1909. “No rats. No Greeks”. 3ος αιώνας π.Χ. Η Πέλλα. 1840-1922. Οι ελληνικής καταγωγής πασάδες των Οθωμανών. 1842-1844. Ο Γάλλος Σουλεϊμάν πασάς. 6-13/8/1893. Το 3ο συνέδριο της Β’ Διεθνούς, στην Ζυρίχη. 1907-1929. Ο Ιωσήφ Στάλιν. 1900-1975. Τραπεζούντα. 1918. Ο Γεώργιος Κατεχάκης. 1919-1922. Η Μικρασιατική εκστρατεία και η εσφαλμένη απόφαση, στην Κιουτάχεια. 1875-1972. Ο κινηματογραφιστής Αχιλλέας Μαδράς.1927 Παρίσι. Ο Buenaventura Durruti, συναντά τον Νέστορα Μαχνό. 1936. Ο Βασιλιάς της Βρετανίας Edward VIII. 1939. Αθήνα. Η φωτογράφιση του βασικά Γεώργιου Β’. 1941-2026. Το γερμανικό νεκροταφείο, στο Ηράκλειο Κρήτης, η γερμανική λεηλασία του ελληνικού πλούτου και η κατοχική κυβέρνηση του Γεωργίου Τσολάκογλου. 1946-1949. Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος. 1946-1947. Ο Marlon Brando. 1961. Η Λένα, στην Τρούμπα. 2/8/2026. Πέθανε ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης. 1969. Γιάλτα. Απρίλιος 1975. Σαϊγκόν. 27/6/1925. Το ιστορικό σκίτσο του Robert Minor. 28/4/1943. Το βρετανικό σκίτσο, με τον Γιόζεφ Γκαίμπελς. 2026. Το Κασμίρ. 9/8/2026. Πέθανε ο ηθοποιός Νίκος Καλογερόπουλος. (228).
1909. Νεμπράσκα, ΗΠΑ. «No rats, no Greeks»…
Τα Μυκηναϊκά δαχτυλίδια είχαν πολλές παραστάσεις, επάνω τους, αλλά περισσότερο βλέπουμε θρησκευτικές τελετές.
Ένα από αυτά, που ανήκει, στον περίφημο θησαυρό των Αηδονιών, που επέστρεψε, στην Ελλάδα, το 1995, είναι και αυτό της ανάρτησης. Παριστάνει μια γυναικεία πομπή, προφανώς, ιέρειες καλοντυμένες να κρατούν, στα χέρια τους, άνθη, από Κρίνα και Παπύρου. Κατευθύνονται, με σοβαρότητα, προς ένα μεγαλοπρεπές εντυπωσιακό οικοδόμημα, μάλλον, ιερό, που φέρει διακόσμηση, από κέρατα του ταύρου...που είχαν λατρευτικό χαρακτήρα.
Πρόκειται, για ένα σπουδαίο παράδειγμα χρυσοχοικής τέχνης, που την γνώριζαν, άριστα, οι Μινωίτες της Κρήτης και μετά, οι Μυκηναίοι. Όμως και οι δύο, έβαλαν την προσωπική καλλιτεχνική τους ταυτότητα, δίνοντας μας αξέχαστους και πάντα, επίκαιρους θησαυρούς. Μπορεί αυτά τα πανέμορφα κοσμήματα να αποτύπωναν το γόητρο, ή την σπουδαία κοινωνική θέση του κατόχου τους, αφού χρησίμευαν και ως σφραγιστικά, για εμάς και ολόκληρη την ανθρωπότητα αποτελούν παγκόσμια κληρονομιά και αρχαιολογική γνώση, για τις προτιμήσεις των.
Πότε αμυγδαλόσχημες σφραγίδες, άλλοτε στρογγυλές, για τον αρχαίο καλλιτέχνη, αποτελούσαν πρόκληση να μεταφέρει ένα ολόκληρο θέμα, επάνω, στην στεφάνη του δακτυλιδιού..
3ος αιώνας π.Χ. Οικίες αρχαίας Πέλλας.
Η αρχαία Πέλλα είναι κτισμένη με ορθογώνια οικοδομικά τετράγωνα, πλάτους 47 μ. Το μήκος τους ποικίλλει, ωστόσο το συνηθέστερο είναι 125μ. Σε κάθε οικοδομικό τετράγωνο υπήρχαν δυο ή και περισσότερες οικίες. Οι μεγαλύτερες από αυτές που βρίσκονται στον κεντρικό επισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο έχουν έκταση 2500-3000 τ.μ. και οι μικρότερες 200-500 τ.μ. Οι πιο πολλές έχουν κεντρική αυλή, που περιβάλλεται με δωρική ή ιωνική κιονοστοιχία. Λίγες ανήκουν στον τύπο με παστάδα, μια πλατιά δηλαδή στοά στη βόρεια πλευρά. Τα δωμάτια βρίσκονται στο πίσω μέρος των στοών, αρκετές φορές και σε δεύτερο όροφο. Οι κοινωνικές και θρησκευτικές ανάγκες εξυπηρετούνταν στους χώρους των συμποσίων και των οικιακών ιερών. Οι χώροι των συμποσίων των πλουσιότερων οικιών, τοποθετημένοι συνήθως στο βόρειο τμήμα τους και οι προθάλαμοί τους είχαν ψηφιδωτά δάπεδα με μεγάλη θεματική ποικιλία και τεχνική αρτιότητα, που αποδεικνύουν την ύπαρξη οργανωμένων εργαστηρίων ψηφιδωτών στην Πέλλα. Τα ψηφιδωτά δάπεδα της Πέλλας, γνωστά σε παγκόσμιο επίπεδο, την καθιστούν χώρο με τα περισσότερα και λαμπρότερα δείγματα αυτής της τέχνης, που με τη χρησιμοποίηση φυσικών ψηφίδων εμπνέεται από έργα της μεγάλης ζωγραφικής.
Οι πολυτελέστερες οικίες βρίσκονται στον κεντρικό επισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο. Η μεγαλύτερη από αυτές έχει δυο περίστυλες αυλές με δωρικό περιστύλιο στη νότια και ιωνικό στη βόρεια. Γύρω από το δωρικό περιστύλιο υπήρχαν οι αίθουσες συμποσίων που είχαν ψηφιδωτά δάπεδα με θέματα το θεό Διόνυσο σε πάνθηρα, κυνήγι λιονταριού, επίθεση γρύπα σε ελάφι, ζεύγος κενταύρων (εκτίθενται στο μουσείο της Πέλλας), ενώ τα δάπεδα των προθαλάμων είχαν γεωμετρικά σχέδια. Σε μια άλλη οικία, στην ίδια περιοχή του αρχαιολογικού χώρου, τα δωμάτια συμποσίων έχουν ψηφιδωτά δάπεδα με θέματα κυνήγι ελαφιού, αρπαγή της Ελένης από το Θησέα, αμαζονομαχία (βρίσκονται στη θέση τους στον αρχαιολογικό χώρο). Σε χαμηλό αναβαθμό στις πλευρές των παραπάνω αιθουσών τοποθετούνταν οι συμποσιακές κλίνες.
Ανάλογη με τη λαμπρή διακόσμηση των δαπέδων ήταν και χρωματική διακόσμηση των τοίχων των πλουσιότερων οικιών, όπως η διακόσμηση κατά το α΄ πομπηιανό στυλ ενός τοίχου, που αποκαταστάθηκε σε ύψος 5 μ. και εκτίθεται στο μουσείο της Πέλλας.
Συντάκτης
Δρ. Μαρία Λιλιμπάκη-Ακαμάτη, αρχαιολόγος.
2/8/338 π. Χ. Ο Λέων της Χαιρώνειας, πρός τιμήν των νεκρών.
Η μάχη της Χαιρώνειας διεξήχθη, μεταξύ του μακεδονικού βασιλείου και των συνασπισμένων στρατευμάτων της Αθήνας, της Κορίνθου, της Κέρκυρας, της Λευκάδας, της Αχαΐας, των Μεγάρων, της Ακαρνανίας, της Εύβοιας και του Κοινού των Βοιωτών, ηγέτιδα του οποίου ήταν η Θήβα. Οι Μακεδόνες αναδείχτηκαν θριαμβευτές. Το πεδίο της μάχης βρίσκεται, στον κάμπο της Βοιωτίας, πολύ κοντά, στον αρχαίο οικισμό της Χαιρώνειας και το σημερινό ομώνυμο χωριό. Απέχει 13 χιλιόμετρα, βόρεια, από την Λιβαδειά.
Άβυδος, ο νόμος περί διέλευσης του Αναστασίου.
Ο νόμος περί διέλευσης του Αναστασίου είναι ένα βυζαντινό νομοθετικό διάταγμα του 492 μ.Χ. που εκδόθηκε από τον αυτοκράτορα Αναστάσιο Α΄ Δίκορο και ρύθμιζε την κυκλοφορία των πλοίων, τους τελωνειακούς ελέγχους και τα τέλη στην Άβυδο στον Ελλήσποντο (στενό των Δαρδανελίων).
"εἰ δέ τις [τολμήσει παραβῆναι ταῦτα, θεσπίζομεν αὐτὸν (?)]
στρατίας ἐκπίπτιν ἣ[ν ἔλαχεν καὶ τῇ νομίμῃ ποινῇ ὑπο]-
βάλλεσθαι, τὸν δὲ τὴν ἀρχὴν ἔχοντα τῶν σ[τενῶν ποινὴν]
πεντήκοντα χρυσοῦ κατατιθέναι λίτρας, εἴ τεnote οἱῳ-
δήποτε τρόπῳ παραβαλῶσιν οἱ τύποι τῆς ἡμετέ-
ρας εὐσεβίας· ἀγρυπνῖν γὰρ αὐτὸν καὶ πολυπραγμονῖν
ἕκαστα βουλόμεθα ὥστε μηδένα κακουργοῦντα
λανθάνειν· ταῦτα δὲ καὶ ἐν αὐτοῖς προτεθῆναι τοῖς τό-
ποις ἐθεσπίσαμεν, καὶ στήλαις ἐνχαράττεσθαι λιθίναις
ἐνπηγνυμέναις ἐκεῖ πρὸς τῇ θαλάττῃ ὥστε καὶ τοὺς
ἀπαιτοῦντας καὶ τοὺς ἀπαιτουμένους ἀναγινώσκιν
τὸν νόμον καὶ τοὺς μὲν δεδιότας ἀπέχεσθαι τῆς ἀπλησ-
τίας, τοὺς δὲ θαρροῦντας μὴ ἀνέχεσθαι βλάβης καὶ τὸν
περίβλεπτον κόμητα τῶν στενῶν ἀεὶ τὴν ἀπιλὴν
ἐν τοῖς πράγμασινnote ὁρῶντα τὴν ἐν τοῖς ἔργοις πῖραν, εἰ ῥα-
θυμήσῃ, προσδέχεσθαι· ☩
γνῶσις συνηθειῶν ἃς παρῖχον πρὸ ἐτῶν εἴκοσει
καὶ εἴκοσει δύο τῶν στενῶν οἱ ναύκληροι, ὡς πολυπραγμο-
νήσας ὁ ἐνδοξώτατος ἔπαρχος τῆς πόλεως ἀνήγαγεν
τῇ ἡμετέρᾳ εὐσεβίᾳ, ἅστινας καὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ με-
τὰ ταῦτα προσήκει μόνας διδόναι οὕτως· (…)
οἱ οἰνηγοὶ πάντες οἱ τὸν οἶνον κομίζοντες εἰς τὴν βασι-
λίδ[α τα]ύτην πόλειν, πλὴν μόνον τῶν Κιλίκων, (…)
κλασσικοῖς τῶν στενῶν φόλλις ἓξ καὶ ξέστας δύο,
οἱ ἐληγοὶ καὶ ὀσπριγοὶ καὶ λαρδηγοὶ κλασσικοῖς τῶν στενῶν
φόλλις ἕξ, οἱ Κίλικες ναύκληροι κλασσικοῖς τῶν στενῶν
φόλλις τρῖς· καὶ ὑπὲρ πρόβας κεράτιν ἓν καὶ ἐν τῷ ἐκ-
πορίζιν κεράτια δύο· οἱ σιτηγοὶ κλασσικοῖς τῶν στε-
νῶν φόλλις τρῖς καὶ λόγῳ πρόβας σίτου μόδιος εἷς·
καὶ ἐν τῷ ἐκπορίζιν ἐντεῦθεν ἑτέρους φόλλις τρῖς.
Αν κάποιος τολμήσει να παραβιάσει τις ακόλουθες διατάξεις, τον διατάζουμε να εγκαταλείψει τον στρατό και να αντιμετωπίσει τη δίκαιη τιμωρία του. Ο επιβλέπων που είναι υπεύθυνος για το στενό πρέπει να του επιβάλει πρόστιμο 50 λιβρών χρυσού εάν έχει παραβιάσει οποιονδήποτε από τους κανονισμούς που θεσπίζει η Ευσέβειά μας. Επειδή θέλουμε να παρακολουθεί συνεχώς όλα τα μέρη [του Ελλήσποντου], ώστε να μην διαφύγει κανένας εγκληματίας.
Συνιστούμε να δημοσιευτούν αυτοί οι κανονισμοί επί τόπου και να χαραχθούν σε πέτρινες κολόνες, που θα ανεγερθούν στην ακτή, ώστε οι φοροεισπράκτορες και οι φορολογούμενοι να μπορούν να διαβάσουν αυτόν τον νόμο και οι πρώτοι να απέχουν από την απληστία και οι δεύτεροι να είναι σίγουροι ότι δεν θα αδικηθούν, ενώ ο σεβάσμιος επόπτης που είναι υπεύθυνος για το στενό, όταν αντιμετωπίζει συνεχώς αυτές τις επιστολές ως απειλή, μπορεί να περιμένει την πραγματικότητα μιας τιμωρίας όταν έχει χαλαρώσει".
Οι συνήθεις φόροι που έχουν πληρώσει οι καπετάνιοι τα τελευταία 20 ή 22 χρόνια, όπως έχει καθορίσει ο σεβάσμιος ρυθμιστής της πόλης μετά από έρευνα προς όφελος της ευσέβειάς μας - αυτοί και μόνο αυτοί οι δασμοί θα συνεχίσουν να καταβάλλονται από σήμερα και στο εξής, δηλαδή:
Όλα τα πλοία που μεταφέρουν κρασί στην πρωτεύουσα, εκτός από αυτά των Κιλικίων, θα πληρώνουν στις λιμενικές αρχές 6 σόλδια, καθώς και 2 σεξτάρια κρασί.
Τα πλοία με λάδι, όσπρια και χοιρινό κρέας πληρώνουν 6 σόλδια στις λιμενικές αρχές. Οι καπετάνιοι της Κιλικίας πληρώνουν 3 σόλδια στις λιμενικές αρχές, 2 καράτια για επιθεώρηση και 2 καράτια για εκτελωνισμό.
Τα πλοία μεταφοράς σιτηρών πληρώνουν 3 σόλδια στις λιμενικές αρχές και 1 μόδιο για την επιθεώρηση, καθώς και 2 μόδια για τον εκτελωνισμό.
Χρονολογία
491 μ.Χ.–518 μ.Χ.
Κωνσταντινούπολη, Αρχαιολογικό Μουσείο.
1800 - 2026. Η Πρωσία, τότε και η Γερμανία, σήμερα.
Ο Κωνσταντίνος Μουσούρος (ο Πασάς) ήταν ένας Έλληνας διπλωμάτης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που υπηρέτησε ως πρεσβευτής, στην Ελλάδα, την Αυστρία, το Ηνωμένο Βασίλειο, το Βέλγιο και τις Κάτω Χώρες. Γεννήθηκε το 1807, στην Κωνσταντινούπολη, στην περίφημη οικογένεια Φαναριωτών Μουσούρου. Ο αδερφός του, Παύλος Μουσούρος, έγινε, επίσης, διπλωμάτης. Ο Μουσούρος έγινε ο πρώτος πρέσβης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στο νεοσύστατο Βασίλειο της Ελλάδας, το 1840, θέση, στην οποία παρέμεινε, μέχρι το 1848. Το 1847–48 ήταν κεντρική προσωπικότητα, στα γεγονότα γνωστά, ως Μουσουρικά, που οδήγησαν, στην προσωρινή ανάκλησή του και στη ρήξη των σχέσεων, μεταξύ των δύο κρατών. Κατά την επιστροφή του, στην Αθήνα, επέζησε, από απόπειρα δολοφονίας, οδηγώντας, στην μετακίνησή του, στην Βιέννη. Το 1850, ανέλαβε το αξίωμα του πρέσβη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στην Μεγάλη Βρετανία και την Ιρλανδία, που κράτησε, για 35 συνεχόμενα χρόνια, μέχρι την αποστρατεία του, το 1885. Την ίδια περίοδο υπηρέτησε, ως πρέσβης, στην Ολλανδία (1861–77) και το Βέλγιο (1861–75). Το 1876–78, ήταν μέλος της σύντομης Βουλής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Καλά μορφωμένος, το 1883, ο Μουσούρος μετέφρασε την "Θεία Κωμωδία" του Δάντη, στα αρχαία Ελληνικά και Τουρκικά. Ήταν παντρεμένος και είχε έναν γιο, τον Στέφανο Μουσούρο, ο οποίος, αργότερα, έγινε Πρίγκιπας της Σάμου και πρέσβης, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Υπήρχε, επίσης, μια κόρη, που παντρεύτηκε, στο Ηνωμένο Βασίλειο, με τον Συνταγματάρχη Χέριοτ.
#KostakiMusurus #ConstantineMusurus #MusurusPasha #OttomanEmpire #OttomanHistory #Diplomacy #History #GreekOttoman #VictorianEra #HistoricalFigures #Heritage #19thCentury #London #HistoryMatters
Ο Σπατάρης Πασάς ήταν Οθωμανός πασάς, με ελληνική καταγωγή (ο τίτλος του πασά ήταν βαθμός, που απονεμόταν, σε στρατηγούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας). Αν και ο Σπατάρης Πασάς ήταν ένας, από τους Οθωμανούς πασάδες, που αντιστάθηκαν, στο πραξικόπημα της 31ης Μαρτίου (1909), δυστυχώς, είναι ένας, από τους Οθωμανούς πασάδες, του οποίου το όνομα δεν αναφέρεται, καν, στην επίσημη ιστορία της Τουρκίας, σήμερα. Ο τάφος του Σπατάρη Πασά βρίσκεται, στο Ελληνικό Ορθόδοξο Κοιμητήριο του Σισλί.
Ο Hüseyin Hilmi Pasha (1855–1922) ήταν ένας από τους πιο επιδραστικούς πολιτικούς της όψιμης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γεννημένος, στην Μυτιλήνη (Λέσβου), υπηρέτησε δύο φορές, ως Μεγάλος Βεζύρης, η υψηλότερη πολιτική θέση, στην αυτοκρατορία. Πριν από αυτό, διορίστηκε Γενικός Επίτροπος Μακεδονίας, όπου επέβλεψε διοικητικές μεταρρυθμίσεις, κατά την διάρκεια μιας περιόδου έντονης πολιτικής αναταραχής, στα Βαλκάνια. Αργότερα, εκπροσώπησε την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ως πρεσβευτής, στην Αυστρο-Ουγγαρία.
Οι ιστορικές πηγές, γενικά, περιγράφουν τον Hüseyin Hilmi Pasha ως ελληνικής (Ρουμ) καταγωγής. Η καριέρα του αντανακλά τον πολύεθνο χαρακτήρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου άτομα, από διαφορετικά εθνοτικά υπόβαθρα, μπορούσαν να ανέλθουν, στις υψηλότερες βαθμίδες της διακυβέρνησης.
#HuseyinHilmiPasha #ΟθωμανικήΑυτοκρατορία #ΟθωμανικήΙστορία #Ιστορία #ΙστορίαΒαλκανίων #ΕλληνικήΚαταγωγή #Ρωμαίοι #ΙστορικέςΦιγούρες #Λέσβος
1842 - 1844. Κάιρο. Ο Γάλλος Σουλέιμαν Πασάς (Joseph Anthelme Sève) και τα παιδιά του. Μια, από τις πρώτες φωτογραφίες). Ένας Λιονέζος αξιωματικός, που πολέμησε, στον στρατό του Ναπολέοντα, ο οποίος υιοθέτησε το Ισλάμ και πήρε το όνομα Suleyman και έγινε, ένα από τα ονόματα, που σχημάτισαν τον σύγχρονο στρατό του, αλβανικής καταγωγής, Καβαλιώτη Μουχάμαντ Αλί Πασά.
Παντρεύτηκε την γαλλόφωνη σύζυγό του, Μαρία Μυριάμ; η φουστανέλα, που φορούσε ένα, από τα παιδιά, στην φωτογραφία, αντικατοπτρίζει, επίσης, αυτήν την προέλευση.
Ένας, από τους εγγονούς του, είναι η βασίλισσα Νazli, η προπρογιαγιά του βασιλιά Faruk.
Πηγή εικόνας: @OttomanArchive
1911. Η έδρα του 3ου Στρατού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Θεσσαλονίκη.
Σήμερα, το ίδιο ιστορικό κτίριο εξακολουθεί να λειτουργεί, ως έδρα του 3ου Στρατού του ελληνικού στρατού.
