Οι ανοησίες του Bαγγέλη Bενιζέλου, για την, προς συζήτηση, συνταγματική αναθεώρηση, η οποία ουδεμία λαϊκή νομιμοποίηση διαθέτει και την οποία λαϊκή νομιμοποίηση, μέσω της διεξαγωγής ενός δημοψηφίσματος, αποφεύγει, συστηματικά, με μια ψευδεπίγραφη και αντιεπιστημονική μεθοδολογία, ως μέλος της, “εν πολλαίς αμαρτίαις, πεσούσης” παχυδερμικής εντόπιας καθεστωτικής πολιτικής και οικονομικής ολιγαρχίας, που οδήγησε την ελληνική κοινωνία, στην οικτρή κατάσταση, στην οποία - με προσωπική και άμεση ευθύνη του ιδίου.

Με την συνταγματική αναθεώρηση και ειδικά, την τοποθέτηση του Βαγγέλη Βενιζέλου, ως προς αυτήν την υπόθεση, για το περιεχόμενο και την κατεύθυνση της οποίας, εντός κάποιων ημερών, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, πρόκειται να παρουσιάσει τις δικές της προτάσεις, με αποτέλεσμα ο Βαγγέλης Βενιζέλος να αρθρογραφήσει, στις 1/3/2026, στην εφημερίδα «Καθημερινή», αντιπαρατιθέμενος, στον υπουργό Εξωτερικών και καθηγητή του διοικητικού δικαίου Γιώργο Γεραπετρίτη, ασχολούμαι, στο σημερινό δημοσίευμα, όπως και στο, παραπάνω, χθεσινό βίντεο, που ανάρτησα, στο ερασιτεχνικό κανάλι μου, στο YouTube, το οποίο είναι, εξαιρετικά, χρήσιμο, να παρακολουθήσουν οι αναγνώστες, καθώς επεξηγώ, αναλυτικά, παρουσιάζοντας αυτό το ειδικό θέμα, που αφορά, την επιστήμη του συνταγματικού δικαίου και έχει ένα τεχνικό περιεχόμενο, το οποίο είναι δύσκολο να αντιληφθούν οι αναγνώστες, επειδή οι λέξεις και η φρασεολογία, που χρησιμοποιείται, από τον αποκαλούμενο, ως συνταγματολόγο, τέως αντιπρόεδρο κυβερνήσεων, τέως υπουργό, τέως πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ και τέως βουλευτή, έχουν μια ειδική επιστημονική χροιά και ξεφεύγουν, από την κοινή πεποίθηση και την αντίληψη, που έχουν, ως προσλαμβάνουσες εικόνες, οι αναγνώστες.
Με αυτόν τον τρόπο, ο Βαγγέλης Βενιζέλος (όπως, άλλωστε και ο Γιώργος Γεραπετρίτης) επιχειρεί να παραπλανήσει το αναγνωστικό κοινό, στο οποίο απευθύνεται, υποτίθεται, με την ιδιότητα του συνταγματολόγου (μια ιδιότητα, που δεν κατέχει ο Γιώργος Γεραπετρίτης), ενώ, στην πραγματικότητα, όλα όσα γράφει, αφορούν και σχετίζονται, άμεσα, με την ιδιότητά του, ως πολιτικού, εν προσωρινή αποστρατεία, που, όμως, ευελπιστεί ότι θα επανέλθει, με κάποιον τρόπο, στο μέλλον και ως υποστηρικτής του ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη, τον οποίο, άλλωστε, ανέδειξε, ως επιφανές στέλεχος του κόμματος αυτού, καθώς ο Νίκος Ανδρουλάκης υπήρξε Γραμματέας του ΠΑΣΟΚ, όταν ο Βαγγέλης Βενιζέλος ήταν πρόεδρος του κόμματος.
