470 πΧ. Το κύπελλο του Περικλή. 1888. Καλαμάτα. Το παλαιότερο ελληνικό γήπεδο ποδοσφαίρου. 1900-1993 Κρήτη. 14-8-1921. Αφιόν Καραχισάρ. Πεθαίνοντας ηττημένοι. 22-8-1926. Σκηνές, από το επιτυχημένο κίνημα του Γεωργίου Κονδύλη, που ανέτρεψε τον Θεόδωρο Πάγκαλο. 1930-2025. Νομίσματα και χαρτονομίσματα. 6-1-1934. Κιάτο. 1940-1942. Ελμπασάν. 1941-1944. Θεσσαλονίκη, Κατοχή. 1941-1944. Το “γερμανικό πουλί”, στα Χανιά. 6-9/1/1945. Η αλληλογραφία Ουίνστον Τσώρτσιλλ - Ιωσήφ Στάλιν. 1953. Έλλη Λαμπέτη. 1954. Ο παγωμένος Βόσπορος. 1971. “ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΤΟΥ ΡΟΥΠΕΛ” και μετέπειτα. (206).
470 πΧ (περίπου. Αθήνα. Ένα κύπελλο κρασιού, που πιστεύεται ότι ανήκει, στον Περικλή, αποτελεί το αποκορύφωμα του Επιγραφικού Μουσείου, στην Αθήνα. Το κύπελλο ανακαλύφθηκε, σε έναν αρχαίο τάφο, κατά την διάρκεια ανασκαφών, για τα θεμέλια ενός νέου κτιρίου, στην βόρεια Αθήνα. Όποιος είχε γράψει τα ονόματα, είχε, πρώτα, γυρίσει το κύπελλο, ανάποδα, σαν να το είχε, μόλις, πλύνει και αφήσει να στεγνώσει. Στην συνέχεια, χάραξε τα ονόματα και σχεδίασε ένα πλαίσιο, γύρω τους. Από πάνω προς τα κάτω, τα ονόματα γράφουν: «Αριστείδης, Διόδοτος, Δαίσιμος, Αρρύφρων, Περικλής, Εύκριτος». Στην βάση, υπάρχει ένα, ακόμη, όνομα, ο Δράπετης, που σημαίνει ότι υπάρχουν, συνολικά, επτά ονόματα. Από τα επτά ονόματα, αυτό, που μας έρχεται, στο μυαλό είναι ο Περικλής, γιατί αυτό ήταν το όνομα ενός, από τους πιο διάσημους Αθηναίους, που έζησαν, ποτέ. Από το γενεαλογικό του δέντρο, γνωρίζουμε ότι ο Περικλής είχε έναν μεγαλύτερο αδελφό και έναν παππού, που ονομάζονταν και οι δύο Αρρύφρων, το οποίο, κατά τα άλλα, είναι ένα πολύ σπάνιο όνομα. Σε αυτό το κύπελλο, ο Περικλής και ο Αρρύφρων παρατίθενται ο ένας, πάνω, από τον άλλον, όπως θα έπρεπε να είναι τα αδέρφια. Οι αρχαιολόγοι είναι «99%» βέβαιοι ότι το κύπελλο χρησιμοποιήθηκε, από τον Αθηναίο πολιτικό και ότι ο Αρρύφρων ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός του Περικλή.
1888. Καλαμάτα. Το γήπεδο ποδοσφαίρου της πόλης, πριν την κατασκευή του.
Όταν γίνεται κουβέντα, για τα ιστορικά γήπεδα της Ελλάδας, το μυαλό πολλών πηγαίνει αυτόματα, στην Λεωφόρο. Κι όμως, το αρχαιότερ@ γήπεδο της χώρας κρύβεται μακριά από την Αθήνα και έχει τη δική του ξεχωριστή ιστορία.
Οπως προκύπτει από έρευνες, το παλαιότερο είναι το γήπεδο του Μεσσηνιακού στην Καλαμάτα. Σύμφωνα με τα ευρήματα του δημοσιογράφου Ηλία Μπιτσάνη, που έχει αναλάβει τη συγγραφή του βιβλίου για την ιστορική πορεία του Μεσσηνιακού, η απαρχή της δημιουργίας ποδοσφαιρικού γηπέδου τοποθετείται στο 1900, όταν ο Δήμος Καλαμάτας παραχώρησε την απαραίτητη έκταση.
Το 1909 το ποδοσφαιρικό γήπεδο του Μεσσηνιακού έχει σχεδόν διαμορφωθεί, με τα τέρματα σε κατεύθυνση βορρά-νότο και όχι ανατολή-δύση που είναι σήμερα, και γίνεται ο πρώτος αγώνας επίδειξης Ποδοσφαίρου. Τότε ιδρύθηκε τυπικά το τμήμα Ποδοσφαίρου του Μεσσηνιακού και τότε αρχίζει η ιστορία του «Φούτ-μπωλ» στην Καλαμάτα.
1900. Ηράκλειο Κρήτης. Πυριτιδαποθήκες της οχύρωσης.
Τέσσερις πυριταδοποθήκες διαμορφώθηκαν, πάνω στην παλαιά περίμετρο, στο ευθύγραμμο τμήμα, από το Βολτόνε, έως την Ωραία Πύλη.
Προέκυψαν, από την μετασκευή ορισμένων πύργων της βυζαντινής οχύρωσης, σε χώρους φύλαξης πυρίτιδας, όταν η κατασκευή του νέου οχυρού περιβόλου κατέστησε τον παλαιό, αμυντικά, ανενεργό.
Ένας ακόμη πύργος του παλαιού βυζαντινού περιβόλου, που βρισκόταν, στην βορειοδυτική κατάληξη του εσωτερικού τείχους, προς την θάλασσα, φαίνεται ότι, επίσης, μετατράπηκε, σε πυριτιδαποθήκη.
Στην εσωτερική περίμετρο της οχύρωσης, κατασκευάστηκαν άλλες τρεις πυριτιδαποθήκες, κάτω από τους προμαχώνες Ιησού, Μαρτινέγκο και Βιθλεέμ. Τα κτίρια αυτά δεν σώζονται, σήμερα· στις αρχές, όμως, του 20ού αιώνα, διατηρούνταν, ακόμη, δύο : εκείνη, κάτω, από τον προμαχώνα Μαρτινέγκο και εκείνη, κάτω, από τον προμαχώνα Βιθλεέμ.
Τα δύο κτίσματα, που φωτογραφήθηκαν, τότε, από τον G, Gerola, είχαν κάτοψη παραλληλόγραμμη, ήσαν λιθόκτιστα και στεγάζονταν, με θολωτή, πυραμιδοειδή επικάλυψη. Οι τέσσερις γωνίες τους τονίζονταν, με εμφανείς, λοξευμένους γωνιόλιθους, ενώ, στην απόληξή τους, έφεραν χαρακτηριστικά μορφολογικά στοιχεία της βενετικής αρχιτεκτονικής : λίθινες σφαίρες, στην μία πυριτιδαποθήκη και λίθινη πυραμιδοειδή απόληξη, στην άλλη.
Τα θυρώματα εισόδου είχαν ξυστό υπέρθυρο, με εγχάρακτη την χρονολογία 1590, ενώ ο φωτισμός των χώρων εξασφαλιζόταν, από μικρά ανοίγματα, στην οροφή.
Κάθε μία, από τις δύο πυριτιδαποθήκες είχε χωρητικότητα περίπου 5.000 βαρελιών πυρίτιδας.
Χρυσούλα Τζομπανάκη. Η Πόλη και τα τείχη, G.Gerola monumenti Veneti.
Επιμέλεια, επεξεργασία, χρώμα Τακιτζής Μαρίνος.
1900 - 2025. Μαργαρίτες Ρεθύμνου. Στα βήματα του Gerola. Θύρωμα σπιτιού της οικογένειας Δάνδολου, της ενετικής οικογένειας Dandolo.
Το σπίτι γκρεμίστηκε και χτίστηκε νέο. Το Θύρωμα μεταφέρθηκε, στο παλιό σπίτι του ηγούμενου Γαβριήλ.
1900 (αρχές δεκαετίας). Βλάχοι Φαρσαριώτες, στα βουνά.
Σεπτέμβριος 1912. Ρόδος, Μανδράκι. Μπροστά, στο Αρχηγείο του Ιταλικού στρατού (μετέπειτα, Διοικητήριο και στην συνέχεια, Ταχυδρομείο, μετά από μετασκευή).
1916. Θεσσαλονίκη. Σέρβοι στρατιώτες, στην Λεωφορο Νίκης. Σήμερα, θα τους βλέπαμε, στο ύψος της Καλάρη.
1918. Κωνσταντινούπολη, Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αριστερά, η Στάσα Αμυρά και δεξιά, η Αδελφή της Δανάη χορεύτρια. Οι αδελφές ήσαν τρεις, η Στάσα, η Δανάη και Ιωάννα. Η Στάσα ήταν εκείνη, που εξελίχθηκε, σε μεγάλη πρωταγωνίστρια, στην οπερέτα και την επιθεώρηση και ηγήθηκε, μαζί, με τις αδελφές της, σε θιάσους, ανεβάζοντας ποικιλία μεγάλων έργων, μουσικές κωμωδίες και επιθεωρήσεις, σε περιοδείες, στην Ελλάδα, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αίγυπτο.
1918. Ελληνική οικογένεια, στον Πόντο.
1919. Φυλακή, στην Σμύρνη.
14/8/1921. Αφιόν Καραχισάρ, Μικρά Ασία. Μετά την μάχη, στο όρος του Μανγκάλ-Νταγ, διακρίνονται τρεις νεκροί Έλληνες μαχητές, μετά το τέλος της μάχης και λίγο, πριν την ταφή τους, όπου, μεταξύ των νεκρών, είναι και ο λοχαγός Τσουκανούλας, ενώ ο καθήμενος στρατιώτης, που θρηνεί, είναι ο αδελφός του νεκρού λοχαγού, τον οποίο έχει δίπλα του και τον κοιτάει, στο πρόσωπο, με θλίψη, ως τελευταίο χαιρετισμό.
1923. Αθήνα. Μονάδα στρατού στρατοπεδευμένη, στην πλατεία Συντάγματος, στον χώρο του σημερινού αγνώστου στρατιώτη. Στρατιώτες της κυβέρνησης του Νικολάου Πλαστήρα, με τα πολυβόλα, σε θέση μάχης, κατά την περίοδο πραξικοπήματος.