#OttomanEmpire #Salonica #Thessaloniki #MilitaryHistory #OttomanHistory #History #HistoricalBuilding #BalkanHistory #Turkey #Greece #WW1 #Heritage
6-13/8/1893. Ζυρίχη, Ελβετία. Στο Τρίτο Συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς εκδιώχθηκαν, μόνιμα, οι αναρχικοί, από την οργάνωση. Το Τρίτο Συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς, συγκεντρώνοντας, περίπου, τέσσερις εκατοντάδες (410) αντιπροσώπους, από είκοσι (20) χώρες, μεταξύ των οποίων μια σημαντική επίσημη αντιπροσωπεία, από το βρετανικό συνδικαλιστικό κίνημα, με επικεφαλής τον John Hodge, εκπροσώπους, από την Βραζιλία, από τον Wilhelm Liebknecht και για την Βοημία, από τον Siedel, και σε ένα σημάδι του ιστορικού βάρους του συνεδρίου, ο ίδιος ο Friedrich Engels, ο οποίος ονομάστηκε επίτιμος πρόεδρος, για την ημέρα, στις 12 Αυγούστου και παρέδωσε την κλειστή ομιλία, την μόνη περίσταση, στην οποία απευθύνθηκε, απευθείας, σε συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς. Ήταν, εδώ, πριν, καν, αρχίσουν ουσιαστικές συζητήσεις, που το συνέδριο ψήφισε να αποκλείσει την αναρχική αντιπροσωπεία, με επικεφαλής τον Gustav Landauer, ο οποίος έφυγε, σε διαμαρτυρία, μαζί με τους συντρόφους του. Το όργανο, που χρησιμοποιήθηκε ήταν αυτό, που έγινε γνωστό, ως Ψήφισμα της Ζυρίχης, το οποίο περιόριζε την ένταξη, στο Συνέδριο, σε εκείνους τους οργανισμούς και τους εκπροσώπους, που αναγνώρισαν την αναγκαιότητα της πολιτικής και κοινοβουλευτικής δράσης, ως μέσο χειραφέτησης της εργατικής τάξης. Δεδομένου ότι οι αναρχικοί απέρριψαν την κοινοβουλευτική πολιτική, ως θέμα αρχής, το αποτέλεσμα του ψηφίσματος, ανεξάρτητα, από την, φαινομενικά, ουδέτερη διατύπωσή του, ήταν να τους απαγορεύσει, κατηγορηματικά, από τη Διεθνή. Στο ίδιο συνέδριο, σε ένα λιγότερο γνωστό αλλά ενημερωτικό επεισόδιο, η εντολή της Rosa Luxembourg, ως αντιπροσώπου, που εκπροσωπεί τους Σοσιαλιστές της Πολωνίας και της Λιθουανίας, απορρίφθηκε, επίσης, ένα πρώιμο σημάδι των πειθαρχικών ανησυχιών, που θα επαναλαμβάνονταν, σε όλη την ιστορία του οργανωμένου σοσιαλισμού, κάθε φορά, που ένα ρεύμα απειλούσε την επικρατούσα συναίνεση της ηγεσίας. [Η εντολή της Rosa Luxemburg απορρίφθηκε, επειδή το αντίπαλο, εθνικιστικά προσανατολισμένο Πολωνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (PPS), του οποίου η αντιπροσωπεία καθοδηγήθηκε, από τον Ignacy Daszynski, αντιτάχθηκε να την παραδεχτεί, επισήμως, βλέποντας το μικρό της αποσπασματικό διεθνιστικό κόμμα, ως απειλή, για την δική του αξίωση να εκπροσωπεί το πολωνικό εργατικό κίνημα, στο εξωτερικό]. Η ρήξη, στη Ζυρίχη, δεν προέκυψε, από το τίποτα. Ήταν το αποκορύφωμα των εντάσεων, που είχαν σκιάσει την Δεύτερη Διεθνή, από το ιδρυτικό συνέδριο της, στο Παρίσι το 1889 και η οποία είχε, ήδη, προκαλέσει αναταραχές, στο Συνέδριο των Βρυξελλών του 1891. Αυτές οι εντάσεις, με την σειρά τους, ήταν η, μετά θάνατον ζωή, της παλαιότερης και πιο θεμελιώδους διαμάχης, εντός της Πρώτης Διεθνούς (Διεθνής Ένωση Εργαζομένων),μεταξύ του Καρλ Μαρξ και του Μιχαήλ Μπακούνιν, ενός αγώνα, που είχε τελειώσει το 1872, στο Συνέδριο της Χάγης, με την απέλαση του Μπακούνιν και την αποτελεσματική διάλυση οποιασδήποτε κοινής οργανωτικής κατοικίας, για τους μαρξιστές και τους αναρχικούς, στην συνέχεια. Αυτό, που έκανε η Ζυρίχη, το 1893, ήταν επισημοποίηση, σε επίπεδο καταστατικού και διαδικασίας, μια διάσπαση, που είχε, ήδη, δημιουργηθεί, στο επίπεδο της διδασκαλίας και της προσωπικής εχθρότητας, δύο δεκαετίες, νωρίτερα. Το Συνέδριο του Λονδίνου του 1896 επιβεβαίωσε την θέση της Ζυρίχης, υιοθετώντας την πιο δυνατή φόρμουλα, ότι οι αναρχικοί αντιπρόσωποι, απλώς, αποκλείστηκαν και εκδιώχθηκαν, από την αίθουσα, όταν αρνήθηκαν να δεχθούν την απόφαση, ένα επεισόδιο, τόσο θερμαινόμενο, που ο πρόεδρος φέρεται να απείλησε να καλέσει την αστυνομία. Οι συνέπειες αυτής της απέλασης ακτινοβολούσαν, προς τα έξω, πολύ πέρα από τις αίθουσες της Ζυρίχης και του Λονδίνου. Έχοντας αποκλεισθεί, από την κυρίαρχη σοσιαλιστική διεθνή, οι αναρχικοί υποχρεώθηκαν να οργανώσουν τα δικά τους ξεχωριστά συνέδρια, στο Παρίσι, στο Σικάγο, στην Ζυρίχη, στο Λονδίνο και αργότερα, στο Άμστερνταμ, το 1907, αλλά αυτές οι συγκεντρώσεις, για όλη τους την ενέργεια, ποτέ, δεν συνενώθηκαν, σε έναν ανθεκτικό αντίπαλο, σαν την οργανωτική πειθαρχία, ή την μαζική εμβέλεια της Δεύτερης Διεθνούς. Ορισμένα αναρχικά ρεύματα παρασύρθηκαν, προς τον επαναστατικό συνδικαλισμό, βρίσκοντας, στο συνδικαλισμό αντί για το κόμμα, ένα όχημα, για τις αντικρατικές πεποιθήσεις τους, ενώ άλλα, απομονωμένα και πικραμένα, στράφηκαν, προς την προπαγάνδα της πράξης (ή άμεση δράση), στροφή, προς τις ατομικές πράξεις βίας, που δυσφημούσαν, περαιτέρω, τον αναρχισμό, στα μάτια του ευρύτερου εργατικού κινήματος και έδωσαν, στα σοσιαλιστικά κόμματα ένα έτοιμο πρόσχημα, για συνεχή αποκλεισμό. (Ο επαναστατικός συνδικαλισμός είναι στρατηγική και ρεύμα της αντικαπιταλιστικής σκέψης, που επιδιώκει να ανατρέψει τον καπιταλισμό και το κράτος, όχι, μέσω της κοινοβουλευτικής πολιτικής, αλλά, μέσω της άμεσης δράσης των συνδικάτων, με αποκορύφωμα μια μαζική γενική απεργία, που μεταφέρει τον έλεγχο της παραγωγής, στους ίδιους τους εργάτες).
Η απέλαση των αναρχικών, το 1893, δεν ήταν, απλά, εσωτερική διοικητική υπόθεση. Έθεσε ένα προηγούμενο, μια θεσμική συνήθεια, όπου το σοσιαλιστικό κίνημα επιλύει τις στρατηγικές του διαφωνίες, όχι, μέσω της συνεχούς συντροφικής πάλης, μέσα σε μια κοινή οργάνωση, αλλά, μέσω του αποκλεισμού. Αυτή η συνήθεια δεν εξαφανίστηκε, με τους αναρχικούς. Επαναλήφθηκε, στην κατάρρευση της ίδιας της Δεύτερης Διεθνούς, τον Αύγουστο του 1914, όταν τα συστατικά κόμματα της, έχοντας περάσει δεκαετίες, πειθαρχώντας την επαναστατική ακροαριστερή πλευρά τους, αποδείχθηκαν ανίκανα να συγκρατήσουν, μαζί, ένα μέτωπο, ενάντια, στην έλξη του εθνικού σωβινισμού και έστειλαν τις δικές τους εργατικές τάξεις, στα χαρακώματα ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου (Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος). Επαναλήφθηκε, ξανά, στις διαχωρίσεις, που παρήγαγαν την Τρίτη Διεθνή (Κομμουνιστική Διεθνή - Κομιντέρν), μετά το 1917 και στις επακόλουθες αποβολές και εκκαθαρίσεις. που σημάδεψαν τα κομμουνιστικά κόμματα, καθ' όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Και επαναλήφθηκε, με τραγικές συνέπειες, στην Ισπανία, την δεκαετία του 1930, όπου η παλιά εχθρότητα, μεταξύ αναρχικών, που οργανώθηκαν στο CNT (Confederación Nacional del Trabajo, ή Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας) και στην FAI (Federación Anarquista Ibérica, ή Iberian Anarchist Federation) και κομμουνιστές, που εργάζονταν, μέσα από τα κανάλια της Κομιντέρν, αποδυναμώνοντας, θανάσιμα, το δημοκρατικό και επαναστατικό μέτωπο, ακριβώς, την στιγμή, που ο φασισμός απαιτούσε την πληρέστερη δυνατή ενότητα, για να νικηθεί. Με άλλα λόγια, η ιστορική αντιπαλότητα, μεταξύ Ισπανών αναρχικών και κομμουνιστών, αντί να παραμερισθεί, επανεμφανίστηκε, κατά την δεκαετία του 1930 και υπονόμευσε την ενότητα της αντιφασιστικής δημοκρατικής πλευράς, στην Ισπανία, την ίδια στιγμή, όταν, μόνο, ένα, πλήρως, ενιαίο μέτωπο θα μπορούσε να νικήσει τις φασιστικές δυνάμεις του Φρανσίσκο Φράνκο. Οι στρατηγικές του ενιαίου μετώπου και του λαϊκού μετώπου της δεκαετίας του 1930 μπορούν να διαβαστούν, εν μέρει, ως καθυστερημένες και εν μέρει, επιτυχημένες προσπάθειες, για την επισκευή μιας ρήξης, που η Ζυρίχη είχε βοηθήσει, στην θεσμοποίηση της, δεκαετίες πριν. Αλλά το μοτίβο, που ιδρύθηκε, στην Ζυρίχη το 1893, για την επίλυση μιας βαθιάς διαφωνίας, για την επαναστατική στρατηγική, μέσω της απομάκρυνσης και όχι, μέσω της δύσκολης δουλειάς της οικοδόμησης ενός, πραγματικά, πλουραλιστικού επαναστατικού μπλοκ, άφησε την αριστερά, με μια δομική αδυναμία, που ο καπιταλισμός εκμεταλλεύτηκε, ξανά και ξανά, τον 20ο αιώνα και στον παρόντα 21ο αιώνα. Μια αριστερά, που δεν μπορεί να κρατήσει τις δικές της εσωτερικές αντιφάσεις, μέσα, σε ένα, μόνο, σπίτι πάλης, είναι μια αριστερά, συνεχώς, ευάλωτη, στο να ηττηθεί, λεπτομερώς, ένα κομμάτι κάθε φορά, από έναν εχθρό, που δεν υποφέρει, από τέτοια διαφορά, για την ένωση των εσωτερικών του διαιρέσεων όταν χρειάζεται.
Στην φωτογραφία, που τραβήχτηκε το 1907, ο Ιωσήφ Στάλιν φαίνεται να βυθισμένος, βαθιά στο πένθος,για την νεαρή του σύζυγο Ekaterina Svanidze. Την εποχή εκείνη, ο μελλοντικός ηγέτης της “Σοβιετικής Ένωσης” ήταν, μόλις, 29 ετών.
H Ekaterina προήλθε, από μια φτωχή ευγενική οικογένεια και δούλευε, ως πλυντήρια. Εκείνη γνώρισε τον Ιωσήφ Στάλιν, μέσω του αδερφού της, ο οποίος είχε σπουδάσει, μαζί του, σε ένα θεολογικό σεμινάριο. Ωστόσο, η ζωή τους, μαζί, τελείωσε, τραγικά.
Η Ekaterina τυφλώθηκε και είχε γαστρεντερική νόσο, που οδήγησε, σε αιμορραγία και δυστυχώς, στον πρόωρο θάνατό της. Ο Στάλιν, με τα μαλλιά του ακατάστατα, σε εκείνες τις στιγμές, είπε:
"Ekaterina γιάτρεψε την πληγωμένη μου καρδιά."
(Από Olya Tepina).
Υ.Γ. Τάσου Αναστασόπουλου : Ekaterina λεγόταν και η μητέρα του Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλλι. Ήταν μαμάκιας…
Ιούλιος 1929. Ο Ιωσήφ Στάλιν, ο Γκριγκόρι Ορτζονικίντζε και η κόρη του δεύτερου, σε κρουαζιέρα, από την Σεβαστούπολη, στο Σότσι. (Πατριωτάκια)…
23/4/1913. Σκόδρα. Μετά, από 450 χρόνια Οθωμανικής διοίκησης, η πόλη παραδίνεται, στον βασιλιά Νικόλαο Α’ του Μαυροβούνιου, με μια επίσημη τελετή.
Μογγολικό έργο τέχνης (1967) που απεικονίζει τον Λένιν να συναντά τον Νταμντιν Σούχμπαταρ και την μογγολική αντιπροσωπεία, κατά την διάρκεια του Ρωσικού Εμφύλιου Πολέμου.
Ο Σούχμπαταρ, ένας κομμουνιστής επαναστάτης, είχε καταλάβει την εξουσία, στη Μογγολία, το 1921 και ηγήθηκε της διπλωματικής αποστολής, στην Ρωσία, σε μια (επιτυχημένη) προσπάθεια να εξασφαλίσει σοβιετική βοήθεια και υποστήριξη, στον πόλεμο εναντίον του Λευκού Ρώσου στρατηγού Ρομάν Βον Ίνγκερν-Στέρνμπεργκ (ή τον Τρελό Βαρώνου), ο οποίος είχε εισβάλει, στην Μογγολία, το 1920.
Το έργο είναι του Αντιαάγκιν Σενγετσοκίου, ενός Μογγόλου καλλιτέχνη.
Ο Στρατηγός Βασίλι Μπλαχίν, προσωπικά, επιλεγμένος, από τον Στάλιν, ως επικεφαλής του τμήματος εκτελέσεων της NKVD. Υπήρχε υπεύθυνος, για χιλιάδες εκτελέσεις, ανάμεσα, στις οποίες εκτελέσεις στελεχών του Κόμματος, παλαιομπολσεβίκων, που διαφωνούσαν, με τον Σταλινισμό, στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, εθνοτικές εκκαθαρίσεις, συμμετοχή, στην οργάνωση της σφαγής του Κατιν, εκτελέσεις ιερέων, υποστηρικτών της μοναρχίας, ενώ ήταν, προσωπικά, ο ίδιος, που εκτέλεσε τους πρωην Αρχηγούς της NKVD, Γεζοβ και Γιακοντα. Αν και επίσημο ατομικό όπλο, για την NKVD, ήταν το πιστόλι TT-30, ο ίδιος έφερε, είτε περίστροφο, είτε κάποιο Walther. 25 ACP, από την πλούσια προσωπική συλλογή του.
Η εδαφική επέκταση ως ο μόνος τρόπος προστασίας των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας;
Ναι, αυτή ήταν η εισήγηση του Γεωργίου Κατεχάκη προς το Γενικό Στρατηγείο της Θεσσαλονίκης στις 22. Νοεμβρίου του 1918.
Ο Γεώργιος Κατεχάκης με καταγωγή από την Κρήτη ήταν υψηλόβαθμος στρατιωτικός του Ε.Σ. Μετά την δολοφονία του Παύλου Μελά είχε κομβική δράση στον Μακεδονικό Αγώνα (1904-1908). Έλαβε επίσης μέρος στους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους, ενώ μετά το τέλος του Α Παγκοσμίου Πολέμου το 1918 εστάλη από την ελληνική κυβέρνηση στην Κωνσταντινούπολη, για να εκπροσωπήσει την Ελλάδα απέναντι στις συμμαχικές αρχές και για να συλλέξει πληροφορίες για την στρατιωτική και πολιτική κατάσταση στην Τουρκία, τις οποίες η κυβέρνηση ήθελε να αξιοποιήσει. Έτσι ανέπτυξε πλούσια δράση σε θέματα πληροφοριών και κατασκοπείας.
Στην εισήγησή του ο Κατεχάκης τόνιζε ότι, παρόλο που η Οθωμανική Αυτοκρατορία ανήκε στους ηττημένους του Α Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς είχε συμμαχήσει με την Γερμανία, εξακολουθούσε να συμπεριφέρεται "προκλητικά" απέναντι στους μη μουσουλμάνους πολίτες της, καθώς δεν κατανοούσε, πως η Αυτοκρατορία είχε ηττηθεί.
Στην έκθεση του ανέφερε, πως η Επιτροπή Ένωσης και Προόδου (Νεοτουρκικό Κομιτάτο) μπορεί να μην υπήρχε πλέον στα χαρτιά, αφού μετά το τέλος του Α Παγκοσμίου Πολέμου είχε διαλυθεί και πρωτοκλασάτα μέλη της κυβέρνησης των Νεότουρκων είχαν διαφύγει στο εξωτερικό, όμως εξακολουθούσε να υφίσταται στην πράξη.
Οι Νεότουρκοι, παρόλο που απώλεσαν την ηγεσία τους, σύμφωνα με τον Κατεχάκη εξακολουθούσαν να διασπείρουν μίσος εναντίον των χριστιανικών πληθυσμών της Αυτοκρατορίας και να καθοδηγούν και να εξοπλίζουν τον τουρκικό "όχλο", ενώ η υφιστάμενη κυβέρνηση υπήρχε μόνο επειδή είχε διασφαλίσει την ανοχή τους.
Παρατηρούσε επίσης καθολική διάσταση μεταξύ του ελληνορθόδοξου και του μουσουλμανικού στοιχείου της Αυτοκρατορίας, που δεν μπορούσε να γεφυρωθεί, καθώς οι Έλληνες της Αυτοκρατορίας είχαν δείξει μεγάλο ενθουσιασμό και πανηγυρική διάθεση μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο που πυροδοτούσε τον τουρκικό εθνικισμό.
Έτσι, ο Κατεχάκης κατέληγε στο συμπέρασμα πως ακόμα και μία κάποια "σκιώδης" διατήρηση της τουρκικής κυριαρχίας θα σήμαινε την "πλήρη καταστροφήν" των χριστιανικών πληθυσμών.
Ο Κατεχάκης στιγμάτισε την ανοχή των Μεγάλων Δυνάμεων πάνω στο θέμα, κατηγόρησε την στάση τους ως "μυοπική" και υπογράμισε, πως προτεραιότητα της ελληνικής κυβέρνησης έπρεπε να είναι αφενός η προστασία του εναπομείναντα ελληνικού πληθυσμού από τον "πάνοπλον τουρκικόν όχλον" και αφετέρου η επιστροφή των εκτοπισθέντων ελληνικών πληθυσμών, που ο Κατεχάκης στην αναφορά του χαρακτήρισε ως "λείψανα", καθώς από το 1913 χιλιάδες Έλληνες είχαν εκτοπισθεί βιαίως τόσο από την Μικρά Ασία όσο και από την Ανατολική Θράκη.
Η επιστροφή των ελληνικών πληθυσμών που είχαν εκδιωχθεί βίαια από την Μικρά Ασία και είχαν γίνει πρόσφυγες στην Ελλάδα μπορούσε να διασφαλισθεί, όπως έγραφε, μόνο μετά από κατάληψη των κυριότερων πόλεων είτε από ελληνικά είτε από συμμαχικά στρατεύματα.
Ο Κατεχάκης δεν ήταν ο μόνος που είχε καταλήξει σε αυτά τα συμπεράσματα. Στην Ελλάδα το 1918 είχε κυριαρχήσει η θέση πως οι ελληνικοί πληθυσμοί της Ιωνίας και της Ανατολικής Θράκης ήταν σε άμεσο κίνδυνο από την πολιτική που εφάρμοζε η Οθωμανική Αυτοκρατορία τις τελευταίες δεκαετίες της ύπαρξής της και πως η ασφάλεια και επιβίωση των Ελληνορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συνδεόταν άμεσα με την εδαφική επέκταση του ελληνικού κράτους.
Έτσι αμέσως μετά ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος υπέβαλε στον Βρετανό πρωθυπουργό Λόυντ Τζωρτζ υπόμνημα στο οποίο περιέγραφε τις ελληνικές διεκδικήσεις στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Οι Έλληνες στην Ιστορία
Πηγές:
Κατεχακης ("παρά τη Συμμαχική Αποστολή Κωνσταντινουπόλεως”) προς Γενικό Στρατηγείο (Θεσσαλονίκη), 22. Νοεμβρίου 1918, Αρχείο Πολιτικού Γραφείου Πρωθυπουργού, Γενικά Αρχεία Κράτους, φακ. 218
Σωτήρης Ριζάς: Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας. Ο Βενιζέλος, ο αντιβενιζελισμός και η Μικρά Ασία, Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 61-62.
12/6/1921. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α’, αποβιβάζεται, στην Σμύρνη, όπου έφθασε, με το πλοίο “Λήμνος”.
«Μόνον οἶκτο μπορεῖ νὰ αἰσθανθεῖ κανεὶς γιὰ τὸ σύνολο τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο τῆς ἱστορίας του. Τὸν εἶχαν φορτώσει μὲ ὑποχρεώσεις πέρα ἀπὸ τὴ δύναμή του· τοῦ ἔκαναν ἐρωτήσεις στὶς ὁποῖες δὲν ἦταν ἱκανὸς ν᾿ ἀπαντήσει· δὲν ἤξερε τίποτα γιὰ τὶς συνέπειες τὶς ἀναπόσπαστες τῶν ἀποφάσεων ποὺ τὸν ὠθοῦσαν νὰ πάρει. Εἶχε ὑποστεῖ γιὰ περισσότερο χρόνο τὴν ἔνταση τοῦ πολέμου, τὴν ἐπιστράτευση καὶ τὸ καθεστὼς τοῦ ἐμπόλεμου ἀπὸ ὁποιονδήποτε σχεδὸν ἄλλο λαὸ σὲ ἕναν πολεμόπληκτο κόσμο. Ήταν διχασμένος καὶ μπερδεμένος ἀπὸ τὶς φατρίες· ὑπῆρχαν δυὸ ἐχθρικὰ ἔθνη στοὺς κόλπους ἑνὸς ἐξαντλημένου κράτους· καὶ ἀκόμα καὶ κάτω ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐξωφρενικές συνθῆκες, τὰ στρατεύματά του διατήρησαν γιὰ μακρὸ χρονικό διάστημα ἀξιοπρόσεκτη πειθαρχία καὶ σταθερότητα. Καὶ τώρα, τὸν ἔσπρωχναν σὲ μιὰ περιπέτεια συγχρόνως πιὸ φιλόδοξη καὶ πιὸ ἀπεγνωσμένη ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄλλη περιγράψαμε ὡς τώρα.»