Έτσι, οι θέσεις και οι απόψεις, που εκφράζει ο Βενιζέλος, υπό την ιδιότητα του συνταγματολόγου, δεν έχουν ένα πραγματικό επιστημονικό περιεχόμενο, εντασσόμενες, στον χώρο της επιστήμης του συνταγματικού δικαίου, δηλαδή δεν έχουν έναν αυστηρό τεχνικό επιστημονικό χαρακτήρα - που θα μπορούσαν να έχουν, διότι ο Βαγγέλης Βενιζέλος δεν είναι τενεκές, αλλά έχει βαθύτατη γνώση των εννοιών του συνταγματικού δικαίου -, αλλά αποτελούν ένα συνειδητό και συμπαγές αντιεπιστημονικό/ψευδοεπιστημονικό χαρακτήρα και περιεχόμενο, που αποσκοπεί να παραπλανήσει το αναγνωστικό κοινό και να κρύψει το γεγονός ότι όσα γράφει, τα γράφει, υπό την ιδιότητα του πολιτικού, ο οποίος μεταχειρίζεται τις επιστημονικές γνώσεις και έννοιες, που χρησιμοποιεί, ως κάλυμμα των εξωεπιστημονικών πολιτικών του θέσεων, όσον αφορά την τρέχουσα πολιτική συγκυρία.
Αυτό συμβαίνει, διότι ο Βαγγέλης Βενιζέλος, ως κεντρικό και κομβικό στοιχείο των τοποθετήσεών του, στο άρθρο του της 1ης Μαρτίου 2026, στην εφημερίδα «Καθημερινή», συγχέει, σκοπίμως, όπως άλλωστε πράττουν όλοι οι εμφανιζόμενοι, ως επιστήμονες του συνταγματικού δικαίου, όπως πράττουν και όλοι οι συστημικοί πολιτικοί, την έννοια της πρωτογενούς νομιμοποίησης των συνταγματικών διατάξεων, καθώς και της διαδικασίας της συνταγματικής αναθεώρησης, με την διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών, οι οποίες, όμως, ουδεμία σχέση έχουν, με το Σύνταγμα και την συνταγματική αναθεώρηση, διότι το αποκλειστικό περιεχόμενο των βουλευτικών εκλογών αφορά την εκλογή βουλευτών και, μέσω αυτής της εκλογής, την διακυβέρνηση της χώρας δηλαδή την επιλογή του εκλογικού σώματος για τα πρόσωπα και τα κόμματα, καθώς και τον τρόπο που θα ασκήσουν αυτής της διακυβέρνησης, που έχει συγκεκριμένη θητεία (τετραετή, κατ’ ανώτατο όριο).
Αλλά, ας δούμε, το περιεχόμενο του άρθρου του Βαγγέλη Βενιζέλου, της 1/3/2026, στην «Καθημερινή», για να γίνουν σαφή τα όσα υποστηρίζει, καθώς και την απαξιωτική, επιστημονικά, κριτική, που του ασκώ, ως νομικός, με το περιληπτικό επιχείρημα, που προαναφέρω, σχετικά, με την ουσιώδη νομιμοποίηση της πρωτογενούς παραγωγής των συνταγματικών κειμένων και της αναθεώρησής τους, από την λαϊκή ετυμηγορία, στα καθαρά αστικοδημοκρατικά πλαίσια.
Γράφει, λοιπόν, ο Βαγγέλης Βενιζέλος, τα, εξής :
«Στην Καθημερινή της Κυριακής 22.2.2026, ο αγαπητός φίλος και συνάδελφος στην επιστημονική κοινότητα Γιώργος Γεραπετρίτης ανέλαβε να απαντήσει στις θέσεις που ανέπτυξα όταν ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε τις προθέσεις του για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Τόνισα ότι της αναθεώρησης του Συντάγματος προηγείται ο σεβασμός του. Την κυβερνητική αντίδραση προκάλεσε και η επισήμανση ότι δεν υπάρχουν την περίοδο αυτή οι πολιτικές προϋποθέσεις της αναθεώρησης, ότι η χώρα πρέπει να καταστεί έστω τυπικά διακυβερνήσιμη πριν το Σύνταγμα καταστεί αναθεωρήσιμο. Για τον λόγο αυτό πρέπει να τηρηθεί η μόνη πρακτική εγγύηση, δηλαδή η προϋπόθεση να συγκεντρωθούν 180 ψήφοι στην επόμενη Βουλή, που ως αναθεωρητική συντελεί την αναθεώρηση και διαμορφώνει το συνταγματικό κείμενο.