1926. Αθήνα. Οδός Βασιλίσσης Σοφίας, έξω, από την Ριζάρειο σχολή. Μάχη μεταξύ των δυνάμεων του στρατηγού Θεόδωρου, που κατείχε την εξουσία και πραξικοπηματιών του Γεωργίου Κονδύλη. Η οβίδα τρύπησε την κολώνα και μετά τίναξε, στον αέρα, το τανκ, που ξεκίνησε να καταλάβει την Αθήνα.
1926. Αθήνα. Η Λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας, στο νούμερο 24, στο ύψος της Ριζαρείου εκκλησιαστικής Σχολής. Δεξιά, ο μαντρότοιχος και ο τρούλος του Αγίου Νικολάου της Σχολής, αριστερά, το άλσος Ευαγγελισμού.
Είναι η ημέρα του κινήματος του Γεωργίου Κονδύλη, που ανέτρεψε την δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου, η οποία είχε εγκαθιδρυθεί, από το κίνημα της 25ης Ιουνίου 1925. Ο Κονδύλης ηγήθηκε των «Δημοκρατικών Ταγμάτων» και αιφνιδίασε τον Πάγκαλο, οδηγώντας, στην πτώση της δικτατορίας του και την επαναφορά δημοκρατικού πολιτεύματος. Αριστερά, από το παρκαρκαρισμένο αυτοκίνητο, διακρίνεται η έκρηξη ενός τεθωρακισμένου οχήματος, (τανκ), από οβίδα, που έχει τυλιχτεί, στις φλόγες.
1920 - 1930 (δεκαετίες). Πειραιάς. Λίγα χρόνια, μετά την μικρασιατική καταστροφή.
Ανάμεσα, στους περιθωριακούς και τους παράνομους, γύρω από το λιμάνι, στις παραγκουπολεις του Πειραιά και της Δραπετσώνας, κυρίως, προσπαθεί να αναστηθεί η πλειοψηφία. Κανονικοί άνθρωποι, σε προχειροκατασκευές, βιοπαλαιστές θεόφτωχοι, αλλά γεμάτοι, από ελπίδες, όνειρα, αθωότητα και δίψα, για ζωή.
Μια, εκπληκτικά, ποιητική, συναισθηματική, αλλά και σχεδόν, πραγματική εικόνα, από τα παραπήγματα και τις παράγκες, έδωσε ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης, με το εξαιρετικό ποίημά του «Δραπετσώνα» (Με αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καϋμός). Το μελοποίησε, το 1960, ο Μίκης Θεοδωράκης και το ερμήνευσε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. «Ένα κρεββάτι και μια κούνια, στην γωνιά, στην τρύπια στέγη του, άστρα και πουλιά». Στην πρόχειρη λαμαρινένια σκεπή, δηλαδή υπήρχε τρύπα, αλλά εκείνοι δεν… την έβλεπαν, έβλεπαν τα άστρα και τα πουλιά, μέσα, από αυτήν.
Οι πρόσφυγες έχουν φέρει το μπουζούκι και το χασάπικο, από την Πόλη και τα σαντουροβιολιά και το ζεϊμπέκικο, από την Σμύρνη.
Μέσα, σε αυτή την ζοφερή κοινωνική κατάσταση, ανάμεσα, σε απελπισμένους ανθρώπους, ανάμεσα, στην σύγχυση, τα πολιτικά πάθη και το περιθώριο, το βιολί και τα άλλα σμυρνέϊκα όργανα είναι πολύ «soft», για να δέσουν, με την εξαθλίωση και την απόγνωση μερικών 25χρονων. Αυτοί οι νέοι άνθρωποι θέλουν να εκφραστούν και να εκτονωθούν μουσικά. Έτσι προσαρμόζουν τις δημιουργίες τους, στους σκληρότερους ήχους του μπουζουκιού και του μπαγλαμά.
Σε αυτές τις φτωχογειτονιές, «γκέτο» των παραπηγμάτων του Πειραιά, που κατασταλάζει το όνειρο, δημιουργείται μια εστία, όπου συναντιούνται το μπουζούκι και ο μπαγλαμάς, με τον σκληρό, αλλά πεντακάθαρο ήχο τους, με τα σμυρνέϊκα μινόρε, τα ζεϊμπέκικα, τους καρσιλαμάδες, τα χασάπικα και τα τσιφτετέλια.
Οι Σμυρνέϊκοι και Ρεμπέτικοι ρυθμοί των προσφύγων και το μπουζούκι και ο μπαγλαμάς της φυλακής και του τεκέ, ανακατεύονται, με τον ΨΥΧΙΣΜΟ μερικών φτωχών, εξαθλιωμένων και κυνηγημένων νέων ανθρώπων, που έχουν διάθεση να εκφρασθούν μουσικά. Ετσι, παράγεται, μέσα, στο ΣΚΟΤΑΔΙ του περιθωρίου, η ΜΗΤΡΑ του ΛαΊκού τραγουδιού, στην Ελλάδα. Αυτό, που, σήμερα, ονομάζεται «Ελληνικό ρεμπέτικο τραγούδι».
Τα θέματά τους δεν καταχωρούνται. Είναι πηγαία και αφορούν τα πάντα. Έρωτα, Κοινωνία, Φτώχεια, Απελπισία, Φυλακή, Ναρκωτικά, Θάνατο, Αγανάκτηση, Ελπίδα, αλλά και Φυγή.
(αποσπάσματα από το βιβλίο της "Ιστορίας του ρεμπέτικου τραγουδιού", Εκδόσεις ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ.)
1930. Ρόδος. Στην Θαλασσινή πύλη του κάστρου της πόλης, λίγα χρόνια, πριν την κατεδάφιση όλων των πρόσθετων Οθωμανικής περιόδου κτισμάτων, από τους Ιταλούς.
1930. Ελληνικό νόμισμα των 10 δραχμών.
6/1/1934. Κιάτο, θεοφάνεια. Το καφεζαχαροπλαστείο του Γ. Αναγνωστοπούλου και η πόλη ντυμένη, στα γιορτινά της, ετοιμαζόταν, για έναν χορό, που θα έμενε χαραγμένος, στην μνήμη των κατοίκων, όχι, μόνον, για την λάμψη του, αλλά και για τα μικρά, ανθρώπινα στιγμιότυπα, που συνθέτουν την ηθογραφία μιας ολόκληρης εποχής.
1935 (καλοκαίρι). Θεσσαλονίκη. Μια πιάτσα ταξί στην πόλη. Από τα παραπήγματα, με επαγγελματική χρήση, που διακρίνονται και το ότι πρεπει να ηταν κεντρικος δρομος, οδηγούμαστε, στην οδό Λαγκαδά. Η περιοχή, ανάμεσα, στις οδούς Λαγκαδά, Ειρήνης και Αγίου Νέστορος, όπου ήταν το δυτικό μουσουλμανικό νεκροταφείο, είχε γεμίσει, στον Μεσοπόλεμο, με ξύλινα παραπήγματα, που ήσαν μικρομάγαζα, βιοτεχνίες και καταγώγια.
16/6/1937. Άρτα. Γεύμα, προς τιμήν του Ιωάννη Μεταξά.
Στιγμιότυπο, από το γεύμα, που παρατέθηκε, από τους αγρότες της περιοχής, προς τιμήν του, τότε, Πρωθυπουργού, στον κήπο που έφερε το όνομά του. Δίπλα, στον Μεταξά,ο τότε, μητροπολίτης Άρτης Σπυρίδων Γκινάκας. Η παρουσία τοπικών παραγόντων, εκπροσώπων αρχών και πλήθους κόσμου, αποτυπώνει τον επίσημο, αλλά και λαϊκό χαρακτήρα της εκδήλωσης, όπως αυτή καταγράφηκε και στο Λεύκωμα Νομού Άρτης, με τίτλο “Γεύμα δοθέν, υπό των αγροτών, προς τιμήν του κ. Πρωθυπουργού, εις τον κήπον “Ι. Μεταξά”.
(Πηγή : Προσωπικό αρχείο του Ιωάννη Μεταξά, το οποίο έχει παραχωρηθεί, ως δωρεά, στην Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων).
Πού βρίσκονταν, άραγε, ο κήπος, με την επωνυμία "Ι. Μεταξά";
1937. Νόμισμα της Βρετανικής Κοινοπολιτείας.
1940. Αθήνα. Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, σε μια, από τις πρώτες θεατρικές εμφανίσεις του, στην Ελλάδα, στο έργο του Δημήτρη Ψαθά «Το στραβόξυλο», στον θίασο του Βασίλη Αργυρόπουλου, με την Γιώτα Λάσκαρη.
1940 (δεκαετία). Τίρανα. Aslan Ypi (απόφοιτος, στην Γαλλία), Mikel Kilica (φαρμακοποιός, αποφοίτησε, στην Γαλλία) και Zafer Vila (απόφοιτος Ιταλίας). Και οι τρεις συνελήφθησαν, το 1947 και καταδικάστηκαν, για πολιτικούς λόγους, σε κοινή δίκη, με άλλους. Ypi και Vila, καταδικάστηκαν, σε 20 χρόνια και υπέστησαν, πάνω από 13 χρόνια στέρησης και καταναγκαστικής εργασίας, «για σύνδεση, με τους Αγγλοαμερικανούς και την ανατροπή της λαϊκής εξουσίας». Ο Kilica καταδικάστηκε, σε 5 χρόνια φυλάκιση.
1941 (άνοιξη). Θεσσαλονίκη. Οδοί Αγίας Σοφίας, με Λεωφόρο Νίκης. Το ξενοδοχείο Majestic επιταγμένο, απο τους Γερμανούς, αν κρινουμε, απο τα αυτοκινητα. Λίγους μήνες, μετά θα στεγάσει την Κομαντατούρ, που, στην αρχή της Κατοχής, ήταν, στην πλατεία Ελευθερίας.
1940 - 1942. Ελμπασάν (Νεόκαστρο), Αλβανία.