Winston Churchill, «The World Crisis: The Aftermath», σ. 390
[Αναφορικά, με την θερινή επίθεση του ελληνικού στρατού, που ξεκίνησε, στις 23 Μαρτίου 1921 ν.η.]
1921. Φωτογραφία τραβηγμένη, από το Εσκί Σεχίρ, σε στρατόπεδο αιχμαλώτων. Με τα χέρια, στην μέση, ο Έλληνας Εύζωνος Σταύρος Πορτάλιος (από το χωριό Παντάνασσα, στον δήμο Αμαρίου, στο Ρέθυμνο), δίπλα του, είναι Τούρκος αιχμάλωτος.
Κιουτάχεια 15 Ιουλίου 1921 – Η κρίσιμη απόφαση Mόλις σχηματίστηκε η κυβέρνηση Δημητρίου Γούναρη τον Μάρτιο του 1921, αυτός και οι υπουργοί του επιδίωξαν να εκμεταλλευθούν στο έπακρο το γόητρο του βασιλέα Κωνσταντίνου Α΄ (ή «ΙΒ΄») ως νικηφόρου «Στρατηλάτη», μολονότι ήταν πλέον βαριά άρρωστος και σκιά του παλιού του εαυτού. Ηθελαν ειδικότερα να δημιουργήσουν την πλαστή εντύπωση ότι τάχα αναλάμβανε ξανά «αρχιστράτηγος» με το επιτελείο του των Βαλκανικών Πολέμων, για να διευθύνει ο ίδιος τις επιχειρήσεις στη Μικρά Ασία.
Μιλώντας μαζί τους, ο Ιωάννης Μεταξάς διατύπωσε σφοδρές αντιρρήσεις. Επισήμανε όχι μόνο τη συνταγματική ανωμαλία και τη σύγχυση ευθυνών μεταξύ υπεύθυνης κυβέρνησης και ανεύθυνου βασιλέα, αλλά και την κακή κατάσταση της υγείας του Κωνσταντίνου, που δεν ήταν πλέον σε θέση να ασκήσει διοίκηση. Ο αδίστακτος Γούναρης απάντησε κυνικά ότι «εν ανάγκη πρέπει και να θυσιασθή ο Βασιλεύς υπέρ του Εθνους»!
Διάλεξαν μάλιστα την αποφράδα 29η Μαΐου (επέτειο της Αλωσης) ως ημέρα αναχώρησης του Κωνσταντίνου για τη Σμύρνη, όπου εγκαταστάθηκε με το αναστημένο «Βασιλικό Επιτελείο» των Βαλκανικών Πολέμων – με αρχηγό τον Βίκτωρα Δούσμανη, υπαρχηγό τον Ξενοφώντα Στρατηγό, αλλά χωρίς τον Μεταξά. Καλλιεργήθηκε έτσι η απατηλή εντύπωση ότι ο Κωνσταντίνος με τον Δούσμανη θα είχαν εφεξής την υψηλή διεύθυνση των επιχειρήσεων, ενώ ο ρόλος τους υπήρξε το πολύ συμβουλευτικός, αν όχι καθαρά συμβολικός. Το βιβλίο του Δούσμανη «Η εσωτερική όψις της Μικρασιατικής εμπλοκής» είναι μία συνεχής διαμαρτυρία για την αχρήστευση και αγνόησή του. Εχει μάλιστα τον εύγλωττο υπότιτλο: «Διατί απέτυχον αι προσπάθειαί μου κατά το χρονικόν διάστημα 1920-22 προς αποτροπήν της Καταστροφής». Το ότι ο Κωνσταντίνος κατηγορείται μέχρι σήμερα, εντελώς αβάσιμα, ως δήθεν υπεύθυνος «αρχιστράτηγος», οφείλεται στην επιτυχημένη προσπάθεια του Γούναρη να τον παρουσιάσει σαν τέτοιο.
Εχει ιδιαίτερη αξία εδώ η μαρτυρία του αυλικού γιατρού Κωνσταντίνου Λούρου. Η βασίλισσα Σοφία συνόδευσε τον άνδρα της μέχρι τη Σμύρνη, μαζί με τον Λούρο. Ενα βράδυ που είδε, μετά το δείπνο, τον Κωνσταντίνο «κατάχλωμο, δυσπνοούντα και ακουμπισμένο στον τοίχο», δεν άντεξε ο Λούρος και απευθύνθηκε στον παριστάμενο Γούναρη: «Δεν βλέπετε, κύριε Πρόεδρε, ότι ο Βασιλεύς πάσχει; Δεν τον βλέπετε ωχρό και δυσπνοούντα; Και δεν νομίζετε ότι πρέπει να επιστρέψει μαζί μας στην Αθήνα;» Ομως ο Γούναρης αρνήθηκε απότομα κάθε συζήτηση: «Ο Βασιλεύς, φίλτατε Λούρο, είναι έτοιμος ν’ αναχωρήσει για το μέτωπο, όπου θα τον παρακολουθεί ο γιατρός του κ. Αναστασόπουλος, και μην ανησυχείτε!».
Σ’ αυτή την κατάσταση ήταν λοιπόν ο Κωνσταντίνος όταν τον περιέφεραν στη Μικρά Ασία, σαν ζωντανό σύμβολο – αν όχι σαν λείψανο. Συχνά μάλιστα στηριζόταν σε μπαστούνι, όπως δείχνουν κάποιες φωτογραφίες. Δεν χρησίμεψε μόνο σε τελετές για την τόνωση του ηθικού, όπως η θεαματική παρασημοφορία των σημαιών στο Εσκί-Σεχήρ. Χρησίμεψε επίσης για να καλύψει με το κύρος του τη μοιραία απόφαση για την ολέθρια εξόρμηση προς την Αγκυρα, που πήρε το πολεμικό συμβούλιο στην Κιουτάχεια στις 15 Ιουλίου 1921.O Παπούλας αρχιστράτηγος
Δεν έχει υπογραμμιστεί αρκετά ότι οι Αντιβενιζελικοί και προσωπικά ο Γούναρης διάλεξαν και διατήρησαν σχεδόν μέχρι τέλους έναν αρχιστράτηγο –τον Αναστάσιο Παπούλα– μολονότι γνώριζαν εξαρχής ότι ήταν τελείως ακατάλληλος. Υπήρξε μάλιστα ο πιο αστοιχείωτος αντιστράτηγος του ελληνικού στρατού, αφού είχε ξεκινήσει απλός φαντάρος και δεν είχε, όπως φαίνεται, καμία απολύτως κατάρτιση – ούτε αξιωματικού ούτε καν υπαξιωματικού! Σ’ αυτόν εμπιστεύτηκαν τη μεγαλύτερη στρατιά που παράταξε μέχρι τότε η Ελλάδα, για το μεγαλύτερο πολεμικό εγχείρημα που επιχείρησε… Αν σκεφτεί κανείς πόση συζήτηση έχει γίνει για τις ιδιορρυθμίες του τελευταίου αρχιστρατήγου Γεωργίου Χατζηανέστη, προξενεί κατάπληξη ότι έχει περάσει σχεδόν απαρατήρητη η παχυλή αμάθεια και η έλλειψη κατάρτισης του προκατόχου του. Ισως επειδή ο Παπούλας προσφέρθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη τωνΔεν έχει επίσης προσεχθεί ότι ο Γούναρης, ως υπουργός Στρατιωτικών τότε, έσπευσε να διορίσει τον Παπούλα αρχιστράτηγο αμέσως μετά την εκλογική νίκη της 1ης Νοεμβρίου 1920 – όχι μόνο για λόγους «κομματικής υπερισχύσεως εν τω στρατεύματι», όπως γράφει ο Δούσμανης, αλλά και προκαταλαμβάνοντας τον ίδιο τον Κωνσταντίνο, που δεν είχε ακόμη επιστρέψει από την Ελβετία. Σύμφωνα με τον αδελφό του πρίγκιπα Ανδρέα, η μητέρα τους βασίλισσα Ολγα, ως μεταβατική τότε αντιβασίλισσα, ζήτησε τη γνώμη του Κωνσταντίνου πριν υπογράψει το διάταγμα διορισμού του Παπούλα. Ο Κωνσταντίνος προτιμούσε τον αντιστράτηγο Στέφανο Γεννάδη, αλλά η γνώμη του αγνοήθηκε.
Με τα δεδομένα αυτά, διαμορφώθηκε μία κατάσταση που εξασφάλιζε απόλυτη ελευθερία κινήσεων στον Γούναρη. Κανείς από τους στρατιωτικούς δεν ήταν σε θέση να διαμορφώσει, να επιβάλει και να εφαρμόσει με συνέπεια και συνέχεια ένα δικό του στρατηγικό σχέδιο στη Μικρά Ασία. Μόνο κάποιος σαν τον Μεταξά θα μπορούσε να το είχε κάνει, από τη θέση του υπουργού Στρατιωτικών. Αυτό όμως δεν το ανεχόταν ο Γούναρης, που προτιμούσε στη θέση αυτή τον εντελώς ανίδεο Νικόλαο Θεοτόκη.
Ο παραμερισμός του άρρωστου Κωνσταντίνου συμπαρέσυρε και αχρήστευσε τον Δούσμανη, που είχε νομίσει ότι θα μπορούσε να διευθύνει αυτός τον πόλεμο επικαλούμενος τον βασιλέα και τις διαταγές του. Από την άλλη πλευρά, η ανεπάρκεια του Παπούλα τον καθιστούσε εξαιρετικά ανασφαλή, αναποφάσιστο, αλλά και έρμαιο των εισηγήσεων του επιτελείου της Στρατιάς Μικράς Ασίας, που είχε αρχηγό τον συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Πάλλη. Τον ανταγωνισμό μεταξύ στρατιωτικών ήρθε να επιτείνει σε ακραίο βαθμό ο Ξενοφών Στρατηγός, που, από μέλος της Εθνοσυνέλευσης, ανακλήθηκε στην ενέργεια και μεταμορφώθηκε για ένα διάστημα σε στρατιωτικό παράγοντα, πριν γίνει ξανά πολιτικός και μάλιστα υπουργός του Γούναρη. Στα πολύ μεταγενέστερα απομνημονεύματα του Δούσμανη, χλευάζεται ως «αμφίβιος»!
Από τους στρατιωτικούς, «κακός δαίμονας» της Στρατιάς Μικράς Ασίας υπήρξε ο συνταγματάρχης Πτολεμαίος Σαρηγιάννης, υπαρχηγός του επιτελείου της, κληρονομημένος από το βενιζελικό καθεστώς. Τότε είχε προϊστάμενό του τον Θεόδωρο Πάγκαλο, με τον οποίο δεν έπαψε να συνδέεται. Με τις ανεδαφικές διαβεβαιώσεις του, ο Σαρηγιάννης παρέσυρε τον ίδιο τον Γούναρη, πρώτα στο Λονδίνο τον Φεβρουάριο του 1921, όπου έκανε τον έξυπνο και στον φημισμένο Γάλλο στρατηγό Gouraud. Υστερα ο Σαρηγιάννης παρέσυρε ξανά τον Γούναρη στην Κιουτάχεια τον Ιούλιο.
Ο Σαρηγιάννης υπήρξε όχι μόνο ο «κακός δαίμονας» αλλά και ο κατεξοχήν «λάθρα βιώσας» στρατιωτικός υπεύθυνος της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Στο κρίσιμο πολεμικό συμβούλιο της Κιουτάχειας δεν πήρε μέρος, αλλά επηρέασε τον Γούναρη παρασκηνιακά. Στη δίκη των Εξι απέφυγε να εμφανιστεί, μολονότι αυτό ζητήθηκε από την υπεράσπιση. Προστατευόταν από τον Πάγκαλο, που τον έκανε μάλιστα αρχηγό του ΓΕΣ όταν ο ίδιος έγινε δικτάτορας το 1925-26. Ξαναβρίσκουμε αργότερα τον Σαρηγιάννη στον ΕΛΑΣ και στο ΕΑΜ! Εκ μέρους του ΕΑΜ υπήρξε μάλιστα για λίγες μέρες υφυπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Παπανδρέου το 1944, ακριβώς πριν τα Δεκεμβριανά.
Η μερική επιτυχία της θερινής επίθεσης του 1921 δεν ήταν αρκετή για την επίλυση του Μικρασιατικού ζητήματος, καθώς οι κεμαλικές δυνάμεις, έστω μισοκατεστραμμένες και με πεσμένο ηθικό, κατόρθωσαν να υποχωρήσουν πέρα του Σαγγάριου ποταμού. Η ελληνική στρατιωτική και πολιτική ηγεσία συνειδητοποίησαν ότι ήταν αναγκαίος ο εκ νέου σχεδιασμός της στρατηγικής τους. Δύο κρίσιμα πολεμικά συμβούλια στις 15 και 16 Ιουλίου στην Κιουτάχεια μεταξύ των κορυφαίων μελών των ελληνικών πολιτικών και στρατιωτικών αρχών οδήγησαν στην απόφαση για διεξαγωγή επιθετικής κίνησης μέχρι και ανατολικά του Σαγγάριου, έως την Άγκυρα, αν ήταν απαραίτητο.
Είχε προηγηθεί συμβούλιο μεταξύ των στρατιωτικών στις 13 Ιουλίου στην Κιουτάχεια, όπου συμμετείχαν ο αρχιστράτηγος Παπούλας, ο επιτελάρχη συνταγματάρχης Πάλλης, ο υπαρχηγός και διευθυντής του 3ου γραφείου συνταγματάρχης Σαρρηγιάννη και ο διευθυντής του 4ου Γραφείου ανεφοδιασμού και μεταφορών αντισυνταγματάρχης Σπυρίδωνος. Μείζον θέμα συζήτησης ήταν η προς ανατολάς περαιτέρω προέλαση της Στρατιάς. Ο Σαρρηγιάννης ισχυρίστηκε ότι ήταν αναγκαία η άμεση επιθετική πορείας της Στρατιάς ώστε να εμποδιστεί η ανασυγκρότηση και αμυντική οργάνωση του λαβωμένου εχθρού. Ωστόσο ο Σπυρίδωνος εξέφρασε πειστικές αμφιβολίες σχετικά με τον απρόσκοπτο ανεφοδιασμό των ελληνικών δυνάμεων, ειδικότερα καθώς αυτές, εξασθενημένες από τις πρόσφατες μάχες, θα ήταν υποχρεωμένες να κινηθούν μέσα από την αφιλόξενη Αλμυρά Έρημο.
Κατά τον Σπυρίδωνος υπήρχε σοβαρότατος κίνδυνος να απωλεσθούν τα έως τώρα κέρδη ή ακόμη χειρότερα, να καταστραφεί η Στρατιά και να εκδιωχθή προς την έρημο. Ο Πάλλης τάχθηκε με την άποψη Σαρρηγιάννη θεωρώντας εκ πείρας ότι το γραφείο ανεφοδιασμού και μεταφορών αποδίδει καλύτερα στην πράξη. Έντονη ήταν η αντίδραση Σπυρίδωνος, που έβλεπε ότι οι συνάδελφοί του διολίσθαιναν σε μη ορθολογικά επιχειρήματα, εκλαμβάνοντας τις επιθυμίες τους ως πραγματικότητα. Για να τους αλλάξει τη γνώμη, κατέθεσε πίνακα με στοιχεία που αποδειίκνυαν τις αδυναμίες εφοδιασμού της Στρατιάς. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να υποβάλλει την παραίτησή του ζητώντας τη μετάθεσή του σε μονάδα πεζικού. Η παραίτηση δεν έγινε δεκτή, ενώ ο ο διοικητής της Στρατιάς Παπούλας έκλινε τελικά προς τις απόψεις Σαρρηγιάννη .Με την άφιξη του πρωθυπουργού Δημήτριου Γούναρη στην Κιουτάχεια στις 15 Ιουλίου ξεκίνησε το πολεμικό συμβούλιο υπό την προεδρία του Κωνσταντίνου και μέλη τον πρωθυπουργό Γούναρη, τον υπουργό Στρατιωτικών Νικόλαο Θεοτόκη, τον διοικητή της Στρατιάς Παπούλα, τον επιτελάρχη Πάλλη, τον αρχηγό Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού αντιστράτηγο Βίκτωρα Δούσμανη, τον απόστρατο υποστράτηγο Ξενοφώντα Στρατηγό και τον πρίγκιπα Νικόλαο. Το συμβούλιο χρωματίστηκε από τους έντονους διαξιφισμούς μεταξύ Δούσμανη και Θεοτόκη: Ο επιτελάρχης υποστήριζε ότι δεν ήταν αρκετή η καταδίωξη των Τούρκων στην Άγκυρα αλλά να συνεχιστεί μέχρι του Άλυος ποταμού. Εκνευρισμένος ο υπουργός Στρατιωτικών του απάντησε χαρακτηριστικά: «Εσύ θες σιγά σιγά να φτάσουμε στην Περσία Aποφασίστηκε προέλαση προς τον ποταμό Σαγγάριο, με στόχο την κατάληψη της Αγκυρας. Από όσους συμμετείχαν, επικράτησαν, όπως φαίνεται, οι γνώμες ή, καλύτερα, οι επιθυμίες του Γούναρη, του Θεοτόκη και του Στρατηγού, παρά τις επιφυλάξεις και τους ενδοιασμούς του Παπούλα, του Πάλλη, του Δούσμανη και του ίδιου του Κωνσταντίνου».
Παρά τις ενστάσεις και το τεταμένο κλίμα, τελικά πάρθηκε ομόφωνη απόφαση συνέχισης της επιθετικής πορείας προς Σαγγάριο και Άγκυρα. Απαραίτητη κρίθηκε η μεταφορά των βάσεων εφοδιασμού από τη Σμύρνη στα Μουδανιά, η οποία όμως δεν είχε καν ξεκινήσει. Η ασυγχώρητη αυτή αμέλεια της Διοίκησης της Στρατιάς, κατά τον Δούσμανη, είχε ως αποτέλεσμα την αδικαιολόγητη επιβράδυνση της έναρξης των επιθετικών επιχειρήσεων μετά την μάχη της 8ης Ιουλίου για τρεις εβδομάδες. Ο Κεμάλ εκμεταλλεύτηκε την αδράνεια των ελληνικών δυνάμεων και κέρδισε επιπλέον χρόνο για την αμυντική ανασυγκρότηση των δυνάμεών του. Επιπλέον, επίσπευσε την μεταφορά δύο μεραρχιών από την Κιλικία και δύο από τον Καύκασο.
(Μετά το πέρας της Μικρασιατικής εκστρατείας, ο Παπούλας ισχυρίστηκε ότι είχε έντονες αμφιβολίες για την επιτυχία του σχεδίου, αλλά αναγκάστηκε να υποχωρήσει υπό την πίεση των πολιτικών. Ο μόνος λόγος για τον οποίο δεν υπέβαλλε την παραίτησή του, κατά μεταγενέστερη δήλωσή του, ήταν ότι φοβήθηκε τις διαλυτικές συνέπειες μιας τέτοιας πράξης στο ηθικό του στρατεύματος. Προς απίσχναση των επιχειρημάτων Παπούλα ο αντιστράτηγος Αλέξανδρος Μαζαράκης παρέθεσε στα «Απομνημονεύματα» του τα εξής: «Εάν κυβέρνησις διατάξη επιχειρήσεις τας οποίας ο αρχιστράτηγος θεωρεί ολέγ
Θθριας, έχει καθήκον να κάμη ό,τι δυνατόν δια να μεταβάλη τας αποφάσεις της κυβερνήσεως και, αν δεν εισακουσθή, οφείλει να παραιτηθή»).
Ο Παπούλας είχε πει στον πρίγκιπα Ανδρέα ότι θα υπέβαλλε παραίτηση αν η κυβέρνηση αποφάσιζε προέλαση, αλλά δεν το έκανε. Εμεινε κολλημένος στη θέση του. Από την πλευρά του, ο ανίδεος Θεοτόκης εξήγησε στον πρίγκιπα Ανδρέα ότι επρόκειτο απλώς για ένα «raid» (επιδρομή). Δεν θα το έκανε όμως μόνη η Ταξιαρχία Ιππικού –όπως σκέφτηκε αμέσως ο πρίγκιπας ως στρατιωτικός– αλλά ολόκληρη η Στρατιά! Σε κοσμικούς και συγγενικούς του κύκλους, ο Θεοτόκης δικαιολογούσε την εξόρμηση προς Αγκυρα λέγοντας ότι «θέλει, τελοσπάντων, να πάρει το τσάι του στην Αγκυρα»…Οι αντικειμενικοί στρατιωτικοί στόχοι της επιθετικής κίνησης προς Σαγγάριο ήταν οι εξής:
1. Καταστροφή του κύριου όγκου του τουρκικού στρατού στην περιοχή της Άγκυρας μέσω ενός ελιγμού υπερφαλάγγισης των ισχυρών αμυντικών θέσεων του και περικύκλωσή τους από τα νώτα.
2. Απαραίτητη κρίνεται η αποφυγή μετωπικής επίθεσης λόγω των μορφολογικών δυσχερειών και ισχυρών αμυντικών θέσεων του εχθρού. Το ελληνικό σχέδιο εκτιμούσε ότι ο Κεμάλ θα πολεμούσε πίσω από την ανατολική όχθη του κεντρικού ρου του Σαγγάριου.
