1) Εισαγωγή νέου εθνικού νομίσματος, με την έξοδο της Ελλάδας, από την ζώνη του ευρώ και 2) Μετατροπή του ελληνικού δημόσιου χρέους, προς τον ESM, στο νέο εθνικό νόμισμα, στην βάση της 1 εθνικής νομισματικής μονάδας, προς 1 ευρώ. Αυτά είναι τα άμεσα καθήκοντα της όποιας μετεκλογικής κυβέρνησης σχηματισθεί, για μια γρήγορη και ταχεία επαναφορά της αναπτυξιακής πορείας της ελληνικής οικονομίας, αλλά, δυστυχώς, αυτά δεν προβλέπεται να συμβούν.(Βαδίζοντας, προς την επερχόμενη νέα ελληνική χρεωκοπία, από το 2023 και άγνωστο, έως πότε, μετέπειτα)…



30/9/2022 : Σύμφωνα, με τα στοιχεία του ελληνικού δημοσιου χρέους, που δημοσίευσε ο ΟΔΔΗΧ, τότε, το ύψος του έφθανε, στα 393,5 δισεκ. ευρώ. Τώρα, “αισίως” φθάνει, στα 425 δισεκ. ευρώ….



Όταν, την 1/1/2002, η Ελλάδα εισήλθε, στην ευρωζώνη, αντικαθιστώντας την δραχμή, με το ευρώ και έχοντας, ως δεδομένο, το γεγονός ότι, με την γοργή πτώση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής παραγωγής και γενικότερα, της ελληνικής οικονομίας, λόγω του σκληρού και ως εκ τούτου, ακριβού ευρώ, το οποίο επρόκειτο να αυξήσει, υπέρογκα την ακρίβεια, κυρίως, του τεράστιου ελληνικού δημόσιου χρέους (όπως και του μικρότερου ιδιωτικού χρέους), καθιστώντας το αδύνατο να εξυπηρετηθεί/πληρωθεί, όντας, πλέον, εκφρασμένο, από την μαλακή δραχμή, στο σκληρό/ακριβό ευρώ, θεώρησα, επίσης, ως δεδομένο και ως φυσικό επακόλουθο αυτής της νομισματικής βάσης των συναλλαγών της ελληνικής οικονομίας, αφού το ευρώ, ως μη εθνικό νόμισμα (εξ αιτίας του γεγονότος ότι η έκδοση και, ουσιαστικά, η κυκλοφορία του διεθνικού αυτού νομίσματος, δεν κανονίζονται και δεν πραγματοποιούνται, όπως συνέβαινε, στο παρελθόν, επι δραχμής, στην Αθήνα, αλλά στην Φραγκφούρτη, όπου και εδρεύει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα), επιβαλλόταν, στην πράξη, να λειτουργεί, στα πλαίσια της ελληνικής οικονομίας, ως ένα ξένο νόμισμα, με ακριβή συναλλακτική/συναλλαγματική αξία, θεώρησα, ως λογικό επακόλουθο, την γοργή και ανοικτή χρεωκοπία του ελληνικού κράτους και συνακόλουθα, της ελληνικής οικονομίας, που, για μένα και κατά την γνώμη μου, είχαν χρεωκοπήσει, αφανώς και κρυφίως, με την είσοδο της χώρας μας, στην ευρωζώνη. 

Μάλιστα, είχα θέσει και ένα χρονικό όριο, στην έλευση αυτής της ελληνικής χρεωκοπίας, το οποίο όριο κυμαινόταν κάπου ανάμεσα, στην χρονική περίοδο 2003, έως 2005, κάτι, που, στην πράξη, δεν επαληθεύτηκε. Αυτή η χρονική περίοδος παρήλθε, χωρίς να συμβεί καμμία χρεωκοπία. Αντιθέτως, μάλιστα, η ελληνική οικονομία αναπτυσσόταν, από έτος, σε έτος, με ρυθμούς της τάξεως του 3% και φυσικά, αυτή η απρόσμενη, για μένα, εξέλιξη, μου γέννησε, πολλά ερωτηματικά, αφού ήταν σαφές ότι, γύρω από αυτό το φαινόμενο, συνέβαινε ένα παιχνίδι οπορτουνιστικής κερδοσκοπίας, το οποίο υποδαυλιζότανε, από την ΕΚΤ και με την ενθάρρυνση των, τότε γερμανικών κυβερνήσεων, οι οποίες είχαν διακηρύξει, δημόσια, ότι δεν επρόκειτο να τηρήσουν τους κανόνες, ως προς την νομισματική και την δημοσιονομική πολιτική, που όριζαν τους περιορισμούς των ασκουμένων πολιτικών, στις οικονομίες της ευρωζώνης.