Ο κατάλογος των υπό αναθεώρηση διατάξεων μπορεί να είναι όσο φιλόδοξος θέλει η σημερινή κοινοβουλευτική πλειοψηφία καθώς αρκούν 151 βουλευτές. Ελπίζω μάλιστα ότι θα αποδεχθεί και προτάσεις της αντιπολίτευσης, αφού έχει ανοικτή, για να μην πω μαξιμαλιστική, αναθεωρητική διάθεση. Ολες οι σοβαρές προτάσεις, συγκλίνουσες και αποκλίνουσες, μπορούν να ενταχθούν στον κατάλογο των υπό αναθεώρηση διατάξεων, να τεθούν προεκλογικά υπόψη του εκλογικού σώματος και να διεκδικήσουν την αυξημένη πλειοψηφία των τουλάχιστον 180 βουλευτών στην επόμενη Βουλή, την και αναθεωρητική.
Μία πρόταση «αποστομωτική»
Η πρόταση του Γ. Γεραπετρίτη, προκειμένου να πειστεί η αντιπολίτευση να υπερψηφίσει την ανάγκη αναθεώρησης ενός φιλόδοξου και εκτεταμένου καταλόγου διατάξεων στην παρούσα Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία 180 και πλέον βουλευτών, ώστε οι διατάξεις αυτές να μπορούν να αναθεωρηθούν από την επόμενη Βουλή με την απλή πλειοψηφία των 151 βουλευτών, είναι επί λέξει η ακόλουθη : ”η συμπολίτευση στη σημερινή Βουλή να δεσμευθεί σχετικά με την κατεύθυνση που θα λάβει κάθε άρθρο το οποίο τίθεται προς αναθεώρηση, ώστε να μην υπάρχουν εκπλήξεις στην επόμενη Βουλή – αν, βεβαίως, παραμένει η ίδια κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Με τον τρόπο αυτό, εκλείπει και το τελευταίο φύλλο συκής για να μην υπερψηφιστούν άρθρα προς αναθεώρηση από την τρέχουσα Βουλή”.
Ο υπουργός Εξωτερικών παρεμβαίνει δημόσια στην αναθεωρητική συζήτηση, υποθέτω εκφράζοντας τον πρωθυπουργό, και προτείνει ως εγγύηση προς την αντιπολίτευση τη δέσμευση της σημερινής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας σχετικά με την κατεύθυνση της αναθεώρησης, δέσμευση που, όπως ρητά σημειώνει, θα ισχύσει στην επόμενη Βουλή, “αν, βεβαίως, παραμένει η ίδια κοινοβουλευτική πλειοψηφία”! Αν δηλαδή η Ν.Δ. είναι μονοκομματική πλειοψηφία της επόμενης Βουλής, οπότε θα μπορεί να σχηματίσει τη δική της αυτοδύναμη κυβέρνηση με τον ίδιο πρωθυπουργό και επιπλέον θα μπορεί να αναθεωρήσει και το Σύνταγμα μόνη της δεσμευμένη από τις δικές της κατευθύνσεις στην παρούσα Βουλή! Αν η Ν.Δ. δεν παραμείνει πλειοψηφία και μάλιστα απόλυτη της επόμενης Βουλής, δεν υπάρχει καμία εγγύηση για την ψήφο που καλείται να δώσει τώρα η αντιπολίτευση! Αφαιρείται όμως από το Σύνταγμα της χώρας ο θώρακας του αυστηρού χαρακτήρα του ενόψει μιας επόμενης Βουλής η πλειοψηφία της οποίας είναι το εκλογικό στοίχημα της Ν.Δ. και όλων των κομμάτων, αλλά δεν πρέπει να γίνει και στοίχημα συνταγματικής αμεριμνησίας.
Η αντιπολίτευση προσκαλείται λοιπόν να δείξει την αναθεωρητική της “υπευθυνότητα” και “συναίνεση” αποδεχόμενη ως εγγύηση τη θριαμβευτική εκλογική νίκη της Ν.Δ. και τον σχηματισμό νέας αυτοδύναμης κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη μετά τις ερχόμενες εκλογές. Είναι αλήθεια ότι τέτοια πολιτική και θεσμική γενναιοδωρία εκ μέρους της κυβερνητικής πλειοψηφίας δεν την είχα φανταστεί!