3. Η «δια ευρέος ελιγμού προσβολή του εχθρού εκ του αριστερού του».
4. Προέλαση ως την Άγκυρα και καταστροφή της ισχυρής θέσης αποθήκευσης του εχθρού και της σιδηροδρομικής γραμμής.
5. Παράλληλη με την κύρια επίθεση ανατολικώς του Σαγγαρίου, αποφασίστηκε και η πραγματοποίηση μίας δευτερεύουσας από μία Μεραρχία κατά του μετώπου των εχθρικών θέσεων από τα δυτικά. Στην απόφαση για προέλαση ως τον Σαγγάριο συνέβαλε το γεγονός ότι το ηθικό του ελληνικού στρατού ήταν υψηλό μετά τις νίκες του Ιουνίου 1921 ενώ αντίστοιχα του τουρκικού ήταν σε χαμηλό επίπεδο. Ο ελληνικός στρατός ήταν σε πολύ καλή κατάσταση σε φυσικό και στρατιωτικό επίπεδο και διάχυτη ήταν η αισιοδοξία του στις τάξεις του ότι η τελική νίκη ήταν κοντά.
Ωστόσο, η ελληνική πλευρά είχε αποτύχει τη διάγνωση μίας σημαντικής εξέλιξης. Η αδυναμία της να επιφέρει το τελικό πλήγμα στον αντίπαλο είχε επιτρέψει στον δεύτερο να οχυρωθεί πλέον πίσω από φυσικά απροσπέλαστες θέσεις. Η μερική επιτυχία της θερινής επίθεσης του 1921 σήμανε ουσιαστικά και την υπέρβαση του σημείου νίκης της ελληνικής πλευράς. Πέρα από αυτό το σημείο ήταν δυνατή, κατά τη γνώμη μας, μόνο η αναζήτηση διπλωματικής λύσης.
Η σημαντικότερη ίσως αδυναμία του ελληνικού επιχειρησιακού σχεδίου για τον Σαγγάριο ήταν η απόμακρυνση του ελληνικού στρατού από τις κύριες βάσεις εφοδιασμού του και η επιλογή πορείας μέσα από την αφιλόξενη, λόγω κλιματολογικών και γεωλογικών συνθηκών, Αλμυρή Έρημο. Αντίστοιχα, οι τουρκικές δυνάμεις, δίνοντας την μάχη ανατολικά του Σαγγάριου, βρίσκονταν και εγγύτερα των δικών τους βάσεων εφοδιασμού. Η ελληνική προέλαση εξυπηρετούσε την στρατηγική του Κεμάλ, που βασιζόταν στην εξουθένωση του αντιπάλου και την κάμψη της στρατιωτικής ισχύος και του ηθικού τουΗ ελληνική στρατιωτική ηγεσία απέτυχε να διαγνώσει την ενίσχυση και αναπλήρωση των τουρκικών απωλειών κατά τη θερινή επίθεση του 1921 με φρέσκες δυνάμεις και εφόδια από τον Καύκασο και την Κιλικία, αλλά και την ενίσχυσή τους από τους Γάλλους και τους Ιταλούς.
Συμβαδίζοντας με τις επιταγές και τις επιθυμίες της πολιτικής ηγεσίας, η ελληνική στρατιωτική ηγεσία χρησιμοποίησε την στρατιωτική ισχύ για να επιβάλλει την τελική λύση στο Μικρασιατικό ζήτημα. Ωστόσο, η ελληνική κυβέρνηση, που είχε προκύψει μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920, δεν είχε σαφή πολιτικό στόχο για το τι μέλλει γενέσθαι μετά την λήξη των επιχειρήσεων στον Σαγγάριο, ειδικότερα, καθώς ο αντίπαλος ήταν ξεκάθαρος ότι ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει την αντίσταση μέχρι εσχάτων.
Οχι, δεν έφτασε η Στρατιά Μικράς Ασίας στην Αγκυρα, όπως ίσως διαβάσετε σε αγγλόφωνο βιβλίο που υπόσχεται να σας μάθει «όσα ο καθένας πρέπει να γνωρίζει» για τη νεότερη Ελλάδα. Μετά την αποτυχία της προέλασης τον Αύγουστο και την υποχώρηση του εξουθενωμένου στρατού στις αρχικές του θέσεις τον Σεπτέμβριο, συνεχίστηκε αδίστακτα η εκμετάλλευση του Κωνσταντίνου για την εξαπάτηση στρατού και λαού. Πριν επιστρέψει στην Αθήνα, απευθύνθηκε στη Στρατιά Μικράς Ασίας από την Προύσα, στις 11 Σεπτεμβρίου 1921, «επί τη αναχωρήσει του». Το «διάγγελμα», που δημοσιεύθηκε και στις εφημερίδες, περιλάμβανε ασύστολα ψέματα: «Ηκουσα να φωνάζητε “Στην Αγκυρα! Στην Αγκυρα!” αλλά δεν ηθέλησα να σας αφήσω να πάτε εκεί […] διότι το έργον το οποίον έως τώρα εκάματε μας είναι αρκετόν δια τον σκοπόν μας». Και στο τέλος: «Αμα συμπληρώσητε και το ολίγον έργον όπου σας απομένει, θα επιστρέψητε εις τα σπίτια σας ευτυχείς και υπερήφανοι…».
Ίσως, δεν έλεγε, συνειδητά, ψέματα, στους στρατιώτες του, ο, άλλοτε, Στρατηλάτης. Είχε ο ίδιος, τόσο μικρή επαφή, με την πραγματικότητα, στην κατάσταση, που βρισκόταν η υγεία του, ώστε έγραφε, λίγο νωρίτερα, στην Ιταλίδα (πρώην) ερωμένη του Πάολα, σχετικά, με την εχθρική στάση των ευρωπαϊκών εφημερίδων : «Έγραψαν ότι ηττηθήκαμε, πράγμα που είναι. ακριβώς, το ανάποδο, από την αλήθεια. […] Αλλά θα δουν, σύντομα, όταν θα προσαρτήσουμε τις χώρες, που έχουμε κατακτήσει, ότι δεν είμαστε, τόσο ηττημένοι, όσο θα ήθελαν, τόσο πολύ, να πιστέψουν». Στο ίδιο γράμμα, την πληροφορούσε ότι είχε περάσει, πρόσφατα, σοβαρή κρίση (επιληψίας), είχε υποστεί αφαίμαξη και είχε μείνει, στο κρεβάτι, αρκετές μέρες.
Αυτοί, που έλεγαν, συνειδητά, ψέματα, με την υπογραφή του Κωνσταντίνου, ήσαν εκείνοι, που τον έφεραν και τον περιέφεραν, στην Μικρά Ασία, σαν ζωντανό, ακόμη, σύμβολο. Στάθηκαν πολύ τυχεροί, που δεν πέθανε, εκεί, στα χέρια τους, αντί, στο Παλέρμο, ενάμιση χρόνο, αργότερα. Στάθηκαν, όμως, για τον ίδιο, ακριβώς, λόγο, πολύ άτυχοι οι χιλιάδες αδικοχαμένοι, που αυτοί πήραν, στον λαιμό τους, εκείνο το φοβερό καλοκαίρι του 1921. Ανάμεσά τους και ο θείος μου ταγματάρχης Θεόδωρος Β. Τσούμπελης.
πηγες Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος εφμεριδα Καθιμερινη historical-quest.com * Ο κ. Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος είναι τ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
1921 - 1922. Μικρά Ασία. Photo, από τις ελληνικές ωμότητες.
Μάιος 1919. Σμύρνη - Σεπτέμβριος 1922. Αλικαρνασσός. Τρεις φωτογραφίες, που απεικονίζουν την ενθουσιώδη αρχή και το τραγικό τέλος της μικρασιατικής εκστρατείας.
Αχιλλέας Μαδράς (Κωνσταντινούπολη 3 Αυγούστου 1875 - 29 Νοεμβρίου 1972) ήταν Έλληνας ηθοποιός και σκηνοθέτης από τους πρωτοπόρους του ελληνικού κινηματογράφου. Δημιούργησε τις "Άζαξ Φιλμ" (δεκαετία του '20) και "Mίρορ Φιλμ" (δεκαετία του '30), εταιρείες κινηματογραφικών παραγωγών και εκμετάλλευσης. O ίδιος εργάζεται με ζήλο στον κινηματογράφο, από όλες σχεδόν τις θέσεις: του παραγωγού, του διευθυντή, του σκηνοθέτη, του σεναριογράφου, του ηθοποιού. Μαζί με την μούσα και σύζυγό του, ηθοποιό Φρίντα Πουπελίνα (που παρουσιάζεται ως «ο αστήρ του κινηματογράφου της Bιέννης»), αποκτά ένα αγόρι. H μόνη πληροφορία που έχουμε για τον γιο του είναι ότι συμμετέχει οικονομικά στην ελληνοτουρκική ταινία «Kακός Δρόμος» (1933). Ο Αχιλλέας Μαδράς, αν και στο σκηνοθετικό ενεργητικό του έχει μόλις μία ταινία επικαίρων και τρεις ταινίες μεγάλου μήκους, γίνεται θρύλος. Xαρακτηρίζεται «τσαρλατάνος και γραφικός», «πρωτοπόρος του σινεμά αλλά και του κιτς» (Λιμπερόπουλος), «η πλέον δαιμονία και γραφική προσωπικότης των Ελλήνων κινηματογραφιστών» (Hλιάδης), «ο πιο φανταχτερός άνθρωπος του ελληνικού κινηματογράφου» (Kολιοδήμος), «ο πατριάρχης του ελληνικού cult cinema». O Αλέκος Σακελλάριος τονίζει ότι «ο κύριος Mαδράς είναι αξιέπαινος γιατί προσπάθησε, με τα φτωχά μέσα της εποχής του, πρώτος αυτός, να παρουσιάσει ταινίες αξιώσεων και θεάματος» Τα πρώτα του βήματα ως ηθοποιός τα έκανε με το θίασο της μεγάλης πρωταγωνίστριας Σάρας Μπερνάρ την εποχή που εκείνη ερμήνευε τον Aετιδέα του Pοστάν στο Παρίσι (1900). Στην Eλλάδα δεν ανέπτυξε σημαντική θεατρική δραστηριότητα, αν και δοκίμασε να ερμηνεύσει κάποιους από σημαντικότερους ρόλους της παγκόσμιας δραματουργίας. Tο 1917 ερμήνευσε τον Mάκβεθ του Σαίξπηρ, όπως επίσης και τον Σάιλοκ στον Έμπορο της Bενετίας. Tο 1918 εμφανίστηκε στο Mαλλιαροπούλειο Θέατρο της Tρίπολης, στον ρόλο του Oθέλλου. Περιόδευσε στο εξωτερικό τις δεκαετίες του 1920 και 1930, έμεινε στις ΗΠΑ, τον Καναδά και την Aίγυπτο, όπου υπήρχε έντονο ελληνικό στοιχείο. Aν και από τις αρχές του 20ού αιώνα αφιερώθηκε στον κινηματογράφο, παράλληλα με τις προβολές των ταινιών του στο εξωτερικό, συνέχισε να ερμηνεύει μεμονωμένους θεατρικούς ρόλους στα διαλείμματα προβολών. Σε ομογενειακό τύπο της εποχής διαβάζουμε: «Aπό το Times Suare Theatre, 42nd Str. δίδεται κατά την 20ή Aπριλίου ελληνική κινηματογραφική παράστασις υψίστου ενδιαφέροντος "H Tσιγγάνα της Aθήνας" Aλλ' εκτός αυτών, ο κ. Aχιλλεύς Mαδράς θα εμφανισθή εις την σκηνήν ως Oρέστης της "Oρεστιάδος" του Aισχύλου· θα παρουσιάση και ερμηνεύση μίαν από τας σκηνάς του αρχαίου τούτου δράματος, με την καλλιτεχνικήν χάριν και δεινότητα, η οποία τον ανέδειξεν εις Παρισίους έναν πρώτης γραμμής ηθοποιόν». O Aχιλλέας Mαδράς ξεκίνησε την ενασχόλησή του με την 7η Τέχνη κάνοντας μικρά περάσματα σε κάποιες από τις πρώτες βωβές ταινίες του γαλλικού κινηματογράφου (1904-1909). H σκηνή που ο τσιγγάνος Mίρκα (Mαδράς) είναι καθισμένος σε ανάκλιντρο ενώ γυναικείες παρουσίες χορεύουν τριγύρω του, είναι αντιγραφή της αντίστοιχης του Émile Cohl από την εποχή που ο Mαδράς τον είχε συναντήσει στη Γαλλία. Στο ενεργητικό του έχει μία παραγωγή ζουρνάλ και τρεις ταινίες – όπου η δεύτερη περιελάμβανε σκηνές από την πρώτη! Tο 1964, σε ηλικία 89 ετών, εμφανίζεται για τελευταία φορά στην οθόνη, με εμφάνιση του ενός λεπτού, σε μια ταινία-ντοκιμαντέρ για τους πρωτεργάτες του ελληνικού κινηματογράφου. Tον Mάρτιο του 1939, λίγο πριν τον Πόλεμο, δημιουργεί το «Στούντιο Mαδρά» (Zωοδόχου Πηγής 48), μια κινηματογραφική σχολή στα αμερικανικά πρότυπα, η οποία «αν δεν βγάλει κινηματογραφικούς αστέρας από τους μαθητάς της, θα μάθουν τουλάχιστον οι τελευταίοι, διάφορα από την ιστορία της τέχνης και της λογοτεχνίας την οποία διδάσκονται». Λαμβάνει μέρος στην 1η Έκθεση Kινηματογράφου στο Mέγαρο του Zαππείου (10-31 Δεκεμβρίου 1960) όπου προσπαθεί να θυμίσει στον κόσμο την συμβολή του στο ελληνικό σινεμά και να αποκαταστήσει την εικόνα του η οποία είχε πληγεί από διάφορες χλευαστικές κριτικές στο παρελθόν. Σε γενικές γραμμές, ο Aχιλλέας Mαδράς δέχτηκε δρυμίες κριτικές από τους κριτικούς και κοροϊδεύτηκε έντονα από τα περιοδικά και τις εφημερίδες. Mεμονωμένα καλά σχόλια έγιναν από ανθρώπους που παρέμειναν φίλοι του μέχρι το τέλος: στον ρόλο του παπα-Γαβριήλ θεωρήθηκε «εκφραστικός» (Σπύρος Mαρκεζίνης, με ψευδώνυμο Ro-ma) , «φυσικός και συμπαθής» (Ίρις Σκαραβαίου), που «πρέπει να υποστηριχθή απολύτως υπό του κοινού η εργασία του κ. Mαδρά, εμπνευσμένου από αληθή αγάπην προς την τέχνην» (Ro-ma) κ.α. Στην κωμωδία του 1933 «H Δεσποινίς Δικηγόρος», τα έντυπα γράψανε: «O Mαδράς νικήθηκε. "O Mάγος της Aθήνας" του έπαψε να είναι το αριστούργημα του κακού κινηματογράφου. "H Δεσποινής Δικηγόρος" του πήρε τη θέση. Eίναι ζήτημα αν απ' όλες τις ταινίες που είδαμε ως τώρα, από τον καιρό που υπάρχει κινηματογράφος, είδαμε άλλη χειρότερη. Oύτε μια καλή σκηνή δεν υπάρχει σ' ολόκληρη την ταινία γι' αυτό στην αρχή έγραψα ότι νικήθηκε ο Mαδράς». Σήμερα το κινηματογραφικό έργο του Mαδρά κρίνεται με μεγάλη συμπάθεια – αν όχι με λατρεία – και οι ταινίες του συμμετέχουν συχνά σε αναδρομικές προβολές. * Tον Nοέμβριο 1990 (22.09) προβλήθηκε 20λεπτο απόσπασμα από τον "Mάγο της Aθήνας" σε φεστιβάλ του Γαλλικού Iνστιτούτου στα πλαίσια του θέματος «Aθήνα, αναζητώντας τη χαμένη πόλη». * Tο τρίμηνο Aπρίλιος-Iούνιος 1993 σε φεστιβαλικά αφιερώματα του MοMa της Nέας Yόρκης με ελληνικές ταινίες, προβλήθηκαν αποσπάσματα από έργα του Mαδρά. * Για τα 100στά γενέθλια του Kινηματογράφου στο πρόγραμμα του μηνός Δεκεμβρίου, η Tαινιοθήκη της Eλλάδος πρόβαλλε τον "Mάγο της Αθήνας" (6.12.1993) και την "Mαρία Πενταγιώτισσα" (10.12.1993). * Tο πεντάμηνο Mάρτιος-Iούλιος του 1995 το Kέντρο Georges Pompidou στο Παρίσι πρόβαλλε τις 100 σημαντικότερες ταινίες στην ιστορία του Eλληνικού Kινηματογράφου. Mέσα σε αυτές ήταν και η "Mαρία Πενταγιώτισσα" (προβολές 5.04 - 29.05.1995). * Tον Aύγουστο του 1998 (18.08) στα πλαίσια του YΠΠO για την ανάπτυξη του δικτύου δημοτικών κινηματογράφων, ο Κινηματογράφος "Mίμης Φωτόπουλος" του Δήμου Aμαρουσίου πρόβαλλε την "Mαρία Πενταγιώτισσα". * Τον Ιούνιο του 2013 ο "Μάγος" (ξανα)μάγεψε στο 15ο Nitrate Film Festival , ένα φεστιβάλ εξειδικευμένο στην προβολή αποκατεστημένων ταινιών εθνικών αρχείων που διοργανώνει από το 1998 η Ταινιοθήκη της Σερβίας. Tο βιβλίο του Kουσουμίδη για την Iστορία του Eλληνικού Kινηματογράφου έχει εξώφυλλο από την ταινία "O Mάγος της Aθήνας" (από την αφίσα του ντοκιμαντέρ "Tον Παληό Eκείνο τον Kαιρό" ), ενώ από τον "Mάγο" είναι και το εξώφυλλο του βιβλίου ο Eλληνικός Kινηματογράφος - Nτοκουμέντα 1 του Σολδάτου. Σήμερα, ιδίως με την χρήση του διαδικτύου, είναι κοινή πεποίθηση ότι η λέξη σαρδάμ προέρχεται από τον αναγραμματισμό της λέξεως Mαδράς – από τα πολλά λάθη που έκανε εκείνος. Tο ευφυολόγημα αυτό πρέπει να αποδοθεί για πρώτη φορά στον Φρέντυ Γερμανό. Δεν υπάρχει καμία τέτοια πληροφορία σε όσα κείμενα έχουν γραφτεί για τον Aχιλλέα Mαδρά όσο ο εκείνος ήταν εν ζωή –και έζησε αρκετά. Αντίθετα, στην εφημερίδα Bραδυνή (11.03.1968) υπάρχει άρθρο με τίτλο "σαρδάμ: 35 χρόνια", όπου αναφέρεται ότι «η λέξις "σαρδάμ" εφέτος συμπληρώνει 35 ολόκληρα χρόνια ζωής στο θέατρο και γενικά όπου μπορεί να προκληθή σαρδάμ σ' ένα καλλιτέχνη. Πως δημιουργήθηκε ο όρος αυτός; Tο 1933 έπαιζε ο Bασίλης Aυλωνίτης στο "Θέατρο του Λαού", σε μια επιθεώρησα της εποχής. Για μια στιγμή όμως έχασε τα λόγια του και χωρίς να χάση την ψυχραιμία του συνέχιζε να κάνει μορφασμούς και να τραγουδά «σαρδάμ, σαρδάμ, σαρδάμ». Από τότε ο όρος καθιερώθηκε στο θέατρο και κατ' επέκταση σε όλα τα μπερδέματα της γλώσσας, που κατά καιρούς έχουν σχηματίσει μοναδικά μαργαριτάρια από σκηνής».
#ΑχιλλέαςΜαδράς
1900. Τραπεζούντα. Şafak Hotel. Γειτονιά iskenderpaşa, στην διασταύρωση των οδών iskele και beautifulhisar.
1910 Τραπεζούντα.
1924. Οι αθλητές του Αθλητικού Μαθητικού Ομίλου του Λυκείου της Τραπεζούντας.
1930 (δεκαετία). Τραπεζούντα. Το λιμάνι.
1930 (δεκαετία). Τραπεζούντα. Η γέφυρα Tabakhane, το τέμενος Tabakhane, οι μιναρέδες τεμένους του Mufti και οι μιναρέδες του Grand Bazaar, σε φωτογραφία, που τραβήχτηκε, από την νότια πλευρά των τειχών. Τα κτίρια, στην μακρά οδό, ο κώνος της εκκλησίας, στο Ziraat Bank και ο κώνος του κτήριου Kostaki, στα δεξιά, είναι ορατά. Η εκκλησία Çarhapan καταστράφηκε, στην δεκαετία του 1940.
1931. Τραπεζούντα.
Ριζούντα. Ο πρώτος δήμαρχος του İyidere, Size, ο καπετάνιος Hantal Şevki, από αριστερά. Δεξιά, είναι ο Arif Karaduman.
Ο ιδιοκτήτης και καπετάνιος του μοναδικού πλοίου, που σώθηκε, από την θάλασσα, όταν το πλοίο που έπεσε, στην καταιγίδα, έξω από την Σαμψούντα και δεν βυθίστηκε,
1940 (δεκαετία). Τραπεζούντα. Γειτονιά iskenderpaşa, δρόμος Isele, οπτική απόσταση, προς την πλατεία.
24/2/1950. Οι μαθητές του Λυκείου της Τραπεζούντας.
1950 (δεκαετία). Τραπεζούντα.
1953 - 1954. Μαθητές, στην Τραπεζούντα.
1960 (δεκαετία). Τραπεζούντα.
1970 (δεκαετία). Η χιονισμένη Τραπεζούντα.
1975. Τραπεζούντα. Η πλατεία Taksim (της διχοτόμησης, ονομασία, που δόθηκε, λόγω του Κυπριακού) και το λιμάνι.
1927. Παρίσι. "Συνάντηση Επαναστατών".