Αυτές τις διακηρύξεις ακολούθησαν και οι ελληνικές κυβερνήσεις της εποχής εκείνης, μέχρι το τέλος του 2008, όταν ξέσπασε η τεράστια χρηματοπιστωτική κρίση του Σεπτεμβρίου του 2008, στην Νέα Υόρκη, με αποτέλεσμα την βαθιά οικονομική ύφεση του 2009, τις επιπτώσεις της οποίας τις ζούμε ακόμη. Από εκεί και πέρα, η έλευση της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας ήταν, προ των θυρών. Μπορεί η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή να κατάφερε, το 2009, να συνεχίσει να κρύβει την αφανή ελληνική χρεωκοπία, κάτω από το χαλί, αλλά, μετά τις μοιραίες βουλευτικές εκλογές της 4/10/2009, που, βλακωδώς, πράττων ο Γιώργος Παπανδρέου επέβαλε και κέρδισε, ο νέος πρωθυπουργός και η νέα κυβέρνηση των αυλικών του, στο ΠΑΣΟΚ, έκαναν τα πάντα - αυτά, δηλαδή, που δεν έπρεπε να κάνουν -, ούτως ώστε, τον Απρίλιο του 2010, ο ΟΔΔΗΧ, δηλαδή το ελληνικό κράτος να μην μπορεί να βρει αγοραστές, για τα ομόλογα, που εξέδωσε, αφού, προηγουμένως, τον Δεκέμβριο του 2009, λίγο μετά την αποκάλυψη και το φούσκωμα του ελληνικού δημοσιονομικού ελλείμματος, από την κυβέρνηση του ΓΑΠ, η ΕΚΤ και η γερμανική κυβέρνηση της Angela Merkel απέσυραν την υποστήριξή τους, στην αγορά των ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου. 

Έτσι, η ελληνική οικονομία και κοινωνία εισήλθαν, στην ατελεύτητη μνημονιακή εποχή, από τον Μάιο του 2010, μέχρι τις τωρινές ημέρες και άγνωστο, έως πότε, με δεδομένη την διαπίστωση του ΔΝΤ και της υπόλοιπης τρόικας των ευρωθεσμών ότι, κατά την περίοδο της εισόδου της Ελλάδας, στην ευρωζώνη και την αντικατάσταση της δραχμής, από το ευρώ, η ελληνική οικονομία και η αντίστοιχη παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, απώλεσαν το 25% της ανταγωνιστικότητά τους. Αυτή η διαπίστωση, η οποία, υπήρξε και αληθής, οδήγησε την τρόικα, στο συμπέρασμα, ότι, για να αποκατασταθεί η χαμένη ανταγωνιστικότητα, έπρεπε το ελληνικό ΑΕΠ να “προσαρμοστεί”, καθοδικά, προς ένα αντίστοιχο επίπεδο, κάτι, που όλα αυτά τα μνημονιακά χρόνια, που πέρασαν, έχει επιτευχθεί, χωρίς, όμως, την ουσιώδη εξάλειψη των ανισορροπιών των μακροοικονομικών μεγεθών, που εξακολουθούν να ταλανίζουν την ελληνική οικονομία, αλλά και την κοινωνία, μεγάλο μέρος της οποίας έχει φτωχοποιηθεί, αφού συντρίφτηκαν οι μισθοί και η χώρα, από το επίπεδο μιας, δυτικοευρωπαϊκών διαστάσεων, νησίδας, μέσα στον βαλκανικό χώρο, που ήταν, στις δεκαετίες, από το 1970, μέχρι το 2010, έχει, πλέον, μεταπέσει και έχει αγκιστρωθεί, στα επίπεδα μιας κλασικής βαλκανικής χώρας της “Ευρωπαϊκής Ένωσης”, που επιβιώνει, με μια ανεργία, στα επίπεδα του 12,5%, με σταθερή συμπίεση, στους μισθούς, γενικευμένη φτώχεια, σε ολοένα και περισσότερο, αυξανόμενα τμήματα των μισθωτών - ιδίως, των νέων -, σκληρή λιτότητα, και απελευθέρωση των αγορών, τόσο όσο αυτό συμφέρει τις μεγάλες γραφειοκρατικές επιχειρήσεις, σε βάρος της ελληνικής δημόσιας επιχειρηματικής παρουσίας, αλλά και ως προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, πολλές, εκ των οποίων, έχουν παρουσιάσει έντονα στοιχεία συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου.

