Oι ελληνοτουρκικές σχέσεις, που περνούν μια φάση όξυνσης, οι κίνδυνοι και το ΕΛΙΑΜΕΠ, που επηρεάζει τις αποφάσεις της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, το οποίο, όμως, είναι εργαλείο ξένων συμφερόντων, όπως προκύπτει, από τις πηγές της χρηματοδότησής του.
Με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, που διέρχονται μια φάση τεχνητής όξυνσης, που μπορεί να ξεφύγει, από τα λεκτικά πλαίσια, καθώς η Αγκυρα ανακοινώνει την λήψη στρατιωτικών μέτρων, στα μικρασιατικά παράλια, καθώς και στην Ίμβρο και στην Τένεδο, απέναντι, από τα ελληνικά νησιά, του ανατολικού Αιγαίου και με το ΕΛΙΑΜΕΠ, ασχολείται το σημερινό δημοσίευμα, όπως και το παραπάνω, βίντεο, που ανάρτησα, χθες (18/9/2026), στο YouTube.
Το ΕΛΙΑΜΕΠ, έως το 2008, λάμβανε κρατική επιχορήγηση, η οποία έφθανε, στο 25% - 30% του συνολικού προϋπολογισμού του, ενώ,, το 2009, η συμβολή υπουργείων και άλλων κρατικών οργανισμών ήταν πολύ μεγάλη.
Έκτοτε, έχει αποκρατικοποιηθεί, καθώς χρηματοδοτείται, από την Ευρωπαϊκή Ένωση (61,32%, το 2021 και είναι άγνωστο τί γίνεται, κατά το διαρρεύσαντα χρονικό διάστημα), από ιδιωτικές επιχειρήσεις, με φορολογική έδρα την Ελλάδα (19,14%), που, προφανώς , λειτουργούν, σε σημαντικό βαθμό, ως μεσάζοντες, καθώς και από διεθνείς οργανισμούς (6,36%), ξένες πρεσβείες (1,32%), οργανισμούς και ιδρύματα (2,43%) και άλλους φορείς εξωτερικού, που είναι αδιευκρίνιστοι (9,43%).
Στο λεγόμενο «Πρόγραμμα Θεσμικής Συνδρομής» του ΕΛΙΑΜΕΠ, μετέχουν αυτήν τη στιγμή :
* Οι πρεσβείες του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ολλανδίας, Λιθουανίας, Ιαπωνίας, Νοτίου Κορέας, Αυστραλίας, Γερμανίας, Νορβηγίας και του Καναδά.
* Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, η Eurobank, η MYTILINEOS SA, η Παπαστράτος Α.Β.Ε.Σ., η Titan, η Δημητριακή Α.Ε., ο Όμιλος Εταιριών Φουρλή, ο ΔΕΔΔΗΕ, ο όμιλος ΟΤΕ, η Δημόσια Επιχείρηση Αερίου, ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος», το Ίδρυμα Ωνάση, η Χρυσαφίδης Α.Ε., η Allseas Marine Α.Ε., η ΕΜΑ Α.Ε., η Chipita, ο οργανισμός διαΝΕΟσις και η Ελληνική Ένωση Επιχειρηματιών.
* Οι Raycap, Pfizer, Nationale-Nederlanden, Ernst and Young, Accenture και Alvarez and Marsal.
Εμφανιζόμενοι σκοποί του ΕΛΙΑΜΕΠ είναι :
* Η διεύρυνση θεμάτων σχετικών, με την ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική και πολιτικών ασφαλείας, στις ευρύτερες περιοχές της Νότιας και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, του Ευξείνου Πόντου και της Μεσογείου, καθώς και ζητημάτων, που σχετίζονται, με την διεθνή πολιτική, τις διατλαντικές σχέσεις, την ασφάλεια και την οικονομία, προκειμένου να συμβάλει και να επηρεάσει την δημόσια συζήτηση.
* Η παροχή στους φορείς λήψης αποφάσεων, τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, “έγκυρης” και “ανεξάρτητης” πληροφόρησης, ανάλυσης και προτάσεων.
* Η συμβουλευτική αρωγή δημοσίων υπαλλήλων, πολιτικών, δημοσιογράφων και ακαδημαϊκών, σε διαφόρους τομείς όπως η “διαχείριση κρίσεων”
* Η “αναβάθμιση” του επιπέδου της εγχώριας ερευνητικής κοινότητας και η “ευαισθητοποίηση” του κοινού σχετικά με την εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς υποθέσεις.
Ειναι προφανές ότι το ΕΛΙΑΜΕΠ εξυπηρετεί ξένα, όσον αφορά την Ελλάδα, συμφέροντα, τα οποία αντιστρατεύονται, σφοδρότατα τα ελληνικά.
Όσον αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αυτές, με αφορμή την προεκλογική περίοδο, που διανύει η χώρα μας, αλλά και λόγω των εσωτερικών προβλημάτων, που έχουν οι κυβερνώντες, στην Άγκυρα, υπάρχει μια λεκτική όξυνση, από την ελληνική πλευρά, ενώ η τουρκική κυβέρνηση, που βρίσκεται και αυτή, ενώπιον εσωτερικών πολιτικών αδιέξοδων, έχει περάσει, στις συγκεκριμένες στρατιωτικές ενέργειες, που προαναφέρω, μπορούν να παύσουν να είναι, απλώς, ρητορικές και να καταλήξουν, ακόμη και σε πολεμικό επεισόδιο, καθώς η τουρκική πλευρά δεν αποκλείεται να το πραγματοποιήσει, για να επιβάλει, de facto, μια νέα πραγματικότητα, στα ελληνικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου και να ανατρέψει την παρούσα ισορροπία, στον χώρο αυτόν.