Οντως η πρόταση αυτή είναι αποστομωτική και πολιτικά και επιστημονικά, γιατί αφήνει άναυδους όσους έχουν παρακολουθήσει τη σχετική έντονη συζήτηση του 2018-2019. Προσωπικά, κατά την πρώτη φάση της αναθεώρησης του 2019, είχα επεξηγήσει (“Δεσμεύεται η δεύτερη Βουλή από τις κατευθύνσεις της πρώτης στη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος;”, Το Σύνταγμα (ΤοΣ) 3/2019, σελ. 567-580, αναδημοσίευση από Constitutionalism.gr, 28.11.2018) ότι μόνη ουσιαστική εγγύηση για τη δεύτερη Βουλή, την αναθεωρητική, που συντελεί την αναθεώρηση, είναι η επιφύλαξη να απαιτείται η συγκέντρωση αυξημένης πλειοψηφίας 180 τουλάχιστον βουλευτών σε αυτή. Οι κατευθύνσεις της πρώτης Βουλής δεν δεσμεύουν την επόμενη, την και αναθεωρητική Βουλή, για τους λόγους που είχε ήδη από το 1911 εξηγήσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος, όταν η πρώτη Βουλή του παλιού καθεστώτος προσπάθησε με αναλυτικές κατευθύνσεις να δεσμεύσει την αναθεωρητική Βουλή που οδήγησε από το Σύνταγμα του 1864 σε αυτό του 1911. Η θέση αυτή υποστηρίχθηκε ευρύτατα επιστημονικά και υιοθετήθηκε από τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, σε αντίθεση προς την τότε κοινοβουλευτική πλειοψηφία ΣΥΡΙΖΑ / ΑΝΕΛ που υποστήριζε τη θέση ότι οι κατευθύνσεις της πρώτης Βουλής δεσμεύουν τη δεύτερη που συντελεί την αναθεώρηση.
Τα πρακτικά του 2019
Μάλιστα ο ίδιος ο Γιώργος Γεραπετρίτης ως υπουργός Επικρατείας (και βουλευτής τότε) αντέκρουσε το 2019 με πάθος την ένσταση του ΣΥΡΙΖΑ ότι η αναθεωρητική Βουλή του 2019 οφείλει να ακολουθήσει τις κατευθύνσεις που έδωσε η πλειοψηφία (ΣΥΡΙΖΑ / ΑΝΕΛ) της προηγούμενης Βουλής (του Σεπτεμβρίου 2015) που διαπίστωσε το 2018 την ανάγκη της αναθεώρησης με αυξημένη πλειοψηφία μεγαλύτερη των 180 βουλευτών. Ελεγε τότε (συνεδρίαση της Βουλής 20.11.2019, Πρακτικά σελ. 4.981-82): “πραγματικά αισθάνομαι ότι ξαφνικά βρισκόμαστε σε έναν διαφορετικό, παράλληλο συνταγματικό κόσμο. Διότι το ζήτημα αυτό [της δέσμευσης από τις κατευθύνσεις της πρώτης Βουλής] ουδέποτε είχε τεθεί τα τελευταία τριάντα χρόνια. Ετέθη μόνο προσφάτως, από μια ελάχιστη επιστημονική μειοψηφία, ενόσω όλοι οι μεγάλοι δάσκαλοι του Συνταγματικού Δικαίου επέμεναν ότι εδώ υπάρχει ένα ζήτημα πολύ διακριτών αρμοδιοτήτων μεταξύ της προτείνουσας και της αποφασίζουσας. Η προτείνουσα Βουλή διαπιστώνει την ανάγκη. Πώς τη διαπιστώνει; Θέτοντας τα προς αναθεώρηση άρθρα, παραγράφους και εδάφια και η αποφασίζουσα Βουλή, που είναι η μόνη Αναθεωρητική Βουλή, είναι εκείνη η οποία θα καλύψει το περιεχόμενο. Και θα παρακαλούσα, για λόγους τεχνικούς, όταν λέτε “Αναθεωρητική Βουλή”, να αναφέρεστε μόνο στην παρούσα Αναθεωρητική Βουλή. Η προηγούμενη δεν ήταν Αναθεωρητική Βουλή. Ηταν μέρος του σύνθετου αναθεωρητικού οργάνου, αλλά όχι Αναθεωρητική Βουλή. Αναθεωρητική Βουλή είναι αυτή που έχουμε σήμερα όλοι την τιμή να υπηρετούμε. Γιατί άραγε αυτό; Αναφέρθηκε ότι υπάρχει ένα παράδοξο. Μα, είναι δυνατόν η προτείνουσα Βουλή να επιλέγει το άλφα και η Αναθεωρητική Βουλή να επιλέγει το πλην άλφα; Και προφανώς ισχύει αυτό. Και ισχύει γιατί; Διότι μεσολαβούν εκλογές!”.
