα οδηγήσει, σε πυρηνικό όλεθρο, έστω και αν αυτός τεθεί εντός ορίων. Τα όρια αυτά, ακόμη και αν υπάρξουν, θα ξεπεράσουν οποιαδήποτε φαντασία μπορούμε να κάνουμε και οι ανθρωπιστικές καταστροφές του παρελθόντος θα φαίνονται, ως ανεπαίσθητες, σε σχέση με αυτό, που πρόκειται να συμβεί, όποτε και αν αυτό συμβεί.

Αυτή είναι η πραγματική αλήθεια. Και αυτή την αλήθεια δεν πρέπει να την ξεχνάμε ποτέ.

Βέβαια, δεν είναι μόνο η έλευση του πυρηνικού πολέμου και του ολέθρου, που θα ακολουθήσει, αν αυτός συμβεί, η επίδειξη της βαρβαρότητας, στην οποία αναφέρεται η Ρόζα Λούξεμπουργκ. Η βαρβαρότητα μπορεί, κάλλιστα, να αναδειχθεί, από την ίδια την πραγματικότητα της εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών, έστω και χωρίς τον πόλεμο και νομίζω ότι ψήγματα αυτής της βαρβαρότητας, που περιγράφει η Ρόζα Λουξεμπουργκ, ήδη, έχουμε αρχίσει να τα ζούμε, ξεκινώντας από την δεκαετία του 2000 και του 2010, τα οποία ψήγματα μπορούν να σταθεροποιηθούν, σε συγκροτημένες κοινωνικές και οργανωτικές δομές, στις ανθρώπινες κοινωνίες, αν λάβουμε, υπόψη μας, τον ολοκληρωτισμό, που αναδύεται από την σύγχρονη καπιταλιστική εξέλιξη, όχι μόνο, στην παλαιά γραφειοκρατική καπιταλιστική Δύση, αλλά, κυρίως, στον ζώντα και ανερχόμενο γραφειοκρατικό καπιταλισμό της Ανατολής, στην οποία κυρίαρχο παράδειγμα είναι το ονομαζόμενο, ως "σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς" καθεστώς, το οποίο έχει επιβάλει ο σύγχρονος απόγονος του λενινισμού, τον οποίο κριτίκαρε, αρνητικά και αμείλικτα, η Ρόζα.

Και φυσικά, ομιλώ, για το καθεστώς, που επικρατεί, στην Κίνα του 1,5 δισεκατομμυρίου ανθρώπων και το οποίο έχει επιβάλει το, εκεί, κυβερνών Κομμουνιστικό Κόμμα, σε αγαστή συνεργασία, με την πολυπλόκαμη γραφειοκρατία των διεθνών πολυεθνικών εταιρειών.

Εννοείται ότι οποιαδήποτε αυταπάτη μπορεί κάποιος να τρέφει, για την εξέλιξη, στην οποία μπορεί να στραφούν οι κοινωνίες, είναι ψευδής, βρίσκεται εκτός πραγματικότητας και είναι, κυριολεκτικά, εκτός τόπου και χρόνου.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, όπως προκύπτει από τα γραπτά της και από την πολιτική της δράση, δεν έτρεφε αυταπάτες, πάρα το γεγονός ότι είχε την δική της ψευδή συνείδηση, δηλαδή την δική της ιδεολογία, η οποία ήταν ο μαρξισμός. Πάνω απ’ όλα, η Ρόζα ήταν ρεαλίστρια και σε αυτό, ίσως - και πρέπει - να την βοήθησε η μαρξιστική της παιδεία, αλλά κυρίως, το, πραγματικά, ελευθεριακό και κοινωνικοαπελευθερωτικό πνεύμα, από το οποίο διεπόταν. 

Με λίγα λόγια έβλεπε ότι ο επαναστατικός βολονταρισμός της μπολσεβικικής ηγεσίας, υπό τον Βλαντιμίρ Λένιν και τον Λέοντα Τρότσκι, δεν ήταν αρκετός και δεν αποτελούσε καμία εγγύηση, για την αίσια έκβαση των γεγονότων, όσον αφορά την ρωσική επανάσταση και το επαναστατικό εγχείρημα των μπολσεβίκων, τον Οκτώβριο του 1917, που τους οδήγησε, ύστερα από την επίμονη απαίτηση του Λένιν, στην κατάληψη της εξουσίας στο όνομα της πλειοψηφίας των εργατικών και στρατιωτικών συμβουλίων, στην Αγία Πετρούπολη και στην Μόσχα και στην ανατροπή της προσωρινής κυβέρνησης του Αλεξάντρ Κερένσκυ.

Για την Ρόζα, πρωτεύον και ουσιαστικά, το μόνο στοιχείο, για την επιτυχία του επαναστατικού κινήματος, στην Ρωσία, ήταν, αφενός, η άσκηση της εξουσίας, από το σύνολο της εργατικής τάξης και των προλεταριοποιμένων αγροτών και αφετέρου, μαζί με την επέκταση των δημοκρατικών ελευθεριών, εντός των επαναστατών και της προλεταριακής κοινωνίας, στην επιτυχία της παγκόσμιας διάστασης της επανάστασης. Γι' αυτόν τον λόγο, η κριτική της υπήρξε υποστηρικτική, μεν, αλλά και αμείλικτα, σκληρή, προς την ηγεσία των μπολσεβίκων, την αριστοκρατία της ρωσικής εργατικής τάξης και των εξουσιαστικών πρακτικών τους και σαρωτικά, επικριτική, δε, για τα πεπραγμένα της γερμανικής και της αυστριακής σοσιαλδημοκρατίας, υπό τον Καρλ Κάουτσκυ και την ένοχη και καταστροφική υποστήριξή τους, στον πόλεμο, που διεξήγαν ο γερμανικός και ο αυστριακός ιμπεριαλισμός.

Στην ουσία και στην πραγματικότητα, η Ρόζα έβλεπε και προχώρησε, σε μια πρόωρη ανατομία και ψηλάφιση των οργανωτικών, πολιτικών και κοινωνικών δομών της αναδυόμενης, εκείνη την εποχή, γραφειοκρατικής καπιταλιστικής κοινωνίας, στην ανατολική της μορφή, που ξεπήγαζε, από την ρωσική επανάσταση, αλλά και στην δυτική της μορφή, έτσι όπως αυτή εκφραζόταν, από την ηγεσία της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας και την αριστοκρατία της γερμανικής εργατικής τάξης, που υπέταξαν τους εαυτούς τους και την τάξη ολόκληρη, στην υπηρεσία του πολέμου και των σκοπών του γερμανικού κεφαλαίου.

Η εξαιρετική και διεισδυτική αναλυτική της δεινότητα την βοήθησε να δει και να κριτικάρει, πολύ νωρίς, την ανερχόμενη γραφειοκρατία του μπολσεβίκικου κόμματος, αλλά και των σοσιαλδημοκρατών και αυτό είναι το μεγάλο της επίτευγμα, πολύ πριν προχωρήσουν, στις δικές τους λιγότερο επαρκείς, ή επαρκέστερες κριτικές, αργότερα (και μπορώ να πω, πολύ αργότερα), ο μετανοημένος - λόγω της απώλειας της εξουσίας, από τον Ιωσήφ Στάλιν - Λέων Τρότσκι, όπως, μεταγενέστερα, έπραξε ο James Burnham και πολύ αργότερα, ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο οποίος έδωσε ένα σαφές περίγραμμα της έννοιας και των δομών της σύγχρονης γραφειοκρατικής κοινωνίας.

Αυτή η θετική συνεισφορά της Ρόζας Λούξεμπουργκ, στην πρόωρη διαύγαση της ανόδου της γραφειοκρατίας είναι ένα πολύτιμο και ανεκτίμητο δώρο, για τις επόμενες γενιές που ακολούθησαν την δική της, ένα δώρο, το οποίο εξακολουθεί, πάντα, να έχει την δική του μεγάλη αξία και στην σύγχρονη εποχή, όπως και στο μέλλον, ως δίδαγμα, για το τί μπορούμε και το τί δεν πρέπει να κάνουμε, εάν θέλουμε τη πραγματοποίηση της κοινωνικοαπελευθερωτικής αλλαγής, που, τότε, ονομαζόταν σοσιαλισμός και των κοινωνικοαπελευθερωτικών ιδεών, στο απώτερο μέλλον, εάν αυτή η πραγματοποίηση είναι, ή καταστεί, κάποτε, εφικτή κάτι που, φυσικά, δεν μπορεί να θεωρείται και δεν είναι δεδομένο ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί. 

Έτσι, 103 χρόνια μετά την δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ (όποιος επιθυμεί, μπορεί να δει και τα παλαιά δημοσιεύματα, σε αυτό εδώ το μπλογκ, με τίτλους : 11/1918 - 1/1919 : Η "νόμιμη εκτέλεση" της Rosa Luxemburg και του Karl Liebknecht, η εξέγερση των Σπαρτακιστών και τα αδιέξοδα του γερμανικού εργατικού κινήματος. και V. I. Lenin και Rosa Luxemburg : Βίοι παράλληλοι και αντίθετοι. Ή ο λενινισμός, ως μια αντιελευθεριακή και αντιδημοκρατική παιδαγωγική. (Μια αποτίμηση της πορείας, προς την ουτοπία και των αδιεξόδων του κοινωνικοαπελευθερωτικού πειράματος των εργατικών και αγροτικών συμβουλίων από το 1919 μέχρι το 1921).), έχουμε την υποχρέωση, για μια, ακόμη, φορά, να της αποτίσουμε τον φόρο τιμής, που, πραγματικά, της αξίζει.

Και αυτό είναι που αποπειρώμαι να κάνω, για πολλοστή φορά.

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2022

Τί θα συμβεί, εάν το ήπιο τελεσίγραφο της Μόσχας, προς ΗΠΑ και ΝΑΤΟ, δεν είναι μπλόφα; Τότε, the game is over, αφού η ρωσική ηγεσία θεωρεί, ως casus belli, οποιαδήποτε επέκταση του NATO, στα σύνορα της χώρας της. Απλά, η Ουάσινγκτων θα απειληθεί, με πυρηνικό πλήγμα, σε οποιοδήποτε επίπεδο.

 



Αλήθεια τι θα συμβεί, εάν το πρόσφατο τελεσίγραφο της Μόσχας, προς ΗΠΑ και ΝΑΤΟ, δεν είναι μπλόφα, όπως πιστεύω εγώ; 

Οι Δυτικοί ελπίζουν ότι ο Βλαντιμίρ Πούτιν μπλοφάρει. Από την άλλη πλευρά όμως, φοβούνται ότι δεν μπλοφάρει και για αυτό, όπως φαίνεται, τα έχουν χαμένα. Βρίσκονται, προ απροόπτου, διότι δεν περίμεναν αυτή την κίνηση, από την πλευρά του Ρώσου ηγέτη. Άλλωστε, κάτω από την δική τους οπτική γωνία, είναι ανήκουστο να τους τίθεται ένα, τέτοιου είδους, τελεσίγραφο, όσο ήπιο κι αν αυτό φαίνεται, στην διατύπωσή του, με το οποίο η Μόσχα έρχεται να τους υπαγορεύσει το τί τους επιτρέπεται να κάνουν και το τί δεν τους επιτρέπεται να κάνουν.

Μέχρι μέχρι πρόσφατα, θεωρούσαν ότι η Ρωσία ήταν δεδομένη και ότι, λίγο-πολύ, μπορούσαν να κάνουν ό,τι οι ίδιοι επιθυμούν, απέναντί της, θεωρώντας ότι η ηγεσία της Μόσχας δεν μπορεί να αντιδράσει στις δικές τους πράξεις, οι οποίες σκοπό έχουν την ολοκλήρωση της περικύκλωσης της Ρωσίας, από τα αμερικανονατοϊκά οπλικά συστήματα.

Ο απώτερος σκοπός των Δυτικών είναι να υποχρεώσουν την μεγάλη αυτή χώρα να υπακούει, στις δικές τους διαταγές και στην πορεία, να την καταστήσουν μία, νέου τύπου, αποικία τους και φυσικά, να την πολυδιασπάσουν, σε επιμέρους τιμάρια, προκειμένου να την εξολοθρεύσουν, ως μεγάλη πυρηνική χώρα και απειλή, όπως έγινε, πριν 30 χρόνια, με την "Σοβιετική Ένωση".

Αυτός είναι ο σκοπός της Ουάσιγκτον, από την εποχή της διάλυσης της "Σοβιετικής Ένωσης", αλλά αυτός ο στόχος δεν επιτεύχθηκε, κατά την περίοδο της διακυβέρνησης της Ρωσίας, από την ηγεσία του Μπόρις Γέλτσιν, επειδή, τουλάχιστον, η ανερμάτιστη αυτή ηγεσία είχε την πρόνοια να προστατεύσει την εδαφική ενότητα και ακεραιότητα της χώρας, στηριζόμενη, στο τεράστιο πυρηνικό της οπλοστάσιο, που απέτρεψε κάθε σκέψη των Δυτικών, για έναν ένοπλο εδαφικό τεμαχισμό της μετασοβιετικής Ρωσίας.

Αυτό, βέβαια, δεν εμπόδισε τους Δυτικούς να παραγκωνίσουν την Μόσχα και να την αγνοήσουν, στο διεθνές πεδίο, αντιμετωπίζοντας την Ρωσία, όχι ως μία υπερδύναμη, αλλά ως μία περιφερειακή δύναμη, την οποία έβλεπαν, ως ανίσχυρη να αντισταθεί, στις επιδιώξεις και στις πράξεις της Ουάσιγκτον, σε κάθε μέρος της γης, ακόμα και όταν οι πράξεις αυτές αφορούσαν και έφταναν, στον άμεσο περίγυρο της Ρωσίας και ουσιαστικά, στρέφονταν εναντίον της, όπως συνέβη με την επέκταση του ΝΑΤΟ, στην Ανατολική Ευρώπη, μέχρι τις χώρες της Βαλτικής. 