Ένα απόσπασμα, από την βιογραφία του Abel Paz, για τον Ντουρούτι. Αφορά την συνάντηση, μεταξύ Ντουρούτι και Μάχνο, στο Παρίσι, το 1927.
Ήταν, κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου (μετά την απελευθέρωση του Durruti και του Ascaso, από γαλλική φυλακή, το καλοκαίρι του 1927), που γνώρισαν τον Μάχνο. Ο Μάχνο ήταν μια εξέχουσα προσωπικότητα, στο ρωσικό αναρχικό κίνημα και την Επανάσταση του 1917. Οι δραστηριότητές του, στην Ουκρανία, μέχρι τον Αύγουστο του 1921, είναι ένα, από τα πιο αξιοσημείωτα κεφάλαια της Ρωσικής Επανάστασης. Παραμένουν ταμπού, μεταξύ των "αριστερών" και "δεξιών" ιστορικών, οι οποίοι, αντικειμενικά, συνεργάζονται, όταν είναι απαραίτητο να αποκρύψουν οτιδήποτε δεν ταιριάζει, στην αφήγησή τους.
Στην ιστορία του προλεταριάτου, ο Μάχνο ήταν, πιθανώς, ο μόνος αναρχικός, που ίδρυσε ένα επαναστατικό κίνημα, που πέτυχε να εφαρμόσει μια ελευθεριακή αντίληψη της κοινωνίας, χωρίς καμία πολιτική εξουσία. Για τέσσερα ολόκληρα χρόνια, διεξήγαγε έναν αγώνα ζωής, ή θανάτου, εναντίον, τόσο των "Λευκών", όσο και των "Κόκκινων". Για τέσσερα χρόνια, η Ουκρανία υπέμεινε ένα ελευθεριακό πείραμα, αν και εν μέσω πολέμου.
Ο Μάχνο ξεκίνησε, με μόνο, μια χούφτα ανδρών. Αλλά κατάφερε να δημιουργήσει έναν ισχυρό αγροτικό στρατό, που αντιστάθηκε, στους Γερμανούς επιτιθέμενους, όταν εισέβαλαν στην Ουκρανία, αφού ο Τρότσκι, σε συμφωνία, με τον Λένιν και άλλους Μπολσεβίκους, υπέγραψε συνθήκη ειρήνης, με την Γερμανία. Μέχρι την ήττα των Γερμανών, τον Νοέμβριο του 1918, ο στρατός του Μάχνο, που αποτελούνταν, από 25.000 μαχητές, παρέμεινε η μόνη μαχητική δύναμη, στην Ουκρανία, για την υπόθεση της Ρωσικής Επανάστασης.
Μετά την ήττα της Γερμανίας, οι Μπολσεβίκοι μετέφεραν τον Κόκκινο Στρατό, στην Ουκρανία και προσποιήθηκαν ότι συνήψαν συμφωνία, με τον Μάχνο και σέβονταν τον τρόπο ζωής, που είχαν καθιερώσει, στην περιοχή. Στην πραγματικότητα, ο Στρατιωτικός Επίτροπος Τρότσκι και ο επικεφαλής της κυβέρνησης του νέου σοβιετικού κράτους, Λένιν, δεν είχαν καμία πρόθεση να ανεχθούν αναρχικά πειράματα. Άλλωστε, σε αυτό το πλαίσιο, ο δεσποτισμός και η τυραννία της μπολσεβίκικης κυριαρχίας, στην Ρωσία, έγιναν, ακόμη πιο έντονες.
Η Ουκρανία, όπως και η Κροστάνδη, ήταν καταδικασμένη να γίνει το «κύκνειο άσμα» της Ρωσικής Επανάστασης. Το τέλος του ουκρανικού πειράματος ήλθε, στα τέλη του 1920, όταν η μπολσεβίκικη κυβέρνηση παρέσυρε μια ομάδα διοικητών του Μάχνο, σε παγίδα. Προσκλήθηκαν να συμμετάσχουν, σε μια συνεδρίαση του στρατιωτικού συμβουλίου, κλήθηκαν σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία και, μόλις συγκεντρώθηκαν, συνελήφθησαν, από τη σοβιετική μυστική αστυνομία, την Τσέκα, και εκτελέστηκαν. Παρόμοια μοίρα είχαν και οι μονάδες, που πολέμησαν τους «Λευκούς», στην Κριμαία. Ταυτόχρονα, ο Τρότσκι έστειλε έναν στρατό 150.000 ανδρών, στην Ουκρανία, για να καταστρέψει τον στρατό του Μάχνο.
Ο αγώνας του Μάχνο συνεχίστηκε, για άλλους εννέα μήνες. Τον Αύγουστο του 1921, οι Μαχνοβίτες ηττήθηκαν και ο ίδιος ο Μάχνο, μαζί με μια χούφτα συντρόφων του, αναζήτησαν καταφύγιο, στην Ρουμανία, αλλά φυλακίστηκαν, εκεί. Ο Μάχνο κατάφερε να δραπετεύσει, από την Ρουμανία, στην Πολωνία, όπου δικάστηκε, αλλά αθωώθηκε. Το 1924, χάρη, στις προσπάθειες του Ρούντολφ Ρόκερ, της Έμμα Γκόλντμαν και του Βολίν, μπόρεσε να ταξιδέψει, στην Γερμανία και τελικά, το 1925, βρήκε καταφύγιο, στο Παρίσι. Για τον Μάχνο, το Παρίσι ήταν εξορία, και η εξορία ήταν θάνατος, για έναν άνθρωπο της δράσης, όπως αυτός.
Δεν ήταν, ακόμη, 40 ετών, αλλά ο πόλεμος και οι πολυάριθμες πληγές τον εξάντλησαν, πριν από την εποχή του. Η πιο σοβαρή πληγή, ωστόσο, ήταν η ήττα και ο χείμαρρος ψεμάτων που οι κυβερνώντες Μπολσεβίκοι διέδιδαν, σε όλο τον κόσμο, για την Ουκρανία και τον ίδιο. Επιπλέον, ως Ρώσος, δυσκολευόταν να προσαρμοστεί, στην Γαλλία και τα έθιμά της.
Ο Μάχνο είχε ακούσει για τον Ντουρούτι και τον Ασκάσο και είχε ενημερωθεί, για την ζωή και την δράση τους. Ενώ και οι δύο Ισπανοί ήσαν, στην φυλακή, παρακολούθησε τη δίκη τους, στο Παρίσι. Όταν πληροφορήθηκε την επιθυμία του Ντουρούτι και του Ασκάσο να μιλήσουν, μαζί του, συμφώνησε, αμέσως, να τους συναντήσει, στο απλό δωμάτιο του ξενοδοχείου, όπου ζούσε, με την κόρη και την σύντροφο του.
Όταν οι τρεις άνδρες συναντήθηκαν, ο Ντουρούτι μίλησε πρώτος : «Ήλθαμε να χαιρετήσουμε, στο πρόσωπό σας, όλους τους επαναστάτες, που πολέμησαν, στην Ρωσία, για την πραγματοποίηση των ιδανικών μας. Αλλά θα θέλαμε, επίσης, να εκφράσουμε τον σεβασμό μας, για την πλούσια εμπειρία του αγώνα σας στην Ουκρανία, που είναι τόσο σημαντικός, για όλους μας».
Ο Ασκάσο έγραψε, αργότερα : «Τα λόγια του Ντουρούτι έκαναν βαθιά εντύπωση, στον ηττημένο μαχητή. Αυτός ο άνθρωπος, μικρόσωμος, στο ανάστημα, αλλά δυνατός, φαινόταν να έχει ζωντανέψει. Το διαπεραστικό του βλέμμα πρόδιδε την ζωντάνια, που πάλλονταν, μέσα, στο άρρωστο σώμα του».
Ο Μάχνο είπε, στους φίλους του : «Στην Ισπανία, οι συνθήκες, για μια επανάσταση, με ισχυρό αναρχικό ήθος, είναι πιο ευνοϊκές, από ό,τι, στην Ρωσία. Άλλωστε, έχετε και αγροτιά και προλεταριάτο, με μεγάλο επαναστατικό παρελθόν. Ίσως, η επανάσταση σας να συμβεί, αρκετά σύντομα, ώστε να βιώσω την ικανοποίηση να βλέπω τον αναρχισμό, εν δράσει, έναν αναρχισμό, που έχει μάθει τα μαθήματα της Ρωσικής Επανάστασης! Εσείς, στην Ισπανία, έχετε μια κατανόηση της οργάνωσης, που έλειπε, από το κίνημα μας, στην Ρωσία. Και πρέπει κανείς να πιστέψει ότι, ακριβώς, η οργάνωση εγγυάται το βάθος της επανάστασης. Για αυτόν τον λόγο, όχι, μόνο, θαυμάζω το ιβηρικό αναρχικό κίνημα, αλλά πιστεύω, επίσης, ότι αυτή την στιγμή είναι το μόνο, που μπορεί να πραγματοποιήσει μια επανάσταση, πολύ πιο βαθιά, από το Μπολσεβίκικο και να μην υπόκειται, στον γραφειοκρατικό κίνδυνο, που την απειλούσε, από την πρώτη, κιόλας, στιγμή, στην Ρωσία.
Αγωνιστείτε για να διατηρήσετε αυτή την κατανόηση της οργάνωσης, στο Ισπανικό αναρχικό κίνημα και να μην την αφήσετε να καταστραφεί, από εκείνους, που πιστεύουν ότι ο αναρχισμός είναι μια θεωρία, που απέχει πολύ, από την πραγματικότητα. Ο αναρχισμός δεν είναι, ούτε σεχταρισμός, ούτε δογματισμός. Είναι θεωρία, στην πράξη. Η θεωρία του δεν είναι προκαθορισμένη. Είναι ένα φυσικό δεδομένο, που εκδηλώνεται, ιστορικά, σε όλες τις μορφές ανθρώπινης συμπεριφοράς, ατομικά, ή συλλογικά. Είναι, σαν μια δύναμη, στην πορεία της ίδιας της ιστορίας, μια δύναμη, που την ώθησε, προς τα εμπρός."
Η συζήτηση κόστισε, στον Μάχνο, προσπάθεια. Η έλλειψη γνώσης της γλώσσας ήταν, ιδιαίτερα, κουραστική. Η ταυτόχρονη μετάφραση, από τον φίλο του Ντοβίνσκι, τον απέσπασε, από τις σκέψεις του. Άλλωστε συνέχιζε να κοιτάζει, ζωηρά, τους Ισπανούς, προσπαθώντας να καταλάβει την εντύπωση, που τους είχαν κάνει οι απόψεις του. Για αρκετές ώρες, ο Μάχνο αφηγήθηκε, στον Ντουρούτι και τον Ασκάσο λεπτομέρειες, από τις μάχες, στην Ουκρανία, την εμπειρία του, από την κοινοτική αυτοδιοίκηση και τα Σοβιέτ.
"Η αγροτική μας κοινότητα, στην Ουκρανία, ήταν αρκετά ενεργή, οικονομικά και πολιτικά, στο πλαίσιο του ομοσπονδιακού και αλληλέγγυου συστήματος, που δημιουργήσαμε. Οι κοινότητες δεν βασίζονταν, στον προσωπικό εγωισμό, αλλά, στην κοινοτική αλληλεγγύη, τόσο, τοπικά, όσο και περιφερειακά. Η εμπειρία μας παρέχει πειστικές αποδείξεις ότι το αγροτικό πρόβλημα έχει λύσεις διαφορετικές, από αυτές, που επέβαλαν οι Μπολσεβίκοι. Αν η πρακτική μας είχε επεκταθεί, σε όλη την χώρα, δεν θα υπήρχε τέτοια ατυχής διαίρεση, μεταξύ χωριού και πόλης.Θα μπορούσαμε να γλιτώσουμε τον ρωσικό λαό, από πολλά χρόνια πείνας και άσκοπου αγώνα, μεταξύ εργατών και αγροτών. Και το πιο σημαντικό, η πορεία της Επανάστασης θα ήταν, εντελώς, διαφορετική.
Συχνά, έχει ειπωθεί, εναντίον του συστήματος μας, ότι μπορούσε να διατηρηθεί και να αναπτυχθεί, μόνο, επειδή βασιζόταν, σε αγρότες και τεχνίτες.Αλλά αυτό δεν είναι, απολύτως, αλήθεια.Οι κοινότητες μας ήταν μικτές αγροτοβιομηχανικές και μερικές ηταν καθαρά βιομηχανικές. Η δύναμη του συστήματος μας προερχόταν, από κάτι, εντελώς, διαφορετικό : την επαναστατική έμπνευση, που όλοι νιώθαμε, μακριά, από την γραφειοκρατική πρακτική. Ήμασταν όλοι μαχητές και εργάτες, ταυτόχρονα.Το όργανο, που αποφάσιζε, για όλα τα ζητήματα, στις κοινότητες, ήταν η συνέλευση .Στα στρατιωτικά ζητήματα, οι αποφάσεις λαμβάνονταν, από την στρατιωτική επιτροπή, στην οποία εκπροσωπούνταν όλες οι μονάδες.Το θέμα ήταν ότι όλοι συμμετείχαν, στον κοινό σκοπό, εμποδίζοντας οποιαδήποτε άρχουσα κάστα να μονοπωλήσει την εξουσία. Έτσι, καταφέραμε να συνδυάσουμε την θεωρία και την πράξη.
Εφόσον αρνηθήκαμε να θεωρήσουμε την μπολσεβίκικη πρακτική, ως υποχεωτική, ο Τρότσκι και ο Λένιν κίνησαν τον Κόκκινο Στρατό, εναντίον μας, για να μας συντρίψουν. Ο μπολσεβικισμός κέρδισε μια στρατιωτική νίκη, στην Ουκρανία και την Κροστάνδη, αλλά η ιστορία της επανάστασης θα μας θυμάται, κάποια ημέρα και θα στιγματίζει τους νεκροθάφτες της Ρωσικής Επανάστασης, ως αντεπαναστάτες”.
Κατά τηνδιάρκεια της συζήτησης, ο Μάχνο έδειχνε όλο και περισσότερο σημάδια κόπωσης, ειδικά, όταν θυμόταν οδυνηρές αναμνήσεις.Τελικά, αναστέναξε και είπε: "Ελπίζω ότι, όταν έλθει η στιγμή, θα τα κάνετε όλα καλύτερα, από εμάς"
Καθώς αποχωριζόταν, είπε και στους δυο Ισπανούς : "Ο Μάχνο δεν έχει υποχωρήσει ποτέ από μια μάχη. Αν είμαι, ακόμη, ζωντανός, όταν ξεκινήσετε, θα έχετε έναν ακόμη μαχητή, στο πλάι σας".
Αμπέλ Παζ.
ΕΔΟΥΑΡΔΟΣ Η΄: Ο «ΝΑΖΙ» ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΜΕΓ. ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ ΚΑΙ Η ΣΚΙΩΔΗΣ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ.
Και όμως, υπήρχε σοβαρή πιθανότητα η ανθρωπότητα να είχε γλιτώσει την τραγικότητα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εάν ένας και μόνο άνθρωπος δεν εξαναγκαζόταν σε παραίτηση από τη θέση του. Ακόμη και σήμερα, η ιστοριογραφία αντιμετωπίζει την υπόθεση του Βασιλιά Εδουάρδου Η΄ της Αγγλίας με μεγάλη αμηχανία, καθώς είναι πολύ δύσκολο να αποδεχτεί ότι ο Βασιλιάς της Μεγάλης Βρετανίας ήταν θαυμαστής του Αδόλφου Χίτλερ και του έργου του.
Ο Εδουάρδος Η΄ (Edward VIII, 1894–1972) παραμένει μία από τις πιο πολυσυζητημένες και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της βρετανικής βασιλικής οικογένειας. Είναι ο μοναδικός Βρετανός μονάρχης που παραιτήθηκε οικειοθελώς από τον θρόνο. Ως διάδοχος, απέκτησε τεράστια δημοφιλία. Ήταν χαρισματικός, μοντέρνος, είχε το στυλ ινδάλματος της εποχής και έδειχνε ενδιαφέρον για τα κοινωνικά προβλήματα και τους ανέργους.
Με τον θάνατο του πατέρα του, τον Ιανουάριο του 1936, έγινε Βασιλιάς. Από την πρώτη μέρα η βασιλεία του έσπασε τα βρετανικά στερεότυπα, καθώς η ερωτική σχέση του με την Αμερικανίδα Γουόλις Σίμπσον (Wallis Simpson) —η οποία ήταν ήδη διαζευγμένη μία φορά και παντρεμένη με τον δεύτερο σύζυγό της— αποτελούσε σκάνδαλο για την πουριτανική αγγλική κοινωνία. Ο Εδουάρδος ήταν αποφασισμένος να παντρευτεί τη Σίμπσον. Ωστόσο, ως Βασιλιάς ήταν και ο Ανώτατος Κυβερνήτης της Εκκλησίας της Αγγλίας, η οποία τότε δεν επέτρεπε τον γάμο με διαζευγμένα άτομα των οποίων οι πρώην σύζυγοι ζούσαν.
Όμως, όλα τα παραπάνω αποτελούσαν τυπικό και όχι ουσιαστικό ζήτημα. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που προέκυψε με τη βασιλεία του Εδουάρδου ήταν ότι δεν είχε σκοπό να παραμείνει στον αδρανή ρόλο που προέβλεπε παραδοσιακά η Μάγκνα Κάρτα για τον Βασιλιά της Αγγλίας, αλλά ήθελε να επιβάλει νόμους προς το συμφέρον του υποφέροντος λαού. Όπως ήταν φυσικό, ο Εδουάρδος δεν έμεινε ασυγκίνητος από το οικονομικό, εργασιακό και κοινωνικό θαύμα της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας του Αδόλφου Χίτλερ, για τον οποίο εξέφραζε ανοιχτά τον θαυμασμό του στον κοινωνικό του περίγυρο.
Ο Εδουάρδος σχεδίαζε να δώσει κρατικά δάνεια και γη στους άνεργους και φτωχούς Βρετανούς, παρακάμπτοντας τον παραδοσιακά παθητικό ρόλο του στέμματος. Η Τράπεζα της Αγγλίας (Bank of England) και η κυβέρνηση του Πρωθυπουργού Στάνλεϊ Μπάλντουιν (Stanley Baldwin) αντέδρασαν έντονα σε αυτά τα οικονομικά μέτρα. Η σχέση του με την Αμερικανίδα διαζευγμένη χρησιμοποιήθηκε απλώς ως πρόσχημα για να συκοφαντηθεί στα μάτια της κοινής γνώμης και να δικαιολογηθεί η απομάκρυνσή του.
Ο Πρωθυπουργός Στάνλεϊ Μπάλντουιν και οι κυβερνήσεις της Κοινοπολιτείας ξεκαθάρισαν ότι η κοινή γνώμη και το κοινοβούλιο δεν θα αποδέχονταν τη Σίμπσον ως Βασίλισσα. Στις 11 Δεκεμβρίου 1936, ο Εδουάρδος υπέγραψε την πράξη παραίτησης υπέρ του νεότερου αδελφού του, Γεωργίου ΣΤ΄ (πατέρα της βασίλισσας Ελισάβετ Β΄).
Σύμφωνα με δημοσίευμα της αμερικανικής εφημερίδας Social Justice (1 Μαρτίου 1937), το πρωτοσέλιδο της οποίας έφερε τον τίτλο:
KING WAS FORCED OUT, LONDON NOW ADMITS
(Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΤΗΚΕ ΣΕ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ, ΟΜΟΛΟΓΕΙ ΤΩΡΑ ΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ)
περιγράφεται το πραγματικό παρασκήνιο του εξαναγκασμού σε παραίτηση:
«...Τα σχέδια για τους φτωχούς ανησύχησαν τους τραπεζίτες.
Αποκαλύπτεται τώρα οριστικά ότι ο Εδουάρδος απομακρύνθηκε από μια αντιδραστική κλίκα, με επικεφαλής τον Πρωθυπουργό Στάνλεϊ Μπάλντουιν, επειδή σχεδίαζε να ξεφύγει από τον παραδοσιακά αδρανή ρόλο που προβλέπεται για τον βασιλιά στη Μάγκνα Κάρτα και να επιβάλει νόμους προς το συμφέρον του υποφέροντος λαού.
Οι πρόσφατες εξελίξεις στο Λονδίνο αποκαλύπτουν επιπλέον ότι ο Εδουάρδος είχε παρουσιάσει ένα σχέδιο ανακούφισης των φτωχοποιημένων υπηκόων του σε μέλος του βρετανικού υπουργικού συμβουλίου λίγο πριν ανατραπεί από τους τραπεζίτες. Ήταν αυτό το σχέδιο ανακούφισης —το οποίο προέβλεπε παραχωρήσεις γης και κρατικά δάνεια στους απελπισμένους ανέργους— που ανάγκασε τον βασιλιά να παραιτηθεί από τον θρόνο του υπέρ του αδελφού του, Γεωργίου ΣΤ΄.
Ο πολυσυζητημένος έρωτας του Εδουάρδου για την κυρία Γουόλις Σίμπσον ήταν μόνο ένα επιφανειακό πρόσχημα που χρησιμοποίησαν ο Μπάλντουιν και η Τράπεζα της Αγγλίας για να διασύρουν και να εκθέσουν τον δημοφιλή νεαρό βασιλιά στα μάτια του αγγλικού λαού...»
Χωρίς το βάρος του αξιώματος, ο Εδουάρδος ήταν πλέον ελεύθερος να επισκεφθεί το αντικείμενο του θαυμασμού του: τη Γερμανία και τον Αδόλφο Χίτλερ. Η Γερμανία υποδέχθηκε με τιμές τον έκπτωτο βασιλιά και τη σύντροφό του, Γουόλις Σίμπσον, ενώ ο ίδιος ο Χίτλερ υποδέχθηκε θερμά τον Εδουάρδο στο Μπερχτεσγκάντεν. Ο χαιρετισμός του Εδουάρδου με τη χαρακτηριστική εθνικοσοσιαλιστική χειρονομία εξέπληξε τους Γερμανούς πολίτες και αξιωματούχους. Ο Εδουάρδος επισκέφθηκε χώρους εργασίας, μεγάλα έργα, ακόμα και τις στοές των γερμανικών ορυχείων, για να βιώσει από κοντά το γερμανικό «θαύμα» και την πιο σύγχρονη εργατική νομοθεσία του κόσμου.