Εις επίρρωσιν δε του υπουργού του, ο ίδιος ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έλεγε στην αναθεωρητική Βουλή του 2019 (συνεδρίαση της Βουλής 25.11.2019): “Κύριε Τσίπρα, τις προτάσεις σας δεν τις απορρίπτει σήμερα η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας. Τις απέρριψε ο ελληνικός λαός στις εκλογές της 7ης Ιουλίου. Γι’ αυτό εξάλλου μεσολαβεί η λαϊκή ετυμηγορία μεταξύ των δύο φάσεων της συνταγματικής αναθεώρησης. Ηταν αντικείμενο των εκλογών και η συνταγματική αναθεώρηση, κ. Τσίπρα”.
Με αυτήν την επιχειρηματολογία Μητσοτάκη – Γεραπετρίτη η απλή πλειοψηφία της Βουλής του 2019 αναθεώρησε τον τρόπο εκλογής του ΠτΔ, επιβάλλοντας την εκλογή του ακόμη και με σχετική πλειοψηφία 75 παρόντων βουλευτών, ενώ η κατεύθυνση που έδωσε η πλειοψηφία ΣΥΡΙΖΑ / ΑΝΕΛ στην προηγούμενη Βουλή ήταν η άμεση εκλογή του ΠτΔ, αν δεν μπορεί να επιτευχθεί εκλογή από τη Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών.
Κατά την ίδια λογική αναθεωρήθηκε το 2019 –με τη σύμπραξη δυστυχώς της αντιπολίτευσης– και η διάταξη για τις ανεξάρτητες αρχές που προέβλεπε αυξημένη πλειοψηφία 4/5 στη Διάσκεψη των Προέδρων στην οποία υπερεκπροσωπείται η κυβερνητική πλειοψηφία, ενώ τώρα πλέον προβλέπεται η εκλογή με 3/5, πλειοψηφία που στην περίπτωση της ΑΔΑΕ υποτίθεται ότι πέτυχε η Ν.Δ. με τη σύμπραξη του κόμματος του κ. Βελόπουλου, προκαλώντας οξύ ερμηνευτικό πρόβλημα που εκκρεμεί και πάλι ενώπιον του ΣτΕ. Αυτό το προηγούμενο της ΑΔΑΕ εν μέσω του σκανδάλου των υποκλοπών προκάλεσε τη δυσπιστία της αντιπολίτευσης και τη δυσχέρεια διαμόρφωσης συναινέσεων στη στελέχωση των ανεξάρτητων αρχών. Φταίει συνεπώς η κακή πρακτική και όχι η συνταγματική διάταξη που είχε αναθεωρηθεί μόλις το 2019 μειώνοντας την αναγκαία αυξημένη πλειοψηφία.
Αντιφάσεις και προσχήματα
Νιώθω πραγματικά πολύ δυσάρεστα όταν αναγκάζομαι, προκειμένου να υποστηρίξω το πολιτικά αυτονόητο και επιστημονικά προφανές, να ανασύρω αυτές τις κραυγαλέες αντιφάσεις που καθιστούν το Σύνταγμα και την αναθεώρησή του πρόσχημα και προκάλυψη της κυβέρνησης, που με απόλυτη άνεση υποστηρίζει τώρα τα τελείως αντίθετα από την κοινοβουλευτικά και επιστημονικά ορθή θέση της του 2019.
Αν θέλουν αναθεωρητική συναίνεση υπό συνθήκες βαθιάς κρίσης της αντιπροσωπευτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας διεθνώς αλλά προφανώς και στη χώρα μας, αν θέλουν πραγματική συναίνεση στην εθνική στρατηγική και στην εξωτερική πολιτική υπό συνθήκες διεθνούς ρευστότητας και πρωτοφανούς κινητικότητας που ανατρέπει παραδοσιακές βεβαιότητες, αν θέλουν να κατανοήσουν ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας νιώθει αποκλεισμένο και προσβεβλημένο από τη διόγκωση των ανισοτήτων και τη διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου, τότε πρέπει να απευθύνονται στην αντιπολίτευση και σε όσους διατυπώνουν δημόσιο λόγο με σεβασμό και ειλικρίνεια ως προς τα αυτονόητα.