Το Ελμπασάν, ή Ελβασάνι (αλβανικά : Elbasan ή Elbasani) είναι πόλη, στην κεντρική Αλβανία. Το Ελμπασάν είναι μια, από τις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας, με 128.150 κατοίκους, σύμφωνα, με την απογραφή του 2011, το ενώ η μητροπολιτική περιοχή της πόλης έχει 296.082 κατοίκους. Η πόλη είναι κτισμένη, στις βόρειες όχθες του ποταμού Σκούμπιν, 32 χιλιομέτρα, νοτιοανατολικά των Τιράνων και είναι πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού και επαρχίας. Ονομαζόταν Νεόκαστρον, στα Ελληνικά, Νόβιγκραντ (Νέα Πόλη), στα Σλαβικά και Terra Nuova, στα Ιταλικά. Το σύγχρονο όνομα προέρχεται, από το τουρκικό ιλ-μπασάν ("αυτός, που πάτησε το χέρι").
Αρχαία και Βυζαντινή περίοδος.
Τον Αύγουστο του 2010, αρχαιολόγοι ανακάλυψαν δύο ελληνικούς τάφους, κοντά, στα τείχη του κάστρου του Ελμπασάν. Κοντά, στην θέση του σύγχρονου Ελμπασάν, τον 2ο αιώνα π.Χ., αναπτύχθηκε ένας εμπορικός σταθμός, κτισμένος, ονόματι Μάνσιο Σκάμπα, κοντά, σε έναν κόμβο δύο κλάδων, ενός σημαντικού Ρωμαϊκού δρόμου, της Εγνατίας Οδού, που συνέδεε τις ακτές της Αδριατικής, με το Βυζάντιο. Μέχρι τον 3ο και το 4ο αιώνα μ.Χ., η πόλη είχε αναπτυχθεί και προστατευόταν, από ένα κάστρο, με πύργους.
Η πόλη εμφανίζεται, στις διαδρομές της ύστερης αρχαιότητας, όπως η Tabula Peutingeriana, ή το Itinerarium Burdigalense, ως Scampis, ή Hiscampis.
Συμμετείχε, στην διάδοση του Χριστιανισμού, κατά μήκος της Εγνατίας και είχε επίσκοπο, καθεδρικό ναό και βασιλικές, ήδη, από τον πέμπτο αιώνα. Ως πόλη, σε πλατειά ποτάμια κοιλάδα ήταν ευάλωτη, σε επιθέσεις, από την στιγμή, που αποχώρησαν οι λεγεώνες αποχώρησαν, αλλά ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός προσπάθησε να ενισχύσει τις οχυρώσεις. Η πόλη μνημονεύεται, στο έργο του Προκόπιου και επιβίωσε, από επιθέσεις Οστρογότθων και Πρωτοβουλγάρων.
Οθωμανική περίοδος.
Η θέση φαίνεται να είχε εγκαταλειφθεί, μέχρι, που ο Οθωμανικός στρατός έκανε, εκεί, ένα στρατόπεδο, που το ακολούθησε αστική ανοικοδόμηση, επί Σουλτάνου Μωάμεθ Β΄, το 1466. Ο Μωάμεθ κατασκεύασε ένα ογκώδες τετράπλευρο κάστρο με βαθειά τάφρο και τρεις πύλες. Το ονόμασε Ελμπασάν που σημαίνει 'αυτός που πάτησε (με το χέρι του) το κάστρο΄, 'αυτός που έβαλε το χέρι του', κ.α. στα Τούρκικα. Έχτισε το κάστρο για να πολεμήσει το Σκεντέρμπεη, λόγω της συνεχιζόμενης σύγκρουσης μεταξύ Οθωμανών και Αλβανών. Έγινε έδρα του ομώνυμου σαντζακίου, κέντρου του Οθωμανικού αστικού πολιτισμού για τα επόμενα 445 χρόνια. Αν και ο Χαλίλ Ιναλτσίκ (Τούρκος ιστορικός γεν. 1916) αναφέρει ότι το Σαντζάκι του Ελμπασάν ιδρύθηκε συγχρόνως με την κατασκευή του φρουρίου το 1466, με βάση καταγραφή του Τουρσούν Μπεγκ (Οθωμανού χρονικογράφου του 15ου αιώνα) είναι πιθανόν το Ελμπασάν να ήταν αρχικά τμήμα του Σαντζακίου της Οχρίδας.
Το 1467 εκτοπίστηκαν, με την βία, στο Ελμπασάν, πολλοί Χριστιανοί, από τα Σκόπια, την Οχρίδα, τις Σέρρες και την Καστοριά. Στο τέλος του 17ου αιώνα, είχε 2.000 κατοίκους. Το τείχος κατεδαφίστηκε, από τον Κιουταχή, το 1832. Το 1864, το Σαντζάκι του Ελμπασάν έγινε τμήμα του Βιλαετίου του Μοναστηρίου. Στην αρχή του 20ου αιώνα, εκτιμάται ότι ζούσαν, στο Ελμπασάν, 15.000 άνθρωποι.
Το 1909, μετά την επανάσταση των Νεότουρκων, στην Κωνσταντινούπολη, συνήλθε, στο Ελμπασάν, ένα Αλβανικό Εθνικό Συνέδριο, για να μελετήσει εκπαιδευτικά και πολιτιστικά θέματα. Οι αντιπρόσωποι, όλοι, από την κεντρική και την νότια Αλβανία, ενέκριναν την απόφαση του Συνεδρίου του Μοναστηρίου (1908), που είχε συνέλθει, στο Μοναστήρι (σημερινό Μπίτολα, στην Βόρεια Μακεδονία), να χρησιμοποιείται το λατινικό αλφάβητο, αντί της αραβικής γραφής, στα γραπτά αλβανικά.
Ανεξαρτησία (δημιουργία) της Αλβανίας.
Η πρώτη παιδαγωγική σχολή, στην Αλβανία, η "Shkolla Normale e Elbasanit" ιδρύθηκε, στο Ελμπασάν (1909). Πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Ελμπασάν ήταν μια πόλη, με ένα μείγμα ανατολικών και μεσαιωνικών κτιρίων, καλντερίμια και ένα μεγάλο παζάρι. Υπήρχε ένας, σαφώς, καθορισμένος Χριστιανικός οικισμός, μέσα, στα τείχη του κάστρου, μια Βλάχικη συνοικία, στις παρυφές της πόλης και αρκετά ωραία τζαμιά και Ισλαμικά κτίρια. Τότε, ο πληθυσμός ήταν, περίπου, 15.000 κάτοικοι.
Ο Άγγλος δημοσιογράφος Τζέιμς Ντέιβιντ Μπούρτσιερ, ανταποκριτής, τότε, των «The Times», στα Βαλκάνια, αναφέρει ότι σε μια επίσκεψη, το 1911, είδε :
«Ο πληθυσμός γιόρταζε το μπαϊράμι, σε ένα κεντρικό χώρο : έφερναν γύρο, με πρωτογονική ευθυμία, με τσιγγάνους τροβαδούρους (με κλαρίνα και τύμπανα) ... πεχλιβάνηδες πάλευαν, κυρίως, πρόσφυγες, από την Δίβρη, βγάζοντας, έτσι, επισφαλώς, τα, προς το ζην».
Κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, καταλήφθηκε, από σερβικά στρατεύματα, στις 29 Νοεμβρίου 1912, που αποχώρησαν, στις 25 Οκτωβρίθου 1913, μετά από τελεσίγραφο του Ηνωμένου Βασίλειου και της Αυστροουγγαρίας.
Η μουσουλμανική πλειοψηφία του Ελμπασάν ήταν αντίθετη, με την τοποθέτηση του πρίγκιπα Βιντ, το 1914. Το Ελμπασάν καταλήφθηκε, διαδοχικά, από Σέρβους, Βούλγαρους, Αυστριακούς και Ιταλούς, μεταξύ 1915 και 1918. Ο Βουλγαρικός στρατός κατέλαβε το Ελμπασάν, στις 29 Ιανουαρίου 1916, κατά την βουλγαρική κατοχή της Αλβανίας (1915-1917). Τον Μάρτιο του 1916, ο στρατός της Αυστροουγγαρίας κατέλαβε το Ελμπασάν.
Από τον Ιούνιο του 1916, ως τον Μάρτιο του 1917, ο Στάνισλαβ Κόστκα Νόιμαν πολέμησε, εκεί, με τον Αυστριακό στρατό και περιγράφει τα πολεμικά του απομνημονεύματα, για την κατοχή, στο έργο του «Ελμπασάν». Η βιομηχανική ανάπτυξη άρχισε την περίοδο του Ζώγκου, οπότε ιδρύθηκαν εργοστάσια καπνού και οινοπνεύματος.
Η πόλη διέθετε, επίσης, ωραία δημόσια κτίρια, αναπτυγμένες εκπαιδευτικές υποδομές, δημόσιους κήπους και καταστήματα, από ξύλο. Υπέστη σοβαρές ζημιές, κατά τον πόλεμο, αλλά ακολούθησε ένα εντατικό πρόγραμμα οικονομικής ανάπτυξης, κατά την Κομμουνιστική περίοδο, που αύξησε τον πληθυσμό της πόλης, σε περίπου, 75.000 κατοίκους. Αποκορύφωμα αυτής της ανάπτυξης ήταν η κατασκευή του τεράστιου μεταλλουργικού συγκροτήματος Ατσάλι του Κόμματος (στα Αλβανικά Çeliku i Partisë), με κινεζική βοήθεια, το 1971-1974. Χαρακτηρίστηκε, από τον Ενβέρ Χότζα "Δεύτερη Εθνική Απελευθέρωση της Αλβανίας". Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις του συγκροτήματος ήσαν σοβαρές, για την κοιλάδα του Σκούμπιν και εγκαταλείφθηκε, μετά την πτώση του κομμουνισμού.
Πολιτισμός και θρησκεία.
Το Ελμπασάν έχει καταληφθεί, μεταξύ άλλων, από Σέρβους, Βούλγαρους, Αυστριακούς και Ιταλούς. Η πόλη παρέμεινε κέντρο του Ισλάμ, στην Αλβανία, ακόμη και μετά την Οθωμανική κατάκτηση. Μετά την απόφαση του Συνέδριου του Μοναστηρίου (1908), (στο σημερινό Μπίτολα, στην Βόρεια Μακεδονία) να χρησιμοποιείται το Λατινικό αλφάβητο, για την γραπτή Αλβανική γλώσσα, Μουσουλμάνοι κληρικοί επηρεαζόμενοι από τους Νεότουρκους έκαναν αρκετές διαδηλώσεις, υπέρ της Αραβικής γραφής, στο Ελμπασάν.