Φυσικά, οι Δυτικοί έγραψαν, στα παλαιότερα υποδήματά τους, τις προφορικές υποσχέσεις, που είχαν δώσει στην ανεκδιήγητη ηγεσία του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, το 1989-1990, οι οποίες προφορικές υποσχέσεις, αν και δεν καταγράφηκαν, λόγω της απύθμενης βλακείας της ύστερης "σοβιετικής" ηγεσίας, σε κάποια επίσημη συνθήκη, συμπυκνώνονται, στο ότι η Δύση και το ΝΑΤΟ δεν επρόκειτο να μετακινηθούν, ούτε μια ίντσα, στα εδάφη των χωρών του πρώην "υπαρκτού σοσιαλισμού" και ότι θα έμεναν, στον χώρο, που ήδη βρίσκονταν, στην Δυτική Ευρώπη. 

Όλα αυτά, βέβαια, στην πράξη, αποδείχθηκαν πομφόλυγες, σκέτα παραμύθια, αλλά η ανικανότητα των μετασοβιετικών ηγεσιών της Ρωσίας επέτρεψε, στην Δύση, με επικεφαλής την Ουάσιγκτων, να συμπεριφερθεί, σαν να μην είχαν δοθεί πότε αυτές οι υποσχέσεις, οι οποίες, άλλωστε, όπως είπαμε, ουδέποτε καταγράφηκαν, σε οποιοδήποτε, νομικά, δεσμευτικό κείμενο συμφωνίας, ανάμεσα στην Δύση και την ύστερη ηγεσία της "Σοβιετικής Ένωσης".

Αλλά, τώρα πια, the game is over. Η Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν αισθάνεται ότι μπορεί να επιβάλει, στην Ουάσιγκτων και στην Δύση, αυτά που δεν φρόντισε να επιβάλει ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. 

Και φυσικά, η ρωσική ηγεσία δεν μένει, στα λόγια. Προχωρεί, στην πράξη, απαιτώντας, περίπου τελεσιγραφικά, την απόσυρση του των νατοϊκών οπλικών συστημάτων, από τις χώρες του πρώην "υπαρκτού σοσιαλισμού" και την μη επέκταση του ΝΑΤΟ, από εδώ και πέρα, σε οποιαδήποτε άλλη χώρα.

Ουσιαστικά, ο Βλαντιμίρ Πούτιν προσδιορίζει, έμμεσα, αλλά σαφέστατα και κατηγορηματικά, ότι η επέκταση του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία και την Γεωργία, αποτελεί casus belli, αιτία πολέμου. Και φυσικά, η ρωσική ηγεσία τονίζει, πάλι έμμεσα, αλλά και πάλι, σαφέστατα και κατηγορηματικά, ότι το ίδιο θα συμβεί και στην περίπτωση, που το ΝΑΤΟ επεκταθεί, στην Φιλανδία, ή στην Σουηδία.

Ύστερα από όλα αυτά, η Ουάσινγκτων, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και γενικότερα, η Δύση έχουν καταθορυβηθεί, από αυτές τις ρωσικές απαιτήσεις, οι οποίες θέτουν, ως τελική κατάληξη, την υπογραφή μιας, νομικά, δεσμευτικής συμφωνίας, ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ρωσία, όπως και το ΝΑΤΟ. Μία συμφωνία, που θα καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις και των δύο πλευρών και φυσικά, θα κατοχυρώνει τα ζητήματα της ζωτικής ασφάλειας της Ρωσίας, η οποία, απλούστατα, δεν μπορεί να δεχθεί την τοποθέτηση οπλικών συστημάτων του ΝΑΤΟ, σε μία τόσο μικρή απόσταση, από τα σύνορά της, από όπου θα μπορούν να χτυπήσουν την Αγία Πετρούπολη, την Μόσχα και τους ρωσικούς στρατιωτικούς στόχους, μέσα σε λίγα λεπτά. Και φυσικά, η συμφωνία αυτή, τέλος, θα πρέπει να προβλέπει και τους μηχανισμούς παρακολούθησης και εφαρμογής, στην πράξη, του περιεχομένου της, όπως και των δεσμεύσεων, που οι δύο πλευρές θα έχουν αναλάβει.

Όπως είπαμε, η Ουάσιγκτων έχει τρομάξει από τις απαιτήσεις της Μόσχας. Το ίδιο και οι σύμμαχοί της, στην Ευρώπη, οι οποίοι βλέπουν ότι τυχούσα αποδοχή, έστω και μερικώς, οσων η Ρωσία ζητεί, θα θέσει τον ευρωπαϊκό χώρο, υπό την ρωσική ομηρία, καθιστώντας την Μόσχα έναν ζωτικό παίχτη, για το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Και κάτι τέτοιο δεν είναι επιθυμητό, ούτε από το Βερολίνο, ούτε και από το Παρίσι.

Για αυτό και η Δύση ελπίζει ότι ο Βλαντιμίρ Πούτιν μπλοφάρει, αλλά το ερώτημα που, όπως προανέφερα, τίθεται, είναι το τί θα συμβεί εάν η ρωσική ηγεσία δεν μπλοφάρει και εννοεί όσα λέει και απαιτεί.

Αυτό που θα συμβεί είναι πολύ απλό και συνάμα τρομακτικό : Η Δύση και ιδιαίτερα οι κεντροευρωπαϊκές, όπως και οι ανατολικές ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και η ίδια η Ουάσινγκτων, θα βρεθούν, κάτω από την απειλή ενός πυρηνικού πλήγματος, ή μιας σειράς πυρηνικών πληγμάτων, σε οποιοδήποτε επίπεδο, σε οποιονδήποτε χώρο, ακόμα και μέσα στις ίδιες τις ΗΠΑ, οι οποίες, με την σειρά τους, θα περικυκλωθούν, από ρωσικά πυρηνικά όπλα, τα οποία η Μόσχα δεν θα διστάσει να τοποθετήσει, στην Κούβα και στην Βενεζουέλα, όπως και σε μια ανάσα, από τις αμερικανικές ακτές, στον Ατλαντικό και στον Ειρηνικό Ωκεανό.

Ως εκ τούτου, οι επιλογές της Ουάσινγκτων δεν είναι πολλές, αν αναλογιστούμε το γεγονός ότι η Μόσχα θα μεταφέρει το πρόβλημα περικύκλωσης, που ίδια αντιμετωπίζει, μέσα στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, πληρώνοντας την αμερικανική ηγεσία, με το ίδιο νόμισμα. 

Κάπως έτσι, η αμερικανική πρωτεύουσα και ο μέσος αμερικανός πολίτης, θα αντιληφθούν ότι δεν είναι, πλέον, άτρωτοι, απέναντι σε μια ρωσική απειλή άμεσης επίθεσης, στο ίδιο το έδαφος της χώρας τους, είτε μετά από ένα αιφνιδιαστικό και χωρίς προειδοποίηση πυρηνικό πλήγμα, ή μια σειρά πυρηνικών πληγμάτων, στο αμερικανικό έδαφος, είτε, το πιθανότερο, ως απάντηση, σε μια προσπάθεια του ΝΑΤΟ να αντιδράσει, στρατιωτικά, σε μια εισβολή της Ρωσίας, στην Ουκρανία, ή στις χώρες της Βαλτικής και στην Πολωνία.  

Όσοι πιστεύουν ότι αυτά τα σενάρια είναι σενάρια επιστημονικής φαντασίας και εκτός πραγματικότητας, κάνουν λάθος. Είναι γεγονός ότι οι μεγάλες πυρηνικές δυνάμεις, πριν λίγες μέρες, συμφώνησαν πως ένας πυρηνικός πόλεμος δεν μπορεί να κερδηθεί. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά δεν είναι ολόκληρη η αλήθεια. Είναι απλώς ένα μέρος της αλήθειας. 

Και τούτο διότι δεν είναι απαραίτητο να υπάρξει ένας γενικευμένος πυρηνικός πόλεμος. Μπορούν να υπάρξουν, επιμέρους, πυρηνικές επιθέσεις, οι οποίες να χρησιμεύσουν, σε εκείνους που θα τις χρησιμοποιήσουν, για να εκφοβίσουν τον αντίπαλο και να κερδίσουν, μέσα από το φόβο του αντιπάλου, τους επιδιωκόμενους στόχους τους. Βέβαια, ουδόλως αποκλείεται ένας περιορισμένος πυρηνικός πόλεμος να γενικευτεί. Αλλά αυτό θα κριθεί και θα πραγματοποιηθεί, ή δεν θα πραγματοποιηθεί, εκείνη την χρονική περίοδο, που θα έχει ξεσπάσει αυτός ο περιορισμένος πυρηνικός πόλεμος.

Άλλωστε, η ρωσική ηγεσία, μέσω του ίδιου του Βλαντιμίρ Πούτιν, έχει ξεκαθαρίσει, από το 2014, ότι, εφόσον υπάρξει ζωτικό πρόβλημα ασφαλείας, για την Ρωσική Ομοσπονδία, οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας θα χρησιμοποιήσουν τακτικά πυρηνικά όπλα, για να αντιμετωπίσουν τον αντίπαλο. Και φυσικά, ως αντίπαλος, νοείται το ΝΑΤΟ.

Είναι γεγονός, βέβαια, ότι οι ρωσικές ηγεσίες ηγεσίες έχουν αργήσει, πάρα πολύ, να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο της περικύκλωσης της χώρας τους, από το ΝΑΤΟ. Έπρεπε να αντιδράσουν, πρώτα το 1999, όταν η Βορειοατλαντική Συμμαχία επεκτάθηκε, στις ανατολικές χώρες και μετά, το 2004, όταν προσχώρησαν, σε αυτήν την συμμαχία, οι χώρες της Βαλτικής. 

Στην πρώτη περίπτωση, ο Γέλτσιν δεν αντέδρασε και άφησε την διαδικασία να προχωρήσει, αλλά με τον πόλεμο, στην Γιουγκοσλαβία, η ρωσική ελίτ αντιλήφθηκε τις κακές προθέσεις των ΗΠΑ και της Δύσης και γι’ αυτό, υποχρεώθηκε να φέρει, στην εξουσία τον Βλαντιμίρ Πούτιν, τον παλαιό Καγκεμπίτη, προκειμένου να επιτύχει την ανόρθωση της Ρωσίας, στο επίπεδο της υπερδύναμης.

Στην δεύτερη περίπτωση, ο Βλαντιμίρ Πούτιν, επίσης, δεν αντέδρασε, επειδή θεώρησε ότι η Ρωσία δεν είχε την δυνατότητα να απειλήσει την Δύση και επειδή η αλήθεια είναι ότι και ο ίδιος διατηρούσε κάποιες αυταπάτες, ως προς τις προθέσεις των Δυτικών.

Και στις δύο περιπτώσεις και ο Γέλτσιν και ο Πούτιν έσφαλλαν. Μπορούσαν να αντιδράσουν, στα καμώματα των ΗΠΑ και της Δύσης, αναβαθμίζοντας την απειλή τους, για ένα αλληλοσυνεχές πυρηνικό κτύπημα, στο ίδιο το αμερικανικό έδαφος, όπως και στο δυτικοευρωπαϊκό. Η Ρωσία, βέβαια, εκείνη την εποχή, σε επίπεδο συμβατικών στρατιωτικών δυνάμεων, βρισκόταν σε αδυναμία, απέναντι, στις ΗΠΑ, την Δύση και το ΝΑΤΟ. 

Όμως, σε επίπεδο πυρηνικών όπλων, η Ρωσία είχε - όπως και τώρα έχει - την δυνατότητα να απειλήσει, στα σοβαρά, τους αντιπάλους της, οι οποίοι, εάν λάμβαναν, από την Μόσχα, ένα άτυπο casus belli, θεωρώ βέβαιο ότι θα έκαναν πίσω και δεν θα πραγματοποιούσαν τις δύο επεκτάσεις του ΝΑΤΟ, στις χώρες του πρώην "υπαρκτού σοσιαλισμού".

Ο Βλαντιμίρ Πούτιν έβαλε, στην συνέχεια, ένα συγκεκριμένο όριο, στο ζήτημα της επέκτασης του ΝΑΤΟ, προς ανατολάς. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι διέπραξε κάποια λάθη, αλλά αυτό το όριο το έθεσε, το 2008, όταν απαίτησε από το ΝΑΤΟ και ιδιαίτερα από τον τότε Πρόεδρο των ΗΠΑ George Bush Jr, να μην ενταχθούν η Ουκρανία και η Γεωργία, στην Βορειοατλαντική Συμμαχία. Και φυσικά, εισακούστηκε. Η απαίτηση αυτή έγινε, τότε, αποδεκτή. Η Ουάσιγκτων είχε αντιληφθεί τον κίνδυνο και ότι οι απαιτήσεις της Μόσχας δεν ήσαν κενές περιεχομένου.

Στη συνέχεια ακολούθησαν δύο λάθη του Βλαντιμίρ Πούτιν τέλεια το πρώτο έγινε το 2014 στην περίπτωση της Ουκρανίας όπου η Μόσχα δεν προχωρήσει δεν προχώρησε στην κατάληψη όλης της χώρας αυτής, ή τουλάχιστον, ενός μεγάλου μέρους της, εξαιρουμένης μιας περιοχής, στην Δυτική Ουκρανία, όπου κατοικούν εθνότητες, οι οποίες δεν είναι ρωσικές και ουκρανικές, επιτρέποντας την κατάληψη της εξουσίας, από τις ακροδεξιές, έως ναζιστικές, ένοπλες ομάδες που είχε οργανώσει και εξοπλίσει η Δύση, περιοριζόμενος στην κατάληψη της Κριμαίας και στην στήριξη των αυτονομιστών του Ντονπάς, την ίδια στιγμή, που η Δύση φοβόταν ότι η Μόσχα θα εισέβαλε και θα καταλάμβανε όλη την Ουκρανία. 

Ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν προέβη, σε αυτή την ενέργεια, με αποτέλεσμα, στην πορεία, η Ουάσινγκτων να αποθρασυνθεί και να απειλεί, στην πράξη, την ενσωμάτωση της χώρας αυτής, στους δυτικούς θεσμούς, ενισχύοντας, στρατιωτικά, την ενίσχυση του αδύναμου ουκρανικού στρατού. Αυτό το σφάλμα το πληρώνει, ακόμη.

Το δεύτερο σφάλμα του Βλαντιμίρ Πούτιν έγινε το 2019, όταν επέτρεψε να πραγματοποιηθεί η διαδικασία ένταξης της Σλαβομακεδονίας, στο ΝΑΤΟ, παρά τις όποιες λεκτικές αντιδράσεις της Μόσχας οι οποίες δεν ελήφθησαν υπόψιν από την Δύση, γεγονός το οποίο αποδυνάμωσε την προηγούμενη σωστή πολιτική του να θέσει βέτο, στην ένταξη της Ουκρανίας και της Γεωργίας στην Βορειοατλαντική Συμμαχία. 