Το πρώτο αυτονόητο είναι ότι η χώρα βαδίζει προς τις επόμενες εκλογές με προφανή αβεβαιότητα ως προς τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης, με νέα κόμματα να κυοφορούνται, με τον αντισυστημισμό και τον λαϊκισμό να «ανθίζουν», με την κοινωνία βαθιά εχθρική και δύσπιστη απέναντι στους θεσμούς όχι μόνο τους πολιτικούς, αλλά και τους δικαιοκρατικούς. Οταν κινείται διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος υπό αυτές τις κοινωνικές, πολιτικές και διεθνείς συνθήκες, η θεσμική σοβαρότητα, η ιστορική επίγνωση και ο συνταγματικός πατριωτισμός επιβάλλουν να αναλάβεις πρωτοβουλίες πραγματικής θωράκισης της συνταγματικής δημοκρατίας. Οχι να παίζεις με το Σύνταγμα πιέζοντας την αντιπολίτευση να ψηφίσει στην παρούσα Βουλή την ανάγκη αναθεώρησης με πλέον των 180 ψήφων για να φανεί ότι έχει δήθεν ηγεμονία η αναθεωρητική πρωτοβουλία της κυβέρνησης, αφήνοντας τη διαμόρφωση του ίδιου του Συντάγματος της χώρας στην ελεύθερη βούληση της απλής πλειοψηφίας της επόμενης Βουλής.
Η δημοκρατία οφείλει να είναι μαχόμενη αλλά και κοινωνικά διορατική, γιατί θωρακισμένη, σύγχρονη και λειτουργική συνταγματική δημοκρατία χωρίς πεπεισμένη κοινωνία που συμπράττει δεν υπάρχει. Αυτό δεν είναι «αναθεωρητικός μηδενισμός λόγω καχυποψίας», αλλά αναθεωρητική επίγνωση λόγω αίσθησης της πραγματικότητας.
Το άρθρο 86
Η συνταγματική αναθεώρηση του άρθρου 86 για την ποινική ευθύνη των υπουργών έχει καταστεί απολύτως αναγκαία γιατί η κυβέρνηση της Ν.Δ., αφού αναθεώρησε το άρθρο 86 μόλις το 2019 και το διαμόρφωσε όπως ήθελε μόνη της, το παραβίασε, για την ακρίβεια το ευτέλισε στις υποθέσεις των Τεμπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ και τώρα νομίζει ότι μπορεί ως στρουθοκάμηλος να κρύψει το κεφάλι της στην αναθεώρηση του άρθρου 86 ενώ είναι σε εξέλιξη οι διαδικασίες ποινικής ευθύνης υπουργών της για τα Τέμπη και διαδικασίες ποινικής διερεύνησης για τις υποκλοπές και τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Το άρθρο 86 πρέπει προφανώς να αναθεωρηθεί δραστικά, και αν θέλει ο κ. Μητσοτάκης να αφήσει να το διαμορφώσει ελεύθερα η απλή πλειοψηφία της επόμενης Βουλής, όποια και αν είναι αυτή, ίσως θα έπρεπε η αντιπολίτευση να το δεχθεί για λόγους παιδαγωγικούς, καταστολής της αλαζονείας. Το Σύνταγμα βεβαίως δεν είναι νόμισμα που το στρίβεις για να παραστήσεις ότι έχεις εκλογική αυτοπεποίθηση.
Είχα την ευκαιρία πριν από λίγες ημέρες («Το Βήμα της Κυριακής», 15.2.2026) να θυμίσω πώς διαμορφώθηκε το άρθρο 86 στην αναθεώρηση του 2001 με την πλήρη σύμπραξη της Ν.Δ., που έθεσε όρους προκειμένου να το υπερψηφίσει και το ΠΑΣΟΚ τους δέχθηκε παρότι θα μπορούσε να αναθεωρήσει τη διάταξη με τη δική του κυβερνητική πλειοψηφία. Γι’ αυτό η συνταγματική διάταξη υπερψηφίστηκε από 268 βουλευτές και ο εκτελεστικός νόμος από 300.