Στο κέντρο της πόλης, βρίσκεται η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αγίας Μαρίας. Η εκκλησία κτίστηκε, το 1830, στα θεμέλια μιας άλλης παλαιότερης εκκλησίας, που είχε, εν μέρει, καεί, το 1819. Μπορεί κανείς, ακόμη, να δει ζωγραφική και τοιχογραφίες του Ονούφρι (16ος αιώνας), αποκαταστημένες, από τον Νταβίντ Σελενιτσάσι (1700) και τον Κοσταντίν Σελκάνι. Η εκκλησία υπήρξε σημαντικό κέντρο θρησκευτικό και πολιτιστικό, για την Αλβανική γλώσσα. Σε αυτήν, έχουν υπηρετήσει οι Θεόδωρος Χατζηφιλίππης, Κωνσταντίνος Χριστοφορίδης (1826-1895, σπούδασε, στην Ζωσιμαία Σχολή των Ιωαννίνων και μεταφράζοντας την Καινή Διαθήκη τόσο, στα Γκεγκικά, Αλβανικά, όσο και στα Τοσκικά Αλβανικά, πιστώνεται, με την θεμελίωση της βάσης, για την ενοποίηση των δύο διαλέκτων, σε μια εθνική γλώσσα) και ο Αλεξάντερ Τζουβάνι (1889-1961, σπούδασε, στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και το Πανεπιστήμιο του Ελμπασάν φέρει το όνομά του). Είναι οι συγγραφείς, ή μεταφραστές πολλών ψαλμών, στα Αλβανικά. Η εκκλησία λειτούργησε, ως το πρώτο Αλβανικό σχολείο του Ελμπασάν, στην νεότερη εποχή, που άνοιξε, το 1908.
Άλλες Ορθόδοξες εκκλησίες, στην Επαρχία του Ελμπασάν, είναι η εκκλησία Μαμέλι (17ος αιώνας), η εκκλησία του Αγίου Νικολάου (Αλβανικά : Shen Kolli), στο Σελκάν (1554), η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, στο Βάλες (1604), η εκκλησία των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού, στο Στερστάν (18ος αιώνας), η εκκλησία του Αγίου Μιχαήλ (Αλβανικά : Shen Mehilli) στο Σαλές (17ος αιώνας), η εκκλησία της Αγίας Μαρίας στο Ντράγκοτ (18ος αιώνας), η εκκλησία του Αγίου Νικολάου του Ελμπασάν (17ος αιώνας) και η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου του Ελμπασάν (1554).
Περίπου 7 χιλιόμετρα από το Ελμπασάν υπάρχει ένα παλιό μοναστήρι και ορθόδοξη εκκλησία, όπου ειδικότερα ήταν θαμμένος ως το 1995 ο Άγιος Ιωάννης Βλαδίμηρος, οπότε τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στην Ορθόδοξη Μητρόπολη στα Τίρανα και επιστρέφονται στο μοναστήρι μόνο κατά τις ημέρες που εορτάζει.
Το Ελμπασάν είναι έδρα της Εθνικής Αυτοκέφαλης Αλβανικής Εκκλησίας (Αλβανικά : Kisha Autoqefale Kombetare), μια σχετικά νέα ορθόδοξη αυτοκέφαλη εκκλησία, που αποσχίσθηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας το 1995. Ηγέτης της είναι ο Πατέρας Νικόλε Μάρκου. Το Ελμπασάν έχει ακόμη μια Καθολική εκκλησία.
Η πόλη έχει τέσσερα μουσεία :
-Εθνογραφικό Μουσείο (1982) σε κτίριο του 18ου αιώνα.
-Οικία "Κωνσταντίνου Χριστοφορίδη" (άνοιξε ως μουσείο το 1978)
-Μουσείο Shkolla Normale
-Πολεμικό Μουσείο
Η πόλη είναι γνωστή για τα ανατολίτικα κτίρια της. Από τα πολλά τζαμιά που βρίσκονταν στη πόλη σήμερα σώζεται λίγα, όπως το βασιλικό τζαμί, κατασκευασμένο το 1492. Εντός των τειχών της πόλης βρίσκεται και το γυναικείο χαμάμ, το οποίο σήμερα έχει μετατραπεί σε μπαρ. Ένα άλλο αξιοθέατο της πόλης είναι ο πύργος του ρολογιού που χρονολογείται από το 1899, ο τρίτος στη σειρά μετά την κατάρρευση των δύο προηγούμενων.
Μάιος - Ιούνιος 1941. Κρήτη. Ομάδα ένστολων της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής, αιχμάλωτοι των Γερμανών. Πολύ πιθανόν η λήψη να προέρχεται, από Χανιά, Ρέθυμνο, ή Ηράκλειο.
Ιούνιος 1941. Νεάπολη, Κρήτη. Ο Στρατηγός Kurt Student, επιθεωρεί άγημα των Ιταλικών δυνάμεων της Μεραρχίας Siena, σε περιοχή της Ανατολικής Κρήτης και αποδίδει χαιρετισμό.
Φαίνεται η Μεγάλη Παναγία και πίσω, απο τους παραταγμένους στρατιώτες, η Οθωμανική Κρήνη, που κατεδαφίστηκε, αργότερα.
1941 - 7/1/2026. Χανιά. Το γερμανικό πουλί, ή "κακό πουλί", στην περιοχή "Βαθύς Λάκκος", γνωστή, ως Παρηγοριά, σήμερα, στα Χανιά. Λήψεις, από διάφορες εποχές και διαφορετικές γωνίες.
Το μνημείο οκ έστησαν οι, από αέρος, εισβολείς αλεξιπτωτιστές, με καταναγκασμένους εργάτες και αιχμάλωτους στρατιωτες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, προς τιμήν των νεκρών συναδέλφων τους. Ακόμη και σήμερα, 85 έτη, από την ανέγερσή του, εξακολουθεί να διχάζει.
1941. Κρήτη. Ιταλοί στρατιώτες.
1942. Κρήτη. Ένα μικρό λεύκωμα, με λήψεις, από τις συλλογές του Lidio Cipriani, του Ιταλού ανθρωπολόγου, που ταξίδεψε, μέχρι την Κρήτη, για να μελετήσει τα ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά των ντόπιων. Ήταν οπαδός και υπέρμαχος του ρατσιστικού φασιστικού φυλετισμού. Είχε σταλεί, στην Κρήτη, από το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας, για να αποδείξει την θεωρία ότι οι Κρητικοί δεν ανήκουν, στην άρια και λευκή φυλή, των εκλεκτών Ευρωπαίων, αλλά είναι Αφρικανικής καταγωγής και κυρίως, Λιβυκής προέλευσης.
Δεν υπάρχει, πάντως, στα παγκόσμια χρονικά, άλλο προηγούμενο φωτογράφισης τόσων πολλών ανθρώπων, από έναν και μόνο, τόπο και μάλιστα, στα πολύ δύσκολα χρόνια του πολέμου.
Αύγουστος 1941. Θεσσαλονίκη, Κατοχή. Λεωφόρος Νίκης 7, μπροστά, στην είσοδο του επιταγμένου ξενοδοχείου "Μεντιτερανέ", που είχε μετατραπεί, σε κέντρο διαμονής Γερμανών αξιωματικών. Η σκηνή, εκείνο το πρώτο καλοκαίρι των ψευδαισθήσεων, πριν γίνουν ορατές οι τρομακτικές όψεις της κατάκτησης, μοιάζει, παραπλανητικά, φυσιολογική -σχεδόν, ευχάριστη. Αλλά βέβαια, όχι, πολύ αργότερα.
1941 - 1944. Θεσσαλονίκη. Η κατοχική Εγνατία των περιπατητών.
Η Εγνατία, λίγο δυτικότερα, από την Αριστοτέλους και την Μητροπολίτου Γενναδίου, δεξιά, μετά το σπίτι, που ήταν το πατσατζίδικο Λευτέρης, ανοίγεται η Μενελάου - σημερινή Μπακατσέλου.
(Για το πατσατζίδικο Λευτέρης εδώ :
https://archive.saloni.ca/1716).
Μία, ακόμη, φωτογραφία ελάχιστα μέτρα, πιο δυτικά, μόλις φαίνεται, δεξιά, η Μενελάου. Πιο μπροστά, στο χαμηλό κτίριο, η είσοδος της στοάς Χορτιάτη.
Μακριά, από τα ξενοδοχεία, το σταυροδρόμι της Αγίας Σοφίας και την Καμάρα οι φωτογραφίες είναι λίγες.
1941 - 1944. Κρήτη. Ανταλλαγή ναζιστικών χαιρετισμών, μεταξύ αντιπάλων ποδοσφαιρικών ομάδων της Luftwaffe, λίγο πριν την έναρξη του αγώνα.
11/1/1944. Δραπετσώνα. Συμμαχικοί βομβαρδισμοί.
28/8/1944. Κακόπετρος Χανίων. Οι Γερμανοί δολοφόνησαν, εν ψυχρώ, τους τέσσερις, από τους πέντε, γιους της οικογένειας Δεσποτάκη. Έναν χρόνο μετά, η Επιτροπή Διαπιστώσεως Ωμοτήτων, εν Κρήτη (Καζαντζάκης, Κακριδής, Καλλιτσουνάκης, Κουτουλάκης) επισκέπτεται το σπίτι του και ο διάλογος, με τον χαροκαμένο πατέρα (όπως περιλαμβάνεται, στην Εκθεση) έχει ως εξής :
– Ήρθετε, λέει, να καταγράψετε, για το αίμα, που χύθηκε… έχετε κ’ επαέ να σημειώσετε κατιτίς…
– Τι;
– Τέσσερις γυιούς μου σκοτώσανε… Οι δυο τελευταίοι ήσανε δίδυμα…
– Πώς σε λένε;
– Δεσποτάκη… μα επειδή είστε κουρασμένοι, περάσετε κι από το σπίτι να πάρετε ένα νερό…
Το σπίτι του ήταν, εκεί, δίπλα, σε μιαν κατηφοριά. Μπαίνομε μέσα, τί να δούμε, ένα τραπέζι, μ’ όλα του Θεού τα καλά και στη γωνιά, μια γυναίκα μαυροφορεμένη, μ’ ένα κοριτσάκι μικρό, στην ποδιά της, να κάθεται να κλαίει…
– Ηντα ’ναι δα τουτανά; ήντα κλαις; Οι αθρώποι δεν ήρθανε, για να τωσε χαλάσεις την καρδιά ντως. Ελευτερωθήκαμε, γιά όχι; Εξέχασές το; Ετσά ’ναι η λευτεριά∙ σε μας ήλαχε να δώσωμε τα παιδιά μας… άλλος τα σπίθια ντου, άλλος ήδωκε τα λιόφυτά ντου… πως σου πόμεινε μόνο η κοπελιά, εγώ θα σου κάμω κι άλλους γυιους…
Εκεί, είδα τον Καζαντζάκη να κλαίει. Μέσα, στο αυτοκίνητο, μας ήλεγε κι ήκλαιγε ακόμη, είδετε; αυτή είναι η κρητική ψυχή, την ελευτερία την έχει θρησκεία… Ενας τέτοιος λαός υποδουλώνεται ποτές;
Κείμενο φωτογραφία: Nikos Felekis.