Ο Εδουάρδος Η΄ θεωρήθηκε ως μια ευκαιρία που θα μπορούσε να αποτρέψει τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πολύ πιθανόν θα άλλαζε το πρόσωπο όχι μόνο της Μεγάλης Βρετανίας αλλά ολόκληρης της Ευρώπης, καθώς το όραμα του Χίτλερ για σύμπλευση Γερμανίας και Μεγάλης Βρετανίας θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα. Δυστυχώς όμως, τα συμφέροντα του City του Λονδίνου και της ανατολικής ακτής των ΗΠΑ αποδείχθηκαν πολύ πιο ισχυρά.
Κατά την διάρκεια του πολέμου, ο Τσώρτσιλ «εξόρισε» τον Εδουάρδο στις μακρινές Μπαχάμες διορίζοντάς τον κυβερνήτη τους. Όμως, ο πρώην βασιλιάς βρισκόταν πάντοτε υπό στενή παρακολούθηση από τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες είχαν τη διαταγή να τον δολοφονήσουν εάν αυτός ερχόταν σε επαφή με τους Γερμανούς. Από την άλλη, θεωρείται βέβαιο ότι εάν οι Γερμανοί καταλάμβαναν τη Μεγάλη Βρετανία, ο Εδουάρδος θα επέστρεφε στον θρόνο του.
Τον Ιούλιο του 2015, ένα πρωτοσέλιδο της εφημερίδας The Sun συγκλόνισε τη βρετανική κοινή γνώμη, καθώς εικόνες από ένα παλιό φιλμ της βασιλικής οικογένειας έδειχναν τον Εδουάρδο να διδάσκει την επτάχρονη ανιψιά του —και μετέπειτα Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄— να χαιρετά με τον χαρακτηριστικό εθνικοσοσιαλιστικό χαιρετισμό.
1938. Ναύπλιο. Μια εκλεκτή θεατρική παρέα : Θάνος Κωτσόπουλος, Γιώργος Γληνός, Ελένη Παπαδάκη, Βάσω Μανωλίδου, Φωφώ Γληνού και Αιμιλία Καραβία.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ Τόπος Θεάτρου
Ανάμεσα στους φωτογράφους ήταν και η Έλλη Σουγιουλτζόγλου-Σεραϊδάρη, ευρύτερα γνωστή ως Nelly's.
Ο Αυλάρχης ενημέρωσε τους φωτογράφους ότι έχουν 15 λεπτά ο κάθε ένας για να φωτογραφίσει τον βασιλιά.
Όλοι διάλεξαν το σημείο που ήθελαν, αλλά και την πολυθρόνα, όπου θα καθόταν ο βασιλεας. Η Νέλη ζήτησε από το προσωπικό των ανακτόρων ένα σκαμπό.
Σκαμπό για τον Μεγαλειότατο; Αναρωτήθηκαν.
Ο Γεώργιος έφτασε στο σημείο που είχε στήσει η Νέλη τα εργαλεία της και το σκαμπό.
Που θα σταθώ; Ρώτησε ο Βασιλεύς.
Στο σκαμπό θα καθίσετε, Μεγαλειότατε, απήντησε η Νέλη.
Κάθισε ο Βασιλιάς, άβολα όμως.
Δεν του άρεσε το σκαμπό.
Ήταν μάλλον και λίγο εκνευρισμένος.
Και με το πρώτο κλικ, η περίφημη φωτογραφία που βλέπουμε είναι στο φιλμ.
Όταν οι φωτογραφίες κατατέθηκαν στο Αυλαρχείο από όλους τους φωτογράφους, αυτή της Νέλη επιλέχθηκε αμέσως.
Ο Βασιλιάς είχε μία ετοιμότητα, ένα νεύρο, μια αποφασιστικότητα στο πρόσωπο του.
Αυτή ή φωτογραφία ήταν κατάλληλη, παραμονές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
(Από: Νέα Πνευματική Αντίδραση)
Τον Ιούνιο, ή τον Ιούλιο του 1940, Γερμανοί και Ελβετοί στρατιώτες συζητούσαν, στα σύνορα, στην Pontarlier.
Όταν ξεκίνησε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, το 1939, η Ελβετία κινητοποιήθηκε, γρήγορα, για μια ενδεχόμενη εισβολή. Η μετάβαση, σε πολεμικό καθεστώς, πήγε ομαλά, προκαλώντας λιγότερη συζήτηση, απ' ό,τι, το 1914 και η χώρα ήταν, πλήρως, κινητοποιημένη, μέσα, σε, μόλις, τρεις ημέρες.
Το κοινοβούλιο όρισε τον 61χρονο στρατιώτη καριέρας Henri Guisan, ως Στρατηγό, και μέχρι τις 3 Σεπτεμβρίου, 430.000 μαχητικά στρατεύματα και 210.000 υποστηρικτικό προσωπικό ήσαν έτοιμοι, αν και οι περισσότεροι επέστρεψαν σπίτι, κατά τον "ψευδοπόλεμο".
Στην κορύφωσή της, η Ελβετία είχε 850.000 στρατιώτες, σε κινητοποίηση.
*Σημειώστε την πινακίδα SHELL!
Χρώμα από τον Julius Backman Jääskeläinen.
1941. Αθήνα.. Γερμανοί στρατιώτες λεηλατούν ελληνικό κατάστημα υφασμάτων, κατάσχοντας ή αγοράζοντας με μάρκα Κατοχής ευτελούς ισοτιμίας προς τη δραχμή.
Η ελληνική οικονομία βρισκόταν, λίγο πριν από την κήρυξη του πολέμου, σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση. Παρόλο που μετά την πτώχευση του 1932 η βιομηχανική και η αγροτική παραγωγή παρουσίασαν (με εξαίρεση το 1937) μία σταθερή άνοδο, το Δημόσιο, που είχε από το 1935 και μετά συνομολογήσει συμφωνία αποπληρωμής των ξένων ομολογιούχων, αντιμετώπιζε οξύ πρόβλημα φορολογικών εσόδων. Οι χαμηλές και μεσαίες εισοδηματικές τάξεις, ιδίως οι αγρότες, πένονταν στην κυριολεξία και αδυνατούσαν να συνεισφέρουν με οποιοδήποτε τρόπο στο δημόσιο ταμείο. Το εξωτερικό εμπόριο είχε προσανατολισθεί στο σύστημα ανταλλαγής εμπορευμάτων μέσω συμψηφισμών (Κλήρινγκ), ενώ η Ανώτατη Επιτροπή Οικονομικής Αμυνας του Μεταξικού καθεστώτος προωθούσε την αντίληψη ότι n κρατική ρύθμιση, ειδικά στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής, που την εποχή εκείνη συγκροτήθηκε θεσμικά στη χώρα, θα άμβλυνε την κοινωνική δυσαρέσκεια που προκαλούσε η άσχημη οικονομική κατάσταση, η πολιτική καταπίεση και η απαγόρευση ελεύθερης συνδικαλιστικής δράσης στους εργαζόμενους.
Η στάση των κατακτητών.
Πολλοί πίστευαν ότι λόγω της συμπάθειας των εθνικοσοσιαλιστών προς τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, η συμπεριφορά τους ως κατακτητών στην Ελλάδα θα διαφοροποιούνταν προς το ευνοϊκότερο, απ' ό,τι σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Η πραγματικότητα ήταν διαφορετική, διαψεύδοντας επίσης και όσους πίστευαν ότι η Ελλάδα, ως φτωχή σε πρώτες ύλες χώρα, δεν θα ενδιέφερε οικονομικά τον γερμανικό ιμπεριαλισμό. Στο παγκοσμίου κύρους Ινστιτούτο Διεθνούς Οικονομίας στο Κίελο, εκπονήθηκαν πριν και μετά την επίθεση κατά της Ελλάδας έξι μελέτες που αφορούσαν την οικονομία του τόπου:
Η βιομηχανία τροφίμων στην Ελλάδα.
Η ναυπηγική βιομηχανία της Ελλάδας.
Η ελληνική κλωστοϋφαντουργία.
Η βιομηχανία καουτσούκ, στην Ελλάδα.
Η ελληνική σιδηροβιομηχανία.
Τα ελληνικά μεταλλεύματα (ο ορυκτός πλούτος της Ελλάδος).
Οι μελέτες αυτές που απεστάλησαν στις δυνάμεις κατοχής αποτελούν απόδειξη του συστηματικού τρόπου με τον οποίο επιδιώχθηκε η ολοκληρωτική υποταγή της υπόδουλης Ελλάδας στις επιδιώξεις των κατακτητών. ΟΙ αρχές κατοχής αμέσως με τη συνεργασία της κυβέρνησης Τσολάκογλου κατάσχεσαν αγροτικά προϊόντα (καπνό, λάδι κ.λπ.), μεταλλεύματα (βωξίτη, χρώμιο) κ.λπ. Παρά τις τεχνητά χαμηλές τιμές που χρησιμοποιούνταν όποτε o κατακτητής αγόραζε οτιδήποτε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό κλήρινγκ, η Ελλάδα εμφάνιζε μεγάλο πιστωτικό άνοιγμα υπέρ αυτής στον λογαριασμό αυτό, χωρίς προοπτική να αποσπάσει κάτι σε αντάλλαγμα. Ετσι, αργότερα, ιδρύθηκαν οι εταιρείες εξαγωγικού εμπορίου DEGRIGES και SAGIC, που διαχειρίζονταν το ελληνογερμανικό και το ελληνοϊταλικό εμπόριο αντίστοιχα. Ομως κι αυτές λόγω της αυθαιρεσίας των υπολογισμών συσσώρευσαν τεράστια χρέη προς την Ελλάδα, μεγαλώνοντας ακόμη περισσότερο το πιστωτικό της άνοιγμα.
Ενώ οι Γερμανοί κατέλαβαν τον Απρίλιο του 1941 την Αθήνα, μόλις στα τέλη Ιουνίου επέτρεψαν στους Ιταλούς να εισέλθουν στην Αθήνα και την Αττική. Εν τω μεταξύ στους δύο αυτούς μήνες, όχι μόνο είχε κατασχεθεί και σταλεί στη Γερμανία ό,τι είχε βρεθεί αποθηκευμένο, αλλά το κυριότερο, οι ελληνικές βιομηχανικές επιχειρήσεις που είχαν ενδιαφέρον για την πολεμική οικονομία της Γερμανίας αγοράστηκαν, νοικιάστηκαν ή δεσμεύτηκαν να προμηθεύουν τη γερμανική αγορά με πυρίτη, σιδηρομετάλλευμα, χρώμιο , νικέλιο, μαγγάνιο, βρανίτη, σε όσες ποσότητες και αν παράγονταν. Οι Ιταλοί ζήτησαν μερίδιο απ' τη λεηλασία και απέσπασαν κάποια προνόμια, μετά την άνοιξη του 1942, χωρίς όμως και να ανατρέψουν τη ροή του εμπορίου προς τη Γερμανία. (Το 76% Των ελληνικών εξαγωγών κατευθυνόταν προς Γερμανία και το 17% προς Ιταλία.)
Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι οι κατακτητές ήρθαν με τις χειρότερες των προθέσεων για την ελληνική οικονομία, μη διστάζοντας σε τίποτε, καταστρέφοντας συστηματικά την υλική της βάση και το νόμισμά της και μάλιστα με τόσο μεγαλύτερο μένος, όσο η αντίσταση του ελληνικού λαού στα σχέδιά τους φούντωνε. Στο σημείο αυτό, δεν θα ήταν άσκοπο να αναφέρουμε τα στοιχεία που τεκμηριώνουν την άποψη ότι η Ελλάδα, μετά τη Σοβιετική Ενωση, δέχτηκε τα πιο σκληρά πλήγματα εξαιτίας του πολέμου και της Κατοχής στην Ευρώπη.
Του Μιχ. Ψαλιδόπουλου, "Η ΜΕΓΑΛΗ ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ", Ειδική έκδοση της "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ".
Για να θυμηθούμε την ιστορία της ελληνικής πλουτοκρατίας.
Ο βίος και η πολιτεία της εφοπλιστικής οικογένειας Αγγελόπουλου.
Στη 2η θέση της λίστας με τα ονόματα των 163 μεγαλοδοσιλόγων της κατοχής, συναντάμε τον Θεόδωρο Αγγελόπουλο και τους γιους του Παναγιώτη, Δημήτρη και Γιάννη.
Η εταιρία "Ελληνικά Συρματουργία" της οικογένειας Αγγελόπουλου αρχικά προμήθευε το αγκαθωτό συρματόπλεγμα, για να περιφρουρούνται οι φυλακές και τα στρατόπεδα των Γερμανών, αλλά στη συνέχεια προμήθευε και κάθε είδους οικοδομικό υλικό.
Να σημειωθεί ότι η τιμολόγηση, καθόλη την διάρκεια της κατοχής, γινόταν κατά βούληση και αρκούσε η μονογραφή ενός Γερμανού αξιωματικού για να εισπραχθεί το τιμολόγιο από την τράπεζα της Ελλάδας. Η υπερτιμολόγηση δηλαδή ήταν κανόνας.
Το 1944, όταν η πτώση του Ράιχ έγινε ορατή, όλοι αυτοί που θησαύριζαν από την συνεργασία τους με τον κατακτητή,έσπευσαν να αλλάξουν στρατόπεδο ώστε να πλασαριστούν για την επόμενη μέρα.
Η οικογένεια Αγγελόπουλου στέλνει τον 4ο γιο της, τον οικονομολόγο Άγγελο Αγγελόπουλο, στο βουνό. Κι έτσι ο διαπρεπής καθηγητής γίνεται γραμματέας οικονομικών στην κυβέρνηση του βουνού, του ΕΑΜ.
Με τα λεφτά της κερδοσκοπίας και του δοσιλογισμού και των πακέτων Μάρσαλ αργότερα, ιδρύουν το 1948 την Χαλυβουργική. Τις 2 επόμενες δεκαετίες, η μισή Ελλάδα περίπου χτίστηκε με χάλυβα της Χαλυβουργικής.
Η περιουσία της οικογένειας καλπάζει και οι επενδύσεις στον εφοπλιστικό τομέα καθώς και σε μετοχικούς τίτλους τραπεζών της Ελβετίας και της Ευρώπης διαδέχονται η μια την άλλη.
Στα 45 χρόνια που η Χαλυβουργική υπάρχει στην Ελευσίνα -η υποβάθμιση της οποίας είναι έγκλημα κατά της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς- μετράμε:
45 εργάτες έχασαν την ζωή τους, δεκάδες ακρωτηριάστηκαν, εκατοντάδες άλλοι πέθαναν πρόωρα από πνευμονικές και καρδιακές παθήσεις, δουλεύοντας μέσα σε μια κόλαση.
Ο κόλπος της Ελευσίνας νεκρώθηκε εξαιτίας του κυανίου που χυνόταν στη θάλασσα από την υψικάμινο της Χαλυβουργικής.
• Το Απρίλιο του 1986, σε δρόμο του Κολωνακίου, η 17Ν εκτελεί τον Δημήτρη Αγγελόπουλο.
• Το 2000, η Γιάννα Αγγελοπούλου ορίσθηκε πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής των Ολυμπιακών Αγώνων. Σύμφωνα με το υπουργείο Οικονομικών, ο λογαριασμός των αγώνων της ντόπας και της εμπορευματοποίησης έφτασε τα 13,5 δις ευρώ, ενώ έχουν διατυπωθεί εκτιμήσεις για 20 δις και άνω.
Ας μείνουμε όμως στα βεβαιωμένα. Τα 13,5 δις μας φέρνουν κοντά στο 7% του ΑΕΠ, όταν οι αγώνες του Σίδνεϊ στοίχισαν 1,5 %του ΑΕΠ και εκείνοι της Βαρκελώνης το 1,6 % του ΑΕΠ.
• Με τις μεγάλες δωρεές στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης και στην Αρχιεπισκοπή Βορείου και Νοτίου Αμερικής, ο Παναγιώτης Αγγελόπουλος αγόρασε για τον ίδιο αλλά και για την οικογένεια του τον τίτλο "Εθνικοί Ευεργέτες".
Στην κηδεία του οι εφημερίδες έγραψαν:
"Έφυγε από τη ζωή ο Παναγιώτης Αγγελόπουλος, που ήταν ο τελευταίος από τους μεγάλους ευεργέτες του έθνους και της ορθοδοξίας" και ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος δήλωσε συγκινημένος :
"Υπήρξε σ' όλη τη ζωή του ένας ευπατρίδης, σπάνιου ελληνοχριστιανικού χαρακτήρα, δημιουργικός επιχειρηματίας και ακραιφνής Έλληνας".
ΠΗΓΗ:anthellenismblogspotgr
Στις έγχρωμες λήψεις, βλέπετε ό,τι απέμεινε, από τον μαντρότοιχο του Νεκροταφείου.
1942. Η ΠΑΡ' ΟΛΙΓΟΝ ΚΥΑΝΟΛΕΥΚΗ ΜΕΡΑΡΧΙΑ
Ή ΕΥΤΥΧΩΣ ΗΤΑΝ "ΜΟΝΟ" 1.000.
Κι όμως, κατά τη διάρκεια της Κατοχής υπήρξαν Έλληνες που όχι μόνο συνεργάστηκαν με τους ναζί, αλλά και πολέμησαν στο πλευρό τους, ακόμα και στο ανατολικό μέτωπο
Θα σχημάτιζαν την «Κυανόλευκη Μεραρχία» και κάποιοι από αυτούς πήραν μέρος στις μάχες εναντίον των Σοβιετικών μέχρι το Στάλινγκραντ.
Η ιστορία τους και τα ονόματα τους δεν είναι ευρέως γνωστά και οι λεπτομέρειες, 80 χρόνια μετά το τέλος του πολέμου, προκαλούν τουλάχιστον θλίψη και θυμό.
Ο υποστράτηγος Γεώργιος Μπάκος, που ήταν ο πιο γερμανόφιλος της κυβέρνησης Τσολάκογλου, θεωρούσε σχεδόν σίγουρη τη γερμανική νίκη.
Γι’ αυτόν τον λόγο πρότεινε στους αξιωματικούς, αλλά και στο υπουργικό συμβούλιο, να δημιουργηθεί μια αντικομμουνιστική λεγεώνα στο πλαίσιο των εθελοντικών λεγεώνων των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, η οποία θα πολεμούσε στη Ρωσία στο πλευρό των Γερμανών.
Ο Μπάκος πίστευε πως αυτό θα ήταν αργότερα ένα ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο στα χέρια της Ελλάδας, ενώ η μορφή της γερμανικής κατοχής θα γινόταν ηπιότερη.
Οι περισσότεροι από τους αξιωματικούς που τον άκουσαν δεν έδωσαν απάντηση.
Ο Μπάκος τότε ζήτησε κατάλογο όλων των αξιωματικών, για να τον παραδώσει στο αρμόδιο γερμανικό γραφείο.
Κάποιοι έφεδροι αντέδρασαν και ανάμεσα τους ήταν ο παλαιός επιτελάρχης του Μπάκου στο Β’ ΣΣ, συνταγματάρχης Θρασύβουλος Τσακαλώτος.
Ο πρωθυπουργός Τσολάκογλου αγνοούσε τις ενέργειες του υπουργού του και πίστευε (όπως αργότερα κατέθεσε) πως το εγχείρημα αυτό ήταν και «λυπηρόν και όσο και λίαν εγκληματικόν».
Όταν όμως πληροφορήθηκε τις προθέσεις του Μπάκου, αποφάσισε με τη συνδρομή του αρχηγού της Χωροφυλακής υποστράτηγου Ντάκου να ματαιώσει με οποιοδήποτε τίμημα τη δημιουργία και την αποστολή της ελληνικής λεγεώνας.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις και τις πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει ο Τσολάκογλου, τουλάχιστον 2.000 άνδρες είχαν εγγραφεί εθελοντές στη Θεσσαλονίκη για το Ανατολικό Μέτωπο, ενώ στην Αθήνα είχαν ετοιμασθεί 200 αιτήσεις για τη συγκρότηση της λεγεώνας.
Η ιδέα της ελληνικής μεραρχίας ενθουσίασε τους Γερμανούς, οι οποίοι με καταχωρήσεις στον κατοχικό Τύπο άφηναν να εννοηθεί πως η λεγεώνα μετά τη «σίγουρη γερμανική νίκη» θα ήταν ένα σοβαρότατο επιχείρημα υπέρ της Ελλάδας.
Προς αυτή την κατεύθυνση εργάζονταν και φιλογερμανικές οργανώσεις της Αθήνας και της συμπρωτεύουσας, τα κατοχικά Τρία Έψιλον και η ΕΣΠΟ.
Όπως αποκάλυψε ένας πράκτορας της Intelligence Service, ο Κώστας A. απόστρατος σήμερα αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, τα περισσότερα ξενοδοχεία της περιοχής Ομονοίας στην Αθήνα ήταν τότε κατειλημμένα από εθελοντές που περίμεναν να εγγραφούν στους καταλόγους της ελληνικής λεγεώνας, ενώ υπήρχε ένα συγκροτημένο σώμα από φοιτητές και νεολαίους της Κρήτης που ανέμενε να αποσταλεί στο Ανατολικό Μέτωπο.
Τα γραφεία «εθελοντών ρωσικού Μετώπου» βρίσκονταν στο Σύνταγμα, στην οδό Φιλελλήνων.
Την λεγεώνα αυτή ο Μπάκος πρότεινε να τη διοικεί ο υπασπιστής του Βουδικλάρης μαζί με έναν άλλον ανώτερο αξιωματικό.
Οι γερμανόφιλοι υπουργοί Γκοτζαμάνης και Λογοθετόπουλος, καθώς και άλλοι «εξωκυβερνητικοί κύκλοι», υποστήριξαν την πρόταση του συναδέλφου τους, όπως έγραψε ο Τσολάκογλου στα απομνημονεύματά του.