Η επίσκεψη, πριν μερικές ημέρες, του διοικητή της τουρκικής μυστικής υπηρεσίας ΜΙΤ, Ιμπραήμ Καλίν, στην Αθήνα και οι επαφές του, με τους αντίστοιχους παράγοντες, της ελληνικής ΕΥΠ, όπως και με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, αποδεικνύει ότι η τουρκική πλευρά δεν ενεργεί, χωρίς σχέδιο και μάλιστα, δεν ενεργεί, καθόλου, ερασιτεχνικά. Ο Ιμπραήμ Καλίν είχε κάποιο μήνυμα, να μεταφέρει, από την τουρκική κυβέρνηση, στον πρωθυπουργό και προφανώς, αυτό το μήνυμα είναι σοβαρό, καθώς η τουρκική πλευρά δεν αστειεύεται.
Αυτό πρέπει να ληφθεί, σοβαρά υπόψιν, με δεδομένο το γεγονός ότι οι στρατιωτικές ισορροπίες, στο Αιγαίο και στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο, όπως και στον Έβρο, είναι δυσμενείς, για την ελληνική πλευρά. Ως εκ τούτου, η παρούσα κυβέρνηση των Αθηνών, η οποία, άλλωστε, βρίσκεται, σε αποδρομή, πρέπει να είναι πολύ προσεκτική, ως προς όσα σκοπεύει να πράξει, διότι, όπως είναι γνωστό, η Άγκυρα, πάντοτε, εκμεταλλεύτηκε τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες, στην Ελλάδα, υπήρχε καθεστώς κυβερνητικής μεταβολής και αστάθειας, κάτι που συνέβη και επί της τριπλής ξενικής Κατοχής, την περίοδο 1941 - 1944, όταν η τουρκική πλευρά προέβη, σε διώξεις κατά της ελληνικής μειονότητας, στην Κωσταντινούπολη, όπως, ομοίως, έπραξε και το 1955, στα διαβόητα Σεπτεμβριανά, σε βάρος, επίσης, των Ελλήνων της Πόλης και φυσικά, όπως συνέβη, το 1974, με την τουρκική εισβολή, στην Κύπρο, ύστερα, από την προδοσία, στην οποία προέβησαν, πρωτίστως, η δικτατορία του Δημήτριου Ιωαννίδη και ακολούθως, η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, όπως επίσης, έγινε, τον Ιανουάριο του 1996, στα Ιμια, από την κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η χώρα πρέπει να παραμείνει άπραγη και να αποδεχθεί τις τουρκικές απαιτήσεις, όπως, εδώ και χρόνια, έχουν αναβαθμιστεί και εκφράζονται, μέσα από το σχέδιο της “γαλάζιας πατρίδας”, που αναπτύσσει η Άγκυρα, προκειμένου να διχοτομήσει το Αιγαίο και να ανατρέψει τις ισορροπίες, που δημιουργήθηκαν, μετά την ήττα των Οθωμανών, στους βαλκανικούς πολέμους του 1912 - 1913 και ολοκληρώθηκαν, με την προσάρτηση, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην ελληνική επικράτεια, της Δωδεκανήσου, με την συνθήκη των Παρισιων, το 1947.
Αυτό που πρέπει να γίνει σαφές, στην τουρκική πλευρά, είναι ότι δεν παίζει “εντός έδρας”, ούτε, χωρίς αντίπαλο, καθώς και ότι οποιεσδήποτε ενέργειές της θα βρουν την πρέπουσα αντίσταση και να δοθεί, στην τουρκική κυβέρνηση, καθαρά, το μήνυμα ότι οι, κατ’ αρχήν, προϋποθέσεις, για την καλυτέρευση των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι οι εξής τέσσερες:
Α) Η διάλυση της τουρκικής στρατιάς του Αιγαίου, που δημιουργήθηκε, το 1975.
Β) Η ουσιαστική και πραγματική αποδοχή, από την Άγκυρα, των αποτελεσμάτων της ήττας των Οθωμανών, στους βαλκανικούς πολέμους του 1912 - 1913.
Γ) Η αποδοχή των κανόνων του διεθνούς δικαίου, στις σχέσεις των δύο κρατών.
και
Δ) Η άρση του casus belli.
Βεβαίως, όλα αυτά δεν είναι εύκολα, αλλά, σε κάθε περίπτωση, είναι προαπαιτούμενα.
Ως εκ τούτου, η διακήρυξη των Αθηνών, περί φιλίας των δύο κρατών, στην οποία προχώρησε, στο πρόσφατο, σχετικά, παρελθόν, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι μία κίνηση η οποία υπήρξε επιτυχής. Δεν την μηδενίζω, όμως, υπήρξε ανεπαρκής, διότι δεν συνοδεύτηκε, από την βούληση της ελληνικής πλευράς να προσδιορίσει τα όρια αυτής της διακήρυξης και αυτό φάνηκε, σαφέστατα στην περίπτωση της αδυναμίας, εκ μέρους της ελληνικής πλευράς, της πόντισης του καλωδίου στην Κάσο.
Φυσικά, μέχρι την διεξαγωγή των προσεχών βουλευτικών εκλογών, χρειάζεται μεγάλη προσοχή, σε όλες τις πράξεις όπως και τις παραλείψεις, στις οποίες πρόκειται να προβεί η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, η οποία θα πρέπει ο πρωθυπουργός να αποδεχτεί το γεγονός ότι, ουσιαστικά, είναι μεταβατική και υπηρεσιακή.
Γι’ αυτό και απαιτείται μεγάλη προσοχή.

Σχόλια