Για αυτό και σε εκείνον τον πρόσφατο καιρό, θεωρούσα ότι τα πράγματα είχαν φθάσει, σε επικίνδυνο σημείο, ώστε να εκραγεί μία ένοπλη σύρραξη, στα Βαλκάνια, κάτι που τότε, τελικά, δεν πραγματοποιήθηκε, αφήνοντας, όμως, ανοικτούς λογαριασμούς, για το μέλλον, το οποίο διανύουμε, στις μέρες μας.

Αλλά, τώρα πλέον, όπως προανέφερα, the game is over. Η ρωσική ηγεσία, στις 17 Δεκεμβρίου 2021, έθεσε, ανοικτά, το τελεσίγραφό της, στην Δύση, για την πραγματοποίηση μιας νέας συμφωνίας, τύπου Γιάλτας, με την οποία επιδιώκει την ανατροπή, στα σύγχρονα πλαίσια, tom των τα τελευταία των γεγονότων τετελεσμένων γεγονότων της τελευταίας τριακονταετίας, που οδήγησαν, στην περικύκλωση της Ρωσίας, από το ΝΑΤΟ και έθεσαν ουσιαστικό ζήτημα για την ασφάλεια της μεγάλης αυτής χώρας. 

Πρόκειται για μπλόφα; Δεν το νομίζω. Η ρωσική ηγεσία αντιλαμβάνεται ότι ο άμεσος περίγυρος της και ίδια η υπόσταση της χώρας της κινδυνεύει, άμεσα, ή έστω μακροχρόνια, από την αμερικανονατοϊκή περικύκλωσή της, που καθιστά ένα αλληλοδιαδοχικό πλήγμα, στις ρωσικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις, θέμα μερικών λεπτών της ώρας, εάν και όταν, η Ουάσιγκτων θελησει να το πραγματοποιήσει.

Γι' αυτό και η Μόσχα ζητάει την ουσιαστική ανατροπή των τετελεσμένων γεγονότων, μέσα στις σύγχρονες συνθήκες βέβαια, η οποία ανατροπή θα υποχρεώσει την Δύση να υποχωρήσει, από όσα κέρδισε, κατά τις προηγούμενες τρεις δεκαετίες και να αφοπλίσει, ουσιαστικά, τις χώρες του πρώην "υπαρκτού σοσιαλισμού", που έχουν ενταχθεί, στο ΝΑΤΟ και να την δεσμεύσει ότι η Βορειοατλαντική Συμμαχία δεν πρόκειται να επεκταθεί, από εδώ και πέρα, γύρω, από τα ρωσικά σύνορα.

Είναι κατανοητό πως αυτή η διαπραγμάτευση, που ζητά η Ρωσία και την οποία η Ουάσιγκτον υποχρεώθηκε να αποδεχθεί, θα είναι δύσκολη. Οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, προφανώς, θα χρειαστούν χρόνο, για να μπορέσουν να καταλήξουν, στο τί πρόκειται να δεχτούν και τί όχι. Και φυσικά η Μόσχα αυτόν τον απαιτούμενο χρόνο θα τους τον δώσει. 

Μόνο, που ο χρόνος αυτός δεν θα είναι απεριόριστος. Προφανώς, θα είναι αρκετός, αλλά θα έχει ένα ορατό τέρμα, πέραν του οποίου η Μόσχα δεν θα επιτρέψει μία ατέρμονη χρονοτριβή, από την πλευρά της Δύσης, με σκοπό οι ΗΠΑ και οι Δυτικοί να κερδίσουν χρόνο και να οδηγήσουν, σε ένα τέλμα, την όλη διαδικασία.

Από εκεί και πέρα, πλέον, όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοικτά, είναι στο τραπέζι και φυσικά, θα δούμε τα αποτελέσματά τους. 

Ελπίζω ότι θα επικρατήσουν η λογική και ο ορθολογισμός και ότι, τελικά, θα βρεθεί μία ειρηνικη λύση. 

Αν αυτό δεν συμβεί, φυσικά, τα πράγματα θα πάρουν μια πολύ άσχημη, έως τρομακτική τροπή, την οποία οι δικές μας γενιές δεν έχουν ξαναζήσει.

Μακάρι να πέσω έξω και τίποτε, από όλα αυτά, να μην πραγματοποιηθούν. Αλλά...


Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2022

Τί συμβαίνει στο Καζακστάν; Τίποτε περισσότερο, από μια σύγχρονη προλεταριακή εξέγερση/επανάσταση, την βοήθεια, στην καταστολή της οποίας, ανέλαβε ο Βλάντιμιρ Πούτιν.

 


Έλειψε ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, από την τωρινή εξέγερση, στο Καζακστάν. Γι’ αυτό και ο σύγχρονος Βλαντιμίρ Πούτιν ανέλαβε την καταστολή της…


Τί συμβαίνει αυτό τον καιρό, στο Καζακστάν; το ερώτημα είναι επίκαιρο, αλλά συνάμα και απλό. Αυτό που συμβαίνει δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από μια προλεταριακή επανάσταση. Μια επανάσταση, η οποία έρχεται να μας θυμίσει το παρελθόν και σε έναν βαθμό, να προοιωνίσει το μέλλον.

Μας θυμίζει, καταρχήν, την προλεταριακή επανάσταση του 1905, στην τσαρική Ρωσία, όπως και την φεβρουαριανή επανάσταση του 1917, πάλι, στην τσαρική Ρωσία, που εκπαραθύρωσε τον τσάρο και το καθεστώς του. Αλλά παραπέμπει και στο σήμερα, έχοντας υπόψη τις εξεγέρσεις, στην Αργεντινή, το 2000 και πέρυσι, στην Χιλή.

Αφορμή, αλλά και αιτία, για την εξέγερση στο Καζακστάν, είναι η τεράστια αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου, στην οποία προέβη η κυβέρνηση του προέδρου Τοκάεφ και ξέσπασε, στην Άλμα Άτα και επεκτάθηκε σε άλλες πόλεις, όπου επικρατεί το προλεταριακό στοιχείο. 

Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το Καζακστάν είναι μία χώρα του πρώην "υπαρκτού σοσιαλισμού", η οποία έχει μία συγκεκριμένη παράδοση, στον κολεκτιβισμό και στην συλλογικότητα της κοινωνικής δράσης, έστω και αν αυτά τα δύο επιβλήθηκαν, εκ των άνω, από το Κομμουνιστικό Κόμμα του Καζακστάν, το οποίο ήταν μέλος του ΚΚΣΕ και είχε αρχηγό τον επονομαζόμενο γέρο - πρόκειται για τον Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγεφ, ο οποίος, στα 81 του, εξακολουθεί να είναι ο πραγματικός ηγέτης της χώρας, από την εποχή της "Σοβιετικής Ένωσης", αφού δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ήταν γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος του Καζακστάν, το οποίο, μετά την πτώση της "Σοβιετικής Ένωσης", το έθεσε σε παρανομία. Μία παρανομία, που εξακολουθεί να ισχύει, μέχρι σήμερα.

Ο Τοκάεφ, αντιδρώντας, απομάκρυνε τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση, αλλά και απέπεμψε τον Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγεφ, από την θέση του προέδρου Εθνικής Ασφάλειας, μέσω της οποίας ο παλαιός νομενκλατουρίστας του ΚΚΣΕ, που παραιτήθηκε,από την προεδρία της χώρας, το 2019, συνέχιζε να έχει τον πρώτο λόγο, στην διακυβέρνηση του Καζακστάν, ενώ, παράλληλα, ο Τοκάεφ απέσυρε και τον διπλασιασμό της τιμής του φυσικού αερίου.

Παρόλα αυτά ο Τοκάεφ και η ολιγαρχία, που διοικούν την χώρα, απέτυχαν να σταματήσουν την εξέγερση, η οποία πολιτικοποιήθηκε, πολύ γρήγορα και έθεσε ριζοσπαστικά αιτήματα, τα οποία, πέρα από την απαίτηση, για την παραίτηση και του ίδιου του Τοκάεφ, έθεσαν και ζητήματα, τα οποία αφορούν την διαδικασία και τον έλεγχο της παραγωγής, από την εργατική τάξη της χώρας, κάτι το οποίο οι ολιγάρχες της μετακομμουνιστικής εποχής θεωρούν, ως απαράδεκτο.

Το ίδιο απαράδεκτα θεωρούν αυτά τα αιτήματα και οι μεγάλες δυνάμεις, οι οποίες εμπλέκονται, στην παραγωγική διαδικασία της χώρας. Αναφέρομαι, στην Ρωσία, στην Κίνα, στην Γαλλία, στην Γερμανία και στις ΗΠΑ, που έχουν τεράστια οικονομικά και ενεργειακά συμφέροντα επενδύσει, στο φυσικό αέριο, στο πετρέλαιο της χώρας, καθώς και στο υπόλοιπο παραγωγικό δυναμικό της.

Παρ’ όσα λέει η δυτική δημοσιογραφία, δεν πρόκειται για ένα είδος βελούδινης επανάστασης, που απειλείται, απλά, από την ρωσική αρκούδα. Οι εξελίξεις, στο Καζακστάν, είναι, πραγματικά, δραματικές, αλλά αυτό, που θέτουν ως διακύβευμα, αφορά την ίδια την ίδια παραγωγική διαδικασία και την λήψη των αποφάσεων, από νέου είδους εργατικά συμβούλια, τα οποία φύτρωσαν, μέσα από αυτή την εξέγερση. 

Προφανώς, το κίνημα, που εκδηλώθηκε, αν καθοδηγείται, στην πραγματικότητα, πρέπει να καθοδηγείται, από το Σοσιαλιστικό Κίνημα, το οποίο πρέπει να είναι παρακλάδι του Κομμουνιστικού Κόμματος, αλλά και από άλλες αριστερές οργανώσεις, οι οποίες, πιθανόν κι αυτές να βρίσκονται, εκτός νόμου.

Όλα αυτά δεν είναι ξεκαθαρισμένα και πιθανόν είναι να μάθουμε, στην πορεία του χρόνου, ποιοι ήσαν εκείνοι οι οποίοι έδωσαν αυτή την μορφή, στο κίνημα και το οδήγησαν, σε αυτήν την ομαδική και συντονισμένη αντίδραση, απέναντι στο καθεστώς. Σίγουρα, πάντως, δεν πρόκειται για κάποια παρέμβαση, από το εξωτερικό, όσο κι αν κάποιοι δυτικοί και φιλορώσοι αναλυτές θεωρούν ότι οι εξελίξεις αυτές πρέπει να βρήκαν υποστηρικτές από έξω.

Αντίθετα, πρόκειται για μια εξέγερση η οποία σιγόβραζε, εδώ και πολύ καιρό και βρήκε την ευκαιρία με την αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου, η οποία διπλασιάστηκε, να εκδηλωθεί. Δεν είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά, που συνέβη αυτό. Και το 2011, πάλι, είχαν δημιουργηθεί ταραχές, οι οποίες κατεστάλησαν, άγρια. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα, μόνο, που η ανικανότητα των εσωτερικών δυνάμεων ασφαλείας και του στρατού, να πατάξουν τους διαδηλωτές, οδήγησε τον πρόεδρο Τοκάεφ να ζητήσει την βοήθεια από CSTO, από την συμμαχία, δηλαδή, την οποία έχουν σχηματίσει μια σειρά από πρώην χώρες του "υπαρκτού οσιαλισμού", με επικεφαλής την Ρωσία. Μιλάμε για την Λευκορωσία, το Καζακστάν, την Αρμενία και άλλες.

Όπως φαίνεται, από τις εξελίξεις, η εξέγερση, κατά πάσα πιθανότητα, θα κατασταλεί, κυρίως, από τις ρωσικές ειδικές δυνάμεις, οι οποίες, όπως λέγεται, έχουν φτάσει τις 2500 και έχουν επιτύχει να ανακαταλάβουν τα δημόσια κτίρια και την περιοχή της Άλμα Άτα, αποκαθιστώντας την "ομαλότητα" του γραφειοκρατικού καπιταλισμού, στο Καζακστάν και καταλαγιάζοντας τις ανησυχίες της Κίνας, των χωρών της Δύσης και της Τουρκίας, που έχουν επενδύσει - κυρίως, η πρώτη - τεράστια συμφέροντα εκεί. 

Το τί θα επακολουθήσει μένει να το δούμε, αλλά η αλήθεια είναι ότι το καθεστώς, έστω και χωρίς τον Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγιεφ, ο οποίος, με την οικογένειά του, όπως λέγεται, κατέφυγαν, στο εξωτερικό, ίσως, στην Δύση, δηλαδή εκεί όπου έχουν και τις τεράστιες επενδύσεις τους, στην βρετανική αγορά αγορά ακινήτων, θα καταφέρει να επιβληθεί, αλλά οι πολιτικές εξελίξεις, από εδώ και πέρα, θα οδηγήσουν τον Τοκάεφ, στο να βρεθεί υπό την απόλυτη επιρροή και εξάρτηση της Μόσχας, όπως ακριβώς συνέβη με τον Αλεξάντρ Λουκασένκο της Λευκορωσίας. 

Έτσι το Καζακστάν και το καθεστώς του, θα πάψουν να ισορροπούν, ανάμεσα στην Κίνα στην Ρωσία και στις ΗΠΑ, όπως έκαναν, μέχρι τώρα. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν θα έχει και πάλι, το πάνω χέρι, όσον αφορά την πολιτική του καθεστώτος του Καζακστάν. Αυτή είναι η δυστυχής αλήθεια. 

Πολλοί πιστεύουν ότι αυτή η ενόχληση, στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας, πρόκειται να αποτελέσει έναν χρήσιμο αντιπερισπασμό και ένα εμπόδιο, σε όσα πρόκειται να πράξει η Μόσχα, στην Ουκρανία. Δεν είναι αλήθεια αυτό. Η απασχόληση των ρωσικών ειδικών δυνάμεων, στο Καζακστάν, δεν αποτελεί εμπόδιο, στην υλοποίηση των σχεδίων του Βλαντιμίρ Πούτιν, στο ουκρανικό μέτωπο. Και οι εξελίξεις, σε αυτό θα συνεχίσουν, σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο της ρωσικής ηγεσίας, το οποίο θα εξελιχθεί, στην συνέχεια, ανάλογα με τις διαπραγματεύσεις, που πρόκειται να γίνουν με τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής του Jo Biden, σχετικά με το ήπιο τελεσίγραφο, που έχει δώσει στο  ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ, ο Βλαντιμίρ Πούτιν.