Θιασώτες της «Κυανόλευκης Μεραρχίας» ήταν ο συνταγματάρχης Νικόλαος Κουρκουλάκος μαζί με τον αδελφό του, Στέφανο. Συνήγορος στην προσπάθεια αυτή ήταν ο ελληνομαθής Γερμανός στρατιωτικός ακόλουθος φον Κλεμ, ο οποίος είχε αγαστή συνεργασία με τον Μπάκο.
Ο Τσακαλώτος αργότερα ισχυρίσθηκε ότι ο στρατηγός αρχικά φαινόταν ως υποστηρικτής της ιδέας αποστολής εθελοντών στο ρωσικό μέτωπο, επειδή ήθελε να δείξει στον Κλεμ ότι συμφωνούσε μαζί του, ύστερα όμως έπραξε τα πάντα για να την υπονομεύσει.
Ενώ η πληροφορία αυτή είναι ελεγχόμενη από πλευράς ακρίβειας, γεγονός είναι ότι ο άνθρωποι του Τσολάκογλου διοχέτευσαν στους Ιταλούς την πληροφορία ότι «οι προθυμοποιούμενοι δια να ενδυθούν και να εξοπλισθούν (σημ: της λεγεώνας) προτίθενται να λιποτακτήσουν εις τα βουνά, δια να κτυπούν εκείθεν τους Ιταλούς κυρίως και δευτερευόντως τους Γερμανούς».
(Απομνημονεύματα Τσολάκογλου, σελ. 235).
Ο Ιταλός πρεσβευτής έντρομος έσπευσε να μεταβεί στη γερμανική πρεσβεία, για να συζητήσει την αναβολή της αποστολής.
Στις 12 Αυγούστου 1941 ο Αλτενμπουργκ τηλεγράφησε στο Βερολίνο, για να πάρει τις τελικές οδηγίες σχετικά με τη συγκρότηση της Ελληνικής Λεγεώνας.
Ανέφερε στους προϊσταμένους του στο Υπουργείο Εξωτερικών ότι «η Ελληνική Κυβέρνησις είχε προχωρήσει στις προετοιμασίες της τόσο που μένει πλέον να κάνει την πρέπουσα διαφήμισιν μέσω του Τύπου για την δημιουργίαν της Λεγεώνας».
Την ίδια ημέρα που το τηλεγράφημα έφθανε στη γερμανική πρωτεύουσα, ο εκεί Ιταλός επιτετραμμένος Κοσμέλι επέδιδε διάβημα εκ μέρους της Ρώμης στον Ρίμπεντροπ, ζητώντας να μην επιτραπεί η αποστολή Ελλήνων εθελοντών στο Ανατολικό Μέτωπο, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.
Ο Ρίμπεντροπ, θέλοντας να ικανοποιήσει την ιταλική πλευρά, ενημέρωσε τον Αλτενμπουργκ στην Αθήνα ότι η οριστική απόφαση του Βερολίνου στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι να μην επιτραπεί η συγκρότηση της Ελληνικής Λεγεώνας.
Δυο μέρες αργότερα ο πληρεξούσιος του Ράιχ στην Ελλάδα, κόμης Αλτενμπουργκ, απάντησε στον στρατηγό Τσολάκογλου πως «επειδή συγκεντρώθηκαν πολλές λεγεώνες στη Ρωσία, δημιουργήθηκε θέμα ανεφοδιασμού και προς το παρόν δεν τίθεται θέμα».
Η επίσημη ανακοίνωση των Αρχών Κατοχής έλεγε πως για «λόγους τεχνικούς δεν είναι δυνατόν να σταλεί η Λεγεών εις την Ρωσίαν».
Ορισμένοι ιστορικοί αναφέρουν πως η αναβολή της συγκρότησης της «Κυανόλευκης Μεραρχίας» οφειλόταν στις λανθασμένες «πληροφορίες» κάποιων αντιστασιακών οργανώσεων, που πολύ έξυπνα διοχέτευσαν στην ιταλική πρεσβεία.
Η υιοθέτηση αυτής της εκδοχής είναι μάλλον ατόπημα παρά πραγματικότητα, αφού την εποχή εκείνη δε γινόταν καν λόγος για αντίσταση ή αντιστασιακές οργανώσεις, ενώ οι μόνες εμφανιζόμενες και άξιες λόγου ομάδες ήταν οι γερμανόφιλες.
Η πιθανότερη εκδοχή λοιπόν φαίνεται να είναι η θέση του Τσολάκογλου, όπως αυτή αναφέρεται στα Απομνημονεύματα και στην κατάθεση στο Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων αμέσως μετά τον πόλεμο: ότι δικοί του άνθρωποι διεμήνυσαν στους Ιταλούς ότι οι εθελοντές της λεγεώνας θα λιποτακτούσαν και θα έβγαιναν στα βουνά για να πολεμήσουν αργότερα τους Ιταλούς.
Ένας μάρτυρας στη δίκη, ο Ορ. Παπαναγιώτου, μέλος της διοίκησης της Πανελλήνιας Ένωσης Εφέδρων Αξιωματικών, κατέθεσε πως ο Τσολάκογλου κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας του στη Θεσσαλία μίλησε στη Λάρισα για την αποστολή της "Κυανόλευκης Μεραρχίας".
Προφανώς όμως το έπραξε για να κολακεύσει τους Ιταλούς ή γιατί ήταν αναγκασμένος να το κάνει.
Άλλωστε η άρνησή του (παρά τις πιέσεις των γερμανόφιλων κύκλων) να κηρύξει τον πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης τού δίνει το δικαίωμα να υποστηρίζει την άποψή του.
Υπήρξαν ωστόσο αρκετοί μεμονωμένοι Έλληνες που πρόλαβαν και κατατάχθηκαν αρχικά στις μεραρχίες που σχηματίσθηκαν από εθελοντές των λαών του Καυκάσου και κυρίως σε μονάδες των Ελλήνων του Πόντου, με αρχηγό τον συνταγματάρχη Σ. Κρομιάδη.
Ένας μάλιστα εθελοντής, ο Θωμάς Μπουρτζάλας, πρώην χωροφύλακας και σωματοφύλακας του υπουργού του Λαϊκού Κόμματος Στρατού, έλαβε μέρος στη μάχη του Στάλινγκραντ (Οκτώβριος 1942-Φεβρουάριος 1943), αλλά κατόρθωσε να σωθεί από την εξόντωση της 6ης Στρατιάς και να αποφύγει την αιχμαλωσία.
Επέστρεψε στην Ελλάδα και ανέλαβε νέα καθήκοντα με τον βαθμό του ανθυπομοιράρχου στη γερμανική αστυνομία (GFΡ).
Η υπηρεσία της GFP στεγαζόταν στο Μέγαρο Λινάρδου επί της οδού Πατησίων και αποτέλεσε τόπο μαρτυρίου για πολλούς Έλληνες αντιστασιακούς.
Το όνομα του Θ. Μπουρτζάλα, που καταγόταν από το Αγρίνιο, αναφέρεται και στο βιβλίο του Νικ. Αντωνακέα «Φως εις το σκότος της Κατοχής» με τον χαρακτηρισμό του «Προδότη».
Ο Μπουρτζάλας μεταπολεμικά δικάσθηκε από το Ειδικό Δικαστήριο και παρέμεινε στις φυλακές επί δέκα περίπου χρόνια (1945-1955).
Αρκετά χρόνια αργότερα, στις 22 Απριλίου 1967, μία μόλις ημέρα μετά το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, ανέφερε σε μια τυχαία συνάντηση στον παλαιό συγκροτούμενο του Κ. Γεώργιο πως "το πραξικόπημα δεν ήταν τίποτε άλλο παρά δάκτυλος της CIA και των ΗΠΑ, για να ελέγξουν τη χώρα που όδευε προς τον Κομμουνισμό".
Στα γερμανικά αρχεία που άνοιξαν μετά τον πόλεμο, τα Waffen SS περιέλαβαν στις τάξεις τους 20.000 Γάλλους εθελοντές, 60.000 μουσουλμάνους διαφόρων εθνικοτήτων, 40.000 Ολλανδούς, 8.000 Νορβηγούς, 6.000 Δανούς, 15.000 Εσθονούς, 1.000 Έλληνες κ.ά.
Στα αρχεία της Wehrmacht αναφέρονται επίσης και κάποια ονόματα Κυπρίων εθελοντών, που οι περισσότεροι χάθηκαν στις αιματηρές μάχες του ανατολικού μετώπου.
1943. Κρήτη. Παπάδες συνομιλούν, με Γερμανούς.
Στις 5 Αυγούστου του 1943, σε χαράδρα του «Κουρί» Πτολεμαΐδας, εκτέλεσαν οι Έλληνες Ναζί συνεργάτες των κατακτητών της ομάδας του ταγματασφαλίτη Γιώργου Πούλου, έξι ΕΠΟΝιτες, έξι νεαρά στελέχη του ΕΑΜ και μέλη του ΚΚΕ οι περισσότεροι.
Για αρκετές μέρες δεν επέτρεπαν, στους συγγενείς, να πλησιάσουν, στον χώρο της σφαγής και να παραλάβουν τις σωρούς και να τους θάψουν.
Ανάμεσά τους και η Έλλη Δημητριάδου Τσαχειρίδου μητέρα δυο παιδιών η μοναδική γυναίκα της ομάδας,
Η Έλλη Δημητριάδου ήταν σύζυγος του Δημήτρη (Μίτος) Δημητριάδη που εκτελέστηκε με τους 200 κομμουνιστές στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944. Είναι επίσης γιαγιά του Μίμη Δημητριάδη πρώην βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ στο ν. Κοζάνης
Οι δολοφονημένοι ήταν οι:
Έλλη Δημητριάδου (ετών 23),
Δημήτρης Θεοδωρίδης (ετών 29),
Κωνσταντίνος Ιωαννίδης (ετών 30),
Κων/νος Καραμπίνης (ετών 28),
Δημήτριος Παπαδόπουλος (ετών 25),
Ευστράτιος Ταζούδης (ετών 31)
https://kozani.tv/index.php/108565-5-1943.html
Δημητριάδης Δημήτρης (Μήτος) από την Πτολεμαΐδα. Ένας από τους 200 ήρωες της Καισαριανής.
https://kokinokamini.blogspot.com/2022/04/200.html
Ιανουάριος 1945. Οπλίτες Waffen-SS του 3ου SS Τάγματος Panzer Totenkopf ξεκουράζονται, κατά την διάρκεια μαχών, στην Ουγγαρία.
Η Ταξιαρχία «Κεφάλι Θανάτου» ήταν μία, από τις πιο διαβόητες μορφώσεις των Waffen-$$. Αρχικά, σχηματίστηκε, το 1939, πολέμησε, στο Ανατολικό Μέτωπο καθ' όλη την διάρκεια του πολέμου και απέκτησε φήμη, για την εξαιρετική της αποτελεσματικότητα, στην μάχη.
Μέχρι τον Ιανουάριο του 1945, η ταξιαρχία είχε εμπλακεί, σε απεγνωστικές αμυντικές μάχες, στην Ουγγαρία, καθώς η Γερμανία προσπάθησε να ανακουφίσει την πολιορκημένη πόλη της Βουδαπέστης και να καθυστερήσει την προέλαση της Κόκκινης Άνοιξης.
Η εξάντληση, οι βαριές απώλειες και η συρρίκνωση των εφοδίων σημάδεψαν τους τελευταίους μήνες του πολέμου.
#WWII #Military #History
28/3/1947. Καστανόφυτο Καστοριάς. Ο Βέλγος αντιπρόσωπος των Ηνωμένων Εθνών ποζάρει, στον φωτογραφικό φακό, περιτριγυρισμένος, από 11 Ελληνίδες αντάρτισσες και μόλις, τρεις αντάρτες
Η συνάντηση εξελίχθηκε ομαλά, όμως μετά το πέρας της επίσκεψης, ο ΟΗΕ χαρακτήρισε τους αντάρτες ως «συμμορίτες ενισχυόμενους από το εξωτερικό»
Τον Δεκέμβρη του 1946, ο ΟΗΕ συγκρότησε μία «Ειδική Επιτροπή για τα Βαλκάνια», με την ονομασία UNSCOB. Αφορμή, για την ίδρυση της επιτροπής, ήσαν οι κατηγορίες, που είχε εξαπολύσει, δημόσια, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Τσαλδάρης, σχετικά, με την ανάμιξη της Γιουγκοσλαβίας, της Αλβανίας και της Βουλγαρίας, στην δράση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ).
Σύμφωνα, με τον Έλληνα πρωθυπουργό, τα γειτονικά βαλκανικά κράτη παρείχαν οικονομική βοήθεια. στους Έλληνες κομμουνιστές, εμπλέκονταν και αναζωπύρωναν τον εμφύλιο και εμμέσως, έκαναν αισθητή την επεκτατική τους τάση.
Η UNSCOB έφτασε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου του 1947. Αποτελούνταν, από αντιπροσώπους των ΗΠΑ, της ΕΣΣΔ, της Βρετανίας, της Κίνας, της Γαλλίας, του Βελγίου, της Πολωνίας, της Κολομβίας, της Αυστραλίας, της Συρίας και της Βραζιλίας
Αφού συνομίλησε, με εκπροσώπους των δύο αντιμαχόμενων παρατάξεων του εμφυλίου και εξέτασε μεγάλο αριθμό μαρτύρων, ταξίδεψε, μέχρι τα βόρεια σύνορα της Ελλάδας και επισκέφτηκε το Βελιγράδι και την Σόφια.
Μία, από τις ενδιάμεσες στάσεις, ήταν και το χωριό Καστανόφυτο, στην Καστοριά. Εκεί, διέμειναν ο Ρώσος, ο Πολωνός και ο Βέλγος επίτροπος. Το όνομα του τελευταίου ήταν Μορίς Ντελβουά
Οι επίτροποι, με το επιτελείο τους, συνομίλησαν, με τους αντάρτες, παρατήρησαν τις συνθήκες και τον τρόπο ζωής τους και τους βιντεοσκόπησαν. Στο τέλος, ο Βέλγος Ντελβουά θέλησε να φωτογραφηθεί, με τις γυναίκες του ΔΣΕ Στήθηκε, ανάμεσά τους και οι φωτογράφοι, που τον συνόδευαν, απαθανάτισαν την στιγμή.
"ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΚΟΥΚΟΥΜΠΑΝΙ" ΜΙΑ ΜΕΤΣΟΒΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ηρωισμού και φρίκης απ΄τα χρόνια του Εμφυλίου για την οποία δεν έπρεπε να μιλά κανεις!!
Έναν χρόνο, από την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, ο απολογισμός της Λευκής τρομοκρατίας εναντίων των λαικών αγωνιστών ήταν φρικιαστικός: Πάνω από 1.192 δολοφονίες, 6.413 τρομοκρατικές πράξεις, 70.000 συλλήψεις. Ο υπουργός Δικαιοσύνης Κ. Ρέντης στις 10 Δεκέμβρη 1945 ανακοίνωσε ότι μέχρι τότε είχαν διωχτεί 80.000 ΕΑΜίτες, για υποτιθέμενα κατοχικά αδικήματα, 40.000 απ' αυτούς βρίσκονταν ήδη στις φυλακές ως υπόδικοι ή κατάδικοι και ότι υπήρχαν άλλες 48.000 δικογραφίες αδιεκπεραίωτες. Εως τα μέσα του Αυγούστου του 1946 είχαν εκδοθεί και επιβληθεί 33 θανατικές ποινές και 39 καταδίκες σε ισόβια, ενώ ως τα τέλη του Οκτώβρη είχαν εξοριστεί 3.250 πολίτες.
Ήδη νεαροί αγωνιστές της ευρύτερης περιοχής Μετσόβου από το '46, γνωρίζοντας τι τους περίμενε, δήλωναν άρνηση κατάταξης στον βασιλικό στρατό , αποφασίζοντας να κρυφτουν ή να βγουν στο βουνο ως καταδιωκόμενοι (δεν είχε σχηματιστεί ακόμα ο Δημοκρατικός στρατός) για να γλυτώσουν απο την τρομοκρατία.
Ο Κώστας Χασταζέρης και ο Σίκας Ντάος ο γιος του Χάλη (Μιχάλη) ήταν στρατιώτες και λιποτακτήσανε. Φτάσανε στα Τρίκαλα όπου εκεί τους είδε ένας Μετσοβίτης ονόματι "Φ.." και τους κατεδωσε. Φύγαν από Τρίκαλα και πήγανε στην Μηλια όπου βρήκαν τον Κωστα Μπλέτσο. Κάποια στιγμή ήρθαν στο Κουκουμπάνι και εκεί προστέθηκε ο Αντωνάκης Μεργκούνης και ο Γιάννης Κασσάρος γραμματέας του ΕΑΜ Μετσόβου.
Το σπίτι στου Κουκουμπάνι (la Kukubani) Ηταν κυριολεκτικά στην άκρη της κάτω μεριάς του Μετσόβου στην ακρινή περιοχή με την ονομασία Στάνο.
H Aυγούστα αδερφή του ενός από τους 5, του Μπλέτσου, ήταν παντρεμένη στου Τσίμπα που είχε το σπίτι κοντα στον κυρ Γούσιο ήταν κοντά λοιπόν και πήγαινε και τους έφερνε φαγητό, τους βοηθούσαν επίσης τα κορίτσια του Παντόστη και άλλοι Γκιοσανίτες (του κατω μαχαλά). Λέγεται οτι ρουφιάνοι είχαν υποψιαστεί το πήγαινε έλα καθε μέρα της Αυγούστας και την παρακολουθούσαν μεχρι που διαπίστωσαν οτι εκει υπήρχαν Καταδιωκόμενοι.
Υπάρχει και η εκδοχή οτι τους πρόδωσε άλλη κοπέλα .
Τα παιδια συνεδρίαζαν στα τέλη του '46 προκειμένου να αποφασίσουν την έξοδο από το χωριό και την ένταξη τους στις Ομάδες Δημοκρατικών Ενόπλων Καταδιωκόμενων Αγωνιστών (ΟΔΕΚΑ) ενώ γινόταν οι επιστρατεύσεις από τον βασιλικό Εθνικό Στρατό.
Η σύσκεψη καρφώθηκε στον Ευάγγελο Αβέρωφ, στους χωροφύλακες και στους ΜΑΥδες του χωριού και το σπίτι στο Κουκουμπάνι περικυκλώθηκε από ένοπλους του στρατού , της χωροφυλακής με επικεφαλείς τους Φλούδα και Μούγκα και Μάυδες Mετσοβίτες μαζί και ο Αβέρωφ που κρατούσε αυτόματο στεν.
Ο Αβέρωφ οπλισμένος και έχοντας κοντά του ένοπλο «τσέλιγκα» που οργάνωσε μαζί του το απόσπασμα είχε σταθει στους Άγιους Πάντες και τους φώναζε να παραδοθούν. Αρνήθηκαν. Αρχισε μάχη και τo σπίτι πολιορκήθηκε για κάποιες ώρες. Ο Φλούδας τραυματίστηκε γιατι πλησίασε πολύ, κατόπιν όταν είδαν οτι δεν έπαιρναν "το κάστρο", άνανδρα τους βάλανε φωτιά για να τους αναγκάσουν να βγούν. Τα παιδιά προσπάθησαν να φύγουν απο τον υπόνομο, στην έξοδο σκοτώθηκαν ο Ντάος και ο Μπλέτσος και τους άλλους τους πιάσανε σοβαρά τραυματισμένους. Μεταξύ των τραυματισμένων και ο Αντωνάκης ο Μεργκούνης 18-19 χρονών που αφέθηκε δίχως ιατρική βοήθεια να ξεψυχίσει μετά από μία σχεδόν ημέρα στην ρίζα του τελευταίου κάτω πλατάνου της Αγιά Παρασκευής, στο κέντρο του χωριού, ακούγοντας οι Μετσοβίτες με φρίκη τα βογγητά του "όι όι λελε μούμαννιι" (αχ μανούλα μου) καθώς περνούσαν υποχρεωτικά πάνω από την βρύση της πλατείας. Τους υπόλοιπους τους άφησαν δύο μερες στον πλάτανο να αιμορραγούν για παραδειγματισμό των Μετσοβιτών , για το τι θα επρόκειτο να πάθουν αν συνέχιζαν να στηρίζουν το ΕΑΜικό κίνημα που ζητούσε "Λεύτερη Πατρίδα και Πανανθρώπινη την Λευτεριά" , ενώ διάφορα τοπικά καθάρματα περνούσαν και τους κλώτσαγαν ενω ήταν μες στα αίματα. Μια βάρβαρη πράξη που σημάδεψε την συλλογική μνήμη του χωριού που ακόμη δεν έχει ειπωθεί δημόσια !!!!.
Ο Κώστας Χασταζέρης και ο γραμματέας του ΕΑΜ Μετσόβου
Γιάννης Κασσάρος βασανίστηκαν και μεταφέρθηκαν στα Γιάννενα στις τρομερές φυλακές του ΦΙΞ που λειτουργούσαν και στην Κατοχή. Οι φυλακές του ΦΙΞ ήταν στην θέση του Ξενοδοχείου Παλλάδιο.Τους εκτέλεσαν στο Αυγό τέλη του 46, κατα άλλους αρχές του '48 ως κομμουνιστές με απόφαση Έκτατου Στρατοδικείου στηριζόμενη στο κατάπτυστο Γ Ψήφισμα. Με βάση αφήγηση Μετσοβίτη που τότε ήταν μαθητής γυμνασίου στην Ζωσιμαία σχολή: «Πολλές φορές την στιγμή που έβγαζαν οι χωροφύλακες τον Κώστα, και ανταμώθηκε το βλέμμα μας ήταν σαν να μου έλεγε «Γακη βα να Βάταμα»...(Γιώργο θα μας σκοτώσουν)
Μετά το περιστατικό ξεκίνησαν οι χωροφύλακες για την Μηλιά να «καθαρίσουν» την περιοχή από τους καταδιωκόμενους, έπεσαν σε ενέδρα όμως που είχε στήσει ο Τάκης ο Χασταζέρης με άλλους καταδιωκόμενους και γλίτωσε μόνο ένας από τους κυνηγούς κεφαλών ανταρτών .