1944. Από αριστερά, ο ελασίτης Σταμάτης Πάτσης με καταγωγή, από την Σκόπελο, πατέρας του ηθοποιού Γεννάδιου Πάτση. Ήταν και μαχητής του ΔΣΕ και αργότερα, πολιτικός πρόσφυγας, στο Ουζμπεκιστάν. Το όνομα του συναγωνιστή του είναι άγνωστο.
1944. Αγρίνιο. Ημέρες Κατοχής, στην πόλη του Αγρινίου, με την στρατιωτική μπάντα της Wehrmacht να παιανίζει, νεκρικά εμβατήρια, στην κεντρική πλατεία, συμμετέχοντας, σε κηδεία νεκρών ταγματασφαλιτών, συνεργατών των Γερμανών. τότε. Είναι γεγονός πως, για χάρη του κατακτητή, η πατρίδα μας και τα τέκνα της, πλήρωναν με αίμα, είτε, από την πλευρά των αγωνιστών της εθνικής αντιστάσεως, που μάχονταν τους ναζί, στα βουνά, είτε, από την πλευρά των ταγματασφαλιτών, που επικουρούσαν, στο πλευρό των Γερμανών. Ήταν πάγια τακτική του στρατού των ναζί, να χρησιμοποιούν ντόπιους συνεργάτες, σε όλες τις κατεχόμενες περιοχές, μιας και στοίχιζαν λιγότερο, σε σχέση με τους Γερμανούς στρατιώτες.
Πηγή φωτογραφίας, φωτογραφικό αρχείο Γιάννη Κ. Κουτρουμπούση.
1942. Σαλαμίνα, Κατοχή. Γερμανική αντιαεροπορική θέση.
(ebay)
1942. Ηράκλειο Κρήτης, Κατοχή. Η Πλατεία Νικηφόρου Φωκά, στον "σταυρό" της πόλης. Στα δεξιά, το μπακάλικο του Μπαλτζάκη, στην αρχή της 1866, πιο πάνω, οι τουρκικοί κισλάδες, μπροστά μας, η σημερινή Λεωφόρος Δικαιοσύνης, αριστερά, το ξενοδοχείο REX, ένα κάρο και ο τροχονόμος της χωροφυλακής, για την ρύθμιση της κυκλοφορίας.
1942. Τίρανα. Ο Mykerem Janina (πρώτος δεξιά), ο Leman Ypi και άλλοι.
1943. Παρακάλεσε έναν Ναζί στρατιώτη να την σώσει, από τον παγωμένο θάνατο... Αλλά δεν θα το πιστέψει κανείς αυτό...
Για πάνω, από έξι δεκαετίες, η σιωπή ήταν το μοναδικό της καταφύγιο. Η Isoria de la Cour, 86 ετών, κουβαλούσε, μέσα της, ένα ψυχρό έγκαυμα, που, ούτε ο χρόνος δεν μπορούσε να ανακουφίσει. Η ιστορία της δεν είναι, µόνον, αυτή ενός επιζώντα στρατοπέδου συγκέντρωσης, είναι η περιγραφή ενός απόλυτου παραδόξου : μιας ζωής, που σώθηκε, από τον άνθρωπο, που θα έπρεπε να είναι ο εκτελεστής της. Σπάζοντας, επιτέλους, την σιωπή της, η Ισόρια δίνει μια μαρτυρία σπάνιας δύναμης, σχετικά, με την επίμονη ανθρωπιά, στην καρδιά της ολοκληρωτικής απανθρωποποίησης.
Όλα ξεκίνησαν κατά την διάρκεια του παγωμένου χειμώνα του 1943, ένας από τους σκληρότερους που γνώρισε ποτέ η βόρεια Γαλλία. Η Isoria ήταν μόλις είκοσι ετών όταν την πήραν από το πέτρινο σπίτι της κοντά στο Montreuil-sur-Liss. Κατηγορούμενη άδικα ότι έκρυβε παράνομο ραδιόφωνο, την πέταξαν σε φορτηγό καλυμμένο με μουσαμά μαζί με άλλες επτά γυναίκες, κατευθυνόμενη προς το άγνωστο. Κατά την άφιξή της στο στρατόπεδο, η ταυτότητα της Ισόρια διαγράφηκε. Τα μαλλιά της ξυρίστηκαν, τα ρούχα της κατασχέθηκαν και μια φλεγόμενη βελόνα χάραξε τον αριθμό 1228 στη σάρκα της. Δεν ήταν πια γυναίκα, ήταν ένας σειριακός αριθμός που προοριζόταν να εξαφανιστεί κάτω από έναν μολυβένιο ουρανό και αδιάκοπο χιόνι.
Η ζωή στο στρατόπεδο, ήταν μια σειρά βασανιστηρίων : η πείνα, που ροκανίζει το στομάχι, οι ατελείωτες κλήσεις, που εκτελούνται, ξυπόλητοι στο χιόνι και η παρατεταμένη μυρωδιά του θανάτου. Αλλά τα χειρότερα δεν είχαν έλθει, ακόμη. Ένα πρωινό του Φεβρουαρίου, η Ισόρια επιλέχθηκε, για τα τρομερά «ιατρικά πειράματα. Μεταφέρθηκε, σε έναν απομονωμένο στρατώνα, την έγδυσαν και την έδεσαν, σε ένα φύλλο συμπαγές πάγου. Ο στόχος των Ναζί γιατρών ήταν, απλός και σκληρός: να χρονολογείται πόσος χρόνος χρειάστηκε, για να λήξει ένα ανθρώπινο σώμα, υπό την επίδραση του ακραίου ψύχους.
For over six decades, silence was her only refuge. Isoria de la Cour, now 86 years old, carried within her a cold burn that even time could not soothe. Her story is not just that of a concentration camp survivor; it is the account of an absolute paradox: that of a life saved by the man who should have been her executioner. By finally breaking her silence, Isoria provides a testimony of rare power regarding the persistent humanity at the heart of total dehumanization.
It all began during the freezing winter of 1943, one of the harshest the north of France had ever known. Isoria was only twenty years old when she was torn from her stone house near Montreuil-sur-Liss. Falsely accused of hiding a clandestine radio, she was thrown into a tarpaulin-covered truck with seven other women, headed for the unknown. Upon her arrival at the camp, Isoria’s identity was erased. Her hair was shaved, her clothes confiscated, and a burning needle engraved the number 1228 into her flesh. She was no longer a woman; she was a serial number destined to disappear under a leaden sky and incessant snow.
Life at the camp was a succession of torments: the hunger gnawing at the stomach, the endless roll calls performed barefoot in the snow, and the lingering scent of death. But the worst was yet to come. One February morning, Isoria was selected for the dreaded “medical experiments.” Taken to an isolated barracks, she was stripped and tied to a sheet of solid ice. The Nazi doctors’ objective was simple and cruel: to clock how long it took for a human body to expire under the effect of extreme cold. As the pain gave way to a deadly numbness and her strength failed her, a young German soldier named Mathis, tasked with guard duty, approached.
At that precise moment, destiny shifted. Taking advantage of a moment of inattention from his superiors, Mathis drew a knife and cut the ropes. In a gesture of insane audacity, he wrapped Isoria’s frozen body in his own thick wool coat and carried her to an abandoned shed. “If I don’t help at least one person, then I am no longer anything,” he would later confide. That coat, permeated with the scent of tobacco and wet wool, became Isoria’s rampart against death.
During the months that followed, a silent and dangerous alliance was forged between the prisoner and the soldier. Mathis watched over her from a distance, sometimes slipping her an extra piece of bread or discreetly intervening to help her avoid further deadly selections. To Isoria, he was no longer a uniform, but a man broken by the war seeking to save what remained of his soul. This protection ended abruptly in June 1944, when Mathis was sent to the front. Isoria then had to draw on her own resources to survive the final chaos of the camp until its liberation in January 1945.
The return to civilian life was another struggle. Isoria reunited with her sister, married, and raised her children, but the shadow of the camp and the memory of Mathis never left her. She chose to say nothing to her family, wanting to protect them from the horror she had lived through. It was not until 2007, encouraged by a young historian, that she finally agreed to tell her story. Her testimony, which became a documentary titled “The Coat in the Snow,” moved the entire world, reminding us that humanity is a choice made at every moment.
Today, Isoria’s message resonates as both a warning and a hope. She does not ask for forgiveness for Mathis, but for the recognition of an act of pure conscience. Her survival is living proof that in the midst of hell, sometimes a simple coat and a man who refuses to look away are enough for life to triumph over barbarism. Isoria passed away in peace, knowing that her story—that of a small spark of light in the darkest night—will never be forgotten.
7/1/1945. Αθήνα. Έλληνες πολίτες, στρατιωτικοί και χωροφύλακες παρακολουθούν την απομάκρυνση πτωμάτων, από ένα πηγάδι στο Περιστέρι, από άνδρες των Royal Welch Parachute Battalion. (flickr)
Ιανουάριος 1945. Αθήνα. Η λαίλαπα των Δεκεμβριανών έχει λήξει και οι πολίτες προσπαθούν να συνεχίσουν την ζωή τους, δίπλα, στα ερείπια των σπιτιών τους. (Dmtri Kessel)
6/1/1945. Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλλ απευθύνθηκε, στον ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης, Ι. Β. Στάλιν, με αίτημα να παράσχει επείγουσα βοήθεια, σε σχέση, με την προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων, στις Αρδέννες και την δύσκολη κατάσταση των Συμμάχων.