Η ουσία του καζακστανικού προβλήματος και της αναμενόμενης αποτυχίας της εξέγερσης, βρίσκεται, στην οργανωτική της αδυναμία. Στο γεγονός ότι δεν βρέθηκε ένα επαναστατικό κόμμα και ένας Β. Ι. Λένιν, για να θέσουν, ευθέως, το ζήτημα της ανάληψης της εξουσίας, από τα συμβούλια των εργαζομένων και της κοινωνίας. 

Ασχέτως, από το τί θα επακολουθούσε, μετά...

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2022

Θα κάνει εκλογές, μέσα στο 2022, ο Κυριάκος Μητσοτάκης; Άγνωστο. Ούτε και ο ίδιος ξέρει. Αν και η αλήθεια είναι ότι έπρεπε να τις έχει κάνει, εδώ και πολύ καιρό.




Όσο αδειάζει η κλεψύδρα του χρόνου και προχωράμε προς τις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές, οι οποίες - το αργότερο - θα γίνουν το καλοκαίρι του 2023, το ερώτημα που αναφύεται, με δεδομένη την αυξανόμενη κυβερνητική φθορά, εξαιτίας των μέτρων που έχει πάρει και των τεράστιων λαθών, που έχει διαπράξει, σε όλη αυτή την περίοδο και κυριολεκτικά, σε όλα τα μέτωπα, η παρούσα κυβέρνηση, είναι το, εάν και πότε, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα προσφύγει, σε εκλογές, πρόωρες, ή στην ώρα τους, όταν λήξει η τετραετία.  

Πιστεύω ότι αυτό δεν το ξέρει ούτε και ο ίδιος Αλλά η κυβερνητική φθορά και η έκταση της, η οποία είναι πολύ μεγαλύτερη, από αυτήν, που αναδεικνύουν οι δημοσκοπήσεις και τα ΜΜΕ, θα τον υποχρεώσει να το σκεφτεί, κάποια στιγμή. Η αλήθεια είναι ότι έχει χάσει το τάιμινγκ και δυστυχώς, γι’αυτόν, αυτή η φθορά είναι ανεπίστρεπτη. Δεν είναι ανατάξιμη και θα χειροτερεύσει, όσο περνάει ο καιρός. 

Έτσι, ανοήτως πράττων, όλον τον προηγούμενο καιρό και αναφέρομαι, κυρίως, για το 2021, άφησε τον χρόνο ανεκμετάλλευτο και δεν προσέφυγε σε διπλές εκλογές, με αποτέλεσμα, τώρα, να έχει χάσει την ευκαιρία, με την πραγματοποίηση αυτών των διπλών εκλογών, να ξεπεράσει το εμπόδιο της απλής αναλογικής, το οποίο έχει να αντιμετωπίσει στις επόμενες εκλογές, με την προσφυγή, ξανά, στις κάλπες, αμέσως μετά, με το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής που ψήφισε το 2020, προφανώς, πιστεύοντας ότι, όποτε κι αν έκανε τις εκλογές, θα κέρδιζε, άνετα, για μία ακόμη φορά, μια νέα αυτοδύναμη κυβερνητική θητεία.

Δυστυχώς για αυτόν, το κλίμα, που έχει δημιουργηθεί στην κοινωνία, όσο και αν αυτό ρετουσάρεται, είναι εις βάρος του. Σίγουρα, δεν θα χάσει την πρωτιά η Νέα Δημοκρατία και στις επόμενες και στις μεθεπόμενες εκλογές θα είναι πρώτο κόμμα, αλλά, σε καμία περίπτωση - και αυτό είναι, πλέον, βέβαιο - δεν πρόκειται να κερδίσει την αυτοδυναμία. Θα υποχρεωθεί, θέλοντας και μη, να σχηματίσει κυβέρνηση συνεργασίας, με άλλα κόμματα. Το ποιά θα είναι αυτά τα κόμματα, είναι κάτι που θα το δούμε και δεν μπορούμε να το προβλέψουμε, από τώρα, αλλά αυτό που είναι σίγουρο, είναι ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία θα χάσουν την παντοδυναμία, που τώρα απολαμβάνουν και θα υποχρεωθούν να μοιράσουν την εξουσία με άλλους. 

Από την άλλη πλευρά, επίσης, αλήθεια είναι το γεγονός ότι, ακόμα και τώρα, η παρούσα κυβέρνηση στερείται σοβαρής αντιπολίτευσης. Δεν είναι ότι η αξιωματική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και η υπόλοιπη αντιπολίτευση, είναι, απλώς, ανύπαρκτες. Αυτό δεν είναι νέο φαινόμενο. Πολλές φορές, στο παρελθόν, αυτό έχει συμβεί και φυσικά, συνήθως, οι αντιπολιτεύσεις περιμένουν τις εκάστοτε κυβερνήσεις να πέσουν, σαν ώριμο φρούτο, μέσα από την αύξηση της κυβερνητικής τους φθοράς. Έτσι είναι το εκλογικό πολιτικό και το κοινοβουλευτικό παιχνίδι και έτσι παίζεται, εδώ και καιρό, αν εξαιρέσουμε την εποχή της εκρηκτικής ανόδου του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, στην δεκαετία του 1970 και της, ακόμα περισσότερο, εκρηκτικής ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ, από το 2011 και μετά, μέχρι την κατάληψη της εξουσίας, από τον Αλέξη Τσίπρα και το κόμμα του, τον Ιανουάριο του 2015.

Όσον αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι σαφής και δεδομένη η παραδοσιακή αδυναμία του να ριζώσει, στην ελληνική κοινωνία, να δημιουργήσει και να ενισχύσει τους δεσμούς του, μαζί της. Ήταν και στην νοοτροπία, παραμένει ένα περιθωριακό κόμμα, το οποίο αυτοπροσδιοριζόταν, ως ριζοσπαστικό, με φοβικά σύνδρομα και κλειστές κομματικές οργανώσεις, παρά το γεγονός ότι κατάφερε να αποσπάσει την μαζική υποστήριξη ενός μεγάλου τμήματος της κοινωνίας και του εκλογικού σώματος, εξαιτίας της κατάρρευσης του ΠΑΣΟΚ. και του παλαιού δικομματισμού, λόγω της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας του 2010, τα σκληρά μέτρα λιτότητας και τις λοιπές μνημονιακές πολιτικές, που επιβλήθηκαν από τους δανειστές και έγιναν αποδεκτές και εφαρμόστηκαν, από το σύνολο του παλαιού αστικού πολιτικού κόσμου.

Όλη αυτή η κοσμογονία άφησε ανέγγιχτο τον βαθύ κομματικό πυρήνα του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος, με επικεφαλής την ηγεσία του, οδήγησε την κοινωνία, στην πλήρη απογοήτευση και στην παραίτηση, με την προδοσία, δηλαδή με την ανατροπή του όχι στο μνημόνιο, που εξέφρασε το εκλογικό σώμα, στην μεγάλη του πλειοψηφία, στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 και την υπογραφή και την εφαρμογή του τρίτου Μνημονίου, όπως και του τωρινού ντροπαλού τέταρτου Μνημονίου, με την παραμονή της ελληνικής κοινωνίας, υπό το καθεστώς της  χρεωδουλείας, στο οποίο, από το 2010 και έως τώρα, ζούμε και θα συνεχίσουμε, επί μακρόν, να ζούμε και εμείς και οι μεταγενέστερες γενεές, όσο τα πράγματα μένουν, ως έχουν.

Αυτός ο ΣΥΡΙΖΑ, που έχει καθηλωθεί σε ποσοστά εκλογικής επιρροής, πολύ μικρότερα, από εκείνα που έλαβε στις εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019, πραγματικά, δεν αποτελεί κανέναν κίνδυνο για την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Ο κίνδυνος, για την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, είναι ο ίδιος ο εαυτός της και κανείς άλλος. Και αυτόν τον κίνδυνο η παρούσα κυβέρνηση καταφέρνει να τον κάνει, όσο είναι δυνατόν, μεγαλύτερο.

Από την άλλη πλευρά, το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ του Νίκου Ανδρουλάκη, παρά το γεγονός ότι έχει παραφουσκωθεί η εκλογική του επιρροή, από τις δημοσκοπήσεις, που έγιναν, μετά την εκλογή του νέου αρχηγού του κόμματος αυτού, είναι γεγονός ότι και αυτό θα επηρεάσει, έστω και περιορισμένα, την εκλογική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν έχει τα ηγετικά προσόντα εκείνα, τα οποία θα μπορούσαν να τον εμφανίσουν, ως έναν αποτελεσματικό νέο αντι-Τσίπρα, αφού προτιμάει να μένει, στο γραφείο του, ασχολείται με την ευρωβουλή και όχι με το κόμμα του, επικοινωνιακά, είναι ανύπαρκτος, παρά την βοήθεια που προσπαθούν να του δώσουν τα ΜΜΕ και γενικά, δεν έχει επαφή με τον κόσμο· και δεν εννοώ τον κόσμο, που τον ψήφισε, στις εσωκομματικές εκλογές του περασμένου μήνα, ή τον κόσμο, που ψηφίζει ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ.

Το πρόβλημα του Νίκου Ανδρουλάκη εντοπίζεται, στο ότι δεν έχει επαφή, κυρίως, με τον με τον κόσμο, στον οποίο πρέπει να απευθυνθεί, για να του ζητήσει και να του αποσπάσει την ψήφο. Και ο κόσμος αυτός είναι το ευρύτερο εκλογικό σώμα, είναι το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, ή, τουλάχιστον, ο κόσμος του παλαιού κέντρου και της αριστεράς. Ο νέος αρχηγός του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ διαπράττει το λάθος να παραμένει ευρωβουλευτής, δηλαδή να ασχολείται, με έναν χώρο, ο οποίος, πια, δεν έχει να του προσφέρει τίποτα και φυσικά, δεν είναι ορατός, από την ελληνική κοινωνία, την περίοδο, που θα έπρεπε να τα έχει δώσει όλα, για την υποστήριξη του κόμματός του, την παρουσίαση της όποιας πολιτικής πλατφόρμας έχει να παρουσιάσει - αν έχει να παρουσιάσει μια πολιτική πλατφόρμα - και τις προτάσεις εκείνες, που θα τον κάνουν αυτόν τον ίδιο και το κόμμα του ελκυστικούς, σε ένα ευρύτερο κοινό. 

Δεν ξέρω τι θα κάνει, στην συνέχεια και αν θα διορθώσει τα σφάλματα, τα οποία διαπράττει τώρα. Πιστεύω ότι, κάποια στιγμή, θα αντιληφθεί ότι πρέπει να πάψει να λειτουργεί σαν και να είναι ευρωβουλευτής. Αλλά, όσο δεν το κάνει αυτό, τα πράγματα λειτουργούν εις βάρος του.

Παρ’ όλα αυτά, η αλήθεια είναι ότι - μικρότερη ή μεγαλύτερη - την ζημιά του, στον ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα, αλλά και στην Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη, μπορεί να την κάνει, στις επόμενες εκλογές και εάν φερθεί όπως πρέπει, θα καταφέρει να αποσπάσει ψήφους και από τις δύο μεριές. Αυτό θα λειτουργήσει, εις βάρος των δύο τωρινών εμφανιζόμενων, ως μεγάλων κομμάτων και έτσι θα μπορεί το κόμμα του Νίκου Ανδρουλάκη να εμφανιστεί, σαν ένας αξιόλογος κυβερνητικός εταίρος, μετά τις επόμενες εκλογές, αν θελήσει να κάνει κάτι τέτοιο. Και  επισημαίνω και γράφω, δίνοντας έμφαση, στον υποθετικό λόγο ότι, αν θελήσει, διότι είναι πιθανόν να μην θελήσει. Και το να μην θελήσει, θα είναι εκείνο το οποίο θα αποβεί, προς το μεσομακροπρόθεσμο πολιτικό του συμφέρον.

Αλλά αυτά είναι πολύ μακριά, για να τα δούμε από τώρα, εκτός εάν ο πρωθυπουργός κάνει, γρήγορα, εκλογές. Αυτό, που έχει σημασία, είναι ότι, στην παρούσα φάση και για μακρύ χρονικό διάστημα, έχουν τελειώσει, πλέον, οι μονοκομματικές κυβερνήσεις. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι μια εξαίρεση, στον κανόνα, που έχει αναδυθεί, από το 2011 και μετά, εξ αιτίας της διακυβέρνησης της χώρας, από τον ΣΥΡΙΖΑ, την περίοδο 2015 - 2019. Έτσι, με δεδομένη την συνέχιση της βαριάς και μακροχρόνιας οικονομικής κρίσης, γίνεται κατανοητό ότι, από εδώ και πέρα, μόνο οι κυβερνήσεις συνεργασίας θα είναι λίγο-πολύ βιώσιμες, όσον αφορά την νομή, την κατοχή και την διανομή της εξουσίας, ανάμεσα στους εκάστοτε κυβερνητικούς εταίρους.

Όπως φαίνεται, βαδίζουμε, προς το τέλος της παρούσας εξαίρεσης της μονοκομματικής κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη και αυτή την κατάσταση φαίνεται ότι και ο ίδιος ο μέτριος και ατάλαντος πολιτικός, που πρωθυπουργεύει της χώρας όπως και το στενό του επιτελείο, την έχουν αντιληφθεί και εν τοις πράγμασι, την έχουν αποδειχθεί, ως μια σταθερή πραγματικότητα του μέλλοντος. Δυστυχώς, για αυτούς, αυτά φέρνει η οίηση και η υπεροψία, που προκαλεί η αίσθηση παντοδυναμίας, που έχει κάποιος, όταν έχει την εξουσία και τον αντίπαλό του πεσμένο, στο έδαφος και ανίκανο να τον αντιμετωπίσει. 