Τον «τσέλιγκα» του αποσπάσματος στο Κουκουμπάνι , όταν κατέβηκε με τα πρόβατα στα χειμαδιά μαζί με τον γιό που συμμετείχε στο απόσπασμα, τους εκτέλεσαν (μόνο αυτους τους δύο) οι αντάρτες παίρνωντας εκδίκηση για τα παιδιά του Κουκουμπάνι.
Τον Τάκη τον Χασταζέρη οπως και τον Τάκη τον Σεκαρά αδερφό της προγιαγιάς μου Δούκως, γυναίκας του Πέτρου του Γοδέβενου, τους είχαν επικηρύξει τα κεφαλια με αδρά αμοιβή. Για τον Χασταζερη λένε οτι πάτησε Νάρκη το '48 , υπάρχει και η εκδοχή οτι τον έφαγε οικογένεια Μετσοβιτών κτηνοτρόφων για να πάρει την επικήρυξη. Η τύχη του Σεκαρά, αγνοείται, μπορεί να τον σκότωσαν μπορει και να γλύτωσε, δεν βρέθηκε ποτέ το πτώμα του σε αντιθεση με τον Χασταζέρη.. ολα αυτά από μαρτυρίες και αφηγήσεις απο επιζήσαντες, συμμετέχοντες και φίλους και συγγενείς των πρωταγωνιστών!!
Via Godevenos Dimitris
ΥΓ/1 η φωτογραφία είναι από τις τρομερές φυλακές του ΦΙΞ με πολιτικούς κρατούμενους.
ΥΓ/2 ο ακριβής τόπος και τρόπος του μαρτυρικού θανάτου του νεαρού Μεργκούνη στο πραύλιο της Αγ. Παρασκευής στο κέντρο του Μετσόβου είναι μαρτυρία του αείμνηστου Ντούλα Κασίδη σε μένα
ΥΓ/3 τα γεγονότα la kukubani (στο Κουκουμπάνι) τα συζητούσαν έντονα μα χαμηλόφωνα πάντα στα βλάχικα , τα αδέλφια οι Σταχουλαίοι, στο πατρικό σπίτι κάτω από το "νοσοκομείο" νυν "Διάσελο".
Πρωτοάκουσα την ιστορία μικρό παιδί, από συζήτηση μεταξύ παπά Τόλη Σταχούλη (θείος) Νάκη Σταχούλη(θείος) Γιώργος Σταχούλης (πατέρας) . Εκεί είχε ειπωθεί από παπάΤόλη πως ο Αβέρωφ κρατούσε αυτόματο στεν στο Κουκουμπάνι.
ΥΓ/4 Ο πατέρας μου Γιώργος Σταχούλης , ήταν ο μαθητής Ζωσιμαίας που θυμόταν σε όλη του την ζωή το βλέμμα του Κώστα Χασταζέρη καταδικασμένου σε θάνατο από την δολοφονική κρατική μηχανή των εγκληματικών Έκτακτων Στρατοδικείων Ιωαννίνων .
Ένα ολόκληρο πακέτο Μάρσαλ είχε να ροκανίσει η αστική τάξη της Ελλάδας και διαφύλαττε την ησυχία της.....
Σε αυτή την εμβληματική φωτογραφία, ο Marlon Brando φωτογραφίζεται, κάπου το 1946, ή το 1947, από τον διάσημο φωτογράφο των καλλιτεχνων, και οχι μόνο, Cecil Beaton, για το περιοδικό Vogue. Η φωτογραφία θεωρείται κλασικό δείγμα του στυλ Old Hollywood, αν και τότε, ακόμα, δεν είχε πρωταγωνιστήσει, σε κάποια ταινία, καθώς δεν είχε ξεκινήσει, ακόμα, την κινηματογραφική του καριέρα.
Τότε, ήταν, αποκλειστικά, ηθοποιός του θεάτρου, στην Νέα Υόρκη και η συγκεκριμένη φωτογράφιση έγινε, στο πλαίσιο της προώθησης των θεατρικών του εμφανίσεων, στο Broadway.
Το 1946, πρωταγωνίστησε, στις θεατρικές παραστάσεις Truckline Cafe (όπου και συνεργάστηκε, για πρώτη φορά, με τον Elia Kazan), Candida του George Bernard Shaw και A Flag Is Born.
Το 1947, κέρδισε την απόλυτη θεατρική καταξίωση ενσαρκώνοντας τον Stanley Kowalski στην ιστορική πρεμιέρα του θεατρικού έργου του Tennessee Williams, Λεωφορείον ο Πόθος (A Streetcar Named Desire) στο Broadway.
Η πρώτη του κινηματογραφική ταινία ήλθε, λίγο αργότερα, το 1950, με τίτλο The Men (Το Κορμί μου ανήκει σε Σένα). Το 1951, μετέφερε τον θρυλικό του ρόλο, από το Λεωφορείον ο Πόθος και στην μεγάλη οθόνη, κάνοντας το ευρύ κοινό να τον λατρέψει.
Από Σινεφίλ..
1950 (δεκαετία). Λονδίνο. "Ο ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΟΙΤΑΞΕ ΤΗΝ AVA GARDNER".Τί συμβαίνει, όταν μια, από τις πιο επιθυμητές γυναίκες του 20ου αιώνα, αποφασίζει να προκαλέσει έναν εκπρόσωπο της Βασιλικής Φρουράς;
Επισκεπτόμενη το Λονδίνο, η Ava Gardner περπατούσε περιτριγυρισμένη, από θαυμαστές και φωτογράφους. Καθώς δεν μπορούσε να αντισταθεί, στον πειρασμό να προκαλέσει τον φρουρό, που έμενε στσθερά ακίνητος, προχώρησε, προς τα εμπρός, τον κοίταξε, κατευθείαν, στα μάτια και προσπάθησε να του αποσπάσει ένα μικρό χαμόγελο. Εις μάτην, όμως!
1950 (δεκαετία). Αλβανία. Μαθήματα εκμάθησης της γραφής, στον αναλφάβητο αλβανικό πληθυσμό.
1953. Οι Μοντγκόμερι Κλιφτ, Μπαρτ Λάνκαστερ και Φρανκ Σινάτρα πρωταγωνιστούν, στην κλασική, βραβευμένη, με 8 Όσκαρ, ταινία του 1953 «Όσο Υπάρχουν Άνθρωποι» (From Here to Eternity), σε σκηνοθεσία Φρεντ Τσίνεμαν, η οποία εξιστορεί τις ζωές στρατιωτών, στην Χαβάη, λίγο, πριν, από την επίθεση, στο Περλ Χάρμπορ.
Σινεφίλ..
1955. Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ (δεξιά), υπηρετεί την στρατιωτική του θητεία στο Πεζικό, αμέσως, μετά την αποφοίτησή του, με άριστα, από την Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Στην διάρκεια της θητείας του, μετατίθεται, αργότερα, στον Ραδιοφωνικό Σταθμό Ενόπλων Δυνάμεων, όπου αναλαμβάνει καθήκοντα εκφωνητή προγραμμάτων. Το ίδιο έτος γνωρίζει και την, ήδη, καταξιωμένη πρωταγωνίστρια Δέσπω Διαμαντίδου, κατά την διάρκεια της παράστασης «Εκάβη» του Ευριπίδη, που παρουσιάζεται, στις 19 Ιουνίου, στην Επίδαυρο, από το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή, με την κορυφαία Κατίνα Παξινού, στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η γνωριμία τους μετατρέπεται, γρήγορα, σε μια βαθιά και τρυφερή σχέση, η οποία θα κρατήσει εννέα ολόκληρα χρόνια και θα αποτελέσει καθοριστικό σταθμό, τόσο στην προσωπική, όσο και στην καλλιτεχνική του διαδρομή. Η ιδιαίτερη προσωπικότητά της, η ουσιαστική καλλιέργεια και η πνευματική της συγκρότηση, τον γοητεύουν, καθώς, στο πρόσωπό της, ανακαλύπτει μια δυναμική και ελκυστική γυναίκα, αλλά και τον άνθρωπο, που θα τον καθοδηγήσει, στα σωστά θεατρικά βήματα, προς την πλήρη καταξίωση. Παρότι, στα χρόνια της φοίτησής του, στην Δραματική Σχολή, συμμετέχει, παράλληλα, σε έργα του ρεπερτορίου του Εθνικού Θεάτρου, με μικρούς ρόλους, η πρώτη, πραγματικά, σημαντική επαγγελματική του εμφάνιση πραγματοποιείται, στις 30 Ιανουαρίου 1957, στον «Γλάρο» του Τσέχωφ, σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού. Η παρουσία του, δίπλα στη μεγάλη Κυβέλη και οι εξαιρετικές κριτικές, που αποσπά η ερμηνεία του, επιβεβαιώνουν την πίστη των δασκάλων του, οι οποίοι είχαν διακρίνει, από την πρώτη στιγμή, το σπάνιο ταλέντο του. Σε αυτή την παράσταση, τον παρακολουθούν ο Φιλοποίμην Φίνος και ο Αλέκος Σακελλάριος, αναγνωρίζοντας, στο πρόσωπό του, το νέο μεγάλο αστέρι του ελληνικού κινηματογράφου, προτείνοντάς του, αρχικά, δύο μικρούς ρόλους, στην «Θεία από το Σικάγο» και στην «Κυρά μας η Μαμή», οι οποίοι αποδεικνύονται αρκετοί, για να ξεχωρίσει, αμέσως, σηματοδοτώντας την απαρχή μιας λαμπρής κινηματογραφικής πορείας, που θα τον οδηγήσει, στην κορυφή.
#arisloupasis #vintage #armylife #actors
1950 (δεκαετία). Αθήνα. Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης (Βαρβίτσα Λακωνίας 1897 - Αθήνα 11/7/1960). Ο πατέρας του Ιωάννη Βαρβιτσιώτη, δικηγόρος και βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος. Υπήρξε υποδιοικητής της Ανατολικής Θράκης (1921 - 1922) .
2/8/2026. Πέθανε ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, την ημέρα των 93ων γενεθλίων του (2/8/1933 - 2/8/2026). Ήταν γεννημένος, στην Αθήνα και υπήρξε πολλές φορές βουλευτής της ΕΡΕ και της Νέας δημοκρατίας, υπουργός των κυβερνήσεων του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Τζαννή Τζαννετάκη, του Ξενοφώντα Ζολώτα και του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας και ευρωβουλευτής.
1960 (δεκαετία). Ο Ανδρέας Παπανδρέου και στο βάθος, η Margaret.
Έφυγε ένα πρωί και κατέβηκε, στο λιμάνι, γιατί είχε ακούσει πως, εκεί, δουλειά βρίσκεται, πάντα. Στην αρχή, δούλεψε σερβιτόρα, σε ένα καφενείο, κοντά στον Άγιο Σπυρίδωνα, έπλενε ποτήρια, από το πρωί, μέχρι το βράδυ, κοιμόταν, σε ένα υπόγειο με άλλες δύο κοπέλες. Εκεί, γνώρισε τη Ρόζα. Η Ρόζα ήταν μεγαλύτερη, βαμμένη, έντονα, με γέλιο βραχνό, από τα τσιγάρα και φορούσε παπούτσια, με τακούνι, ακόμα και το πρωί. Η Ρόζα δεν την κορόιδεψε ποτέ, της έμαθε να βάφει τα χείλη της σωστά, να μην κοιτάζει, κάτω, όταν περπατάει στην οδό Σωτήρος, να κρατάει τα λεφτά της, μέσα, στο σουτιέν. Της είπε, για την Τρούμπα. Δεν της το είπε, σαν ντροπή, της το είπε, σαν δουλειά, σαν μια πόρτα, που αν την περάσεις, δεν ξαναβγαίνεις ίδια, αλλά, τουλάχιστον, τρως.
Η πρώτη φορά, που κατέβηκε τα σκαλιά του International Bar, ήταν χειμώνας του 1862. Μύριζε υγρασία, φτηνό άρωμα και ιδρώτα, από τα αντρικά σώματα των μεθυσμένων ανδρών, που έπιναν, στο μπαρ. Τα φώτα ήσαν χαμηλά, κόκκινα και κίτρινα, η μουσική, από ένα τζουκ μποξ, έπαιζε, συνέχεια, τα ίδια τραγούδια. Οι ναύτες, Αμερικάνοι, με άσπρα καπελάκια, Έλληνες με στολές, που μύριζαν θάλασσα, έμπαιναν σε παρέες, φωνακλάδες, μεθυσμένοι, από μήνες ταξιδιού. Την κοιτούσαν, σαν να ήταν κι αυτή, ένα λιμάνι να δέσουν, για λίγο. Στην αρχή, έκλαιγε, κάθε βράδυ, μετά έμαθε να μην κλαίει, να φτιάχνει ένα πρόσωπο άλλο, σκληρό, που δεν ήταν η Ελένη, από το χωριό. Έγινε η Λένα.
Η ζωή της μπήκε, σε έναν ρυθμό, που, έξω από την Τρούμπα, κανείς δεν καταλάβαινε. Το απόγευμα σηκωνόταν, έβαφε τα μάτια της, με μολύβι, έβαζε το φόρεμα το στενό, κατέβαινε, στην οδό Νοταρά και στην οδό Σκουζέ. Πλήρωνε νοίκι, στην κυρά, που είχε τα δωμάτια, πλήρωνε, στον μπάρμαν, πλήρωνε, στον αστυνομικό, που έκανε πως δεν έβλεπε, πλήρωνε και για το μικρό δωμάτιο, πάνω από το μπαρ, με τον νιπτήρα τον ραγισμένο. Τα λεφτά, που της έμεναν τα έστελνε, στην μάνα της, χωρίς να λέει, από πού. Της έγραφε πως δουλεύει, σε ραφείο.
Γνώρισε πολλούς άντρες, αλλά λίγους ανθρώπους. Ένας ήταν ο Μίμης, οδηγός φορτηγού, από την Δραπετσώνα, που της έφερνε πορτοκάλια και της έλεγε ότι θα την πάρει να φύγουν. Τον πίστεψε, για λίγο, μέχρι, που είδε την βέρα του και κατάλαβε πως όλοι, κάτι ήθελαν να πάρουν. Η μόνη, που την αγάπησε, αληθινά, ήταν η Ρόζα, που, όταν αρρώστησε, από τα πνευμόνια την φρόντισε, της έβαζε κομπρέσες και της έλεγε ιστορίες, για το πώς, μια μέρα θα άνοιγαν, μαζί ένα μικρό καφενείο, μακριά, από το λιμάνι, κάπου, που να μυρίζει γιασεμί και όχι απελπισία, φόβο και αρρώστια.
Τα χρόνια πέρασαν, γρήγορα, στην Τρούμπα. Το 1967, όταν έκλεισαν, απότομα, τα μπαρ, με διαταγή της χούντας, σκορπίστηκαν όλες. Άλλες πήγαν, στην Αθήνα, άλλες, στην επαρχία, άλλες κλείστηκαν, σε σπίτια. Η Λένα έμεινε, στον Πειραιά. Δούλευε, πια, κρυφά, σε διαμερίσματα, χωρίς τα φώτα και την μουσική, με περισσότερο φόβο. Το πρόσωπό της άρχισε να δείχνει την κούραση, το σώμα της να βαραίνει. Οι νεότερες κοπέλες έπαιρναν τους καλύτερους πελάτες. Άρχισε να πίνει περισσότερο, για να αντέχει.
Στα τριάντα πέντε της, κουρασμένη, αποφάσισε να φύγει. Δεν είχε, πια, μάνα να της στέλνει λεφτά, είχε μάθει πως πέθανε, δυο χρόνια πριν και δεν της το είπε κανείς. Δεν είχε τίποτα, να αποδείξει. Με τα λίγα, που είχε μαζέψει, νοίκιασε ένα μικρό δυάρι, στα Ταμπούρια, πάνω, από ένα μπακάλικο. Άρχισε να καθαρίζει σκάλες, σε πολυκατοικίες. Τα χέρια της, που, κάποτε, ήσαν απαλά, έγιναν κόκκινα και σκασμένα, από την χλωρίνη. Κανείς, στην γειτονιά, δεν ήξερε ποια ήταν, την φώναζαν κυρία Ελένη. Πήγαινε, κάθε Κυριακή, στην εκκλησία και άναβε δυο κεριά, ένα, για την μάνα της και ένα. για την Ρόζα που είχε πεθάνει, μόνη, σε ένα νοσοκομείο.
Δεν παντρεύτηκε ποτέ, δεν έκανε παιδιά, αλλά μεγάλωσε την κόρη της Ρόζας. για λίγα χρόνια, όταν εκείνη δεν μπορούσε. Μετά, η κόρη έφυγε, για την Αυστραλία και της έστελνε κάρτες τα Χριστούγεννα. Στα εξήντα της, καθόταν, στο μικρό της μπαλκόνι και κοιτούσε τα καράβια να φεύγουν. Δεν μετάνιωνε, δεν συγχωρούσε, απλώς, θυμόταν. Θυμόταν το κορίτσι, με την ξύλινη βαλίτσα, που κατέβηκε, στο λιμάνι, νομίζοντας πως η ζωή είναι μεγάλη, και κατάλαβε πως η ζωή ήταν αυτός ο μικρός δρόμος, με τα μπαρ, με το αυτοκίνητο μπλε, παρκαρισμένο, στην μέση, με τους ναύτες να ακουμπούν, στον τοίχο και με μια ταμπέλα, που έγραφε International Bar, που, για κάποιους, ήταν κόλαση και για αυτήν ήταν το μόνο σπίτι, που είχε, ποτέ και έτσι έκλεισε, ήσυχα, ένα απόγευμα του 2003, στον ύπνο της, στο κρεβάτι της, στα Ταμπούρια, με το παράθυρο ανοιχτό να μπαίνει η μυρωδιά της θάλασσας, αφήνοντας πίσω, ένα συρτάρι, με λίγες δραχμές, ένα κραγιόν ξεραμένο και μια ασπρόμαυρη φωτογραφία της οδού Σωτήρος, όπως ήταν, τότε, γεμάτη κόσμο, που δεν θύμιζε, σε κανέναν τίποτα, πια, εκτός από εκείνη.
Άννα Δανάλη
Μάιος 1962. Αθήνα. Ο Δημήτρης Μυράτ, η Τζένη Καρέζη και Δημήτρης Χορν, σε ένα σπάνιο στιγμιότυπο, από την γαμήλια δεξίωση, που είχε δωθεί, στην “Auberge”, με καλεσμένη την αφρόκρεμα της κοσμικής Αθήνας, για τον γάμο της ηθοποιού, με τον Ζάχο Χατζηφωτίου. Λέγεται ότι, έξω από την εκκλησία, στην Φιλοθέη, όπου τελέστηκε το μυστήριο, είχε συγκεντρωθεί πλήθος 5 χιλιάδων ατόμων, ενώ οι προσκεκλημένοι ήσαν, μόνο, 500. Σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις, ο Ζάχος Χατζηφωτίου είχε αφηγηθεί;: «Με την Τζένη Καρέζη, νομίζω ήμασταν, μαζί, τέσσερα χρόνια. Άλλη η Τζένη, στο θέατρο και τον κινηματογράφο και άλλη, στο σπίτι. Υποδειγματική σύζυγος, μαγείρευε. Με την Τζένη χωρίσαμε, επειδή, σχεδόν, δεν βλεπόμασταν. Άλλο το δικό της ωράριο, αλλιώτικο το δικό μου.
Όταν εγώ ερχόμουν, στο σπίτι, να κοιμηθώ, εκείνη σηκωνόταν να πάει, σε πρωινό κινηματογραφικό γύρισμα. Μέναμε, στο ίδιο σπίτι, αλλά δεν βρισκόμασταν. Μόνο, στον διάδρομο, βρισκόμασταν».
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
Ο Κώστας Χατζηχρήστος ήταν, απίστευτα. περιποιητικός, ευγενικός, στοργικός, ευαίσθητος πατέρας!! Είχε έναν άστατο κι επιπόλαιο χαρακτήρα, ωστόσο, στα παιδιά, του ήταν, πάντα, δίπλα!!
Παντρεύτηκε πέντε φορές και απέκτησε δύο κόρες! Την Τέτα, από τον γάμο του, με την Μαίρη Νικολαΐδου και την Μαριαλένα, από τον γάμο του, με την Καίτη Ντιριντάουα.
Στην φωτογραφία, τρυφερό στιγμιότυπο, από τα βαφτίσια της κόρης του Μαριαλένας, η οποία έχει εκμυστηρευτεί, σε συνέντευξή της : " Ο πατέρας μου, ήταν ο πιο γλυκός άνθρωπος του κόσμου. Δεν έκανε, ποτέ, κακό σε κανέναν, μόνο, στον εαυτό του. Σε μένα, προσωπικά, δεν έλειψε, ποτέ, τίποτα . Τα είχα όλα. Απλά, δεν τον πολυέβλεπα, λόγω δουλειάς Ήταν τόσο δοτικός. Τόσο γενναιόδωρος. Πάντα, να δίνει, στους άλλους, ακόμα κι όταν, δεν είχε" !
27/6/1925. Σκίτσο του Αμερικανού Robert Minor.
28/4/1943. Βρετανικό σκίτσο, που δείχνει τον Γιόζεφ Γκαίμπελς να ρίχνει ψεύτικο δόλωμα, με την σφαγή του Κατίν, για να διασπάσει τους Συμμάχους. Δυστυχώς, στην πραγματικότητα, ο Γκαίμπελς, απλώς, διέδιδε το γεγονός, που υπήρξε.
24/2/1990. “Spectator”. Η δυτική Γερμανία καταπίνει την ανατολική Γερμανία.
4/8/2026. Σκίτσο του Ανδρέα Πετρουλάκη.
7/8/2026. Σκίτσο του Soloup.




































































































Σχόλια