Ένα χαρακτηριστικό δείγμα των όσων ισχυρίζομαι προκύπτει από το γεγονός ότι το 2009 το  373 δισεκ. ευρώ, σε σταθερές τιμές, ενώ, το 2021, βρισκόταν στα 288 δισεκ. έχοντας πέσει και πιο κάτω, κατά την προηγούμενη περίοδο και αν δεχθούμε. ως πραγματική, υψηλή αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ, το 2022, αυτό υποτίθεται ότι θα φθάσει, κοντά, στα 305 δισεκ. ευρώ (φυσικά, λόγω του υψηλού πληθωρισμού, κατά το περασμένο έτος). Το κατά κεφαλήν εισόδημα, στην χώρα μας, εκφραζόμενο, σε όρους, ισοδυναμίας της αγοραστικής δύναμης είναι, τώρα, το 2023, από το αντίστοιχο, στην Ρουμανία και στην Κροατία.

Και φυσικά, αυτή η αλυσίδα των δυσμενών και οπισθοδρομικών εξελίξεων, στην Ελλάδα, είναι μια, ακόμη, απο τις κύριες και βασικές καταστροφικές και οδυνηρές επιπτώσεις της ένταξης της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, στο ευρώ και την ζώνη του.

Στα πλαίσια της το ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και με δεδομένο ότι η χώρα δεν έχει, πλέον, δικό της εθνικό νόμισμα, για να μπορέσει να το υποτίμησε, αλλά το σκληρό ευρώ, που, όπως προανέφερα, λειτουργεί, ως ξένο συνάλλαγμα και είναι ένας κρυφός μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών, η Ελλάδα περιέπεσε, μετά από όλα αυτά τα μνημονιακά χρόνια, που πέρασαν, στην 5η χαμηλότερη θέση, στην Ευρώπη, από πλευράς αγοραστικής δύναμης, η οποία φθάνει, το 48% του διάμεσου μισθού της “ΕΕ”, ενώ το 37% των Ελλήνων διαβιεί, επίσημα, κάτω από τα όρια της φτώχειας και ως εκ τούτου, συμπεραίνεται ότι, προκειμένου να τα βγάλει πέρα, στην καθημερινή του ζωή, ένα μεγάλο μέρος αυτών των ανθρώπων φυτοζωεί, κινούμενο, εντός των δραστηριοτήτων της παραοικονομίας, την οποία μπορεί, οι διάφοροι αναλυτές να γράφουν ότι υπολογίζεται, στο 26% του επίσημου ελληνικού ΑΕΠ και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, γύρω στο 45% του ΑΕΠ, αλλά η δική μου γνώμη, η δική μου αίσθηση είναι ότι το μέγεθος της ελληνικής παραοικονομίας είναι, ακόμη, μεγαλύτερο. Και πώς μπορεί να μην είναι, αφού, όπως ανακοίνωσε η Eurostat, ο μέσος πραγματικός ετήσιος μισθός, στην χώρα μας, είναι ο 4ος χαμηλότερος στην “Ευρωπαϊκή Ένωση”, ενώ ο βασικός μισθός, αν και δόθηκαν αυξήσεις, το 2022, εξακολουθεί να είναι ο 11ος στην “ΕΕ” και το ποσοστό των μισθωτών, που καλύπτονται, από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, έχει πέσει, στα επίπεδα τηςΛετονιας και της Σλοβακία, ήτοι, στο 25%.