Η κοινωνία, όμως, όπως και η πολιτική, δεν μπορούν να ανέχονται και δεν ανέχονται τα κενά. Έτσι, αυτή η ανυπαρξία αντιπολίτευσης δεν εμπόδισε και δεν εμποδίζει, την ραγδαία φθορά της παρούσας κυβέρνησης, η οποία απολαμβάνει τους καρπούς των ανοησιών της και ως προς την διαχείριση της πανδημίας του COVID 2019, αλλά και τα αποτελέσματα της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής που ακολουθεί.

Αυτά μπορώ να πω ότι τα έχω περιγράψει, εδώ και αρκετό καιρό πριν ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία αναλάβουν την εξουσία, εξαιτίας της ανικανότητας της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ να ανταποκριθεί, στις απαιτήσεις των καιρών εκείνης της εποχής [όποιος επιθυμεί μπορεί να διαβάσει, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ, το παλαιό δημοσίευμα, με τίτλο : Μια πρόωρη, αλλά και αληθής πρόβλεψη, για την αποτυχία του οικονομικού προγράμματος της κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας, που έρχεται. (Τα ασφυκτικά δεσμά του ευρώ, οι ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, για την έκδοση ενός τοπικού νομίσματος και τα προκύπτοντα αδιέξοδα).]. 

Σε όσα, στο, εν λόγω, άρθρο προβλέπω, προστέθηκε, στην πορεία - και πολύ γρήγορα, μάλιστα - και το κακό της πανδημίας του COVID 2019, με αποτέλεσμα την διαμόρφωση της παρούσας κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει το πολιτικό σκηνικό, στην χώρα μας, η οποία κατάσταση, μάλιστα, θα χειροτερεύσει και θα καταστεί, ολοένα και περισσότερο, αινιγματική και προβληματική - αν και η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, με τις συνταγματικές αλλαγές του 2019, ως προς την διαδικασία της εκλογής του προέδρου του κράτους, από την Βουλή, αφαίρεσε, βλακωδώς, το προνόμιο των εκάστοτε αντιπολιτεύσεων να υποχρεώνουν την όποια κυβέρνηση να προσφεύγει, σε πρόωρες βουλευτικές εκλογές, εξ αιτίας της μη ψήφισης του προέδρου, από 180 βουλευτές.

Κατόπιν τούτων, επανέρχεται το αρχικό ερώτημα, που αφορά το, εάν ο πρωθυπουργός προσφύγει, σε πρόωρες εκλογές, μέσα, στο 2022, ή εάν θα περιμένει το 2023 και την λήξη της τετραετίας της παρούσας βουλής.

Υπό τις παρούσες συνθήκες και με δεδομένο ότι είναι εξασφαλισμένη η πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας, στις εκλογές, όποτε και αν αυτές γίνουν, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, εφ' όσον έχει συμβιβαστεί και έχει αποδεχθεί ότι, με την δική του τωρινή κυβέρνηση, τελειώνουν οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις, λογικά, θα εξαντλήσει την θητεία της παρούσας βουλής, απολαμβάνοντας τα προνόμια της μονοκομματικής διακυβέρνησής του και θα προσπαθήσει να προκαλέσει και μια δεύτερη προσφυγή, στις κάλπες, ευρισκόμενος, λόγω της εφαρμογής του συστήματος ενισχυμένης αναλογικής, που έχει ψηφίσει, σε θέση ισχύος, απέναντι, στους όποιους διαπραγματευτές των άλλων πολιτικών κομμάτων, που θα θελήσουν να συμμετάσχουν, σε ένα νέο συνεργατικό κυβερνητικό σχήμα.

Ο ίδιος, βέβαια, προτιμάει την κυβερνητική συνεργασία, με το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ του Νίκου Ανδρουλάκη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα αποφύγει να έχει, ως κυβερνητικό εταίρο, την Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου, ή/και όποια άλλα κόμματα της δεξιάς ξεπεράσουν το κατώφλι του 3%, εάν ο Νίκος Ανδρουλάκης αρνηθεί την συνεργασία, ή αν προβάλει απαιτήσεις, οι οποίες θα κριθούν, ως υπερβολικές.

Ως εκ τούτου, το μέλλον θα κρύβει εκπλήξεις. Τις οποίες πρόκειται να τις δούμε και φυσικά, να τις ζήσουμε. Ενώ η κατάσταση, στην χώρα, θα σέρνεται και φυσικά, θα χειροτερέψει.

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2022

2002 – 2022 Ελλάδα : 20 χρόνια ευρώ, 20 χρόνια καταστροφής. (Η πορεία της χώρας μας, από την ευημερία, με την δραχμή, στην απόλυτη καταστροφή, με το ευρώ).



Καθώς φέτος, το 2022, κλείνουν 20 χρόνια, από τότε που η ελληνική οικονομία κατάργησε την δραχμή και την αντικατέστησε, ύστερα από κυβερνητική απόφαση, με το ευρώ ο απολογισμός αυτής της τραγικής και μοιραίας ενέργειας της κυβέρνησης του Κώστα Σημίτη είναι πικρός. Πάρα πολύ πικρός. Η ελληνική οικονομία βίωσε και βιώνει μια τεράστια καταστροφή την οποία, τώρα, πολλοί λένε ότι δεν ανέμεναν.

Είναι σίγουρο ότι η ελληνική κοινωνία, προφανώς, δεν περίμενε αυτή την τραγική εξέλιξη. Άλλωστε, δεν την ρώτησαν, καν και φρόντισαν να της περάσουν την αντίληψη ότι η ένταξη, στην ευρωζώνη, θα έλυνε τα όποια οικονομικά προβλήματα της χώρας και ότι αυτή η ένταξη θα αποτελούσε ευλογία, για τον τόπο. 

Έτσι, η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών αποδέχτηκε το ευρώ και ανέμενε την εκδήλωση των πλεονεκτημάτων του, που η ελίτ του τόπου και η μέγιστη πλειοψηφία του ελληνικού πολιτικού συστήματος, με προεξάρχοντες τον Κώστα Σημίτη και την κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., αλλά και την αξιωματική αντιπολίτευση της Νέας Δημοκρατίας του Κώστα Καραμανλή, διαφήμιζαν, προπαγανδιστικά, πάση δυνάμει.

Όμως, όλοι οι επιφανείς παράγοντες της ελληνικής ελίτ, η οποία, ως γνωστόν, έχει μια πολύ άθλια ποιότητα, γνώριζαν το τί επρόκειτο να ακολουθήσει, με προεξάρχοντα τον, τότε, διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Λουκά Παπαδήμο, αλλά και τους υπόλοιπους. Και φυσικά, αυτό, που επρόκειτο να ακολουθήσει, είναι η παρούσα καταστροφή, η οποία ξεκίνησε με την ευρωζωνική κρίση του 2009 και την ελληνική κρατική χρεοκοπία του Απριλίου - Μαΐου 2010. 

Δεν θέλω να κάνω τον έξυπνο, αλλά, ήδη, από το 2002, που η χώρα εντάχθηκε στην ευρωζώνη, είχα αντιληφθεί ότι η ελληνική οικονομία, με πρώτο ελληνικό κράτος, είχε υποστεί με την ένταξη της. στην ζώνη του ευρώ, μια αφανή χρεωκοπία, η οποία προέκυψε, απλά και μόνο, από την μετατροπή του ελληνικού δημοσίου χρέους (όπως και του ιδιωτικού χρέους), από δραχμικά - κατά 85% -, που, μέχρι τότε, ήσαν και τα δύο, στο σκληρό ευρώ. Και μπορώ να πω ότι εξεπλάγην, από το γεγονός ότι η κρίση της ελληνικής οικονομίας άργησε να φανεί. Ενώ εγώ την περίμενα, μετά το 2002, αυτή η κρίση καθυστέρησε και εμφανίστηκε το 2009, με το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης, στη Νέα Υόρκη, τον Σεπτέμβριο του 2008 και την βαθιά οικονομική κρίση, που ακολούθησε, σε διεθνές επίπεδο, βρίσκοντας την ευρωζώνη άοπλη και ανίκανη να αντιμετωπίσει αυτό το φαινόμενο, για το οποίο δεν ήταν, καν, προετοιμασμένη. Αντιθέτως μάλιστα, ήταν δομημένη, έτσι ώστε να διευκολύνει την διεύρυνση της οικονομικής κρίσης που ξέσπασε, μετά το 2008.

Αλήθεια, πόσο μεγάλο είναι, μέχρι τώρα, το μέγεθος της καταστροφής, που έχει προξενήσει, στην ελληνική κοινωνία, η δωδεκαετής και συνάμα, βαρύτατη οικονομική κρίση, την οποία έφεραν η κρίση του αμερικανικού και του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος τον Σεπτέμβριο του 2008 και η εσωτερίκευση της, στην ευρωζώνη, με την μεθοδευμένη εισαγωγή της ελληνικής οικονομίας στο καθεστώς της χρεωκοπίας και των Μνημονίων; 

Θα αποπειραθώ, εδώ, στο παρόν δημοσίευμα, να προχωρήσω, σε μια, όσο το δυνατόν, σαφή και συγκεκριμένη καταγραφή αυτής της ζοφερής πραγματικότητας, που ζήσαμε όλα αυτά τα χρόνια, που πέρασαν, στην οποία εξακολουθούμε να ζούμε και θα εξακολουθήσουμε να ζούμε, επί πολύ.

Το τεράστιο μέγεθος αυτής της καταστροφής σκοπεύω να καταμετρήσω και να καταγράψω, καταδεικνύοντας τα, επί μέρους, μεγέθη της ζημιάς, που υπέστη η ελληνική κοινωνία, αλλά και την συνολική έκταση της καταστροφής, πριν έλθει η εποχή του κορονοϊού, δηλαδή, έως το 2019.

Βέβαια, οι αναγνώστες θα κρίνουν την προσπάθειά μου αυτή, όμως η απόπειρα που, εδώ, επιχειρώ, δεν θα στηριχθεί, σε υποκειμενικά στοιχεία. Προφανώς, θα περιέχει προσωπικές εκτιμήσεις και υποθέσεις, αλλά, θα στηρίζεται, κυρίως, στην αμείλικτη παρουσία και στην λογική των αριθμών.

Ο παραπάνω πίνακας, όπως και ο αμέσως, παρακάτω, που παρουσιάζουν, συνδυαστικά, την εξέλιξη της πορείας των ποσοστών των, κατά κεφαλήν, ΑΕΠ των χωρών της "Ευρωπαϊκής Ένωσης" και της Ελλάδας, κατά την χρονική περίοδο 2007 - 2019, έχοντας, ως βάση, το 100, το οποίο είναι το, κατ' έτος, επί τοις εκατό (%), συνολικό ποσοστό του, κατά κεφαλήν, ΑΕΠ των 28 χωρών της "Ε. Ε.", περιγράφουν, ικανοποιητικά, την κατακρήμνιση του ελληνικού ΑΕΠ, στην διάρκεια αυτού του μεγάλου χρονικού διαστήματος.

Φυσικά, αυτοί οι πίνακες, απέχουν, αρκετά, από την πλήρη καταγραφή της δραματικής συρρίκνωσης του ελληνικού ΑΕΠ και των μυθικών - αλλά και παντελώς, πραγματικών - διαστάσεων των απωλειών, της συνολικής παραγωγής και του συνολικού εισοδήματος, που υπέστη η ελληνική οικονομία και η κοινωνία της χώρας μας. Όμως, ως μέτρα σύγκρισης, διατηρούν, σαφέστατα, την αξία τους και ως εκ τούτου, είναι πολύ χρήσιμο να εμβαθύνουμε και έτσι να αναδείξουμε αυτό, που καταγράφουν.


Δυστυχώς, η καταγραφή αυτών των επίσημων στοιχείων, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των δύο πινάκων, με τους οποίους ξεκινώ το παρόν δημοσίευμα, είναι απελπιστική, για την εξέλιξη της πορείας του, κατά κεφαλήν, ελληνικού ΑΕΠ, μετά από το 2007 - δηλαδή μετά το τελευταίο έτος, πριν από την χρηματοπιστωτική κατάρρευση της Νέας  Υόρκης και ενώ η πολιτική τάξη και η οικονομική ελίτ της χώρας, συμπαρασυροντας και το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, συμπεριφέρονταν, έως το 2009 και ενεργούσαν, κάνοντας businesses as usual, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη ότι, με την αντικατάσταση της δραχμής, από το ευρώ, το ελληνικό κράτος είχε, χάσει, ουσιαστικά, από το 1999 και τυπικά, από το 2002, κάθε εξουσία, γύρω από την έκδοση του νομίσματος της χώρας -, έως το 2017 (αλλά και έως τώρα, αφού και μέχρι τα σημερινά δεδομένα δεν έχει υπάρξει κάποια σημαντική μεταβολή). Κάπως έτσι το ελληνικό κράτος έπαψε να είναι γάτος με την ουσιαστική έννοια του όρου και μετατράπηκε σε μία ευρωπαϊκή νεοαποικιακή επαρχία, χάνοντας το βασικό στοιχείο της κυριαρχίας του αφού έπαψε να ελέγχει το νόμισμα του.

Έτσι, όπως φαίνεται, στον πρώτο πίνακα, μετρούμενο, σε όρους, αγοραστικής δύναμης, το 2007, το ελληνικό, κατά κεφαλήν, ΑΕΠ, έφθανε, στο 93% του συνολικού, κατά κεφαλήν, ΑΕΠ των 28 χωρών της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", κατατάσσοντας την Ελλάδα, στην 15η θέση και πάνω, από άλλες 13 χώρες της "Ε.Ε.", εκ των οποίων όλες τις πρώην "σοσιαλιστικές" χώρες, αλλά και την Πορτογαλία (81%) και την Μάλτα (79%).

Αυτό το ποσοστό του ελληνικού, κατά κεφαλήν, ΑΕΠ, σε σχέση, με το μέσο "ευρωενωσιακό", δεν ήταν ένα πολύ κακό ποσοστό, ιδίως, εάν λάβουμε υπόψη μας, το πολύ μεγάλο μέγεθος της ελληνικής παραοικονομίας, το οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται, στα επίσημα στοιχεία, τα οποία δεν καταγράφουν το πραγματικό/πραγματοποιούμενο ελληνικό ΑΕΠ.