Η συνταγματική αναθεώρηση έχει καταστεί απολύτως αναγκαία και ως προς την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, γιατί δυστυχώς τα τελευταία χρόνια είναι πτωτική η καμπύλη της κοινωνικής αξιοπιστίας της Δικαιοσύνης. Η δε κυβέρνηση, ενώ θεσμοθέτησε νομοθετικά τη συμμετοχή των ολομελειών των ανωτάτων δικαστηρίων, την αγνόησε και την απαξίωσε στην πράξη, επιτείνοντας τη δυσπιστία που έχει τροφοδοτηθεί και από τον τρόπο με τον οποίο έγινε ο δικαστικός χειρισμός των εμβληματικών υποθέσεων των υποκλοπών, των Τεμπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Ευτυχώς για το πιο ουσιώδες μέρος του εθνικού Συντάγματος, στο οποίο ανήκουν τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι εγγυήσεις του κράτους δικαίου αλλά και οι μεγάλες οικουμενικές προκλήσεις της κλιματικής κρίσης και της τεχνητής νοημοσύνης, Σύνταγμα της χώρας είναι αυτό που ονομάζω «επαυξημένο Σύνταγμα» όπως αυτό διαμορφώνεται εντός του πολυεπίπεδου συνταγματισμού και της πολλαπλότητας των έννομων τάξεων (εθνική, ενωσιακή, διεθνής) που διεκδικούν αυτοαναφορικά το δικό τους πρωτείο εφαρμογής στο πεδίο τους και θέτουν τις εθνικές έννομες τάξεις και τα εθνικά συντάγματα υπό τον δικαστικό έλεγχο του ΕΔΔΑ στο Στρασβούργο και του ΔΕΕ στο Λουξεμβούργο».
Αυτά γράφει ο Βαγγέλης Βενιζέλος. Και φυσικά, όσα γράφει δεν είναι, επιστημονικά, ουδέτερα, ούτε και - όπως θα έπρεπε να είναι - ψύχραιμα και διακατεχόμενα από μια αντικειμενική επιστημονική θεώρηση.
Επαναλαμβάνω ότι το πρόβλημα αυτό δεν αφορά, μόνον, τον ίδιο τον συγγραφέα αυτού του άρθρου. Το πρόβλημα αυτό εκτείνεται, σε όλους όσους εμφανίζονται, ως επιστήμονες του συνταγματικού δικαίου, σε όλες τις αστικές δημοκρατίες, στην υφήλιο, αλλά αυτή η γενικότητα αυτού του φαινομένου, το οποίο έχει σαφέστατα αντιεπιστημονικά και ψευδεπιστημονικά χαρακτηριστικά και το αντίστοιχο περιεχόμενο, δεν αποτελεί ελαφρυντικό, ούτε, για τον Βαγγέλη Βενιζέλο, ούτε, για τους ομότεχνούς του. Το αντίθετο, μάλιστα.
Παραπέμποντας, για μια, ακόμη, φορά, το αναγνωστικό κοινό, στο αρχικό βίντεο της παρούσας δημοσίευσης, όπου επεξηγώ, αναλυτικά, το ψευδεπίγραφο και αντιεπιστημονικό περιεχόμενο των θέσεων του Βαγγέλη Βενιζέλου, επαναλαμβάνω την επιχειρηματολογία, που παραθέτω, η οποία, σαφέστατα, ευκρινέστατα και μπορώ να πω, εκλαϊκευμένα, προκειμένου να αντιληφθεί το ευρύ κοινό, που δεν κατέχει - και δεν είναι δυνατόν να κατέχει - γνώσεις συνταγματικού δικαίου, σε επίπεδο επιστημονικής τεχνικής.
Έτσι, λοιπόν, ο Βαγγέλης Βενιζέλος, όπως και όλοι οι συστημικοί - εμφανιζόμενοι ως - επιστήμονες συνταγματολόγοι, συνδυάζουν και συγχέουν ενσυνείδητα και παραπειστικά, ως όργανα της άρχουσας πολιτικοοικονομικής ολιγαρχίας, στην οποία εντάσσονται (ή επιδιώκουν να ενταχθούν, ως οργανικά της στοιχεία), την έννοια της λαϊκής νομιμοποίησης, όσον αφορά την πρωτογενή παραγωγή, αλλά και την αναθεώρηση των Συνταγμάτων, με την διενέργεια των βουλευτικών εκλογών.