Η διατήρηση των μισθών, σε πολύ χαμηλά επίπεδα, αφού η χώρα μας είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα, που κατέγραψε μείωση μισθών, σε επίπεδο της τάξεως του 40%, κατά τα δέκα χρόνια, που πέρασαν. και οι ελαστικές μορφές εργασίας, που αφορούν, πλέον, το 55% των εργαζομενων, υποτίθεται ότι αποκατέστησαν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, όμως, δεν λειτουργούν και δεν φέρνουν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, διότι τα ελληνικά μακροοικονομικά μεγέθη παραμένουν να βρίσκονται, σε δυσχερή και δυσμενή θέση, αφού η παραγωγική βάση της χώρας τραυματίστηκε βαριά, από την πολυετή μνημονιακή πολιτική.

Η ελληνική οικονομία έχει αδύναμη βιομηχανία και γεωργία, με διογκωμένες υπηρεσίες, ενώ είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι όλοι οι τομείς της ελληνικής οικονομίας πάσχουν, από χαμηλή παραγωγικότητα. Η χώρα έχει περιπέσει, στην κατάσταση της δημιουργίας μιας μακροχρόνιας παραμονής, σε μια παγίδα αποαναπτυξιακής κινούμενης άμμου, εξ αιτίας αυτής της βαθιάς αδυναμίας της παραγωγικής της βάσης, με αποτέλεσμα η ελληνική οικονομία να τείνει, συνεχώς, να εμφανίζει τα δίδυμα ελλείμματα, που, με την είσοδο της Ελλάδας, στο ευρώ, την οδήγησαν, στην καταστροφή, που, αν και καθυστέρησε, επί σειρά ετών, μετά την 1/1/2002, τελικά, έκανε την εμφάνισή της το 2010. 

Έτσι, η Ελλάδα, στις διεθνείς συναλλαγές της, τώρα πια, αυξάνει τις εξαγωγές της, αλλά οι εισαγωγές της αυξάνονται περισσότερο και με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το έλλειμα στις εμπορικές συναλλαγές πήρε τεράστιες διαστάσεις, την ίδια χρονική περίοδο (1-11/2022), που το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών φθάνει, κοντά στο 7% του ΑΕΠ, γεγονός, το οποίο οδηγεί, στον κίνδυνο μιας επανάληψης της χρεωκοπίας του 2010, εξ αιτίας αυτής της συνεχιζόμενης ανισορροπίας των εξωτερικών μακροοικονομικών μεγεθών της χώρας, που συνδυάζονται, με τον επίμονο πληθωρισμό και το γεγονός ότι, στα τρισήμιση χρόνια της διακυβέρνησης της χώρας, απο την Νέα Δημοκρατία και τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο δημόσιος δανεισμός της χώρας ξεπέρασε τα 50 δισεκ. ευρώ και τώρα, πρέπει να κινείται, στα 425 δισεκ. ευρώ. 

Στις εγχώριες του συναλλαγές, το ελληνικό Δημόσιο αυξάνει τα  όσα εισπράττει, από έμμεσους φόρους και κυρίως, λόγω του πληθωρισμού, όπως, κυνικά, ομολογεί η κυβέρνηση, αλλά, τώρα, που φθάνουμε, σε μια μακρά προεκλογική περίοδο, η οποιαδήποτε αύξηση των δημοσίων δαπανών οδηγεί, σε δημοσιονομικό έλλειμμα, ενώ, όπως, μόλις, ανέφερα, το δημόσιο χρέος, διαρκώς, αυξάνει, σε απόλυτα μεγέθη και μάλιστα, με γοργούς ρυθμούς και η οποία αποκλιμάκωση, που παρουσιάζεται, στο επίπεδο της ποσοστιαίας σχέσης του δημόσιου χρέους, με το ΑΕΠ, το οποίο εμφανίζεται να μεγαλώνει, λόγω του υψηλού πληθωρισμού, στερείται ουσιώδους σημασίας, ενώ το βάρος του δημόσιου χρέους παραμένει να είναι τεράστιο και να καθίσταται δυσχερής η ετήσια εξυπηρέτησή του. 