Ο Στάλιν έπρεπε να κάνει, επιπλέον, προσπάθειες, για να σώσει τους Αγγλοσάξονες. Έχοντας απλωθεί, με το άνοιγμα του δεύτερου μετώπου, μέχρι τον Αύγουστο του 1944, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Αγγλία, στην πρώτη πολύ σοβαρή μάχη, με τον, ήδη, αποδυναμωμένο Χίτλερ, δέχτηκαν σοβαρό χτύπημα.
Ο Τσώρτσιλλ ζήτησε, αμέσως, βοήθεια, από τον Στάλιν, ο οποίος έπρεπε να σώσει τους συμμάχους.
Νο. 383
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΑΙ ΠΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΤΣΩΡΤΣΙΛ ΣΤΟΝ ΣΤΑΛΙΝ
"Γίνονται πολύ σκληρές μάχες, στην Δύση και ανά πάσα στιγμή, μπορεί να απαιτηθούν μεγάλες αποφάσεις, από την Ανώτατη Διοίκηση.
Εσείς οι ίδιοι γνωρίζετε, από την δική σας εμπειρία, πόσο ανησυχητική είναι η κατάσταση, όταν κάποιος πρέπει να υπερασπιστεί ένα πολύΛ ευρύ μέτωπο, μετά από μια προσωρινή απώλεια πρωτοβουλίας.
ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ Είναι πολύ επιθυμητό και απαραίτητο, για τον στρατηγό Αϊζενχάουερ, να γνωρίζει, γενικά, τί σκοπεύετε να κάνετε, αφού αυτό, φυσικά, θα επηρεάσει όλες τις δικές του και τις πιο σημαντικές αποφάσεις μας...
Θα σας είμαι ευγνώμων, εάν μπορείτε να με ενημερώσετε, εάν μπορούμε να υπολογίζουμε, σε μια μεγάλη σοβιετική επίθεση, στο μέτωπο του Βιστούλα, ή αλλού, κατά την διάρκεια του Ιανουαρίου και σε οποιοδήποτε άλλο σημείο θέλετε να αναφέρετε.
Δεν θα διαβιβάσω αυτές τις, εξαιρετικά, απόρρητες πληροφορίες σε κανέναν, με εξαίρεση τον Στρατάρχη Μπρουκ και τον Στρατηγό Αϊζενχάουερ, και μόνον, υπό τον όρο ότι θα τηρηθούν, με απόλυτη εχεμύθεια.
Θεωρώ το θέμα επείγον.
6 Ιανουαρίου 1945.
Νο. 384
Προσωπική εμπιστευτική επιστολή, ΑΠΟ ΤΟΝ Ι. ΣΤΑΛΙΝ ΣΤΟΝ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ Τσώρτσιλλ
"Λάβαμε το απόγευμα της 7ης Ιανουαρίου το μήνυμά σας, της 6ης Ιανουαρίου 1945...
Ετοιμαζόμαστε να προχωρήσουμε, αλλά ο καιρός δεν είναι ευνοϊκός, για την προέλασή μας.
Λαμβάνοντας, όμως, υπόψη, την θέση των συμμάχων μας, στο δυτικό μέτωπο, το Αρχηγείο της Ανώτατης Ανώτατης Διοίκησης αποφάσισε να ολοκληρώσει τις προετοιμασίες, με επιταχυνόμενους ρυθμούς και ανεξάρτητα, από τον καιρό, να ανοίξει ευρείες επιθετικές επιχειρήσεις, κατά των Γερμανών, σε όλο το κεντρικό μέτωπο, το αργότερο, μέχρι το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιανουαρίου.
Μπορείτε να είστε βέβαιοι ότι θα κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν, για να βοηθήσουμε τις ένδοξες συμμαχικές δυνάμεις μας."
7 Ιανουαρίου 1945.
Νο. 385
Προσωπική εμπιστευτική επιστολή ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΤΣΟΡΤΣΙΛΛ ΣΤΟΝ ΣΤΑΛΙΝ
"Σας είμαι πολύ ευγνώμων, για το συναρπαστικό μήνυμά σας.
Το διαβίβασα, στον στρατηγό Αϊζενχάουερ, µόνον, για προσωπικά του στοιχεία. Είθε το ευγενές εγχείρημά σας να είναι γεμάτο τύχη!
Εμείς και οι Αμερικανοί ρίχνουμε ό,τι μπορούμε. στον αγώνα.
Τα νέα, που μου δώσατε, θα ενθαρρύνουν πολύ τον στρατηγό Αϊζενχάουερ, καθώς θα του δώσει σιγουριά ότι οι Γερμανοί θα πρέπει να μοιράσουν τις εφεδρείες τους, στα δύο φλεγόμενα μέτωπά μας..."
9 Ιανουαρίου 1945.
1945 (άνοιξη). Δρέσδη. Όταν οι “Σοβιετικοί” αξιωματικοί μπήκαν, στην βίλα του, ο Manfred von Ardenne δεν περίμενε το τέλος, αλλά επανυπολόγισε τις δυνατότητές του.
Είναι μια στιγμή σε πολλές βιογραφίες του 20ου αιώνα. Σημάδεψε το σύνολο του αιώνα. Για τον φυσικό Manfred von Ardenne, ωστόσο, η άφιξη του Κόκκινου Στρατού σήμαινε, μόνο, μια αλλαγή πελάτη. Είχε, ήδη, καθιερωθεί, ως ανεξάρτητο πνεύμα, στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης.
Το ταξίδι οδήγησε αυτόν και το βασικό προσωπικό του στο Suchumi στη Μαύρη Θάλασσα. Ένας παράλληλος κόσμος δημιουργήθηκε, εκεί, σε ένα προστατευμένο συγκρότημα σανατορίου, στο οποίο Γερμανοί επιστήμονες εργάστηκαν, πάνω, στα βασικά της σοβιετικής πυρηνικής τεχνολογίας. Ήταν μια μορφή ύπαρξης, που αιωρείται, μεταξύ πρακτικής άσκησης και προνομίων. Είχε πρόσβαση, σε εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας, ζούσε, σε ένα γραφικό ειδυλλιακό τοπίο, όμως, ήταν ερμητικά αποκλεισμένος, από τον έξω κόσμο. Ο Ardenne χρησιμοποίησε αυτά τα χρόνια, αποτελεσματικά. Τακτοποίησε τον εαυτό του, με τις περιστάσεις, έδωσε αποτελέσματα και έτσι, εξασφάλισε την προσοχή της σοβιετικής ηγεσίας.
Αυτή η φάση συνεργασίας έθεσε τα θεμέλια, για τον, μετέπειτα, ειδικό ρόλο του, στην DDR. Όποιος ήταν χρήσιμος, στον Στάλιν, είχε και κάποια ασυλία ,στο κράτος της Ανατολικής Γερμανίας. Ο Ardenne επέστρεψε, ως ένας άνθρωπος, που απέδειξε ότι μπορεί να ξεπεράσει τα συστήματα. Το ινστιτούτο του, στην Δρέσδη, έγινε ένας τόπος, όπου τα ρολόγια κυλούσαν, διαφορετικά, από ό,τι, στην υπόλοιπη χώρα. Παρέμεινε ο άνθρωπος, στο ίδιο του το σπίτι, επιχειρηματίας, στον σοσιαλισμό, υπομονετικός και ενθαρρυμένος, επειδή τα κατάφερε. Η ιστορία της ζωής του λέει πολλά, για το πώς η επιστήμη και η εξουσία διασυνδέονται και πώς οι μεμονωμένοι χώροι γίνονται διαπραγματεύσεις, στα αυταρχικά συστήματα. Έμαθε, στον εθνικοσοσιαλισμό, πώς να χρησιμοποιεί τους κρατικούς πόρους, για την δική του έρευνα, χωρίς να εγκαταλείπει, εντελώς, τις πολιτικές αποστάσεις. Τώρα, ήλθε αντιμέτωπος, με την απόφαση να καταστήσει τις γνώσεις του διαθέσιμες, στην νικήτρια δύναμη.
1946. Αθήνα. Ελληνικά χαρτονομίσματα των 5.000 και των 20.000 δραχμών.
8/8/1949. Άμστερνταμ. Χαρτονόμισμα 2,5 ολλανδικών φιορινιών.
1950 (αρχές δεκαετίας). Τρίπολη. Καμία φωτογραφία της τεχνητής νοημοσύνης, με τα ομοιόμορφα, τέλεια πρόσωπα, δεν μπορεί να απεικονίσει την απλή, αυθεντική ομορφιά των παλιών ανθρώπων, γιατί, πολύ απλά, είναι κάτι ψεύτικο Στην φωτογραφία δύο φωτεινά, απλά κορίτσια κάνουν την βόλτα τους στην Τρίπολη.
1950 (δεκαετία). Αιτωλοακαρνανία.
Οραματίστηκε να ενώσει τρεις, από τους σπουδαιότερους ηθοποιούς της εποχής, σε έναν θίασο αφιερωμένο, στην παρουσίαση ποιοτικών έργων, με υψηλή καλλιτεχνική αξία. Στις πρόβες του πρώτου έργου τους, «Βαθιά Γαλάζια Θάλασσα» του Τέρενς Ράττιγκαν, τον Οκτώβριο του 1952, παρευρίσκεται και ο ανερχόμενος, τότε σκηνοθέτης, Μιχάλης Κακογιάννης. Μαγεμένος, από την ερμηνεία της Έλλης, της προτείνει τον κεντρικό ρόλο, στο πρώτο του κινηματογραφικό σενάριο, το «Κυριακάτικο Ξύπνημα». Η ταινία γυρίζεται, το καλοκαίρι του 1953, στο Κάιρο, μια δύσκολη περίοδο, για την Έλλη, καθώς, στις 25 Μαρτίου, ανήμερα της πρεμιέρας της, με το έργο «Αγαπούλα» του Arthur Schnitzler, χάνει τον πατέρα της, από εγκεφαλικό. Ο Δημήτρης Χορν στέκεται, στο πλευρό της, στηρίζοντάς την, ενώ, παράλληλα, αναπτύσσεται ένα φλογερό πάθος ανάμεσά τους, βιώνοντας το πιο ερωτικό καλοκαίρι της ζωής τους.