Όμως, οι βουλευτικές εκλογές, όπως λέει και ο χαρακτηρισμός τους, αφορούν, στα πλαίσια των σύγχρονων αστικοδημοκρατικών ολιγαρχικών καθεστώτων, στην καθαρή τους μορφή, την εκλογή αντιπροσώπων, που θα αναδείξουν μια κυβέρνηση αυτοδύναμη, ή έναν κυβερνητικό συνασπισμό κομμάτων, που θα ασχοληθούν, με τα ζητήματα της καθημερινής διακυβέρνησης της χώρας και μάλιστα, στα πλαίσια μιας σαφούς και συγκεκριμένης κοινοβουλευτικής θητείας, είτε αυτή είναι τετραετής, ή πενταετής, κατ’ ανώτατο, μάλιστα, όριο και όχι, αορίστως, όπως συμβαίνει, με την παραγωγή και την αναθεώρηση των συνταγματικών κειμένων.
Ως εκ τούτου, η όλη επιχειρηματολογία των εμφανιζόμενων, ως επιστημόνων του συνταγματικού δικαίου, όπως ο Βαγγέλης Βενιζέλος, που υποστηρίζει και στηρίζεται, στην επίκληση της λαϊκής νομιμοποίησης της παραγωγής και της αναθεώρησης των διατάξεων του Συντάγματος, από την διενέργεια βουλευτικών εκλογών, οι οποίες αφορούν τα ζητήματα της ανάδειξης βουλευτών, οι οποίοι θα εκλέξουν, για μια περιορισμένη θητεία, μια κυβέρνηση και ως εκ τούτου, οι βουλευτικές εκλογές αφορούν, κυριότατα, τα ζητήματα της καθημερινής διακυβέρνησης και της ζωής των πολιτών, ως λαού, που - σύμφωνα, με τον καθεστωτικό ορισμό - ασκεί πρωτογενή εξουσία και όχι την θέσπιση συνταγματικών κανόνων και διατάξεων, που εκτείνονται, αορίστως, εις το μέλλον και δεν αφορούν τα ζητήματα, που απασχολούν τους ψηφοφόρους, στην διαδικασία των βουλευτικών εκλογών, εκφεύγοντας, μάλιστα, του, αυστηρά, περιορισμένου, κατ’ ανώτατο όριο, χρονικού διαστήματος της εντολής, που το εκλογικό σώμα (ο “λαός”, ως ενεργή παρουσία) δίνει, στα μέλη της βουλής, που αναδεικνύουν οι βουλευτικές εκλογές.
Με αυτήν την συγχυτική λαθροχειρία, ο Βαγγέλης Βενιζέλος και όλοι οι συστημικοί ομότεχνοι, με αυτόν, φροντίζουν να διαστρέφεται η παραγωγή και η αναθεώρηση των συνταγματικών κειμένων και να μεταβιβάζεται, στην κομματική πολιτική ολιγαρχία, δηλαδή, στην πράξη, να αφαιρείται, με την μορφή του hijacking (“δι’ αεροπειρατείας”), από τον λαό, ως πρωτογενή πηγή της συνταγματικής εξουσίας, ο οποίος λαός, κανονικά, πρέπει να ασκεί την πρωτογενή εξουσία, που υποτίθεται ότι του αναγνωρίζουν τα αστικά/καπιταλιστικά δημοκρατικά καθεστώτα, στο επίπεδο της παραγωγής και της αναθεώρησης των συνταγματικών κανόνων, με την διεξαγωγή δημοψηφισμάτων, με σαφή προδημοψηφισματική εκλογική περίοδο, με πολλαπλές κάλπες, που θα αφορούν το κάθε ένα, ψηφιζόμενος άρθρο του Συντάγματος.
Όλα τα άλλα, τα οποία αναφέρει ο Βαγγέλης Βενιζέλος, αποτελούν συνταγματικοφανείς ανοησίες και αντιεπιστημονικές κατασκευές, που γράφονται και υποστηρίζονται, εκ του πονηρού, προκειμένου να παραπλανήσουν το ευρύ κοινό.
Σκληρή, βέβαια, η αλήθεια. Αλλά αυτή είναι η αλήθεια…

Σχόλια