Με αυτά τα δεδομένα, η χώρα στερείται αναπτυξιακής προοπτικής, επειδή υφίσταται, όλα αυτά τα χρόνια και θα εξακολουθήσει να υφίσταται, η παρατεταμένη άρνηση επενδύσεων, στην ελληνικη οικονομία, όπου έχουμε την επικράτηση του φαινομένου, το οποίο αποκαλείται αποεπένδυση, αφού όλην αυτή την μακροχρόνια περίοδο της ελληνικής κρίσης, αλλά με έναρξη, τουλάχιστον, την 1/1/2002 και την είσοδο της Ελλάδας, στο ευρώ και την ζώνη του, το σύνολο, σχεδόν, της ελληνικής αστικής τάξης, αλλά και εκτεταμένα τμήματα του πληθυσμού της χώρας, παρά την σάρωση, που επιβλήθηκε και μισθολογικά, αλλά και σε επίπεδο προηγούμενων κεκτημένων δικαιωμάτων, στον χώρο της εργασίας παρά τα την πολύ μεγάλη και σημαντική πτώση του βιοτικού επιπέδου των μισθωτών και του μέσου κόστους της τιμής της εργατικής δύναμης, οι επενδύσεις παραμένουν αρνητικές, από το 2009, μέχρι και το 2020, ενώ και παρά την μικρή αύξηση, στα τελευταία χρόνια, οι συνολικές επενδύσεις, το 2021, έφθασαν, μόλις, το 13% του ΑΕΠ, ήτοι, κάπου, στα 24 δισεκ. ευρώ, την στιγμή, που στον αναπτυγμένο χώρο των χωρών της”Ευρωπαϊκής Ένωσης”, το αντίστοιχο ποσοστό των καθαρών επενδύσεων φθάνει, στο 20%. 

Η ελληνική αστική τάξη, απλούστατα, στην μεγίστη πλειοψηφία της, απλώς, σωρεύει χρήμα και κέρδη, τα οποία στέλνει, στο εξωτερικό (γι’ αυτό, άλλωστε και η εντόπια ολιγαρχία και σύσσωμη, σχεδόν, η ελληνική αστική τάξη στήριξε την επιλογή, για την  ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη). Κάπως, έτσι, έχουν διαφύγει, από την χώρα, κατά την περίοδο, που η Ελλάδα εισήλθε, στην ευρωζώνη, ποσά, γύρω στο 1 τρισεκ. ευρώ. Και φυσικά, αυτό το ποσόν δεν είναι λίγο.

Φυσικά και οι ξένοι, δηλαδή οι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις, που δρουν, επιχειρηματικά, στην Ελλάδα δεν είχαν κανέναν λόγο να μην συμπεριφερθούν, όπως συμπεριφέρθηκαν και οι Έλληνες αστοί. Βέβαια, το 2021 οι άμεσες ξένες επενδύσεις ξεπέρασαν τα 5 δισεκ. ευρώ, ήτοι το 3% του ελληνικού ΑΕΠ, αλλά το μέγιστο τμήμα αυτού του ποσού προσανατολίστηκε, στον τομέα των υπηρεσιών, με κυρία βάση τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και μόνον, τα 859 εκατομμύρια ευρώ, από αυτό το ποσόν, προσανατολίστηκε, στην δευτερογενή παραγωγή και όπως γίνεται, εύκολα, κατανοητό αυτή η εξέλιξη, με τις άμεσες ξένες επενδύσεις, είναι αρνητική, για την ελληνικη οικονομία, διότι αυτού του είδους οι επενδύσεις, σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα, είναι, συνήθως, κερδοσκοπική και βραχυχρόνια. 