[Στην προκειμένη περίπτωση, εάν υπολογίσουμε ότι, το 2007, η ελληνική "μαύρη" οικονομία, έφθανε, κάπου, ανάμεσα, στο 25%, έως 45% της επίσημης οικονομίας, το πραγματικό μέγεθος του ελληνικού, κατά κεφαλήν, ΑΕΠ, κυμαίνονταν, ανάμεσα, στο (93Χ25/100)+93= 116% και στο (93Χ45/100)+93 = 135%  του μέσου όρου των 28 χωρών της "Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βέβαια, η θέση της Ελλάδας θα ήταν πολύ καλύτερη, εάν, το 1981, δεν είχε εισέλθει, στην, τότε, ΕΟΚ, αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα, το οποίο, το έχω αναλύσει, σε ένα άλλο δημοσίευμα, σε αυτό εδώ, το μπλοκ, με τίτλο : 1970 - 2008 Ελλάδα - "Ευρωπαϊκή Ένωση" - Ευρωζώνη : Η μαθηματική καταγραφή της καταστροφής, που υπέστη η ελληνική οικονομία, από την ένταξή της στην ΕΟΚ και στην ευρωζώνη, μέσα από την syntheticcounterfactual (SCM) οικονομετρική μελέτη των N. Campos, F. Corricelli και L. Moretti.) , το οποίο μπορεί να το διαβάσει όποιος ενδιαφέρεται].

Από εκεί και πέρα, το 2007, μπορούμε να πούμε ότι η Ελλάδα έχει "εξαφανισθεί", διότι, απλούστατα, το ελληνικό, κατά κεφαλήν, ΑΕΠ, το 2013 και το 2018, έχει πέσει, κάτω, από το 75% του, κατά κεφαλήν ΑΕΠ, των 28 χωρών της "Ε.Ε.", στο οποίο βρίσκεται η Εσθονία (2013) και κάτω από το 78% του, κατά κεφαλήν ΑΕΠ, των 28 χωρών της "Ε.Ε.", στο οποίο βρίσκεται, το 2018, η Σλοβακία.

Είναι, περισσότερο από προφανές, ότι αυτή η καταγραφή, υποδεικνύει το ιλιγγιώδες μέγεθος της κατακρήμνισης, που υπέστη η ελληνική οικονομία και ως εκ τούτου και το ελληνικό ΑΕΠ, σε όλες του τις εκφάνσεις, αλλά όλα αυτά δεν μας παρέχουν τα απαραίτητα νούμερα αυτής της κατακρήμνισης. Αντιλαμβανόμαστε, βέβαια, ότι αυτή η κατακρήμνιση έχει τεράστιες διαστάσεις, αλλά αυτές, με βάση τον πρώτο πίνακα, μένουν χωρίς πλήρη καταγραφή.

Στο σημείο αυτό, είναι ο δεύτερος, ο παρακάτω, πίνακας, που θα μας βοηθήσει να υπολογίσουμε τους συγκεκριμένους αριθμούς της κατακρημνισης των ετήσιων ποσοστών του, κατά κεφαλήν, ελληνικού ΑΕΠ, καθ' όλη την χρονική περίοδο 2012 - 2017, σε σύγκριση με τον μέσο όρο (100) του, κατά κεφαλήν, ΑΕΠ των 28 χωρών της "Ευρωπαϊκής Ένωσης".

Σε αυτόν τον δεύτερο πίνακα, βλέπουμε την πορεία, που ακολούθησε, η "μεγαλειώδης" κατακρήμνιση του ποσοστού, του, κατά κεφαλήν, ελληνικού ΑΕΠ, ως ποσοστό του ΑΕΠ των 28 χωρών της "Ευρωπαϊκής Ένωσης" (100), στην περίοδο 2012 - 2017, δηλαδή 4 χρόνια, μετά την βαθιά διεθνή ύφεση του 2008 και 2 χρόνια, μετά την ελληνική κρατική χρεωκοπία του 2010 και την υπαγωγή της χώρας, στο καθεστώς της χρεωδουλείας των Μνημονίων.

Έτσι, το ποσοστό του ελληνικού ΑΕΠ, από το 93% του ΑΕΠ των χωρών της "Ε.Ε", που είδαμε ότι ήταν, το 2007, κατακρημνίστηκε, το 2012, στο 72%, όπου παρέμεινε και το 2013 και φυσικά, συνεχίζει να πέφτει, μέχρι και το 2017 ήτοι το 2014 έπεσε στο 71%,  το 2015, στο 69%, το 2016, στο 68% και το 2017, στο 67% (για να πέσει σε κατώτερα επίπεδα, μέχρι σήμερα, λόγω των ανερμάτιστων πολιτικών, που ακολουθούνται, από την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, όσον αφορά την αντιμετώπιση του COVID 19), οδηγώντας την, πρώην, πλούσια ελληνική κοινωνία να τοποθετείται, πλέον, κάτω και από τα επίπεδα πολλών, εκ των κοινωνιών των παλαιών "σοσιαλιστικών" χωρών, που προχώρησαν στην "Ευρωπαϊκή Ένωση".

Τέτοιων διαστάσεων όλεθρος (γκρέμισμα του ποσοστού του, κατά κεφαλήν ΑΕΠ, μιας χώρας, από το 93% του μέσου όρου του συνολικού ΑΕΠ των χωρών μιας οικονομικής και νομισματικής ένωσης - όπως αυτή της "Ευρωπαϊκής Ένωσης" - , στο 67%, μέσα σε μια δεκαετία, χάνοντας 26 ποσοστιαίες μονάδες), δεν έχει υπάρξει, πουθενά, στον πλανήτη, σε καμία παρούσα και παρελθουσα ειρηνική χρονική περίοδο.

Και όμως, συνέβη.

Και συνέβη, ως αποτέλεσμα της ένταξης της Ελλάδας, στην εκτρωματική ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, την ευρωζώνη, με ένα αβάσταχτο δημόσιο χρέος, το οποίο, μετατρεπόμενο, από ένα χρέος, κατά 85%, δραχμικό, σε ένα χρέος, καθ' ολοκληριαν, σε ευρώ, το οποίο λειτουργεί, ως ξένο νόμισμα, επειδή δεν εκδίδεται και δεν ελέγχεται, από το ελληνικό κράτος, το χρέος αυτό δεν μπορούσε και δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί, από τις δυνάμεις της ελληνικής οικονομίας των μικρών παραγωγών, των αυταπασχολουμένων και των μεγάλων πολυεθνικών και μη, επιχειρήσεων, υπό το καθεστώς της ελεύθερης διακίνησης και μεταφοράς των κεφαλαίων, στο εξωτερικό (αφού, σε όλη την περίοδο της ένταξης της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, κάπου 1 τρισ. €, έφυγαν, από την χώρα μας, με προορισμό ξένους τόπους).

Αυτή είναι η απλή αλήθεια, για την τεράστια καταστροφή, που υπέστησαν, όλα αυτά τα χρόνια η ελληνική οικονομία και κοινωνία.

Αλλά, πέραν από αυτή την, εξαιρετικά, χρήσιμη καταγραφή της συντριβής των ποσοστών του, κατά κεφαλήν, ελληνικού ΑΕΠ, ως προς τον "ευρωενωσιακό" μέσο όρο, κατά την χρονική περίοδο 2007 - 2018, που καταγράφουν οι πίνακες, υπάρχουν και οι απόλυτοι αριθμοί της εξέλιξης του ελληνικού ΑΕΠ.

Ας δούμε αυτούς τους απόλυτους αριθμούς της εξέλιξης του ελληνικού ΑΕΠ, κατά την χρονική περίοδο 2000 - 2017 και ας τους συνδυάσουμε με τα ποσοστά, που προκύπτουν, από τον αρχικό πίνακα του παρόντος άρθρου.



Αυτός ο πίνακας, που, παραπάνω, παρουσιάζω, είναι, απολύτως, σαφής και χαρακτηριστικός, καταγράφοντας τα επίσημα αριθμητικά - και όχι ποσοστιαία - μεγέθη του ελληνικού, κατά κεφαλήν, ΑΕΠ, την περίοδο 2000 - 2016. Και είναι πολύ σημαντικός, αφού, με τα αριθμητικά μεγέθη του, μπορούμε, με τους κατάλληλους συνδυασμούς, των ποσοστών, που καταγράφουν και οι δύο πίνακες, να υπολογίσουμε το συνολικό αριθμητικό μέγεθος, της απίστευτης εκτάσεως ζημιάς, που υπέστη η ελληνική οικονομία, από την κρίση της τελευταίας δεκαετίας.   

Εννοείται, βέβαια, ότι ο υπολογισμός της ολέθριας ζημιάς, δεν πρόκειται να μείνει, μόνο, στο επίπεδο της επίσημης οικονομίας, που προκύπτουν από τα παρουσιαζομενα στοιχεία του ελληνικού ΑΕΠ. Αυτά είναι, εντελώς, ανεπαρκή, αφού, όπως είπαμε, δεν περιλαμβάνουν την παραοικονομία της χώρας, την οποία σκοπεύω να συμπροσμετρήσω, στα στοιχεία της επίσημης οικονομίας, προκειμένου να έχουμε, έστω και προσεγγιστικά, μια σαφή εικόνα και για την πραγματική έκταση της καταστροφής, που υπέστη η ελληνική οικονομία, αλλά και για το πραγματικό/πραγματοποιημενο ΑΕΠ της χώρας μας.

 Αλλά, για να μπορέσουμε να έχουμε μια πλήρη προσέγγιση, στο ζήτημα της ελληνικής καταστροφής, στα χρόνια των Μνημονιων και της μεθοδευμένης κρίσης, στην οποία εισήγαγαν την ελληνική οικονομία οι ξένοι δανειστές και το εντόπιο πολιτικό προσωπικό, δεξιάς, κεντρώας και αριστερής προέλευσης, απαραίτητο είναι να γνωρίζουμε και τους πραγματικούς ρυθμούς ανάπτυξης του συνολικού ΑΕΠ των 28 χωρών της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", κατά την περίοδο 2008 - 2018. Και, ως προς αυτό, ο παραπάνω πίνακας, 

Καθώς η μακρά οικονομική και δημοσιονομική κρίση συνεχίζεται, η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της "ΕΕ", ως προς τις επενδύσεις, τα εισοδήματα και την κατανάλωση. Οι Ελληνες, μαζί με τους Βούλγαρους, τους Ρουμάνους και τους Κροάτες, είναι οι φτωχότεροι στην "Ευρωπαϊκή Ενωση", με βάση την αγοραστική δύναμη του εισοδήματος τους.

Η ασθενής εγχώρια καταναλωτική ζήτηση, σε συνδυασμό με τις ανεπαρκείς επενδύσεις ουδόλως επιτρέπουν την προσπάθεια επιτάχυνσης των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης.

Με κριτήριο τις, κατά κεφαλήν, επενδύσεις, η Ελλάδα βρίσκεται, στην προτελευταία θέση της Ευρώπης και για να φθάσει στα, προ της κρίσης, επίπεδα πρέπει την επόμενη, τουλάχιστον, δεκαπενταετία να εμφανίσει ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης, γύρω, στο 5%. Και αυτό, φυσικά δεν πρόκειται να συμβεί. 

Οι καθαρές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου είναι αρνητικές, αφού οι νέες επενδύσεις είναι λιγότερες από τις αποσβέσεις και ο, οικονομικά, ενεργός πληθυσμός συρρικνώνεται, ενώ το δημόσιο χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, έχει εκτοξευθεί, σε πολύ υψηλά επίπεδα.

Από την άλλη πλευρά, ο όγκος της, κατά κεφαλήν, εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας έχει υποχωρήσει σε χαμηλά επίπεδα σε σχέση με τον μέσο όρο των 28 της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", ενώ πολύ σημαντική είναι η συρρίκνωση του πραγματικού εισοδήματος, το οποίο υπολογίζεται, όχι σε απόλυτους αριθμούς, αλλά σε αγοραστική δύναμη. 

Η συνεχιζόμενη, επί 15 συναπτά έτη, οικονομική κρίση, οι περικοπές μισθών και συντάξεων, όπως και η μείωση των αμοιβών εργασίας, δεν συνοδεύτηκαν από αντίστοιχη πτώση του κόστους ζωής. Οι τιμές των προϊόντων (αγαθών και υπηρεσιών) συνεχίζουν να αυξάνονται, ή μειώθηκαν πολύ λιγότερο, από τα εισοδήματα του πληθυσμού της χώρας.

Η κρίση έριξε την Ελλάδα σε πολύ χαμηλή θέση της κατάταξης των ευρωπαϊκών χωρών με βάση το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, κοντά στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, εξανεμίζοντας όλη την πρόοδο που είχε σημειώσει την προηγούμενη δεκαετία.

Όπως λένε οι μελετητές της Eurobank, από το 2008, ο σχετικός δείκτης, που αφορά την ατομική κατανάλωση, ήταν, πάνω, από τον μέσο όρο της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", κάπου, στο 104% και στην συνέχεια, έπεσε, το 2018, στο 76,3%. Για να επιστρέψει  η χώρα, στα προ κρίσης, επίπεδα και το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ να προσεγγίσει πάλι το 94% του μέσου της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", πρέπει να παρουσιάσει εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης, για πολλά χρόνια.

Για να επιστρέψει η Ελλάδα, σε αυτά τα επίπεδα, το 2030, πρέπει όλη αυτή την περίοδο να πραγματοποιήσει ρυθμούς ετήσιας ανάπτυξης , το λιγότερο, 3,3 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερους από τον μέσο ευρωπαϊκό. Αυτό σημαίνει ότι με αναμενόμενη μέση ανάπτυξη 1,2%, στην "Ευρωπαϊκή Ένωση", η ελληνική οικονομία πρέπει να αναπτύσσεται με ετήσιο ρυθμό πάνω, από 4,5%.

Κάτι τέτοιο, φυσικά, δεν πρόκειται να συμβεί.

Συνδυάζοντας τα παρουσιαζόμενα στοιχεία, μπορούμε, με ασφάλεια, να πούμε ότι οι απώλειες του μέσου εισοδήματος και της παραγωγής της ελληνικής οικονομίας πρέπει να φθάνουν, αθροιστικά, γύρω στο 1 τρισεκατομμύριο ευρώ (πόσο, το οποίο είναι πιθανό και να ξεπερνούν), σε όλη αυτή την περίοδο, που πέρασε, από το 2002, με την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη, υπολογίζοντας, όχι μόνο τις απώλειες των ετήσιων ΑΕΠ, αλλά και την διαφυγή των κεφαλαίων, στο εξωτερικό, ή, στις θυρίδες των τραπεζών και τα σεντούκια των νοικοκυριών.  