1953. Λεμεσός. Ο Άγγλος στρατιωτικός Adrian Colsterworth, με την οικογένεια του, ποζάρουν, με το καινούριο τους αυτοκίνητο Renault 4L το 1963, κάπου εκεί, που, σήμερα, είναι ο κυκλικός κόμβος του Αγίου Αθανασίου.
1954 (χειμώνας). Κωνσταντινούπολη. Φωτογραφίες ιστορικού ενδιαφέροντος οταν ο Βόσπορος, εν μέσω σφοδρής χιονόπτωσης, πάγωσε, χαρίζοντας μοναδικές στιγμές, στους κατοίκους της Πόλης. Δύο φορές, κατα τον 20ο αιώνα, ο Βόσπορος πάγωσε, επιφανειακά, τόσο, ώστε να είναι προσβάσιμος, με τα πόδια, η μία, την δεκαετία του 1930 και η δεύτερη, το 1954.
1950 - 1960 (δεκαετίες). Οδος Πανεπιστημίου. Το πρώτο λεωφορείο, αριστερά, είναι, σε δρομολόγιο, για το ΕΔΕΜ.
1964. Πειραιάς. Το κέντρο της συνοικίας (Ανάσταση), με την πλατεία Αναστάσεως του Γένους.
Ειδικά, στην Ανάσταση, το 1948, μετρήθηκαν 250 παράγκες, με 1 οικογένεια, έκαστη, 500 νεόκτιστα, με 2 οικογένειες, το καθένα και 60 μονοκατοικίες, με 1 οικογένεια, σε κάθε μία από αυτές!
Χρειάστηκαν είκοσι ολόκληρα χρόνια, από τότε, για να αποκατασταθούν, σε σπίτια της προκοπής, όσοι ήσαν δικαιούχοι και αφού, στο μεταξύ, πολλοί είχαν πεθάνει, από τον Δάγκειο, στον πόλεμο του 1940, στην περίοδο της πείνας, ή είχαν μετακομίσει, σε άλλες περιοχές!
Παρά ταύτα, ο αριθμός εκείνων, που απόκτησαν στέγη ήταν, στα 1957, πάρα πολύ μικρός ακόμη!
Φωτογραφία και κείμενο, από το βιβλίο του ΧΑΡΗ ΚΟΥΤΕΛΑΚΗ- ΑΜΑΝΤΑ ΦΩΣΚΟΛΟΥ ( ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΙ).
Από την Κανέλλα Μάλλη.
1961. Βρυξέλλες. Χαρτονόμισμα των 1.000 βελγικών φράγκων.
1963. Αθήνα. Η Ζωή Λάσκαρη, με τον Πέτρο Φυσσούν, στον κήπο του ζαχαροπλαστείου Αλάσκα, στο Άλσος Κεφαλλαρίου, στα πλαίσια φωτογράφισης, για το περιοδικό "Φαντασία", τον Απρίλιο του 1963. Το θρυλικό ζαχαροπλαστείο ξεκινάει την λειτουργία του, το 1960, αποτελώντας, για τις επόμενες δεκαετίες, το απόλυτο στέκι γνωστών προσωπικοτήτων της εποχής και θα αφήσει εποχή για τα υπέροχα γλυκά και το περίφημο παγωτό φλαμπέ Αλάσκα, που θα κάνει θραύση, σε όλη την Αθήνα και σήμα κατατεθέν τα τραπέζια του από κορμούς δέντρων.
1965. Αθήνα. Ο Κώστας Μουσούρης, η Τζένη Καρέζη και ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, κατά την διάρκεια ενός διαλείμματος εορταστικής ραδιοφωνικής εκπομπής, στους ραδιοθαλάμους του Ζαππείου. Ηθοποιός, σκηνοθέτης και θεατρικός επιχειρηματίας ο Κώστας Μουσούρης έγραψε ιστορία, στο ελληνικό θέατρο και καθιέρωσε, ως πρωταγωνίστριες, στο πλευρό του, την Έλλη Λαμπέτη, την Τζένη Καρέζη και την Αλίκη Βουγιουκλάκη, μεταξύ άλλων. Το ιστορικό θέατρο, που φέρει το όνομα του, στην πλατεία Καρύτση, συμπλήρωσε, φέτος, 91 χρόνια αδιάλειπτης λειτουργίας και είναι, πλέον, η μακροβιότερη θεατρική σκηνή του ελεύθερου θεάτρου, στην Αθήνα.
ΠΗΓΗ:Elena's Diary
1967. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Β΄, σε επιθεώρηση των νεοσυλλέκτων του 6ου Σ.Π., στο Πεδίο Βολής Κορίνθου.
1968. Λονδίνο. Χρυσό βρετανικό κέρμα.
1970 (δεκαετία). Αθήνα. Ο Τόλης Βοσκόπουλος και η Ζωή Λάσκαρη την εποχή του μεγάλου τους έρωτα : «Είμαι ευτυχής, γιατί ξέρω πως αγαπήθηκα, πολύ, από τους άνδρες μου. Ο Τόλης έγραφε τραγούδια, για μένα! Ξέρεις τί σημαίνει αυτό, για μια γυναίκα;», είχε αφηγηθεί η ηθοποιός, σε συνέντευξη της. «Ένα βράδυ, ενώ είχαμε χωρίσει το μεσημέρι, για να έρθω εγώ, στην Αθήνα και να παίξω και αυτός να μείνει στην Θεσσαλονίκη, όπου εμφανιζόταν, σε ένα κέντρο, ναύλωσε αεροπλάνο και έτρεξε να με συναντήσει. Μαγευτικά πράγματα».
#elenasdiary
1971. Θεσσαλονίκη. Η Χαριτίνη Καρόλου, στο φεστιβάλ κινηματογράφου. Η ηθοποιός υπήρξε μία, από τις κομψές παρουσίες του ελληνικού κινηματογράφου και του θεάτρου. Γεννημένη, στην Κοζάνη, από νωρίς φανέρωσε την κλίση της, προς τις τέχνες. Σπούδασε, στις κορυφαίες δραματικές σχολές του Δημήτρη Ροντήρη και του Ωδείου Αθηνών, αποφοιτώντας, το 1964. Το κινηματογραφικό της ντεμπούτο έγινε, το 1963, στην ταινία «Ο Αδελφός Άννα», αλλά η καθιέρωση ήλθε, μέσα από την συνεργασία της, με την Finos Film. Με το χαρακτηριστικό της στυλ και την φυσική της ευγένεια, συμμετείχε, σε παραγωγές όπως οι «Αμαρτωλοί», «Όμορφες Μέρες», «Οι Σφαίρες Δεν Γυρίζουν Πίσω», αλλά και στην κωμωδία «Πονηρό Θηλυκό... Κατεργάρα Γυναίκα!», στο πλευρό της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Στην προσωπική της ζωή, υπήρξε σύζυγος του σκηνοθέτη Σούλη Γεωργιάδη, μέχρι τον θάνατο του, το 1997. Θα έφευγε, από την ζωή, σε ηλικία 78 ετών, στις 26 Δεκεμβρίου 2023.
Elena's Diary
1972. Μπεράτι. Αλβανία. Εργάτριες του εργοστασίου κολλεκτίβας υφαντουργίας.
Σεπτέμβριος 1974. Τίρανα.Το περιοδικό "YILLI".
Οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν, στο γυμνάσιο Γενικής Εκπαίδευσης «Sami Frashëri» - Τίρανα, στο σχολείο «Kozma Naska» - Ελμπασάν και στο βιομηχανικό γυμνάσιο «7 Νοεμβρίου».
1976. Αθήνα. Η Σμαρούλα Γιούλη, ο Θύμιος Καρακατσάνης, ο Βασίλης Διαμαντόπουλος και ο Πέτρος Φυσσούν, τον Χρήστη Πολίτη στις πρόβες του έργου «Αρμένικο Φεγγάρι».
1978. Αθήνα. Ο Αλμπέρτο Εσκενάζυ, η Γωγώ Αντζολετάκη και ο Νίκος Βασταρδής, σε σκηνή, στο σήριαλ “Πορφύρα και Αίμα”, που παίχτηκε, το τηλεοπτικό δίκτυο της ΥΕΝΕΔ 7/12/1977 - 27/12/1978).
1978. Βελιγράδι. Γιουγκοσλαβικό χαρτονόμισμα των 50 δηναρίων.
27/12/1978. Αφγανιστάν. Η Επιχείρηση Καταιγίδα - 333 (ρωσικά : Шторм - 333, Στορμ-333) ήταν στρατιωτική επιχείρηση, κατά την οποία οι “σοβιετικές” δυνάμεις κατέστρεψαν το παλάτι Τατζμπέγκ, στο Αφγανιστάν και δολοφόνησαν τον πρόεδρο του Αφγανιστάν Χαφιζουλάχ Αμίν. Άγνωστος αριθμός φρουρών του αφγανικού παλατιού σκοτώθηκε, ενώ 150 αιχμαλωτίστηκαν. Ο 11χρονος γιος του Αμίν σκοτώθηκε, από πυρά οβίδας. Οι Σοβιετικοί όρισαν τον Μπαμπράκ Καρμάλ, ως διάδοχο του Αμίν.
1979. Δελφοί. Ο, τότε, Ολλανδός πρωθυπουργός Andreas van Agt (αριστερά) και ο υπουργός του των εξωτερικών Christian van der Klaauw μιμούνται αθλητές, στην γραμμή εκκίνησης του αρχαίου σταδίου, στην επίσκεψή τους, στους Δελφούς.
1985. Αθήνα. Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, η Άννα Βαγενά και ο Στάθης Ψάλτης, στο “Select”, στην οδό Φωκίωνος Νέγρη.
1991. Τίρανα. Η πρώτη πλουραλιστική εφημερίδα ξεκίνησε, ως κομματική εφημερίδα RD. Σε άλλες χώρες, ο πρώην κομμουνιστικός ελεύθερος τύπος ξεκίνησε, με ανεξάρτητες εφημερίδες, στην Αλβανία, με κομματική εφημερίδα. Το πρώτο αφεντικό της διορίστηκε ο, πρώην, δημοσιογράφος του ZP. Με τα χρόνια, κάποιοι συντάκτες άλλαξαν, αλλά, στην πραγματικότητα υπήρχε, µόνον, ένα πραγματικό αφεντικό, το αφεντικό του κόμματος.