Από εκεί και πέρα, οι χορηγίες, που δίδονται, στην περίοδο 2021 - 2026, από τα κονδύλια της “Ευρωπαϊκής Ένωσης”, είναι, σε ετήσια βάση, γύρω στα 3 δισεκ. ευρώ, ενώ ό,τιδήποτε άλλο εισπραχθεί, από την “ΕΕ”, πρόκειται να είναι προϊόν δανείων. Τα υπόλοιπα θα είναι δάνεια.

Ως εκ τούτου, η καταστροφική πραγματικότητα, για την ελληνική οικονομία και κοινωνία, που έφερε η ένταξη της χώρας στην ευρωζώνη, πριν 22 χρόνια, δεν αναστρέφεται, ούτε με τις άμεσες ξένες επενδύσεις, ούτε, φυσικά, από την μακροχρόνια αποεπένδυση, στην οποία προβαίνει, όλα αυτά τα χρόνια, η ελληνική αστική τάξη, στέλνοντας, στους φορολογικούς παραδείσους του εξωτερικού, τα τεράστια χρηματικά ποσά, που κερδίζονται, στην Ελλάδα. 

Εδώ, που φτάσαμε και με δεδομένο το γεγονός ότι τα πράγματα, στο άμεσο μέλλον, πρόκειται να χειροτερεύσουν, πιθανώς και ακραία, ενώ η καλύτερη εκδοχή τους, είναι η παραμονή, σε μια διαδικασία καθοδικής στασιμότητας, η μόνη δυνατότητα, η οποία είναι, άμεσα, ρεαλιστική, για να μπορέσει η ελληνική οικονομία να ανακάμψει, γρήγορα, ταχύρυθμα και με διάρκεια, είναι πολύ απλή και αποτελείται, από δύο σκέλη, τα οποία θα κληθεί να φέρει, εις πέρας, η όποια νέα κυβέρνηση προκύψει από τις βουλευτικές εκλογές του 2023, οπότε και αν γίνουν, μέσα στο παρόν έτος. 

Ας δούμε αυτά, που πρέπει, άμεσα, να γίνουν και ας τα επισημάνουμε : 

1) Η Ελλάδα πρέπει να εξέλθει, αμέσως, από το ευρώ και την ζώνη του και να εκδώσει ένα νέο νόμισμα, το οποίο θα αντικαταστήσει το ευρώ, όπως και αν αυτό το νέο εθνικό νόμισμα και να ονομασθεί· δραχμή θα πρέπει να λέγεται, αλλά δεν είναι αυτό, που έχει σημασία.

2) Το ελληνικό δημόσιο χρέος (τουλάχιστον),  προς τον ευρωθεσμικό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, τον ESM, πρέπει να μετατραπεί, από ευρώ, που είναι σήμερα, στο νέο εθνικό νόμισμα της χώρας, στην βάση της ισοτιμίας της μιας νέας εθνικής νομισματικής μονάδας, προς ένα ευρώ. Αυτό, θα εκληφθεί, ως επιλεκτική χρεωκοπία. Αλλά αυτή η επιλεκτική χρεωκοπία, όμως, είναι μια αναγκαιότητα και αποτελεί την συγκαλυπτόμενη, πραγματικότητα, αφού το ελληνικό δημόσιο χρέος φουσκώνει με τεράστια ορμητικότητα και φυσικά, δεν μπορεί και δεν πρόκειται να αποπληρωθεί, ούτως, ή άλλως.

Εννοείται ότι οι ευρωζωνίτες θα αντιδράσουν, θα αρνηθούν, αλλά, τελικά, θα δεχθούν και τα δυο αυτά μέτρα, μέσα από μια διαδικασία διαπραγματεύσεων, προκειμένου να λυθούν τα πολλά και λεπτομερή προβλήματα, που θα προκύψουν, από αυτά τα δυο, αμέσως, αναγκαία μέτρα, που πρέπει να φέρει, εις πέρας, η νέα ελληνική κυβέρνηση, η οποία είναι απαραίτητο να μεριμνήσει, για τον υπολογισμό και άμεσο προσδιορισμό των συναλλαγματικών αποθεμάτων της χώρας.