Και σε αυτά τα στοιχεία, πρέπει να συνυπολογίσουμε και τον "μαύρο" τομέα της οικονομίας, ήτοι την παραοικονομία και την φοροδιαφυγή, οι οποίες, σύμφωνα μετά μετριοπαθή στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος του Γιάννη Στουρνάρα, φθάνει, στο 45%.

Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό ΑΕΠ, από τα 176 δισεκατομμύρια ευρώ, που έφτασε, το 2020 ενώ, το 2009, ήταν κάπου στα 245 δισεκατομμύρια ευρώ, υπό κανονικές συνθήκες, θα είχε, τώρα, ξεπεράσει σήμερα τα 650 ίσως και τα 700 δισεκατομμύρια ευρώ. 

Φαίνεται απίστευτο, αλλά, δυστυχώς, αυτού του είδους οι υπολογισμοί δεν απέχουν μακριά από την πραγματικότητα, που θα είχε διαμορφωθεί, εάν η Ελλάδα δεν εντάσσονταν στην ευρωζώνη και δεν είχε απαρνηθεί το εθνικό της νόμισμα.

Μάλιστα, εάν δεν είχε μπει, στην τότε ΕΟΚ, το 1981, η αναπτυξιακή πορεία της χώρας και τα αντίστοιχα παραγωγικά και καταναλωτικά επίπεδα, θα ήσαν πολύ μεγαλύτερα, από αυτά που, τώρα, υπολογίζω. 

Δεν χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια, για να διαπιστωθεί αυτή η κατάσταση. Ο συνδυασμός των στοιχείων, που παρουσιάζουν οι δύο παραπάνω πίνακες, οδηγεί, αβίαστα, σε αυτό το συμπέρασμα.

Μπορεί να είναι - και όντως, είναι - καταθλιπτικό αυτό που συνέβη και εξακολουθεί να συμβαίνει, στην ελληνική κοινωνία και οικονομία, αλλά, δυστυχώς, έτσι έχουν τα πράγματα. Και αυτά τα πράγματα δεν πρόκειται να αλλάξουν όσο η χώρα μας δεν ανακτά την νομισματική της κυριαρχία και όσο δεν προστατεύεται, από τον εξοντωτικό διεθνή ανταγωνισμό, ο οποίος της στερεί μεγάλα μερίδια και από την εσωτερική αγορά, οδηγώντας μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας και κυρίως, τους νέους, στην ανεργία και πρωτ' απ'όλα, στην μετανάστευση, στο εξωτερικό. 

Φυσικά, τα πράγματα πρέπει να αλλάξουν, αλλά δεν υπάρχει αυτή η πολιτική και κοινωνική δυναμική, που θα σπρώξει την κατεύθυνση της χώρας σε αυτήν την πορεία. Αυτή είναι μία άλλη δυστυχής αλήθεια, την οποία δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε έτσι όπως διαμορφώθηκαν τα πράγματα, μετά το ηχηρό χαστούκι, που δέχτηκε η ελληνική κοινωνία, ύστερα από το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 και την απογοήτευση, που κατέλαβε την μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού, από την αποδοχή των μνημονιακών πολιτικών, επ' άπειρον και τουλάχιστον, δηλαδή, μέχρι το μακρινό μέλλον που φτάνει και πιθανόν θα ξεπερνάει, την δεκαετία του 2070.

Μακάρι τα πράγματα να εξελιχθούν αλλιώς. Θα ήταν ευχής έργον, αλλά η πραγματικότητα δεν γράφεται, με ευχές. Γράφεται, με πράξεις και αυτές οι πράξεις είναι, που λείπουν και πιθανόν να λείψουν, επί πολύ, ή και για πάντα.

(Και μέσα σε αυτό το ανείπωτο κακό, μπροστά, σε αυτόν τον απίστευτο όλεθρο, εμφανίζεται η θλιβερή και σιχαμερή μούμια του πρώην πρωθυπουργού της καταστροφής, ο Κώστας Σημίτης, αυτοπροσώπως και υπερηφανεύεται, για την εικοσαετία, που πέρασε, από την ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη. Δεν φταίει, μόνον, αυτός. Φταίνε και η ελληνική κοινωνία, όπως και το δικαστικό σύστημα του κράτους, που του επιτρέπουν να κυκλοφορεί ελεύθερος, ενώ θα έπρεπε να είναι, εδώ και καιρό, δέσμιος, στις ελληνικές φυλακές).

Δυστυχώς...

Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2022

Θα επιτεθεί το Πεκίνο στην Ταϊβάν; Ναι θα επιτεθεί, αλλά το πότε θα το αποφασίσει η κινεζική ηγεσία, χωρίς να λάβει υπόψη της τις αντιδράσεις των ΗΠΑ και της Δύσης.
















Αφού, στα δύο προηγούμενα δημοσιεύματα, σε αυτό εδώ το μπλογκ, εξετάσαμε τις  αμερικανορωσικές σχέσεις, με αφορμή το ουκρανικό πρόβλημα και τις όποιες παρενέργειες πρόκειται να έχει μια επίθεση της Μόσχας, στην Ουκρανία, ήρθε ο καιρός να εξετάσουμε τις σχέσεις ΗΠΑ, Κίνας και Δύσης, με αφορμή το πρόβλημα της Ταϊβάν. 

Το ερώτημα που πλανάται, στην διεθνή σκηνή, είναι το εάν και πότε, το Πεκίνο πρόκειται να ενσωματώσει, στο κράτος της ηπειρωτικής Κίνας, χρησιμοποιώντας και την στρατιωτική βία, το καθεστώς της Ταϊβάν, το οποίο δημιουργήθηκε, μετά την διαφυγή 1 εκατομμυρίου στρατιωτών των εθνικιστών του Τσανγκ Καϊσέκ και των οικογενειών τους, ύστερα από την νίκη των κομμουνιστών, το 1949, στον κινεζικό εμφύλιο πόλεμο. Αυτή η κατάσταση δημιούργησε ένα de facto κράτος, το οποίο είχε την στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και της Δύσης, το οποίο, αποσπώμενο από την ηπειρωτική Κίνα, εξέφρασε, πολλές φορές, την θέλησή του να ανεξαρτητοποιηθεί. Βέβαια, οι, κατά καιρούς, ηγεσίες της Ταϊβάν δεν τόλμησαν να κάνουν αυτό το βήμα, λόγω της αντίδρασης του καθεστώτος του Πεκίνου. 

Η αποκαλούμενη ως Δημοκρατία της Κίνας, που εδρεύει στην Ταϊβάν, θεωρείται, από το Πεκίνο, ότι είναι μια επαρχία της κινεζικής επικρατείας, στην οποία επικρατεί ένα καθεστώς ανταρσίας και φυσικά, η επιδίωξη των κομμουνιστών ηγετών της αποκαλούμενης Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας είναι η ενσωμάτωση αυτού του αποσχισμένου τμήματος της χώρας, στον κεντρικό κορμό του ηπειρωτικού κινεζικού κράτους.

Ο Σι Τζινπίνγκ και οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας δεν ενδιαφέρονται, για το καθεστώς του δυτικού τύπου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, που επικρατεί στο νησί. Δεν τους απασχολεί η ύπαρξη του. Αυτό μπορούν να το ανεχθούν και να το δεχτούν, όπως έκαναν και στις περιπτώσεις του Μακάο και του Χονγκ Κονγκ. Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι η υποταγή του καθεστώτος της Ταϊβάν, στην λεγόμενη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, μέσα από τον διορισμό μιας διοικητικής γραφειοκρατίας, στο νησί, η οποία θα ελέγχει και θα καθοδηγεί τις πολιτικές και λοιπές εξελίξεις, στην Ταϊβάν, από το Πεκίνο.

Προφανώς, τους ενδιαφέρει να ελέγξουν το γραφειοκρατικό καπιταλιστικό σύστημα δυτικού τύπου, που επικρατεί, στην Ταϊβάν. Κυρίως, τους ενδιαφέρει ο πολιτικός και οικονομικός έλεγχος της ζωής και της επιχειρηματικής δραστηριότητας, στο νησί, αλλά από κει και πέρα, είναι διατεθειμένοι οι ηγέτες του Πεκίνου να αποδεχτούν μια σχετική αυτονομία των ενεργειών της ταϊβανέζικης ελίτ.

Το ερώτημα, όμως, παραμένει. Θα επιτεθούν, οι Κινέζοι ηγέτες,  στην Ταϊβάν; Ναι, θα επιτεθούν. 

Αλλά προηγουμένως, όπως μέχρι και τώρα, θα χρησιμοποιήσουν την πειθώ, τις πιέσεις, τις απειλές και τον εκφοβισμό, ο οποίος, στην πορεία, θα κλιμακωθεί - και ήδη, έχει αρχίσει να κλιμακώνεται -, σε κατατρομοκράτηση της ταϊβανέζικης ελίτ προκειμένου να σπάσουν το ηθικό της και να την υποχρεώσουν να αποδεχθεί, άνευ όρων, την ενσωμάτωση του νησιού, στην επικράτεια της ηπειρωτικής Κίνας.

Αν όλα αυτά, σε ένα βάθος χρονικού ορίζοντα, δεν αποδώσουν, η κινεζική ηγεσία θα χρησιμοποιήσει και την στρατιωτική βία προκειμένου να καθυποτάξει την Ταϊβάν. 

Γι’ αυτό δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία και θα πραγματοποιηθεί, όταν η κινεζική ηγεσία το επιλέξει, αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις των ΗΠΑ και της Δύσης. Το πότε θα γίνει αυτή η στρατιωτική επιχείρηση, εφόσον όλα τα άλλα μέσα δεν αποδώσουν, είναι θέμα του Πεκίνου, με χρονικό ορίζοντα της επίθεσης, στην Ταϊβάν, το αργότερο το 2025, ή και λίγο αργότερα.

Αλλά όλα αυτά θα είναι απόρροια και των διεθνών εξελίξεων που θα μεσολαβήσουν μέχρι τότε. Αν δηλαδή οι αμερικανορωσικές σχέσεις επιδεινωθούν, κατά το μεσολάβησαν χρονικό διάστημα, δεν αποκλείεται μια κινέζικη επίθεση, στην Ταϊβάν, να συνδυαστεί με μια ρωσική επίθεση στην Ουκρανία. Αυτό δεν είναι καθόλου απίθανο και θα υπακούει στην λογική μιας άτυπης συμμαχίας Κίνας - Ρωσίας και στην δημιουργία δύο, ή και πολλαπλών μετώπων, με τις ΗΠΑ και την Δύση, στα οποία μέτωπα η Ουάσινγκτον και οι σύμμαχοι της, είναι πολύ πιθανό ότι δεν θα μπορούν και δεν θα τολμήσουν να ανταποκριθούν. 

Σε αυτή την περίπτωση, η Ταϊβάν και η Ουκρανία, θα αφεθούν στην τύχη τους, από τους δυτικούς και την Ουάσινγκτων, που δεν είναι, καθόλου, διατεθειμένοι να εμπλακούν, σε τέτοιου είδους διενέξεις. Δεν είναι ευχάριστη μια τέτοια εξέλιξη, αλλά είναι μια ρεαλιστική απεικόνιση του τι πρόκειται να συμβεί στο ερχόμενο μέλλον, το οποίο θα ανατρέψει την ισορροπία ισχύος, που υπάρχει, σήμερα. 

Φυσικά, δεν θέλω, καν, να φανταστώ τις εξελίξεις, που θα ακολουθήσουν, από μια τέτοιου είδους ανατροπή, στο επίπεδο των διεθνών σχέσεων, αλλά πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι, για αυτές, οι οποίες, φυσικά, δεν θα είναι καθόλου ευχάριστες. Ελπίζω ότι και το πρόβλημα της Ταϊβάν θα επιλυθεί, με ειρηνικούς τρόπους και ότι θα βρεθεί ένα modus vivendi, που θα ενσωματώσει, ειρηνικά, το νησί, στην ηπειρωτική Κίνα. 

Αλλά, σε αυτές τις περιπτώσεις, κανείς δεν μπορεί να ξέρει το τι θα συμβεί και να προεξοφλήσει το μέλλον. Κάθε άλλο.

Δυστυχώς…

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2021

Θα εισβάλει η Ρωσία στην Ουκρανία; Ναι, θα εισβάλει. Το πότε θα το πράξει είναι θέμα επιλογής της ρωσικής ηγεσίας. Και φυσικά, όχι οι αντιδράσεις των ΗΠΑ και της Δύσης, που δεν θα ληφθούν, καθόλου, υπόψιν, όταν έλθει η ώρα.


 



Σε συνέχεια του προηγούμενου άρθρου (δείτε το δημοσίευμα σε αυτό εδώ το blog με τίτλο : 17/12/2021 Ένα soft "τελεσίγραφο" της Μόσχας προς το ΝΑΤΟ : Θα κάνουν αποδεκτές οι ΗΠΑ και η Δύση, τις μετριοπαθείς προτάσεις της ρωσικής ηγεσίας; Προφανώς, όχι. Και φυσικά, η συνέχεια πρόκειται να είναι κακή. Πολύ κακή...), πρέπει να δούμε την αντίδραση της ρωσικής ηγεσίας, στην πιθανότητα μιας αρνητικής απάντησης της Δύσης και του ΝΑΤΟ και κυρίως, των ΗΠΑ, στο απαλό τελεσίγραφο που επέδωσε η Μόσχα, στις 17 Δεκεμβρίου 2021, στην αμερικανική ηγεσία, απαιτώντας την απομάκρυνση των νατοϊκών οπλισμών, από τις χώρες του πρώην "υπαρκτού σοσιαλισμού" και το σύστημα εγγυήσεων, το οποίο έχει προτείνει η Μόσχα. 

Τι θα συμβεί, λοιπόν, όταν η Δύση, δηλαδή η Ουάσινγκτον, αρνηθεί τις μετριοπαθείς προτάσεις της ρωσικής ηγεσίας; 

Αυτό είναι, που θα δούμε σήμερα, στο παρόν δημοσίευμα. 