Η RD σημείωσε ρεκόρ πωλήσεων και ρεκόρ δημοσίου ενδιαφέροντος και στατιστικά, δεν συγκρίνεται, με κανένα άλλο. Έσπασε τους μύθους της λογοκρισίας και άνοιξε δρόμο, για εναλλακτικά μέσα ενημέρωσης. Αυτό παραμένει, μοναδικό. Από την άλλη, ξεκίνησε, περισσότερο, ως πολιτικό φόρουμ σκέψης, παρά ως δημοσιογραφία. Υπήρχε μια εποχή, που ήταν περισσότερο αντικομμουνιστικό μέτωπο, παρά πολιτικό κόμμα. Όταν άρχισε να συμπεριφέρεται, σαν κόμμα, ακόμη και η RD προσαρμόστηκε, σε αυτό, με υψηλό κόστος.
Νούμερο ένα; Φοιτητές, ελευθερία, όνομα από Qosja, λογότυπο από Marikaj, για πρώτη φορά, το θέμα των ιδεών, για προσέγγιση/εθνική πολιτική, ενσωμάτωση, φιλοδυτική και ελεύθερη αγορά, με προσωπικότητες και ανθρώπους, που πίστεψαν, στην δημοκρατία - αξία και πλούτο, που, στην ουσία, όλα όσα έχασε αυτή η εφημερίδα χρόνια μετά. Υπήρχε μια εποχή, που η RD γινόταν, όλο και περισσότερο, ZP. Και οι δύο απέτυχαν να επιβιώσουν. Ανήκουν, ήδη, στις μεταβατικές μνήμες. Κάπως έτσι ξεκίνησε.
Εικονογράφηση, πρωτοσέλιδο της DP, στις 5 Ιανουαρίου 1991 και Εκδοτικό Συμβούλιο, στις 5 Ιανουαρίου 1992.
1992. Τεχεράνη. Χαρτονόμισμα των 1.000 ριάλ.
1990 (δεκαετία). Κίσσαμος. Αν και δεν υπάρχει καμιά φωτογραφία (ως και σήμερα) γνωστή, λέγανε ότι το τσαρσί του Καστελιού, η σημερινή Σκαλίδη, ήταν, κάποτε, σκεπασμένη, με κρεβατίνες. Κάθε μαγαζί είχε απο μια, που την περιποιείτο, με ευλάβεια. Σήμερα, νομίζω υπάρχει μια, ακόμη, αλλά δεν κοσμεί τον δρόμο, ο ιδιοκτήτης της φρόντισε και την ανέβασε, στην ταράτσα του σπιτιού του, έτσι, όπως έκαναν οι παλιοί. Η μόνη φωτογραφία, με κρεβατίνα, αλλά, στα τελευταία της, αυτή, από το κουρείο των Αποστολάκη - Κυριτσάκη, με την κρεβατίνα να βγαίνει, μέσα, από το μαγαζί!
Από αριστερά : Χαρχαλάκης- Παπαδάκης - Καστανάκης - Αποστολάκης.
2001. Κάιρο. Χαρτονόμισμα 5 αιγυπτιακών πάουντ.
2025. Μια χιουμοριστική εκδοχή της υποτιθέμενης σύγχρονης μοιρασιάς του πλανήτη. Προφανώς, δεν ισχύει…
2013. Ρώμη. Βατικανό. Νόμισμα των δύο ευρώ.
2025. Παρίσι. Μονακό. Νόμισμα των δύο ευρώ.
1971. Γρηγόρη Γρηγορίου : “ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΤΟΥ ΡΟΥΠΕΛ”. Πολεμική - δραματική ταινία του 1971, σε παραγωγή Τζέιμς Πάρις.
ΥΠΟΘΕΣΗ : Την άνοιξη του 1941, οι Γερμανοί ετοιμάζονται να εισβάλουν, στην Ελλάδα. Στο οχυρό Ρούπελ, υπηρετεί ο ανθυπολοχαγός Αλέξης Κομνηνός, ο οποίος θα λάβει την εντολή να περάσει, στην Βουλγαρία, για να λάβει πληροφορίες, σχετικά, με την σχεδιαζόμενη γερμανική επίθεση, στο οχυρό. Μαζί με έναν στρατιώτη, εισέρχονται, στα βουλγαρικά εδάφη και έρχονται, σε επαφή με άλλους δύο Έλληνες, εκεί, τον Νικήτα και την Όλγα, οι οποίοι τους βοηθούν, στο έργο τους. Η επιστροφή τους, στην Ελλάδα, θα είναι περιπετειώδης, επειδή έχουν γίνει αντιληπτοί. Θα φθάσουν, στο Ρούπελ, µόνον, ο Κομνηνός, με τον σύντροφό του και θα αμυνθούν, με τους υπόλοιπους στρατιώτες. Όταν μαθαίνουν, για την συνθηκολόγηση, παραδίδουν συγκινημένοι το οχυρό.
Η ταινία τελειώνει, με την παράδοση των Ελλήνων στρατιωτών, ενώ τους αποδίδονται τιμές, από τον γερμανικό στρατό.
ΗΘΟΠΟΙΟΙ
Χρήστος Πολίτης … ανθυπολοχαγός Αλέξανδρος Κομνηνός. Βέρα Κρούσκα … Όλγα Πάβλοβα. Frank Brana … Κοσμάς Γεωργίου. Angel del Pozo … λοχαγός Χανς φον Ρίτερ. Δημήτρης Μπισλάνης … λοχαγός Κυρίνης. Στέφανος Στρατηγός … Νικήτας. Θόδωρος Κατσαδράμης … Θύμιος. Νίκος Περέλης … Νίκος. Γιώργος Μιχαλάκης … Άρης. Πάνος Πανόπουλος … στρατιώτης. Γιώργος Κοπελούσης … διαβιβαστής. Γιώργος Σίσκος … λοχίας. Γιώργος Καύκας … γιατρός. Κώστας Μαλκότσης … Γερμανός αξιωματικός. Fernando Sancho … συνταγματάρχης. Αλέκα Γεωργίου … η σύζυγος του Κοσμά.
Σενάριο: Γιάννης Μαρής. Παραγωγή : Τζέιμς Πάρις. Μουσική : Stelvio Cipriani. Φωτογραφία : Δημήτρης Παπακωνσταντής. Μοντάζ : Τάκης Γιαννόπουλος. Σκηνικά : Διονύσης Φωτόπουλος. Κοστούμια: Διονύσης Φωτόπουλος.
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ
Πρόκειται, για συμπαραγωγή της ελληνικής Αρτ Φιλμ του Τζέιμς Πάρις, με την ισπανική Promofilm. Εξ ου και στο σενάριο, είχε συμμετοχή ο Jose Antonio de la Loma, όπως και ο Antonio Millan, στην φωτογραφία - αυτά, όμως, δεν αναφέρονται, στην ελληνική κόπια. Η μεταγλωττισμένη, στα ισπανικά, εκδοχή φέρει τίτλο : Los Heroes del Patibulo.
Έσχατη κινηματογραφική ταινία, για τον Γρηγόρη Γρηγορίου, που συνέχισε την πορεία του στη μικρή οθόνη.
Με 202.293 εισιτήρια, ήλθε, στην 26η θέση, ανάμεσα, σε 87 ελληνικές ταινίες της σαιζόν.
5/1/2026. Αθήνα. Πέθανε ο ηθοποιός Χρήστος Πολίτης (Πιατουλάκης, Ηράκλειο Κρήτης 27/12/1942 - Αθήνα 5/1/2026).
Ιανουάριος 2026. Δρέσδη.
Ασχολίαστο…
1953. Σκίτσο του Αρχέλαου.
1960. Σκίτσο του Π. Παυλίδη.
1960. Σκίτσο του Βασίλη Χριστοδούλου.
1969. Σκίτσο του Κώστα Μητρόπουλου.
1976. «ΡΟΜΑΝΤΣΟ». Σκίτσο του Κ. Βλάχου.
1976. Σκίτσο του Κ. Βλάχου.
1977. Σκίτσο του Κ. Βλάχου.
1977. Σκίτσο του Νίκου Ζήκου.
1980. Σκίτσο του Αρχέλαου.
1983. Σκίτσο του Βασίλη Χριστοδούλου.
1984. «ΡΟΜΑΝΤΣΟ». Σκίτσο του Σ. Πολενάκη.
31/12/2025. Σκίτσο της Ευανθίας Ρούνη.
1/2026. Σκίτσο του Αεροπεζοναύτη.
1/2026. Σκίτσο του Πάνου Τζελα.
1/2016. Σκίτσο του LATUFF.
1/2026. Σκίτσο του Antonio Rodriguez.
5/1/2026. Σκίτσο του Κώστα Μητρόπουλου.
6/1/2026. Σκίτσο του Ιάκωβου Βάη.
6/1/2026. Σκίτσο του Στάθη Σταυρόπουλου.
6/1/2026. Σκίτσο του Ανδρέα Πετρουλάκη.
7/1/2026. Σκίτσο του Γιώργου Μικάλεφ.
7/1/2026. Σκίτσο του Ηλία Μακρή.
7/1/2026. Σκίτσο του Στάθη Σταυρόπουλου.
7/1/2026. Σκίτσο του Ανδρέα Πετρουλάκη.
8/1/2026. «Το Ποντίκι». Σκίτσο του Πάνου Ζαχάρη.
8/1/2026. Σκίτσο του ΚΥΡ.
8/1/2026. Σκίτσο του Κώστα Γρηγοριάδη.
8/1/2026. Δυο σκίτσα του Ιάκωβου Βάη.
9/1/2026. Σκίτσο του Ηλία Μακρή.
9/1/2026. Σκίτσο του Ανδρέα Πετρουλάκη.
10-11/1/2026. Σκίτσο, στην «Εποχή».










































































































































































Σχόλια