Πρόκειται  όμως, να προκύψει, ή να βρεθεί κάποια ελληνική κυβέρνηση, η οποία να υιοθετήσει και να εφαρμόσει, στην πράξη, αυτά τα μέτρα; 

Φυσικά, ουδείς από το ελληνικό αστικό πολιτικό σύστημα της δεξιάς, του κέντρου και της αριστεράς, πρόκειται να υιοθετήσει ένα τέτοιο πρόγραμμα. Και φυσικά, ούτε και η εντόπια ολιγαρχία έχει το σθένος να προχωρήσει επάνω σε αυτήν την βάση και να στηρίξει ένα τέτοιο εγχείρημα. 

Αυτό είναι γνωστό, αφού δεν είμαι αιθεροβάμων και γνωρίζω πολύ καλά ότι ουδείς - ή, σχεδόν, ουδείς -, από τους σημαντικούς παίκτες της ελληνικής πολιτικής σκηνής, πρόκειται να στηρίξει ένα τέτοιο πρόγραμμα κυβερνητικής δράσης. Και φυσικά, ούτε και μεγίστη πλειοψηφία της εντόπιας ολιγαρχίας πρόκειται να το δεχθεί.

 Αυτές οι διαπιστώσεις, όμως, όσο και αν είναι δυσάρεστες και πικρές, πρέπει να διατυπωθούν. Αυτό το μίνιμουμ πρόγραμμα, που προτείνω, πρέπει να καταστεί γνωστό και πρέπει να μην αγνοηθεί. Πρέπει, δηλαδή, να ειπωθεί, να ανακοινωθεί και να γίνει γνωστό, στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό και στους πολίτες της χώρας μας. 

Για να μην μπορεί κανείς, από τους ιθύνοντες αστούς πολιτικούς, τους ολιγάρχες και την υπόλοιπη κοινωνία, να ισχυρισθεί ότι δεν γνώριζε, ότι δεν άκουσε και ότι δεν είδε τίποτε.

Και εν πάση περιπτώσει, το αναγνωστικό κοινό αυτού, εδώ, του μπλογκ, δεν έχει άγνοια. Μπορούν πολλοί αναγνώστες να διαφωνούν, με λίγα, ή πολλά, από όσα γράφω και αναπτύσσω.

Άγνοια, όμως, δεν έχουν.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Βουλευτικές εκλογές 25/6/2023 : Ο Αλέξης Τσίπρας, που, στις 8/6/2016, πούλησε, στον Λάτση, την έκταση στο Ελληνικό, με 92 € το τμ, ενώ το 2014 έλεγε ότι “αν υπογράψω ιδιωτικοποιήσεις στο Ελληνικό, τότε καλύτερα να ψηφίσετε Σαμάρα”, δεν δικαιούνται αυτός και η ηγετική ομάδα του ψευδεπώνυμου ΣΥΡΙΖΑ να ομιλούν, για την τωρινή εκλογική καταστροφή του κόμματος, που, φυσικά, πρόκειται να έχει και συνέχεια…

Μιλώντας, για “το στάδιο, στο οποίο δεν θα χρειάζεται να υπάρχουν αφεντικά και δούλοι, επειδή οι σαΐτες θα υφαίνουν μόνες τους”. Από αυτόν τον ορισμό του Αριστοτέλη, για το καθεστώς της ελεύθερης κοινωνίας (που νοείται ως αναρχική/αντιεξουσιαστική), στον μουτουαλισμό του Pierre-Joseph Proudhon και από την δραστική μείωση του χρόνου εργασίας, που περίμενε ο John Maynard Keynes, στο σήμερα και στους μελλοντικούς καιρούς).

Αλέξης Τσίπρας και ΣΥΡΙΖΑ : “Τους ζυγούς λύσατε”! Πήραν, χεράκι-χεράκι, την ελληνική κοινωνία και την παρέδωσαν, στην δεξιά. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι την έβγαλαν, από την προεπαναστατική κατάσταση, στον οποία βρισκόταν, κατά την περίοδο 2011-2015 και την οδήγησαν, στην υποταγή, στην ολιγαρχία. (Η δεξιά και η ολιγαρχία, τελικά, τους χρωστούν μεγάλη χάρη. Πολύ μεγάλη χάρη)…