Όπως έχουμε πει, η πρώτη αντίδραση της Μόσχας, στην άρνηση των ΗΠΑ και της Δύσης να αποδεχθούν να συζητήσουν, ή αν απορρίψουν τις ρωσικές προτάσεις, πρόκειται να αφορά την κατάληψη της Ουκρανίας. 

Δεν μπορεί να προσδιοριστεί ο χρόνος αντίδρασης της Μόσχας, η οποία προφανώς θα βρει την ευκαιρία, για να εισβάλει στο ουκρανικό έδαφος. Ούτε και μπορεί να προσδιοριστεί το μέγεθος των εδαφών, που ο ρωσικός στρατός και στόλος πρόκειται να καταλάβει. Αυτά τα πράγματα είναι αποφάσεις, τις οποίες θα λάβει ο Πούτιν και οι, περί αυτόν. Αν δεν τις έχουν, ήδη, λάβει. 

Την προσωπική προσωπική μου γνώμη την έχω γράψει : 

Το στρατηγικό συμφέρον της Ρωσίας, δηλαδή η στρατηγική της ανάγκη, ενώπιον της υπαρκτής αμερικανονατοϊκής περικύκλωσής της, που συνιστά μια ζωτική απειλή, για την ασφάλεια της χώρας, αφορά την κατάληψη όλου, ή, σχεδόν, όλου, του ουκρανικού εδάφους, εξαιρουμένης, κατά πάσα πιθανότητα, της δυτικής Ουκρανίας, η οποία κατοικείται από μη ρωσικούς και μη ουκρανικούς πληθυσμούς. 

Κυρίως, αυτό, που αφορά την Ρωσία, είναι η κατάκτηση όλου του χώρου, που περιβάλλει την Μαύρη Θάλασσα, τον οποίον, τώρα, κατέχει η Ουκρανία. Έτσι η Ρωσία ξαναγυρνάει, στην παλιά προεπαναστατική της κατάσταση και ισορροπία, επί του εδάφους, όπως ακριβώς συνέβαινε, από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου, στον χώρο της νότιας Ρωσίας και της Μαύρης Θάλασσας, πριν δηλαδή, ο Β. Ι. Λένιν και οι μπολσεβίκοι δημιουργήσουν, στα εδάφη της νότιας Ρωσίας, την Ουκρανία, ως χωριστή κρατική οντότητα, μέσα, στην ομοσπονδιακή δομή της "Σοβιετικής Ένωσης", με σκοπό την αποδυνάμωση του μεγαλορωσικού έθνους.

Αυτή η υπάρχουσα κατάσταση και ισορροπία, που διαμορφώθηκε μετά την πτώση της "Σοβιετικής Ένωσης", η τωρινή ηγεσία του Κρεμλίνου θεωρεί ότι δεν μπορεί και δεν πρέπει να διατηρηθεί. Και μάλιστα, δεν πρέπει να επιτραπεί, στο ΝΑΤΟ, να επεκτείνει την παρουσία του, στην Ουκρανία και σε οποιοδήποτε άλλο πρώην "σοβιετικό" κράτος.

Έτσι, λοιπόν, μετά την, σοβαρότατα, πιθανολογούμενη άρνηση της Δύσης - με προεξάρχουσα την Ουάσιγκτων - να δεχθεί τις ρωσικές προτάσεις, οι οποίες πρέπει να καταλήξουν, σε γραπτή και δεσμευτική συμφωνία, μεταξύ ΝΑΤΟ και Ρωσίας, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Μόσχας, ο μόνος δρόμος που μένει, στον Βλαντιμίρ Πούτιν, είναι η κατάληψη της Ουκρανίας και αυτό σε μία πρώτη φάση. 

Όπως είπαμε, το πότε θα εξελιχθούν αυτού του είδους τα γεγονότα, είναι κάτι που δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Πιθανολογώ ότι η επίθεση της Ρωσίας, στην Ουκρανία, θα γίνει εντός του 2022, αλλά το πότε, ακριβώς, η ρωσική ηγεσία θα επιλέξει να πραγματοποιήσει αυτή την στρατηγική κίνηση, απέναντι στην νατοϊκή επιθετικότητα, δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Ίσως, μάλιστα και το Κρεμλίνο να μην το ξέρει ακόμα, ούτε και το ίδιο, αν και κάτι τέτοιο φαίνεται δύσκολο και σε κάθε περίπτωση, πάντως, δεν είναι ανακοινώσιμο, από την πλευρά της Μόσχας.

Βέβαια, οι Δυτικοί θεωρούν ότι, αν ο Jo Biden δεν θελήσει, ή δεν μπορέσει να αποτρέψει μια ρωσική στρατιωτική επιθεση, στην Ουκρανία, υποτίθεται πως θα πληγεί το διεθνές σύστημα κανόνων και συνόρων, που η Ουάσιγκτων ισχυρίζεται ότι θέλει - και όντως, θέλει - και προσπαθεί να κατοχυρώσει, τουλάχιστον, σε επίπεδο μεγάλων δυνάμεων και υπερδυνάμεων. 

Ανοησίες και υποκρισίες. Ο Αμερικανός πρόεδρος, αν και θέλει, δεν μπορεί να υποδείξει και να επιβάλει, στην ρωσική ηγεσία, να επιδείξει αυτήν την συμπεριφορά και την αντίστοιχη δράση, που εκείνος επιθυμεί.

Η Ουάσιγκτον και οι άλλες πρωτεύουσες των χωρών της Δύσης είναι πανικόβλητες μπροστά στο ήπιο τελεσίγραφο, που τους επέδωσε η ρωσική ηγεσία. Αισθάνονται ότι είναι πολύ βαριές οι ευθύνες των ενεργειών τους,που απορρέουν από την οποιαδήποτε αναμενόμενη αντίδραση, που πρόκειται να επιδείξουν εφόσον απορρίψουν τις ρωσικές προτάσεις.

Μπορούν βέβαια να ελπίζουν ότι ο Πούτιν μπλοφάρει, αλλά δεν είναι έτσι. Η Ρωσία - και για να είμαστε ακριβείς, το βαθύ ρωσικό κράτος - αισθάνεται (και σωστά αισθάνεται) ότι απειλείται, από την περικύκλωσή του, από τις στρατιωτικές δυνάμεις των χωρών του ΝΑΤΟ. Ως εκ τούτου φαίνεται ότι ο Πούτιν δεν μπλοφάρει και ότι εννοεί αυτά που λέει.

Έχοντας, όμως, μπροστά τους, την πραγματικότητα, όπως αυτή διαμορφώθηκε, κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, μέχρι σήμερα, τα οφέλη και τα εγκαθιδρυμένα ισχυρά συμφέροντα της Δύσης, που έχουν δημιουργηθεί, από την αδυναμία της Ρωσίας να επιβάλλει τα συμφωνηθέντα, με τις παλαιές δυτικές ηγεσίες, επί εποχής Γκορμπατσόφ, δεν είναι δυνατόν - ή μάλλον δεν θεωρείται επιτρεπτό - να εγκαταλειφθούν εύκολα.

Βέβαια, ο ορθολογισμός η κοινή λογική, υπαγορεύουν ότι η Δύση πρέπει να λάβει υπόψη της και τα ρωσικά συμφέροντα. Δεν μπορεί να τα αγνοήσει, όπως έπραττε και εξακολουθεί να πράττει, μέχρι πρόσφατα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κάτσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να συζητήσει, με την ρωσική ηγεσία, για το τι μπορεί να δώσει από όσα οι Ρώσοι απαιτούν. 

Το πρόβλημα είναι ότι Ρώσοι τα απαιτούν όλα και είναι αναγκασμένοι να τα απαιτούν όλα, εξαιτίας των τετελεσμένων γεγονότων, που έχουν συμβεί τις προηγούμενες τρεις δεκαετίες, οδηγώντας, στην περικύκλωση της χώρας τους, από το ΝΑΤΟ. 

Αυτό κάνει πολύ δύσκολα τα πράγματα, διότι μία άτακτη, ή και συντεταγμένη υποχώρηση της Δύσης, θα ανατρέψει την ισορροπία ισχύος, που έχει δημιουργηθεί και η οποία αυτή τη στιγμή ευνοεί το δυτικό στρατόπεδο και λειτουργεί, υπέρ της Δύσης, δηλαδή κυρίως των Αμερικανών.

Στην χειρότερη θέση, βρίσκονται οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ, οι οποίοι θα βρεθούν εκτεθειμένοι μπροστά σε μία ανανεωμένη και ηγετική παρουσία της Ρωσίας, στον ευρωπαϊκό χώρο. 

Ακόμη χειρότερα, είναι τα πράγματα για τους Γερμανούς, τους Πολωνούς, τις χώρες της Βαλτικής και τις άλλες ανατολικές χώρες, που παλαιότερα ανήκαν, στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας, διότι αυτοί είναι που βρίσκονται, στην πρώτη γραμμή αντιπαράθεσης, με τον ρωσικό γίγαντα και σε καμία περίπτωση δεν επιθυμούν την απομάκρυνση των νατοϊκών δυνάμεων από τις χώρες του πρώην ‘υπαρκτού σοσιαλισμού´.

Αυτό, μάλιστα, το έχουν εκφράσει ρητά και η Γερμανία και οι βαλτικές χώρες και η Πολωνία. Λιγότερο, βέβαια, οι Βούλγαροι και οι Ρουμάνοι, αλλά και αυτοί δεν αισθάνονται ασφαλείς, εάν το ΝΑΤΟ απομακρύνει τα βαριά οπλικά του συστήματα, από την περιοχή τους.

Αυτή η κατάσταση καθιστά τα ζητήματα που θέτουν οι Ρώσοι, απολύτως, δυσεπίλυτα και δεν αφήνει, στην αμερικανική ηγεσία, πολλά περιθώρια, για να κάτσει να συζητήσει, στα σοβαρά, όσα ζητάει η ρωσική ηγεσία.

Αυτό, στην πράξη, σημαίνει ότι η Ουάσιγκτων, ή θα απαντήσει αρνητικά, στο ήπιο ρωσικό τελεσίγραφο, ή θα κωλυσιεργήσει, όσο μπορεί περισσότερο, μέχρις ότου οδηγήσει την ρωσική ηγεσία, στην ανάληψη των πρωτοβουλιών, που, παραπάνω, ανέφερα, πρώτη, εκ των οποίων, θα είναι η κατάληψη εκτεταμένων τμημάτων, ή όλων των εδαφών της Ουκρανίας.

Έτσι, ο Joe Biden καλείται να αντιμετωπίσει την λεγόμενη ρωσική επιθετικότητα, στην Ουκρανία, με την επιβολή, αφενός βαριών οικονομικών κυρώσεων, στην Ρωσία και αφετέρου, με την άμεση αποστολή στρατιωτικής βοήθειας, στους ηγέτες του Κιέβου και φυσικά, να πάψει να υπαινίσσεται και να λέει, ευθέως, ότι δεν πρόκειται να παρέμβει σε μία έξαρση της ουκρανικής κρίσης, μετά από την πιθανή και αναμενόμενη εισβολή της Ρωσίας στα ουκρανικά εδάφη. 

Αλλά αυτά τα πράγματα είναι εύκολο να τα λες και να τα υποδεικνύεις, όντας έξω από το κέντρο των αποφάσεων, ενώ είναι δύσκολο να τα προτείνεις και να τα εφαρμόσεις, όταν είσαι εσύ το κέντρο των αποφάσεων. 

Ως εκ τούτου αυτό που μένει είναι να δούμε το τι θα πράξει η Ουάσινγκτων. Αυτό θα καθορίσει τα πράγματα και δεν μου φαίνεται ότι η Ουάσινγκτων είναι διατεθειμένη να μπλέξει στο ουκρανικό πρόβλημα. Απλούστατα, αυτό που θα κάνει είναι να μην ξανακάνει τα λάθη που έκανε, στο Αφγανιστάν. 

Δεν πρόκειται να στείλει στρατό, για να υπερασπίσει το καθεστώς του Κιέβου και δυστυχώς, για τους συνεργάτες των ΗΠΑ και της Δύσης, στην Ουκρανία, αυτό, που θα συμβεί, είναι ότι θα αφεθούν έρμαια, στις διαθέσεις των Ρώσων.

Κάτι τέτοιο δεν θα με εκπλήξει καθόλου. Το αντίθετο, μάλιστα.

Άλλωστε, το τι θα συμβεί, σε αυτό το μέτωπο, έχω την άποψη ότι δεν θα αργήσουμε να το δούμε. Οι εξελίξεις αναμένονται να είναι ραγδαίες και καθοριστικές. 

Πάντως, για την αρχή της ουκρανικής κρίσης, τον Φεβρουάριο του 2014, όποιος επιθυμεί μπορεί να δει, σε αυτό εδώ το blog, ένα παλαιό δημοσίευμα, που έχω κάνει, αναφερόμενος στην Ρόζα Λούξεμπουργκ και τις θέσεις, που είχε εκφράσει, το 1918, απέναντι, στον Λένιν και τους μπολσεβίκους, που πρωτοστάτησαν, στην δημιουργία της Ουκρανίας, ως χωριστού κράτους, από την Ρωσία, την εποχή που ακολούθησε την οκτωβριανή επανάσταση και διαμορφώθηκε, μέσα από τον εμφύλιο πόλεμο που ξέσπασε, στην Ρωσία. Το δημοσίευμα αυτό έχει τίτλο :   1918 - 2014 : Η Ουκρανία στο μεταίχμιο. Μια αναδρομή στην κριτική της Rosa Luxemburg, για το ουκρανικό ζήτημα και στην ανολοκλήρωτη ουκρανική εθνογένεση, με αφορμή τις σύγχρονες γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις Η.Π.Α. - Ρωσίας - Κίνας και το περιφρονητικό "Fuck EU". και καλό είναι να ξαναδιαβαστεί.

Και όπως ανέφερα, η ρωσική επίθεση, στην Ουκρανία, θα είναι η πρώτη φάση του σχεδιασμού του Κρεμλίνου.

Αναλόγως, των εξελίξεων, θα ακολουθήσει και δεύτερη. Και αυτή θα αφορά τις χώρες της Βαλτικής και ίσως και την Πολωνία.

Οψόμεθα...